Παρά το γεγονός ότι το ΚΚΕ είχε προσανατολισμό για αυτοτελή δράση σε συνθήκες παρανομίας και την ανάλογη πείρα, σε σχετικά σύντομο διάστημα μετά την οπορτουνιστική στροφή που συντελέστηκε στην 6η Ολομέλεια του 1956, έφτασε το 1958 στον πλήρη οργανωτικό οπορτουνισμό, με την απόφαση της 8ης Ολομέλειας της ΚΕ του για διάλυση των κομματικών του οργανώσεων στην Ελλάδα και ένταξη των μελών του στον πολιτικό σχηματισμό της ΕΔΑ. Αξίζει να επισημάνουμε πως αυτή η απόφαση δρομολογήθηκε σε μια περίοδο που τα μέτρα καταστολής είχαν σχετικά χαλαρώσει και οι δυσκολίες της παράνομης οργάνωσης είχαν κάπως μειωθεί.
Δηλαδή, στην πράξη, μέσω της ΕΔΑ δεν αντιμετωπίστηκε η κατάσταση παρανομίας του Κόμματος. Τουναντίον, επήλθε συμβιβασμός με αυτή. Ηδη από την ίδρυση της ΕΔΑ (Αύγουστος 1951) ασκήθηκε πίεση από τη μεριά των συμμάχων, αλλά -το κυριότερο- εκδηλώθηκε από στελέχη του ΚΚΕ οπορτουνιστική στάση για περιορισμό ή και κατάργηση της αυτοτελούς οργανωτικής και ιδεολογικοπολιτικής παρουσίας του Κόμματος.
Αρχικά μέσω της οπορτουνιστικής στάσης στελεχών του Κόμματος ακυρώθηκαν ακόμα και χειρισμοί που είχε αποφασίσει το Κόμμα για τις υποψηφιότητες των βουλευτών (Σεπτέμβρης 1951), των καταδικασμένων σε θάνατο Ν. Μπελογιάννη και άλλων φυλακισμένων και διωκόμενων. Κατά την πρώτη και δεύτερη δίκη Μπελογιάννη κανένας από τους βουλευτές της ΕΔΑ (ούτε τα μέλη του ΚΚΕ) δεν πήγε μάρτυρας υπεράσπισης στο δικαστήριο. Το Κόμμα είχε περιθώρια να αξιοποιήσει κάθε χαραμάδα νομιμότητας προκειμένου να υποβοηθήσει την αυτοτελή πολιτική του παρουσία, μέρος της οποίας -κι όχι το σημαντικότερο- είναι η εκλογή κομμουνιστών βουλευτών, ενώ αναντικατάστατη δουλειά είναι η εκδοτική δραστηριότητα, η δράση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, καθώς και σε φορείς αυτοαπασχολουμένων, αγροτών κλπ.
Αλλωστε και στους παραπάνω τομείς η παράνομη κομματική δουλειά συνέβαλε καθοριστικά. Για παράδειγμα, οι βουλευτές εκλέχτηκαν χάρη στην προσπάθεια για σταυροδοσία τους μέσω των παράνομων κομματικών οργανώσεων, καθώς και του παράνομου ραδιοφωνικού σταθμού. Αντίθετα, σύμμαχος όπως ο Μιχάλης Κύρκος που στηρίχτηκε στις δυνάμεις του ΚΚΕ μέσω της ΕΔΑ για την ανάδειξή του ως βουλευτής, γρήγορα εγκατάλειψε και την ΕΔΑ και πέρασε ανοιχτά στη στήριξη της κυβέρνησης Πλαστήρα.
Στο «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Β΄ τόμος, 1949-1968» γίνεται η εξής εκτίμηση: «Η επιλογή του ΚΚΕ για τη δημιουργία της ΕΔΑ ήταν λαθεμένη, γιατί αποτελούσε σχήμα συμμαχίας πολιτικών δυνάμεων και όχι κοινωνικοπολιτικό μέτωπο πάλης. Η δημιουργία της αντανακλούσε δύο σημαντικά προβλήματα στην πολιτική του ΚΚΕ: 1. Τη λαθεμένη προγραμματική αντίληψη του Κόμματος που ακολουθούσε τη λογική των σταδίων και διαχώριζε το πρόγραμμα σε μίνιμουμ και μάξιμουμ, αντίληψη από την οποία απέρρεε και η λαθεμένη πολιτική συμμαχιώμ. 2. Την επίδραση των προβλημάτων στρατηγικής στην επεξεργασία και πρακτική για το συνδυασμό της παράνομης και της νόμιμης δουλειάς, έτσι ώστε η αυτοτελής οργάνωση και φυσιογνωμία του Κόμματος να εκφράζεται σε κάθε περίπτωση στο κίνημα, σε όλες τις μορφές της ταξικής πάλης. Μέρος αυτής της πάλης είναι και να διεκδικεί το Κόμμα την ανοιχτή δημόσια αναγνώριση της δράσης του, ανεξάρτητα από το αν έχει νομιμοποιηθεί από το αστικό κράτος»12.
Η γραμμή του μίνιμουμ προγράμματος αναδείκνυε ως αντίθεση που έπρεπε άμεσα να επιλυθεί την αντίθεση ανάμεσα στις «προοδευτικές» και «εθνικοανεξαρτησικές» δυνάμεις από τη μία και το «μοναρχοφασιμό» και την «ξενοδουλεία» τμήματος της αστικής τάξης από την άλλη. Επικράτησε η λαθεμένη άποψη πως θα μπορούσε τμήμα των αστικών πολιτικών δυνάμεων να «συρθούν» σε συμμαχία με τους κομμουνιστές.
Μια σειρά πρόσωπα και πολιτικές δυνάμεις, με τις οποίες το ΚΚΕ επεδίωξε συγκρότηση πολιτικής συμμαχίας μετά την ήττα του ΔΣΕ, κατά τα προηγούμενα χρόνια είχαν ιστορικό τοποθέτησης ενάντια στο επαναστατικό κίνημα. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του Γ. Πασαλίδη και του κόμματός του (ΣΚΕ) που -μενσεβίκος ο ίδιος- συμμετείχε ως υπουργός στη μενσεβίκικη κυβέρνηση της Γεωργίας που αντιτασσόταν στη σοβιετική εξουσία, ενώ όταν έφυγε από τη Σοβιετική Ενωση συμμετείχε στη διεθνή των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που προ πολλού είχαν προδώσει την υπόθεση της εργατικής τάξης. Προπολεμικά ο Πασαλίδης ήταν βουλευτής με το κόμμα του Παπαναστασίου.
Η εφημερίδα «Μάχη» του Σοσιαλιστικού Κόμματος - Ενωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΣΚ-ΕΛΔ) των Σβώλου - Τσιριμώκου στις 23 Οκτώβρη 1949 έγραφε: «Η Συγκέντρωση των δυνάμεων του εργαζόμενου λαού (που ζητάει η 6η Ολομέλεια) θα γίνει όχι μόνο δίχως αλλά και εναντίον του ΚΚΕ, όπως και της αντιδράσεως». Ακόμα και σε ζητήματα διεθνών συμμαχιών οι δυνάμεις αυτές είχαν κάνει τις επιλογές τους. Το ΣΚ- ΕΛΔ συμμετείχε στη διεθνή ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της εποχής, που είχε αντισοβιετική τοποθέτηση και στην οποία δεν έπαιρναν μέρος ακόμα και ορισμένα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα (όπως το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Πιέτρο Νέννι).
Τα παραπάνω είναι μερικά δείγματα που επιβεβαιώνουν ότι είναι διαχρονικής σημασίας τα συμπεράσματα ότι ένα ΚΚ -στην προκείμενη περίπτωση το ΚΚΕ- δεν μπορεί να επιδιώκει και να πραγματοποιεί πολιτική προγραμματική συνεργασία με δυνάμεις του οπορτουνισμού.
Είναι γεγονός πως σε όλα σχεδόν τα κομματικά ντοκουμέντα της περιόδου ασκείται έντονη κριτική σε κόμματα, πολιτικές ομάδες και παράγοντες του σοσιαλρεφορμιστικού και αστικού «κεντρώου» χώρου. Το ζήτημα είναι ότι η κριτική δε στόχευε στον απεγκλωβισμό των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων από αυτές τις δυνάμεις, αλλά στην πίεσή τους για να συμμαχήσουν με το ΚΚΕ σε γραμμή ενάντια στην «αμερικανοδουλεία», το «μοναρχοφασιμό», τη «δεξιά», τον Παπάγο κ.ο.κ.
Στον παράνομο «Ριζοσπάστη» της 12ης Νοέμβρη 1950, κάτω από τον τίτλο «Ο Σοφιανόπουλος και η ψήφος του Αθηναϊκού Λαού», δημοσιεύεται κείμενο το οποίο σωστά καταγγέλλει ότι: «Ο Σοφιανόπουλος πάει να διαψεύσει κατά θλιβερό τρόπο τις προσδοκίες του λαού της Αθήνας […] Οι τίμιοι δημοκρατικοί ηγέτες μοναδικό αφεντικό έχουν το λαό. Ο Σοφιανόπουλος όμως φαίνεται πως άρχισε να ερωτοτροπεί με καινούρια αφεντικά. Και ίσως για να πάρει καλό πιστοποιητικό από τα νέα αφεντικά του, μίλησε πριν λίγον καιρό στη βουλή για “ξενοκίνητην ανταρσίαν” […] Κι εσύ (σ.σ. Σοφιανόπουλε) που παίρνεις εντολές από την Ιντέλιτζες Σέρβις -και μπορούμε να στο αποδείξουμε- για να ευθυγραμμιστείς με το μοναρχοφασιμό και αρχίζεις να ευθυγραμμίζεσαι, είσαι φαίνεται η αθώα περιστερά». Ομως στην ίδια αυτή καταγγελία περιλαμβάνεται κάλεσμα προς το Σοφιανόπουλο να αναλάβει επικεφαλής του αγώνα των εργαζομένων: «Ο λαός όμως που σε ψήφισε ζητάει να συνέλθεις. Να βουλώσεις τα αυτιά σου στα δελεαστικά παραμύθια των ντόπιων και ξένων εχθρών του λαού. Η θέση σου δεν είναι δίπλα στο μοναρχοφασισμό, ούτε και δίπλα στον Πλαστήρα. Είναι δίπλα στους εργαζόμενους […] Κι όχι μόνο δίπλα τους αλλά και επικεφαλής τους. Διάλεξε λοιπόν και πάρε, γιατί αύριο θα είναι αργά».
Ο Σοφιανόπουλος καθώς και άλλοι αστοί πολιτικοί εμποτισμένοι πλήρως με τη θέλξη προς τα κοινοβουλετικά έδρανα και άλλες αστικές θέσεις δεν είχαν κανένα πρόβλημα να παίζουν με το ΚΚΕ, τάζοντας ότι θα παλέψουν για δημοκρατικές ελευθερίες, απόλυση των πολιτικών κρατουμένων κ.ά. Αναμφισβήτητα το ζήτημα των φυλακισμένων και εξόριστων κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών ήταν πρώτης προτεραιότητας. Ομως, όπως αποδείχτηκε στην πράξη, οι λεγόμενες κεντρώες ή δημοκρατικές δυνάμεις κινούνταν ουσιαστικά με βάση το αστικό ταξικό συμφέρον, γι’ αυτό ούτε με συνέπεια στάθηκαν σ’ αυτό το ζήτημα ούτε ήταν δυνατό πολιτικά να εκφράσουν τις λαϊκές ανάγκες. Και από την άλλη, ακόμα και υποψήφιοι των λεγόμενων «δεξιών» κομμάτων, σε προεκλογικές συγκεντρώσεις ήταν αναγκασμένοι να μιλούν για αμνηστία, ενώ όταν καταδικάστηκαν σε θάνατο ο Μπελογιάννης και οι άλλοι κομμουνιστές, το μοναδικό μέλος της κυβέρνησης Πλαστήρα που παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενο για την εκτέλεση ήταν ο Ανδρέας Ιωσήφ (πρώην Χίτης). Αντίθετα, οι «προοδευτικοί» Γ. Παπανδρέου και Θ. Σοφούλης απειλούσαν με παραίτηση αν δεν γίνονταν οι εκτελέσεις, τη στιγμή που ακόμα και ο Γ. Παπαδόπουλος (τότε στρατοδίκης - μετέπειτα δικτάτορας) ψήφισε κατά της θανατικής καταδίκης.
Σε συνθήκες κρίσιμες για το αστικό καθεστώς ή και όξυνσης ενδοαστικών αντιθέσεων, διώξεις δέχονται ακόμα και οπορτουνιστικές, σοσιαλδημοκρατικές ή και αστικές δυνάμεις. Αυτά τα περιστατικά δε μεταβάλλουν τον ταξικό χαρακτήρα και τον ιστορικό ρόλο αυτών των δυνάμεων. Ετσι για παράδειγμα ο Κ. Ρέντης (υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης, επικεφαλής των αντικομμουνιστικών εκστρατειών στην περίοδο της δίκης Μπελογιάννη) είχε εξοριστεί από τη δικτατορία του Μεταξά. Τέτοια περιστατικά δε μετατρέπουν τις αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις σε δυνάμει συμμάχους των κομμουνιστών, πολύ περισσότερο για το στόχο στήριξης μιας αστικής κυβέρνησης, όπως αυτή των λεγόμενων δημοκρατικών δυνάμεων. Είναι άλλο ζήτημα η αξιοποίηση των όποιων δυνατοτήτων για συγκεκριμένα ζητήματα που αφορούν την εναντίωση σε εκτελέσεις, τη δραστηριοποίηση υπέρ των φυλακισμένων και διωκόμενων.
Για την επίτευξη συμμαχίας με ρεφορμιστικές και αστικές πολιτικές δυνάμεις, στο πλαίσιο του μίνιμουμ προγράμματος, σημειώθηκε υποχώρηση ακόμα και σε πολιτικούς στόχους που έθετε το ΚΚΕ (π.χ. τοποθέτηση για το Σχέδιο Μάρσαλ). Οι «σύμμαχες» αυτές δυνάμεις, συμμορφούμενες με τις γενικότερες αστικές επιδιώξεις, εξέφραζαν την πίεση που ασκούσαν νέα μεσαία στρώματα ευνοημένα από την Αμερικάνικη Βοήθεια και το Σχέδιο Μάρσαλ. Ετσι, ενώ η θέση του ΚΚΕ ήταν η εναντίωση - απόρριψη του Σχεδίου Μάρσαλ και με αυτή τη γραμμή συμμαχίας προσέγγιζε το Σοφιανόπουλο, τελικά οι θέσεις της Δημοκρατικής Παράταξης, της οποίας ηγήθηκε ο Σοφιανόπουλος, διακήρυτταν: «αξιοποίηση της οικονομικής βοηθείας του Σχεδίου Μάρσαλ…»13. Για το ίδιο ζήτημα η ΕΔΑ, το 1951 στην ιδρυτική της διακήρυξη, κατέληγε σε αποδοχή του σχεδίου Μάρσαλ, ζητούσε καλύτερη διαχείρισή του και καλούσε σε «έντονον και συνεπή αγώνα όπως η ξένη βοήθεια απαλλαγή οριστικώς όλων των ανωτέρω εκτεθεισών απαράδεκτων συνεπειών και ακόμη όπως παύση αυτή να αποτελεί ενίσχυσιν της οικονομικής ολιγαρχίας»14. Σε σχέση με αυτό υπήρξε αντίδραση και στους κόλπους της ΕΔΑ, από το Πελοποννησιακό Γραφείο εκλογικού αγώνα της ΕΔΑ, το οποίο με ψήφισμά του στις 10 Αυγούστου 1951 ζητούσε: «Να ξεκαθαριστεί πως η ΕΔΑ αποκρούει ασυζητητί το σχέδιο Μάρσαλ που στρατιωτικοποίησε τη χώρα μας, όπως και όλη τη Δυτική Ευρώπη κι ενίσχυσε την πλουτοκρατική ολιγαρχία»15. Το ψήφισμα επίσης τασσόταν υπέρ των υποψηφιοτήτων των φυλακισμένων και εξόριστων αγωνιστών.
Οι υποχωρήσεις στη στρατηγική αντίληψη, που εκφράστηκαν με το μίνιμουμ πρόγραμμα, με στόχο την επίτευξη προοδευτικής δημοκρατικής κυβέρνησης, που έθετε το ΚΚΕ στην πρώτη πενταετία μετά το ΔΣΕ, ουσιαστικά ερχόταν σε αντίθεση με την πάλη ζύμωσης και ανασύνταξης - συγκέντρωσης δυνάμεων για την καπιταλιστική ανατροπή, για το σοσιαλισμό, όπως προσδιόρισε τη στρατηγική του από το 1949 και τα επόμενα χρόνια έως το 1954. Το 1953 η ΚΕ επεξεργάστηκε σχετικό Σχέδιο Προγράμματος, όπου επίσης έμπαινε ως στόχος η σοσιαλιστική επανάσταση. Ταυτόχρονα όμως έθετε και τον άμεσο στόχο της επίτευξης μιας «δημοκρατικής κυβέρνησης». Το Νοέμβρη του 1954, μετά από παρέμβαση του ΚΚΣΕ, το Σχέδιο Προγράμματος αποσύρθηκε με το αιτιολογικό ότι «στο μέρος του όπου μιλά για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας και τη Λαϊκή Δημοκρατία σαν κοντινή και άμεση επιδίωξη σήμερα του ΚΚΕ μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην παραπέρα συσπείρωση και πάλη των πατριωτικών - δημοκρατικών δυνάμεων της χώρας»16. Ετσι παρέμεινε μόνο το μίνιμουμ πρόγραμμα που έβαζε μόνο το στόχο της πατριωτικής - δημοκρατικής κυβέρνησης.
Αυτή η υποχώρηση επέδρασε ακόμα περισσότερο υπέρ της ενίσχυσης της άποψης ότι οι στόχοι του ΚΚΕ ταυτίζονταν με αυτούς της ΕΔΑ, ενώ τροφοδότησε ακόμα περισσότερους συμβιβασμούς στο όνομα της διατήρησης και επέκτασης της συμμαχίας με ακόμα πλατύτερες αστικές δυνάμεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των δημοτικών εκλογών του Νοέμβρη 1954, όταν η ΕΔΑ και το ΚΚΕ στο δήμο της Αθήνας συμμετείχαν στο συνδυασμό του Παυσανία Κατσώτα, ο οποίος στο πρόσφατο παρελθόν (το 1945) πολεμούσε το Κόμμα ως υπουργός Δημόσιας Τάξης, ως στρατηγός του αστικού στρατού ενάντια στο ΔΣΕ το 1946-1949. Το σκεπτικό της συστράτευσης ήταν πως ο Κατσώτας αποτελούσε αντιπαπαγική δύναμη. Υπέρ της υποψηφιότητας Κατσώτα τάχθηκε επίσης και ο Κ. Ρεντής.
Στις εκλογές της 19ης Φλεβάρη 1956 η ΕΔΑ συνέπραξε εκλογικά με ακόμα περισσότερες αστικές δυνάμεις. Στο συνασπισμό Δημοκρατικής Ενωσης συμμετείχαν και τα εξής κόμματα: Κόμμα Φιλελευθέρων (Γεώργιος Παπανδρέου), Φιλελευθέρα Δημοκρατική Ενωσις (Σοφοκλής Βενιζέλος), Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (Γεώργιος Καρτάλης), Εθνική Πολιτική Ενωσις Κέντρου (Σάββας Παπαπολίτης), Λαϊκό Κόμμα (Κωνσταντίνος Τσαλδάρης), Κόμμα Αγροτών και Εργαζομένων (Αλέξανδρος Μπαλτατζής).
Πάνω στο έδαφος αυτής της προγραμματικής παρέκκλισης έγινε δυνατή η ταχύτατη οπορτουνιστική στροφή της 6ης Πλατιάς Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (1956), φυσικά με σημαίνοντα παράγοντα την παρέμβαση των 6 αδελφών ΚΚ. Το αποτέλεσμα ήταν η απόφαση της 8ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (1958) για διάλυση των κομματικών οργανώσεων και ένταξη των κομματικών μελών στην ΕΔΑ.
Ο λικβινταρισμός στο Κόμμα αλληλοτροφοδοτούνταν με τον οπορτουνισμό με υποχωρήσεις, ακόμα και από την πλατιά διεκδίκηση της αναστολής των διώξεων σε βάρος του Κόμματος, στο όνομα της «περιφρούρησης της ΕΔΑ», «να μην προκαλούμε», να αξιοποιούνται οι «νόμιμες οδοί» (που όμως περίτεχνα χαράσσονταν από την αστική τάξη). Ετσι το Κόμμα δε συνέβαλε στην αποσταθεροποίηση του αστικού πολιτικού συστήματος, ακολουθώντας πολιτική ουράς του κόμματος του Κέντρου στη δεκαετία του 1960.
Μια καταγγελία της ΕΔΑ Οικοδόμων κατά της παράνομης κομματικής οργάνωσης Οικοδόμων του ΚΚΕ, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Αυγή» το Φλεβάρη του 1964, ενόψει των εκλογών (στις οποίες, να θυμίσουμε, η ΕΔΑ δεν κατέβασε υποψήφιους σε μια σειρά περιφέρειες καλώντας να υπερψηφιστούν οι υποψήφιοι του Κέντρου), έγραφε: «Οι ποικιλώνυμοι εχθροί του λαϊκού κινήματος ανησυχώντας από τη βαθιά απήχηση που έχει στις μάζες η σωστή πολιτική της ΕΔΑ -ιδιαίτερα ο εκλογικός ελιγμός- και η αποφασιστική, συνεπής πάλη που διεξάγει το κόμμα μας επί κεφαλής του λαού, πολλαπλασιάζουν τις βρώμικες προσπάθειές τους για να σπείρουν σύγχυση.
Μέσα στα πλαίσια αυτών των προσπαθειών βρίσκεται και η αποσταλείσα σε πολλούς φίλους “έκκληση” με την πολύ ύποπτη υπογραφή “κομματική Οργάνωση Οικοδόμων”. Μ’ αυτή καλούνται οι οικοδόμοι να παλέψουν όχι βέβαια κατά της ξενόδουλης ΕΡΕ για να βγει η ΕΔΑ πιο ισχυρή από τις εκλογές του Φλεβάρη, αλλά κατά της ηγεσίας του κόμματός μας».
Γιατί; Η απάντηση δίνεται στη συνέχεια. Γιατί «προσπαθούν να αχρηστέψουν δημοκρατικούς ψήφους προς όφελος της ΕΡΕ ζητώντας να ριχθούν λευκά ψηφοδέλτια στις περιοχές που δεν κατεβάζει το κόμμα μας συνδυασμούς.
Καταγγέλλουμε στους οικοδόμους και σε όλο το λαό τις ενέργειες αυτές των εχθρών του κινήματος και τους καλούμε να εντείνουν την επαγρύπνηση και την πάλη τους για την περιφρούρηση της γραμμής του κόμματος και την αποκάλυψη όλων όσοι παρουσιάζονται με τη μάσκα του αριστερού, του υπερεπαναστάτη και προσπαθούν να διοχετεύσουν μέσα στο κίνημα τη γραμμή της Ασφάλειας και της ΚΥΠ»17.
Για την ιστορία να επισημάνουμε πως ο λεγόμενος «εκλογικός ελιγμός» της ΕΔΑ στέφθηκε με επιτυχία: η Ενωση Κέντρου έλαβε σχεδόν το 53% των ψήφων. Οι «δημοκρατικές δυνάμεις» ήλθαν στην εξουσία! Ο αντικομμουνισμός όμως, οι διώξεις, οι επιστρατεύσεις των απεργών, το φακέλωμα των μαθητών, όχι μόνο δεν έπαυσαν, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις εντάθηκαν.