ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ


του Τάσου Τραβασάρου

Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν τις προβλέψεις και εκτιμήσεις του ΚΚΕ για την καπιταλιστική κρίση, την όξυνση των αντιθέσεων στους κόλπους της ΕΕ, καθώς και την επιδείνωση των όρων ζωής της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Το Kόμμα επισημαίνει και σήμερα ότι το εργατικό-λαϊκό κίνημα δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στις διάφορες εκδοχές διαχείρισης της αστικής εξουσίας, αλλά να οργανωθεί και να αντεπιτεθεί σε γραμμή ρήξης και ανατροπής της αστικής εξουσίας.

Τα διάφορα σενάρια αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος επιδιώκουν την ανώδυνη απορρόφηση της αυξανόμενης δυσαρέσκειας της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, τη διαμόρφωση αναχωμάτων στην ευρύτερη εργατική και λαϊκή συσπείρωση με το ΚΚΕ, την αναζήτηση αποτελεσματικότερης πολιτικής διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης. Οι διεργασίες στους κόλπους των αστικών κομμάτων ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑ.Ο.Σ., καθώς και τα διάφορα πολιτικά σχήματα που πρόσφατα εμφανίστηκαν [Πανελλήνιο Αρμα Πολιτών - Δημαράς, Δημοκρατική Αριστερά (ΔΗΜΑΡ) με επικεφαλής τον Κουβέλη, Δημοκρατική Συνεργασία (ΔΗΣΥ) της Ντόρας Μπακογιάννη], αντικειμενικά εξυπηρετούν την εναλλακτική αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος. Επίσης η κρίση ανατροφοδοτεί την αντιπαράθεση ανάμεσα σε εθνικιστικές και κοσμοπολίτικες απόψεις στους κόλπους της αστικής τάξης. Κρίσιμο ζητούμενο είναι να μην εγκλωβιστούν τα εργατικά και λαϊκά στρώματα στις αστικές αντιπαραθέσεις.

Η νεοσύστατη Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών - «Σπίθα» διαδραματίζει ξεχωριστό ρόλο στη διαμόρφωση ενός αστικού ρεύματος ενσωμάτωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας σε σχεδιασμούς τμημάτων της αστικής τάξης, που μπορεί να εγκλωβίσει τα λαϊκά στρώματα στη μέγγενη των ενδοαστικών ανταγωνισμών.

Παράλληλα διεργασίες συντελούνται στο χώρο που περιλαμβάνει δυνάμεις του οπορτουνισμού όπως ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τμήματα του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, που πολιτικά συναντιούνται με μια τάση μέσα στο ΠΑΣΟΚ, με άλλους σοσιαλδημοκράτες σε γραμμή «εθνικοπατριωτική» για την έξοδο από την κρίση. Πολλά από τα στελέχη του οπορτουνιστικού χώρου συμμετείχαν στη συγκρότηση του «Αριστερού Βήματος Διαλόγου και Κοινής Δράσης» ή προηγούμενα στην «πρωτοβουλία οικονομολόγων και πανεπιστημιακών».

Η ΚΙΝΗΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ - «ΣΠΙΘΑ»

Είναι αντικειμενικό σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης όχι μόνο η εργατική τάξη και τα φτωχά μεσαία στρώματα αλλά και ανώτερα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων να πλήττονται, να θίγονται, να έχουν απώλειες στο εισόδημά τους. Ορισμένα τμήματα αυτών των δυνάμεων σε προηγούμενη φάση είχαν ωφεληθεί από την πορεία καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τα στρώματα αυτά αντιδρούν σε αυτές τις εξελίξεις, διεκδικώντας όμως άμεσες λύσεις στα πλαίσια του συστήματος, υιοθετώντας μια σειρά αστικά ιδεολογήματα που εστιάζουν στους «διεφθαρμένους πολιτικούς», την «κομματοκρατία» κλπ. Με αυτές τις θέσεις παρασύρονται και πολιτικά ανώριμες λαϊκές και εργατικές μάζες στη βάση της όξυνσης των λαϊκών προβλημάτων. Οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας μικροαστικού χαρακτήρα αξιοποιούνται από την αστική τάξη για την ενσωμάτωσή τους στις δικές της επιδιώξεις για ανασύνθεση του αστικού πολιτικού συστήματος και χτύπημα του εργατικού κινήματος. Πολύ περισσότερο που σε συνθήκες κρίσης καταστρέφεται ένα τμήμα της αστικής τάξης (κλείνουν επιχειρήσεις) γενικότερα πέφτει το γενικό ποσοστό κέρδους, εντείνονται οι προβληματισμοί σχετικά με την πολιτική παρέμβαση για ταχύτερη έξοδο από την κρίση.

Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζονται νέες πολιτικές δυνάμεις όπως η Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών - «Σπίθα» με επικεφαλής το Μίκη Θεοδωράκη, που συγκροτήθηκε και λειτουργεί από την 1η Δεκέμβρη 2010. Αν και αυτοχαρακτηρίζεται ως «αντισυστημική», στην πραγματικότητα πρόκειται για αστική πολιτική δύναμη. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι μια από τις πρώτες εκδηλώσεις της «Σπίθας»1 έγινε από τους γνωστούς ως «επιστημονικούς φορείς» των δικηγόρων, γιατρών και μηχανικών, στους οποίους ηγούνται αστικές δυνάμεις και ανώτερα τμήματα αυτοαπασχολουμένων. Κυρίως τα δεύτερα γίνονται φορείς της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής όχι μόνο στους αντίστοιχους μισθωτούς επιστήμονες αλλά και σε άλλα λαϊκά στρώματα και στην εργατική τάξη. Μεταφέρουν την αστική ιδεολογία και πολιτική σε διάφορες παραλλαγές της, συχνά με «αριστερό», «σοσιαλδημοκρατικό» περίβλημα, αλλά και αντικομμουνισμό.

Την ίδρυση ακολούθησε η συγκρότηση επιτροπών σε διάφορες περιοχές. Στις 5 Φλεβάρη 2011 πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση στην Αργυρούπολη, όπου παρουσιάστηκε η «Προσωρινή Συμβουλευτική Επιτροπή» (ΠΣΕ)2. Επόμενη κεντρική εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 27 Φλεβάρη στο Βελλίδειο.

Τη συμπάθειά τους προς τη «Σπίθα» έχουν δείξει φανερά και με την παρουσία τους στο Βελλίδειο στελέχη του αστικού πολιτικού κόσμου (Ψωμιάδης, Κούβελας, Παπαθεμελής κ.ά.) και μια σειρά διανοούμενοι του συστήματος. Στην ίδια εκδήλωση παρευρέθη και ο Πρόδρομος Εμφιεμτζόγλου, γνωστός καπιταλιστής, πρόεδρος της κατασκευαστικής εταιρείας «Μηχανική», ο οποίος παλιότερα είχε στηρίξει ανοιχτά το ΛΑ.Ο.Σ. Η επίσημη ιστοσελίδα της «Σπίθας» δεν παραλείπει να τον χαρακτηρίσει ως «ευπατρίδη Ελληνα».

Κατά την ιδρυτική συνάντηση της «Σπίθας» Κεφαλονιάς έστειλαν χαιρετιστήριο οι Πάνος Καμένος, βουλευτής της ΝΔ, καθώς και η Σοφία Σακοράφα, πρώην βουλευτής του ΠΑΣΟΚ.

Θετική τοποθέτηση απέναντι στη «Σπίθα» έχουν πάρει διάφοροι πολιτικοί χώροι, ενώ αρκετοί την προσδιορίζουν ως ένα «ευρύτερο πατριωτικό φάσμα» από τη «ριζοσπαστική δεξιά έως την πατριωτική αριστερά»3.

Στην «Ελεύθερη Ωρα» του Γρηγόρη Μιχαλόπουλου, στις 19 Γενάρη 2011, παρουσιάζεται η ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στο «REX», κάτω από τον τίτλο: «Μίκης Θεοδωράκης: Ν’ απαλειφθούν απ’ το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση οι όροι που θίγουν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Ολη η ομιλία που άναψε πατριωτική… Σπίθα σε χιλιάδες Ελληνες».

Επίσης, η εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», στις 6 Δεκέμβρη 2010, δημοσιεύοντας εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη, παρουσιάζει με θετικό τρόπο την ίδρυση της «Σπίθας» κάτω από τον τίτλο: «Παράγγελμα ανυπακοής από τον Μίκη Θεοδωράκη. Ανακοίνωσε το “άναμμα” της Σπίθας». Η ίδια εφημερίδα, στις 12 Φλεβάρη 2011, φιλοξένησε συνέντευξη του Νίκου Κούνδουρου, μέλους της Προσωρινής Συμβουλευτικής Επιτροπής της «Σπίθας».

Τη δράση της «Σπίθας» προβάλλει το περιοδικό «Επίκαιρα», των εκδόσεων Α. Λιβάνη, όπου σε μόνιμη βάση περιέχεται αρθρογραφία των μελών της Προσωρινής Συμβουλευτικής Επιτροπής της.

ΤΟ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΣΤΙΓΜΑ ΤΗΣ «ΣΠΙΘΑΣ»

Η «Σπίθα» απευθύνει «πατριωτικό» κάλεσμα για την υπεράσπιση του έθνους από την ξένη κατοχή της Τρόικα. Δηλαδή, αν και παρουσιάζεται ως «αντισυστημική» δύναμη, υποστηρίζει το καπιταλιστικό σύστημα στο όνομα της εθνικότητας. Προσπερνά δηλαδή την αντίθεση μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης μέσα στην ελληνική κοινωνία, στην οποία εξουσιάζει η πρώτη. Ετσι στο όνομα της «πατριωτικής» ενότητας υποτάσσει την εργατική τάξη αλλά και τα λαϊκά στρώματα στην εκμετάλλευση και καταπίεση του κεφαλαίου, των μονοπωλίων.

Αναλυτικότερα, η «Σπίθα» μέσα από τις διάφορες διακηρύξεις της προβάλλει τις εξής θέσεις:

• Η Ελλάδα είναι υπό κατοχή και υπάρχει ανάγκη ανεξαρτησιακού - απελευθερωτικού αγώνα.

• Το μνημόνιο καταπατεί το σύνταγμα - είναι αντισυνταγματικό και παράνομο.

• Η κρίση στην Ελλάδα ήρθε ως αποτέλεσμα σχεδίου των ΗΠΑ για να προκαλέσει σοκ και κατάρρευση στην ελληνική οικονομία - «το δόγμα του σοκ».

• Το πολιτικό προσωπικό και το πολιτικό σύστημα είναι εξαρτημένο από ξένη δύναμη (ΗΠΑ). Αρα υπάρχει ανάγκη ανασύνταξης του πολιτικού σκηνικού και στελέχωσής του από ανεξάρτητους (δηλαδή μη εξαρτημένους από τις ΗΠΑ) πολιτικούς.

• Στοιχείο της ανασύνταξης του πολιτικού συστήματος θα είναι η ανάληψη πολιτικού ρόλου από τους «αρίστους» της κοινωνικής και οικονομικής ζωής (π.χ. διπλωμάτες όπως ο Βασίλειος Μαρκεζίνης κ.ά.).

• Για την ανασύνταξη του πολιτικού συστήματος είναι απαραίτητη μια συνταγματική αλλαγή μέσω συντακτικής εθνοσυνέλευσης.

• Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και των εξωτερικών σχέσεων να υπάρξει δυνάμωμα των σχέσεων με Κίνα και Ρωσία και διαφορετική προσέγγιση στις σχέσεις με την Τουρκία μέσω άμεσων συνεννοήσεων Ελλάδας - Τουρκίας, χωρίς τη μεσολάβηση τρίτων (ΗΠΑ).

• Η «Σπίθα» να παίζει το ρόλο συνένωσης «μετώπων» που θα δημιουργηθούν κατά της «εξάρτησης», όπως των εργατών, των αγροτών, των ανέργων, των φοιτητών, των επιστημόνων.

• Υπεράσπιση του «εθνικού πολιτισμού» από τις σχεδιασμένες επιθέσεις των ΗΠΑ και άλλων δυνάμεων που επιβουλεύονται το ελληνικό έθνος.

Η «Σπίθα» κατηγορεί το ΚΚΕ ως άτολμο και μέρος του «συστήματος», επειδή από θέση στρατηγικής αντίληψης δεν ξεχωρίζει τους καπιταλιστές σε τραπεζίτες ή βιομηχάνους, τίμιους ή διεφθαρμένους, πατριώτες ή προδότες, αλλά στρέφεται ενάντια στους καπιταλιστές ως τάξη.

Ο αντικομμουνισμός δεν εκφράζεται μόνο ως ευθεία πολεμική από την αστική ιδεολογία αλλά και ως ιδιαίτερη, συχνά εξ «αριστερών», πολεμική στη στρατηγική του ΚΚΕ. Αξιοποιούνται και μια σειρά δυνάμεις που ακόμα και στο όνομα της «ανυπακοής» και της «κινηματικής δράσης» λασπολογούν και συκοφαντούν το ΚΚΕ, ακριβώς γιατί έχει κρυστάλλινη ταξική επαναστατική αντίληψη και δε γίνεται ουρά αστικών επιδιώξεων, δεν υποχωρεί στην οπορτουνιστική πίεση.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΕΘΝΟΥΣ - «ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ»

Μέσα από τις ομιλίες του Μ. Θεοδωράκη, αλλά και όλη τη δραστηριοποίηση της «Σπίθας», αναδεικνύεται το εξαιρετικά επικίνδυνο και δηλητηριώδες για τις εργατικές λαϊκές συνειδήσεις ιδεολόγημα ότι -τάχα- η βασική αντίθεση της εποχής μας είναι η αντίθεση μεταξύ των ΗΠΑ και των εθνών-κρατών που βρίσκονται σε αντίθεση μαζί τους, ότι η επίλυση αυτής της αντίθεσης θα οδηγήσει σε εξελίξεις υπέρ των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων.

Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός παρουσιάζεται ως «παγκοσμιοποίηση», κατασκευασμένη από τις ΗΠΑ, που στρέφεται ενάντια στα «ελεύθερα έθνη».

Χαρακτηριστικά είναι και τα παρακάτω αποσπάσματα, επίσης από την παρουσίαση του ιδεολογικού στίγματος της «Σπίθας», στις 6 Φλεβάρη 2011: «Η σύγχρονη διεθνής κατάσταση χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια δημιουργίας συνθηκών που θα οδηγήσουν μέσω της παγκοσμιοποίησης της Αγοράς σε μια παγκοσμιοποιημένη Κοινωνία Υπερεθνικού χαρακτήρα υπό την αιγίδα της Υπερδύναμης.

Στο δρόμο για την ολοκλήρωση αυτού του στόχου τα ισχυρότερα εμπόδια είναι έως σήμερα τα Εθνη-Κράτη, των οποίων οι ιστορικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες αμύνονται στην προσπάθεια της Υπερδύναμης να θρυμματίσει τον κοινωνικό τους ιστό, που εκτός από την ιστορία και τον πολιτισμό του κάθε λαού, τον αποτελούν και οι κάθε είδους κατακτήσεις ειδικά στον κοινωνικό, εργασιακό και μορφωτικό τους τομέα. Επομένως το Εθνος-Κράτος αποτελεί σήμερα το τελευταίο ανάχωμα της άμυνας των ελεύθερων λαών.

[…] η βασική διεθνής αντίθεση ανάμεσα στις δυνάμεις του Κακού και του Καλού περνά κάθετα μέσα σε κάθε Εθνος-κράτος και γίνεται η κυρίαρχη αντίθεση που χωρίζει τους “Κακούς” της κάθε χώρας, δηλαδή το σύνολο των δυνάμεων της εξάρτησης από την Υπερδύναμη και τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, από τους “Καλούς”, δηλαδή τους ανεξάρτητους πολίτες της κάθε χώρας που δεν δέχονται και αντιστέκονται στον νέο ολοκληρωτισμό που απειλεί το σύνολο της ανθρωπότητας. Κάθε άλλου είδους αντίθεση που χώριζε έως τώρα τις κοινωνίες των Εθνών-Κρατών που βρίσκονται στο στόχαστρο, εξακολουθεί μεν να υπάρχει, αποκτά όμως δευτερεύουσα σημασία μπροστά σ’ αυτή τη βασική αντίθεση που η έκβασή της θα σημάνει είτε την πλήρη εξουθένωση είτε ένα νέο ξεκίνημα του κάθε λαού.

[…] Εμείς πρώτοι στην Ελλάδα τοποθετήσαμε την βασική αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας ανάμεσα σε όλους τους ανεξάρτητους πολίτες και στο μπλοκ των εξαρτημένων δυνάμεων από την Υπερδύναμη (εξάρτηση που τη θεωρούμε ως ξένη κατοχή, δεδομένου ότι στηρίζεται στη δύναμη των ξένων) και χαρακτηρίσαμε τη μορφή του αγώνα μας ως αγώνα απελευθερωτικού. Οι κοινωνικές-ταξικές αντιθέσεις δεν έχουν φυσικά εξαφανιστεί. Ομως όλες οι δυνάμεις της οικονομικής ολιγαρχίας μαζί με τα παρασιτικά επαγγέλματα ανήκουν στο στρατόπεδο της ξένης εξάρτησης. Αντίθετα το στρατόπεδο των ανεξάρτητων πολιτών το αποτελούν όλες οι υγιείς κοινωνικές δυνάμεις - θύματα εκμετάλλευσης και εξαπάτησης οικονομικής και πολιτικής, του μπλοκ της ξένης εξάρτησης»4.

Η «Σπίθα» υποστηρίζει ότι η χώρα τελεί «υπό κατοχή», ιδιαίτερα μετά τη δανειακή σύμβαση και το Μνημόνιο. Σύμφωνα με τη «Σπίθα», η κατοχή είναι αποτέλεσμα της βαθιάς «εξάρτησης» της κυρίαρχης μερίδας του πολιτικού κόσμου που έχει αποκλειστικό προσανατολισμό προς τις ΗΠΑ και είναι «εξαρτημένο» από αυτές. Σε αντιπαράθεση με αυτό το «εξαρτημένο πολιτικό προσωπικό», οι εκπρόσωποι της «Σπίθας» εμφανίζονται ως «ανεξάρτητοι», συγκαλύπτοντας έτσι τον καπιταλιστικό αντιλαϊκό προσανατολισμό τους.

Η «Σπίθα» επιδιώκει να παρουσιαστεί ως ένα «νέο ΕΑΜ» που θα συσπειρώσει σε εθνική βάση ενάντια στην «κατοχή» και την «εξάρτηση». Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές οι αναφορές ότι η «Ελλάδα ανήκει στην Ελλάδα». Κατά παραπλανητικό τρόπο αναγνωρίζεται στα λόγια η ύπαρξη κοινωνικών - ταξικών αντιθέσεων, αλλά κατά τη «Σπίθα» έρχονται σε δεύτερη μοίρα, αφού πρώτα πρέπει να λυθεί το «εθνικό» - «να απελευθερωθεί η χώρα», ενώ οι κατακτήσεις των εργαζομένων παρουσιάζονται ως απόρροια ορισμένης διαφορετικής εθνικής κουλτούρας ορισμένων εθνών πού τώρα υποχώρησε.

Με αυτό το μεγάλο ψέμα αποκρύπτονται οι ιστορικές συνθήκες, μέσα στις οποίες κατακτήθηκαν εργατικά δικαιώματα με σκληρή ανειρήνευτη ταξική πάλη της εργατικής τάξης σε κάθε χώρα, με πρωτοπόρους τους κομμουνιστές, ενάντια στην αστική τάξη και στις κυβερνήσεις της. Ταυτόχρονα ο συσχετισμός σε διεθνές επίπεδο, λόγω της νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία το 1917, της εργατικής εξουσίας με την επαναστατική καθοδήγηση των μπολσεβίκων και την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, ευνόησε μια σειρά βασικές κατακτήσεις (οκτάωρο, κοινωνικές ασφαλίσεις) στον καπιταλιστικό κόσμο.

Η εργατική τάξη πρέπει να συνειδητοποιήσει πως δεν υπάρχει ούτε ελάχιστο κοινό συμφέρον ανάμεσα σε αυτή και το κεφάλαιο. Στην περίοδο της κρίσης, η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας οξύνεται ιδιαίτερα. Αυτή η αλήθεια δε μειώνεται από το γεγονός ότι και τμήματα του κεφαλαίου καταστρέφονται λόγω της νομοτελειακής κίνησης του καπιταλισμού με ανταγωνισμό, ανισομετρία, συγκεντροποίηση.

Πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό σημαίνει πάλη ενάντια στο κεφάλαιο. Σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογείται διαχωρισμός της αστικής τάξης σε «εθνική» και «ξενόδουλη». Η τάξη των καπιταλιστών έχει ενιαίο γενικό συμφέρον απέναντι στην εργατική τάξη, την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης. Βέβαια υπάρχουν αντιθέσεις μεταξύ τμημάτων της κάθε εθνικά συγκροτημένης αστικής τάξης, ακόμα υπάρχουν και διαφοροποιήσεις σε σχέση με την επιλογή ξένων συμμάχων. Πολύ περισσότερο υπάρχουν ανταγωνισμοί μεταξύ των αστικών τάξεων διαφορετικών κρατών, ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις απέναντι στις οποίες συχνά η αστική τάξη μιας χώρας δε στέκεται ενιαία. Ετσι εμφανίζονται και διαφορετικές τάσεις μεταξύ των τμημάτων της αστικής τάξης που επιδιώκουν διαφορετικές διεθνείς συμμαχίες ή διαφορετική διαπραγμάτευση στα πλαίσια των υπαρχουσών συμμαχιών. Αυτά όμως πρέπει να κατανοούνται ως ενδοοικογενειακά ζητήματα του κεφαλαίου.

Το να αναζητεί η εργατική τάξη κοινά συμφέροντα με τους εκμεταλλευτές της, έχει ως αποτέλεσμα να ευνουχίζει την πάλη της, να γίνεται ανίκανη να αντισταθεί, πολύ περισσότερο να αντεπιτεθεί για την επαναστατική εργατική εξουσία, για την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Ως αιτία της κρίσης η «Σπίθα» προβάλλει το λεγόμενο «δόγμα του σοκ». Σύμφωνα με αυτό, η οικονομική κρίση κατασκευάστηκε από τις ΗΠΑ με σκοπό να προκαλέσει σοκ στις οικονομίες των εθνών-κρατών, για να τις καθυποτάξει. Το επιχείρημα αυτό είναι σαφώς σαθρό και θέτει αντεστραμμένα τη σχέση οικονομίας-πολιτικής. Αλλωστε η καπιταλιστική κρίση αγκαλιάζει και τις ΗΠΑ. Η «Σπίθα» επιδιώκει να παίξει ρόλο αποπροσανατολισμού και χειραγώγησης με διεθνή δραστηριότητα. Εχει ήδη προαναγγείλει, δια στόματος Θεοδωράκη, τη διοργάνωση «διεθνούς συσκέψεως από εκπροσώπους Εθνών-Κρατών, που έχουν περάσει από την διαδικασία του οικονομικού “ΣΟΚ ΚΑΙ ΔΕΟΣ”, που τη βιώνουν σήμερα όπως εμείς, και που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή υποψήφιες να την υποστούν», αναφερόμενος στην Ισλανδία, τον Ισημερινό, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία. Προτείνουν τη συμμετοχή στη σύσκεψη της Ναόμι Κλάιν, συγγραφέα του βιβλίου «Το Δόγμα του Σοκ» που εκδόθηκε στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Λιβάνη.

Με διακηρύξεις της η «Σπίθα» αναδεικνύει το ζήτημα της διερεύνησης του μέρους του χρέους που είναι «απεχθές», ενώ υποστηρίζει ότι χρειάζεται «να δημιουργηθεί δημόσιος εθνικός τραπεζικός πυλώνας, που θα σπάσει το τραπεζικό καρτέλ […] να διεκδικήσουμε διαγραφή μέρους του χρέους σε συνεργασία με ελλειμματικές χώρες του ευρωπαϊκού νότου»5.

Στην ομιλία του Μ. Θεοδωράκη στο Βελλίδειο επισημαίνεται: «Με ατράνταχτα στοιχεία να αποδείξουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους είναι απεχθές και να αρνηθούμε να το πληρώσουμε, όπως έκανε ο Ισημερινός».

Αντικειμενικά η «Σπίθα» σε αυτό το ζήτημα συναντιέται με ανάλογες πρωτοβουλίες από το χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και του οπρτουνισμού για τη συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ). Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι στην εκδήλωση σύστασης-πρωτοβουλίας για τη συγκρότηση ΕΛΕ παρευρέθηκε εκπρόσωπος της «Σπίθας», ενώ οι Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος και Γεώργιος Κασιμάτης, μέλη της Προσωρινής Συμβουλευτικής Επιτροπής, υπογράφουν για τη συγκρότηση επιτροπής για το Λογιστικό Ελεγχο του χρέους της Ελλάδας.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Οσον αφορά τις οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις, ως βασικό ζήτημα προβάλλεται ο αναπροσανατολισμός των συμμαχιών της χώρας προς την κατεύθυνση της Κίνας και της Ρωσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Βελλίδειο ο Μ. Θεοδωράκης υποστήριξε ότι αν η Κίνηση βρισκόταν στην κυβέρνηση θα αρνιόταν την πληρωμή του «επαχθούς χρέους» και θα επιδίωκε να συνάψει «συμφέρουσες οικονομικές συμφωνίες δανείου με την Κίνα τη Ρωσία, που να μας βοηθήσουν να απαλλαγούμε εντελώς από το υπέρογκο χρέος, όπως και οικονομικές συμφωνίες καθαρά αναπτυξιακού χαρακτήρα με την δημιουργία δεκάδων κοινοπραξιών με σκοπό την εκμετάλλευση του πλούτου της χώρας»6.

Κάτι ανάλογο υποστηρίζει και ο Βασίλειος Μαρκεζίνης7, ο οποίος αναπτύσσει πολύπλευρη δραστηριότητα προβάλλοντας παρόμοιες θέσεις με τη «Σπίθα». Υποστηρίζοντας την ανάγκη του επαναπροσδιορισμού της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας αναφέρει ότι: «εξέχουσα θέση έχει για τη χώρα μας η αναγκαιότητα να αναπτύξει μια εξωτερική πολιτική ίσων αποστάσεων από τα κυριότερα κέντρα ισχύος: την Αμερική, τη Ρωσία, αλλά και την Κίνα (την οποία σύντομα, αν όχι ήδη, πρέπει να την παίρνουμε εξίσου στα σοβαρά). Θεωρώ μάλιστα ότι αυτό δεν ισχύει μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη στο σύνολό της»8.

Οσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, προσεγγίζονται από τη «Σπίθα» από τη σκοπιά της αναβαθμισμένης διαπραγμάτευσης χωρίς την ανάμειξη των ΗΠΑ. Επίσης, σε τοποθετήσεις μελών της ΠΣΕ της «Σπίθας» καθώς και σε αρθρογραφία τους, ανοίγεται αντιπαράθεση στη συνεργασία της ελληνικής κυβέρνησης με το Ισραήλ. Για παράδειγμα στο άρθρο του Δ. Κωνσταντακόπουλου στα «Επίκαιρα», στο οποίο δεν απορρίπτεται συνολικά η ελληνο-ισραηλινή συνεργασία, ασκείται κριτική για τον τρόπο και τους όρους της συνεργασίας: «υπάρχουν όμως μεγάλες προσδοκίες για το κυπριακό “οικόπεδο 12” που θα ψάξει η ελληνοεβραϊκή Νομπλ. Δεν θάταν όμως καλύτερα να ενεργοποιηθούν και ρώσικες, γαλλικές κινέζικες εταιρίες στην Κυπριακή ΑΟΖ, να ανοίξει το παιχνίδι; Γιατί μόνο μια εταιρεία αμερικανοεβραϊκών συμφερόντων;»9.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Η «Σπίθα» υποστηρίζει ότι είναι αναγκαία η συγκρότηση νέων πολιτικών κομμάτων, «άφθαρτων». Σε αυτή την κατεύθυνση διοργάνωσε εκδηλώσεις (στην Ηλιούπολη και τη Χαλκίδα) με θέμα: «Το τέλος των μεταπολιτευτικών κομμάτων» και ομιλητή το Μιχάλη Χαραλαμπίδη.

Στην κατεύθυνση ανασύνταξης του πολιτικού σκηνικού δραστηριοποιείται με αρθρογραφία και ο Χρήστος Γιανναράς, που ανήκει στους «φίλους της “Σπίθας”».

Ο Χρ. Γιανναράς, ως σταθερός αρθρογράφος στην εφημερίδα «Καθημερινή», τάσσεται υπέρ της συνταγματικής αναθεώρησης, της αναμόρφωσης του πολιτικού συστήματος, ακόμα και των συνδικαλιστικών δομών. Υποστηρίζει τη συνολική ανανέωση του αστικού πολιτικού προσωπικού, ασκεί κριτική στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ενώ κάλεσε σε αποχή στις πρόσφατες εκλογές και τάσσεται υπέρ της συγκρότησης κυβέρνησης προσωπικοτήτων.

Ο Χρ. Γιανναράς σε μόνιμη βάση απαιτεί την καταστολή του ταξικά προσανατολισμένου εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος, την «εφαρμογή του νόμου» απέναντι σε απεργίες και σε κινητοποιήσεις. Την ίδια στιγμή κάνει επίκληση στη «λαϊκή» κινητοποίηση, προκειμένου να αναμορφωθεί το πολιτικό σύστημα. Είναι χαρακτηριστικό ό,τι έγραφε στην «Καθημερινή» στις 8 Μάρτη 2011: «Οι υγιείς δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας, αν υπάρχουν, θα βγουν στην πλατεία Συντάγματος μόνο αν καταλάβουν πως ό,τι ήταν για την Αίγυπτο ο Μουμπάρακ και για την Τυνησία ο Μπεν-Αλή, είναι για την Ελλάδα σήμερα τα κόμματα. Ολα».

Το «όλα», με το οποίο κλείνει το κείμενο του Γιανναρά, σαφώς εμπεριέχει την αστική ανάγκη για χτύπημα του ΚΚΕ ως πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, πράγμα που ο συγκεκριμένος αρθρογράφος έχει επιχειρήσει πολλές φορές, όπως και το σύνολο του αστικού τύπου. Φυσικά το ΚΚΕ με την επαναστατική στρατηγική του εξ αντικειμένου βάζει προσκόμματα στα σχέδια ανασύνταξης του αστικού πολιτικού συστήματος, ξεσκεπάζοντας τους αστικούς σχεδιασμούς, υπονομεύοντας ταξικά τη λεγόμενη ανάγκη «εθνικής συνεννόησης».

Κοινός διαδικτυακός τόπος προβολής των απόψεων του Γιανναρά, του Μαρκεζίνη και άλλων είναι οι ιστοσελίδες «Αντίβαρο», «Αντίφωνο» και «Φοιτητικό αντίφωνο».

Ο Γ. Δημητροκάλλης10, μέσω της Κίνησης «ΠΟΛΙΤΙΖΩ» που μετατράπηκε σε «Σπίθα», υποστηρίζει: «Το Πολιτίζω θα συμπορευθεί με αυτό το ελπιδοφόρο κίνημα, θα συμμετάσχει στους αγώνες του και θα προτείνει για τη διαμόρφωση του ιδεολογικού του πλαισίου, νέους συνταγματικούς θεσμούς που βαθαίνουν και πλαταίνουν την Δημοκρατία. Ο πολιτικός ωφελισμός και οι αλχημείες των συνταγματολόγων έχουν οδηγήσει το πολίτευμά μας σε μια καρικατούρα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, (που επιτρέπει, ακόμη και σε μια ασήμαντη μειοψηφία, να ασκεί την εξουσία εν ονόματι, αλλά στην ουσία εις βάρος της πραγματικής πλειοψηφίας, του Λαού), που τώρα πρέπει να ανατραπεί, με μια Συντακτική Εθνοσυνέλευση.

[…] επισημαίνει την ανάγκη συνταγματικής αλλαγής, ώστε να απεγκλωβισθούν οι λαϊκές δυνάμεις από το αντιδημοκρατικό κομματικό σύστημα. Το γεγονός ότι οι πιο δυνατοί λαοί εκμεταλλεύονται τους αδύνατους χωρίς οίκτο, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα, δεν μπορούμε να το αλλάξουμε. Μπορούμε, όμως, κομματικά απελευθερωμένοι, να είμαστε ενωμένοι και δυνατοί, για να τους αντιμετωπίσουμε, αξιοποιώντας το φυσικό και ανθρώπινο δυναμικό μας, στα πλαίσια μιας καινούργιας πραγματικά δημοκρατικής Ελλάδας, που θα την χτίσουμε, αγωνιζόμενοι στις τάξεις της πρωτοφανούς σε έμπνευση και ορμή Κίνησης Ανεξαρτήτων Πολιτών, του Μίκη Θεοδωράκη»11.

Το ζητούμενο της ανασύνταξης του πολιτικού συστήματος προβάλλεται από διάφορα ρεύματα πολιτικής σκέψης, κατά τα λοιπά ετερόκλητα. Για παράδειγμα, από την πλευρά του κόμματος «Δράση» του Στέφανου Μάνου, στο οποίο συμμετέχει και ο Θάνος Βερέμης που αποτελεί κόκκινο πανί για τους «εθνικιστές». Στην προβολή της λεγόμενης «νέας μεταπολίτευσης» και «συντακτικής εθνοσυνέλευσης» πρωτοστατεί και ο Νίκος Ράπτης των «Οικολόγων Πράσινων», ο οποίος είναι υπεύθυνος της ιστοσελίδας «Προοδευτική Πολιτική». Τη «σκέψη» Ράπτη την πρόβαλε ως πρωτότυπη και ο Γιανναράς, μέσω της «Καθημερινής».

Μια ματιά στα γραφόμενα του Ράπτη δείχνει ότι στην εθνική ενότητα για το τσάκισμα της εργατικής τάξης χωράνε όλες οι αποχρώσεις της αστικής σκέψης και του οπορτουνισμού: «Το δίλημμα δεν είναι πια δεξιοί - αριστεροί, κοσμικοί - θρήσκοι, ευρωπαϊστές - εθνοκεντρικοί κλπ. Το δίλημμα είναι μεταξύ όσων τους νοιάζει να συνεχίσει να υπάρχει δημοκρατικό ελληνικό κράτος στον ελλαδικό χώρο και τον 22ο αιώνα -και όσους δεν τους νοιάζει!»12. Τα παραπάνω για το συντάκτη τους σημαίνουν πάνω απ’ όλα διασφάλιση της αστικής εξουσίας από τον εσωτερικό κίνδυνο. Και για να είναι σαφής, σε άλλο άρθρο του με τίτλο «Πόλεμος με το ΚΚΕ; Δεν είναι κακή Ιδέα!»13, επισημαίνει πως για να πετύχει η νέα μεταπολίτευση θα πρέπει «να αντιμετωπιστεί το ΚΚΕ όχι τόσο για αυτό που είναι, όσο για αυτό που συμβολίζει» και συμπληρώνει «δεν είναι τυχαίο πως οι πιο δημιουργικές περίοδοι της χώρας, περίοδοι οικονομικής ανάπτυξης ή /και πολιτιστικής άνθησης/ ή και πολιτικής ανάταξης, ήταν πάντοτε περίοδοι που οι ποικιλώνυμες ηγεσίες της χώρας διεκδικούσαν και διακήρυσσαν τον αντικομμουνισμό τους, παράλληλα με την έμπρακτη στήριξη των δημοκρατικών και κοινοβουλευτικών θεσμών (συχνά σε πολύ δύσκολες συνθήκες). Τέτοιες περίοδοι είναι ο μεσοπόλεμος, ιδίως η περίοδος 1928-1932 και ολόκληρο το διάστημα 1944-1967».

Είναι γεγονός ότι υπάρχουν αντιφάσεις στο ιδεολογικό στίγμα της «Σπίθας», τις οποίες αξιοποιούν μια σειρά δυνάμεις που στέκονται εχθρικά απέναντί της. Γράφει για παράδειγμα ο Δημήτρης Ψαρράς, εκ των συντακτών του «Ιού», που μέχρι πρόσφατα περιεχόταν στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»: «Αν όμως μπει κανείς στον κόπο να διαβάσει την πολυσέλιδη Διακήρυξη θα διαπιστώσει ότι κι εδώ έχουμε ένα κακογραμμένο κείμενο, το οποίο έχουν ασφαλώς συντάξει περισσότεροι του ενός, με αποτέλεσμα να περιλαμβάνονται αντιφατικές θέσεις, αλληλοσυγκρουόμενες προτάσεις και κακοχωνεμένες αναλύσεις μερίδας του Τύπου. Την ίδια στιγμή που η Σπίθα ζητάει μείωση των αμυντικών δαπανών, απαιτεί και “να οχυρωθούμε σαν αστακοί”. Κατά την εκφώνηση της Διακήρυξης ο χαρισματικός Θεοδωράκης το διαπίστωσε σε κάποια στροφή του λόγου του και μιλώντας εκτός κειμένου μουρμούρισε ότι “αυτό έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με όσα είπα προηγουμένως” για να προσθέσει αμέσως χαριτολογώντας: “γι’ αυτό είμαι άνθρωπος των αντιθέτων”»14.

Η παραπάνω παρατήρηση έχει βάση, όμως οι προσπάθειες υποβάθμισης του εγχειρήματος ως ενός συνοθυλεύματος αντιφατικών στοιχείων, που δήθεν χρησιμοποιούν - εκμεταλλεύονται το Μίκη Θεοδωράκη, συγκαλύπτουν την ουσία του ζητήματος που είναι η αναβάπτιση της αστικής πολιτικής εξουσίας με διαμόρφωση νέων αστικών κυβερνητικών σχημάτων ή αναχωμάτων στη συσπείρωση εργατικών και λαϊκών δυνάμεων με το ΚΚΕ ή οπορτουνιστικών παρεκκλίσεων στο ΚΚΕ. Αλλωστε οι «συνθέσεις» διαφορετικών επιμέρους πλευρών της αστικής πολιτικής απασχολούν ευρύτερα τμήματα της αστικής τάξης για τη διαμόρφωση του «πολιτικού υποκειμένου» της «νέας αντιπολίτευσης». Για παράδειγμα ο Ν. Ράπτης γράφει: «Θα είναι ένα υποκείμενο ιδεολογικής σύνθεσης: όλοι αυτοί οι άνθρωποι που θα προσέρθουν στην προγραμματική μας συμφωνία […] δεν είναι φυσικά δυνατό να εγκαταλείψουν τις ιδεολογικές τους αποσκευές, ούτε να λησμονήσουν όλα όσα για τα οποία πάλεψαν στο παρελθόν. Η νέα συλλογικότητα έτσι οφείλει να αξιοποιήσει και να ενσωματώσει ό,τι θετικό πρόσφεραν οι πολιτικές αποχρώσεις της προηγούμενης περιόδου:

• Από το πατριωτικό ρεύμα (εθνικιστικό για τους αντιπάλους του), να αξιοποιήσουμε την διάθεση θυσίας για την πατρίδα, τη γεωστρατηγική σκέψη, την έγνοια για την ιστορία και την προοπτική της ελληνικής περιπέτειας.

• Από το εκσυγχρονιστικό ρεύμα («ευρω-λιγούρικο» για τους αντιπάλους του), να αξιοποιήσουμε τη διάθεση για προκοπή, το δυτικότροπο προσανατολισμό, την αξιοποίηση της εμπειρίας και των βέλτιστων πρακτικών των εταίρων και συμμάχων μας της υπόλοιπης δύσης.

• Από το ορθόδοξο (θρησκόληπτο) ρεύμα, να αξιοποιήσουμε τη διαρκή αίσθηση πως αναφερόμαστε σε κάτι υπέρτερο όλων όσων λέμε ή κάνουμε, να διατηρούμε τη «μνήμη του θανάτου», να σεβόμαστε την παράδοση και να έχουμε τη διάθεση να τιμήσουμε εν ζωή αξίες όπως η αλληλεγγύη, η προσφορά στον καταφρονεμένο, η αγάπη.

Από το λαϊκό (λαϊκίστικο) ρεύμα, να αξιοποιήσουμε τη δυνατότητα επικοινωνίας με τα πλατιά στρώματα του λαού, την καλλιέργεια του οραματικού στοιχείου, την εμπιστοσύνη στη δύναμη που έχει η κινητοποίηση των μεγάλων μαζών».

Η «Σπίθα» σαφώς και θέλει (είναι διακηρυγμένος στόχος της) να παίξει ρόλο στην ανασύνταξη του αστικού πολιτικού συστήματος. Επιδιώκει προπαγανδιστικά να καρπωθεί το σημαντικό ποσοστό αποχής από τις εκλογές και να το παρουσιάσει ως λαϊκή εντολή για ριζική ανασύνταξη του πολιτικού συστήματος. Η «Σπίθα» και ο Μίκης Θεοδωράκης με έντονο λαϊκισμό προβάλλουν πως «φταίνε και οι 300», τσουβαλιάζοντας το ΚΚΕ μαζί με τα αστικά κόμματα. Μάλιστα, παριστάνοντας πως δεν ξέρουν την άποψη του ΚΚΕ για το αστικό κοινοβούλιο και το ρόλο του, υποστηρίζουν ότι συμμετοχή οποιουδήποτε στη Βουλή δίνει άλλοθι στα μέτρα που ψηφίζονται και τον καθιστά «μέρος του συστήματος».

Η «Σπίθα» δεν αποκλείει την κάθοδό της στις εκλογές, όμως αποφεύγει να προσδιορίσει αν αυτό θα γίνει άμεσα, ενώ συνολικά επιδιώκει ευρύτερες πολιτικές συνευρέσεις και αν αυτές δεν είναι κατορθωτές υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι δεδομένη η σύμπτωση σε επιμέρους επιδιώξεις.

ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ

Πολιτικές θέσεις ανάλογες με αυτές της «Σπίθας» προωθούν σήμερα και μια σειρά δυνάμεις του οπορτουνισμού, όπως το ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τμήματα του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, το «Μέτωπο Αλληλεγγύης και ανατροπής», που κινούνται γύρω από το «Βήμα Αριστερού Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς» και την «Κίνηση Αριστερών Οικονομολόγων». Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από την επίσημη τοποθέτηση της κάθε οπορτουνιστικής ομάδας, αν π.χ. η ΚΟΕ αντιμετωπίζει ενθαρρυντικά τη «Σπίθα» ή αντίθετα το ΝΑΡ τυπικά κρατάει αποστάσεις απέναντί της. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε άρθρο στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς» αναφέρεται:

«Τα διάφορα πατριωτικά, εθνικοαπελευθερωτικά του Μίκη δείχνει να πιάνουν τόπο […] ο λόγος που αιχμηρότατος συνεπαίρνει […] Το σημαντικότερο είναι ότι όλα αυτά κορυφώνονται και συναιρούνται σε ένα μήνυμα ελπίδας…»15.

Αλλά και στην εφημερίδα «Πριν», σχολιάζοντας θετικά τη συγκέντρωση της «Σπίθας» στα Προπύλαια αναφέρεται: «Είτε μας αρέσει είτε όχι. Προπύλαια και Σύνταγμα λειτούργησαν την Τρίτη -σε σημαντικό βαθμό- ως συγκοινωνούντα δοχεία. […]

Το πολυταξικό αυτό ρεύμα που βρέθηκε στα Προπύλαια αποτελεί με όλες του τις αντιφάσεις, μέρος του κινήματος της αντίστασης […] το οποίο πρέπει να συναντηθεί με τις […] νέες τάσεις αμφισβήτησης και ανατροπής. Κανείς δεν μπορεί να προσπερνά ή να υποβαθμίζει το ζήτημα της ρήξης με τις ηγεμονικές δυνάμεις του ιμπεριαλισμού, το αίσθημα οργής για τη μετατροπή της Ελλάδας […] σε […] προτεκτοράτο»16.

Επίσης η ιστοσελίδα «Ισκρα» του Παναγιώτη Λαφαζάνη αναφέρει: «…η ομιλία του μεγάλου Μίκη έχει πολύ ενδιαφέροντα σημεία ανάλυσης και κριτικής. Θα προσθέταμε, επίσης, ότι η ομιλία του Μίκη διαπνέεται και από ένα πρόσθετο παράγοντα, ο οποίος λείπει, σχεδόν παντελώς, από το λόγο της εκσυγχρονιστικής Αριστεράς ή μιας υπερδιεθνιστικής Αριστεράς: τον πατριωτικό προσανατολισμό, παρά τις όποιες παρατηρήσεις επ’ αυτού»17.

Τα διάφορα οπορτουνιστικά σχήματα, διατηρώντας το καθένα τον ιδιαίτερο ρόλο του, συναντιούνται στην ταχυδακτυλουργική εμφάνιση της γραμμής που προβάλλει η «Σπίθα» ως «αντικαπιταλιστικής συσπείρωσης», ως γραμμής συγκέντρωσης δυνάμεων για το σοσιαλισμό.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Οι θέσεις των οπορτουνιστικών δυνάμεων για την οικονομική κρίση συσκοτίζουν τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της, δηλαδή ότι πρόκειται για κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου που έχει τη ρίζα της στις αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής. Τα στελέχη του συγκεκριμένου χώρου επαναλαμβάνουν αναλύσεις (με παραλλαγές) για την οικονομική κρίση που ενοχοποιούν πρωτίστως το χρηματοπιστωτικό σύστημα ή προβλήματα της δημοσιονομικής διαχείρισης (π.χ. αναφέρονται σε κρίση χρέους).

Ο καθηγητής Κώστας Λαπαβίτσας, για παράδειγμα, χαρακτηρίζει την κρίση ως κρίση χρηματιστικοποίησης, τοποθέτηση που εστιάζει την αναζήτηση των αιτιών της κρίσης σε φαινόμενα διόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα.18

Σε αντιστοιχία με τα παραπάνω χαρακτηρίζει την κρίση στην ευρωζώνη πρωτίστως ως κρίση «χρέους»: «Η κρίση της ευρωζώνης είναι, όμως κατά πρώτο λόγο, κρίση χρέους, ιδιαίτερα του ελληνικού δημόσιου χρέους»19.

Το στέλεχος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ Π. Λαφαζάνης ισχυρίζεται επίσης για την κρίση ότι αυτή «…εξελίσσεται σε παγκόσμια και ευρωπαϊκή κρίση χρέους…»20.

Το ΝΑΡ, αν και σε κείμενά του αναφέρεται σε κρίση υπερσυσσώρευσης, εντούτοις στη βασική του ανάλυση επικεντρώνεται σε ορισμένα χαρακτηριστικά της εκδήλωσης της κρίσης, με άμεσα αποτελέσματα στην πολιτική του γραμμή. Ετσι, σε θέσεις που δημοσίευσε μπροστά στο «Πανελλαδικό σώμα για την κρίση», αναφέρει: «Το δημοσιονομικό έλλειμμα και το κρατικό χρέος -αλλιώς, η δημοσιονομική κρίση και η κρίση χρέους- είναι ένα πρόβλημα διεθνές»21. Στο ίδιο κείμενο το ΝΑΡ υπογραμμίζει ότι «η δημοσιονομική κρίση και η κρίση χρέους εμφανίζονται ιδιαίτερα οξυμμένες στον ευρωπαϊκό νότο»22.

Αυτές οι προσεγγίσεις αποσιωπούν το γεγονός ότι στην Ευρωζώνη στο σύνολό της, όπως στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία, στη Βρετανία κι άλλες μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες, εκδηλώθηκε κρίση, μείωση του ΑΕΠ κατά το 2008-2009. Απενοχοποιούν τον καπιταλισμό από τις καταστροφικές αντιθέσεις του, την ΕΕ από τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις της, από την ανισόμετρη ανάπτυξη. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συγκλίνουν ή και ταυτίζονται με παρόμοιες αστικές προσεγγίσεις για την κρίση που αντιπαραθέτουν το «παρασιτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα» στο υποτιθέμενο «υγιές βιομηχανικό κεφάλαιο» ή τη σπατάλη δημόσιας διαχείρισης στην ορθολογική βιομηχανική παραγωγή.

ΓΡΑΜΜΗ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ

Οι οπορτουνιστικές δυνάμεις (ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΚΟΕ, «Αριστερό Ρεύμα» του ΣΥΝ κλπ.) αντιτίθενται στο μνημόνιο της κυβέρνησης με το ΔΝΤ και την ΕΕ από θέσεις σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, την οποία ψευδεπίγραφα αποκαλούν «αντικαπιταλιστική». Συνοπτικά υπενθυμίζουμε ότι ο προσαρμοσμένος στις σημερινές συνθήκες αστικός-σοσιαλδημοκρατικός χαρακτήρας της γραμμής τους βασίζεται στα εξής:

1. Ως γραμμή απάντησης και διεξόδου από την κρίση προβάλλεται μια εκδοχή νεοκεϋνσιανής επεκτατικής πολιτικής διαχείρισης του καπιταλισμού που περιλαμβάνει:

• Στάση πληρωμών και έξοδο από την ΟΝΕ.

• Εθνικοποίηση τραπεζών.

• Επανακρατικοποίηση ορισμένων ΔΕΚΟ.

• Παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με προγράμματα δημοσίων επενδύσεων με έμφαση σε συγκεκριμένους κλάδους της βιομηχανίας.

2. Οι συγκεκριμένες δυνάμεις καλλιεργούν συστηματικά αυταπάτες για δυνατότητα φιλολαϊκής αναμόρφωσης του ΠΑΣΟΚ, γι’ αυτό εισάγουν διαχωρισμούς ανάμεσα σε «καλό» και «κακό» ΠΑΣΟΚ ή ανάμεσα σε «αριστερή» και «δεξιά» σοσιαλδημοκρατία.

3. Επικεντρώνουν την πολεμική τους στο σημερινό αστικό πολιτικό σύστημα με βασικές του δυνάμεις το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ και όχι σε οποιοδήποτε αστικό πολιτικό σύστημα, σε μια αναμόρφωση του οποίου διεκδικούν ρόλο, ακόμα και κυβερνητικό.

4. Το πλαίσιό τους εξυπηρετεί τον αναπροσανατολισμό των συμμαχιών της αστικής τάξης στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος.

5. Επιτίθενται στη στρατηγική του ΚΚΕ, στην αναγκαιότητα της εργατικής-λαϊκής εξουσίας και στις συμμαχίες που την εξυπηρετούν.

Ο στόχος της στάσης πληρωμών για την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, γύρω από τον οποίο συγκροτείται το πλαίσιο αυτών των δυνάμεων, δε συνδέεται με την ανάγκη ανατροπής της κυριαρχίας και πολιτικής εξουσίας συνολικά των μονοπωλίων, βιομηχανικών, εμπορικών κλπ., για κοινωνικοποίησή τους με εργατική-λαϊκή εξουσία. Ετσι τα περί μη αναγνώρισης του χρέους γίνονται παγίδες εγκλωβισμού των εργατικών-λαϊκών στρωμάτων στο να επιλέξουν τον τρόπο με τον οποίο θα φορτωθούν τα ίδια τα βάρη της κρίσης.

Ο ίδιος στόχος προβάλλεται από ένα ολόκληρο φάσμα αστικών δυνάμεων, από επιφανείς αστούς οικονομολόγους, από συγκροτήματα του Τύπου («Ποντίκι», «Επίκαιρα», «Παρόν», αρθρογράφοι σε «Ελευθεροτυπία»), ενώ έχει πραγματοποιηθεί από σειρά καπιταλιστικών κυβερνήσεων, λειτουργώντας στην κατεύθυνση εξασφάλισης της πολιτικής σταθερότητας (π.χ. Ισλανδία, Αργεντινή).

Οι προτάσεις τους σε καμία περίπτωση δε συνιστούν «πολιτικές αιχμές ή στοχεύσεις» που δημιουργούν «προβλήματα και αναστατώσεις στην αστική τάξη», όπως ψευδεπίγραφα και παραπλανητικά ισχυρίζονται,23 αλλά αποτελούν την προσαρμογή της πλατιάς τους «αντινεοφιλελεύθερης γραμμής» στις σημερινές συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα συγκαλύπτουν τον ταξικό χαρακτήρα της πολιτικής τους γραμμής με το χαρακτηρισμό της ως «μεταβατικού πρόγραμματος για το σοσιαλισμό»24, ενώ πρόκειται για μια πολιτική γραμμή που στην πραγματικότητα αποτελεί μια σοσιαλδημοκρατική αστική εκδοχή διαχείρισης της κρίσης. Καλλιεργούν αυταπάτες στην εργατική τάξη ότι μπορεί ο καπιταλισμός να γίνει «πιο ανθρώπινος» ή ότι είναι θέμα συσχετισμού και πίεσης του κινήματος αν το κεφάλαιο θα επιλέγει σε πολιτικό επίπεδο έναν πιο διευρυμένο δημόσιο τομέα. Σε τελευταία ανάλυση, οποιαδήποτε κατάκτηση ή οποιαδήποτε παρεμπόδιση νέων αντεργατικών-αντιλαϊκών μέτρων μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα της ταξικής πάλης σε γραμμή σύγκρουσης με την αστική εξουσία κι όχι σε γραμμή ταξικής συνεργασίας.

Κάποια στελέχη αυτών των δυνάμεων καμώνονται ότι τάχα «ψάχνουν» το πρόβλημα-κρίκο που θα φέρει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας και ισχυρίζονται ότι τέτοιο κρίκο συνιστά το χρέος. Πρόκειται βέβαια για καμουφλάζ της γραμμής ενσωμάτωσης που προβάλλουν, με έντονο το στοιχείο της δημαγωγίας.

Η αντιλαϊκή επίθεση δεν πραγματοποιείται εξαιτίας του χρέους, όπως ψευδεπίγραφα προβάλλουν οι αστοί. Απόδειξη ότι αυτή πραγματοποιείται και σε άλλες καπιταλιστικές κοινωνίες, ανεξάρτητα από το ύψος του δημόσιου χρέους τους. Η στάση πληρωμών εκ μέρους της κυβέρνησης απέναντι στους πιστωτές σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει το πρόβλημα-κρίκο που θα φέρει στην ημερήσια διάταξη την πάλη για την εξουσία, αφού στο έδαφος του καπιταλισμού, των μονοπωλίων, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η διεθνής αγορά του χρηματικού κεφαλαίου (αγορά που απορροφά τα κρατικά ομόλογα). Αρα η πρόταση για στάση πληρωμών γίνεται με όρους ενδοϊμπεριαλιστικής διαπραγμάτευσης και συνεννόησης μεταξύ αστικών κυβερνήσεων, τραπεζικών και άλλων ιμπεριαλιστικών ενώσεων (βλέπε επιμήκυνση, κούρεμα του χρέους κ.ά.). Κρίκος με σαφή κατεύθυνση μπορεί να είναι η κατάσταση της εργατικής τάξης, των μισθωτών και συνταξιούχων που επιδεινώθηκε επειδή η αστική κυβέρνηση δεν πληρώνει τις υποχρεώσεις της σε μισθούς συντάξεις, δαπάνες σε κοινωνικές υπηρεσίες, ασφαλιστικά ταμεία κλπ.

Η ιστορική πείρα έχει αναδείξει ότι σε περίοδο διαμόρφωσης συνθηκών επαναστατικής κατάστασης αναδεικνύονται προβλήματα στα οποία συμπυκνώνονται οι αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος και μετατρέπονται σε κρίκους που μπορούν να αξιοποιηθούν για να έρθει στην ημερήσια διάταξη η ανάγκη ανατροπής της αστικής εξουσίας, αρκεί βεβαίως το ΚΚ να συνδέσει αυτά τα ζητήματα με την πάλη για την εξουσία. Τέτοιες ήταν τον Οχτώβρη του 1917 οι διεκδικήσεις για «ειρήνη», «γη» και «ψωμί», γιατί μόνο η εργατική εξουσία μπορούσε τη δεδομένη ιστορική στιγμή να βγάλει τη Ρωσία από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, να λύσει το επισιτιστικό και αγροτικό πρόβλημα. Τέτοιοι κρίκοι μπορούν να αναδειχτούν σε συνθήκες όξυνσης των αντιθέσεων του καπιταλισμού και συνδέονται με τη διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης. Η αξιοποίησή τους ως κρίκων για τη μαχητικοποίηση της εργατικής τάξης και τη λαϊκή συμμαχία έχει νόημα όταν γίνεται για την επιτυχή έκβαση της επαναστατικής πάλης, για την κατάκτηση της εξουσίας κι όχι με τη συμμετοχή του ΚΚ σε μια αστική διακυβέρνηση.

Αυτό είναι το ιστορικό δίδαγμα από την πάλη του κόμματος των μπολσεβίκων στη Ρωσία. Σε διαφορετική περίπτωση, στην επαναστατική κατάσταση θα δοθεί διέξοδος προς όφελος της σταθεροποίησης της εξουσίας του κεφαλαίου, όπως έγινε σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου ο κρίκος, δηλαδή η πάλη ενάντια στην ξένη κατοχή, αυτονομήθηκε από την πάλη για την εργατική εξουσία.

Αντίθετα, οι οπορτουνιστικές δυνάμεις όλων των εποχών και σε οποιαδήποτε χώρα υπόσχονται φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις στο έδαφος του καπιταλισμού με τη δική τους συμμετοχή στη διακυβέρνηση. Θέλουν να συμπαρασύρουν και το ΚΚΕ, γνωρίζοντας ότι αποτελεί την κύρια πολιτική δύναμη οργάνωσης της ταξικής πάλης και προώθησης της λαϊκής συμμαχίας.

Ετσι, στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», προβάλλεται ο στόχος μιας «λαϊκοδημοκρατικής κυβέρνησης όχι με στόχο το σοσιαλισμό, αλλά φτου και από την αρχή, τη δημοκρατία, τη συμμετοχή, την αποκατάσταση του ξεχαρβαλώματος των εργασιακών δικαιωμάτων. Προέχει πάνω από όλα το χρέος»25.

Ο χώρος ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμφανιζόταν με χαρακτηριστική πολυγλωσσία στο συγκεκριμένο θέμα. Ωστόσο το τελευταίο διάστημα όλο και πιο καθαρά πλέον υποστηρίζει μια τέτοια κυβέρνηση. Για παράδειγμα γράφεται σε πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Πριν»: «Η ουσία πάντως είναι ότι αποκλείεται η Ελλάδα να βγει από την παγίδα του δημόσιου χρέους, αν δεν αποκτήσει μια κυβέρνηση η οποία να προχωρήσει σε παύση πληρωμών προς τους ξένους δανειστές»26.

Αξιοσημείωτο της γραμμής τους είναι ότι αυτές οι δυνάμεις έχουν πρωτοστατήσει στην «πρωτοβουλία» για τη συγκρότηση ΕΛΕ του χρέους, η οποία έχει στόχο, σύμφωνα με τους εισηγητές της, να διακριβώσει ποιο τμήμα του χρέους είναι παράνομο, παράτυπο ή επαχθές. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο ενσωμάτωσης που προβάλλουν οι συγκεκριμένες δυνάμεις. Αντιμετωπίζει το χρέος των καπιταλιστών ως «εθνικό πρόβλημα» ή «πρόβλημα της χώρας», για το οποίο από κοινού εργάτες και κεφαλαιοκράτες πρέπει να βρουν λύση. Ταυτόχρονα η πρωτοβουλία για την ΕΛΕ καλλιεργεί αυταπάτες στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα ότι οι αιτίες των δεινών τους πρέπει να αναζητηθούν στους «διεφθαρμένους πολιτικούς και επιχειρηματίες» και όχι στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς» προβάλλονται ως θετικά παραδείγματα μια σειρά καπιταλιστικές χώρες που συγκρότησαν τέτοιες επιτροπές λογιστικού ελέγχου και που με βάση αυτές προχώρησαν σε αναδιάρθωση ή αναδιαπραγμάτευση του χρέους τους κλπ. Ως τέτοιες χώρες προβάλλονται οι Φιλιππίνες, η Βολιβία, το Περού, η Βραζιλία, η Παραγουάη, η Ζιμπάμπουε.27 Ανάλογα η Νάντια Βαλαβάνη, που πρωτοστατεί στην εν λόγω πρωτοβουλία, προβάλλει ως θετικά παραδείγματα τη Ρωσία και το Εκουαδόρ.28 Πρόκειται δηλαδή για παραδείγματα καπιταλιστικών χωρών όπου παρόμοιες προτάσεις και επιτροπές λογιστικού ελέγχου του χρέους αξιοποιήθηκαν ή και συστάθηκαν από τις καπιταλιστικές κυβερνήσεις για τη διασφάλιση της σταθερότητας του καπιταλισμού, ενώ δεν επέφεραν βελτίωση της θέσης των μισθωτών, συνταξιούχων, της μεγάλης πλειοψηφίας των αυτοαπασχολουμένων.

Ειδικά ο σοσιαλδημοκράτης Πρόεδρος του Εκουαδόρ, Ραφαέλ Κορέα, παρουσιάζεται λίγο-πολύ ως το πρότυπο ηγέτη. Στην πραγματικότητα ηγείται πολιτικών δυνάμεων που πραγματοποιούν αστικούς εκσυγχρονισμούς στο Εκουαδόρ προς όφελος του κεφαλαίου, ενσωματώνοντας τη λαϊκή διαμαρτυρία και δυσαρέσκεια, χρησιμοποιώντας «αντιιμπεριαλιστικά» συνθήματα με μπόλικη δημαγωγία. Η λαϊκή δυσαρέσκεια και τα συνθήματα περί μη αναγνώρισης του «επαχθούς χρέους» ουσιαστικά αξιοποιήθηκαν για την αναδιάρθρωση του χρέους και τη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης στις διεθνείς αγορές. Αυτή η διαδικασία δεν έφερε τίποτα το φιλολαϊκό. Αντίθετα, είναι χαρακτηριστικό ότι επί προεδρίας Ραφαέλ Κορέα εκπονήθηκε φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων στον τομέα των ορυχείων από κοινού με καναδικές εταιρίες, ενώ η ανεργία παραμένει στα ίδια υψηλά επίπεδα, περίπου στο 10%. Σε σχέση με το διεθνή δανεισμό απλώς διαφοροποιήθηκαν οι πηγές του. Ετσι πρόσφατα συνάφθηκε δάνειο ύψους 123 εκατομμυρίων δολαρίων με τη Ρωσία για την υλοποίηση του υδροηλεκτρικού σταθμού «Τοάτσι Πιλατόν», ενώ έχουν συναφθεί αρκετά δάνεια με την Κίνα.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με ανακοίνωσή της «…στηρίζει το αίτημα για τη συγκρότηση ΕΛΕ του ελληνικού χρέους, επιμένοντας στην ανάγκη να έχει σαφή αγωνιστικό, κινηματικό προσανατολισμό…»29.

Την πρωτοβουλία για τη συγκρότηση ΕΛΕ πήρε το «Αριστερό Βήμα Διαλόγου» και οι καθηγητές στο Λονδίνο Κώστας Λαπαβίτσας και Στάθης Κουβελάκης.30 Είναι ενδεικτική του διαχειριστικού χαρακτήρα της εν λόγω πρότασης η σύνθεση των στελεχών που πρωτοστατούν ή τη στηρίζουν με τις υπογραφές τους. Στους πρωτεργάτες της είναι η Σοφία Σακοράφα, βουλευτής του ΠΑΣΟΚ που ανεξαρτητοποιήθηκε, ο Πρόεδρος της ΑΔΕΔΥ Σπύρος Παπασπύρος, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Λεωνίδας Βατικιώτης, η Νάντια Βαλαβάνη από την εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», ενώ τη στηρίζουν με δηλώσεις και υπογραφές ο Αλέκος Αλαβάνος, ο πρώην πρόεδρος του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς Λόταρ Μπίσκι, στελέχη του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ (Τόλιος, Κοροβέσης κλπ.), του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ (Δελαστίκ, Παπακωνσταντίνου κλπ.), της ΚΟΕ (Ν. Γαλάνης) κ.ά.

Στη συνέντευξη τύπου που δόθηκε ήταν παρόντες εκπρόσωποι της «Σπίθας» του Μίκη Θεοδωράκη, ενώ οι Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος και Γεώργιος Κασιμάτης, μέλη της Προσωρινής Συμβουλευτικής Επιτροπής της «Σπίθας», την υποστηρίζουν με υπογραφές τους.31

Σύμφωνα με την ΕΛΕ, κεντρικό ρόλο στο λογιστικό έλεγχο του χρέους θα παίξουν διεθνείς «μη κυβερνητικές» οργανώσεις, πολλές από τις οποίες υπήρξαν συνδιοργανωτές συνεδρίου που έκανε η ΕΛΕ το Μάη του 2011 στην Αθήνα, όπως η Eurodad, η CADTM, η Bretton Woods Project, η RMF, η Jubilee Debt Campalgn UK κλπ. Υποστηρίζουν ότι αυτές θα δώσουν τεχνογνωσία και θα παίξουν κρίσιμο ρόλο στον έλεγχο των συμβάσεων του χρέους, όπως έγινε και σε άλλες χώρες. Πρόκειται στην πραγματικότητα για οργανώσεις που έχουν στενές σχέσεις με ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, έχουν πλούσια δράση σε όλο τον πλανήτη προς όφελος διακρατικών περιφερειακών καπιταλιστικών ενώσεων, αποτελώντας εργαλείο των καπιταλιστικών κρατών στη χειραγώγηση του εργατικού λαϊκού κινήματος. Στην πλειοψηφία τους πρόκειται για ευαγή ιδρύματα, άλλα μέλη του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ, άλλα χρηματοδοτούμενα από το «Ιδρυμα Φορντ», το «Ταμείο Ροκφέλερ» και άλλα χρηματοδοτούμενα επίσημα από την ΕΕ. Οπως επίσημα άλλωστε υποστηρίζουν οι εν λόγω «μη κυβερνητικές» οργανώσεις, στους στόχους τους περιλαμβάνουν τη μεταρρύθμιση της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο συνέδριο της Αθήνας συμμετείχε εκπρόσωπος της γνωστής Attac, η οποία πριν λίγα χρόνια πρόβαλε τη γνωστή διαχειριστική πρόταση για την επιβολή του «φόρου Τόμπιν» και παίζει συγκεκριμένο ρόλο προκειμένου να παρεμβαίνει η ΕΕ στα λαϊκά κινήματα σε αρκετές χώρες στην Ευρώπη, αλλά και στη Λατινική Αμερική.

ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ

Οι δυνάμεις αυτές του οπορτουνισμού μένουν προσηλωμένες στην «αντινεοφιλελεύθερη» σοσιαλδημοκρατική γραμμή, υποστηρίζοντας το «δημόσιο έλεγχο του πιστωτικού συστήματος» και την «επανακρατικοποίηση των ΔΕΚΟ» ως μέσο για την «παραγωγική ανασυγκρότηση» της καπιταλιστικής οικονομίας. Για παράδειγμα, το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Πέτρος Παπακωνσταντίνου γράφει: «Πέραν των τραπεζών, η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων απαιτεί την εθνικοποίηση στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων και ολόκληρων κλάδων…»32.

Ανάλογες θέσεις προβάλλει στη διακήρυξή του το «Μέτωπο αλληλεγγύης και ανατροπής»: «Η δημιουργία ενός μεγάλου εθνικού-κρατικού τραπεζικού φορέα. Ο δημόσιος έλεγχος και η εθνικοποίηση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας [...] Η χρησιμοποίηση ενός νέου πραγματικού δημόσιου-κοινωνικού, συλλογικού, διαφανούς, ελεγχόμενου - ως κινητήρα για μια πολιτική παραγωγικής ανασυγκρότησης»33.

Οι παλιές σοσιαλδημοκρατικές συνταγές κρατικοποιήσεων, που έγιναν σε άλλη χρονική περίοδο από την άποψη της ανάγκης του κεφαλαίου για διευρυμένη αναπαραγωγή, σήμερα δεν είναι εφαρμόσιμες. Αντίθετα, στις σημερινές συνθήκες το κεφάλαιο έχει την ανάγκη να επενδυθεί ακόμα περισσότερο σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία, να μειώσει την αξία της εργατικής δύναμης στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, προκειμένου να ανταγωνιστεί στη διεθνή αγορά. Από αυτό προκύπτει ότι δεν έχει περιθώρια παραχωρήσεων ή ελιγμών, όπως παλιότερα.

Την ανάγκη «παραγωγικής ανασυγκρότησης» προβάλλει και ο Ευτύχης Μπιτσάκης, που συμμετέχει στο «Βήμα Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς», ο οποίος σε άρθρο του γράφει: «Το πρόβλημα λοιπόν είναι ευρύτερο: Ποιες δυνάμεις θα πρωτοστατήσουν για την παραγωγική και οικονομική ανασυγκρότηση; Για μια αξιοβίωτη ανάπτυξη; Για μια προγραμματισμένη αποκέντρωση, ώστε να γίνει όσο δυνατόν λιγότερο αβίωτη η πρωτεύουσα και οι άλλες πόλεις της χώρας; […] Η ελληνική αριστερά διαθέτει σημαντικό αριθμό έμπειρων οικονομολόγων και τεχνικών που θα μπορούσαν…»34. Ετσι ανάγει τα προβλήματα της καπιταλιστικής παραγωγής σε προβλήματα ικανότητας των διαχειριστών της, αναζητώντας τους καλούς διαχειριστές στην «ελληνική αριστερά».

Απόψεις για την ανάγκη μιας «νέας», όπως λέει, «αναπτυξιακής» και «παραγωγικής δυναμικής» της καπιταλιστικής οικονομίας προβάλλει το στέλεχος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ Π. Λαφαζάνης. Για παράδειγμα γράφει: «…αν θέλουμε να μειώσουμε ελλείμματα και χρέη οφείλουμε να το πράξουμε όχι μέσα από δημοσιονομικούς περιορισμούς, αν και είναι αυτονόητη η περιστολή της σπατάλης, αλλά μέσω μιας νέας αναπτυξιακής, παραγωγικής και κοινωνικής δυναμικής»35.

Είναι μια πρώτης τάξης εγκατάλειψη της ταξικής ανάλυσης της κοινωνίας, της σχέσης οικονομίας - πολιτικής, που στον πυρήνα της βρίσκεται η σχέση ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, σχέση θεμελιακή στη συγκρότηση κάθε κοινωνίας. Αλλωστε για «παραγωγική ανασυγκρότηση» μιλάει και ο ΣΕΒ, αστοί πολιτικοί και οικονομολόγοι.

Η εργατική τάξη δεν έχει κανένα συμφέρον να ενσωματωθεί σε αστικούς στόχους αποσπασμένους από την ταξική πάλη για την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Ανάπτυξη προς όφελος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων μπορεί να συντελεστεί με την εργατική εξουσία, την κοινωνική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας. Η αξιοποίηση των πλούσιων πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας προς όφελος του λαού είναι ζήτημα πολιτικό και όχι τεχνικό-επιστημονικό.

Στις ΗΠΑ, ενώ είναι η πρώτη παραγωγική χώρα στον κόσμο, το εργατικό εισόδημα όλο και μειώνεται, χειροτερεύει η κατάσταση της εργατικής τάξης, αυξάνει η φτώχεια, η παιδική εξαθλίωση. Σε καπιταλιστικές χώρες με πολύ πιο ισχυρό παραγωγικό ιστό, πριν ακόμη την εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης αλλά πολύ περισσότερο τώρα, παίρνονται εξίσου βάρβαρα μέτρα ενάντια στην εργατική τάξη και στα λαϊκά στρώματα.

Το ζητούμενο για την εργατική τάξη δεν είναι να συσπειρωθεί γύρω από μια γραμμή πάλης για την ανασυγκρότηση της καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά να παλέψει κάτω από την καθοδήγηση του ΚΚ για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, που έχει σαπίσει και είναι ιστορικά ξεπερασμένο.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΝΕ ΑΠΟ ΑΣΤΙΚΗ ΣΚΟΠΙΑ

Ενα τμήμα του οπορτουνιστικού χώρου ασκεί κριτική στη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΟΝΕ από θέσεις εθνικής προστασίας της εγχώριας καπιταλιστικής παραγωγής και εθνικής ευελιξίας στην άσκηση νομισματικής πολιτικής. Παραβλέπει το γεγονός ότι διάφορα τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου -και του βιομηχανικού, όχι μόνο του τραπεζικού- ωφελήθηκαν από την ένταξη στην Ευρωζώνη. Χαρακτηριστική αυτής της προσέγγισης είναι η τοποθέτηση του στελέχους του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Λεωνίδα Βατικιώτη: «Το μίνι “οικονομικό θαύμα” της Γερμανίας δεν επιτεύχθηκε μόνο εις βάρος των εργαζομένων της που είδαν τους μισθούς τους να μειώνονται και το κράτος πρόνοιας να εξαφανίζεται, αλλά και εις βάρος των χωρών του νότου (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία) όπου κατευθύνεται το 12% των συνολικών γερμανικών εξαγωγών. Κοινό χαρακτηριστικό των τεσσάρων αυτών καπιταλιστικών σχηματισμών, πέραν της γεωγραφικής τους θέσης, είναι πως η παραγωγικότητα του κεφαλαίου τους είναι χαμηλότερη της αντίστοιχης γερμανικής. Αδυνατούν επομένως να την ανταγωνιστούν. Προς επίρρωση το μόνιμα ελλειμματικό τους ισοζύγιο έναντι της Γερμανίας μόνο το 2009 σήμανε ένα καθαρό όφελος της τάξης των 30,6 δις. Ευρώ για το γερμανικό εμπορικό ισοζύγιο […] Η άλωση των καπιταλιστικών οικονομιών του Νότου, μέσω της εμπορικής διείσδυσης και των επενδύσεων κεφαλαίου, ουδέποτε θα είχε συμβεί, σε τέτοιο βαθμό, αν δεν είχε προηγηθεί η οικονομική και νομισματική ενοποίηση. Οι 12 αρχικά και πλέον 16 χώρες της ευρωζώνης με υιοθέτηση κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος κατέθεσαν τα τελευταία όπλα που διέθεταν για να προστατεύσουν την εγχώρια παραγωγή και το κεφάλαιό τους απέναντι στους ανταγωνιστές τους: τις νομισματικές υποτιμήσεις […] Μια καταστροφική οικονομική πολιτική που βοηθήθηκε τα μέγιστα από τη συναλλαγματική ισοτιμία με την οποία εντάχθηκε η δραχμή στο ευρώ (340,75 δραχμές ανά ευρώ) και η οποία ευνοούσε αποκλειστικά και μόνο τις γερμανικές επιδιώξεις, όπως συνέβη και με άλλες χώρες που εντάχθηκαν στο ευρώ, κι όχι τα συμφέροντα του ίδιου του ελληνικού καπιταλισμού»36.

Με την ίδια λογική υπερασπίζουν την έξοδο από το ευρώ και άλλοι εκπρόσωποι του οπορτουνιστικού χώρου, συμπίπτοντας έτσι με ορισμένα τμήματα του κεφαλαίου στην Ελλάδα, με Αμερικανούς αλλά και Γερμανούς αστούς οικονομολόγους που υποστηρίζουν την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Κ. Λαπαβίτσα: «Η έξοδος από την ΟΝΕ είναι ένα μεγάλο βήμα για τις περιφερειακές χώρες με πολύπλοκες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Θα μπορούσε να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα μέσω της υποτίμησης του νομίσματος, καθώς και μέσω της άρσης των περιορισμών που επιβάλλει η ΟΝΕ στην νομισματική και δημοσιονομική πολιτική»37.

Σε άλλο σημείο ο Κ. Λαπαβίτσας γράφει ότι η αθέτηση πληρωμών και η έξοδος από την ΟΝΕ «…θα πρόσφερε άμεσο έλεγχο της εγχώριας δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Θα αφαιρούσε επίσης τους περιορισμούς της νομισματικής ένωσης που οδήγησαν σε μόνιμα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών για την περιφέρεια. Θα ήταν λογικό να αναμένεται επίσης ότι η υποτίμηση θα έφερε αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Είναι ακόμα εύλογο ότι η υποτίμηση θα οδηγούσε σε αναδιάταξη των εγχώριων πόρων προς όφελος της βιομηχανίας…»38.

Μια παρόμοια άποψη για προστασία τμημάτων της εγχώριας καπιταλιστικής παραγωγής, αύξηση της ανταγωνιστικότητάς της μέσω της υποτίμησης του νομίσματος με επιστροφή στη δραχμή υποστηρίζει και το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Πέτρος Παπακωνσταντίνου:

«Εξοδος από το ευρώ και υποτίμηση της νέας δραχμής, με παράλληλα μέτρα προστατευτισμού της εγχώριας παραγωγής.

Οσο η Ελλάδα μένει στην ΟΝΕ του Μάαστριχ και του Συμφώνου Σταθερότητας, θα έχει δεμένα τα χέρια στην πλάτη, αναφορικά με κάθε προσπάθεια αναζωογόνησης της βιομηχανικής, βιοτεχνικής και αγροτικής παραγωγής της, ακόμη και του τουρισμού της. Χωρίς έλεγχο του νομίσματος και της ισοτιμίας του, όπως του εξωτερικού εμπορίου, ο μόνος δρόμος για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας είναι εκείνος του κοινωνικού ντάμπινγκ, της συντριβής του εργατικού κόστους, σε ένα αγώνα δρόμου όλων των “εταίρων” προς τον κατώτατο κοινωνικό παρανομαστή»39.

Η αντίθεση της εργατικής τάξης στην ΕΕ δε γίνεται από τη σκοπιά των συμφερόντων γενικά της «ανάπτυξης της χώρας ή της εγχώριας οικονομίας», αλλά από τη σκοπιά του ταξικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής ένωσης. Γι’ αυτό η εργατική τάξη δεν πρέπει να ακολουθήσει ούτε τα τμήματα της αστικής τάξης που υπεραμύνονται της ΟΝΕ ούτε αυτά που την αμφισβητούν. Η εργατική τάξη δεν πρέπει να μπει κάτω από την καθοδήγηση της αστικής τάξης, οποιασδήποτε εκδοχής της αστικής διαχείρισης, οποιουδήποτε τμήματος του κεφαλαίου. Η πάλη για αποδέσμευση από την ΕΕ (και όχι απλά από την ΟΝΕ) δεν μπορεί να διεκδικείται από τη σκοπιά της στήριξης και ενίσχυσης του ελληνικού κεφαλαίου στο διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Η υπεράσπιση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, με όποιο τρόπο και αν προωθείται, με «σκληρό» ή «μαλακό» νόμισμα, είναι το ίδιο βάρβαρη για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.

Το κάλεσμα στην εργατική τάξη να ενσωματώσει τις διεκδικήσεις και την πάλη της γύρω από τον υποτιθέμενο «εθνικό στόχο» της ανταγωνιστικότητας είναι προσκλητήριο υποταγής. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός στηρίζεται στην άμεση εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και την καταπίεση των λαϊκών στρωμάτων, ανεξάρτητα από τους όρους διεξαγωγής του σε μια περιφερειακή ή στη διεθνή αγορά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο άλλωστε ότι, από τη στιγμή που η κριτική στην ΕΕ γίνεται από αυτή τη σκοπιά, πολλοί από τους αναλυτές αφήνουν ανοιχτό και το ενδεχόμενο παραμονής στην ΟΝΕ ή σε άλλες περιπτώσεις «εύχονται» να γινόταν δυνατή η μεταρρύθμιση της ΕΕ μέσω ενός άλλου συμφώνου σταθερότητας, με άλλο κοινοτικό προϋπολογισμό, με περιφερειακό προστατευτισμό, ευρωπαϊκό ομόλογο, ενίσχυση της δημοσιονομικής ένωσης έναντι της μονόπλευρης νομισματικής, τη λειτουργία ενός «καλού ευρώ» κλπ., έτσι ώστε να μην έφταναν τα πράγματα στο σημείο της αποχώρησης από την ΟΝΕ.

Να για παράδειγμα πώς «κλείνει το μάτι» στη μεταρρύθμιση της ΕΕ ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου, αρθρογράφος της εφημερίδας «Πριν» και στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ: «Είναι αλήθεια ότι θα ήταν πολύ ευκολότερος ο δρόμος της Ελλάδας αν μπορούσε να υπολογίζει σε ένα άλλο “κοινωνικό” Σύμφωνο Σταθερότητας (π.χ. με ισχυρό, αναδιανεμητικό κοινοτικό προϋπολογισμό, περιφερειακό προστατευτισμό, ευρωπαϊκό ομόλογο με χαμηλό επιτόκιο κ.ά.) και ένα άλλο, “καλό ευρώ”. Ωστόσο, το να προτείνει κανείς κάτι τέτοιο στην Ευρώπη της Μέρκελ και του Σόιμπλε, συναγωνίζεται σε αφέλεια τα παιδικά γράμματα προς τον Αϊ Βασίλη. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι αριστερές δυνάμεις οφείλουν να θέτουν στόχους οικονομικών διεκδικήσεων και πολιτικών μεταρρυθμίσεων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, κάτι που αποτελεί όρο για την οικοδόμηση της αλληλεγγύης με τα ευρωπαϊκά εργατικά κινήματα»40.

Πέρα από τις αυταπάτες που εδώ καλλιεργούνται για τη δυνατότητα φιλολαϊκής μεταρρύθμισης της ΕΕ, να υπογραμμίσουμε επίσης ότι ο χαρακτήρας της ΕΕ δεν αφορά τη Μέρκελ ή το Σόιμπλε ούτε το πρόβλημα πρέπει να εστιάζεται σε συγκεκριμένους πολιτικούς, υπουργούς ή τεχνοκράτες. Η ΕΕ δε μεταρρυθμίζεται προς όφελος του λαού, γιατί αποτελεί συμμαχία καπιταλιστικών κρατών. Αλλωστε τα μέτρα που παρουσιάζει το συγκεκριμένο στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ως μέτρα που θα μπορούσαν -έστω ως ανεκπλήρωτη ευχή- να δώσουν διέξοδο προς όφελος του λαού, είναι μέτρα (π.χ. ευρωομόλογο), τα οποία έχουν ενστερνιστεί σειρά καπιταλιστικών κυβερνήσεων, στην Ελλάδα η ίδια η ελληνική κυβέρνηση, η ΝΔ, αλλά και ο ίδιος ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ (πρόεδρος της ευρωζώνης), ο Πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων κ.ά.

Το στέλεχος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Τόλιος καλλιεργεί επίσης αυταπάτες για τη δυνατότητα φιλολαϊκής μεταρρύθμισης της ΕΕ μέσω μιας νέας, όπως λέει, αρχιτεκτονικής της, με πιο ισχυρό ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, νέο «Σύμφωνο Ανάπτυξης και Απασχόλησης» κ.ά.41

Αυταπάτες ότι ένα «μαλακό» ευρώ θα μπορούσε να αποτελέσει φιλολαϊκή διέξοδο καλλιεργεί και το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Λεωνίδας Βατικιώτης, γι’ αυτό υποστηρίζει ότι «…μια μεγάλη υποτίμηση του ευρώ θα απέβαινε ευεργετική όχι μόνο για χώρες όπως η Ελλάδα κι όλο το κλυδωνιζόμενο κλαμπ […] ενώ ένα σκληρό ευρώ δυσχεραίνει την ήδη δεινή θέση τους […] αλλά θα βελτίωνε ακόμη και αυτές τις εξαγωγικές επιδόσεις της Γερμανίας»42. Ωστόσο υπογραμμίζει ότι παρόλα αυτά «το Βερολίνο επιλέγει το ακριβό ευρώ…»43 και γι’ αυτό η «...εγκατάλειψη του ευρώ και η άσκηση νομισματικής πολιτικής που θα έχει σαν γνώμονα τα εργατικά λαϊκά συμφέροντα σε συνδυασμό με μια σειρά άλλων μέτρων […] μπορούν να εγγυηθούν την έξοδο από την κρίση προς όφελος των εργαζομένων»44.

Κοντινή τοποθέτηση για πιθανή ή ενδεχόμενη έξοδος από το ευρώ «σε περίπτωση που δε μεταρρυθμιστεί η Ευρωζώνη», έχει το «Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής», το οποίο σε διακήρυξή του λέει χαρακτηριστικά ότι «το ευρώ δεν είναι ταμπού»45 ή ότι η «ύπαρξη εθνικού νομίσματος δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως φόβητρο»46. Στην ίδια διακήρυξη σημειώνεται ότι ένα κοινό νόμισμα που θα εξέφραζε πολιτικές ισότιμης συνεργασίας, σύγκλισης κέντρου-περιφέρειας κλπ. θα ήταν μεγάλη πρόοδος: «Ενα κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, που θα έκφραζε και στη νομισματική σφαίρα πολιτικές ισότιμης συνεργασίας, απασχόλησης, σύγκλισης κέντρου περιφέρειας, πορείας προς το σοσιαλισμό θα αποτελούσε ένα μεγάλο βήμα προόδου. Ενα ευρώ, όπως σήμερα, που θέτει ως θεμελιώδη υπαρξιακή του ταυτότητα την πλήρη κυριαρχία των Αγορών και την πλήρη κατάλυση του κοινωνικού κράτους είναι θανατική καταδίκη της εργασίας»47.

Οι απόψεις που προβάλλονται ως σύγχρονες και ανανεωτικές έχουν τη ρίζα τους στις παλαιότατες θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας περί της Ενωμένης Ευρώπης, θέσεις που δέχτηκαν τη δριμύτατη πολεμική του Λένιν.

Η ΕΛΛΑΔΑ ...«ΥΠΟ ΚΑΤΟΧΗ»

Οι δυνάμεις του οπορτουνισμού ισχυρίζονται ότι όρος για μια τέτοια πορεία της χώρας που θα τροφοδοτήσει την καπιταλιστική ανασυγκρότηση είναι η απαλλαγή από τα δεσμά της «νέας κατοχής» και η ανάκτηση της «εθνικής κυριαρχίας» και των δημοκρατικών και συνταγματικών ελευθεριών που, όπως λένε, έχουν καταλυθεί. Ο συγκεκριμένος χώρος, προβάλλοντας το αποπροσανατολιστικό ιδεολόγημα περί κατοχής της χώρας, συμβάλλει στην καλλιέργεια αυταπατών ότι μπορεί να υπάρχουν κοινοί εθνικοί στόχοι ανάμεσα στην εργατική τάξη και το κεφάλαιο ή έστω μερίδας του.

Ασφαλώς, η φιλολογία περί κατοχής της χώρας προβάλλεται από ένα ολόκληρο φάσμα αστικών δυνάμεων, από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, από εθνικιστικές δυνάμεις, ακόμα και την ίδια την Ιερά Σύνοδο. Το κείμενο της Ιεράς Συνόδου, που έχει δημοσιευτεί στις ελληνικές εφημερίδες, προβάλλεται μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις ως θετικό βήμα της Ιεραρχίας που επιβεβαιώνει τις δικές τους εκτιμήσεις. Ο Ευτύχης Μπιτσάκης, σε άρθρο του στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», γράφει: «Ως και η κατά κανόνα σιωπηλή (σε περιόδους κρίσης) Ιεραρχία μιλάει πλέον για κατοχή»48.

Το στέλεχος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Τόλιος γράφει ότι το μνημόνιο «…επιβάλλει οικονομική κατοχή και εργασιακό μεσαίωνα στη χώρα, ενώ μετατρέπει την Ελλάδα σε ένα είδος διεθνούς προτεκτοράτου»49.

Στην ίδια κατεύθυνση ο Π. Λαφαζάνης γράφει: «Η κυβέρνηση του κ. Γ. Παπανδρέου για να προστατέψει τα συμφέροντα του εγχώριου ξένου και μεγάλου κεφαλαίου μετέτρεψε τη χώρα σε “μισοαποικία”, σε προτεκτοράτο και “μπανανία” του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου και των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών κύκλων»50.

Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του στελέχους του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ και διευθυντή της εφημερίδας «Πριν» Γ. Δελαστίκ, ο οποίος γράφει ότι η Ελλάδα έχει «…βρεθεί σε […] κατάσταση διεθνούς διασυρμού και εθνικής υποτέλειας […] με την πλήρη συνενοχή και συνεργασία της κυβέρνησης Παπανδρέου με τους ξένους επικυρίαρχους. Η περιβόητη ρήση “η Ελλάς κατήντησεν το αθλιέστερον προτεκτοράτον” αποτυπώνει δυστυχώς και τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα»51.

Αλλού ο Γ. Δελαστίκ υποστηρίζει ότι «…ο Γιώργος Παπανδρέου είναι πειθήνιος μέχρι κεραίας σε οποιαδήποτε εντολή της Μέρκελ και του ΔΝΤ»52. Ο ίδιος αλλού κριτικάρει τον Παπανδρέου ότι δεν έχει διάθεση να αντισταθεί σε ΕΕ-ΔΝΤ. «Δεν υπάρχει πλέον κανένας Ελληνας που να ελπίζει ότι ο Γιώργος Παπανδρέου έχει τη διάθεση να προβάλει αντίσταση σε οποιαδήποτε εντολή της ΕΕ και του ΔΝΤ που αφορά τον οικονομικό εξανδραποδισμό των Ελλήνων…»53

Η παραπάνω ρητορική υποβιβάζει τις ευθύνες της κυβέρνησης στο επίπεδο απλά ενός ενδοτισμού, καθώς ισχυρίζεται ότι τα αντιλαϊκά μέτρα της επιβλήθηκαν από ΔΝΤ - ΕΕ, αποκρύπτοντας τον ταξικό χαρακτήρα της κυβερνητικής πολιτικής. Κρύβει ότι η πολιτική με την οποία επιδεινώνονται οι όροι ζωής της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, είναι ενιαία στρατηγική της αστικής τάξης της χώρας και των διεθνών συμμάχων της, καθώς και ότι ανάλογη πολιτική ακολουθείται σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενδοαστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, οι οποίες συχνά οξύνονται, προκαλούν ανακατατάξεις στις συμμαχίες. Αυτές τις ανακατατάξεις, για λογαριασμό του κεφαλαίου, σε τελευταία ανάλυση εξυπηρετούν τοποθετήσεις όπως η παρακάτω του στελέχους του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ Γιάννη Τόλιου: «Δυστυχώς η ελληνική κυβέρνηση και προσωπικά ο Γ. Παπανδρέου, δέσμιος της πολιτικής του “ενδοτισμού” προς τους ατλαντικούς και Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, αντί να σηκώσει στοιχειωδώς το ανάστημά του ως εκπρόσωπος μιας χώρας […] και να παίξει το ισχυρό χαρτί της επαναδιαπραγμάτευσης ή της αναστολής εξυπηρέτησης του χρέους […] παράλληλα με προσφυγή σε δανεισμό από άλλες χώρες (Κίνα, Ρωσία) εξάντλησε τον αγώνα του σε “Λεονταρισμούς” και απειλές για πιθανή προσφυγή στο ΔΝΤ και σε επισκέψεις “γονυκλισίας” σε ευρωπαϊκές αυλές και υπερατλαντικούς προστάτες»54.

Η συγκεκριμένη πρόταση, όπως έχουμε αναφερθεί αλλού, έχει προβληθεί επίσης αρκετές φορές από τις σελίδες της εφημερίδας «Πριν»55 και είναι προφανές ότι εγκλωβίζει το εργατικό λαϊκό κίνημα στις μυλόπετρες των ενδοαστικών ανταγωνισμών.

Το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Πέτρος Παπακωνσταντίνου γράφει: «Η ελληνική, μεγαλοαστική τάξη και οι πνευματικές της ελίτ εμφανίζονται σε ακρότατο βαθμό υποτελείς, χωρίς το παραμικρό ένστικτο εθνικής αυτοσυντήρησης»56. Με ανήκουστο έτσι τρόπο η αστική τάξη επικρίνεται ότι «τάχα» πρόδωσε τα ίδια της τα συμφέροντα. Στην πραγματικότητα αθωώνεται, καθώς παρουσιάζεται ως «υποτελής» και «εξαναγκασμένη» από τον εξωτερικό παράγοντα να υλοποιεί τα αντιλαϊκά μέτρα, αποκρύπτοντας ότι αυτά είναι απαραίτητα σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και απελευθέρωσης των αγορών, βαθιάς αλληλεξάρτησης και ανταγωνισμού των καπιταλιστικών οικονομιών.

Αλλωστε ο ΣΕΒ υποστηρίζει τα μέτρα του Μνημονίου, ασκεί κριτική για καθυστέρηση στην προώθηση των αναδιαρθρώσεων και ιδιαίτερα εκείνων που αφορούν την ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις, την πλήρη απελευθέρωση των επαγγελμάτων και τις ιδιωτικοποιήσεις. Γι’ αυτό ακριβώς είναι παραπλανητικό να παρουσιάζεται αυτή η πολιτική ως κάτι που εισάγεται έξω από τη χώρα ή να αναγορεύεται μονοσήμαντα ως αποκλειστικός αντίπαλος η γερμανική κυβέρνηση, καθώς έτσι αθωώνεται το εγχώριο κεφάλαιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Πριν» φέρει τίτλο: «Οικονομικό Νταχάου κάνει η Μέρκελ την Ευρώπη»57. Στο ίδιο φύλλο άρθρο του Γ. Δελαστίκ φέρει τίτλο: «Γερμανικό Νταχάου η ΕΕ»58, ενώ αλλού ο διευθυντής της εφημερίδας «Πριν» φτάνει να γράφει: «“Η Ευρώπη γίνεται γερμανική!” διακηρρύσσει το Ράιχ»59. Το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΥΣΑ Γ. Δελαστίκ μάλιστα επιτίθεται στους «ξένους δυνάστες», όπως τους ονομάζει, γιατί «δήθεν» δε θα αφήσουν τίποτα ελληνικό στην Ελλάδα: «Ο Γιώργος Παπανδρέου όμως τα δίνει όλα στους ξένους δυνάστες. Αυτό προκαλεί τον κίνδυνο πολύ σύντομα να περάσουν υπό ξένο έλεγχο όχι μόνο οι μεγάλες παραγωγικές ελληνικές εταιρίες, αλλά ακόμη και ολόκληρο το ελληνικό τραπεζικό σύστημα! Κι όταν λέμε ολόκληρο εννοούμε κυριολεκτικά ολόκληρο, μηδέ της Εθνικής εξαιρουμένης. Τίποτα δεν θα μείνει ελληνικό μετά την λαίλαπα του μνημονίου…»60.

Σε συνθήκες κρίσης και όξυνσης των ενδοαστικών ανταγωνισμών η εργατική τάξη δεν έχει κανένα συμφέρον να στηρίξει τη δική της αστική τάξη (ή μερίδα της), αλλά αντίθετα πρέπει να παλέψει για την ανατροπή της εξουσίας της, για να αποδεσμεύσει τη χώρα από τον καπιταλισμό και το σύνολο των ιμπεριαλιστικών οργανισμών.

Οι καπιταλιστικές χώρες είναι ενσωματωμένες στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα ανάλογα με την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύ τους και σε αυτό δεν επικρατούν σχέσεις ισοτιμίας. Ομως η εργατική τάξη πρέπει να γνωρίζει ότι -όπως και να έχει- στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος δεν μπορεί να καταργηθεί η ανισομετρία και η ανισοτιμία των σχέσεων ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη. Το ζητούμενο δεν είναι η πάλη για ισότιμες σχέσεις στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος (πόσο μάλλον η στοίχιση σε επιδιώξεις αναβάθμισης της χώρας στα πλαίσια του καπιταλισμού), αλλά η ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.

Επίσης σε συνθήκες παγκόσμιας κρίσης, επιτάχυνσης των ανακατατάξεων ανάμεσα σε ισχυρά καπιταλιστικά κράτη στο διεθνή ανταγωνισμό, καθώς και ανταγωνισμών ανάμεσα σε μερίδες του κεφαλαίου για τη διάταξη και αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων της χώρας στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος, η ρητορική περί κατοχής ανάμεσα στα άλλα μπορεί να εξυπηρετήσει τμήματα του κεφαλαίου που επιδιώκουν αναπροσανατολισμό των διεθνών σχέσεων της χώρας στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος.

ΔΙΕΞΟΔΟΣ Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Το ΚΚΕ έχει σήμερα διαμορφωμένη πολιτική γραμμή, με την οποία εξασφαλίζει την ανεξαρτησία του εργατικού κινήματος από την αστική πολιτική και ανοίγει δρόμο για την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Εχει ενιαίο πλαίσιο διεκδικήσεων και στόχων πάλης, συνδεδεμένων με τη διεκδίκηση άλλης εξουσίας. Στις σύγχρονες συνθήκες δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικά αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα εάν δε θέτει το ζήτημα της κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων, την πάλη για Λαϊκή Εξουσία και Λαϊκή Οικονομία. Αλλωστε σήμερα κανένα πλαίσιο διεκδικήσεων δεν μπορεί από μόνο του να συγκροτήσει «αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα» αποσπασμένο από την γραμμή συσπείρωσης και πάλης για τη λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία. Η μόνη γραμμή συσπείρωσης που στις σημερινές συνθήκες μπορεί να προετοιμάσει και να συγκεντρώσει δυνάμεις για το σοσιαλισμό είναι αυτή του ΚΚΕ, της λαϊκής συμμαχίας για την εργατική-λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία.

Το ΚΚΕ θεωρεί ότι καμία κυβέρνηση στα πλαίσια της εξουσίας του κεφαλαίου και της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας δεν μπορεί να υλοποιήσει ένα πλαίσιο στόχων σε φιλολαϊκή κατεύθυνση ούτε ν’ αντιμετωπίσει το χρέος με κριτήριο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα μια προοπτική έχουν για να μην πληρώσουν την καπιταλιστική κρίση και το χρέος: να οργανώσουν την πάλη τους για τη ριζική αλλαγή, για την εργατική-λαϊκή εξουσία.

Οι στόχοι της αποδέσμευσης από την ΕΕ και της διαγραφής του χρέους είναι στόχοι που μόνο η λαϊκή εξουσία μπορεί να εφαρμόσει, έτσι ώστε αυτοί να σημάνουν συνολική αποδέσμευση από τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και συμμαχίες και απόσυρση της Ελλάδας από τις «διεθνείς χρηματαγορές».

Ο οπορτουνισμός ως πολιτικός χώρος στο σύνολό του (ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΚΟΕ, Μέτωπο αλληλεγγύης και ανατροπής κλπ.) δεν πρέπει να αποτιμάται απλά με βάση ρεφορμιστικές θέσεις που διατυπώνει ή να αξιολογείται με βάση τις θέσεις του ανάλογα με την πολιτική συγκυρία. Αλλωστε διακρίνεται για την ασυνεπή πολυφωνία του, την τυχοδιωκτική προσαρμογή του στο συσχετισμό δυνάμεων, το πέρασμα από την ηττοπαθή προσαρμογή στην πιο ριζοσπαστική «φρασεολογία».

Οι διάφορες οπορτουνιστικές δυνάμεις είναι εσωτερικοί εχθροί του κομμουνιστικού κινήματος, ακριβώς γιατί έχουν τις ρίζες τους στο κομμουνιστικό κίνημα, από όπου αποσπάστηκαν αναθεωρώντας θεμελιακές αρχές του, όπως για το υποκείμενο του επαναστατικού κινήματος, τις αρχές συγκρότησης και λειτουργίας του κομμουνιστικού κόμματος, τη δικτατορία του προλεταριάτου, την επαναστατική θεωρία για την επανάσταση, το λενινισμό κλπ. Ως πολιτικοί χώροι συγκροτούνται κατά κύριο λόγο από στελέχη που διαμορφώθηκαν στα πλαίσια διαβρωτικής πάλης στο εσωτερικό του ΚΚΕ με σκοπό τη μετάλλαξή του. Ο οπορτουνισμός στο σύνολό του δεν πρόκειται να παραιτηθεί ποτέ από το στόχο μετάλλαξης ή διάλυσης του ΚΚΕ. Ο στόχος αυτός είναι στην ίδια του την πολιτική φύση και με βάση αυτό πρέπει να κρίνεται ως εχθρός κι όχι σύμμαχος του επαναστατικού κινήματος.

Ο οπορτουνισμός εκφράζει τη μικροαστική επίδραση μέσα στο επαναστατικό εργατικό, στο κομμουνιστικό κίνημα, την τάση προσαρμογής στο σύστημα της εκμετάλλευσης, με δεξιά ή αριστερή απόχρωση. Γι’ αυτό και αργά ή γρήγορα συγκλίνουν οι δυνάμεις του «αριστερού» με εκείνες του «δεξιού» οπορτουνισμού. Δίνει «αριστερό άλλοθι», στις πιο κρίσιμες πτυχές της αντικομμουνιστικής σταυροφορίας.61

Συνεπώς, για να διατηρεί το ΚΚ την επαναστατική του φυσιογνωμία, ανεξάρτητα από το τι θέσεις διατυπώνουν οι δυνάμεις του οπορτουνισμού, δεν μπορεί να έχει καμίας μορφής συμμαχία ή συνεργασία με αυτές, αντίθετα πρέπει να κρατάει διαρκώς ανοιχτό το μέτωπο της πολεμικής.

Οι διεργασίες στο χώρο του οπορτουνισμού δείχνουν ότι αυτός βρίσκεται σε φάση ανασύνταξης. Οπως και να ’χει, οι διάφορες ομάδες των πρώην στελεχών του ΚΚΕ, που το εγκατέλειψαν τα τελευταία 22 χρόνια, θα αποτελούν και πάλι τον κορμό της νέας ανασύνθεσης.

Ο Λένιν στην εποχή του έλεγε ότι «ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό είναι κούφια και ψεύτική φρασεολογία, αν δεν συνδέεται αδιάρρηκτα με τον αγώνα ενάντια στον οπορτουνισμό»62. Αυτό ισχύει πολλαπλάσια σήμερα. Χωρίς την ένταση του πολέμου ενάντια στις διάφορες εχθρικές οπορτουνιστικές ομάδες είναι αδύνατο να διεξαχθεί συνεπής ταξικός πόλεμος ενάντια στο κεφάλαιο και την εξουσία του. Αυτή είναι και η απαίτηση των καιρών.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Τάσος Τραβασάρος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Στις 17 Γενάρη 2011 πραγματοποίησε εκδήλωση στο θέατρο «REX» που διοργάνωσαν επιστημονικοί φορείς (Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, Ελληνική Οδοντιατρική Ομοσπονδία, Ομοσπονδία Συλλόγων Εκπαιδευτικού Προσωπικού ΤΕΙ, Πανελλήνια Ομοσπονδία Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού, Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος, Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος), στην οποία κεντρικός ομιλητής ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης.

2. Τα μέλη της ΠΣΕ της «Σπίθας» είναι τα εξής: 1. Κασιμάτης Γεώργιος: Συνταγματολόγος, 2. Φίλιας Βασίλης: Πρώην Πρύτανης του Παντείου, 3. Ζουράρις Κώστας: Καθηγητής, εκδότης της εφημερίδας «Μακεδονία», 4. Καζάκης Δημήτρης: Οικονομολόγος, 5. Καραμπελιάς Γιώργος: Εκδότης του περιοδικού «Αρδην», 6. Ληναίος Στέφανος: Ηθοποιός, 7. Αλευρομάγειρος Δημήτρης: Στρατηγός ε.α. 8. Κούνδουρος Νίκος: Σκηνοθέτης 9. Παπαδόπουλος Βασίλης: Γιατρός 10. Κωνσταντακόπουλος Δημήτρης: Δημοσιογράφος που συμμετέχει και αρθρογραφεί στο «Αριστερό Βήμα Διαλόγου και κοινής δράσης της αριστεράς». Στην πορεία οι Δημήτρης Καζάκης και Στέφανος Ληναίος αποχώρησαν. Επίσης διαγράφτηκε από τη λίστα το όνομα του Βασίλη Παπαδόπουλου.

3. Ο εθνικιστικός χώρος εμφανίζεται διαφοροποιημένος ανάλογα με τη στάση που παίρνει στις σχέσεις Ελλάδας - Ισραήλ - Τουρκίας. Η «Σπίθα» έχει δεχτεί πολεμική από σκοπιά περισσότερο εθνικιστική, από χώρους όπως η «Χρυσή Αυγή», ο «Στόχος», που την παρουσιάζουν περίπου ως «κομμουνιστικό κατασκεύασμα». Επίσης δέχεται κριτική από χώρους που αποδέχονται τη λογική της, όμως ασκούν κριτική, όπως το περιοδικό «Ρεσάλτο» του Θ. Παπανικολάου, που γράφει στην επίσημη ιστοσελίδα του στις 11 Φλεβάρη 2011: «οι Κινήσεις Ανεξάρτητων Πολιτών […] Αυτές είναι ακόμα χειρότερες: Απλώς μαζεύονται σε αίθουσες για να ακούσουν τις ασυναρτησίες και τις μπαγιάτικες σάλτσες του Μεσσία και τις γελοιότητες των κομπάρσων και των καθεστωτικών “γερόντων”!!!! Εδώ η καθεστωτική αθλιότητα και η καταθλιπτική πολιτική κενότητα σμίγουν με το γελοίο: Ιδεολογική, πολιτική και ηθική κατάπτωση γερασμένης μικροαστικής κακομοιριάς και νοσηρού ναρκισσισμού…».

4. http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/info/?nid=436.

5. Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 6 Φλεβάρη 2011.

6. Εφημερίδα «Ριζοσπάστης»,1 Μάρτη 2011.

7. Ο νομικός Βασίλειος Μαρκεζίνης, γιος του αστού πολιτικού Σπύρου Μαρκεζίνη, είναι τακτικός καθηγητής του πανεπιστημίου του Τέξας, του πανεπιστημίου του Λονδίνου και άλλων πανεπιστημίων στην Ευρώπη. Από τα 1997 φέρει τον τίτλο του επίτιμου συμβούλου της Βασίλισσας της Μ. Βρετανίας. Εχει εκδώσει στην Ελλάδα μια σειρά βιβλία από τις εκδόσεις «Λιβάνη».

8. Βασίλειου Μαρκεζίνη: «Μια Νέα Εξωτερική Πολιτική για την Ελλάδα», εκδ. Λιβάνη, σελ. 128-129.

9. Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου: «Ποιος σχεδίασε την ελληνοϊσραηλινή σύζευξη;», περιοδικό «Επίκαιρα», 20 Γενάρη 2011.

10. Ο Γιάννης Δημητροκάλλης διετέλεσε μέλος της ΚΕ και της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΝΔ. Στην κυβέρνηση Μητσοτάκη ήταν Γενικός Διευθυντής της ΝΔ. Ιδρυσε την «Ενωση Υπευθύνων Πολιτών - ΠΟΛΙΤΙΖΩ».

11. http://www.politizo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=181:2011-01-31-09-17-25&catid=46:politizo-articles&Itemid=54.

12. Νίκου Ράπτη: «Q&A: η νέα μεταπολίτευση», στην ιστοσελίδα «Προοδευτική Πολιτική», με ημερομηνία 30 Ιούνη 2008.

13. Στην ιστοσελίδα της ΠΠΟΛ, με ημερομηνία 14 Δεκέμβρη 2009.

14. Στην ιστοσελίδα του «Ιού», με ημερομηνία 25 Γενάρη 2011 http://www.iospress.gr/texts_2011/20110125.htm.

15. Εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», 4 Ιούνη 2011.

16. Εφημερίδα «Πριν», 5 Ιούνη 2011.

17. http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=3663:

2011-06-10-14-07-01&cadit=77:paideia&Itemid=177.

18. Κώστα Λαπαβίτσα: «Ο Χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. «Τόπος», σελ. 60.

19. Κώστα Λαπαβίτσα: «Ο Χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. «Τόπος», σελ. 60.

20. Παναγιώτης Λαφαζάνης, περιοδικό «Μαρξιστική Σκέψη», σελ. 85.

21. Κείμενο εργασίας για το Πανελλαδικό σώμα του ΝΑΡ, σελ. 14.

22. Ο.π.

23. Ρούντι Ρινάλντι: «Η μπόρα έρχεται», εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», 10 Φλεβάρη 2011. Ο Ρ. Ρινάλντι είναι στέλεχος της ΚΟΕ και στέλεχος του «Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής» με επικεφαλής τον Αλ. Αλαβάνο.

24. Κώστας Λαπαβίτσας, εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», 15 Γενάρη 2011.

25. Εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», 19 Φλεβάρη 2011.

26. Εφημερίδα «Πριν», 23 Γενάρη 2011, σελ.1.

27. Εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», 14 Φλεβάρη 2011 και 28 Φλεβάρη 2011.

28. Η Νάντια Βαλαβάνη είναι σήμερα τακτικός συνεργάτης στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς» και στέλεχος του «Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής». Για το συγκεκριμένο δες το άρθρο της στην εφημερίδα «Κυριακάτικη Αυγή», 13 Φλεβάρη 2011.

29. Τοποθέτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το θέμα της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του ελληνικού χρέους.

30. Η Εκκληση για σχηματισμό Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου επί του ελληνικού δημόσιου χρέους και οι υπογραφές που έχουν συγκεντρωθεί παρουσιάστηκαν σε συνέντευξη Τύπου της «πρωτοβουλίας» στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ στις 3 Μάρτη 2011.

31. Εφημερίδα «Αυγή», 4 Μάρτη 2011.

32. Πέτρου Παπακωνσταντίνου: «Ο Χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. «Τόπος», σελ. 280

33. Διακήρυξη Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής, 16 Φλεβάρη 2011.

34. Εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», 15 Γενάρη 2011.

35. Παναγιώτης Λαφαζάνης, περιοδικό «Μαρξιστική Σκέψη», τ. 1, Γενάρης - Απρίλης 2011, σελ. 87.

36. Λεωνίδα Βατικιώτη: «Ο Χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. «Τόπος», σελ. 145-146

37. Κώστα Λαπαβίτσα: «Ο Χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. «Τόπος», σελ. 59.

38. Κώστα Λαπαβίτσα: «Ο Χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. «Τόπος», σελ.75.

39. Πέτρου Παπακωνσταντίνου: «Ο Χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. «Τόπος», σελ. 278.

40. Πέτρου Παπακωνσταντίνου: «Ο Χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. «Τόπος», σελ. 278-279.

41. Γιάννη Τόλιου: «Ο Χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. «Τόπος», σελ. 146-147.

42. Λεωνίδας Βατικιώτης, περιοδικό «Ουτοπία», τ. 90, σελ. 18.

43. Ο.π.

44. Ο.π., σελ. 19.

45. Διακήρυξη Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής, 16 Φλεβάρη 2011.

46. Ο.π.

47. Ο.π.

48. Εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», 15 Γενάρη 2011.

49. Γιάννη Τόλιου: «Ο Χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. «Τόπος», σελ. 127.

50. Παναγιώτης Λαφαζάνης, περιοδικό «Μαρξιστική Σκέψη», τ. 1, Γενάρης - Απρίλης 2011, σελ. 84.

51. Περιοδικό «Επίκαιρα», τ. 70, 17-23 Φλεβάρη 2011.

52. Περιοδικό «Επίκαιρα», τ. 73, 10-16 Μάρτη 2011.

53. Περιοδικό «Επίκαιρα», τ. 70, 17-23 Φλεβάρη 2011.

54. Γιάννη Τόλιου: «Ο Χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. «Τόπος», σελ. 127.

55. Εφημερίδα «Πριν», 23 Μάη 2010 και 23 Ιούνη 2010.

56. Πέτρου Παπακωνσταντινου: «Ο Χάρτης της κρίσης. Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. «Τόπος», σελ. 273.

57. Εφημερίδα «Πριν», 6 Φλεβάρη 2011.

58. Ο.π.

59. Περιοδικό «Επίκαιρα», τ. 73, 10-16 Μάρτη 2011.

60. Ο.π.

61. Ενα μικρό παράδειγμα από τα πάρα πολλά και καθημερινά: Το στέλεχος του ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ Πέτρος Παπακωνσταντίνου στις 8 Νοέμβρη 2009, τη μέρα που η αστική τάξη γιόρταζε με υστερικό αντικομμουνισμό σε όλη την Ευρώπη τα 20 χρόνια από την αντεπανάσταση, έγραφε στην εφημερίδα «Καθημερινή» για τον κομμουνισμό ότι ήταν «ιδεολογικό επίχρισμα ενός αυταρχικού “αναπτυξιακού κράτους” της καθυστερημένης Ανατολής». Την ίδια μέρα η εφημερίδα «Αυγή» κυκλοφορούσε άρθρο με το οποίο χαρακτήριζε την καπιταλιστική παλινόρθωση ως «…κορύφωση μιας ειρηνικής επανάστασης».

62. Β. Ι. Λένιν: «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 127.