Πολιτικές θέσεις ανάλογες με αυτές της «Σπίθας» προωθούν σήμερα και μια σειρά δυνάμεις του οπορτουνισμού, όπως το ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τμήματα του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, το «Μέτωπο Αλληλεγγύης και ανατροπής», που κινούνται γύρω από το «Βήμα Αριστερού Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς» και την «Κίνηση Αριστερών Οικονομολόγων». Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από την επίσημη τοποθέτηση της κάθε οπορτουνιστικής ομάδας, αν π.χ. η ΚΟΕ αντιμετωπίζει ενθαρρυντικά τη «Σπίθα» ή αντίθετα το ΝΑΡ τυπικά κρατάει αποστάσεις απέναντί της. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε άρθρο στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς» αναφέρεται:
«Τα διάφορα πατριωτικά, εθνικοαπελευθερωτικά του Μίκη δείχνει να πιάνουν τόπο […] ο λόγος που αιχμηρότατος συνεπαίρνει […] Το σημαντικότερο είναι ότι όλα αυτά κορυφώνονται και συναιρούνται σε ένα μήνυμα ελπίδας…»15.
Αλλά και στην εφημερίδα «Πριν», σχολιάζοντας θετικά τη συγκέντρωση της «Σπίθας» στα Προπύλαια αναφέρεται: «Είτε μας αρέσει είτε όχι. Προπύλαια και Σύνταγμα λειτούργησαν την Τρίτη -σε σημαντικό βαθμό- ως συγκοινωνούντα δοχεία. […]
Το πολυταξικό αυτό ρεύμα που βρέθηκε στα Προπύλαια αποτελεί με όλες του τις αντιφάσεις, μέρος του κινήματος της αντίστασης […] το οποίο πρέπει να συναντηθεί με τις […] νέες τάσεις αμφισβήτησης και ανατροπής. Κανείς δεν μπορεί να προσπερνά ή να υποβαθμίζει το ζήτημα της ρήξης με τις ηγεμονικές δυνάμεις του ιμπεριαλισμού, το αίσθημα οργής για τη μετατροπή της Ελλάδας […] σε […] προτεκτοράτο»16.
Επίσης η ιστοσελίδα «Ισκρα» του Παναγιώτη Λαφαζάνη αναφέρει: «…η ομιλία του μεγάλου Μίκη έχει πολύ ενδιαφέροντα σημεία ανάλυσης και κριτικής. Θα προσθέταμε, επίσης, ότι η ομιλία του Μίκη διαπνέεται και από ένα πρόσθετο παράγοντα, ο οποίος λείπει, σχεδόν παντελώς, από το λόγο της εκσυγχρονιστικής Αριστεράς ή μιας υπερδιεθνιστικής Αριστεράς: τον πατριωτικό προσανατολισμό, παρά τις όποιες παρατηρήσεις επ’ αυτού»17.
Τα διάφορα οπορτουνιστικά σχήματα, διατηρώντας το καθένα τον ιδιαίτερο ρόλο του, συναντιούνται στην ταχυδακτυλουργική εμφάνιση της γραμμής που προβάλλει η «Σπίθα» ως «αντικαπιταλιστικής συσπείρωσης», ως γραμμής συγκέντρωσης δυνάμεων για το σοσιαλισμό.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Οι θέσεις των οπορτουνιστικών δυνάμεων για την οικονομική κρίση συσκοτίζουν τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της, δηλαδή ότι πρόκειται για κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου που έχει τη ρίζα της στις αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής. Τα στελέχη του συγκεκριμένου χώρου επαναλαμβάνουν αναλύσεις (με παραλλαγές) για την οικονομική κρίση που ενοχοποιούν πρωτίστως το χρηματοπιστωτικό σύστημα ή προβλήματα της δημοσιονομικής διαχείρισης (π.χ. αναφέρονται σε κρίση χρέους).
Ο καθηγητής Κώστας Λαπαβίτσας, για παράδειγμα, χαρακτηρίζει την κρίση ως κρίση χρηματιστικοποίησης, τοποθέτηση που εστιάζει την αναζήτηση των αιτιών της κρίσης σε φαινόμενα διόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα.18
Σε αντιστοιχία με τα παραπάνω χαρακτηρίζει την κρίση στην ευρωζώνη πρωτίστως ως κρίση «χρέους»: «Η κρίση της ευρωζώνης είναι, όμως κατά πρώτο λόγο, κρίση χρέους, ιδιαίτερα του ελληνικού δημόσιου χρέους»19.
Το στέλεχος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ Π. Λαφαζάνης ισχυρίζεται επίσης για την κρίση ότι αυτή «…εξελίσσεται σε παγκόσμια και ευρωπαϊκή κρίση χρέους…»20.
Το ΝΑΡ, αν και σε κείμενά του αναφέρεται σε κρίση υπερσυσσώρευσης, εντούτοις στη βασική του ανάλυση επικεντρώνεται σε ορισμένα χαρακτηριστικά της εκδήλωσης της κρίσης, με άμεσα αποτελέσματα στην πολιτική του γραμμή. Ετσι, σε θέσεις που δημοσίευσε μπροστά στο «Πανελλαδικό σώμα για την κρίση», αναφέρει: «Το δημοσιονομικό έλλειμμα και το κρατικό χρέος -αλλιώς, η δημοσιονομική κρίση και η κρίση χρέους- είναι ένα πρόβλημα διεθνές»21. Στο ίδιο κείμενο το ΝΑΡ υπογραμμίζει ότι «η δημοσιονομική κρίση και η κρίση χρέους εμφανίζονται ιδιαίτερα οξυμμένες στον ευρωπαϊκό νότο»22.
Αυτές οι προσεγγίσεις αποσιωπούν το γεγονός ότι στην Ευρωζώνη στο σύνολό της, όπως στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία, στη Βρετανία κι άλλες μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες, εκδηλώθηκε κρίση, μείωση του ΑΕΠ κατά το 2008-2009. Απενοχοποιούν τον καπιταλισμό από τις καταστροφικές αντιθέσεις του, την ΕΕ από τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις της, από την ανισόμετρη ανάπτυξη. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συγκλίνουν ή και ταυτίζονται με παρόμοιες αστικές προσεγγίσεις για την κρίση που αντιπαραθέτουν το «παρασιτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα» στο υποτιθέμενο «υγιές βιομηχανικό κεφάλαιο» ή τη σπατάλη δημόσιας διαχείρισης στην ορθολογική βιομηχανική παραγωγή.
ΓΡΑΜΜΗ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ
Οι οπορτουνιστικές δυνάμεις (ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΚΟΕ, «Αριστερό Ρεύμα» του ΣΥΝ κλπ.) αντιτίθενται στο μνημόνιο της κυβέρνησης με το ΔΝΤ και την ΕΕ από θέσεις σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, την οποία ψευδεπίγραφα αποκαλούν «αντικαπιταλιστική». Συνοπτικά υπενθυμίζουμε ότι ο προσαρμοσμένος στις σημερινές συνθήκες αστικός-σοσιαλδημοκρατικός χαρακτήρας της γραμμής τους βασίζεται στα εξής:
1. Ως γραμμή απάντησης και διεξόδου από την κρίση προβάλλεται μια εκδοχή νεοκεϋνσιανής επεκτατικής πολιτικής διαχείρισης του καπιταλισμού που περιλαμβάνει:
• Στάση πληρωμών και έξοδο από την ΟΝΕ.
• Εθνικοποίηση τραπεζών.
• Επανακρατικοποίηση ορισμένων ΔΕΚΟ.
• Παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με προγράμματα δημοσίων επενδύσεων με έμφαση σε συγκεκριμένους κλάδους της βιομηχανίας.
2. Οι συγκεκριμένες δυνάμεις καλλιεργούν συστηματικά αυταπάτες για δυνατότητα φιλολαϊκής αναμόρφωσης του ΠΑΣΟΚ, γι’ αυτό εισάγουν διαχωρισμούς ανάμεσα σε «καλό» και «κακό» ΠΑΣΟΚ ή ανάμεσα σε «αριστερή» και «δεξιά» σοσιαλδημοκρατία.
3. Επικεντρώνουν την πολεμική τους στο σημερινό αστικό πολιτικό σύστημα με βασικές του δυνάμεις το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ και όχι σε οποιοδήποτε αστικό πολιτικό σύστημα, σε μια αναμόρφωση του οποίου διεκδικούν ρόλο, ακόμα και κυβερνητικό.
4. Το πλαίσιό τους εξυπηρετεί τον αναπροσανατολισμό των συμμαχιών της αστικής τάξης στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος.
5. Επιτίθενται στη στρατηγική του ΚΚΕ, στην αναγκαιότητα της εργατικής-λαϊκής εξουσίας και στις συμμαχίες που την εξυπηρετούν.
Ο στόχος της στάσης πληρωμών για την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, γύρω από τον οποίο συγκροτείται το πλαίσιο αυτών των δυνάμεων, δε συνδέεται με την ανάγκη ανατροπής της κυριαρχίας και πολιτικής εξουσίας συνολικά των μονοπωλίων, βιομηχανικών, εμπορικών κλπ., για κοινωνικοποίησή τους με εργατική-λαϊκή εξουσία. Ετσι τα περί μη αναγνώρισης του χρέους γίνονται παγίδες εγκλωβισμού των εργατικών-λαϊκών στρωμάτων στο να επιλέξουν τον τρόπο με τον οποίο θα φορτωθούν τα ίδια τα βάρη της κρίσης.
Ο ίδιος στόχος προβάλλεται από ένα ολόκληρο φάσμα αστικών δυνάμεων, από επιφανείς αστούς οικονομολόγους, από συγκροτήματα του Τύπου («Ποντίκι», «Επίκαιρα», «Παρόν», αρθρογράφοι σε «Ελευθεροτυπία»), ενώ έχει πραγματοποιηθεί από σειρά καπιταλιστικών κυβερνήσεων, λειτουργώντας στην κατεύθυνση εξασφάλισης της πολιτικής σταθερότητας (π.χ. Ισλανδία, Αργεντινή).
Οι προτάσεις τους σε καμία περίπτωση δε συνιστούν «πολιτικές αιχμές ή στοχεύσεις» που δημιουργούν «προβλήματα και αναστατώσεις στην αστική τάξη», όπως ψευδεπίγραφα και παραπλανητικά ισχυρίζονται,23 αλλά αποτελούν την προσαρμογή της πλατιάς τους «αντινεοφιλελεύθερης γραμμής» στις σημερινές συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα συγκαλύπτουν τον ταξικό χαρακτήρα της πολιτικής τους γραμμής με το χαρακτηρισμό της ως «μεταβατικού πρόγραμματος για το σοσιαλισμό»24, ενώ πρόκειται για μια πολιτική γραμμή που στην πραγματικότητα αποτελεί μια σοσιαλδημοκρατική αστική εκδοχή διαχείρισης της κρίσης. Καλλιεργούν αυταπάτες στην εργατική τάξη ότι μπορεί ο καπιταλισμός να γίνει «πιο ανθρώπινος» ή ότι είναι θέμα συσχετισμού και πίεσης του κινήματος αν το κεφάλαιο θα επιλέγει σε πολιτικό επίπεδο έναν πιο διευρυμένο δημόσιο τομέα. Σε τελευταία ανάλυση, οποιαδήποτε κατάκτηση ή οποιαδήποτε παρεμπόδιση νέων αντεργατικών-αντιλαϊκών μέτρων μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα της ταξικής πάλης σε γραμμή σύγκρουσης με την αστική εξουσία κι όχι σε γραμμή ταξικής συνεργασίας.
Κάποια στελέχη αυτών των δυνάμεων καμώνονται ότι τάχα «ψάχνουν» το πρόβλημα-κρίκο που θα φέρει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας και ισχυρίζονται ότι τέτοιο κρίκο συνιστά το χρέος. Πρόκειται βέβαια για καμουφλάζ της γραμμής ενσωμάτωσης που προβάλλουν, με έντονο το στοιχείο της δημαγωγίας.
Η αντιλαϊκή επίθεση δεν πραγματοποιείται εξαιτίας του χρέους, όπως ψευδεπίγραφα προβάλλουν οι αστοί. Απόδειξη ότι αυτή πραγματοποιείται και σε άλλες καπιταλιστικές κοινωνίες, ανεξάρτητα από το ύψος του δημόσιου χρέους τους. Η στάση πληρωμών εκ μέρους της κυβέρνησης απέναντι στους πιστωτές σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει το πρόβλημα-κρίκο που θα φέρει στην ημερήσια διάταξη την πάλη για την εξουσία, αφού στο έδαφος του καπιταλισμού, των μονοπωλίων, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η διεθνής αγορά του χρηματικού κεφαλαίου (αγορά που απορροφά τα κρατικά ομόλογα). Αρα η πρόταση για στάση πληρωμών γίνεται με όρους ενδοϊμπεριαλιστικής διαπραγμάτευσης και συνεννόησης μεταξύ αστικών κυβερνήσεων, τραπεζικών και άλλων ιμπεριαλιστικών ενώσεων (βλέπε επιμήκυνση, κούρεμα του χρέους κ.ά.). Κρίκος με σαφή κατεύθυνση μπορεί να είναι η κατάσταση της εργατικής τάξης, των μισθωτών και συνταξιούχων που επιδεινώθηκε επειδή η αστική κυβέρνηση δεν πληρώνει τις υποχρεώσεις της σε μισθούς συντάξεις, δαπάνες σε κοινωνικές υπηρεσίες, ασφαλιστικά ταμεία κλπ.
Η ιστορική πείρα έχει αναδείξει ότι σε περίοδο διαμόρφωσης συνθηκών επαναστατικής κατάστασης αναδεικνύονται προβλήματα στα οποία συμπυκνώνονται οι αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος και μετατρέπονται σε κρίκους που μπορούν να αξιοποιηθούν για να έρθει στην ημερήσια διάταξη η ανάγκη ανατροπής της αστικής εξουσίας, αρκεί βεβαίως το ΚΚ να συνδέσει αυτά τα ζητήματα με την πάλη για την εξουσία. Τέτοιες ήταν τον Οχτώβρη του 1917 οι διεκδικήσεις για «ειρήνη», «γη» και «ψωμί», γιατί μόνο η εργατική εξουσία μπορούσε τη δεδομένη ιστορική στιγμή να βγάλει τη Ρωσία από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, να λύσει το επισιτιστικό και αγροτικό πρόβλημα. Τέτοιοι κρίκοι μπορούν να αναδειχτούν σε συνθήκες όξυνσης των αντιθέσεων του καπιταλισμού και συνδέονται με τη διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης. Η αξιοποίησή τους ως κρίκων για τη μαχητικοποίηση της εργατικής τάξης και τη λαϊκή συμμαχία έχει νόημα όταν γίνεται για την επιτυχή έκβαση της επαναστατικής πάλης, για την κατάκτηση της εξουσίας κι όχι με τη συμμετοχή του ΚΚ σε μια αστική διακυβέρνηση.
Αυτό είναι το ιστορικό δίδαγμα από την πάλη του κόμματος των μπολσεβίκων στη Ρωσία. Σε διαφορετική περίπτωση, στην επαναστατική κατάσταση θα δοθεί διέξοδος προς όφελος της σταθεροποίησης της εξουσίας του κεφαλαίου, όπως έγινε σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου ο κρίκος, δηλαδή η πάλη ενάντια στην ξένη κατοχή, αυτονομήθηκε από την πάλη για την εργατική εξουσία.
Αντίθετα, οι οπορτουνιστικές δυνάμεις όλων των εποχών και σε οποιαδήποτε χώρα υπόσχονται φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις στο έδαφος του καπιταλισμού με τη δική τους συμμετοχή στη διακυβέρνηση. Θέλουν να συμπαρασύρουν και το ΚΚΕ, γνωρίζοντας ότι αποτελεί την κύρια πολιτική δύναμη οργάνωσης της ταξικής πάλης και προώθησης της λαϊκής συμμαχίας.
Ετσι, στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», προβάλλεται ο στόχος μιας «λαϊκοδημοκρατικής κυβέρνησης όχι με στόχο το σοσιαλισμό, αλλά φτου και από την αρχή, τη δημοκρατία, τη συμμετοχή, την αποκατάσταση του ξεχαρβαλώματος των εργασιακών δικαιωμάτων. Προέχει πάνω από όλα το χρέος»25.
Ο χώρος ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμφανιζόταν με χαρακτηριστική πολυγλωσσία στο συγκεκριμένο θέμα. Ωστόσο το τελευταίο διάστημα όλο και πιο καθαρά πλέον υποστηρίζει μια τέτοια κυβέρνηση. Για παράδειγμα γράφεται σε πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Πριν»: «Η ουσία πάντως είναι ότι αποκλείεται η Ελλάδα να βγει από την παγίδα του δημόσιου χρέους, αν δεν αποκτήσει μια κυβέρνηση η οποία να προχωρήσει σε παύση πληρωμών προς τους ξένους δανειστές»26.
Αξιοσημείωτο της γραμμής τους είναι ότι αυτές οι δυνάμεις έχουν πρωτοστατήσει στην «πρωτοβουλία» για τη συγκρότηση ΕΛΕ του χρέους, η οποία έχει στόχο, σύμφωνα με τους εισηγητές της, να διακριβώσει ποιο τμήμα του χρέους είναι παράνομο, παράτυπο ή επαχθές. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο ενσωμάτωσης που προβάλλουν οι συγκεκριμένες δυνάμεις. Αντιμετωπίζει το χρέος των καπιταλιστών ως «εθνικό πρόβλημα» ή «πρόβλημα της χώρας», για το οποίο από κοινού εργάτες και κεφαλαιοκράτες πρέπει να βρουν λύση. Ταυτόχρονα η πρωτοβουλία για την ΕΛΕ καλλιεργεί αυταπάτες στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα ότι οι αιτίες των δεινών τους πρέπει να αναζητηθούν στους «διεφθαρμένους πολιτικούς και επιχειρηματίες» και όχι στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.
Στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς» προβάλλονται ως θετικά παραδείγματα μια σειρά καπιταλιστικές χώρες που συγκρότησαν τέτοιες επιτροπές λογιστικού ελέγχου και που με βάση αυτές προχώρησαν σε αναδιάρθωση ή αναδιαπραγμάτευση του χρέους τους κλπ. Ως τέτοιες χώρες προβάλλονται οι Φιλιππίνες, η Βολιβία, το Περού, η Βραζιλία, η Παραγουάη, η Ζιμπάμπουε.27 Ανάλογα η Νάντια Βαλαβάνη, που πρωτοστατεί στην εν λόγω πρωτοβουλία, προβάλλει ως θετικά παραδείγματα τη Ρωσία και το Εκουαδόρ.28 Πρόκειται δηλαδή για παραδείγματα καπιταλιστικών χωρών όπου παρόμοιες προτάσεις και επιτροπές λογιστικού ελέγχου του χρέους αξιοποιήθηκαν ή και συστάθηκαν από τις καπιταλιστικές κυβερνήσεις για τη διασφάλιση της σταθερότητας του καπιταλισμού, ενώ δεν επέφεραν βελτίωση της θέσης των μισθωτών, συνταξιούχων, της μεγάλης πλειοψηφίας των αυτοαπασχολουμένων.
Ειδικά ο σοσιαλδημοκράτης Πρόεδρος του Εκουαδόρ, Ραφαέλ Κορέα, παρουσιάζεται λίγο-πολύ ως το πρότυπο ηγέτη. Στην πραγματικότητα ηγείται πολιτικών δυνάμεων που πραγματοποιούν αστικούς εκσυγχρονισμούς στο Εκουαδόρ προς όφελος του κεφαλαίου, ενσωματώνοντας τη λαϊκή διαμαρτυρία και δυσαρέσκεια, χρησιμοποιώντας «αντιιμπεριαλιστικά» συνθήματα με μπόλικη δημαγωγία. Η λαϊκή δυσαρέσκεια και τα συνθήματα περί μη αναγνώρισης του «επαχθούς χρέους» ουσιαστικά αξιοποιήθηκαν για την αναδιάρθρωση του χρέους και τη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης στις διεθνείς αγορές. Αυτή η διαδικασία δεν έφερε τίποτα το φιλολαϊκό. Αντίθετα, είναι χαρακτηριστικό ότι επί προεδρίας Ραφαέλ Κορέα εκπονήθηκε φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων στον τομέα των ορυχείων από κοινού με καναδικές εταιρίες, ενώ η ανεργία παραμένει στα ίδια υψηλά επίπεδα, περίπου στο 10%. Σε σχέση με το διεθνή δανεισμό απλώς διαφοροποιήθηκαν οι πηγές του. Ετσι πρόσφατα συνάφθηκε δάνειο ύψους 123 εκατομμυρίων δολαρίων με τη Ρωσία για την υλοποίηση του υδροηλεκτρικού σταθμού «Τοάτσι Πιλατόν», ενώ έχουν συναφθεί αρκετά δάνεια με την Κίνα.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με ανακοίνωσή της «…στηρίζει το αίτημα για τη συγκρότηση ΕΛΕ του ελληνικού χρέους, επιμένοντας στην ανάγκη να έχει σαφή αγωνιστικό, κινηματικό προσανατολισμό…»29.
Την πρωτοβουλία για τη συγκρότηση ΕΛΕ πήρε το «Αριστερό Βήμα Διαλόγου» και οι καθηγητές στο Λονδίνο Κώστας Λαπαβίτσας και Στάθης Κουβελάκης.30 Είναι ενδεικτική του διαχειριστικού χαρακτήρα της εν λόγω πρότασης η σύνθεση των στελεχών που πρωτοστατούν ή τη στηρίζουν με τις υπογραφές τους. Στους πρωτεργάτες της είναι η Σοφία Σακοράφα, βουλευτής του ΠΑΣΟΚ που ανεξαρτητοποιήθηκε, ο Πρόεδρος της ΑΔΕΔΥ Σπύρος Παπασπύρος, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Λεωνίδας Βατικιώτης, η Νάντια Βαλαβάνη από την εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», ενώ τη στηρίζουν με δηλώσεις και υπογραφές ο Αλέκος Αλαβάνος, ο πρώην πρόεδρος του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς Λόταρ Μπίσκι, στελέχη του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ (Τόλιος, Κοροβέσης κλπ.), του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ (Δελαστίκ, Παπακωνσταντίνου κλπ.), της ΚΟΕ (Ν. Γαλάνης) κ.ά.
Στη συνέντευξη τύπου που δόθηκε ήταν παρόντες εκπρόσωποι της «Σπίθας» του Μίκη Θεοδωράκη, ενώ οι Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος και Γεώργιος Κασιμάτης, μέλη της Προσωρινής Συμβουλευτικής Επιτροπής της «Σπίθας», την υποστηρίζουν με υπογραφές τους.31
Σύμφωνα με την ΕΛΕ, κεντρικό ρόλο στο λογιστικό έλεγχο του χρέους θα παίξουν διεθνείς «μη κυβερνητικές» οργανώσεις, πολλές από τις οποίες υπήρξαν συνδιοργανωτές συνεδρίου που έκανε η ΕΛΕ το Μάη του 2011 στην Αθήνα, όπως η Eurodad, η CADTM, η Bretton Woods Project, η RMF, η Jubilee Debt Campalgn UK κλπ. Υποστηρίζουν ότι αυτές θα δώσουν τεχνογνωσία και θα παίξουν κρίσιμο ρόλο στον έλεγχο των συμβάσεων του χρέους, όπως έγινε και σε άλλες χώρες. Πρόκειται στην πραγματικότητα για οργανώσεις που έχουν στενές σχέσεις με ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, έχουν πλούσια δράση σε όλο τον πλανήτη προς όφελος διακρατικών περιφερειακών καπιταλιστικών ενώσεων, αποτελώντας εργαλείο των καπιταλιστικών κρατών στη χειραγώγηση του εργατικού λαϊκού κινήματος. Στην πλειοψηφία τους πρόκειται για ευαγή ιδρύματα, άλλα μέλη του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ, άλλα χρηματοδοτούμενα από το «Ιδρυμα Φορντ», το «Ταμείο Ροκφέλερ» και άλλα χρηματοδοτούμενα επίσημα από την ΕΕ. Οπως επίσημα άλλωστε υποστηρίζουν οι εν λόγω «μη κυβερνητικές» οργανώσεις, στους στόχους τους περιλαμβάνουν τη μεταρρύθμιση της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο συνέδριο της Αθήνας συμμετείχε εκπρόσωπος της γνωστής Attac, η οποία πριν λίγα χρόνια πρόβαλε τη γνωστή διαχειριστική πρόταση για την επιβολή του «φόρου Τόμπιν» και παίζει συγκεκριμένο ρόλο προκειμένου να παρεμβαίνει η ΕΕ στα λαϊκά κινήματα σε αρκετές χώρες στην Ευρώπη, αλλά και στη Λατινική Αμερική.
ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ
Οι δυνάμεις αυτές του οπορτουνισμού μένουν προσηλωμένες στην «αντινεοφιλελεύθερη» σοσιαλδημοκρατική γραμμή, υποστηρίζοντας το «δημόσιο έλεγχο του πιστωτικού συστήματος» και την «επανακρατικοποίηση των ΔΕΚΟ» ως μέσο για την «παραγωγική ανασυγκρότηση» της καπιταλιστικής οικονομίας. Για παράδειγμα, το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Πέτρος Παπακωνσταντίνου γράφει: «Πέραν των τραπεζών, η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων απαιτεί την εθνικοποίηση στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων και ολόκληρων κλάδων…»32.
Ανάλογες θέσεις προβάλλει στη διακήρυξή του το «Μέτωπο αλληλεγγύης και ανατροπής»: «Η δημιουργία ενός μεγάλου εθνικού-κρατικού τραπεζικού φορέα. Ο δημόσιος έλεγχος και η εθνικοποίηση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας [...] Η χρησιμοποίηση ενός νέου πραγματικού δημόσιου-κοινωνικού, συλλογικού, διαφανούς, ελεγχόμενου - ως κινητήρα για μια πολιτική παραγωγικής ανασυγκρότησης»33.
Οι παλιές σοσιαλδημοκρατικές συνταγές κρατικοποιήσεων, που έγιναν σε άλλη χρονική περίοδο από την άποψη της ανάγκης του κεφαλαίου για διευρυμένη αναπαραγωγή, σήμερα δεν είναι εφαρμόσιμες. Αντίθετα, στις σημερινές συνθήκες το κεφάλαιο έχει την ανάγκη να επενδυθεί ακόμα περισσότερο σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία, να μειώσει την αξία της εργατικής δύναμης στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, προκειμένου να ανταγωνιστεί στη διεθνή αγορά. Από αυτό προκύπτει ότι δεν έχει περιθώρια παραχωρήσεων ή ελιγμών, όπως παλιότερα.
Την ανάγκη «παραγωγικής ανασυγκρότησης» προβάλλει και ο Ευτύχης Μπιτσάκης, που συμμετέχει στο «Βήμα Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς», ο οποίος σε άρθρο του γράφει: «Το πρόβλημα λοιπόν είναι ευρύτερο: Ποιες δυνάμεις θα πρωτοστατήσουν για την παραγωγική και οικονομική ανασυγκρότηση; Για μια αξιοβίωτη ανάπτυξη; Για μια προγραμματισμένη αποκέντρωση, ώστε να γίνει όσο δυνατόν λιγότερο αβίωτη η πρωτεύουσα και οι άλλες πόλεις της χώρας; […] Η ελληνική αριστερά διαθέτει σημαντικό αριθμό έμπειρων οικονομολόγων και τεχνικών που θα μπορούσαν…»34. Ετσι ανάγει τα προβλήματα της καπιταλιστικής παραγωγής σε προβλήματα ικανότητας των διαχειριστών της, αναζητώντας τους καλούς διαχειριστές στην «ελληνική αριστερά».
Απόψεις για την ανάγκη μιας «νέας», όπως λέει, «αναπτυξιακής» και «παραγωγικής δυναμικής» της καπιταλιστικής οικονομίας προβάλλει το στέλεχος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ Π. Λαφαζάνης. Για παράδειγμα γράφει: «…αν θέλουμε να μειώσουμε ελλείμματα και χρέη οφείλουμε να το πράξουμε όχι μέσα από δημοσιονομικούς περιορισμούς, αν και είναι αυτονόητη η περιστολή της σπατάλης, αλλά μέσω μιας νέας αναπτυξιακής, παραγωγικής και κοινωνικής δυναμικής»35.
Είναι μια πρώτης τάξης εγκατάλειψη της ταξικής ανάλυσης της κοινωνίας, της σχέσης οικονομίας - πολιτικής, που στον πυρήνα της βρίσκεται η σχέση ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, σχέση θεμελιακή στη συγκρότηση κάθε κοινωνίας. Αλλωστε για «παραγωγική ανασυγκρότηση» μιλάει και ο ΣΕΒ, αστοί πολιτικοί και οικονομολόγοι.
Η εργατική τάξη δεν έχει κανένα συμφέρον να ενσωματωθεί σε αστικούς στόχους αποσπασμένους από την ταξική πάλη για την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Ανάπτυξη προς όφελος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων μπορεί να συντελεστεί με την εργατική εξουσία, την κοινωνική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας. Η αξιοποίηση των πλούσιων πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας προς όφελος του λαού είναι ζήτημα πολιτικό και όχι τεχνικό-επιστημονικό.
Στις ΗΠΑ, ενώ είναι η πρώτη παραγωγική χώρα στον κόσμο, το εργατικό εισόδημα όλο και μειώνεται, χειροτερεύει η κατάσταση της εργατικής τάξης, αυξάνει η φτώχεια, η παιδική εξαθλίωση. Σε καπιταλιστικές χώρες με πολύ πιο ισχυρό παραγωγικό ιστό, πριν ακόμη την εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης αλλά πολύ περισσότερο τώρα, παίρνονται εξίσου βάρβαρα μέτρα ενάντια στην εργατική τάξη και στα λαϊκά στρώματα.
Το ζητούμενο για την εργατική τάξη δεν είναι να συσπειρωθεί γύρω από μια γραμμή πάλης για την ανασυγκρότηση της καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά να παλέψει κάτω από την καθοδήγηση του ΚΚ για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, που έχει σαπίσει και είναι ιστορικά ξεπερασμένο.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΝΕ ΑΠΟ ΑΣΤΙΚΗ ΣΚΟΠΙΑ
Ενα τμήμα του οπορτουνιστικού χώρου ασκεί κριτική στη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΟΝΕ από θέσεις εθνικής προστασίας της εγχώριας καπιταλιστικής παραγωγής και εθνικής ευελιξίας στην άσκηση νομισματικής πολιτικής. Παραβλέπει το γεγονός ότι διάφορα τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου -και του βιομηχανικού, όχι μόνο του τραπεζικού- ωφελήθηκαν από την ένταξη στην Ευρωζώνη. Χαρακτηριστική αυτής της προσέγγισης είναι η τοποθέτηση του στελέχους του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Λεωνίδα Βατικιώτη: «Το μίνι “οικονομικό θαύμα” της Γερμανίας δεν επιτεύχθηκε μόνο εις βάρος των εργαζομένων της που είδαν τους μισθούς τους να μειώνονται και το κράτος πρόνοιας να εξαφανίζεται, αλλά και εις βάρος των χωρών του νότου (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία) όπου κατευθύνεται το 12% των συνολικών γερμανικών εξαγωγών. Κοινό χαρακτηριστικό των τεσσάρων αυτών καπιταλιστικών σχηματισμών, πέραν της γεωγραφικής τους θέσης, είναι πως η παραγωγικότητα του κεφαλαίου τους είναι χαμηλότερη της αντίστοιχης γερμανικής. Αδυνατούν επομένως να την ανταγωνιστούν. Προς επίρρωση το μόνιμα ελλειμματικό τους ισοζύγιο έναντι της Γερμανίας μόνο το 2009 σήμανε ένα καθαρό όφελος της τάξης των 30,6 δις. Ευρώ για το γερμανικό εμπορικό ισοζύγιο […] Η άλωση των καπιταλιστικών οικονομιών του Νότου, μέσω της εμπορικής διείσδυσης και των επενδύσεων κεφαλαίου, ουδέποτε θα είχε συμβεί, σε τέτοιο βαθμό, αν δεν είχε προηγηθεί η οικονομική και νομισματική ενοποίηση. Οι 12 αρχικά και πλέον 16 χώρες της ευρωζώνης με υιοθέτηση κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος κατέθεσαν τα τελευταία όπλα που διέθεταν για να προστατεύσουν την εγχώρια παραγωγή και το κεφάλαιό τους απέναντι στους ανταγωνιστές τους: τις νομισματικές υποτιμήσεις […] Μια καταστροφική οικονομική πολιτική που βοηθήθηκε τα μέγιστα από τη συναλλαγματική ισοτιμία με την οποία εντάχθηκε η δραχμή στο ευρώ (340,75 δραχμές ανά ευρώ) και η οποία ευνοούσε αποκλειστικά και μόνο τις γερμανικές επιδιώξεις, όπως συνέβη και με άλλες χώρες που εντάχθηκαν στο ευρώ, κι όχι τα συμφέροντα του ίδιου του ελληνικού καπιταλισμού»36.
Με την ίδια λογική υπερασπίζουν την έξοδο από το ευρώ και άλλοι εκπρόσωποι του οπορτουνιστικού χώρου, συμπίπτοντας έτσι με ορισμένα τμήματα του κεφαλαίου στην Ελλάδα, με Αμερικανούς αλλά και Γερμανούς αστούς οικονομολόγους που υποστηρίζουν την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Κ. Λαπαβίτσα: «Η έξοδος από την ΟΝΕ είναι ένα μεγάλο βήμα για τις περιφερειακές χώρες με πολύπλοκες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Θα μπορούσε να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα μέσω της υποτίμησης του νομίσματος, καθώς και μέσω της άρσης των περιορισμών που επιβάλλει η ΟΝΕ στην νομισματική και δημοσιονομική πολιτική»37.
Σε άλλο σημείο ο Κ. Λαπαβίτσας γράφει ότι η αθέτηση πληρωμών και η έξοδος από την ΟΝΕ «…θα πρόσφερε άμεσο έλεγχο της εγχώριας δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Θα αφαιρούσε επίσης τους περιορισμούς της νομισματικής ένωσης που οδήγησαν σε μόνιμα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών για την περιφέρεια. Θα ήταν λογικό να αναμένεται επίσης ότι η υποτίμηση θα έφερε αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Είναι ακόμα εύλογο ότι η υποτίμηση θα οδηγούσε σε αναδιάταξη των εγχώριων πόρων προς όφελος της βιομηχανίας…»38.
Μια παρόμοια άποψη για προστασία τμημάτων της εγχώριας καπιταλιστικής παραγωγής, αύξηση της ανταγωνιστικότητάς της μέσω της υποτίμησης του νομίσματος με επιστροφή στη δραχμή υποστηρίζει και το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Πέτρος Παπακωνσταντίνου:
«Εξοδος από το ευρώ και υποτίμηση της νέας δραχμής, με παράλληλα μέτρα προστατευτισμού της εγχώριας παραγωγής.
Οσο η Ελλάδα μένει στην ΟΝΕ του Μάαστριχ και του Συμφώνου Σταθερότητας, θα έχει δεμένα τα χέρια στην πλάτη, αναφορικά με κάθε προσπάθεια αναζωογόνησης της βιομηχανικής, βιοτεχνικής και αγροτικής παραγωγής της, ακόμη και του τουρισμού της. Χωρίς έλεγχο του νομίσματος και της ισοτιμίας του, όπως του εξωτερικού εμπορίου, ο μόνος δρόμος για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας είναι εκείνος του κοινωνικού ντάμπινγκ, της συντριβής του εργατικού κόστους, σε ένα αγώνα δρόμου όλων των “εταίρων” προς τον κατώτατο κοινωνικό παρανομαστή»39.
Η αντίθεση της εργατικής τάξης στην ΕΕ δε γίνεται από τη σκοπιά των συμφερόντων γενικά της «ανάπτυξης της χώρας ή της εγχώριας οικονομίας», αλλά από τη σκοπιά του ταξικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής ένωσης. Γι’ αυτό η εργατική τάξη δεν πρέπει να ακολουθήσει ούτε τα τμήματα της αστικής τάξης που υπεραμύνονται της ΟΝΕ ούτε αυτά που την αμφισβητούν. Η εργατική τάξη δεν πρέπει να μπει κάτω από την καθοδήγηση της αστικής τάξης, οποιασδήποτε εκδοχής της αστικής διαχείρισης, οποιουδήποτε τμήματος του κεφαλαίου. Η πάλη για αποδέσμευση από την ΕΕ (και όχι απλά από την ΟΝΕ) δεν μπορεί να διεκδικείται από τη σκοπιά της στήριξης και ενίσχυσης του ελληνικού κεφαλαίου στο διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Η υπεράσπιση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, με όποιο τρόπο και αν προωθείται, με «σκληρό» ή «μαλακό» νόμισμα, είναι το ίδιο βάρβαρη για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.
Το κάλεσμα στην εργατική τάξη να ενσωματώσει τις διεκδικήσεις και την πάλη της γύρω από τον υποτιθέμενο «εθνικό στόχο» της ανταγωνιστικότητας είναι προσκλητήριο υποταγής. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός στηρίζεται στην άμεση εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και την καταπίεση των λαϊκών στρωμάτων, ανεξάρτητα από τους όρους διεξαγωγής του σε μια περιφερειακή ή στη διεθνή αγορά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο άλλωστε ότι, από τη στιγμή που η κριτική στην ΕΕ γίνεται από αυτή τη σκοπιά, πολλοί από τους αναλυτές αφήνουν ανοιχτό και το ενδεχόμενο παραμονής στην ΟΝΕ ή σε άλλες περιπτώσεις «εύχονται» να γινόταν δυνατή η μεταρρύθμιση της ΕΕ μέσω ενός άλλου συμφώνου σταθερότητας, με άλλο κοινοτικό προϋπολογισμό, με περιφερειακό προστατευτισμό, ευρωπαϊκό ομόλογο, ενίσχυση της δημοσιονομικής ένωσης έναντι της μονόπλευρης νομισματικής, τη λειτουργία ενός «καλού ευρώ» κλπ., έτσι ώστε να μην έφταναν τα πράγματα στο σημείο της αποχώρησης από την ΟΝΕ.
Να για παράδειγμα πώς «κλείνει το μάτι» στη μεταρρύθμιση της ΕΕ ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου, αρθρογράφος της εφημερίδας «Πριν» και στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ: «Είναι αλήθεια ότι θα ήταν πολύ ευκολότερος ο δρόμος της Ελλάδας αν μπορούσε να υπολογίζει σε ένα άλλο “κοινωνικό” Σύμφωνο Σταθερότητας (π.χ. με ισχυρό, αναδιανεμητικό κοινοτικό προϋπολογισμό, περιφερειακό προστατευτισμό, ευρωπαϊκό ομόλογο με χαμηλό επιτόκιο κ.ά.) και ένα άλλο, “καλό ευρώ”. Ωστόσο, το να προτείνει κανείς κάτι τέτοιο στην Ευρώπη της Μέρκελ και του Σόιμπλε, συναγωνίζεται σε αφέλεια τα παιδικά γράμματα προς τον Αϊ Βασίλη. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι αριστερές δυνάμεις οφείλουν να θέτουν στόχους οικονομικών διεκδικήσεων και πολιτικών μεταρρυθμίσεων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, κάτι που αποτελεί όρο για την οικοδόμηση της αλληλεγγύης με τα ευρωπαϊκά εργατικά κινήματα»40.
Πέρα από τις αυταπάτες που εδώ καλλιεργούνται για τη δυνατότητα φιλολαϊκής μεταρρύθμισης της ΕΕ, να υπογραμμίσουμε επίσης ότι ο χαρακτήρας της ΕΕ δεν αφορά τη Μέρκελ ή το Σόιμπλε ούτε το πρόβλημα πρέπει να εστιάζεται σε συγκεκριμένους πολιτικούς, υπουργούς ή τεχνοκράτες. Η ΕΕ δε μεταρρυθμίζεται προς όφελος του λαού, γιατί αποτελεί συμμαχία καπιταλιστικών κρατών. Αλλωστε τα μέτρα που παρουσιάζει το συγκεκριμένο στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ως μέτρα που θα μπορούσαν -έστω ως ανεκπλήρωτη ευχή- να δώσουν διέξοδο προς όφελος του λαού, είναι μέτρα (π.χ. ευρωομόλογο), τα οποία έχουν ενστερνιστεί σειρά καπιταλιστικών κυβερνήσεων, στην Ελλάδα η ίδια η ελληνική κυβέρνηση, η ΝΔ, αλλά και ο ίδιος ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ (πρόεδρος της ευρωζώνης), ο Πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων κ.ά.
Το στέλεχος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Τόλιος καλλιεργεί επίσης αυταπάτες για τη δυνατότητα φιλολαϊκής μεταρρύθμισης της ΕΕ μέσω μιας νέας, όπως λέει, αρχιτεκτονικής της, με πιο ισχυρό ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, νέο «Σύμφωνο Ανάπτυξης και Απασχόλησης» κ.ά.41
Αυταπάτες ότι ένα «μαλακό» ευρώ θα μπορούσε να αποτελέσει φιλολαϊκή διέξοδο καλλιεργεί και το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Λεωνίδας Βατικιώτης, γι’ αυτό υποστηρίζει ότι «…μια μεγάλη υποτίμηση του ευρώ θα απέβαινε ευεργετική όχι μόνο για χώρες όπως η Ελλάδα κι όλο το κλυδωνιζόμενο κλαμπ […] ενώ ένα σκληρό ευρώ δυσχεραίνει την ήδη δεινή θέση τους […] αλλά θα βελτίωνε ακόμη και αυτές τις εξαγωγικές επιδόσεις της Γερμανίας»42. Ωστόσο υπογραμμίζει ότι παρόλα αυτά «το Βερολίνο επιλέγει το ακριβό ευρώ…»43 και γι’ αυτό η «...εγκατάλειψη του ευρώ και η άσκηση νομισματικής πολιτικής που θα έχει σαν γνώμονα τα εργατικά λαϊκά συμφέροντα σε συνδυασμό με μια σειρά άλλων μέτρων […] μπορούν να εγγυηθούν την έξοδο από την κρίση προς όφελος των εργαζομένων»44.
Κοντινή τοποθέτηση για πιθανή ή ενδεχόμενη έξοδος από το ευρώ «σε περίπτωση που δε μεταρρυθμιστεί η Ευρωζώνη», έχει το «Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής», το οποίο σε διακήρυξή του λέει χαρακτηριστικά ότι «το ευρώ δεν είναι ταμπού»45 ή ότι η «ύπαρξη εθνικού νομίσματος δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως φόβητρο»46. Στην ίδια διακήρυξη σημειώνεται ότι ένα κοινό νόμισμα που θα εξέφραζε πολιτικές ισότιμης συνεργασίας, σύγκλισης κέντρου-περιφέρειας κλπ. θα ήταν μεγάλη πρόοδος: «Ενα κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, που θα έκφραζε και στη νομισματική σφαίρα πολιτικές ισότιμης συνεργασίας, απασχόλησης, σύγκλισης κέντρου περιφέρειας, πορείας προς το σοσιαλισμό θα αποτελούσε ένα μεγάλο βήμα προόδου. Ενα ευρώ, όπως σήμερα, που θέτει ως θεμελιώδη υπαρξιακή του ταυτότητα την πλήρη κυριαρχία των Αγορών και την πλήρη κατάλυση του κοινωνικού κράτους είναι θανατική καταδίκη της εργασίας»47.
Οι απόψεις που προβάλλονται ως σύγχρονες και ανανεωτικές έχουν τη ρίζα τους στις παλαιότατες θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας περί της Ενωμένης Ευρώπης, θέσεις που δέχτηκαν τη δριμύτατη πολεμική του Λένιν.
Η ΕΛΛΑΔΑ ...«ΥΠΟ ΚΑΤΟΧΗ»
Οι δυνάμεις του οπορτουνισμού ισχυρίζονται ότι όρος για μια τέτοια πορεία της χώρας που θα τροφοδοτήσει την καπιταλιστική ανασυγκρότηση είναι η απαλλαγή από τα δεσμά της «νέας κατοχής» και η ανάκτηση της «εθνικής κυριαρχίας» και των δημοκρατικών και συνταγματικών ελευθεριών που, όπως λένε, έχουν καταλυθεί. Ο συγκεκριμένος χώρος, προβάλλοντας το αποπροσανατολιστικό ιδεολόγημα περί κατοχής της χώρας, συμβάλλει στην καλλιέργεια αυταπατών ότι μπορεί να υπάρχουν κοινοί εθνικοί στόχοι ανάμεσα στην εργατική τάξη και το κεφάλαιο ή έστω μερίδας του.
Ασφαλώς, η φιλολογία περί κατοχής της χώρας προβάλλεται από ένα ολόκληρο φάσμα αστικών δυνάμεων, από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, από εθνικιστικές δυνάμεις, ακόμα και την ίδια την Ιερά Σύνοδο. Το κείμενο της Ιεράς Συνόδου, που έχει δημοσιευτεί στις ελληνικές εφημερίδες, προβάλλεται μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις ως θετικό βήμα της Ιεραρχίας που επιβεβαιώνει τις δικές τους εκτιμήσεις. Ο Ευτύχης Μπιτσάκης, σε άρθρο του στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», γράφει: «Ως και η κατά κανόνα σιωπηλή (σε περιόδους κρίσης) Ιεραρχία μιλάει πλέον για κατοχή»48.
Το στέλεχος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Τόλιος γράφει ότι το μνημόνιο «…επιβάλλει οικονομική κατοχή και εργασιακό μεσαίωνα στη χώρα, ενώ μετατρέπει την Ελλάδα σε ένα είδος διεθνούς προτεκτοράτου»49.
Στην ίδια κατεύθυνση ο Π. Λαφαζάνης γράφει: «Η κυβέρνηση του κ. Γ. Παπανδρέου για να προστατέψει τα συμφέροντα του εγχώριου ξένου και μεγάλου κεφαλαίου μετέτρεψε τη χώρα σε “μισοαποικία”, σε προτεκτοράτο και “μπανανία” του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου και των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών κύκλων»50.
Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του στελέχους του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ και διευθυντή της εφημερίδας «Πριν» Γ. Δελαστίκ, ο οποίος γράφει ότι η Ελλάδα έχει «…βρεθεί σε […] κατάσταση διεθνούς διασυρμού και εθνικής υποτέλειας […] με την πλήρη συνενοχή και συνεργασία της κυβέρνησης Παπανδρέου με τους ξένους επικυρίαρχους. Η περιβόητη ρήση “η Ελλάς κατήντησεν το αθλιέστερον προτεκτοράτον” αποτυπώνει δυστυχώς και τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα»51.
Αλλού ο Γ. Δελαστίκ υποστηρίζει ότι «…ο Γιώργος Παπανδρέου είναι πειθήνιος μέχρι κεραίας σε οποιαδήποτε εντολή της Μέρκελ και του ΔΝΤ»52. Ο ίδιος αλλού κριτικάρει τον Παπανδρέου ότι δεν έχει διάθεση να αντισταθεί σε ΕΕ-ΔΝΤ. «Δεν υπάρχει πλέον κανένας Ελληνας που να ελπίζει ότι ο Γιώργος Παπανδρέου έχει τη διάθεση να προβάλει αντίσταση σε οποιαδήποτε εντολή της ΕΕ και του ΔΝΤ που αφορά τον οικονομικό εξανδραποδισμό των Ελλήνων…»53
Η παραπάνω ρητορική υποβιβάζει τις ευθύνες της κυβέρνησης στο επίπεδο απλά ενός ενδοτισμού, καθώς ισχυρίζεται ότι τα αντιλαϊκά μέτρα της επιβλήθηκαν από ΔΝΤ - ΕΕ, αποκρύπτοντας τον ταξικό χαρακτήρα της κυβερνητικής πολιτικής. Κρύβει ότι η πολιτική με την οποία επιδεινώνονται οι όροι ζωής της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, είναι ενιαία στρατηγική της αστικής τάξης της χώρας και των διεθνών συμμάχων της, καθώς και ότι ανάλογη πολιτική ακολουθείται σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενδοαστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, οι οποίες συχνά οξύνονται, προκαλούν ανακατατάξεις στις συμμαχίες. Αυτές τις ανακατατάξεις, για λογαριασμό του κεφαλαίου, σε τελευταία ανάλυση εξυπηρετούν τοποθετήσεις όπως η παρακάτω του στελέχους του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ Γιάννη Τόλιου: «Δυστυχώς η ελληνική κυβέρνηση και προσωπικά ο Γ. Παπανδρέου, δέσμιος της πολιτικής του “ενδοτισμού” προς τους ατλαντικούς και Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, αντί να σηκώσει στοιχειωδώς το ανάστημά του ως εκπρόσωπος μιας χώρας […] και να παίξει το ισχυρό χαρτί της επαναδιαπραγμάτευσης ή της αναστολής εξυπηρέτησης του χρέους […] παράλληλα με προσφυγή σε δανεισμό από άλλες χώρες (Κίνα, Ρωσία) εξάντλησε τον αγώνα του σε “Λεονταρισμούς” και απειλές για πιθανή προσφυγή στο ΔΝΤ και σε επισκέψεις “γονυκλισίας” σε ευρωπαϊκές αυλές και υπερατλαντικούς προστάτες»54.
Η συγκεκριμένη πρόταση, όπως έχουμε αναφερθεί αλλού, έχει προβληθεί επίσης αρκετές φορές από τις σελίδες της εφημερίδας «Πριν»55 και είναι προφανές ότι εγκλωβίζει το εργατικό λαϊκό κίνημα στις μυλόπετρες των ενδοαστικών ανταγωνισμών.
Το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Πέτρος Παπακωνσταντίνου γράφει: «Η ελληνική, μεγαλοαστική τάξη και οι πνευματικές της ελίτ εμφανίζονται σε ακρότατο βαθμό υποτελείς, χωρίς το παραμικρό ένστικτο εθνικής αυτοσυντήρησης»56. Με ανήκουστο έτσι τρόπο η αστική τάξη επικρίνεται ότι «τάχα» πρόδωσε τα ίδια της τα συμφέροντα. Στην πραγματικότητα αθωώνεται, καθώς παρουσιάζεται ως «υποτελής» και «εξαναγκασμένη» από τον εξωτερικό παράγοντα να υλοποιεί τα αντιλαϊκά μέτρα, αποκρύπτοντας ότι αυτά είναι απαραίτητα σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και απελευθέρωσης των αγορών, βαθιάς αλληλεξάρτησης και ανταγωνισμού των καπιταλιστικών οικονομιών.
Αλλωστε ο ΣΕΒ υποστηρίζει τα μέτρα του Μνημονίου, ασκεί κριτική για καθυστέρηση στην προώθηση των αναδιαρθρώσεων και ιδιαίτερα εκείνων που αφορούν την ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις, την πλήρη απελευθέρωση των επαγγελμάτων και τις ιδιωτικοποιήσεις. Γι’ αυτό ακριβώς είναι παραπλανητικό να παρουσιάζεται αυτή η πολιτική ως κάτι που εισάγεται έξω από τη χώρα ή να αναγορεύεται μονοσήμαντα ως αποκλειστικός αντίπαλος η γερμανική κυβέρνηση, καθώς έτσι αθωώνεται το εγχώριο κεφάλαιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Πριν» φέρει τίτλο: «Οικονομικό Νταχάου κάνει η Μέρκελ την Ευρώπη»57. Στο ίδιο φύλλο άρθρο του Γ. Δελαστίκ φέρει τίτλο: «Γερμανικό Νταχάου η ΕΕ»58, ενώ αλλού ο διευθυντής της εφημερίδας «Πριν» φτάνει να γράφει: «“Η Ευρώπη γίνεται γερμανική!” διακηρρύσσει το Ράιχ»59. Το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΥΣΑ Γ. Δελαστίκ μάλιστα επιτίθεται στους «ξένους δυνάστες», όπως τους ονομάζει, γιατί «δήθεν» δε θα αφήσουν τίποτα ελληνικό στην Ελλάδα: «Ο Γιώργος Παπανδρέου όμως τα δίνει όλα στους ξένους δυνάστες. Αυτό προκαλεί τον κίνδυνο πολύ σύντομα να περάσουν υπό ξένο έλεγχο όχι μόνο οι μεγάλες παραγωγικές ελληνικές εταιρίες, αλλά ακόμη και ολόκληρο το ελληνικό τραπεζικό σύστημα! Κι όταν λέμε ολόκληρο εννοούμε κυριολεκτικά ολόκληρο, μηδέ της Εθνικής εξαιρουμένης. Τίποτα δεν θα μείνει ελληνικό μετά την λαίλαπα του μνημονίου…»60.
Σε συνθήκες κρίσης και όξυνσης των ενδοαστικών ανταγωνισμών η εργατική τάξη δεν έχει κανένα συμφέρον να στηρίξει τη δική της αστική τάξη (ή μερίδα της), αλλά αντίθετα πρέπει να παλέψει για την ανατροπή της εξουσίας της, για να αποδεσμεύσει τη χώρα από τον καπιταλισμό και το σύνολο των ιμπεριαλιστικών οργανισμών.
Οι καπιταλιστικές χώρες είναι ενσωματωμένες στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα ανάλογα με την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύ τους και σε αυτό δεν επικρατούν σχέσεις ισοτιμίας. Ομως η εργατική τάξη πρέπει να γνωρίζει ότι -όπως και να έχει- στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος δεν μπορεί να καταργηθεί η ανισομετρία και η ανισοτιμία των σχέσεων ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη. Το ζητούμενο δεν είναι η πάλη για ισότιμες σχέσεις στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος (πόσο μάλλον η στοίχιση σε επιδιώξεις αναβάθμισης της χώρας στα πλαίσια του καπιταλισμού), αλλά η ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.
Επίσης σε συνθήκες παγκόσμιας κρίσης, επιτάχυνσης των ανακατατάξεων ανάμεσα σε ισχυρά καπιταλιστικά κράτη στο διεθνή ανταγωνισμό, καθώς και ανταγωνισμών ανάμεσα σε μερίδες του κεφαλαίου για τη διάταξη και αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων της χώρας στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος, η ρητορική περί κατοχής ανάμεσα στα άλλα μπορεί να εξυπηρετήσει τμήματα του κεφαλαίου που επιδιώκουν αναπροσανατολισμό των διεθνών σχέσεων της χώρας στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος.