Οι πολιτικές αποκαλύψεις και η «καλλιέργεια της επαναστατικής δραστηριότητας»*


του Β. Ι. Λένιν

Κατευθύνοντας ενάντια στην Ίσκρα τη «θεωρία» του για το «ανέβασμα της δραστηριότητας της μάζας των εργατών», ο Mαρτίνοφ αποκάλυψε στην πραγματικότητα ότι επιδιώκει να μειώσει αυτή τη δραστηριότητα, γιατί διακήρυξε πως η ίδια η οικονομική πάλη που μπροστά της υποκλίνονταν όλοι οι «οικονομιστές», είναι το προτιμότερο, το σπουδαιότερο και το «πιο πλατιά χρησιμοποιήσιμο» μέσο αφύπνισης αυτής της δραστηριότητας και το πλατύτερο πεδίο αυτής της δραστηριότητας. Και το σφάλμα αυτό είναι χαρακτηριστικό, επειδή ακριβώς δεν ανήκει καθόλου μόνο στον Mαρτίνοφ. Στην πραγματικότητα, το «ανέβασμα της δραστηριότητας της μάζας των εργατών» μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τον όρο ότι δε θα περιοριζόμαστε στην «πολιτική ζύμωση σε οικονομικό έδαφος». Κι ένας από τους βασικούς όρους για την αναγκαία επέκταση της πολιτικής ζύμωσης είναι η οργάνωση ολόπλευρων πολιτικών αποκαλύψεων. H πολιτική συνείδηση και η επαναστατική δραστηριότητα των μαζών δεν μπορούν να καλλιεργηθούν διαφορετικά, παρά μόνο με τις αποκαλύψεις αυτές. Συνεπώς, η τέτοιου είδους δράση αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες λειτουργίες ολόκληρης της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, γιατί και η ύπαρξη πολιτικής ελευθερίας δεν εξαλείφει καθόλου την ανάγκη των αποκαλύψεων, αλλά απλώς μετατοπίζει κάπως τη σφαίρα κατεύθυνσής τους. Λόγου χάρη, το γερμανικό κόμμα δυναμώνει ιδιαίτερα τις θέσεις του κι επεκτείνει την επιρροή του, ακριβώς χάρη στην αμείωτη δραστηριότητα με την οποία διεξάγει την εκστρατεία των πολιτικών αποκαλύψεων. H συνείδηση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να είναι αληθινά πολιτική συνείδηση, αν οι εργάτες δε μάθουν ν’ απαντούν σ’ όλες χωρίς εξαίρεση τις περιπτώσεις αυθαιρεσίας και καταπίεσης, βίας και κατάχρησης, οποιεσδήποτε τάξεις κι αν αφορούν οι περιπτώσεις αυτές· και μάλιστα, ν’ απαντούν από σοσιαλδημοκρατική κι όχι από οποιαδήποτε άλλη σκοπιά. H συνείδηση της μάζας των εργατών δεν μπορεί να είναι αληθινά ταξική συνείδηση, αν οι εργάτες δε μάθουν σε συγκεκριμένα και κατά πρώτο λόγο σε φλέγοντα (επίκαιρα) πολιτικά γεγονότα και περιστατικά να παρατηρούν την κάθε άλλη κοινωνική τάξη σ’ όλες τις εκδηλώσεις της πνευματικής, ηθικής και πολιτικής ζωής της· αν δε μάθουν να εφαρμόζουν στην πράξη την υλιστική ανάλυση και την υλιστική εκτίμηση όλων των πλευρών της ζωής και δράσης όλων των τάξεων, στρωμάτων και ομάδων του πληθυσμού. Όποιος συγκεντρώνει την προσοχή, την παρατηρητικότητα και τη συνείδηση της εργατικής τάξης αποκλειστικά, ή έστω και κυρίως, μόνο στον εαυτό της, αυτός δεν είναι σοσιαλδημοκράτης, γιατί η αυτεπίγνωση της εργατικής τάξης συνδέεται αδιάρρηκτα με την πλήρη σαφήνεια όχι μόνο των θεωρητικών... πιο σωστό μάλιστα θα ’ταν να πούμε όχι τόσο των θεωρητικών αντιλήψεων, για τις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ όλων των τάξεων της σύγχρονης κοινωνίας, όσο των αντιλήψεων για τις σχέσεις αυτές, που έχουν αποκτηθεί με την πείρα της πολιτικής ζωής. Να γιατί είναι τόσο πολύ επιζήμια και τόσο βαθιά αντιδραστική ως προς την πρακτική της σημασία η ιδέα που κηρύχνουν οι «οικονομιστές» μας ότι η οικονομική πάλη είναι το πιο πλατιά χρησιμοποιήσιμο μέσο για να τραβηχτούν οι μάζες στο πολιτικό κίνημα. Για να γίνει σοσιαλδημοκράτης ένας εργάτης, πρέπει να έχει σαφή εικόνα της οικονομικής φύσης και της κοινωνικοπολιτικής φυσιογνωμίας του τσιφλικά και του παπά, του ανώτερου αξιωματούχου και του αγρότη, του φοιτητή και του αλήτη, να ξέρει τις δυνατές και τις αδύνατες πλευρές τους, πρέπει να μπορεί να καταλαβαίνει τις συνηθισμένες φράσεις και τα κάθε λογής σοφίσματα, με τα οποία κάθε τάξη και κάθε στρώμα συγκαλύπτουν τις εγωιστικές επιδιώξεις τους και τον αληθινό «εσωτερικό» τους «κόσμο», να ξέρει να διακρίνει τι συμφέροντα αντανακλούν ορισμένοι θεσμοί και νόμοι και πώς ακριβώς τα αντανακλούν. Αυτή όμως τη «σαφή εικόνα» δεν μπορεί να την έχεις από κανένα βιβλίο: αυτή μπορούν να σου τη δώσουν μόνο οι ζωντανές εικόνες και οι αποκαλύψεις που γίνονται με βάση τα ζωντανά ακόμα ίχνη αυτού που συμβαίνει γύρω μας στη δοσμένη στιγμή, για το οποίο μιλάει ο καθένας με τον τρόπο του ή τουλάχιστο το ψιθυρίζει ο καθένας, πράγμα που εκφράζεται στα τάδε γεγονότα, στους τάδε αριθμούς, στις τάδε δικαστικές αποφάσεις κλπ. κλπ. κλπ. Οι ολόπλευρες αυτές πολιτικές αποκαλύψεις αποτελούν αναγκαίο και βασικό όρο για την καλλιέργεια της επαναστατικής δραστηριότητας των μαζών.

Γιατί ο Ρώσος εργάτης εκδηλώνει ακόμα τόσο λίγο την επαναστατική του δραστηριότητα όσον αφορά την κτηνώδη συμπεριφορά της αστυνομίας απέναντι στο λαό, το διωγμό των θρησκευτικών αιρέσεων, τους ξυλοδαρμούς των αγροτών, τα αίσχη της λογοκρισίας, τα βασανιστήρια των στρατιωτών, τον κατατρεγμό ακόμα και της πιο αθώας εκπολιτιστικής πρωτοβουλίας κλπ.; Μήπως γιατί η «οικονομική πάλη» δεν τον «φέρνει αντιμέτωπο» μ’ όλα αυτά, μήπως γιατί αυτά δεν του «υπόσχονται» αρκετά «χειροπιαστά αποτελέσματα», δεν του δίνουν αρκετά «θετικά» στοιχεία; Όχι, το ξαναλέμε, το να υποστηρίζει κανείς μια τέτοια γνώμη δεν ισοδυναμεί με τίποτε άλλο, παρά με την προσπάθεια να φορτώνει το φταίξιμό του στους άλλους, να φορτώνει το δικό του το φιλισταϊσμό (και τον μπερνσταϊνισμό) στη μάζα των εργατών. Πρέπει να κατηγορούμε τον εαυτό μας, την καθυστέρησή μας από το κίνημα των μαζών, το ότι δεν μπορέσαμε ως τα τώρα να οργανώσουμε αρκετά πλατιές, ξεκάθαρες και γρήγορες αποκαλύψεις για όλα αυτά τα αίσχη. Μόλις το κάνουμε αυτό (και πρέπει να το κάνουμε και μπορούμε να το κάνουμε), τότε κι ο πιο αμόρφωτος εργάτης θα καταλάβει ή θα νιώσει ότι το φοιτητή και τον αιρετικό, το μουζίκο και το συγγραφέα τούς βρίζει και τους εξευτελίζει η ίδια σκοτεινή δύναμη που τόσο καταπιέζει και πνίγει κι αυτόν τον ίδιο στο κάθε βήμα της ζωής του· κι όταν το νιώσει αυτό, θα θελήσει, θα καταληφθεί από την ασυγκράτητη επιθυμία ν’ αντιδράσει κι ο ίδιος· θα μπορέσει τότε σήμερα να οργανώσει αποδοκιμασία ενάντια στους λογοκριτές, αύριο να κάνει διαδήλωση μπροστά στο σπίτι του διοικητή του κυβερνείου που κατέστειλε ένα αγροτικό ξεσήκωμα, μεθαύριο να δώσει ένα γερό μάθημα στους ρασοφόρους χωροφύλακες που κάνουν τη δουλειά της ιερής εξέτασης κλπ. Πολύ λίγα, σχεδόν τίποτα δεν κάναμε ως τα τώρα, για να δώσουμε στις εργατικές μάζες πολύπλευρες και επίκαιρες αποκαλύψεις. Πολλοί από μας ούτε καν νιώθουν ακόμα αυτή τους την υποχρέωση, αλλά σέρνονται αυθόρμητα πίσω απ’ την «ασήμαντη καθημερινή πάλη» στα στενά πλαίσια της εργοστασιακής ζωής. Το να λέει κανείς κάτω από τέτοιες συνθήκες ότι «η Ίσκρα έχει την τάση να μειώνει τη σημασία της προχωρητικής πορείας της ασήμαντης καθημερινής πάλης σε σύγκριση με την προπαγάνδιση των λαμπρών και ολοκληρωμένων ιδεών» (Mαρτίνοφ, σελ. 61) σημαίνει πως τραβά το κόμμα προς τα πίσω, σημαίνει πως υπερασπίζει και εξυμνεί την έλλειψη προετοιμασίας και την καθυστέρησή μας.

Όσο για το κάλεσμα των μαζών σε δράση, αυτό θα ’ρθει μόνο του, μόλις θα υπάρξει δραστήρια πολιτική ζύμωση, ζωντανές και χτυπητές αποκαλύψεις. Να πιάσεις κάποιον επ’ αυτοφώρω στον τόπο του εγκλήματος και να τον στιγματίσεις αμέσως μπροστά σ’ όλο τον κόσμο, – αυτό από μόνο του είναι αποτελεσματικότερο από κάθε «κάλεσμα», αυτό συχνά έχει τέτοια επίδραση, που ύστερα δεν μπορείς να καθορίσεις ποιος ακριβώς «κάλεσε» το πλήθος και ποιος ακριβώς πρότεινε τούτο ή εκείνο το σχέδιο διαδήλωσης κλπ. Μπορεί να καλεί κανείς –όχι με τη γενική, αλλά με τη συγκεκριμένη έννοια της λέξης– μόνο στον τόπο της δράσης και μπορεί να καλεί μόνο εκείνος που συμμετέχει ο ίδιος και μάλιστα άμεσα. Και το έργο το δικό μας, το έργο των σοσιαλδημοκρατών δημοσιολόγων, είναι να βαθαίνουμε, να διευρύνουμε και να εντείνουμε τις πολιτικές αποκαλύψεις και την πολιτική ζύμωση.

Με την ευκαιρία, δυο λόγια για το «κάλεσμα σε δράση». H Ίσκρα ήταν το μοναδικό όργανο, που πριν από τα γεγονότα της άνοιξης κάλεσε τους εργάτες να επέμβουν ενεργά σ’ ένα ζήτημα, που δεν υποσχόταν στον εργάτη απολύτως κανένα χειροπιαστό αποτέλεσμα, στο ζήτημα της βίαιης επιστράτευσης των φοιτητών. Αμέσως μετά τη δημοσίευση της διαταγής της 11 του Γενάρη για τη «βίαιη επιστράτευση των 183 φοιτητών», η Ίσκρα δημοσίευσε ένα άρθρο γι’ αυτό το ζήτημα (αρ. φύλλου 2, Φλεβάρης) και πριν αρχίσει οποιαδήποτε διαδήλωση, κάλεσε ανοιχτά «τους εργάτες να βοηθήσουν τους φοιτητές», κάλεσε το «λαό» ν’ απαντήσει ανοιχτά στη θρασεία πρόκληση της κυβέρνησης.1 Ρωτάμε όλο τον κόσμο: πώς και με τι να εξηγήσουμε το αξιοσημείωτο περιστατικό ότι ο Mαρτίνοφ, ενώ λέει τόσα πολλά για το «κάλεσμα» και θεωρεί μάλιστα το «κάλεσμα» ειδική μορφή δράσης, δεν ανέφερε ούτε λέξη για το κάλεσμα αυτό; Κι ύστερα απ’ αυτά, δεν είναι άραγε φιλισταϊσμός η δήλωση του Mαρτίνοφ ότι η Ίσκρα είναι μονόπλευρη, γιατί δεν «καλεί» αρκετά στην πάλη για διεκδικήσεις, που «υπόσχονται χειροπιαστά αποτελέσματα»;

Οι «οικονομιστές» μας, μαζί και το Pαμπότσεγε Nτιέλο, είχαν επιτυχίες γιατί προσαρμόστηκαν στους καθυστερημένους εργάτες. O σοσιαλδημοκράτης όμως εργάτης, ο επαναστάτης εργάτης (κι ο αριθμός αυτών των εργατών αυξάνει συνεχώς) θ’ αποκρούσει με αγανάκτηση όλους αυτούς τους συλλογισμούς σχετικά με την πάλη για διεκδικήσεις που «υπόσχονται χειροπιαστά αποτελέσματα» κλπ., γιατί θα καταλάβει, πως όλα αυτά δεν είναι παρά παραλλαγές του παλιού τροπάριου για αύξηση ενός καπικιού στο ρούβλι. Ένας τέτοιος εργάτης θα πει στους συμβούλους του της Pαμπότσαγια Mισλ και του Pαμπότσεγε Nτιέλο: άδικα, κύριοι, χάνετε τον καιρό σας, όταν ανακατεύεστε με τόσο υπερβολικό ζήλο σε μια δουλειά όπου εμείς και μόνοι μας τα βγάζουμε πέρα και παραμελείτε την εκπλήρωση των πραγματικών σας υποχρεώσεων. Γιατί δεν είναι καθόλου έξυπνο να ισχυρίζεστε πως το καθήκον των σοσιαλδημοκρατών είναι να προσδίνουν πολιτικό χαρακτήρα στην ίδια την οικονομική πάλη· αυτό είναι μόνο η αρχή και δεν είναι το κύριο καθήκον των σοσιαλδημοκρατών, επειδή σ’ όλο τον κόσμο, μαζί και στη Ρωσία, συχνά η ίδια η αστυνομία αρχίζει να προσδίνει πολιτικό χαρακτήρα στην οικονομική πάλη και οι εργάτες μαθαίνουν να καταλαβαίνουν μόνοι τους με ποιον είναι η κυβέρνηση.2 Γιατί η «οικονομική πάλη των εργατών ενάντια στους εργοδότες και στην κυβέρνηση», που γι’ αυτήν κάνετε τόσο θόρυβο σαν να έχετε ανακαλύψει την Αμερική, διεξάγεται σ’ ένα σωρό απόμερες γωνιές της Ρωσίας από τους ίδιους τους εργάτες που έχουν βέβαια ακούσει για απεργίες, αλλά δεν έχουν ίσως ακούσει τίποτα για σοσιαλισμό. Γιατί εμείς οι εργάτες έχουμε κιόλας εκείνη τη «δραστηριότητα» που εσείς όλοι θέλετε να μας καλλιεργήσετε, διατυπώνοντας συγκεκριμένες διεκδικήσεις που να υπόσχονται χειροπιαστά αποτελέσματα, και μόνοι μας προβάλλουμε αυτές τις συγκεκριμένες διεκδικήσεις στην καθημερινή συνδικαλιστική μας δουλειά για τα μερικότερα ζητήματα, συχνά χωρίς καμιά βοήθεια από τους διανοούμενους. Αλλά μια τέτοια δραστηριότητα δεν είναι αρκετή για μας· δεν είμαστε μικρά παιδιά για να μας τρέφουν μόνο με το λαπά της «οικονομικής» πολιτικής· θέλουμε να ξέρουμε ό,τι ξέρουν και οι άλλοι· θέλουμε να γνωρίσουμε στις λεπτομέρειές τους όλες τις πλευρές της πολιτικής ζωής και να συμμετέχουμε ενεργά σε κάθε πολιτικό γεγονός. Για να γίνει αυτό, πρέπει οι διανοούμενοι να μας μιλάνε λιγότερο για όσα ξέρουμε και μόνοι μας3 και περισσότερα για όσα δεν ξέρουμε ακόμα, για όσα δε θα μπορέσουμε ποτέ να μάθουμε μόνοι μας, με την εργοστασιακή και «οικονομική» μας πείρα, δηλ. να μας δώσουν πολιτικές γνώσεις. Τις γνώσεις αυτές μπορείτε να τις αποκτήσετε εσείς οι διανοούμενοι κι έχετε χρέος να μας προσφέρετε εκατό και χίλιες φορές περισσότερες απ’ ό,τι μέχρι σήμερα, και μάλιστα να μας τις προσφέρετε όχι μονάχα με τη μορφή συλλογισμών, φυλλαδίων και άρθρων (που πολλές φορές είναι –μας συγχωρείτε για την ειλικρίνεια– κάπως πληκτικά), αλλά οπωσδήποτε με τη μορφή ζωντανών αποκαλύψεων για κείνα ακριβώς που κάνουν στη δοσμένη στιγμή η κυβέρνησή μας και οι άρχουσες τάξεις μας σ’ όλους τους τομείς της ζωής. Να εκπληρώνετε λοιπόν με μεγαλύτερο ζήλο αυτό σας το καθήκον και να μιλάτε λιγότερο για το «ανέβασμα της δραστηριότητας της μάζας των εργατών». Είμαστε πολύ πιο μαχητικοί απ’ ό,τι φαντάζεστε και ξέρουμε να υποστηρίζουμε με ανοιχτό αγώνα, με αγώνα στους δρόμους, ακόμα και τα αιτήματα εκείνα που δεν προμηνάνε κανένα «χειροπιαστό αποτέλεσμα»! Και δεν είστε σεις που «θ’ ανεβάσετε» τη δραστηριότητά μας, γιατί η δραστηριότητα είναι ίσα ίσα εκείνο που σας λείπει. Να υποκλίνεστε λιγότερο στο αυθόρμητο και να σκέφτεστε περισσότερο πώς θ’ ανεβάσετε τη δική σας δραστηριότητα, κύριοι!

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Β. Ι. Λένιν, Τι να κάνουμε;, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2021, σελ. 85-92 και Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 6, σελ. 69-75.

1. Bλ. Άπαντα, 5η ρωσ. έκδ., τόμ. 4ος, σελ. 391-396 (ελλ. έκδ., Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 4ος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1976, σελ. 396-401).

2. Το αίτημα «να δοθεί πολιτικός χαρακτήρας στην ίδια την οικονομική πάλη» εκφράζει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την υπόκλιση μπροστά στο αυθόρμητο στον τομέα της πολιτικής δράσης. Τις περισσότερες φορές, η οικονομική πάλη παίρνει πολιτικό χαρακτήρα αυθόρμητα, δηλ. χωρίς την ανάμιξη του «επαναστατικού βάκιλου της διανόησης», χωρίς την ανάμιξη των συνειδητών σοσιαλδημοκρατών. Λόγου χάρη, και η οικονομική πάλη των εργατών της Αγγλίας πήρε πολιτικό χαρακτήρα χωρίς καμιά συμμετοχή των σοσιαλιστών. Το καθήκον όμως των σοσιαλδημοκρατών δεν εξαντλείται με την πολιτική ζύμωση πάνω σε οικονομική βάση. Το καθήκον τους είναι να μετατρέψουν αυτή την τρεϊντ-γιουνιονιστική πολιτική σε σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό αγώνα, να χρησιμοποιήσουν τις αναλαμπές πολιτικής συνείδησης που γεννά στους εργάτες η οικονομική πάλη για ν’ ανεβάσουν τους εργάτες ως το επίπεδο της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής συνείδησης. Οι διάφοροι, όμως, Μαρτίνοφ, αντί ν’ ανεβάζουν και να προωθούν την πολιτική συνείδηση που ξυπνά αυθόρμητα, προσκυνούν το αυθόρμητο και επαναλαμβάνουν, συχνά μέχρι αηδίας, ότι η οικονομική πάλη «φέρνει αντιμέτωπους» τους εργάτες με το ζήτημα της έλλειψης πολιτικών δικαιωμάτων. Το κακό είναι, κύριοι, ότι το αυθόρμητο ξύπνημα της τρεϊντ-γιουνιονιστικής πολιτικής συνείδησης δε σας «φέρνει αντιμέτωπους» με το πρόβλημα των σοσιαλδημοκρατικών σας καθηκόντων!

3. Για ν’ αποδείξουμε πως όλα αυτά τα λόγια των εργατών προς τους «οικονομιστές» δεν είναι μόνο γέννημα φαντασίας, θα επικαλεστούμε δυο μάρτυρες που έχουν αναμφισβήτητα άμεση επαφή με το εργατικό κίνημα και που λιγότερο από κάθε άλλον είναι διατεθειμένοι να μεροληπτήσουν για μας τους «δογματικούς», γιατί ο ένας μάρτυρας είναι «οικονομιστής» (που μάλιστα θεωρεί ακόμα και το Pαμπότσεγε Nτιέλο πολιτικό όργανο!), κι ο άλλος τρομοκράτης. O πρώτος μάρτυρας είναι ο συντάκτης του αξιόλογου για την ειλικρίνεια και τη ζωντάνια του άρθρου: «Το εργατικό κίνημα της Πετρούπολης και τα πρακτικά καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας», που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 6 του Pαμπότσεγε Nτιέλο. Αυτός λοιπόν χωρίζει τους εργάτες: 1) σε συνειδητούς επαναστάτες, 2) σε ενδιάμεσο στρώμα και 3) στην υπόλοιπη μάζα. Το ενδιάμεσο στρώμα, λέει, «πολλές φορές ενδιαφέρεται περισσότερο για τα ζητήματα της πολιτικής ζωής, παρά για τα άμεσα οικονομικά του συμφέροντα, που η σχέση τους με τις γενικές κοινωνικές συνθήκες έχει από καιρό κατανοηθεί»... «Γίνεται έντονη κριτική» στη Pαμπότσαγια Mισλ: γράφουν «όλο τα ίδια και τα ίδια πράγματα, που από καιρό είναι γνωστά, που από καιρό τα ’χουμε διαβάσει», «όσο για πολιτική ανασκόπηση, πάλι δεν έχουμε τίποτα» (σελ. 30-31). Αλλά ακόμα και το τρίτο στρώμα: «η πιο ευαίσθητη, η πιο νεαρή, η λιγότερο διεφθαρμένη από την ταβέρνα και την εκκλησία εργατική μάζα, που ποτέ σχεδόν δεν έχει τη δυνατότητα να προμηθευτεί ένα βιβλίο με πολιτικό περιεχόμενο, ερμηνεύει στραβά τα φαινόμενα της πολιτικής ζωής, κρίνοντας από τις σκόρπιες ειδήσεις για τις εξεγέρσεις των φοιτητών» κλπ. Κι ο τρομοκράτης γράφει: «... Διαβάζουν μια-δυο φορές τα μικροζητήματα της εργοστασιακής ζωής που αφορούν άλλες πόλεις κι όχι τις δικές τους, κι ύστερα σταματούν... Είναι βαρετό... Όταν μια εργατική εφημερίδα δε μιλά για το κράτος... δείχνει πως περνάει τον εργάτη για μωρό παιδί... O εργάτης δεν είναι μωρό παιδί» (Σβομπόντα59, έκδοση της επαναστατικής σοσιαλιστικής ομάδας, σελ. 69 και 70).