Οι δίκες των κομμουνάρων και η λυσσαλέα επίθεσης της γαλλικής αστικής τάξης και του κράτους της


της Μαρίνας Λαβράνου*

«Γι’ αυτό η αστική κοινωνία δεν μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχα όσο στο δημαρχείο του Παρισιού ανέμιζε η κόκκινη σημαία του προλεταριάτου.»

 Β. Ι. Λένιν1

 

 

Στο Περ Λασέζ, κοντά στα γεμάτα πτώματα χαρακώματα της Λα Ροκέτ, βρίσκεται σε μια γωνιά ο ιστορικός τοίχος μπροστά στον οποίο εκτελέστηκαν οι Κομμουνάροι στο τέλος της «Ματωμένης Βδομάδας»2. 20.000 άντρες, γυναίκες και παιδιά, σκοτωμένοι κατά τη διάρκεια της μάχης ή μετά από την αντίσταση, στο Παρίσι και στην επαρχία, τουλάχιστον 3.000 νεκροί σε κρατητήρια, πλωτά κάτεργα, οχυρά, φυλακές, στην εξορία ή από αρρώστιες από τις οποίες προσβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. 13.700 καταδικασμένοι σε ποινές, που για πολλούς θα διαρκέσουν ακόμη και εννιά χρόνια. 70.000 γυναίκες, παιδιά και γέροντες που έμειναν αβοήθητοι ή εκδιώχτηκαν από τη Γαλλία. Αυτός ήταν ο απολογισμός της επίθεσης της αστικής τάξης για να επαναφέρει την κυριαρχία της και να σβήσει από τη μνήμη της παγκόσμιας εργατικής τάξης την πρώτη «έφοδό της στους ουρανούς». Αλλά δεν τα κατάφερε.

Το μεγαλείο της Κομμούνας του Παρισιού αναδύθηκε και μέσα από τη λυσσαλέα επίθεση που εξαπέλυσε εναντίον της η αστική τάξη της Γαλλίας, με επικεφαλής την κυβέρνηση της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας και τον πρόεδρό της Α. Θιέρσο, που, μαζί με την Εθνοσυνέλευση, προέκυψε από τις εκλογές του Φλεβάρη του 1871, μέσα στην ταραχώδη περίοδο που ακολούθησε την ανατροπή του αυτοκράτορα Λουδοβίκου Βοναπάρτη, στις 4 Σεπτέμβρη 1870 κι ενώ μαινόταν ο Γαλλοπρωσικός Πόλεμος3.

Ολόκληρη η φρικαλεότητα αυτής της επίθεσης δεν αποτυπώθηκε ποτέ στις επίσημες κρατικές εκθέσεις, αλλά διασώθηκε και καταγγέλθηκε μέσα από το τεράστιο κύμα συμπαράστασης που εκδηλώθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο κάτω από την παρέμβαση της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, της Α΄ Διεθνούς. Στην επίθεση αυτή, η αστική τάξη αξιοποίησε όλα της τα όπλα: Το στρατό, την τοπική διοίκηση, τη δικαιοσύνη, άλλα κατασταλτικά και ιδεολογικά μέτρα, και δε σταμάτησε με την ήττα της Κομμούνας το Μάη του 1871, αλλά συνεχίστηκε για χρόνια.

Το παρόν άρθρο θα προσπαθήσει να παρουσιάσει μια λιγότερο γνωστή πλευρά, την αντίδραση της αστικής τάξης μετά την ήττα της Κομμούνας, μέσα και από νέο υλικό, σε μια προσπάθεια να φωτιστεί αφενός το πραγματικό περιεχόμενο της δικτατορίας του κεφαλαίου, και ειδικότερα σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας, η διαχρονική αξιοποίηση του αστικού κατασταλτικού νομοθετικού πλαισίου και της αστικής δικαιοσύνης απέναντι στο εργατικό-λαϊκό κίνημα. Αφετέρου, ν’ αναδειχτεί η σημασία της αλληλεγγύης από τους «προλετάριους όλων των χωρών», ο ηρωισμός της εργατικής τάξης ακόμα και σε συνθήκες ήττας, η δύναμη που πηγάζει μέσα από τη συνειδητοποίηση της ιστορικής της αποστολής, μέσα από την επαναστατική χειραφέτησή της.

 

Η ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΡΩΣΟΥΣ

«Η κυβέρνηση των Βερσαλλιών, αφού έκλεισε μια επαίσχυντη συνθήκη ειρήνης με τους Πρώσους, πέρασε στον άμεσό της σκοπό, ανέλαβε δηλαδή την επίθεση για ν’ αφαιρέσει από το προλεταριάτο του Παρισιού τα όπλα που της προκαλούσαν το φόβο και τον τρόμο. Οι εργάτες απάντησαν με την ανακήρυξη της Κομμούνας και τον εμφύλιο πόλεμο.»4

Β. Ι. Λένιν

 

Ο γαλλικός αστικός στρατός –οι Βερσαλλιέροι– κατάφερε να μπει στο Παρίσι την Κυριακή 21 Μάη, μετά από σχεδόν δύο μήνες πολιορκίας του. Τους δύο αυτούς μήνες το Παρίσι βομβαρδιζόταν συνεχώς5, («και μάλιστα από τους ίδιους εκείνους ανθρώπους που είχαν στιγματίσει σαν ιεροσυλία το βομβαρδισμό της ίδιας αυτής πόλης από τους Πρώσους»6). Ο γαλλικός αστικός στρατός επιτίθετο μέχρι και στα κινητά νοσοκομεία7.

Στην ίδια κατεύθυνση, ήδη, από τις 23 Απρίλη 1871, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Δικαιοσύνης Ντυφώρ, εντείνοντας την τρομοκρατία μπροστά στις εκλογές της 30ής Απρίλη 1871, είχε δώσει εντολή στους εισαγγελείς να διατάξουν τη δίωξη των συγγραφέων που υποστήριζαν την Κομμούνα, «αυτήν τη δικτατορία που σφετερίστηκαν ξένοι και κατάδικοι, η οποία λαμπρύνει τη βασιλεία της με διαρρήξεις στα σπίτια των ιδιωτών μέσα στη νύχτα και με τη δύναμη των όπλων», και να συλλάβουν τους «συμφιλιωτές που ικετεύουν την Εθνοσυνέλευση να σφίξει το ευγενικό της χέρι με το αιματοβαμμένο χέρι των εχθρών της»8.

Στο ίδιο μήκος κύματος, μετά την απόφαση για συνέδριο όλων των δημοτικών συμβουλίων της Γαλλίας προκειμένου ν’ ασκηθεί πίεση στην αστική κυβέρνηση, απαγορεύτηκαν όλες οι συναθροίσεις και τα συνέδρια. Ο Πικάρ, υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης, δήλωνε: «Ουδέποτε έγινε εγκληματικότερη απόπειρα από τη δική τους. Δεν υπάρχει δίκαιο εκτός Εθνοσυνέλευσης.» Με τη σειρά τους οι γενικοί εισαγγελείς και οι νομάρχες έλαβαν εντολή να μην επιτρέψουν καμία συγκέντρωση και να συλλάβουν όσους δημοτικούς συμβούλους θα μετέβαιναν στο Μπορντώ (όπου θα γινόταν το Συνέδριο). Για να το κάνει αυτό, η γαλλική αστική κυβέρνηση εφάρμοσε νόμο του Ναπολέοντα του 1831, περί οργάνωσης του δήμου, ο οποίος περιόριζε δραστικά τα δικαιώματα των δημοτικών συμβουλίων, και το νόμο περί οργάνωσης του δήμου του 1855, ο οποίος απαγόρευε την ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ των συμβουλίων.9

Ταυτόχρονα, η γαλλική αστική κυβέρνηση βρισκόταν σε συνεχή συνεννόηση με την πρωσική κυβέρνηση για να νικηθεί η Κομμούνα:10 Ο Θιέρσος ζήτησε από τον Μπίσμαρκ να του επιτρέψει ν’ αυξήσει το στρατό της Γαλλίας από 80.000 σε 150.00011, παρακαλώντας τον ταυτόχρονα ν’ απελευθερώσει γρήγορα τους Γάλλους στρατιώτες που είχαν αιχμαλωτιστεί στο Σεντάν και στο Μετς. Η βαθμιαία αυτή επιστροφή των στρατευμάτων έδωσε από τις αρχές Μάη αποφασιστική υπεροχή στις δυνάμεις των Βερσαλλιών. Επίσης, οι Πρώσοι που κρατούσαν τα βορινά και ανατολικά οχυρά επέτρεψαν στο γαλλικό αστικό στρατό να περάσει από την απαγορευμένη, σύμφωνα με τους όρους ανακωχής, ζώνη στο βορεινό μέρος της πόλης, κι έτσι να επιτεθούν σ’ ένα ευρύ μέτωπο.12 Μεταξύ άλλων, από την Πέμπτη 25 Μάη, παρόλο που ο γαλλικός αστικός στρατός είχε ήδη τέσσερις μέρες μπει στο Παρίσι χωρίς να κάμψει την αντίσταση των Κομμουνάρων, 10.000 στρατιώτες του γερμανικού στρατού με 80 πολυβόλα μετακινήθηκαν στη γραμμή από τη Μάρνη μέχρι το Μοντρέιγ αποκλείοντας τη βόρεια πλευρά και καταλαμβάνοντας τη Βανσέν.

Αποδείχτηκε ότι η αστική τάξη, σε συνθήκες που απειλείται πραγματικά η εξουσία της, θα συμμαχήσει ακόμα και με αστικές τάξεις με τις οποίες μέχρι πρότινος έλυνε τις διαφορές της με τα όπλα. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του Μαρξ σε επιστολή του στον Εντ. Σπ. Μπίζλι στις 12 Ιούνη 1871, ότι από τις 11 Μάη είχε στείλει στα μέλη της Κομμούνας όλες τις λεπτομέρειες της μυστικής συμφωνίας ανάμεσα στον Μπίσμαρκ και τον Ζυλ Φαβρ (υπουργό Εξωτερικών της γαλλικής κυβέρνησης) στη Φρανκφούρτη.13 Η προφορική αυτή συμφωνία προέβλεπε τη διέλευση των στρατευμάτων του γαλλικού αστικού στρατού μέσα από τις γερμανικές γραμμές, το σταμάτημα του ανεφοδιασμού του Παρισιού, ενώ ο Γερμανός ανώτατος διοικητής θα απαιτούσε από το Παρίσι να ξηλώσει τα οχυρωματικά του έργα.14

Επίσης ο Μαρξ, ήδη από τις 13 Μάη, ενημέρωνε με επιστολή του τα μέλη της Κομμούνας Λ. Φρανκλ και Ε. Βαρλάν ότι η γαλλική κυβέρνηση είχε ζητήσει από την πρωσική να καθυστερήσει να καταβάλει την πρώτη δόση της αποζημίωσης –με βάση τους όρους συνθηκολόγησης– μέχρι την πτώση του Παρισιού, ότι ο Μπίσμαρκ το είχε αποδεχτεί και ότι «η Πρωσία, που επειγόταν και η ίδια για εκείνα τα χρήματα, θα παρείχε στις Βερσαλλίες κάθε πιθανή διευκόλυνση προκειμένου να επισπεύσει την κατάληψη του Παρισιού»15.

Την ίδια στιγμή οι Κομμουνάροι, θεωρώντας ότι καλύπτονταν από τους όρους της ανακωχής, φυλούσαν τα βόρεια οχυρά με μικρές μόνο δυνάμεις. Παρ’ όλ’ αυτά, όταν ο γαλλικός αστικός στρατός κατόρθωσε να μπει στο Παρίσι, μετά από τη συνεχή επίθεση πέντε βδομάδων, έπρεπε να παλέψει από δρόμο σε δρόμο, από σπίτι σε σπίτι, έως ότου κυριαρχήσει σε όλη την πόλη: «Όσο τα στρατεύματα του εισβολέα πλησίαζαν στο ανατολικό τμήμα του Παρισιού, στην καθαυτό εργατούπολη, τόσο η αντίσταση δυνάμωνε και γινόταν πιο πεισματική.»16

 

Η «ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΒΔΟΜΑΔΑ»

«(Το 1848) ήταν η πρώτη φορά που η αστική τάξη έδειχνε σε τι σημείο έξαλλης σκληρότητας μπορεί να φτάσει στην εκδίκησή της, μόλις τολμήσει το προλεταριάτο να ορθωθεί απέναντί της, σαν ξεχωριστή τάξη με τις δικές του διεκδικήσεις και τα δικά του συμφέροντα. Κι όμως, το 1848 δεν ήταν παρά παιχνιδάκι μπροστά στη λύσσα της αστικής τάξης το 1871.»

 Φρ. Ένγκελς17

 

Η εργατική τάξη και ο λαός του Παρισιού μετρούσε ήδη από τις αρχές του Απρίλη 4.000 νεκρούς και 13.500 τραυματίες. Με την είσοδο του αστικού στρατού στο Παρίσι, την Κυριακή 19 Μάη 1871, άρχισαν οι εκτελέσεις αιχμαλώτων με συνοπτικές διαδικασίες. Επικεφαλής ήταν ο δικαστής που έδρευε στο Γενικό Επιτελείο, ωστόσο, για να επιταχύνεται η δουλειά, υπήρχαν συμπληρωματικά έκτακτα δικαστήρια στους δρόμους. Τα στελέχη αυτά στη συνέχεια επιβραβεύτηκαν με ανώτερα αξιώματα, όπως ο αρχιεκτελεστής Γκαρσέν, αρχηγός του Επιτελείου, ο οποίος στη συνέχεια έγινε στρατηγός. Οι κανονιοβολισμοί συνεχίζονταν στα τυφλά μέσα στη νύχτα, οι ληστείες, το πλιάτσικο ακολουθούσαν τη σφαγή, εκτελούνταν γυναίκες και παιδιά, ενώ, από την Τετάρτη 24 Μάη, οι σφαγές γενικεύτηκαν.

Ακόμα και η αστική εφημερίδα France έγραψε: «Αυτοί δεν είναι πλέον στρατιώτες που εκπληρώνουν το καθήκον τους, είναι πλάσματα που έχουν ξαναγυρίσει στην κατάσταση των άγριων θηρίων. Είναι αδύνατο να βγει κάποιος για ψώνια χωρίς να κινδυνεύει να σφαγιαστεί.» Αντίστοιχα, η Siècle: «Η ζωή των πολιτών δεν αξίζει πεντάρα. Ένα ναι ή ένα όχι αρκεί για να συλληφθείς και να τουφεκιστείς.» Οι αιχμάλωτοι σπρώχνονταν στα προαύλια των δημαρχείων, των στρατώνων και των δημόσιων κτηρίων, όπου έδρευαν τα έκτακτα δικαστήρια, κι εκτελούνταν μαζικά. Ο δε Θιέρσος, στις 24 Μάη 1871, δήλωνε κυνικά: «Οι γενναίοι στρατιώτες μας συμπεριφέρονται με τέτοιον τρόπο, ώστε εμπνέουν τη μεγαλύτερη εκτίμηση και το μεγαλύτερο θαυμασμό στο εξωτερικό.»

Στην ίδια κατεύθυνση αξιοποιήθηκαν και τα περί «πετρελαιοπυρπολητριών», για να εκτελεστούν χιλιάδες γυναίκες με την κατηγορία ότι έχυναν φλεγόμενο πετρέλαιο στα κελάρια καίγοντας τα σπίτια. «Κάθε γυναίκα που είναι κακοντυμένη ή κουβαλάει ένα κουτί γάλα, έναν κάδο, ένα άδειο μπουκάλι, μπορεί να βαφτιστεί πετρελαιοπυρπολήτρια. Της σκίζουν τα ρούχα, την πηγαίνουν σέρνοντας στον πλησιέστερο τοίχο και την σκοτώνουν επιτόπου με περίστροφο.»18

Όμως η Κομμούνα συνέχιζε ν’ αντιστέκεται. Στήνονταν οδοφράγματα, μοιράζονταν όπλα, οι γυναίκες βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή με τους άντρες, από κοντά και τα παιδιά. Χρειάστηκαν 130.000 στρατιώτες και οχτώ μέρες για να κάμψουν την αντίσταση των Κομμουνάρων. Στο τέλος η αναλογία τους ήταν ένας Κομμουνάρος για δώδεκα στρατιώτες του αστικού στρατού, ενώ υπήρχαν και περιπτώσεις, όπως τα οδοφράγματα της οδού Αλεμάν, όπου 1.000 Κομμουνάροι επί δύο μέρες κρατούσαν καθηλωμένους 25.000 στρατιώτες του γαλλικού αστικού στρατού. Για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση αυτή, η αστική κυβέρνηση δημιούργησε αργότερα το μύθο περί τορπιλών και ναρκών στους υπονόμους, που αξιοποιήθηκε και σαν κατηγορία απέναντι στους Κομμουνάρους.

Απαράμιλλα ήταν τα δείγματα ηρωισμού των μαχητών και μαχητριών για την υπεράσπιση των οχυρωμάτων του Παρισιού, δρόμο το δρόμο, σπίτι το σπίτι. Το ίδιο αγέρωχη ήταν και η στάση μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα, όπου το «Ζήτω η Κομμούνα!» ακουγόταν τελευταίο πριν τη ριπή των όπλων.19 «Μόνο οι εργάτες έμειναν ως το τέλος πιστοί στην Κομμούνα. Οι αστοί δημοκράτες και οι μικροαστοί γρήγορα ξέκοψαν απ’ αυτήν: Τους πρώτους τους φόβισε ο επαναστατικοσοσιαλιστικός, ο προλεταριακός χαρακτήρας του κινήματος, οι δεύτεροι ξέκοψαν όταν είδαν ότι ήταν καταδικασμένο σε αναπόφευκτη ήττα. Μόνο οι Γάλλοι προλετάριοι υποστήριζαν άφοβα και ακούραστα τη δική τους κυβέρνηση, μόνο αυτοί μάχονταν και πέθαιναν γι’ αυτήν, δηλαδή για την υπόθεση της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης, για ένα καλύτερο μέλλον όλων των εργαζόμενων. Εγκαταλειμμένη από τους χτεσινούς της συμμάχους και χωρίς καμιά υποστήριξη, η Κομμούνα έμελλε αναπόφευκτα να ηττηθεί. Όλη η αστική τάξη της Γαλλίας, όλοι οι τσιφλικάδες, οι χρηματιστές, οι εργοστασιάρχες, όλοι οι μεγάλοι και οι μικροί κλέφτες, όλοι οι εκμεταλλευτές ενώθηκαν εναντίον της.»20

 

«ΤΟ ΤΟΥΦΕΚΙ ΔΕ ΣΚΟΤΩΝΕ ΠΙΑ ΑΡΚΕΤΑ ΓΡΗΓΟΡΑ, ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΟΙ ΝΙΚΗΜΕΝΟΙ ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑΝ ΜΑΖΙΚΑ, ΚΑΤΑ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΜΕ ΤΑ ΠΟΛΥΒΟΛΑ.»21

Την Κυριακή 28 Μάη, έπεσε η τελευταία κανονιά των υπερασπιστών της Κομμούνας. Χιλιάδες αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στις φυλακές Λα Ροκέτ, όπου, από την Κυριακή μέχρι τη Δευτέρα εκτελέστηκαν 1.900 άτομα. Την ίδια μέρα η Εκκλησία τέλεσε επίσημη Θεία Λειτουργία για τον εορτασμό της νίκης, στην οποία παραβρέθηκε σύσσωμη η Εθνοσυνέλευση.

Τη «Ματωμένη Βδομάδα» ειδικό ρόλο έπαιξαν τα έκτακτα δικαστήρια. Η προετοιμασία της κυβέρνησης ήταν τέτοια που, προκειμένου να υπάρχει η απαραίτητη νομιμοποίηση για τη σφαγή των Κομμουνάρων, είχε προσδιορίσει τον αριθμό, την έδρα και τα όρια δικαιοδοσίας τους πριν ακόμη ο γαλλικός αστικός στρατός μπει στο Παρίσι. Με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς δυνατότητα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, οι αιχμάλωτοι κρίνονταν μαζικά ως «ταξινομηθέντες» (δηλαδή ως διεκπεραιωμένες υποθέσεις) και παραδίδονταν στους εκτελεστές τους. Μόνο ένα μέρος των αιχμαλώτων πέρασε ακόμη και από αυτά τα έκτακτα δικαστήρια. Πολλοί δολοφονήθηκαν επιτόπου και ενώ είχαν ήδη συλληφθεί.

Ειδικός ήταν και ο ρόλος του αστικού Τύπου τόσο κατά τη διάρκεια της Κομμούνας, που καλούσε με λύσσα τον αστικό στρατό να ξεμπερδεύει με τους Κομμουνάρους, όσο και μετά το τέλος της, που καλούσε το αστικό κράτος και τη δικαιοσύνη να τους τιμωρήσουν παραδειγματικά, προοιωνίζοντας ακόμα και το κατηγορητήριο. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά στην Opinion Nationale: «Ούτε ένας από τους κακοποιούς, στα χέρια των οποίων βρέθηκε επί δύο μήνες το Παρίσι, δε θα θεωρηθεί πολιτικός: Θα τους αντιμετωπίσουμε σα ληστές που είναι, σαν τα ειδεχθέστερα τέρατα που εμφανίστηκαν ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας. Πολλές εφημερίδες κάνουν λόγο για αναστήλωση του ικριώματος που αυτοί κατέστρεψαν, ώστε να μην τους κάνουμε καν την τιμή να τους τουφεκίσουμε.» Και φυσικά, δεν παρέλειπε να πλέξει το εγκώμιο των στρατιωτών του αστικού στρατού: «Τι υπέροχη η στάση των αξιωματικών και των στρατιωτών μας!», έγραφε η Figaro.

Οι μαζικές σφαγές θα διαρκέσουν μέχρι τις πρώτες μέρες του Ιούνη, ενώ οι εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες μέχρι τα μέσα του ίδιου μήνα. Για τον απολογισμό της «Ματωμένης Βδομάδας», ο επικεφαλής της στρατιωτικής δικαιοσύνης έκανε λόγο για 17.000 τουφεκισμένους, άλλες πηγές κάνουν λόγο για 20.000 νεκρούς, με τη συντριπτική πλειοψηφία να εκτελούνται μετά τη μάχη, ενώ συνολικά είχαν συλληφθεί 40.000 άτομα από τις 21 έως τις 30 Μάη. Οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν στις Βερσαλλίες –όσοι βέβαια δεν εκτελέστηκαν στη διαδρομή. Ανάμεσά τους γέροντες, παιδιά μέχρι δεκάξι ετών, γυναίκες που προκαλούσαν με τη στάση τους το θαυμασμό ξένων εφημερίδων.22

Το μέγεθος της σφαγής ήταν τέτοιο, που «και μέσα στο Σηκουάνα μια ατελείωτη κόκκινη φλέβα περνά κάτω από τη δεύτερη αψίδα της γέφυρας του Κεραμεικού»23, ενώ η αστική κυβέρνηση υπερθεμάτιζε της σφαγής: «Η γη στρώθηκε από τα πτώματά τους και το φρικιαστικό αυτό θέαμα θα χρησιμεύσει για να δοθεί ένα μάθημα» (Θιέρσος).24

Η ταφή των θυμάτων γινόταν μαζικά, πρόχειρα, και μόνο όταν ο κίνδυνος εξάπλωσης της πανούκλας απείλησε τους νικητές ο αστικός Τύπος έγραφε: «Αυτοί οι άθλιοι, οι οποίοι τόσο κακό μας έκαναν όσο ζούσαν, δεν πρέπει να μας κάνουν κι άλλο μετά από το θάνατό τους.»25 Ενώ, όσο ο κίνδυνος αυξανόταν, κάποιες πιο μετριοπαθείς αστικές εφημερίδες έθεσαν το ζήτημα της αναστολής των εκτελέσεων και της εκδίκασης κάθε κατηγορούμενου. Οι εκτελέσεις περιορίστηκαν και με κάθε μέσο τα πτώματα μαζεύονταν από τους δρόμους ή ξεθάβονταν από τους πρόχειρους τάφους και μεταφέρονταν στα νεκροτομεία, στα νεκροταφεία που γέμιζαν, ρίχνονταν σε λάκκους με ασβέστη, τάφρους που είχαν ανοιχτεί κατά την πολιορκία (από τους Πρώσους), ακόμα και σε πηγάδια. Η δε αστυνομία παρακολουθούσε ακόμη και αυτά τα σημεία ταφής προκειμένου να συλλάβει συγγενείς των θυμάτων που τα αναζητούσαν ή θρηνούσαν το χαμό τους.

Έγραψε ο Κ. Μαρξ: «Ο πολιτισμός και η δικαιοσύνη του αστικού καθεστώτος ξεπροβάλλουν στο αληθινό δυσοίωνο φως του κάθε φορά που στο καθεστώς αυτό οι σκλάβοι και οι είλωτες ξεσηκώνονται ενάντια στους αφεντάδες τους. Τότε αυτός ο πολιτισμός και αυτή η δικαιοσύνη φανερώνονται σαν απροκάλυπτη αγριότητα και άνομη εκδίκηση. Κάθε νέα κρίση στην ταξική πάλη ανάμεσα στο σφετεριστή και τον παραγωγό του πλούτου φανερώνει ακόμα πιο χτυπητά το γεγονός αυτό. Ακόμα και οι ωμότητες των αστών του Ιούνη του 1848 ωχριούν μπρος στην ανείπωτη προστυχιά του 1871. Η ηρωική αυτοθυσία με την οποία εξακολουθούσε να πολεμάει ο πληθυσμός του Παρισιού –άντρες, γυναίκες και παιδιά– οχτώ ολόκληρες μέρες ύστερα από την είσοδο των Βερσαλλιέρων αντανακλά τόσο πολύ το μεγαλείο της υπόθεσής τους, όπως και οι κτηνώδεις πράξεις του στρατού αντανακλούν το έμφυτο πνεύμα αυτού του πολιτισμού, του οποίου είναι μισθοφόρος εκδικητής του. Πραγματικά δοξασμένος πολιτισμός, που το ζωτικό του πρόβλημα σήμερα είναι πώς θα ξεφορτωθεί τους σωρούς από τα πτώματα των ανθρώπων που δολοφόνησε όταν είχε τελειώσει πια η μάχη.»26

 

Η ΑΣΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΕΙ ΤΗ ΣΦΑΓΗ

«Είμαστε έντιμοι άνθρωποι· η δικαιοσύνη θα αποδοθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Θα προσφύγουμε στο νόμο.»

 Θιέρσος, στην Εθνοσυνέλευση (22.5.1871)

 

Η επίθεση της αστικής τάξης και του κράτους της συνεχίστηκε. Απέναντι στους Κομμουνάρους κατασκευάστηκε το κατηγορητήριο που περιλάμβανε κατηγορίες για εμπρησμούς27, φόνους, βιασμούς πλούσιων γυναικών, κλοπές, λεηλασία της Τράπεζας και των αρχείων του Δικαστικού Μεγάρου, των εκκλησιών κλπ., που συνοδεύτηκε από καταιγισμό συκοφαντιών από τον αστικό Τύπο και την κυβέρνηση. Ήδη, από τις 26 Μάη, ο Ζυλ Φαβρ, υπουργός Εξωτερικών, είχε ζητήσει απ’ όλες τις ξένες δυνάμεις την έκδοση των φυγάδων, υπό το πρόσχημα ότι ο αγώνας των Κομμουνάρων δεν ήταν πολιτικός.

Στις 8 Ιούνη 1871 η Figaro περιέγραψε το βασικό κατηγορητήριο, με ταυτόχρονη προτροπή στην κυβέρνηση για «Επιχείρηση “Σκούπα” σε όλο το Παρίσι» (ο τίτλος του άρθρου) και ειδική αναφορά στον επαναστατικό Τύπο: «Η καταστολή θα πρέπει να είναι ανάλογη του εγκλήματος (...). Τα μέλη της Κομμούνας, οι ηγέτες της εξέγερσης, τα μέλη των επιτροπών, των στρατοδικείων και των επαναστατικών δικαστηρίων, οι αλλοδαποί στρατηγοί και αξιωματικοί, οι λιποτάκτες, οι δολοφόνοι της Μονμάρτρης, της Λα Ροκέτ και της Μαζάς, οι εμπρηστές και οι πετρελαιοπυρπολήτριες, καθώς και οι κατάδικοι, θα πρέπει να τουφεκιστούν (...). Ο στρατιωτικός νόμος θα πρέπει να εφαρμοστεί με κάθε αυστηρότητα στους δημοσιογράφους που έβαλαν τους πυρσούς και τα σασπό στα χέρια ηλίθιων φανατικών (...). Κάποια από αυτά τα μέτρα έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Οι στρατιώτες μας έχουν απλοποιήσει το έργο των στρατοδικείων των Βερσαλλιών τουφεκίζοντας επιτόπου. Δεν πρέπει ακόμη να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι πολλοί ένοχοι διαφεύγουν της τιμωρίας.» Η επαναστατική δημοσιογραφία είχε και αυτή θύματα. Όσοι δεν κατάφεραν να διαφύγουν, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο, καταναγκαστικά έργα, φυλακές, με την κατηγορία ότι υπερασπίστηκαν την Κομμούνα.

Η ποινή για όσους πρόσφεραν άσυλο στους ηττημένους ήταν αρχικά θάνατος και στη συνέχεια εξορία. Και όμως, πολλοί με γενναιότητα περιέθαλψαν κι έκρυψαν τους Κομμουνάρους.

Τα κινήματα στις επαρχιακές πόλεις (Μασσαλία, Λιόν κλπ.) δικάστηκαν, από τα στρατοδικεία ή τα κακουργιοδικεία, αναλόγως του αν ο νομός τελούσε ή όχι σε κατάσταση ανάγκης, τηρώντας όμως απαρέγκλιτα την κεντρική γραμμή του αστικού κράτους περί εξόντωσης (είτε άμεσα με εκτελέσεις είτε έμμεσα με τα βασανιστήρια, τις φυλακές και τις εξορίες) όσων συμμετείχαν στην Κομμούνα αν δεν την αποκήρυσσαν. Χαρακτηριστικά, οι εξεγέρσεις στη Λιόν και στη Μασσαλία πνίγηκαν στο αίμα από την αστική κυβέρνηση «εν ονόματι της δημοκρατίας»28.

Τα τέσσερα στρατοδικεία που ήταν σε λειτουργία από το Μάη του 1871 –δύο τακτικά και δύο έκτακτα– δεν έφταναν, κι έτσι συγκροτήθηκαν επιπλέον είκοσι δύο στρατοδικεία, τα οποία λειτουργούσαν με αυξανόμενους ρυθμούς μέχρι το 1872 και το 1873!

Τον Ιούνη και τον Ιούλη του 1871 οι συλλήψεις ήταν κατά μέσο όρο 100 κάθε μέρα, ενώ στις συμπληρωματικές εκλογές του Ιούλη του 1871 ψήφισαν 100.000 άνθρωποι λιγότεροι από τις εκλογές του Φλεβάρη, δίνοντας μια τάξη μεγέθους των απωλειών29, που βέβαια είχε άμεση συνέπεια και στη βιομηχανική παραγωγή, καθώς ο αριθμός αυτός αντιστοιχούσε περίπου στο ένα τέταρτο του συνολικού εργαζόμενου αντρικού πληθυσμού του Παρισιού30. Η μεγάλη μάζα των αιχμαλώτων οδηγήθηκε στα δικαστήρια με συνοπτικές διαδικασίες και ακόμα πιο σύντομα καταδικάστηκε. Φωτεινές και μεμονωμένες οι εξαιρέσεις δικηγόρων που πραγματικά υπερασπίζονταν τους κατηγορούμενους.

Οι εκτελέσεις ξανάρχισαν στις 28 Νοέμβρη 1871, ενώ, προκειμένου να διαφυλαχτεί η αστική νομιμότητα, συστάθηκε στη Βουλή Επιτροπή Χαρίτων, αφού πρώτα είχε μεταβιβαστεί στους βουλευτές το δικαίωμα μετατροπής των ποινών. Η Επιτροπή δεν άργησε να μετατραπεί σε «Επιτροπή Δολοφόνων»31.

Παρόλο που τον Ιούνη του 1872 το μεγαλύτερο μέρος των δικών είχε ολοκληρωθεί, οι διώξεις δε σταμάτησαν. Με την ανάληψη της προεδρίας από τον ΜακΜαόν, στις 24 Μάη 1873, οι διώξεις αυξήθηκαν. Τα στρατοδικεία ξανάνοιξαν τους παλιούς φακέλους, επικαλούμενα νέα στοιχεία για εγκλήματα που είχαν κριθεί προηγουμένως από τα τακτικά δικαστήρια! Ο γενικός συνοπτικός κατάλογος της αστικής δικαιοσύνης την 1η Γενάρη 1875 αναφέρει ότι καταδικάστηκαν 13.440 άνθρωποι, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται στον αριθμό αυτό οι καταδίκες που απαγγέλθηκαν από τα εκτός δικαιοδοσίας των Βερσαλλιών στρατοδικεία, ούτε εκείνες των κακουργιοδικείων. Ο συνολικός αριθμός των καταδικασθέντων ξεπερνούσε τους 13.700, με το κατηγορητήριο να μην αποδεικνύεται στο 90% αυτών.32

Η επίθεση απ’ όλα τα τμήματα της γαλλικής αστικής τάξης, απ’ όλα τα αστικά κόμματα ήταν ενιαία (ακόμα κι από εκείνα που αυτοπροσδιορίζονταν ως «δημοκρατικά και φιλελεύθερα»), επιβεβαιώνοντας το συνολικά αντιδραστικό της ρόλο: Ο Ετιέν Αραγκό αποκαλεί τους ηρωικούς Κομμουνάρους «τέρατα», ο Λουί Μπλαν με άρθρο στη Figaro υποκλίνεται στους δικαστές τους και διακηρύττει ως θεμιτή τη δημόσια αγανάκτηση. Σε μερικά χρόνια βέβαια, αυτό το τμήμα, για να διατηρήσει το φιλολαϊκό προφίλ του και την επιρροή του στις λαϊκές μάζες, θα ζητάει την αμνηστία των εξόριστων και φυλακισμένων (βλ. παρακάτω).

Στην αντίπερα όχθη, η παγκόσμια εργατική τάξη σήκωσε στους ώμους της τους σκοτωμένους συντρόφους της. Οι εργάτες στις άλλες χώρες οργάνωσαν μεγαλοπρεπείς τελετές στη μνήμη τους, τεράστιες συγκεντρώσεις αλληλεγγύης στην Κομμούνα, οι σοσιαλιστικές εφημερίδες εξυμνούσαν τον αγώνα της. Η Α΄ Διεθνής μετέδιδε παντού τα κατορθώματα, τον απαράμιλλο ηρωισμό της «πρώτης εφόδου στον ουρανό» και, λίγα χρόνια μετά, το προσκλητήριο στους «κολασμένους της Γης», το ποίημα που γράφτηκε τη «Ματωμένη Βδομάδα» του Μάη, από τον Κομμουνάρο ποιητή Ευγένιο Ποτιέ, θα γίνει ο Ύμνος της Διεθνούς.

Παράλληλα, οργανώθηκε και έμπρακτα η αλληλεγγύη από τη Διεθνή. Ήδη από τον Ιούνη του 1871, το Γενικό της Συμβούλιο ξεκίνησε να μαζεύει χρήματα και να τα διαθέτει στους πρόσφυγες Κομμουνάρους, φροντίζοντας να τους βρίσκει και δουλειά. Τον Ιούλη συγκρότησε μια ειδική Επιτροπή Ανακούφισης στην οποία συμμετείχαν οι Μαρξ και Ένγκελς μαζί με άλλα μέλη του Γενικού Συμβουλίου. Παρόλο που οι Μαρξ και Ένγκελς παραιτήθηκαν από την Επιτροπή στις 5 Σεπτέμβρη 1871 μπροστά στον όγκο των καθηκόντων, λόγω και της προετοιμασίας του Συνεδρίου της Διεθνούς στο Λονδίνο, συνέχισαν να παίζουν ενεργό ρόλο στην οργάνωση της πρακτικής βοήθειας στους πρόσφυγες της Κομμούνας.33

 

Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ

Μέχρι τα τέλη Ιούλη του 1871, οι εισαγγελικές Αρχές δεν είχαν ανακρίνει πάνω από 3.000 κρατούμενους. Η αστική κυβέρνηση και η Εθνοσυνέλευση αδημονούσαν να περάσουν από δίκη τα 17 μέλη του Συμβουλίου της Κομμούνας34 που κρατούνταν, θέλοντας να δώσουν «πανηγυρικό» χαρακτήρα και ν’ αποτελέσει αυτή η δίκη δίκη-πρότυπο, υπόδειγμα στη νομολογία των στρατοδικείων.

Φυσικά η αστική δικαιοσύνη έδωσε τον καλύτερό της εαυτό:35 Ο Εισαγγελέας Ντυφώρ (και υπουργός Δικαιοσύνης) και ο πρόεδρος του δικαστηρίου παρέπεμψαν τους κατηγορούμενους όχι για πολιτικά, αλλά για βαριά ποινικά αδικήματα, αξιοποιώντας έτσι όλα τα «εργαλεία» της ποινικής διαδικασίας και κυρίως το γεγονός ότι μπορούσαν να τους καταδικάσουν με την ποινή του θανάτου. Επίσης, η υπόθεση παραπέμφθηκε στη στρατιωτική δικαιοσύνη αξιοποιώντας την «κατάσταση πολιορκίας» στην οποία είχε κηρύξει η γαλλική κυβέρνηση το Παρίσι από το Μάρτη του 1871.36 Στην έναρξη της δίκης ο στρατηγός Gaveau, ως δημόσιος κατήγορος, διάβασε μια πολυσέλιδη έκθεση για τα γεγονότα που οδήγησαν στην Κομμούνα, προσπαθώντας ν’ αποδώσει το σύνολο των ευθυνών στη Διεθνή Ένωση Εργατών, στην Α΄ Διεθνή.37

Η έναρξη της δίκης έγινε στις 7 Αυγούστου 1871, σε μια τεράστια αίθουσα δύο χιλιάδων θέσεων που κατακλύστηκε από μέλη της κυβέρνησης, της Εθνοσυνέλευσης, του αστικού Τύπου, διάφορους «επιφανείς» εκπροσώπους της αστικής τάξης. Οι κατηγορούμενοι έπρεπε ν’ απολογηθούν για γεγονότα που αφορούσαν τόσο τα ιδιαίτερα καθήκοντά τους όσο και για όλα τα νομοθετικά διατάγματα που είχε εκδώσει η Κομμούνα. Από τους 24 μάρτυρες κατηγορίας, οι 14 ήταν αστυνομικοί και οι υπόλοιποι κληρικοί ή κρατικοί υπάλληλοι. Αντίστοιχα, ο αστικός Τύπος ανέλαβε να δώσει το στίγμα για την εξέλιξη της διαδικασίας απέναντι στους κατηγορούμενους, με ειδική αναφορά και στο «άγιο δισκοπότηρο» της αστικής ποινικής διαδικασίας, το τεκμήριο αθωότητας38.

Η ανομοιογένεια στην ιδεολογική αφετηρία και την πολιτική συγκρότηση των μελών της Κομμούνας39 αποτυπώθηκε και κατά τη διαδικασία των απολογιών των κατηγορούμενων. Υπήρχαν απολογίες που εστίαζαν στην υπεράσπιση του συγκεκριμένου προσώπου και των πράξεών του, αλλά ταυτόχρονα αποποιούνταν των ευθυνών τους για ορισμένα απ’ όσα τους καταλογίζονταν και σχετίζονταν με το συνολικό έργο της Κομμούνας. Υπήρχαν όμως και αρκετές τοποθετήσεις που στηλίτευαν τη στάση όσων υπερασπίζονταν μόνο τον εαυτό τους,40 ξεσκέπαζαν το ρόλο της αστικής δικαιοσύνης, κατέρριπταν πλήρως το κατηγορητήριο, αναδεικνύοντας το ρόλο της Κομμούνας στην υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης και του λαού.41

 

ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΤΩΝ «ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΠΥΡΠΟΛΗΤΡΙΩΝ» ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Στις 4 Σεπτέμβρη 1871 ξεκίνησε ενώπιον του 4ου Στρατοδικείου η δίκη γυναικών που κατηγορούνταν για τον εμπρησμό της Λεγεώνας της Τιμής. Παρουσιάστηκε από τον αστικό Τύπο ως «η δίκη των πετρελαιοπυρπολητριών», που αφορούσε δήθεν 8.000 γυναίκες, ενώ κατηγορήθηκαν στην πραγματικότητα πέντε γυναίκες. Η ακροαματική διαδικασία απέδειξε ότι αυτές δεν ήταν παρά νοσοκόμες των κινητών νοσοκομείων. Αυτό δεν εμπόδισε το δικαστήριο να καταδικάσει τρεις από αυτές σε θάνατο, χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση ο εμπρησμός με πετρέλαιο, αλλά επειδή «αποπειράθηκαν ν’ αλλάξουν τη μορφή του πολιτεύματος».

Λίγες μέρες αργότερα, 15 παιδιά οδηγήθηκαν ενώπιον του στρατοδικείου. Το μεγαλύτερο ήταν δεκαέξι ετών. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 651 παιδιά συμμετείχαν στην Κομμούνα. Ένα μέρος από αυτά πολέμησαν για την Κομμούνα με οπλισμό ειδικά προσαρμοσμένο για εκείνα.42 Περίπου 80 από αυτά βρέθηκαν ενώπιον του στρατοδικείου. Στη δίκη των 15, τα περισσότερα απαντούσαν ότι πολέμησαν γιατί πεινούσαν τα ίδια και οι οικογένειές τους, γιατί ήταν καταδικασμένα στην εξαθλίωση, την ανεργία και την αμορφωσιά.43

 

ΕΞΟΡΙΕΣ, Η ΝΕΑ ΚΑΛΗΔΟΝΙΑ

«Ο εξόριστος ζει ανάμεσα στα λουλούδια του κήπου του.»

Ναύαρχος Φουρισόν44

 Για όσους δεν εκτελούνταν, η αστική τάξη και το κράτος της επιφύλασσαν ειδική μεταχείριση: Οι αιχμάλωτοι, που είχαν πλημμυρίσει τις φυλακές και στοιβάζονταν κατά δεκάδες, μεταφέρονταν στα λιμάνια προκειμένου να διοχετευτούν σε «πλωτά κάτεργα», απομονωμένα οχυρά και ωκεάνια νησιά. Ακόμα και τα παιδιά ήταν κλεισμένα σ’ ένα τμήμα των γυναικείων φυλακών με τις ίδιες απάνθρωπες συνθήκες, ενώ υφίσταντο και φριχτά βασανιστήρια.

Από τον Ιούνη έως το Σεπτέμβρη του 1871 μεταφέρθηκαν 28.000 αιχμάλωτοι στα λιμάνια και από αυτούς 20.000 μεταφέρθηκαν σε είκοσι πέντε πλωτά κάτεργα και οι υπόλοιποι σε οχυρά και απομονωμένα νησιά. Στα πλωτά κάτεργα επιτρέπονταν βάσει κανονισμού και βασανιστήρια. Οι αιχμάλωτοι στοιβάζονταν σε κλουβιά φτιαγμένα από μαδέρια και σιδερένια κάγκελα, με ανύπαρκτο εξαερισμό μέσα από μικρά παραθυράκια.

Ως αποτέλεσμα, 2.000 άνθρωποι δολοφονήθηκαν πριν τη μεταγωγή τους στους τόπους εξορίας, χωρίς να μπορέσει ν’ αποδειχτεί ποτέ το πραγματικό μέγεθος της θηριωδίας. Στις επίσημες μεταγενέστερες αστικές στατιστικές γινόταν λόγος για 1.179 νεκρούς και 33.665 πολιτικούς κρατούμενους. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Γάλλος στρατηγός Φ. Απέρ στην Εθνοσυνέλευση το 1875, από τους 36.309 αιχμαλώτους, 10.137 καταδικάστηκαν: 93 σε θάνατο, 251 σε καταναγκαστικά έργα ισόβια ή πρόσκαιρα, 1.169 σε εξορία σε οχυρά και 3.417 σε εξορία.45 Η συντριπτική πλειοψηφία των παραπάνω στάλθηκαν στη Νέα Καληδονία, απ’ όπου οι περισσότεροι Κομμουνάροι δεν επέστρεψαν ποτέ.

Οι εκτοπισμένοι πρώτα στοιβάζονταν για μήνες σε διάφορους χώρους κράτησης, καθώς το πρώτο πλοίο αναχώρησε στις 3 Μάη 1872 μεταφέροντας 300 εξόριστους, μετά την ψήφιση από την αστική κυβέρνηση του «νέου» νόμου περί εκτοπίσεων, χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία την αντιμετώπιση της Διεθνούς. Ο νόμος αυτός επί της ουσίας ήταν η επαναφορά ενός διατάγματος από την περίοδο της Παλινόρθωσης (της επανόδου στο θρόνο του Λουδοβίκου ΙΗ΄, το 1814)46.

Πέντε μήνες ταξίδι μέσα στα πλοία-κάτεργα χρειάζονταν για να φτάσουν οι εξόριστοι στη Νέα Καληδονία, ένα βράχο, 27.000 χιλιόμετρα μακριά από τη Γαλλία, όπου «η Κυβέρνηση προσφέρει στους εκτοπισμένους μια οικογένεια και ένα σπίτι», σύμφωνα με τον εισηγητή του νόμου.47 Την 1η Ιούλη 1873, 3.859 Κομμουνάροι αποβιβάστηκαν στη Νέα Καληδονία.

Οι άθλιες συνθήκες κράτησης, το λιγοστό φαγητό που δινόταν στους εξόριστους ωμό, χωρίς να τους δίνονται καύσιμα για να το ψήσουν, με φύλακες που είχαν διαταγές να πυροβολούν όποιον εξόριστο πλησίαζε τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στα πενήντα μέτρα, δεν κατάφεραν να λυγίσουν τους Κομμουνάρους. Ούτε και τα βασανιστήρια, οι εκτελέσεις, οι συνεχείς προσπάθειες να τους στείλουν στα κάτεργα ως ποινή για κακή διαγωγή. Οι γυναίκες υποβάλλονταν στην ίδια σκληρή μεταχείριση με τους άντρες, χωρίς να λυγίσουν. Και παρόλο που τα στρατοδικεία σκόπιμα έστειλαν τους αγωνιστές μαζί με εγκληματίες, οι Κομμουνάροι κατάφεραν να τους επηρεάσουν.

Οι άθλιες συνθήκες που επικρατούσαν ήρθαν στη δημοσιότητα μετά τη δραπέτευση, στις 20 Μάρτη 1874, των Κομμουνάρων Ζουρντ, Ροσφόρ, Γκρουσέ, Μπαλιέ, Ολιβιέ Πεν και Γκραντίγ, με αριστοτεχνική προετοιμασία από τους Ζουρντ και Μπαλιέ. Ο Ροσφόρ κατάφερε και παραχώρησε μακροσκελείς συνεντεύξεις στη New York Herald με όλο το χρονικό της ζωής στη Νέα Καληδονία. Το σκάνδαλο ήταν τεράστιο, όπως και η κατακραυγή για την αστική τάξη της Γαλλίας, κάτω από την παρέμβαση του διεθνούς εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Μετά από αυτές τις αποκαλύψεις, εντάθηκε η καταστολή στη Νέα Καληδονία. Με κάθε νέο διοικητή προσθέτονταν νέες μέθοδοι βασανισμού και προσπάθειες να λυγίσουν τους Κομμουνάρους.

Εκτός της Νέας Καληδονίας, έγινε προσπάθεια να σταλούν εξόριστοι και στην Αγγλία. Μετά την άρνηση της τελευταίας, αποφασίστηκε η πρώτη αποστολή 27 ατόμων στην Αργεντινή (22 Νοέμβρη 1872). Στην αλληλογραφία των μελών της γαλλικής αστικής κυβέρνησης, και πιο συγκεκριμένα μεταξύ του υπουργού Εξωτερικών και του υπουργού Εσωτερικών, γίνεται λόγος, ήδη από τότε, για «εταιρίες μετανάστευσης(!)»48.

 

Η ΑΜΝΗΣΤΙΑ

«Του κάκου όμως έκρωζαν τα αστικά αυτά κοράκια. Ύστερα από έξι περίπου χρόνια από την καταστολή της Κομμούνας, όταν πολλοί μαχητές της έλιωναν ακόμα στα κάτεργα και στις εξορίες, στη Γαλλία άρχιζε κιόλας ένα νέο εργατικό κίνημα. Η καινούργια σοσιαλιστική γενιά, πλουτισμένη με την πείρα των προδρόμων της, που δεν ήταν όμως καθόλου απογοητευμένη από την ήττα τους, άρπαξε τη σημαία που έπεσε από τα χέρια των μαχητών της Κομμούνας και την έφερε με πεποίθηση και τόλμη μπροστά με τα συνθήματα: “Ζήτω η κοινωνική επανάσταση! Ζήτω η Κομμούνα!” Και ύστερα από άλλα δύο χρόνια, το νέο εργατικό κόμμα, με τη ζύμωση που ανέπτυξε στη χώρα, υποχρέωσε τις κυρίαρχες τάξεις ν’ απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους Κομμουνάρους που βρίσκονταν ακόμη στα χέρια της κυβέρνησης.»

Β. Ι. Λένιν49

Τα στρατοδικεία υποχρέωσαν 3.500 Κομμουνάρους, που κατάφεραν να διαφύγουν και καταδικάστηκαν ερήμην, να μην ξαναγυρίσουν. Οι περισσότεροι κατέφυγαν στην Ελβετία και την Αγγλία, όπου και βρίσκονταν υπό στενή παρακολούθηση, με τους περισσότερους όμως, παρά τα εμπόδια που τίθονταν, να καταφέρουν να βρουν δουλειά λόγω και των ιδιαίτερων ειδικοτήτων τους. Στη Γερμανία ο Μπίσμαρκ διέταξε τους Κομμουνάρους πρόσφυγες ν’ αναχωρήσουν εντός δεκαπέντε ημερών, ενώ η Αυστρία συγκάλεσε συνέδριο όλων των αστυνομιών με σκοπό το ξεκαθάρισμα της Ευρώπης από τους Κομμουνάρους.

Στις εκλογές του Φλεβάρη του 1876, κάτω και από την πίεση των εργατικών και λαϊκών μαζών, το αίτημα για αμνηστία περιλαμβανόταν στα προγράμματα των Δημοκρατικών. Είχε προηγηθεί η απόρριψη από την Εθνοσυνέλευση, στις 31 Δεκέμβρη 1875, πριν διαλυθεί λόγω των επικείμενων εκλογών, όλων των προτάσεων για χορήγηση αμνηστίας, προχωρώντας μόνο σε ορισμένα μέτρα όπως η μεταφορά μερικών εξόριστων από τη χερσόνησο Ντικός της Νέας Καληδονίας, στη νήσο Πεν της ίδιας περιοχής, όπου επικρατούσαν οριακά καλύτερες συνθήκες, και η μείωση ορίων φυλάκισης.

Στις εκλογές οι Δημοκρατικοί κέρδισαν την απόλυτη πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση (350 από τους 530 βουλευτές) και πρωθυπουργός αναδείχτηκε ο Ντιφόρ, υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης που αιματοκύλισε το Παρίσι το 1871. Έθεσε το ζήτημα της αμνηστίας σε ψηφοφορία, εξυμνώντας τα στρατοδικεία και υποστηρίζοντας ότι: «Στις Βερσαλλίες χρησιμοποιήθηκε κάθε μέσο για τη διασφάλιση της σοβαρότερης, προσεκτικότερης και πληρέστερης ανακριτικής εξέτασης όλων των υποθέσεων που εκδικάστηκαν (...). Θεωρώ, λοιπόν, ότι οι αποφάσεις που εκδόθηκαν είναι αναμφισβήτητα δίκαιες σύμφωνα με όλους τους νόμους μας, αλλά και ότι, ακόμη και με τη σχολαστικότερη συνείδηση, είναι αποφάσεις που αποτυπώνουν την αλήθεια.»

Στις 18 Μάη 1876, με 372 ψήφους έναντι 50, απορρίφτηκε η πρόταση για καθολική αμνηστία. Οι διώξεις κατά των εργατικών ομάδων συνεχίστηκαν, συσχετίζοντάς τες και με την Κομμούνα. Ακόμα και το 1876 υπήρξε από το στρατοδικείο καταδίκη σε εξορία, επειδή «ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να εμφορείται από τις ιδέες που τον εμψύχωναν το 1871, καθώς το 1876 τον είδαμε να συμμετέχει στο εργατικό συνέδριο»50.

Μέχρι το καλοκαίρι του 1878, το ζήτημα της αμνηστίας στους Κομμουνάρους αποτελούσε σημαντικό πολιτικό ζήτημα για τη Γαλλία. Είχε προηγηθεί η διάλυση της Βουλής από τον Πρόεδρο ΜακΜαόν τον Ιούνη του 1877, ως έκφραση των εντεινόμενων ενδοαστικών αντιθέσεων που στις 16 Μάη 1877 είχαν οδηγήσει στον πραξικοπηματικό σχηματισμό νέας κυβέρνησης ορλεανιστών και βοναπαρτιστών, η οποία προχώρησε σε αποπομπή των πολιτικών αντιπάλων της, σε λογοκρισία και απαγορεύσεις κάθε είδους. Η Βουλή παρέμεινε διαλυμένη μέχρι τις εκλογές της 24ης Οκτώβρη 1877, αξιοποιώντας τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η νέα Βουλή, στην οποία πλειοψηφία ήταν ξανά οι Δημοκρατικοί, ξεκίνησε τις εργασίες της με την αμνήστευση όλων των πολιτικών αντιπάλων της που συμμετείχαν στην κυβέρνηση της 16ης Μάη, χωρίς καμία φυσικά αναφορά στους καταδικασμένους της Κομμούνας, ενώ συνεχίστηκαν από τον επανεκλεγμένο πρωθυπουργό Ντιφόρ οι διώξεις απέναντι στο εργατικό και λαϊκό κίνημα.

Το Γενάρη του 1879, ο Ντιφόρ προχώρησε στην απονομή πολλαπλών χαρών σε Κομμουνάρους για να σταματήσει τις εκκλήσεις για αμνηστία, συκοφαντώντας ταυτόχρονα τους εξορισμένους, υποστηρίζοντας, από κοινού με την πλειοψηφία του αστικού Τύπου, ότι όσοι παρέμεναν στις εξορίες ήταν ποινικοί κρατούμενοι, εγκληματίες. Οι αποκλεισμένοι από τις «χάρες» Κομμουνάροι διαμαρτυρήθηκαν με επιστολές στις οποίες δήλωναν: «Εκείνοι που εξαπατούν έτσι την κοινή γνώμη γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει ούτε ένας εξόριστος στον οποίο μπορούν ν’ αποδοθούν αυτοί οι χαρακτηρισμοί. Οι κλέφτες και οι δολοφόνοι δεν ανήκουν στις τάξεις μας»51, αναγκάζοντας την αστική δικαιοσύνη, κάτω και από την πίεση των εργατικών-λαϊκών μαζών και σε διεθνές επίπεδο, να παραπέμψει στο πλημμελειοδικείο ή στο κακουργιοδικείο πολλούς υβριστές των Κομμουνάρων.

Δεν ήταν τυχαία η επιμονή της αστικής τάξης στη Γαλλία για τη μη απονομή αμνηστίας, ούτε φυσικά η παραχώρηση εν τέλει χάρης, κάτω και από την πίεση του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο νομικές έννοιες της «χάρης» και της «αμνηστίας». Η χάρη αναστέλλει μόνο τις διατάξεις για την εκτέλεση της ποινής του ποινικού νόμου, η πράξη δηλαδή συνεχίζει να θεωρείται αδίκημα. Επίσης, η χάρη απονέμεται για οποιοδήποτε αδίκημα και αφορά μόνο το συγκεκριμένο πρόσωπο. Αντίθετα, η αμνηστία αναστέλλει αναδρομικά ολόκληρο τον ποινικό νόμο, καταργώντας όλες τις ποινικές συνέπειες, είναι γενική, απρόσωπη και παρέχεται μόνο για πολιτικά εγκλήματα. Διαφορές υπάρχουν και ως προς τον τρόπο και το όργανο που δικαιοδοτείται να την απονείμει.

Επομένως, η αμνηστία θα σήμαινε ουσιαστικά την αποποινικοποίηση της εξέγερσης της 18ης Μάρτη και της Παρισινής Κομμούνας, στερώντας ένα πολύτιμο εργαλείο από την αστική τάξη για να συνεχίσει τις διώξεις απέναντι στο κομμουνιστικό κι εργατικό κίνημα, που αξιοποιήθηκε ιδιαίτερα την περίοδο αυτή.

Οι πιέσεις για αμνηστία δε σταμάτησαν και η Εθνοσυνέλευση απένειμε καθολική αμνηστία τον Ιούλη του 1880 και ενώ είχαν ήδη προχωρήσει βασικές εξελίξεις στην ανασυγκρότηση του αστικού κράτους και τη σταθερότητα του αστικού πολιτικού συστήματος στη Γαλλία. Πλήθος εργαζόμενων και λαϊκών στρωμάτων υποδέχτηκαν τους εξόριστους στα λιμάνια κι ένα τεράστιο κύμα αλληλεγγύης ξεδιπλώθηκε για τη στήριξή τους: Συγκεντρώνονταν χρήματα για την ενίσχυση των επαναπατρισθέντων Κομμουνάρων, τους έδιναν ρουχισμό, προσπαθούσαν να τους βρουν δουλειά και προσωρινά καταλύματα.

 

Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ

«Με το σοσιαλισμό ξοφλήσαμε τώρα για πολύ καιρό!»

 Α. Θιέρσος, Πρόεδρος της Κυβέρνησης της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας52

Παραθέτουμε τελευταία την Έκθεση της Επιτροπής για τη διερεύνηση των αιτιών της εξέγερσης της 18ης Μάρτη και των σχετικών γεγονότων, σύμφωνα με το νόμο της 17ης Ιούνη 1871, παρόλο που συζητήθηκε στη συνεδρίαση της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης στις 22 Δεκέμβρη 187153 και δημοσιεύτηκε το 1872, καθώς, μέσα από τις εκατοντάδες σελίδες της, αναδεικνύεται η διαχρονικότητα της πολιτικής των αστικών τάξεων τόσο για τη νομιμοποίηση της καταστολής απέναντι στο εργατικό και λαϊκό κίνημα και την επαναστατική πρωτοπορία του όσο και για τη συντριπτική ιδεολογική επικράτηση της αστικής τάξης, για την ιδεολογική χειραγώγηση και υποταγή στην κυρίαρχη ιδεολογία.54

Στην Έκθεση δεσπόζει η ανάδειξη της Α΄ Διεθνούς ως της πρωταρχικής αιτίας που οδήγησε στην εξέγερση της 18ης Μάρτη 1871 και την ανακήρυξη της Κομμούνας του Παρισιού. Συνέχιζε δηλαδή η αστική τάξη, σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας και καθ’ όλη την περίοδο που ακολούθησε την ήττα της Κομμούνας, τη γραμμή που είχε χαράξει ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης, ο οποίος μεταχειρίστηκε από την αρχή κιόλας τη Διεθνή σαν επικίνδυνο εχθρό.55

Η Έκθεση αναδείκνυε τα βασικά μέτρα που έπρεπε να λάβει άμεσα η αστική τάξη όχι μόνο για ν’ αντιμετωπίσει τους ίδιους τους Κομμουνάρους, αλλά και για ν’ απαντήσει στην κατακραυγή για τις θηριωδίες της και στο τεράστιο κύμα αλληλεγγύης στο επαναστατημένο προλεταριάτο από τις εργατικές τάξεις και τα λαϊκά κινήματα σε διεθνές επίπεδο.

 

Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΡΟΛΟ ΤΗΣ Α΄ ΔΙΕΘΝΟΥΣ

«Οι εχθροί της κοινωνικής τάξης δεν αφοπλίστηκαν· οι απειλές τους, οι λυσσαλέες φωνές τους δείχνουν αρκετά ότι είναι αναγκαίος ένας κατασταλτικός νόμος. Θα ήταν τρέλα ν’ αφήσουμε την κοινωνία χωρίς υπεράσπιση μπροστά σ’ ένα πολεμικό όπλο τόσο τρομερό όσο η Διεθνής.»

 Από την Έκθεση της Επιτροπής

 Αρχικά, αξίζει να σημειώσουμε τον τρόπο που η Έκθεση περιέγραφε την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Γαλλία, τις συνέπειές της στη ζωή της εργατικής τάξης, αναδεικνύοντας το αντικειμενικό έδαφος για τις δυνατότητες επαναστατικής χειραφέτησης κάτω από την επίδραση της κομμουνιστικής ιδεολογίας και δράσης, της Διεθνούς: «Ο πόθος του εργάτη της πόλης είναι να γίνει αφεντικό, όπως και του χωρικού να γίνει γαιοκτήμονας (...). Για τους βιομηχανικούς εργάτες όμως η επιθυμία να συμμετέχουν μαζί με τους ιδιοκτήτες στην αύξηση της παραγωγής γίνεται όλο και πιο δύσκολο», αφού «η αύξηση υποχρέωσε για μεγαλύτερη αγορά, έπρεπε να στηριχτεί ο ανταγωνισμός όχι μόνο στο εσωτερικό, αλλά στο εξωτερικό. Από εκεί προέκυψε η ανάγκη να γίνει οικονομικότερη η παραγωγή και ν’ αυξάνεται η συσσώρευση κεφαλαίου. Οι μικρές βιομηχανίες παραχώρησαν τη θέση τους στις μεγάλες, τα ελεύθερα επαγγέλματα απορροφήθηκαν από τις βιομηχανίες και μέσα σ’ αυτήν τη μετατροπή οι μικροϊδιοκτήτες δυσκολεύτηκαν να διατηρηθούν. Ο αριθμός τους σταδιακά μειώθηκε και η θέση του μικροϊδιοκτήτη, που είναι η πιο προσιτή για τον οικονόμο και τίμιο εργάτη, κατέληξε σιγά-σιγά να είναι δύσκολο να κερδηθεί.

Η μεγάλη παραγωγή, που επιτυγχάνεται με τη βοήθεια μεγάλων κεφαλαίων, συγκέντρωσε όλο και περισσότερες διάσπαρτες δυνάμεις. Έτσι έγινε δυσχερέστερη η θέση της εργατικής τάξης, αποτελούμενη από ανθρώπους που δεν ελπίζουν πλέον να ξεφύγουν από τη θέση που τοποθετήθηκαν, προσφέρουν στη Διεθνή ευκολία προπαγάνδας, που εξηγεί εν μέρει τις επιτυχίες της. Οι μυστικές εταιρίες, οι ουτοπιστές, οι φιλόδοξοι προσεταιρίζονται τους δυσαρεστημένους. Τους παρουσίασαν την κοινωνία ως εχθρό τους, τους είπαν ότι η οικονομική τάξη τούς κάνει σκλάβους, ότι όλα, στην κοινωνική και πολιτική κατάσταση, πρέπει ν’ ανανεωθούν, τους έδειξαν ότι το κεφάλαιο είναι η αιτία των προβλημάτων τους κι έτσι τους οδήγησαν να ζητήσουν αυτό που είναι πιο παράλογο, την καταστροφή του κεφαλαίου και της ιδιοκτησίας, που είναι μια μορφή του κεφαλαίου, σα να μπορούσε να την αντικαταστήσει κάτι άλλο (...).»56

Στην ίδια κατεύθυνση και αφού επισημαινόταν ότι έπρεπε να κατηγορηθούν έντονα «οι κακές φιλοδοξίες του σύγχρονου σοσιαλισμού, ότι βρίσκονται σε ψεύτικη βάση», τονιζόταν η σημασία ν’ αναπτυχθεί συγκεκριμένη δουλειά για την ιδεολογική χειραγώγηση της εργατικής τάξης, και ειδικά μέσα στους χώρους δουλειάς, και προτεινόταν η ίδρυση οργανώσεων που «δε θ’ αφήσουν τον εργάτη σε απόλυτη απομόνωση και που θα δημιουργήσουν μια εργοστασιακή οικογένεια που στους κόλπους της θα βρίσκει πάντα στήριξη και προστασία» και, ταυτόχρονα, έθετε ως καθήκον «ο προλετάριος να κατορθώσει να φτάσει ευκολότερα στην ιδιότητα του προϊσταμένου, δηλαδή στην αστική τάξη», προοικονομώντας τη διαμόρφωση της εργατικής αριστοκρατίας.

Σε αυτήν τη βάση η Επιτροπή πρότεινε την ψήφιση νόμου για την απαγόρευση όλων των επιβλαβών ενώσεων: «Κατά τη γνώμη μας, ο νόμος πρέπει να καλύπτει όλες τις επιβλαβείς ενώσεις, μυστικές ή όχι, όποιο κι αν είναι το όνομά τους.» Διασαφήνιζε, δε, ότι με το νόμο «δεν πρέπει να υπερβαίνουμε το στόχο θυσιάζοντας την κύρια αρχή της ελευθερίας του συνέρχεσθαι, να σεβαστούμε την αρχή, αλλά προλαμβάνοντας την κατάχρηση με επαρκή τιμωρία, εκεί είναι η δυσκολία» και συνέχιζε «ο νόμος πρέπει ακόμη να ορίζει ξεκάθαρα το αδίκημα, να τιμωρεί με τρόπο ώστε η δικαιοσύνη να μπορεί να συλλάβει τους συνωμότες κατά της κοινωνικής τάξης, οποιαδήποτε μάσκα κι αν έχουν», ενώ καλούσε την Εθνοσυνέλευση να πάρει και μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης των εργαζόμενων «μπροστά στον τόσο μεγάλο αριθμό των εργατών που βοήθησαν ή χειροκρότησαν τον ξεσηκωμό της 18ης Μάρτη και που, παρά τα εγκλήματα και τα αίσχη της Κομμούνας, παίρνουν περισσότερο παρά ποτέ τη Διεθνή σα σημαία»57.

 

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Η Έκθεση τόνιζε το ρόλο της «εθνικής εκπαίδευσης» και πρότεινε, ως κύρια παράμετρό της, τη δημιουργία «πνευματικών κέντρων των επαρχιακών πανεπιστημίων που συγκρατούν τη νεολαία στις κυριότερες πόλεις μας κι επιτρέπουν να μη συνωστίζεται στο Παρίσι όλο το πολιτιστικό κίνημα». Για το περιεχόμενο της εκπαίδευσης διευκρινιζόταν ότι θα έπρεπε να ενισχυθεί «σ’ όλες τις βαθμίδες μια διδασκαλία φιλελεύθερη και χριστιανική», τονίζοντας στην Εθνοσυνέλευση ότι «δε θα επιτρέπατε, κάτω απ’ οποιαδήποτε πρόφαση προόδου, να υποχωρήσει η ανθρωπότητα, οδηγώντας τα παιδιά μας στον ειδωλολατρικό υλισμό».

Η Έκθεση επισήμαινε τον κίνδυνο η Διεθνής «σε μια δεδομένη στιγμή να κυριαρχήσει όχι μόνο σε μια τάξη μας, αλλά σε όλη τη Γαλλία» και πρότεινε ως πρωταρχικά μέτρα για τη διαμόρφωση του κριτηρίου ψήφου τη σημασία της εκπαίδευσης: «Όσο η μορφή του πολιτεύματος θα δίνει εξουσία στην κοινή γνώμη, τόσο περισσότερο είναι ουσιώδες αυτή η γνώμη να είναι πεφωτισμένη.» Διευκρίνιζε ταυτόχρονα: «Κύριοι, δε φοβόμαστε να το επαναλάβουμε, δε θα θέλατε να ξεχωρίσετε την εκπαίδευση και την ηθική και θρησκευτική διδασκαλία, που μόνο αυτές μπορούν να δώσουν στον άνθρωπο έναν κανόνα συμπεριφοράς, μια πυξίδα που τον εμποδίζει να εξοκείλει (...). Ακολουθώντας το παράδειγμα των νομοθετών που αξίζουν αυτόν τον τίτλο, θα βάλετε την εκπαίδευση πάνω από τη μάθηση και θα τοποθετήσετε τη θρησκευτική πίστη ως βάση κάθε εκπαίδευσης.»58

Ταυτόχρονα έθετε επιτακτικά το ζήτημα της αναδιοργάνωσης του στρατού με υποχρεωτική θητεία, αφού «βασίζει μεγάλες προσδοκίες για την αναγέννηση της Γαλλίας στην αναγκαστική υποχρέωση καθενός από τα παιδιά της να περάσουν κάποια χρόνια υπό τη σημαία. Ο στρατός θα είναι πάντα το καλύτερο σχολείο θάρρους, πειθαρχίας και αφοσίωσης. Η συνήθεια να υποτάσσεσαι στη στρατιωτική πειθαρχία θα ενισχύσει το σεβασμό της αρχής της εξουσίας». Και ταυτόχρονα τόνιζε την ανάγκη να καταργηθούν οι «έξυπνες λόγχες», αλλά και τα σώματα όπου ίσχυε η αρχή της εκλογής των αρχηγών (που καθιέρωσε η Κομμούνα), καθώς αυτή «νοθεύει το κύρος τους, βάση για κάθε στρατιωτική δύναμη».

Για τον αστικό Τύπο, σημειωνόταν ότι «όλα τα μεγάλα πνεύματα του αιώνα μας έχουν αποφανθεί για την ελευθερία του Τύπου, αλλά η χρησιμοποιούμενη ελευθερία απαιτεί την υποχρέωση να μη γίνεται κατάχρησή της και η δυσκολία έγκειται στα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για ν’ αποφευχθεί ή να περισταλεί αυτή η κατάχρηση (...) όσο μεγαλύτερη είναι η ελευθερία τόσο η τιμωρία πρέπει να είναι βέβαιη και αυστηρά αποτελεσματική. Ο Τύπος είναι ένα από τα όπλα τα οποία χρησιμοποιεί η Διεθνής με πολλή επιτυχία, υπάρχουν παντού εφημερίδες που κηρύττουν τις απόψεις τους και φτάνουν μέχρι σήμερα να αθωώνουν τη λεηλασία, το φόνο και τους εμπρησμούς».

Επιβεβαιώνοντας ότι αστικό κράτος και δίκαιο έχουν συνέχεια, τονιζόταν ότι: «Ο δικαστικός κλάδος πρέπει να δώσει το παράδειγμα ώστε παντού ν’ απαιτείται σθεναρά η τήρηση του νόμου και η αυστηρή εφαρμογή του», ενώ διευκρίνιζε πως «πιστεύουμε ότι, για την περιστολή των εγκλημάτων του Τύπου, η κοινωνία είναι αρκετά εξοπλισμένη με το νόμο του 1819».

Στο ίδιο μήκος κύματος, για τα ζητήματα του εκλογικού νόμου και του γενικού εκλογικού δικαιώματος, αποκαλύπτοντας το ρόλο του γενικού εκλογικού δικαιώματος στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας, διαπίστωνε ότι «η οργάνωση της καθολικής ψηφοφορίας, που είναι, μιλώντας απερίφραστα, η οργάνωση της εθνικής κυριαρχίας, είναι στην πρώτη γραμμή της σκέψης σας (σ.σ.: της Εθνοσυνέλευσης)», αφού «αρκεί να πούμε ότι θα βρείτε στη ρύθμιση της καθολικής ψηφοφορίας ένα φάρμακο για κάποιους από τους κινδύνους που επισημαίνει η έρευνα της 18ης Μάρτη».

Αντίστοιχα, προκειμένου να εμποδιστεί η επιρροή της Διεθνούς, πρότεινε να τίθενται κριτήρια για το δικαίωμα ψήφου, όπως το όριο ηλικίας (να μετατεθεί ώσπου «ο πολίτης να εκτίσει τη στρατιωτική του θητεία»), ο πατέρας της οικογένειας να «εκπροσωπήσει τις γυναίκες, τα παιδιά, τους ανήλικους με αριθμό ψήφων ίσο με τα μέλη της οικογένειάς του», ώστε με την πρακτική αυτή να βρεθεί «ένα αποτελεσματικό μέσο ν’ αυξήσει την επιρροή του πατέρα της οικογένειας και να ενδυναμώσει έτσι ένα από τα χαρακτηριστικά που διαφυλάττουν την κοινωνία». Επίσης να τίθενται περιορισμοί, όπως η διαμονή στο συγκεκριμένο τόπο από τη γέννηση προκειμένου να συμμετέχει κάποιος στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, ή από την ύπαρξη εκεί περιουσιακών στοιχείων, ή με βάση τις παραδόσεις της οικογένειας, ή μια συγκεκριμένη διάρκεια διαμονής. Τονιζόταν δε η ανάγκη ν’ αντιμετωπιστεί η αποχή, αφού «γίνεται όλο και μεγαλύτερη, φτάνει σε μέγεθος κοινωνικού κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο της Διεθνούς, η οποία, αν παραιτήθηκε από μια ανοιχτή πάλη, δεν παραιτήθηκε από την ανάμιξή της στα σώματα των εκλεκτόρων» και συμπεραίνει ότι «η αποχή θα καταλήξει να εξευτελίσει την καθολική ψήφο αν αποδεικνυόταν ότι δεν είναι παρά ένα εργαλείο στα χέρια των φιλόδοξων και ότι δεν αποτυπώνει την αληθινή γνώμη του τόπου».

Αντίστοιχα, αξιοποιώντας το διαχρονικό επιχείρημα της διαφύλαξης της δημόσιας τάξης, δεν έλειπε η αναφορά στην ανάγκη περιορισμών και απαγορεύσεων στις λέσχες και τις δημόσιες συναθροίσεις, αφού «η απόλυτη ελευθερία θεωρείται από την επιτροπή σας εντελώς απαράδεκτη στην παρούσα κατάσταση. Σε καμιά περίοδο της ιστορίας μας εδώ και 80 χρόνια δεν μπορούσαμε ν’ ανεχτούμε την ελευθερία των λεσχών. Ήταν ανέκαθεν κέντρα επικίνδυνων πράξεων για τη δημόσια τάξη. Η δικαστική έρευνα καταδεικνύει το μέρος ευθύνης τους στην εξέγερση της 18ης Μάρτη και στην αύξηση της ανάπτυξης του σοσιαλισμού», ενώ αυτό το απέδιδε στο ότι «(οι Γάλλοι) είμαστε πολύ ευαίσθητοι, το ακροατήριο αντιδρά πολύ γρήγορα σε ό,τι λέει ο ρήτορας. Εγκαθίσταται κυρίως σε καιρούς επανάστασης κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα μεταξύ αυτού που μιλά και αυτών που ακούν, που ωθεί σε υπερβολές τους πιο ακραίους. Σε λίγο χρόνο δεν υπάρχει πλέον γραφείο, ούτε ρήτορας, αλλά ένα πλήθος ξετρελαμένο που δεν μπορεί να κάνει παρά μόνο κακό και υιοθετεί τις πιο ακραίες αντιδράσεις». Και παραδεχόταν ότι «κατά τα τελευταία χρόνια της Αυτοκρατορίας έψαξαν τρόπο να προληφθούν οι κίνδυνοι των δημόσιων συγκεντρώσεων. Τα μέτρα ήταν εντελώς αναποτελεσματικά, παρά το ότι το κατεστημένο ήταν απόλυτο και φαινόταν ισχυρό».

Η Έκθεση συνόψιζε κλείνοντας: «Η καταστολή του κακού είναι για μας μια επώδυνη ανάγκη. Η κοινωνία είναι υποχρεωμένη να υπερασπιστεί τον εαυτό της, είναι ταυτόχρονα ένα καθήκον, αλλά κι ένα δικαίωμα. Αλλά η καταπίεση δεν είναι αρκετή. Οι ιδέες επιζούν των ανθρώπων, παίρνουν σιγά-σιγά το δρόμο τους και ξεφεύγουν από την ποινική δίωξη (...). Πολεμάμε το πνεύμα των ανατροπών και των καταστροφών, αποκρούουμε τη βία των μέσων, αλλά όχι την πρόοδο. (...) Οι μνήμες της Επανάστασης, τα λάθη που έκανε, τα εγκλήματα που οι μιμητές είναι πάντα έτοιμοι να ξανακάνουν (το είδαμε πρόσφατα), εμποδίζουν την πρόοδο αντί να την βοηθήσουν.»59

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η επίθεση της αστικής τάξης της Γαλλίας απέναντι στην Παρισινή Κομμούνα, η συστηματική προσπάθεια ν’ αναδειχτεί ως «βασικός υποκινητής», ως κύρια αιτία η Α΄ Διεθνής και οι επαναστατικές ιδέες, το σύνολο των μέτρων, ιδεολογικών και κατασταλτικών, που συνέχισαν να παίρνονται από την αστική τάξη, τις κυβερνήσεις και το κράτος της για χρόνια, προσφέρουν σημαντική πείρα και συμπεράσματα για το εργατικό και λαϊκό κίνημα, για το κομμουνιστικό κίνημα. Συμπληρώνουν τα πολύτιμα συμπεράσματα που προέκυψαν από την «πρώτη έφοδο στον ουρανό» και τις αιτίες της ήττας της.

Αποκαλύφθηκε ο ταξικός χαρακτήρας του πατριωτισμού της αστικής τάξης. Παρόλο που η αστική τάξη της Γαλλίας βρισκόταν σε πόλεμο με την Πρωσία, δε δίστασε να ζητήσει και να λάβει τη βοήθεια της τελευταίας απέναντι στον κοινό της εχθρό, την Παρισινή Κομμούνα: «Η Κομμούνα (…) έδειξε τη δύναμη του εμφύλιου πολέμου, διέλυσε τις πατριωτικές αυταπάτες κι έκανε θρύψαλα την απλοϊκή πίστη ότι οι επιδιώξεις της αστικής τάξης είναι πανεθνικές.»60

Βέβαια, πλέον, στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου, το επίπεδο της όξυνσης των ενδοαστικών αντιθέσεων εμποδίζει πολύ περισσότερο μια παρόμοια εξέλιξη, όπως φάνηκε και κατά το ξέσπασμα και τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης στο τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Σε κάθε περίπτωση όμως, αποτυπώθηκε ότι η αστική τάξη, σε όλες τις συνθήκες, δε χάνει από το στόχο της το βασικό αντίπαλό της, την εργατική τάξη και την πρωτοπορία της.

Γι’ αυτό και η αστική τάξη της Γαλλίας επέμεινε ώστε με όλους τους τρόπους ν’ αναδειχτεί ως ο βασικός υπαίτιος για την Παρισινή Κομμούνα η Α΄ Διεθνής, προκειμένου να αιτιολογήσει την εντατική προώθηση των μέτρων που είχε ανάγκη όχι μόνο για ν’ αποκαταστήσει την εξουσία της που κινδύνευσε και να προχωρήσει γρήγορα η ανασυγκρότηση της καπιταλιστικής παραγωγής, αλλά και για να χτυπηθεί η επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Σε αυτήν την κατεύθυνση αρνιόταν πεισματικά την παραχώρηση αμνηστίας και αξιοποίη-
σε μεθόδους άγριας καταστολής, ανοιχτής βίας απέναντι στο επαναστατικό κίνημα, με μέσα και τρόπους που, φυσικά, παραμένουν στη φαρέτρα της αστικής τάξης κι έχουν αξιοποιηθεί σε διεθνές επίπεδο τόσο τον 20ό όσο και τον 21ο αιώνα (βασανισμοί, εκτελέσεις, φυλακές, εξορίες κοκ.).

Μέσα από τη μελέτη των γεγονότων που ακολούθησαν την ήττα της Κομμούνας, αποκαλύπτεται γενικά ο ταξικός χαρακτήρας του αστικού δικαίου, της αστικής δικαιοσύνης και η διαχρονική αξιοποίησή τους ιδιαίτερα για την καταστολή του εργατικού-λαϊκού κινήματος και της επαναστατικής πρωτοπορίας. Γι’ αυτό και απέναντι στην Κομμούνα αξιοποιήθηκαν διατάξεις απ’ όλες τις προηγούμενες περιόδους συγκρότησης του γαλλικού αστικού κράτους, είτε σε συνθήκες συνταγματικής δικτατορίας είτε αστικής δημοκρατίας.

Στην ίδια κατεύθυνση, και για να προχωρήσει συνολικά η πολιτική της αστικής τάξης για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Γαλλία και τις απαραίτητες προσαρμογές στο κράτος και το πολιτικό σύστημα, αξιοποιήθηκε το καθεστώς της «κατάστασης πολιορκίας». Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε για το σύνολο της επικράτειας από το Μάρτη του 1871, με την έναρξη της Κομμούνας, μέχρι και το 1876 και διατηρήθηκε στη συνέχεια σε ορισμένα τμήματα της ευρύτερης περιοχής του Παρισιού. Είναι δε αποκαλυπτικό του διαχρονικού ρόλου του αστικού δικαίου στην υπεράσπιση κι ενίσχυση της δικτατορίας του κεφαλαίου το γεγονός ότι ο νόμος για την κατάσταση πολιορκίας, που ψηφίστηκε στις 3 Απρίλη 1878, διατηρήθηκε μέχρι το 2004! Ο δε νόμος του 1878 συγκεκριμενοποιούσε αυτόν του 1849 που προβλεπόταν στο άρθρο 20 του Συντάγματος του 1848, η ψήφιση του οποίου ακολούθησε την καταστολή της εργατικής εξέγερσης του Ιούνη του 1848 στο Παρίσι.

Αντίστοιχα, για την προώθηση των γενικών επιδιώξεων της αστικής τάξης, ήταν καθοριστικής σημασίας ο ρόλος της αστικής δημοκρατίας και του κράτους της, του «κράτους δικαίου». Γι’ αυτό και με τη λήξη του Γαλλοπρωσικού Πολέμου και την ήττα της Κομμούνας, προχώρησαν με ταχύτητα οι απαραίτητοι αστικοί εκσυγχρονισμοί στο πλαίσιο της «Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας». Για παράδειγμα, στην Έκθεση της Επιτροπής αποτυπώθηκε γλαφυρά ο ειδικός ρόλος των αστικών εκλογών, του γενικού εκλογικού δικαιώματος για την απόσπαση της απαραίτητης κοινωνικής συναίνεσης, της ακίνδυνης εκτόνωσης της δυσαρέσκειας μέσα από κυβερνητικές εναλλαγές. Άλλωστε, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Λένιν: «Ο Μαρξ συνέλαβε θαυμάσια αυτήν την ουσία της καπιταλιστικής δημοκρατίας, λέγοντας στην ανάλυση που έκανε πάνω στην πείρα της Κομμούνας ότι μια φορά στα τόσα χρόνια επιτρέπουν στους καταπιεζόμενους ν’ αποφασίζουν ποιοι ακριβώς από τους εκπροσώπους της τάξης των καταπιεστών θα τους εκπροσωπούν και θα τους καταπιέζουν στη Βουλή!»61

Βέβαια, η αστική δημοκρατία παρέλαβε τη σκυτάλη από την προηγούμενη διακυβέρνηση του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του γαλλικού αστικού κράτους, αποδεικνύοντας πως η δικτατορία του κεφαλαίου επιλέγει την κατάλληλη κάθε φορά μορφή διακυβέρνησης για την προώθηση των γενικών συμφερόντων του, την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, την ενίσχυση της θέσης του στον ενδοαστικό ανταγωνισμό.

Συνολικά, μέσα και από το μέγεθος της επίθεσης που εξαπέλυσε η αστική τάξη και το κράτος της ενάντια στην Παρισινή Κομμούνα, αποκαλύφθηκε η σημασία του τσακίσματος του αστικού κράτους, της συντριβής του από τη σοσιαλιστική επανάσταση ως απαραίτητος όρος για τη νίκη της.

Επιβεβαιώθηκε ότι το αστικό κράτος με το σύνολο των λειτουργιών του, ιδεολογικών και κατασταλτικών, με την κυβέρνηση, το κοινοβούλιο και τη δικαιοσύνη, συγκροτήθηκε ακριβώς για να διαφυλάττει και να στηρίζει την εξουσία της αστικής τάξης. Αντίστοιχα, αναδείχτηκε –όπως πολύ ολοκληρωμένα τίθεται μέσα από έργα των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, π.χ. Κράτος κι Επανάσταση– η ανάγκη αντικατάστασής του από το εργατικό κράτος, από τη δικτατορία του προλεταριάτου, για το τσάκισμα της αντίστασης της ηττημένης αστικής τάξης και των υπολειμμάτων της και κυρίως για την εδραίωση κι ενίσχυση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής.

Κατ’ επέκταση, αποτυπώθηκε και ο αναντικατάστατος ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος που θ’ ανοίξει και θα καθοδηγήσει το δρόμο της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης. Μέσα από αυτόν το δρόμο, όπως φάνηκε εδώ και 150 χρόνια με την Παρισινή Κομμούνα κι επιβεβαιώθηκε περίτρανα με τη νίκη της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, αναδεικνύεται η πραγματική δύναμη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της να συντρίψουν ένα φαινομενικά ανίκητο αντίπαλο, αναβλύζουν αδιάκοπα τα παραδείγματα ηρωισμού στη μάχη και στα εκτελεστικά αποσπάσματα, μελετιέται επαναστατικά η πείρα και βγαίνουν τα συμπεράσματα εκείνα που δίνουν αντοχή και ώθηση για τη συνέχεια της μάχης μέχρι την τελική νίκη.

Γι’ αυτό και ο Μαρξ, στο ψήφισμα της Α΄ Διεθνούς για την 1η επέτειο της Παρισινής Κομμούνας, το Μάρτη του 1872, επισημαίνει:

«Ι. Η συνάντηση αυτή για τον εορτασμό της επετείου της περσινής 18ης Μάρτη διακηρύσσει ότι ατενίζει το ένδοξο κίνημα που εγκαινίασε η 18η Μάρτη 1871 ως την αυγή της μεγάλης σοσιαλιστικής επανάστασης που θ’ απελευθερώσει οριστικά την ανθρωπότητα από την ταξική κυριαρχία.

ΙΙ. Ότι η αδυναμία και τα εγκλήματα της αστικής τάξης που εκτείνονται σε όλη την Ευρώπη, από το μίσος τους για τις εργατικές τάξεις, έχουν καταδικάσει την παλιά κοινωνία άσχετα από τη μορφή της διακυβέρνησης, μοναρχική ή δημοκρατική.

ΙΙΙ. Ότι η σταυροφορία όλων των κυβερνήσεων ενάντια στη Διεθνή και η τρομοκρατία των δολοφονιών από τις Βερσαλλίες, όπως και τους Πρώσους κατακτητές τους, επιβεβαιώνουν το μάταιο των επιτυχιών τους και την απειλητική παρουσία του παγκόσμιου επαναστατικού στρατού που συγκεντρώνεται πίσω από την ηρωική εμπροσθοφυλακή του που χτυπήθηκε από τις ενωμένες δυνάμεις του Θιέρσου και του Γουίλιαμ της Πρωσίας.»62


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Η Μαρίνα Λαβράνου είναι μέλος του Τμήματος Δικαιοσύνης και Λαϊκών Ελευθεριών της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Β. Ι. Λένιν, «Στη μνήμη της Κομμούνας», Άπαντα, τόμ. 20, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 227.

2. «Ο “Τοίχος των Ομοσπόνδων” στο νεκροταφείο του Περ-Λασέζ, όπου έγινε η τελευταία μαζική σφαγή, ορθώνεται ακόμα σήμερα, βουβή, μα εύγλωττη μαρτυρία για τη λύσσα που είναι ικανή να φτάσει η κυρίαρχη τάξη μόλις το προλεταριάτο τολμήσει να παλέψει για το δίκιο του.» Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2009, σελ. 17.

3. «Και οι άνθρωποι φαντάζονται ότι κάνουν κιόλας ένα εξαιρετικά τολμηρό βήμα προς τα μπρος, όταν απολυτρώνονται από την πίστη στην κληρονομική μοναρχία και ορκίζονται στο όνομα της αστικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα όμως, το κράτος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μηχανή για την καταπίεση μιας τάξης από την άλλη, και μάλιστα όχι λιγότερο στην αστική δημοκρατία απ’ ό,τι γίνεται στη μοναρχία!» Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2009, σελ. 16.

4. Β. Ι. Λένιν, «Τα διδάγματα της Κομμούνας», Άπαντα, τόμ. 16, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 476.

5. «Ισοπεδώσαμε μια ολόκληρη συνοικία του Παρισιού», Θιέρσος, Εθνοσυνέλευση 5.8.1971 (Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 30). Ο Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ (Prosper Olivier Lissagaray, 1838-1901) ήταν Γάλλος δημοσιογράφος, που πήρε ενεργό μέρος στα γεγονότα της Κομμούνας, πολεμώντας στα οδοφράγματα και διευθύνοντας τις επαναστατικές εφημερίδες Δράση (L’ Action) και Βήμα του Λαού (Le Tribun du peuple). Μετά από την ήττα της Κομμούνας διέφυγε αρχικά στις Βρυξέλλες, όπου έγραψε το έργο Οκτώ μέρες του Μάη πίσω από τα οδοφράγματα, καθώς και το διήγημα με τίτλο Ο εφιάλτης των Βερσαλλιών, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. Έπειτα ταξίδεψε στο Λονδίνο, όπου γνωρίστηκε με τον Καρλ Μαρξ και φιλοξενήθηκε έως το 1880 στο σπίτι της οικογένειας Μαρξ. Κατά την παραμονή του στο Λονδίνο έγραψε την Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας του 1871, την οποία ο Μαρξ επαίνεσε ως έργο, ενώ την μετάφρασε στα αγγλικά η κόρη του Μαρξ, Ελεονόρα.

6. Φρ. Ένγκελς, «Πρόλογος», στο Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2009, σελ. 16.

7. Ο Θιέρσος είχε δώσει διαταγή να πυροβολούνται τα κινητά νοσοκομεία της Κομμούνας. Στις διαμαρτυρίες της Διεθνούς Ένωσης Αρωγής των Τραυματιών απάντησε: «Εφόσον η Κομμούνα δεν αναγνωρίζει τη Συνθήκη της Γενεύης, ούτε η Κυβέρνηση των Βερσαλλιών είναι υποχρεωμένη να την σεβαστεί.» Βέβαια η Κομμούνα είχε αναγνωρίσει τη Συνθήκη, αλλά, κυρίως, σεβάστηκε την ανθρώπινη ζωή, ακόμα και σε συνθήκες πολέμου.

8. Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 46.

9. «Σημειώσεις από την παρέμβαση του Φρίντριχ Ένγκελς για την Παρισινή Κομμούνα», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 3/2011, σελ. 141-142.

10. Η επικοινωνία αυτή γινόταν όλη την περίοδο της πολιορκίας του Παρισιού από τους Πρώσους, ενώ η αστική κυβέρνηση του Θιέρσου δεν υπέγραφε τη συνθηκολόγηση του Παρισιού, ώστε «να θεραπεύσουν την “ηρωική τρέλα” του Παρισιού με την πείνα και το ματοκύλισμά του και να το εξαπατούν στο μεταξύ με μεγαλόστομα μανιφέστα (...). Σ’ ένα γράμμα του προς τον Γαμβέτα, αυτός ο ίδιος ο Ζυλ Φαβρ ομολογεί ότι δεν “έκανε άμυνα” από τους Πρώσους στρατιώτες, αλλά από τους εργάτες του Παρισιού». Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2009, σελ. 44.

11. «Η Παρισινή Κομμούνα», Ριζοσπάστης, 3.4.2005.

12. Φρ. Ένγκελς, «Πρόλογος», στο Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2009, σελ. 16.

13. Karl Marx, Frederick Engels, Collected Works, 44, Progress Publishers, Moscow, 1989, σελ. 151.

14. Ό.π., σελ. 616.

15. Ό.π., σελ. 149.

16. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2009, σελ. 16.

17. Φρ. Ένγκελς, «Πρόλογος», στο ό.π., σελ. 10.

18. Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 108.

19. Ακόμα και η εχθρική προς την Κομμούνα εφημερίδα Etoile γράφει: «Οι περισσότεροι αντιμετώπισαν το θάνατο όπως οι Άραβες μετά από τη μάχη, με αδιαφορία, με περιφρόνηση, χωρίς μίσος, χωρίς οργή, χωρίς ύβρεις για τους εκτελεστές τους. Όλοι οι στρατιώτες που είχαν πάρει μέρος σ’ αυτές τις εκτελέσεις, και τους οποίους ρώτησα, το επιβεβαίωσαν ομόφωνα. Ένας από αυτούς μου είπε: “Τουφεκίσαμε στο Πασύ καμιά σαρανταριά από αυτά τα καθάρματα. Πέθαναν όλοι σα στρατιώτες. Άλλοι σταύρωναν τα χέρια και κοίταζαν εμπρός με το κεφάλι ψηλά. Άλλοι άνοιγαν τα χιτώνιά τους και φώναζαν: ‘Πυροβολήστε! Δε φοβόμαστε το θάνατο!’”» (Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 254.)

20. Β. Ι. Λένιν, «Στη μνήμη της Κομμούνας», Άπαντα, τόμ. 20, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 226.

21. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2009, σελ. 17.

22. Έγραφαν οι Times: «Είδα μια κοπέλα ντυμένη με τα ρούχα εθνοφρουρού να βαδίζει με το κεφάλι ψηλά ανάμεσα στους σκυφτούς αιχμαλώτους. Αυτή η ψηλή γυναίκα, με τα μακριά ξανθά μαλλιά ν’ ανεμίζουν στους ώμους της, προκαλούσε όλο τον κόσμο με το βλέμμα της. Το πλήθος την προπηλάκιζε, αλλά εκείνη, αγέρωχη, έκανε τους άντρες να κοκκινίζουν με τη στωικότητά της.»

23. Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 143.

24. Remi Gossez, «Η Κομμούνα», Ιστορία των Επαναστάσεων, εκδ. Ακμή, τόμ. 3, σελ. 38.

25. Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 143.

26. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2009, σελ. 93.

27. Οι Κομμουνάροι κατηγορήθηκαν για όλα τα καμένα σπίτια, ενώ, εκτός εκείνων που καίγονταν μετά από τις οβίδες του γαλλικού αστικού στρατού, αποδείχτηκε στη συνέχεια ότι καίγονταν και από συγκεκριμένα άτομα που καμία σχέση δεν είχαν με την Κομμούνα, προκειμένου να καταστρέψουν αποδεικτικά στοιχεία για δικές τους οφειλές κλπ. Το τελευταίο αυτό γεγονός, μάλιστα, αποκρύφτηκε από τα δικαστήρια που δίκαζαν σχετικές υποθέσεις, προκειμένου να μην κατηγορηθούν ο στρατός και τα στρατοδικεία για εκτελέσεις και καταδίκες αθώων γυναικών ως «πετρελαιοπυρπολητριών». Βλ. Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 245-246.

28. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2009, σελ. 88.

29. Β. Ι. Λένιν, «Στη μνήμη της Κομμούνας», Άπαντα, τόμ. 20, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 228.

30. Jacques Rougerie, «Procès de Communards», Collection Archives (no 11), Gallimard, 1973, σελ. 17. Ο Jacques Rougerie μελέτησε πάνω από 15.000 φακέλους της στρατιωτικής δικαιοσύνης (από το αρχείο του γαλλικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας) που αφορούσαν την Κομμούνα και διασώθηκαν, καθώς ήταν πάνω από 40.000 οι περιπτώσεις, αλλά –σύμφωνα με τον ίδιο– ένα μεγάλο μέρος καταστράφηκε.

31. Η Λουΐζ Μισέλ στην απολογία της ανέφερε: «Αυτό που ζητώ από σας που αποκαλείστε στρατοδικείο, που αναγορευτήκατε δικαστές μου και που δεν κρύβεστε όπως η Επιτροπή Χαρίτων, είναι το πεδίο του Σατορί, όπου έχουν ήδη πέσει τ’ αδέλφια μας. Πρέπει να με αποκόψετε από την κοινωνία. Σας ζητούν να το πράξετε. Ε, λοιπόν, ο εισαγγελέας έχει δίκιο! Εφόσον φαίνεται πως κάθε καρδιά που χτυπά για την ελευθερία δε δικαιούται παρά μολύβι, τότε ζητώ κι εγώ το μερίδιό μου! Αν μ’ αφήσετε να ζήσω, δε θα πάψω να ζητώ εκδίκηση και να καταγγέλλω, εκδικούμενη το θάνατο των αδερφών μου, τους δολοφόνους της Επιτροπής Χαρίτων!» Τελικά θα την καταδικάσουν σε εξορία.

32. Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 186-188.

33. Karl Marx, Frederick Engels, Collected Works, 44, Progress Publishers, Moscow, 1989, σελ. 620.

34. Ο Λισαγκαρέ αναφέρεται στα 15 μέλη του Συμβουλίου της Κομμούνας (Φερέ, Ασί, Ζουρντ, Π. Γκρουσέ, Ρεζέρ, Μπιγιορέ, Κουρμπέ, Ιρμπέν, Κλεμάν, Τρενκέ, Σαμπί, Ρατούλ, Βερντίρ, Ντεκάν, Παράν) και στα 2 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής (Φερά και Λιλιέ).

35. Από κοντά και ο Δικηγορικός Σύλλογος του Παρισιού που υπερθεμάτισε την παραπομπή των κατηγορούμενων στο στρατοδικείο, παρόλο που είχε τελειώσει πια ο εμφύλιος πόλεμος, με την αιτιολογία ότι οι κατηγορούμενοι ήταν «τέρατα». Βλ. Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 162.

36. Jacques Rougerie, «Procès de Communards», Collection Archives (no 11), Gallimard, 1973, σελ. 19.

37. Ό.π., σελ. 17.

38. Έγραφε η Libertè: «Δεν πρέπει να ξεγελαστούμε, και κυρίως δεν πρέπει να επιμείνουμε σε λεπτομέρειες, έχουμε αναμφισβήτητα ενώπιόν μας μια σπείρα αχρείων, δολοφόνων, κλεφτών κι εμπρηστών. Το να επικαλεστούμε τη θέση τους ως κατηγορούμενων, ώστε να απαιτήσουμε το σεβασμό απέναντί τους και το ευεργέτημα του νόμου που τους θεωρεί αθώους μέχρις αποδείξεως της ενοχής τους, είναι ένδειξη κακοπιστίας. Όχι! Όχι! Χίλιες φορές όχι! Αυτοί δεν είναι συνηθισμένοι κατηγορούμενοι· συνελήφθησαν, άλλοι επ’ αυτοφώρω και άλλοι υπέγραψαν τόσο αδιαμφισβήτητα την ενοχή τους με πράξεις αποδεδειγμένες κι επίσημες, ώστε αρκεί να καταδείξει κανείς την ταυτότητά τους για ν’ αναφωνήσει με τη δυνατή και ηχηρή φωνή της βεβαιότητας: Ναι! Ναι! Είναι ένοχοι!»

39. Βλ. «Ο πολιτικός συσχετισμός στους κόλπους της Κομμούνας και η επίδρασή του στις εξελίξεις. Τα συμπεράσματα για το μαρξισμό-λενινισμό», Ριζοσπάστης, 20-21.3.2021, σελ. 21.

40. Ο υποδηματοποιός Τρενκέ διακήρυξε ότι ήταν τιμή του που εκπλήρωσε μέχρι τέλους την εντολή του: «Πολέμησα, έχω το κασκέτο μου κομματιασμένο και την κάπα μου τρυπημένη από μια σφαίρα, πολέμησα στα οδοφράγματα και λυπάμαι που δε σκοτώθηκα εκεί, γιατί δε θα ήμουν σήμερα εδώ να βλέπω το θλιβερό αυτό θέαμα συντρόφων, οι οποίοι, αν και συμμετείχαν στη δράση, δε θέλουν πλέον να έχουν μερίδιο στην ευθύνη. Εγώ συμμετείχα στην επανάσταση και δεν το αρνούμαι.» Jacques Rougerie, «Procès de Communards», Collection Archives (no 11), Gallimard, 1973, σελ. 85.

41. Ο Φερέ αρνήθηκε ν’ απολογηθεί και ζήτησε να διαβαστεί η δήλωσή του στην οποία κατέληγε: «Είμαι μέλος της Κομμούνας του Παρισιού κι έπεσα στα χέρια των νικητών της, θέλουν το κεφάλι μου, ας το πάρουν! Ποτέ δε θα έσωζα τη ζωή μου από δειλία. Έζησα ελεύθερος, σκοπεύω να πεθάνω το ίδιο! Δεν προσθέτω τίποτα παρά μία φράση: Η μοίρα είναι ιδιότροπη: Εμπιστεύομαι στο μέλλον τη φροντίδα της μνήμης και της εκδίκησής μου.» Ό.π., σελ. 87.

42. Ό.π., σελ. 120.

43. Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 170.

44. Ομιλία ναυάρχου Φουρισόν κατά της αμνηστίας, στη συνεδρίαση της 17ης Μάη 1876. Βλ. ό.π., σελ. 189.

45. Jacques Rougerie, «Procès de Communards», Collection Archives (no 11), Gallimard, 1973, σελ. 20-21.

46. MAE/FN/Guerre de 1870-Commune de 1871/φάκελος 87/Ministère de la Justice, Direction des Affaires criminelles et de Grâces, Ντυφώρ προς Φαβρ, αρ. 5795, Βερσαλλίες, 8 Ιούνη

47. Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 189.

48. «Κύριε υπουργέ και αγαπητέ συνάδελφε, με το τηλεγράφημα της 6ης Ιούλη, σχετικά με τις δυσκολίες που προέκυψαν από κάποιες ξένες κυβερνήσεις όσον αφορά την αποδοχή των καταδικασμένων σε απέλαση στα εδάφη τους, μου προτείνατε την ιδέα ν’ απευθυνθώ σε εταιρίες μετανάστευσης (compagnies d’ emigration) που συνεργάζονται με τη Δημοκρατία της Αργεντινής.» MAE/FN/Guerre de 1870-Commune de 1871/φάκελος 87/ Ρεμισά προς Καλμό, Παρίσι, 9 Οκτώβρη 1872.

49. Β. Ι. Λένιν, «Στη μνήμη της Κομμούνας», Άπαντα, τόμ. 20, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 228.

50. Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 288.

51. Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμ. Β΄, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 2006, σελ. 171, 215.

52. Β. Ι. Λένιν, Στη μνήμη της Κομμούνας, Άπαντα, τόμ. 20, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 228.

53. Enquệte parlementaire sur l’ insurrection du 18 mars, tome 1, Versailles, 1872. Πηγή: bnf.fr / BibliothĀ¨que nationale de France, σελ. 253-268.

54. Ο πρόεδρος της Επιτροπής αυτής, ο Νταρί, δήλωνε ότι η Επιτροπή έχει 800.000 οπαδούς, ενώ ενώπιον της Επιτροπής κατέθεταν μόνο Βερσαλλιέροι.

55. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2009, σελ. 25.

56. Enquệte parlementaire sur l’ insurrection du 18 mars, tome 1, Versailles, 1872. Πηγή: Gallica.bnf.fr / BibliothĀ¨que nationale de France, σελ. 262-264.

57. Ό.π., σελ. 254.

58. Enquệte parlementaire sur l’ insurrection du 18 mars, tome 1, Versailles, 1872. Πηγή: Gallica.bnf.fr / BibliothĀ¨que nationale de France, σελ. 257.

59. Enquệte parlementaire sur l’ insurrection du 18 mars, tome 1, Versailles, 1872. Πηγή: Gallica.bnf.fr / BibliothĀ¨que nationale de France, σελ. 259, 264.

60. Β. Ι. Λένιν, «Τα διδάγματα της Κομμούνας», Άπαντα, τόμ. 16, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 477.

61. Β. Ι. Λένιν, Κράτος κι Επανάσταση, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2005, σελ. 106.

62. Marx-Engels, Collected Works, 23, Progress Publishers, Moscow, 1988, σελ. 128.