ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΚ: ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ


των Αναστάση Γκίκα και Φάνη Παρρή

ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ

Η ενότητα με βάση την επαναστατική στρατηγική, η αυτοτελής οργανωτική υπόσταση και ιδεολογική-πολιτική δράση ενός κομμουνιστικού κόμματος είναι θεμελιακά στοιχεία της ύπαρξής του, ανεξάρτητα από τις συνθήκες της ταξικής πάλης. Η αμφισβήτηση αυτού του στοιχείου αποτέλεσε διαχρονικό στοιχείο της διαπάλης που αναπτύχθηκε ιστορικά στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος, διεθνούς και εγχώριου, με τον οπορτουνισμό, ιδεολογικοπολιτικό και οργανωτικό. Διαπάλη που αναζωπυρώνεται και φουντώνει σε καμπές της ταξικής πάλης, ανόδου ή καθόδου της, έντασης των εξωτερικών πιέσεων, απαγορεύσεων, καταστολής, δικτατορίας κ.ά. Η περίοδος όπου το αστικό κράτος παίρνει μέτρα που χτυπάνε ή απαγορεύουν συνολικά τη νόμιμη παρουσία του κόμματος της εργατικής τάξης είναι περίοδος εξαιρετικά δύσκολη, όπου το Κόμμα κρίνεται κατά πόσο είναι ικανό να ανταποκριθεί στην αποστολή του σε νέες συνθήκες δράσης.

Οι συνθήκες παρανομίας, με τις ανείπωτες δυσκολίες, αποτελούν κατάσταση που την επιβάλλει η όξυνση της ταξικής πάλης, οπότε αυξάνεται και η οπορτουνιστική πίεση. Αυτή την κατάσταση βίωσε το επαναστατικό εργατικό κίνημα στη Ρωσία, ιδιαίτερα μετά την ήττα της επανάστασης του 1905 και τις σκληρές διώξεις που ακολούθησαν. Σε αυτές τις συνθήκες ήρθαν στην επιφάνεια απόψεις και οπορτουνιστικές πιέσεις, που στο όνομα των δυσκολιών καλούσαν σε διάχυση του κόμματος σε ένα νόμιμο ευρύτερο κύκλο. Απαντώντας ο Λένιν σε αυτές τις απόψεις, διαχωρίζοντας το αντικειμενικό φαινόμενο της υποχώρησης λόγω κούρασης από την υποχώρηση λόγω πολιτικής επιλογής, έγραφε:

«Η φυγή από την παράνομη οργάνωση μπορούσε να είναι για ορισμένους αποτέλεσμα κούρασης και σπασίματος. Οι άνθρωποι αυτοί μόνο άξιοι λύπης είναι, αυτοί χρειάζονται βοήθεια ώσπου να περάσει το σπάσιμο και να αρχίσουν να ξεκόβουν από το μικροαστισμό, από τους φιλελεύθερους και τη φιλελεύθερη εργατική πολιτική και να τραβηχτούν ξανά προς την εργατική παράνομη οργάνωση. Οταν όμως αυτοί που κουράστηκαν και έσπασαν ανεβαίνουν στο βήμα της δημοσιογραφίας και διακηρύσσουν ότι η φυγή τους δεν είναι εκδήλωση κούρασης, αδυναμίας, διανοουμενίστικης παλιανθρωπιάς, αλλά πράξη αξιέπαινη και επιπλέον φορτώνουν την ευθύνη στην παράνομη οργάνωση που την παρουσιάζουν σαν “ανίκανη για δράση” ή “άχρηστη” ή “απονεκρωμένη” κτλ., τότε οι φυγάδες αυτοί γίνονται σιχαμεροί αποστάτες, προδότες. Τότε οι φυγάδες αυτοί γίνονται οι χειρότεροι συμβουλάτορες και εξίσου επικίνδυνοι εχθροί του εργατικού κινήματος»1.

Ο Λένιν στο ίδιο άρθρο αναδεικνύει πως η ταύτιση του Κόμματος με μια ευρύτερη μάζα συμπαθούντων που δεν ανήκουν σε Κομματική Οργάνωση θα σήμαινε διάλυσή του, αφού εκτός των άλλων θα έκανε το Κόμμα έρμαιο στην επίδραση της πολιτικής αστικών δυνάμεων μέσω ασταθών στοιχείων που ενίσχυαν την τάση συμβιβασμού με την αστική τάξη.

Οταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (Αύγουστος 1914), ορισμένοι ηγέτες των τότε σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, παρόλο που στα λόγια δεν εκφράστηκαν ως σοσιαλσοβινιστές - φανεροί υποστηρικτές της αστικής τάξης της χώρας τους, στην πράξη υποχώρησαν σε αυτή, πρόδωσαν την εργατική τάξη, φοβούμενοι τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζαν τα κόμματά τους εάν έβγαιναν εκτός νόμου από το αστικό κράτος. Οταν ο Κ. Κάουτσκι προσπαθούσε να δικαιολογηθεί, λέγοντας πως αν δεν ψήφιζαν τις πολεμικές πιστώσεις και έκαναν αντιπολεμική προπαγάνδα θα τους πήγαιναν φυλακή, ο Λένιν του απαντούσε «και ποιο είναι το πρόβλημα;». Οι Μπολσεβίκοι βουλευτές στην 5η Κρατική Δούμα, που εναντιώθηκαν στον πόλεμο, συλλήφθηκαν και στάλθηκαν στην εξορία. Εγραφε ο Λένιν: «…ο Κάουτσκι συγκάλυψε την απλή αλήθεια ότι τα μεγάλα και ισχυρά κόμματα φοβήθηκαν τη διάλυση των οργανώσεών τους, την κατάληψη των ταμείων τους, τη σύλληψη των ηγετών τους από την κυβέρνηση. Συνεπώς ο Κάουτσκι με τα επιχειρήματά του για “δυσάρεστες πρακτικές συνέπειες” της επαναστατικής τακτικής δικαιολογεί την προδοσία απέναντι στο σοσιαλισμό. Αυτό δε σημαίνει μήπως εκπόρνευση του μαρξισμού;»2.

Αυτά τα κόμματα μόλις δύο χρόνια πριν, το 1912, είχαν ψηφίσει τη διακήρυξη της Βασιλείας, συμφωνώντας ότι σε περίπτωση ιμπεριαλιστικού πολέμου θα τον μετέτρεπαν σε εμφύλιο - σε πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας.

Ας σκεφτούμε πόσο επίκαιρα είναι αυτά τα λόγια του Λένιν μπροστά στο νομοσχέδιο για τα οικονομικά των κομμάτων, μέσω του οποίου εκβιάζουν το ΚΚΕ να θέσει τους αστικούς νόμους πάνω από το Καταστατικό του - τις επαναστατικές αρχές οργάνωσης και λειτουργίας του.

Τα συμπεράσματα από την ηρωική ιστορία του ΚΚΕ αποτελούν πηγή επαναστατικής διαπαιδαγώγησης για τις νέες γενιές των κομμουνιστών, ενισχύουν την ικανότητα του Κόμματος να προσαρμόζεται επαναστατικά σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης και έντασης της κρατικής καταστολής. Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας, η δράση των παράνομων κομματικών οργανώσεων στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η πάλη ενάντια στις δηλώσεις μετανοίας αποτελούν συνεπώς ταξικές επαναστατικές ενέργειες.

ΠΑΛΗ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΤΕΛΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚ. Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ

Το ζήτημα της νόμιμης και παράνομης δουλειάς αποτέλεσε σημείο έντονης συζήτησης και διαπάλης και στο Κόμμα μας, ήδη από τα πρώτα βήματά του. Εως το 1923 δεν ήταν λίγα τα στελέχη που υποστήριζαν ότι το Κόμμα έπρεπε να επιδιώκει πεδίο δράσης αποκλειστικά μέσα στα δοσμένα όρια της αστικής νομιμότητας. Τα πρώτα χρόνια από την ίδρυσή του το νεαρό ΣΕΚΕ δέχτηκε σωρεία επιθέσεων από το αστικό καθεστώς (φυλακίσεις, εξορίες, απαγορεύσεις συγκεντρώσεων κλπ.). Στην καταστολή αυτή αντέδρασε κατά κανόνα με τη μορφή ανακοινώσεων διαμαρτυρίας και επίσημων διαβημάτων προς την κυβέρνηση, διστάζοντας όμως να συγκρουστεί στην πράξη με αυτές τις απαγορεύσεις κι έτσι προσάρμοζε τη δράση του με βάση αυτές.

Κατά την Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, το Φλεβάρη του 1922, κρίθηκε ότι οι πιέσεις που δεχόταν το Κόμμα στη δοσμένη φάση της ιστορικής του εξέλιξης ξεπερνούσαν κατά πολύ τις αντοχές ή τις δυνατότητές του, γι’ αυτό και απαιτούνταν μια περίοδος «μακράς νομίμου υπάρξεως», όπως διατυπώθηκε τότε.3

Η τακτική αυτή, της «μακράς νομίμου υπάρξεως», ακυρώθηκε «de facto» λίγους μήνες αργότερα από το Εκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ(Κ) τον Οκτώβρη του 1922. Θεωρήθηκε μάλιστα «επικίνδυνος διότι δίδει λαβήν εις τα οπορτουνιστικά στοιχεία να καταχρώνται και να αρνούνται την παράνομον δράσιν»4.

Αργότερα τα ασφυκτικά όρια της αστικής νομιμότητας θα πάψουν να αποτελούν «κόκκινη γραμμή» για το ΚΚΕ. Ετσι, τα επόμενα χρόνια το ΚΚΕ θα δώσει ειδικό βάρος στη σύσταση και διατήρηση ενός «παράνομου» κομματικού μηχανισμού (δίπλα στο νόμιμο), που θα του επέτρεπε να λειτουργεί ανεξάρτητα από τις εκάστοτε συνθήκες νομιμότητας, ημι-νομιμότητας ή παρανομίας.

Παράλληλα θα ανοίξει διπλό ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο προς αντιμετώπιση τόσο α) των λεγόμενων «λεγκαλιστικών τάσεων της προσαρμογής της δουλειάς μέσα από τις δυνατότητες που δίδει ο αστικός νόμος», όσο και β) των «αριστερών» εκείνων «εκδηλώσεων» (του αριστερού οπορτουνισμού δηλαδή), οι οποίες «εγκαταλείπουν αμαχητί όλες τις δυνατότητες νόμιμης δουλειάς και κηρύσσουν το άμεσο πέρασμα στην απόλυτη παρανομία»5. Η λύση που πρόβαλε το Κόμμα ως απάντηση στο ερώτημα «νομιμότητα ή παρανομία», αντλώντας από την ντόπια και διεθνή εμπειρία, ήταν ο συνδυασμός της νόμιμης με την παράνομη δουλειά, ανεξάρτητα από τα όρια του επιτρεπτού που επέβαλλε ανά καιρούς το υπάρχον αστικό καθεστώς. Ηταν αναμφισβήτητα μια κατάκτηση για το Κόμμα, απόρροια και δείγμα της πολιτικής του ωρίμανσης, στην οποία έφτασε κυριολεκτικά δια πυρός και σιδήρου.

Η πάλη του Κόμματος και του ταξικά προσανατολισμένου συνδικαλιστικού κινήματος της εργατικής τάξης δεχόταν τη λύσσα του αστικού κράτους, όποια μορφή πολιτεύματος και αν είχε αυτό. Χαρακτηριστική είναι η δολοφονική επίθεση της αστυνομίας στα γραφεία του Ενωτικού Εργατικού Κέντρου της Θεσσαλονίκης στις 15 Φλεβάρη 1933, με αποτέλεσμα 7 νεκρούς εργάτες, 16 βαριά και 50 ελαφρά τραυματίες, σε καθεστώς αβασίλευτης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου. Το παραπάνω γεγονός δεν ήταν το μοναδικό. Στη διάρκεια του μεσοπολέμου το εργατικό κίνημα μετρούσε πάνω από 100 καταγεγραμμένους νεκρούς στις γραμμές του, θύματα της αστικής βίας. Παράλληλα η ηγεσία του Κόμματος και πολλά στελέχη και μέλη του δρούσαν σε καθεστώς παρανομίας ή ημιπαρανομίας.

Και την επόμενη περίοδο, με την κήρυξη της δικτατορίας του Μεταξά, το ΚΚΕ βρέθηκε με σημαντικό αριθμό μυστικών τυπογραφείων, τα οποία συνέχισαν να βγάζουν το «Ριζοσπάστη», τη «Νεολαία» (όργανο του ΚΣ της ΟΚΝΕ) και μια σειρά άλλα έντυπα, παρά τις συνεχείς διώξεις για την εξάρθρωσή τους.

Στην περίοδο της πάλης ενάντια στην Κατοχή, πέρα από τη δράση των κομμουνιστών στο ΕΑΜ και στα ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ, συνεχίστηκε η παράνομη «δουλειά μυρμηγκιού», μέσω της οποίας οργανώθηκαν όχι μόνο οι μεγάλες πολιτικές απεργίες αλλά και πολλές μικρότερες σε εργοστάσια, για τα ζητήματα επιβίωσης της εργατικής τάξης και του λαού γενικότερα.

Ωστόσο υπήρξαν και προβλήματα ως προς την αυτοτελή οργάνωση και δράση του Κόμματος σε αυτή την περίοδο, όπως η διάλυση της Νεολαίας του Κόμματος, της ΟΚΝΕ (1943).

Οι στρατηγικές επεξεργασίες της περιόδου είχαν αρνητική επίδραση στην αντίληψη για την αυτοτέλεια του Κόμματος. Προβληματική είναι η τοποθέτηση περί «ενιαίου ομοσπονδιακού κόμματος της λαϊκής δημοκρατίας» που συναντάται σε κομματικό ντοκουμέντο του 1943: «να πάρει το κόμμα μας την πρωτοβουλία για τη συγκέντρωση όλων των κομμάτων, ομάδων και οργανώσεων που επιδιώκουν τη λαϊκή δημοκρατία σε ένα ενιαίο ομοσπονδιακό κόμμα της λαϊκής δημοκρατίας, που θα εμφανιστεί μπροστά στο λαό στις εκλογές με το πρόγραμμα της λαϊκής αναδημιουργίας και θα επιδιώξει να πάρει την πλειοψηφία για να ιδρύσει τη Λαϊκή Δημοκρατία και να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Η οργάνωση του Κόμματος αυτού θα είναι ομοσπονδιακή. Αυτό σημαίνει ότι τα κόμματα που θα το συγκροτήσουν θα διατηρήσουν την οργανωτική τους αυτοτέλεια και την οργανωτική τους διάρθρωση, αλλά θα καθοδηγούνται από το ομοσπονδιακό συμβούλιο που θα εκλέγεται από όλα τα κόμματα και οι αποφάσεις του θα είναι υποχρεωτικές για όλους. Πάνω στη γενική αυτή βάση μια ειδική επιτροπή πρέπει να επεξεργαστεί τον καταστατικό χάρτη του κόμματος αυτού»6. Δηλαδή την ένταξη του ΚΚΕ σε ένα πολιτικό σχήμα που θα περιόριζε την οργανωτική και ιδεολογική-πολιτική αυτοτέλειά του. Το προβληματικό της τοποθέτησης είναι ανεξάρτητο από την εξέλιξη των τότε σύμμαχων πολιτικών δυνάμεων, όπως του Σβώλου ή του Τσιριμώκου.

Ωστόσο αυτή η πολιτική πρόθεση δεν υλοποιήθηκε - ακυρώθηκε από την ίδια την εξέλιξη της ταξικής σύγκρουσης (Δεκέμβρης 1944, ΔΣΕ) και τη στάση των αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων που είχαν συμμαχήσει με το ΚΚΕ την περίοδο της πάλης ενάντια στην ξένη κατοχή, αλλά συμβιβάστηκαν και διαχώρισαν τη θέση τους στη συνέχεια.

Γενικότερα χρειάζεται να μελετηθεί σε βάθος η πείρα, θετική και αρνητική, της αυτοτελούς οργάνωσης και δράσης του Κόμματος σε συνθήκες συμμετοχής του σε συμμαχικό μέτωπο.

Στη διαπάλη γύρω από το ποιος είναι κατάλληλος να φέρει τον τίτλο του μέλους του Κόμματος, ο Λένιν επισημαίνει στο έργο του «Τι να κάνουμε;» ότι «δεν είμαστε κόμμα γενικώς αγωνιστών αλλά κόμμα επαναστατών». Ετσι για το μέλος του Κόμματος δεν αρκεί να δρα σε μια οποιουδήποτε τύπου οργάνωση, αλλά είναι απαραίτητη η δράση μέσω της κομματικής οργάνωσης.

Η προώθηση της στρατηγικής του Κόμματος δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ύπαρξη κομματικών οργανώσεων και καθοδηγητικών οργάνων, προσαρμοσμένων στις εκτός νόμου συνθήκες. Με αυτό τον τρόπο διασφαλίζεται η ιδεολογική και πολιτική αυτοτελή δράση του Κόμματος, η εξειδίκευσή της σε κάθε χώρο δράσης: στο εργοστάσιο, τη συνοικία, τον περίγυρο, το χώρο εκπαίδευσης, το νοσοκομείο, σε κάθε χώρο εργασίας, στο χωριό, στον κρατικό μηχανισμό, εκεί που οργανώνεται η κομμουνιστική προπαγάνδα και η διαφώτιση. Ταυτόχρονα διασφαλίζεται η σχεδιασμένη δράση για κοινή πάλη με τα λαϊκά στρώματα, η συγκρότηση της κοινωνικής συμμαχίας τους με την εργατική τάξη.

Μετά την ήττα του ΔΣΕ, το ΚΚΕ και πάλι ήταν πολιτικά προσανατολισμένο στην ανάπτυξη της παράνομης δράσης, αναπτύσσοντας ανάλογη τεχνική και οργανωτική υποδομή. Με λίγα λόγια το ΚΚΕ δε φοβήθηκε την εκτός νόμου κατάσταση, τη σύγκρουση με το αστικό κράτος, τις διώξεις, δεν είχε αντίληψη συμβιβασμού στην αστική νομιμότητα. Με συνεχείς αποφάσεις του, όχι μόνο δεν υποχώρησε από την οργάνωση της δράσης του στην παρανομία, αλλά έγραψε ένα τεράστιο κεφάλαιο ηρωισμού, αυτοθυσίας και επαναστατικής αδιαλλαξίας για να εδραιωθεί η δράση του Κόμματος σε συνθήκες παρανομίας, παρά το τρομοκρατικό νομοθετικό πλαίσιο, με βάση το οποίο διενεργούνταν διώξεις, φυλακίσεις και εκτελέσεις στελεχών, μελών, ακόμα και οπαδών του.

ΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΜΜΑΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ 1950-1956

Με αφετηρία την 6η Ολομέλεια του 1949 και τα επόμενα κομματικά σώματα, το Κόμμα έδειξε ιδιαίτερη φροντίδα για την ανάπτυξη της δράσης του στις συνθήκες της παρανομίας στην Ελλάδα. Αυτή η δράση είχε ως προσανατολισμό τη σύνδεση του Κόμματος με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η εργατική τάξη και ο λαός, την παραπέρα ανάπτυξη της εργατικής - λαϊκής πάλης. Για παράδειγμα, η σχετική εισήγηση στην 3η Ευρεία Ολομέλεια της ΚΕ, το Νοέμβρη 1952, τονίζει: «Οι 400.000 φαντάροι αποτελούν σοβαρή δύναμη […] Να οργανώσουμε στις στρατιωτικές μονάδες και τους σχηματισμούς παράνομες αποκεντρωμένες κομματικές οργανώσεις […] που να είναι ικανές να οργανώνουν την πάλη των φαντάρων […] Οι φαντάροι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Π.χ. άσχημο συσσίτιο, ξεθεωτικά γυμνάσια, καταναγκαστική δουλειά στα οχυρωματικά έργα, το μακελειό της Κορέας, την οικονομική τραγωδία των οικογενειών τους, τη στρατοκρατική τρομοκρατία, τη μακρόχρονη θητεία…»7. Το ίδιο ντοκουμέντο έθετε μια σειρά αιτήματα ζύμωσης στο στρατό, όπως άδειες στους φαντάρους κατά την περίοδο των αγροτικών εργασιών, μείωση της θητείας σε 12μηνο κ.ά. Τα παραπάνω αναδεικνύουν την επεξεργασία του περιεχόμενου της κομμουνιστικής δουλειάς σε έναν εξαιρετικά δύσκολο χώρο. Φυσικά μια τέτοια δουλειά μόνο παράνομα μπορούσε να οργανωθεί. Ταυτόχρονα όμως το περιεχόμενο και τα αιτήματα που προέβαλλε ήταν σε σύνδεση με τις λαϊκές ανάγκες.

Σε φύλλο του παράνομου «Ριζοσπάστη» τον Απρίλη του 1952 (αμέσως μετά την εκτέλεση των Μπελογιάννη, Αργυριάδη, Καλούμενου, Μπάτση), σε άρθρο με τίτλο «Τι κάνει ο Κουκουές στη συνοικία και το συνοικισμό» διαβάζουμε: «Ο λαϊκός αγωνιστής στη συνοικία, γειτονιά και συνοικισμό: ξέρει όλα τα ζητήματα μικρά και μεγάλα, που απασχολούν τις μάζες. Τα συνδέει με τα γενικά ζητήματα του τόπου: ακρίβεια - Κορέα - πόλεμος - γενική αμνηστία – τρομοκρατία - πείνα- ανεργία. Με την τοπική και παγκόσμια πάλη για την ειρήνη, τη λευτεριά, τη δημοκρατία το σοσιαλισμό […] Ξέρει κάθε σπίτι και οικογένεια σε τι υποφέρει και πονά ιδιαίτερα ποια μάνα είναι χαροκαμένη. Ποιο σπίτι έχει γιό στην Κορέα ή στο στρατό. Ποιού το παιδί είναι άρρωστο. Ποιού δεν πάει σχολείο. Ποιος είναι άνεργος. Ποιοι έχουν φυλακισμένο, εξόριστο, καταδικασμένο. Ποιοι δεν πλήρωσαν το νοίκι. Πόσο ανέβηκε ο βερεσές στο μπακάλη κλπ. κλπ. […] Ξέρει τους βαμμένους, τους σπιούνους, του υπόπτους, αυτούς που δεν είναι καθαροί και τους προσέχει και κάνει προσεχτικούς και τους άλλους…».

Στα παράνομα φύλλα του «Ριζοσπάστη» της εποχής αποτυπώνεται η συνεχής προσπάθεια ώστε το κάθε μέλος του ΚΚΕ να νιώθει υπεύθυνο για το χώρο όπου δρα, να ενημερώνεται από το Ραδιοσταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα» και να διαδίδει την πολιτική του Κόμματος. Συνεχώς δίνονται μέσω του «Ριζοσπάστη» και του ραδιοσταθμού ακόμα και τεχνικές οδηγίες για το πώς με απλά μέσα θα αναπαράγει προκηρύξεις, τρικ, θα γράφει συνθήματα στους τοίχους. Δίνεται ιδεολογικός - πολιτικός εξοπλισμός ώστε ο κομμουνιστής να μην κλείνεται σε ένα στενό περίγυρο, ούτε να είναι αυτός που θα αγωνίζεται μόνος του, αλλά να οργανώνει εργατικές λαϊκές δυνάμεις. Ετσι ουσιαστικά σπάει την παρανομία.

Γινόταν προσπάθεια για οργανωμένη παρέμβαση του Κόμματος σε όλους τους χώρους, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, τις συλλήψεις κ.ά. Υπήρχε προσανατολισμός. Φυσικά σε τέτοιες συνθήκες η αξιολόγηση της δουλειάς, η επιτυχία της, δεν μπορεί να κριθεί με τα κριτήρια της περιόδου της νομιμότητας. Η οργανωτική ανάπτυξη του Κόμματος δεν μπορούσε να ήταν ορμητική όπως καλούσαν αποφάσεις της περιόδου (για παράδειγμα στόχος για χιλιάδες στρατολογίες προς τιμή του εκτελεσμένου Ν. Μπελογιάννη). Η μη επίτευξη ενός τέτοιου στόχου δε δικαιώνει οπορτουνιστικές απόψεις που διακήρυτταν πως δεν έπρεπε να υπάρχουν παράνομες οργανώσεις.

Στην περίοδο λίγο πριν τη δεξιά οπορτουνιστική στροφή που σημειώθηκε στο ΚΚΕ με την 6η Πλατιά Ολομέλεια του 1956, το πρόβλημα των σχέσεων ΚΚΕ - ΕΔΑ ήταν υπαρκτό σε σχέση με το ζήτημα των παράνομων κομματικών οργανώσεων του ΚΚΕ. Σχετική απόφαση του ΠΓ στις 9 Φλεβάρη του 1956 διαπίστωνε: «Ταυτόχρονα πρέπει να προσέχουμε και τις εκδηλώσεις υποτίμησης και άρνησης της παράνομης δουλειάς από τη μεριά εκπροσώπων της νόμιμης δουλειάς - όπως έγινε τελευταία οπότε και η έκδοση του παράνομου “Ρίζου” ή η χρησιμοποίηση του χωνιού κλπ. χαρακτηρίστηκαν σαν προβοκάτσιες. Οι τέτοιες λεγκαλιστικές τάσεις, που ξεφανερώνουν και εμφανίζονται κάτω από την πίεση των εχθρών του λαϊκού κινήματος, πρέπει να καταπολεμηθούν γιατί μόνο ζημιά μπορούν να φέρουν στον αγώνα»8.

Σε περιόδους που το αστικό κράτος παίρνει έκτακτα μέτρα ενάντια στο Κόμμα και τον Κομματικό Τύπο, είναι φανερό ότι η νόμιμη εκδοτική δραστηριότητα δεν μπορεί να επιτελέσει με επιτυχία το καθήκον της καθοδήγησης των κομματικών δυνάμεων. Το πρόβλημα δεν είναι ο τίτλος της εφημερίδας, αλλά το περιεχόμενο των όσων γράφει, ο προσανατολισμός που δίνει. Ετσι, ο παράνομος τύπος είναι απαραίτητος, καθώς και ο αντίστοιχος τεχνικός εξοπλισμός. Ηδη από τη συγκρότηση της ΕΔΑ εμφανίστηκε διαπάλη με την οπορτουνιστική πίεση σε σχέση με τη χρησιμότητα του παράνομου κομματικού τύπου. Ο οπορτουνισμός συχνά παρουσιάζει ως παραλογισμό την έκδοση παράνομης κομματικής εφημερίδας, σε αντιπαράθεση με την έκδοση μιας νόμιμης εφημερίδας. Λόγω της οπορτουνιστικής στροφής της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ (1956), αναστέλλεται η ηρωική έκδοση του παράνομου «Ριζοσπάστη» στην Ελλάδα.

Φυσικά το να βγαίνει παράνομος Τύπος δεν έρχεται σε αντίθεση με την προσπάθεια κυκλοφορίας νόμιμων εντύπων, τα οποία όμως δεν μπορούν να καλύψουν την ανάγκη της εφημερίδας που αποτελεί καθοδηγητικό όργανο.

Η κυκλοφορία του «Ριζοσπάστη» απαγορεύτηκε το Νοέμβρη 1947, με βάση σχετική συμπλήρωση του Γ΄ Ψηφίσματος του 1946. Το ίδιο το νομοθετικό κείμενο καθώς και η Εισηγητική Εκθεση του Χρήστου Λαδά (τότε υπουργού Δικαιοσύνης) είναι αποκαλυπτικά για τη σημασία του Κομματικού Τύπου: «τιμωρούνται δια της ποινής της φυλακίσεως, συντρεχουσών δε ιδιαιτέρως επιβαρυντικών περιστάσεων με την ποινήν της ειρκτής, οι συντάκται, οι τυπογράφοι και οι εκ συστήματος διαδίδοντες το παρανόμως εκδιδόμενον έντυπον, δια ποινής δε φυλακίσεως το πολύ τριών ετών, τιμωρείται πας όστις ήθελε συλληφθεί κατέχων φύλλα του παρανόμως εκδιδόμενου περιοδικού ή εφημερίδος επί σκοπώ διαδόσεως»9.

Η Εισηγητική Εκθεση του Λαδά αποκαλύπτει πώς το αστικό κράτος αντιμετωπίζει το Κόμμα της εργατικής τάξης και την ταξική πάλη σε κρίσιμες περιόδους, πότε καταργεί κάθε είδους ασυλίες. Η Εισηγητική Εκθεση αιτιολογεί τα μέτρα ως εξής: «άτινα κατά δικαίωμα και καθήκον λαμβάνει το Κράτος προς άμυνα υπέρ της υπάρξεώς του […] το Κράτος εννοεί και έχει όλα τα μέσα να υψωθεί στο ανάστημά του…», ενώ για τη συνταγματική πρόβλεψη περί αναστολής της ελευθερίας του Τύπου, γράφει: «Το άρθρον 14 του Συντάγματος προστατεύει την ελευθεροτυπίαν υπό την προϋπόθεσιν της εφαρμογής των νόμων. Και ηδύνατο εν ομαλαίς περιστάσεις και μόνον δια της εφαρμογής των νόμων να προστατευθεί η έννομος τάξις».10 Το ψήφισμα είναι σαφές: η αστική εξουσία προστατεύεται με όλα τα μέσα βίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν - η ταξική πάλη δεν έχει ασυλίες (σε αυτό άλλωστε καλεί και το λεγόμενο ακροτελεύτιο άρθρο του συντάγματος).

Από την ιστορία του Κομματικού Τύπου αξίζει να αναφερθεί πως μετά την απαγόρευση του «Ριζοσπάστη» το 1947, συνέχισε να βγαίνει σε παράνομα μυστικά τυπογραφεία που είχαν οργανωθεί από νωρίτερα (1946). Ενα από αυτά τα τυπογραφεία, ο υπεύθυνος της έκδοσης του παράνομου «Ριζοσπάστη», Γιώργης Γεωργίου, κατάφερε να το λειτουργήσει έξι χρόνια, από το 1947 έως τη σύλληψή του το Σεπτέμβρη του 1953.11 Εκεί τυπωνόταν και η «Αδούλωτη Αθήνα».

Ο Γ. Γεωργίου, μετά την απόδρασή του (Ιούλης 1955) από τις φυλακές Βούρλων, συνέχισε τη δράση του στην παρανομία και δολοφονήθηκε άγρια από κρατικά όργανα στη Βόρεια Ελλάδα τον Απρίλη του 1957, στην προσπάθειά του να περάσει στο εξωτερικό.

Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΔΙΑΧΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΔΑ

Παρά το γεγονός ότι το ΚΚΕ είχε προσανατολισμό για αυτοτελή δράση σε συνθήκες παρανομίας και την ανάλογη πείρα, σε σχετικά σύντομο διάστημα μετά την οπορτουνιστική στροφή που συντελέστηκε στην 6η Ολομέλεια του 1956, έφτασε το 1958 στον πλήρη οργανωτικό οπορτουνισμό, με την απόφαση της 8ης Ολομέλειας της ΚΕ του για διάλυση των κομματικών του οργανώσεων στην Ελλάδα και ένταξη των μελών του στον πολιτικό σχηματισμό της ΕΔΑ. Αξίζει να επισημάνουμε πως αυτή η απόφαση δρομολογήθηκε σε μια περίοδο που τα μέτρα καταστολής είχαν σχετικά χαλαρώσει και οι δυσκολίες της παράνομης οργάνωσης είχαν κάπως μειωθεί.

Δηλαδή, στην πράξη, μέσω της ΕΔΑ δεν αντιμετωπίστηκε η κατάσταση παρανομίας του Κόμματος. Τουναντίον, επήλθε συμβιβασμός με αυτή. Ηδη από την ίδρυση της ΕΔΑ (Αύγουστος 1951) ασκήθηκε πίεση από τη μεριά των συμμάχων, αλλά -το κυριότερο- εκδηλώθηκε από στελέχη του ΚΚΕ οπορτουνιστική στάση για περιορισμό ή και κατάργηση της αυτοτελούς οργανωτικής και ιδεολογικοπολιτικής παρουσίας του Κόμματος.

Αρχικά μέσω της οπορτουνιστικής στάσης στελεχών του Κόμματος ακυρώθηκαν ακόμα και χειρισμοί που είχε αποφασίσει το Κόμμα για τις υποψηφιότητες των βουλευτών (Σεπτέμβρης 1951), των καταδικασμένων σε θάνατο Ν. Μπελογιάννη και άλλων φυλακισμένων και διωκόμενων. Κατά την πρώτη και δεύτερη δίκη Μπελογιάννη κανένας από τους βουλευτές της ΕΔΑ (ούτε τα μέλη του ΚΚΕ) δεν πήγε μάρτυρας υπεράσπισης στο δικαστήριο. Το Κόμμα είχε περιθώρια να αξιοποιήσει κάθε χαραμάδα νομιμότητας προκειμένου να υποβοηθήσει την αυτοτελή πολιτική του παρουσία, μέρος της οποίας -κι όχι το σημαντικότερο- είναι η εκλογή κομμουνιστών βουλευτών, ενώ αναντικατάστατη δουλειά είναι η εκδοτική δραστηριότητα, η δράση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, καθώς και σε φορείς αυτοαπασχολουμένων, αγροτών κλπ.

Αλλωστε και στους παραπάνω τομείς η παράνομη κομματική δουλειά συνέβαλε καθοριστικά. Για παράδειγμα, οι βουλευτές εκλέχτηκαν χάρη στην προσπάθεια για σταυροδοσία τους μέσω των παράνομων κομματικών οργανώσεων, καθώς και του παράνομου ραδιοφωνικού σταθμού. Αντίθετα, σύμμαχος όπως ο Μιχάλης Κύρκος που στηρίχτηκε στις δυνάμεις του ΚΚΕ μέσω της ΕΔΑ για την ανάδειξή του ως βουλευτής, γρήγορα εγκατάλειψε και την ΕΔΑ και πέρασε ανοιχτά στη στήριξη της κυβέρνησης Πλαστήρα.

Στο «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Β΄ τόμος, 1949-1968» γίνεται η εξής εκτίμηση: «Η επιλογή του ΚΚΕ για τη δημιουργία της ΕΔΑ ήταν λαθεμένη, γιατί αποτελούσε σχήμα συμμαχίας πολιτικών δυνάμεων και όχι κοινωνικοπολιτικό μέτωπο πάλης. Η δημιουργία της αντανακλούσε δύο σημαντικά προβλήματα στην πολιτική του ΚΚΕ: 1. Τη λαθεμένη προγραμματική αντίληψη του Κόμματος που ακολουθούσε τη λογική των σταδίων και διαχώριζε το πρόγραμμα σε μίνιμουμ και μάξιμουμ, αντίληψη από την οποία απέρρεε και η λαθεμένη πολιτική συμμαχιώμ. 2. Την επίδραση των προβλημάτων στρατηγικής στην επεξεργασία και πρακτική για το συνδυασμό της παράνομης και της νόμιμης δουλειάς, έτσι ώστε η αυτοτελής οργάνωση και φυσιογνωμία του Κόμματος να εκφράζεται σε κάθε περίπτωση στο κίνημα, σε όλες τις μορφές της ταξικής πάλης. Μέρος αυτής της πάλης είναι και να διεκδικεί το Κόμμα την ανοιχτή δημόσια αναγνώριση της δράσης του, ανεξάρτητα από το αν έχει νομιμοποιηθεί από το αστικό κράτος»12.

Η γραμμή του μίνιμουμ προγράμματος αναδείκνυε ως αντίθεση που έπρεπε άμεσα να επιλυθεί την αντίθεση ανάμεσα στις «προοδευτικές» και «εθνικοανεξαρτησικές» δυνάμεις από τη μία και το «μοναρχοφασιμό» και την «ξενοδουλεία» τμήματος της αστικής τάξης από την άλλη. Επικράτησε η λαθεμένη άποψη πως θα μπορούσε τμήμα των αστικών πολιτικών δυνάμεων να «συρθούν» σε συμμαχία με τους κομμουνιστές.

Μια σειρά πρόσωπα και πολιτικές δυνάμεις, με τις οποίες το ΚΚΕ επεδίωξε συγκρότηση πολιτικής συμμαχίας μετά την ήττα του ΔΣΕ, κατά τα προηγούμενα χρόνια είχαν ιστορικό τοποθέτησης ενάντια στο επαναστατικό κίνημα. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του Γ. Πασαλίδη και του κόμματός του (ΣΚΕ) που -μενσεβίκος ο ίδιος- συμμετείχε ως υπουργός στη μενσεβίκικη κυβέρνηση της Γεωργίας που αντιτασσόταν στη σοβιετική εξουσία, ενώ όταν έφυγε από τη Σοβιετική Ενωση συμμετείχε στη διεθνή των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που προ πολλού είχαν προδώσει την υπόθεση της εργατικής τάξης. Προπολεμικά ο Πασαλίδης ήταν βουλευτής με το κόμμα του Παπαναστασίου.

Η εφημερίδα «Μάχη» του Σοσιαλιστικού Κόμματος - Ενωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΣΚ-ΕΛΔ) των Σβώλου - Τσιριμώκου στις 23 Οκτώβρη 1949 έγραφε: «Η Συγκέντρωση των δυνάμεων του εργαζόμενου λαού (που ζητάει η 6η Ολομέλεια) θα γίνει όχι μόνο δίχως αλλά και εναντίον του ΚΚΕ, όπως και της αντιδράσεως». Ακόμα και σε ζητήματα διεθνών συμμαχιών οι δυνάμεις αυτές είχαν κάνει τις επιλογές τους. Το ΣΚ- ΕΛΔ συμμετείχε στη διεθνή ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της εποχής, που είχε αντισοβιετική τοποθέτηση και στην οποία δεν έπαιρναν μέρος ακόμα και ορισμένα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα (όπως το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Πιέτρο Νέννι).

Τα παραπάνω είναι μερικά δείγματα που επιβεβαιώνουν ότι είναι διαχρονικής σημασίας τα συμπεράσματα ότι ένα ΚΚ -στην προκείμενη περίπτωση το ΚΚΕ- δεν μπορεί να επιδιώκει και να πραγματοποιεί πολιτική προγραμματική συνεργασία με δυνάμεις του οπορτουνισμού.

Είναι γεγονός πως σε όλα σχεδόν τα κομματικά ντοκουμέντα της περιόδου ασκείται έντονη κριτική σε κόμματα, πολιτικές ομάδες και παράγοντες του σοσιαλρεφορμιστικού και αστικού «κεντρώου» χώρου. Το ζήτημα είναι ότι η κριτική δε στόχευε στον απεγκλωβισμό των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων από αυτές τις δυνάμεις, αλλά στην πίεσή τους για να συμμαχήσουν με το ΚΚΕ σε γραμμή ενάντια στην «αμερικανοδουλεία», το «μοναρχοφασιμό», τη «δεξιά», τον Παπάγο κ.ο.κ.

Στον παράνομο «Ριζοσπάστη» της 12ης Νοέμβρη 1950, κάτω από τον τίτλο «Ο Σοφιανόπουλος και η ψήφος του Αθηναϊκού Λαού», δημοσιεύεται κείμενο το οποίο σωστά καταγγέλλει ότι: «Ο Σοφιανόπουλος πάει να διαψεύσει κατά θλιβερό τρόπο τις προσδοκίες του λαού της Αθήνας […] Οι τίμιοι δημοκρατικοί ηγέτες μοναδικό αφεντικό έχουν το λαό. Ο Σοφιανόπουλος όμως φαίνεται πως άρχισε να ερωτοτροπεί με καινούρια αφεντικά. Και ίσως για να πάρει καλό πιστοποιητικό από τα νέα αφεντικά του, μίλησε πριν λίγον καιρό στη βουλή για “ξενοκίνητην ανταρσίαν” […] Κι εσύ (σ.σ. Σοφιανόπουλε) που παίρνεις εντολές από την Ιντέλιτζες Σέρβις -και μπορούμε να στο αποδείξουμε- για να ευθυγραμμιστείς με το μοναρχοφασιμό και αρχίζεις να ευθυγραμμίζεσαι, είσαι φαίνεται η αθώα περιστερά». Ομως στην ίδια αυτή καταγγελία περιλαμβάνεται κάλεσμα προς το Σοφιανόπουλο να αναλάβει επικεφαλής του αγώνα των εργαζομένων: «Ο λαός όμως που σε ψήφισε ζητάει να συνέλθεις. Να βουλώσεις τα αυτιά σου στα δελεαστικά παραμύθια των ντόπιων και ξένων εχθρών του λαού. Η θέση σου δεν είναι δίπλα στο μοναρχοφασισμό, ούτε και δίπλα στον Πλαστήρα. Είναι δίπλα στους εργαζόμενους […] Κι όχι μόνο δίπλα τους αλλά και επικεφαλής τους. Διάλεξε λοιπόν και πάρε, γιατί αύριο θα είναι αργά».

Ο Σοφιανόπουλος καθώς και άλλοι αστοί πολιτικοί εμποτισμένοι πλήρως με τη θέλξη προς τα κοινοβουλετικά έδρανα και άλλες αστικές θέσεις δεν είχαν κανένα πρόβλημα να παίζουν με το ΚΚΕ, τάζοντας ότι θα παλέψουν για δημοκρατικές ελευθερίες, απόλυση των πολιτικών κρατουμένων κ.ά. Αναμφισβήτητα το ζήτημα των φυλακισμένων και εξόριστων κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών ήταν πρώτης προτεραιότητας. Ομως, όπως αποδείχτηκε στην πράξη, οι λεγόμενες κεντρώες ή δημοκρατικές δυνάμεις κινούνταν ουσιαστικά με βάση το αστικό ταξικό συμφέρον, γι’ αυτό ούτε με συνέπεια στάθηκαν σ’ αυτό το ζήτημα ούτε ήταν δυνατό πολιτικά να εκφράσουν τις λαϊκές ανάγκες. Και από την άλλη, ακόμα και υποψήφιοι των λεγόμενων «δεξιών» κομμάτων, σε προεκλογικές συγκεντρώσεις ήταν αναγκασμένοι να μιλούν για αμνηστία, ενώ όταν καταδικάστηκαν σε θάνατο ο Μπελογιάννης και οι άλλοι κομμουνιστές, το μοναδικό μέλος της κυβέρνησης Πλαστήρα που παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενο για την εκτέλεση ήταν ο Ανδρέας Ιωσήφ (πρώην Χίτης). Αντίθετα, οι «προοδευτικοί» Γ. Παπανδρέου και Θ. Σοφούλης απειλούσαν με παραίτηση αν δεν γίνονταν οι εκτελέσεις, τη στιγμή που ακόμα και ο Γ. Παπαδόπουλος (τότε στρατοδίκης - μετέπειτα δικτάτορας) ψήφισε κατά της θανατικής καταδίκης.

Σε συνθήκες κρίσιμες για το αστικό καθεστώς ή και όξυνσης ενδοαστικών αντιθέσεων, διώξεις δέχονται ακόμα και οπορτουνιστικές, σοσιαλδημοκρατικές ή και αστικές δυνάμεις. Αυτά τα περιστατικά δε μεταβάλλουν τον ταξικό χαρακτήρα και τον ιστορικό ρόλο αυτών των δυνάμεων. Ετσι για παράδειγμα ο Κ. Ρέντης (υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης, επικεφαλής των αντικομμουνιστικών εκστρατειών στην περίοδο της δίκης Μπελογιάννη) είχε εξοριστεί από τη δικτατορία του Μεταξά. Τέτοια περιστατικά δε μετατρέπουν τις αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις σε δυνάμει συμμάχους των κομμουνιστών, πολύ περισσότερο για το στόχο στήριξης μιας αστικής κυβέρνησης, όπως αυτή των λεγόμενων δημοκρατικών δυνάμεων. Είναι άλλο ζήτημα η αξιοποίηση των όποιων δυνατοτήτων για συγκεκριμένα ζητήματα που αφορούν την εναντίωση σε εκτελέσεις, τη δραστηριοποίηση υπέρ των φυλακισμένων και διωκόμενων.

Για την επίτευξη συμμαχίας με ρεφορμιστικές και αστικές πολιτικές δυνάμεις, στο πλαίσιο του μίνιμουμ προγράμματος, σημειώθηκε υποχώρηση ακόμα και σε πολιτικούς στόχους που έθετε το ΚΚΕ (π.χ. τοποθέτηση για το Σχέδιο Μάρσαλ). Οι «σύμμαχες» αυτές δυνάμεις, συμμορφούμενες με τις γενικότερες αστικές επιδιώξεις, εξέφραζαν την πίεση που ασκούσαν νέα μεσαία στρώματα ευνοημένα από την Αμερικάνικη Βοήθεια και το Σχέδιο Μάρσαλ. Ετσι, ενώ η θέση του ΚΚΕ ήταν η εναντίωση - απόρριψη του Σχεδίου Μάρσαλ και με αυτή τη γραμμή συμμαχίας προσέγγιζε το Σοφιανόπουλο, τελικά οι θέσεις της Δημοκρατικής Παράταξης, της οποίας ηγήθηκε ο Σοφιανόπουλος, διακήρυτταν: «αξιοποίηση της οικονομικής βοηθείας του Σχεδίου Μάρσαλ…»13. Για το ίδιο ζήτημα η ΕΔΑ, το 1951 στην ιδρυτική της διακήρυξη, κατέληγε σε αποδοχή του σχεδίου Μάρσαλ, ζητούσε καλύτερη διαχείρισή του και καλούσε σε «έντονον και συνεπή αγώνα όπως η ξένη βοήθεια απαλλαγή οριστικώς όλων των ανωτέρω εκτεθεισών απαράδεκτων συνεπειών και ακόμη όπως παύση αυτή να αποτελεί ενίσχυσιν της οικονομικής ολιγαρχίας»14. Σε σχέση με αυτό υπήρξε αντίδραση και στους κόλπους της ΕΔΑ, από το Πελοποννησιακό Γραφείο εκλογικού αγώνα της ΕΔΑ, το οποίο με ψήφισμά του στις 10 Αυγούστου 1951 ζητούσε: «Να ξεκαθαριστεί πως η ΕΔΑ αποκρούει ασυζητητί το σχέδιο Μάρσαλ που στρατιωτικοποίησε τη χώρα μας, όπως και όλη τη Δυτική Ευρώπη κι ενίσχυσε την πλουτοκρατική ολιγαρχία»15. Το ψήφισμα επίσης τασσόταν υπέρ των υποψηφιοτήτων των φυλακισμένων και εξόριστων αγωνιστών.

Οι υποχωρήσεις στη στρατηγική αντίληψη, που εκφράστηκαν με το μίνιμουμ πρόγραμμα, με στόχο την επίτευξη προοδευτικής δημοκρατικής κυβέρνησης, που έθετε το ΚΚΕ στην πρώτη πενταετία μετά το ΔΣΕ, ουσιαστικά ερχόταν σε αντίθεση με την πάλη ζύμωσης και ανασύνταξης - συγκέντρωσης δυνάμεων για την καπιταλιστική ανατροπή, για το σοσιαλισμό, όπως προσδιόρισε τη στρατηγική του από το 1949 και τα επόμενα χρόνια έως το 1954. Το 1953 η ΚΕ επεξεργάστηκε σχετικό Σχέδιο Προγράμματος, όπου επίσης έμπαινε ως στόχος η σοσιαλιστική επανάσταση. Ταυτόχρονα όμως έθετε και τον άμεσο στόχο της επίτευξης μιας «δημοκρατικής κυβέρνησης». Το Νοέμβρη του 1954, μετά από παρέμβαση του ΚΚΣΕ, το Σχέδιο Προγράμματος αποσύρθηκε με το αιτιολογικό ότι «στο μέρος του όπου μιλά για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας και τη Λαϊκή Δημοκρατία σαν κοντινή και άμεση επιδίωξη σήμερα του ΚΚΕ μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην παραπέρα συσπείρωση και πάλη των πατριωτικών - δημοκρατικών δυνάμεων της χώρας»16. Ετσι παρέμεινε μόνο το μίνιμουμ πρόγραμμα που έβαζε μόνο το στόχο της πατριωτικής - δημοκρατικής κυβέρνησης.

Αυτή η υποχώρηση επέδρασε ακόμα περισσότερο υπέρ της ενίσχυσης της άποψης ότι οι στόχοι του ΚΚΕ ταυτίζονταν με αυτούς της ΕΔΑ, ενώ τροφοδότησε ακόμα περισσότερους συμβιβασμούς στο όνομα της διατήρησης και επέκτασης της συμμαχίας με ακόμα πλατύτερες αστικές δυνάμεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των δημοτικών εκλογών του Νοέμβρη 1954, όταν η ΕΔΑ και το ΚΚΕ στο δήμο της Αθήνας συμμετείχαν στο συνδυασμό του Παυσανία Κατσώτα, ο οποίος στο πρόσφατο παρελθόν (το 1945) πολεμούσε το Κόμμα ως υπουργός Δημόσιας Τάξης, ως στρατηγός του αστικού στρατού ενάντια στο ΔΣΕ το 1946-1949. Το σκεπτικό της συστράτευσης ήταν πως ο Κατσώτας αποτελούσε αντιπαπαγική δύναμη. Υπέρ της υποψηφιότητας Κατσώτα τάχθηκε επίσης και ο Κ. Ρεντής.

Στις εκλογές της 19ης Φλεβάρη 1956 η ΕΔΑ συνέπραξε εκλογικά με ακόμα περισσότερες αστικές δυνάμεις. Στο συνασπισμό Δημοκρατικής Ενωσης συμμετείχαν και τα εξής κόμματα: Κόμμα Φιλελευθέρων (Γεώργιος Παπανδρέου), Φιλελευθέρα Δημοκρατική Ενωσις (Σοφοκλής Βενιζέλος), Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (Γεώργιος Καρτάλης), Εθνική Πολιτική Ενωσις Κέντρου (Σάββας Παπαπολίτης), Λαϊκό Κόμμα (Κωνσταντίνος Τσαλδάρης), Κόμμα Αγροτών και Εργαζομένων (Αλέξανδρος Μπαλτατζής).

Πάνω στο έδαφος αυτής της προγραμματικής παρέκκλισης έγινε δυνατή η ταχύτατη οπορτουνιστική στροφή της 6ης Πλατιάς Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (1956), φυσικά με σημαίνοντα παράγοντα την παρέμβαση των 6 αδελφών ΚΚ. Το αποτέλεσμα ήταν η απόφαση της 8ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (1958) για διάλυση των κομματικών οργανώσεων και ένταξη των κομματικών μελών στην ΕΔΑ.

Ο λικβινταρισμός στο Κόμμα αλληλοτροφοδοτούνταν με τον οπορτουνισμό με υποχωρήσεις, ακόμα και από την πλατιά διεκδίκηση της αναστολής των διώξεων σε βάρος του Κόμματος, στο όνομα της «περιφρούρησης της ΕΔΑ», «να μην προκαλούμε», να αξιοποιούνται οι «νόμιμες οδοί» (που όμως περίτεχνα χαράσσονταν από την αστική τάξη). Ετσι το Κόμμα δε συνέβαλε στην αποσταθεροποίηση του αστικού πολιτικού συστήματος, ακολουθώντας πολιτική ουράς του κόμματος του Κέντρου στη δεκαετία του 1960.

Μια καταγγελία της ΕΔΑ Οικοδόμων κατά της παράνομης κομματικής οργάνωσης Οικοδόμων του ΚΚΕ, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Αυγή» το Φλεβάρη του 1964, ενόψει των εκλογών (στις οποίες, να θυμίσουμε, η ΕΔΑ δεν κατέβασε υποψήφιους σε μια σειρά περιφέρειες καλώντας να υπερψηφιστούν οι υποψήφιοι του Κέντρου), έγραφε: «Οι ποικιλώνυμοι εχθροί του λαϊκού κινήματος ανησυχώντας από τη βαθιά απήχηση που έχει στις μάζες η σωστή πολιτική της ΕΔΑ -ιδιαίτερα ο εκλογικός ελιγμός- και η αποφασιστική, συνεπής πάλη που διεξάγει το κόμμα μας επί κεφαλής του λαού, πολλαπλασιάζουν τις βρώμικες προσπάθειές τους για να σπείρουν σύγχυση.

Μέσα στα πλαίσια αυτών των προσπαθειών βρίσκεται και η αποσταλείσα σε πολλούς φίλους “έκκληση” με την πολύ ύποπτη υπογραφή “κομματική Οργάνωση Οικοδόμων”. Μ’ αυτή καλούνται οι οικοδόμοι να παλέψουν όχι βέβαια κατά της ξενόδουλης ΕΡΕ για να βγει η ΕΔΑ πιο ισχυρή από τις εκλογές του Φλεβάρη, αλλά κατά της ηγεσίας του κόμματός μας».

Γιατί; Η απάντηση δίνεται στη συνέχεια. Γιατί «προσπαθούν να αχρηστέψουν δημοκρατικούς ψήφους προς όφελος της ΕΡΕ ζητώντας να ριχθούν λευκά ψηφοδέλτια στις περιοχές που δεν κατεβάζει το κόμμα μας συνδυασμούς.

Καταγγέλλουμε στους οικοδόμους και σε όλο το λαό τις ενέργειες αυτές των εχθρών του κινήματος και τους καλούμε να εντείνουν την επαγρύπνηση και την πάλη τους για την περιφρούρηση της γραμμής του κόμματος και την αποκάλυψη όλων όσοι παρουσιάζονται με τη μάσκα του αριστερού, του υπερεπαναστάτη και προσπαθούν να διοχετεύσουν μέσα στο κίνημα τη γραμμή της Ασφάλειας και της ΚΥΠ»17.

Για την ιστορία να επισημάνουμε πως ο λεγόμενος «εκλογικός ελιγμός» της ΕΔΑ στέφθηκε με επιτυχία: η Ενωση Κέντρου έλαβε σχεδόν το 53% των ψήφων. Οι «δημοκρατικές δυνάμεις» ήλθαν στην εξουσία! Ο αντικομμουνισμός όμως, οι διώξεις, οι επιστρατεύσεις των απεργών, το φακέλωμα των μαθητών, όχι μόνο δεν έπαυσαν, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις εντάθηκαν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Και στην πιο πρόσφατη ιστορία του Κόμματος, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, εντάθηκε η πάλη με τον οπορτουνισμό για τη διατήρηση της οργανωτικής και ιδεολογικής-πολιτικής αυτοτέλειας του Κόμματος, το οποίο συμμετείχε σε συμμαχικό πολιτικό σχήμα, το «Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου».

Το καλοκαίρι του 2011 έκλεισαν 20 χρόνια από την επιτυχή έξοδο του Κόμματος από την κρίση στις γραμμές του, την επιτυχή αντιμετώπιση της οπορτουνιστικής φραξιονιστικής δράσης μέσα στο Κόμμα με επικεφαλής στελέχη του ΚΚΕ μέσα στο σύμμαχο πολιτικό σχήμα.

Το Κόμμα πολύ γρήγορα έβγαλε συμπεράσματα διαχρονικής σημασίας, καταγεγραμμένα στην Απόφαση του 14ου Συνεδρίου του Κόμματος18: «Η διάλυση του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου τον Ιούλη του 1991 αποτέλεσε αναπόφευκτη εξέλιξη, ύστερα από την επίμονη προσπάθεια των στελεχών που εγκατέλειψαν το ΚΚΕ και ορισμένων συνιστωσών του να τον μετατρέψουν σε πολυτασικό κόμμα και να αμφισβητήσουν την οργανωτική, πολιτική και ιδεολογική αυτοτέλεια του ΚΚΕ...».

Επίσης η Απόφαση σημείωνε ορισμένα βασικά συμπεράσματα, όπως ότι:

«Η διασφάλιση της αυτοτέλειας του Κόμματος πρέπει να είναι πρωταρχική προϋπόθεση και συνεχής επιδίωξη [...]

Η υποτίμηση των ιδεολογικών και πολιτικών διαφορών που υπάρχουν και συνοδεύουν κάθε μορφής συμμαχία και η ανυπαρξία μετώπου εναντίον της αποτελεί σοβαρό σφάλμα και οδηγεί σε αρνητικές και απρόσμενες εξελίξεις».

Το ΚΚΕ, παίρνοντας υπόψη όλη αυτή την πείρα, κατασταλάζοντας και ωριμάζοντας, διαμόρφωσε τη σύγχρονη γραμμή κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με τους φτωχούς αυτοαπασχολούμενους των πόλεων και της αγροτικής παραγωγής ως το δρόμο για τη συγκέντρωση δυνάμεων στην κατεύθυνση της πάλης για το σοσιαλισμό.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Αναστάσης Γκίκας είναι συνεργάτης του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ. O Φάνης Παρρής είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ και της Επιτροπής Περιοχής της ΚΟ Αττικής.

1. Β. Ι. Λένιν: «Πώς η Β. Ζασούλιτς χαντακώνει το λικβινταρισμό», «Απαντα» τ. 24, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 27.

2. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ., 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 265.

3. «Απόφασις της πρώτης Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΣΕΚΕ(Κ)», εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 20 Φλεβάρη 1922.

4. «Επί της αποφάσεως δια την ανάγκην μακράς μονίμου υπάρξεως», εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 27 Μάη 1923.

5. «Απόφαση του Πολιτικού Γραφείου πάνω στα οργανωτικά καθήκοντα του ΚΚΕ», ΚΟΜΕΠ, τ. 5/1932.

5. «Απόφαση του Πολιτικού Γραφείου πάνω στα οργανωτικά καθήκοντα του ΚΚΕ», ΚΟΜΕΠ, τ. 5/1932.

7. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ. 7, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1995, σελ. 574.

8. Αρχείο ΚΚΕ - Εγγραφο 260950.

9. Εφημερίδα «Εμπρός», 18 Οκτώβρη 1947.

10. Εφημερίδα «Εμπρός», 18 Οκτώβρη 1947.

11. Τα στοιχεία δίνονται σε άρθρο του Βασίλη Μπαρτζιώτα για τα 10 χρόνια της νόμιμης επανέκδοσης του «Ριζοσπάστη». Αναδημοσιεύονται στο «Ριζοσπάστη» στις 24 Μάη 2001.

12. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Β΄τόμος, 1949-1968», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 407.

13. Εφημερίδα «Μάχη», 5 Φλεβάρη 1950.

14. Τάσσου Τρίκκα: «ΕΔΑ 1951-1967: Το νέο πρόσωπο της αριστεράς», τ. Α΄, εκδ. «Θεμέλιο», Αθήνα, 2009, σελ. 139.

15. Γιάννη Αγγέλου: «Οι Κομμουνιστές: Μνήμες και μαρτυρίες», εκδ. «Διογένης», Αθήνα 1999, σελ. 159.

16. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τ.7, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1995, σελ. 412.

17. Εφημερίδα «Η Αυγή», 9 Φλεβάρη 1964.

17. Εφημερίδα «Η Αυγή», 9 Φλεβάρη 1964.