Οπορτουνιστικό ρεύμα: Νεροκουβαλητής στο μύλο της σοσιαλδημοκρατίας


της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ

«Πυρκαγιές, πλημμύρες, χιόνια, πανδημία, ακρίβεια: Ώρα να γκρεμίσουμε την κυβέρνηση της καταστροφής.»1 Αυτός ο τίτλος από πρόσφατη ανακοίνωση του ΣΕΚ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα) περιγράφει ίσως με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο το βασικό πυρήνα της πολιτικής σκέψης και ανάλυσης κάθε δύναμης του οπορτουνιστικού ρεύματος αυτήν την περίοδο, ανεξάρτητα από τη φρασεολογία που προσχηματικά χρησιμοποιούν για να συγκαλύψουν το ρόλο τους στο παιχνίδι της κυβερνητικής εναλλαγής.

Η άτυπη αλλά αντικειμενική αυτή σύμπλευση του οπορτουνισμού με τις πολιτικές στοχεύσεις της σοσιαλδημοκρατίας παίρνει «σάρκα και οστά» μέσα από ένα σύμπλεγμα θέσεων και πολιτικών πρακτικών που υιοθετούν με αποχρώσεις οι διάφορες οπορτουνιστικές δυνάμεις.

Αρχικά είναι κοινό τους γνώρισμα η ανοιχτή ή η συγκαλυμμένη «αντιδεξιά» ρητορική, η απόδοση δηλαδή της αντιλαϊκής πολιτικής κυρίως στην κυβέρνηση της ΝΔ, και την ίδια στιγμή το κάλεσμα για συγκρότηση ενός «αντιδεξιού» μετώπου πολιτικών δυνάμεων.

Παράλληλα, οι αναλύσεις τους λειτουργούν ως μια ιδιότυπη «κολυμβήθρα του Σιλωάμ» για τη σοσιαλδημοκρατία, τόσο με τη συσκότιση του χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ και της διακυβέρνησής του, ως μιας δήθεν «προοδευτικής» δύναμης που τελικά συμβιβάστηκε την προηγούμενη φορά (γιατί «πιέστηκε» ή γιατί «πρόδωσε»), όσο και με την υιοθέτηση των διάφορων εκδοχών των «πολιτικών μεταβατικών προγραμμάτων» που στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία λειτουργούν ως η «οπορτουνιστική εκδοχή» του προγράμματος της «προοδευτικής διακυβέρνησης».

Τα παραπάνω βρίσκουν και την έντεχνη έκφρασή τους στο κίνημα με τη διαβρωτική παρέμβαση του οπορτουνισμού, που επιδιώκει να στοχοποιείται ως βασικός αντίπαλος η «κυβέρνηση Μητσοτάκη» και να προωθείται η συνεργασία με τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, δηλαδή με τα δικά τους λόγια η πολιτική συνεργασία των «αριστερών», «προοδευτικών» και «αγωνιστικά ρεφορμιστικών» δυνάμεων. Να προβάλλεται η λογική ότι προέχει η «ενότητα στο πρόβλημα», γιατί, όπως λένε, η όξυνση της διαπάλης στο κίνημα διασπά τους εργαζόμενους και απομαζικοποιεί τα σωματεία.

Τέλος, συστατικό στοιχείο της οπορτουνιστικής γραμμής διαχρονικά είναι η προσπάθεια υπονόμευσης της επαναστατικής στρατηγικής του ΚΚΕ είτε με την ανοιχτή πολεμική είτε με το χαρακτήρα «επίθεσης φιλίας», η υπονόμευση δηλαδή της μοναδικής πολιτικής γραμμής που μπορεί να δώσει ώθηση στην οργάνωση της αντεπίθεσης του εργατικού-λαϊκού κινήματος για τη συνολική σύγκρουση με το κεφάλαιο, το αστικό κράτος, τις αστικές κυβερνήσεις κάθε πολιτικής απόχρωσης και την ΕΕ. Απαραίτητο συμπλήρωμα ο αντικομμουνισμός και ο αντισοβιετισμός, η σπίλωση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τον 20ό αιώνα, που συμβάλλει στην επιχείρηση της αστικής τάξης να πληγεί στα μάτια των εργαζόμενων η προοπτική για την ανατροπή του καπιταλισμού και τη διέξοδο του σοσιαλισμού-κομμουνισμού σήμερα.2

 

ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΧΩΡΟ

Όπως έχει σημειωθεί σε προηγούμενη αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ, ο ευρύτερος οπορτουνιστικός χώρος βρέθηκε σε φάση εκτεταμένης αναμόρφωσης και ανακατατάξεων έπειτα και από τη χρεοκοπία της πολιτικής του γραμμής των τελευταίων χρόνων, που επί της ουσίας συνέβαλε στην κυβερνητική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ και στην ανοχή απέναντι στη διακυβέρνησή του. Οι διεργασίες αυτές εκφράστηκαν με αναδιάταξη συμμαχιών, διασπάσεις και αποχωρήσεις ομάδων από τα δύο βασικά έως τώρα σχήματα: Την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τη ΛΑΕ, ήδη από το 2018, που έγιναν εντονότερες μετά από τις εκλογές του 2019.

Η αντιφατική αυτή πορεία του οπορτουνιστικού χώρου και οι διάφορες αντιθέσεις μεταξύ των οπορτουνιστικών ομάδων γεννούν προβληματισμούς σε αγωνιστές και διαμορφώνουν ένα γόνιμο έδαφος για να ανοίξει η συζήτηση για το «τι κίνημα χρειάζεται» και ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την οργάνωση της αντεπίθεσης της εργατικής τάξης και του λαού, και για να κερδίζονται πρωτοπόροι εργαζόμενοι με την επαναστατική στρατηγική του ΚΚΕ.

Αυτήν τη χρονική στιγμή διαμορφώνονται δύο βασικά οργανωτικά σχήματα: Από τη μια ό,τι απέμεινε από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με βασικό πυρήνα το ΝΑΡ και το ΣΕΚ, και από την άλλη πλευρά η λεγόμενη «Αριστερή Πρωτοβουλία» που γίνεται προσπάθεια να συγκροτήσουν οι ομάδες που αποχώρησαν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι πρώην φραξιονιστές του «Συλλόγου Κορδάτου» καθώς και διάφορες δυνάμεις της ΛΑΕ.

Η «Αριστερή Πρωτοβουλία» ιδρύθηκε τον Ιούλη του 2021 και συμμετέχουν οι οργανώσεις: ΛΑΕ (ως ΑΡΑΣ και «Αριστερό Ρεύμα»), «Σύλλογος Κορδάτος» (ως «Συντονισμός Κομμουνιστικών Δυνάμεων»), ΔΕΑ, «Παρέμβαση», ΑΡΑΝ, «Συνάντηση», «Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο» («ΣΚ-Σχέδιο»), «Αναμέτρηση» (οι δύο τελευταίες αποτελούν διασπάσεις του ΝΑΡ και της νΚΑ αντίστοιχα).

Αποστάσεις έχει κρατήσει σε πρώτη φάση από την «Αριστερή Πρωτοβουλία» ο «Εργατικός Αγώνας», που με τις λιγοστές του δυνάμεις συνεχίζει την υπονομευτική δουλειά μέσα στον περίγυρο του ΚΚΕ.

Οι κινήσεις όλων αυτών των ομάδων του οπορτουνισμού επιβεβαιώνουν ξανά τη διαπίστωση που έγινε σε προηγούμενο άρθρο της 
ΚΟΜΕΠ3, ότι κάθε ένα από τα δύο βασικά σχήματα που συγκροτήθηκαν προωθεί παράλληλα και σχέδιο για τη δημιουργία νέου οργανωτικού μορφώματος αντιπαραθετικά με το ΚΚΕ4, αλλά και γραμμή «φιλικής επίθεσης» που στοχεύει στη ρυμούλκηση του Κόμματος σε «αντιδεξιά»-αντικυβερνητικά μέτωπα και στην απόσπαση δυνάμεων από την επιρροή μας.

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΡΕΎΜΑΤΟΣ ΣΤΟΝ «ΑΝΤΙΔΕΞΙΟ ΘΙΑΣΟ» ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η «αντιδεξιά» ρητορική –εμφανής ή συγκαλυμμένη– βρίσκεται σταθερά στο ρεπερτόριο των οπορτουνιστικών αναλύσεων, διακηρύξεων και συνθημάτων τα τελευταία δύο χρόνια.

Όπως ανέφερε στην ιδρυτική της διακήρυξη η «Αριστερή Πρωτοβουλία»: «Στη χώρα μας, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, όπου μια ακροδεξιά νεοφιλελεύθερης τραμπικής έμπνευσης έχει πάρει την πρωτοβουλία από τις φιλελεύθερες τάσεις, αξιοποιεί κυνικά την πανδημία προκειμένου να εκμηδενίσει το ζωτικό πυρήνα των εργασιακών, κοινωνικών και δημοκρατικών κατακτήσεων της μεταπολίτευσης.»5

Χαρακτηριστικά είναι και τα συνθήματα που υιοθέτησε σε πρόσφατη ανακοίνωσή της η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ότι ήρθε η «ώρα μετωπικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση!», καλώντας ταυτόχρονα σε «ανατροπή της κυβέρνησης των δολοφόνων».

Με αυτόν τον τρόπο οι διάφορες δυνάμεις του οπορτουνιστικού χώρου συσκοτίζουν τον πραγματικό αντίπαλο στα μάτια των εργαζόμενων και του λαού. Κρύβουν δηλαδή ότι ενάντια στην εργατική τάξη και το λαό δε βρίσκεται απλά και μόνο η «νεοφιλελεύθερη», «ακραία» και «ιδεοληπτική» –όπως λένε– πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ, αλλά οι νομοτέλειες της καπιταλιστικής οικονομίας, η στρατηγική της αστικής τάξης, το αστικό κράτος, οι κατευθύνσεις της ΕΕ που προωθούνται διαχρονικά απ’ όλες τις αστικές κυβερνήσεις και υιοθετούνται από το σύνολο των αστικών κομμάτων με παραλλαγές, είτε είναι στη θέση της κυβέρνησης είτε στη θέση της αντιπολίτευσης.

Όπως έγραψε χαρακτηριστικά το ΣΕΚ: «Από το ξεκίνημα της πανδημίας δημιουργήθηκαν δυο στρατόπεδα: Το κυβερνητικό, που υποστήριζε ότι η αντιμετώπιση της πανδημίας είναι ατομική ευθύνη του καθένα και της καθεμιάς, και από την άλλη το εργατικό, που έβαζε στο στόχαστρο τις ευθύνες της κυβέρνησης και αναδείκνυε τη συλλογική δράση σαν απάντηση.»

Kαι το ΝΑΡ υιοθετεί στην ουσία την «αντιδεξιά» λογική, παρότι επιχειρεί να την κρύψει πίσω από «αντικαπιταλιστική» φρασεολογία κενή περιεχομένου. Χαρακτηριστικό είναι ότι, σε πρόσφατη αρθρογραφία του για τις επιπτώσεις της κακοκαιρίας, κάτω από τον απατηλό τίτλο με αναφορές στον «καπιταλισμό» αναπτυσσόταν μια επιχειρηματολογία που απέδιδε πρακτικά τα όσα έζησε ο λαός αποκλειστικά στην κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία «αδιαφορεί πλήρως για τις συνέπειες στους εργαζόμενους και τα πιο φτωχά λαϊκά στρώματα»6.

Είναι μια πολιτική γραμμή που θολώνει την πραγματική αιτία της αντιλαϊκής πολιτικής, αποδίδοντάς την αποκλειστικά στη ΝΔ, και έτσι αντικειμενικά δημιουργεί αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει μια φιλολαϊκή διαχείριση του καπιταλισμού, τροφοδοτώντας τη σοσιαλδημοκρατική ατζέντα. Μια οπορτουνιστική γραμμή που έπαιρνε «σάρκα και οστά» με αφορμή κάθε πολιτική εξέλιξη και νομοσχέδιο της κυβέρνησης της ΝΔ:

  • Η στρατηγική του κεφαλαίου για τις ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις, την κατάργηση του 8ώρου και το χτύπημα της συνδικαλιστικής δράσης αποδίδεται μόνο στην πολιτική που προώθησε η ΝΔ κατά τη διάρκεια της πανδημίας (ΛΑΕ).7
  • Οι επιλογές της αστικής τάξης στην παιδεία παρουσιάζονται ως πολιτική αποκλειστικά της «κυβέρνησης της ΝΔ και του κοινωνικοπολιτικού μπλοκ που εκφράζει»8 (ΑΡΑΣ), μιας «αλαζονικής», όπως έγραψαν, «κυβέρνησης που προχωρά εν μέσω πανδημίας και καραντίνας στην ψήφιση του χειρότερου νομοσχεδίου για την εκπαίδευση» (ιστοσελίδα «kommon»).
  • Η ένταση της καταστολής του αστικού κράτους, σύμφωνα με τις δυνάμεις του οπορτουνισμού, είναι «η πολιτική ακραίου αυταρχισμού και καταστολής» (ΛΑΕ)9, «η επιχείρηση του νόμου και της τάξης της κυβέρνησης» (ΝΑΡ)10.
  • Ο φασισμός δεν παρουσιάζεται ως γέννημα-θρέμμα του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά ως φαινόμενο που εκτρέφεται από την κυβέρνηση (ΛΑΕ)11, ως το «ρατσιστικό, μισογυνικό και σκοταδιστικό ακροδεξιό και νεοφασιστικό φιδάκι που εξέθρεψε επί δεκαετίες με τόση φροντίδα στους κόλπους του ο ευρωπαϊκός νεοφιλελευθερισμός» (ιστοσελίδα «kommon»)12.
  • Και μπροστά στις καταστροφικές πυρκαγιές, δυνάμεις που συμμετέχουν στην «Αριστερή Πρωτοβουλία» εντόπισαν τον υπαίτιο αποκλειστικά στη ΝΔ και όχι συνολικότερα στο καπιταλιστικό σύστημα και στις εγγενείς αντιφάσεις του αστικού κράτους, καλώντας σε «μαζικό αγώνα της κοινωνίας για να ανατραπούν τώρα οι μακάβριες πολιτικές λιτότητας της κυβέρνησης Μητσοτάκη που παραδίδει τη φύση στα καταστροφικά σχέδια κάθε λογής “επενδυτών”» (ΑΡΑΣ)13.

Δηλαδή με κάθε τρόπο και αφορμή αυτές οι δυνάμεις συνέβαλαν επί της ουσίας στην κεντρική προπαγάνδα του ΣΥΡΙΖΑ ότι το αντιλαϊκό έργο της ΝΔ οφείλεται στο ότι αυτή εξυπηρετεί λόγω «ιδεοληψίας» του συγκριμένου κόμματος το κεφάλαιο ή τους «λίγους» και όχι αντίστροφα, ότι το αντιλαϊκό πρόγραμμα της τωρινής και επόμενης κυβέρνησης καθορίζεται από τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής οικονομίας και τις ιεραρχήσεις της αστικής τάξης.

Γίνεται φανερό επομένως ότι το σύνολο αυτών των θέσεων και διακηρύξεων του οπορτουνιστικού ρεύματος συμβάλλει τα μέγιστα στο να ενισχύεται η κάλπικη διαχωριστική γραμμή που προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ αναφερόμενος στη ΝΔ, ότι «εσείς είσαστε με τα συμφέροντα των λίγων και μισείτε το κράτος, ενώ εμείς είμαστε με τα συμφέροντα των πολλών και πιστεύουμε σε ένα ισχυρό, αποτελεσματικό και ανθρώπινο κράτος»14.

 

ΚΡΥΒΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΤΑΞΙΚΟ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Χαρακτηριστικό της παραπάνω λογικής είναι και το παράδειγμα για το πώς αντιμετωπίζουν το αστικό κράτος και το ρόλο του. Θεωρούν δηλαδή ότι οι ανεπάρκειες του αστικού κράτους, οι εγγενείς του αντιφάσεις και ο βαθιά εχθρικός του χαρακτήρας για την εργατική τάξη και το λαό οφείλονται είτε στην «ανικανότητα του κράτους της ΝΔ», στην «ξεφτίλα του “επιτελικού κράτους” της κυβέρνησης Μητσοτάκη»15, όπως έγραψε το ΝΑΡ, είτε και στην «παραχώρηση αρμοδιοτήτων στους ιδιώτες» που «προτάσσει η νεοφιλελεύθερη αντίληψη», όπως ανέφεραν άλλες δυνάμεις, και όχι στον ταξικό του ρόλο για τη διασφάλιση της αστικής κυριαρχίας.

Όπως έγραψε η «Αριστερή Πρωτοβουλία»: «Η απραγία της λεγόμενης ιδιωτικής πρωτοβουλίας (Αττική οδός, ΤΡΑΙΝΟΣΕ, ενέργεια κτλ.) για την αντιμετώπιση της κακοκαιρίας, καθώς και η αδρανής στάση των ιδιωτικών κλινικών στο ζήτημα της αντιμετώπισης του κορονοϊού, γκρέμισαν σα χάρτινο πύργο το νεοφιλελεύθερο δόγμα της θεοποίησης της λεγόμενης ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Είναι φανερό ότι το “λιγότερο κράτος” είναι μια πολιτική που ευνοεί τα κέρδη των μεγαλοεπιχειρηματιών, δεν μπορεί όμως με τίποτε να στηρίξει τους πολίτες τις κρίσιμες ώρες που το χρειάζονται, όπως οι πανδημίες, οι κακοκαιρίες, οι πυρκαγιές κτλ.»16

Με αυτόν τον τρόπο αντιπαραβάλλουν την καπιταλιστική αγορά στο καπιταλιστικό κράτος, το οποίο παρουσιάζουν στην ουσία ως πεδίο της διαπάλης του κεφαλαίου με τις δυνάμεις της εργασίας, ως μηχανισμό που μπορεί με αλλαγή της διαχείρισής του να διασφαλίσει τα λαϊκά συμφέροντα και ανάγκες. Κρύβουν ότι το αστικό κράτος είναι «αποτελεσματικό», «ικανό» και «ταχύτατο» στην υλοποίηση της στρατηγικής της αστικής τάξης και εχθρικό για τις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης και του λαού, ανεξάρτητα από το ποιο αστικό κόμμα βρίσκεται στη διακυβέρνηση.

Συσκοτίζουν την αποστολή του αστικού κράτους για την επιβολή της δικτατορίας του κεφαλαίου. Εμφανίζουν το σημερινό «δημόσιο» ως φιλολαϊκή απάντηση στην ασυδοσία της αγοράς. Συγκαλύπτουν το ρόλο του σύγχρονου αστικού επιτελικού κράτους (τη συγκέντρωση στρατηγικών αποφάσεων στην κυβέρνηση και την ταυτόχρονη αποκέντρωση, μέσω των Περιφερειών, των δήμων, των Ρυθμιστικών Αρχών κλπ.), προβάλλοντας το ζήτημα ως προπαγανδιστικό αφήγημα της κυβέρνησης.17

Δεν είναι επομένως καθόλου τυχαία η σύμπτωση των τοποθετήσεών τους με εκείνες του ΣΥΡΙΖΑ, που διά στόματος του προέδρου του στη Βουλή ρωτούσε τη ΝΔ: «Πώς όμως θα μπορούσαμε να έχουμε αποτελεσματικό και επιτελικό κράτος όταν εσείς έχετε αλλεργία στο ίδιο το κράτος; Πώς να έχουμε πολιτική και κοινωνική προστασία όταν εσείς απεχθάνεστε οτιδήποτε δημόσιο και αγαπάτε μονάχα κάθε τι ιδιωτικό; Ιδιωτικοποιήσεις στην υγεία, ιδιωτικοποιήσεις στην παιδεία, ιδιωτικοποιήσεις στην ενέργεια, ιδιωτικοποιήσεις στις υποδομές, ιδιωτικοποιήσεις παντού.»18

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τοποθέτηση του οπορτουνιστικού χώρου για το λιμάνι του Πειραιά, όπου διακήρυσσαν το σύνθημα για «ένα δημόσιο και ανοιχτό λιμάνι με δημόσιο και λαϊκό έλεγχο»19. Πρόβαλλαν δηλαδή τη θέση ότι ένα «δημόσιο» λιμάνι, δηλαδή ένα λιμάνι στα χέρια του αστικού κράτους, θα μπορεί να είναι δήθεν προς όφελος των λαϊκών αναγκών και να συμβάλλει σε μια φιλολαϊκή ανάπτυξη στο έδαφος του καπιταλισμού. Στην πράξη, η γραμμή που πρότασσαν έμενε κατά βάση μόνο στην εναντίωση στο επιχειρηματικό πλάνο της Cosco.

Στον αντίποδα ήταν η παρέμβαση του ΚΚΕ, που πρόβαλλε το σύνθημα «για ένα λιμάνι που θα είναι περιουσία του λαού, για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών του» και αναδείκνυε ότι είναι αναγκαία η εναντίωση τόσο στα επιχειρηματικά σχέδια της Cosco όσο και στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ, στην πολιτική της ΕΕ για την «απελευθέρωση» των λιμενικών υπηρεσιών και σε όλους τους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς που επιβαρύνουν την περιοχή του Πειραιά.20

 

ΤΟ «ΑΝΤΙΔΕΞΙΟ ΜΕΤΩΠΟ» ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Ως επιστέγασμα της «αντιδεξιάς» πολιτικής γραμμής του οπορτουνισμού έρχονται οι διακηρύξεις του για την ανάγκη συγκρότησης ενός μετώπου ενάντια στη «δεξιά» - «νεοφιλελεύθερη» πολιτική της ΝΔ.

Ένα τέτοιο «αντιδεξιό-αντικυβερνητικό μέτωπο» των «αριστερών δυνάμεων», που παρουσιάζεται είτε ως συνεργασία «κορυφών» είτε ως πολιτική συνεργασία μέσα στα σωματεία και «από τα κάτω», διαδραματίζει αντικειμενικά έναν ενεργό ρόλο προώθησης των επιδιώξεων του ΣΥΡΙΖΑ και της σοσιαλδημοκρατίας γενικότερα για αλλαγή στη σκυτάλη της αστικής διακυβέρνησης.

Όπως δήλωνε από το βήμα της Βουλής ο Αλ. Τσίπρας: «Σε αυτόν τον αγώνα για την απαλλαγή μας από το καθεστώς Μητσοτάκη καλούμε όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της προόδου, καλούμε κάθε δημοκράτη Έλληνα πολίτη, κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνα να σταθεί στο πλευρό μας.»21

Πιο ανοιχτά θέτουν αυτό το ζήτημα οι δυνάμεις της «Αριστερής Πρωτοβουλίας», που στην κεντρική της διακήρυξη αναφέρει ότι: «Στη χώρα μας η ακραία νεοφιλελεύθερη αντικοινωνική πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ κάνει περισσότερο αναγκαία από ποτέ την κοινή δράση στους κοινωνικούς αγώνες».

Όπως σημειώνουν, επιδιώκουν μια συνεργασία «ανένταχτων αγωνιστών, αγωνιστριών και οργανωμένων δυνάμεων της ασυμβίβαστης, ριζοσπαστικής και ανατρεπτικής Αριστεράς», στην οποία θα συζητιούνται τα «μεγάλα στρατηγικά ζητήματα του αύριο» χωρίς να μπαίνουν εμπόδιο στην «κοινή δράση ενάντια στην κυβέρνηση».

Ενδεικτική είναι και η τοποθέτηση του «ΣΚ-Σχεδίου» ότι «η μαχόμενη και κομμουνιστική Αριστερά χρειάζεται να αφουγκραστεί τις νέες, δυναμικές διαθέσεις, να θέσει και να προετοιμάσει μεθοδικά τις προϋποθέσεις για “να φύγει αυτή η κυβέρνηση” με όλη τη δεξιά, μνημονιακή, νεοφιλελεύθερη και ακροδεξιά πολιτική»22.

Παρόμοια έχουν εκφραστεί και οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, προωθώντας κατά βάση τη λογική της πολιτικής συνεργασίας στο κίνημα. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του ΝΑΡ ότι «θα ήταν καλύτερα τα πράγματα, τόσο για τον καυτό αυτό μήνα όσο και γενικά, εάν υπήρχε αντιπαράθεση με την κυβέρνηση εξαρχής, από το σύνολο των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής, εξωκοινοβουλευτικής, ριζοσπαστικής Αριστεράς, αλλά και ειδικά, λόγω δυνάμεων, του ΚΚΕ»23.

Καλλιεργούν την αντίληψη ότι η συζήτηση και η διαπάλη για τη στρατηγική διέξοδο, την ανατροπή του καπιταλισμού και το σοσιαλισμό, δεν αφορούν τον καθημερινό αγώνα, ούτε καθορίζουν το «τι κίνημα χρειάζεται σήμερα», ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης.

Έτσι ενισχύεται η καταστροφική λογική του «μικρότερου κακού» και η αναζήτηση άμεσων κυβερνητικών λύσεων από τα πάνω, εναποθέτοντας τις ελπίδες του λαού και των εργαζόμενων στο παιχνίδι της κυβερνητικής εναλλαγής. Μια επικίνδυνη κατεύθυνση για το εργατικό-λαϊκό κίνημα, στην οποία συμβάλλουν όλες οι οπορτουνιστικές δυνάμεις, παρά τις όποιες φραστικές καταδίκες του ΣΥΡΙΖΑ στις ανακοινώσεις τους.

 

ΔΙΝΟΝΤΑΣ «ΑΦΕΣΗ ΑΜΑΡΤΙΩΝ» ΚΑΙ ΣΥΣΚΟΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Βασικός πυλώνας της προσπάθειας του ΣΥΡΙΖΑ για να αναζωπυρωθούν οι δυνατότητες επανόδου του στην αστική διακυβέρνηση, ήδη από την επομένη των εκλογών του 2019, ήταν και παραμένει η επιδίωξη της ανόδου του «αντι-ΝΔ» μετώπου και η πτώση του αντίστοιχου «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μετώπου. Σε αυτήν την κατεύθυνση, διακηρύσσει σε όλους τους τόνους ότι κάνει την αυτοκριτική του για τα πεπραγμένα του ως κυβέρνηση το 2015-2019, ότι έχει διδαχτεί από τα λάθη του, ότι είναι πιο έμπειρος να αναλάβει τη διακυβέρνηση.24

Εδώ για μία ακόμη φορά οι υπηρεσίες του οπορτουνισμού είναι πολύτιμες, τόσο στην ερμηνεία που δίνουν οι διάφορες δυνάμεις ως προς την αιτία για την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ εφάρμοσε αντιλαϊκό έργο ως κυβέρνηση όσο και για το χαρακτήρα της τωρινής του αντιπολίτευσης.

Το βασικό μοτίβο που παρουσιάζεται είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε μια δυνητικά «προοδευτική», «ριζοσπαστική» δύναμη, που εν τέλει συμβιβάστηκε γιατί «πιέστηκε από το εξωτερικό» ή γιατί «η ηγεσία του πρόδωσε τη δυνατότητα μιας πραγματικά αριστερής διακυβέρνησης».

Οι δυνάμεις της ΛΑΕ θεωρούν, για παράδειγμα, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκε στη «μνημονιακή μετάλλαξή» του από την προδοσία της «ηγεσίας» του25 και έτσι πλέον λόγω και «της έλλειψης εναλλακτικής πρότασής του» δεν μπορεί να «ασκεί πραγματική αντιπολίτευση»26. Τις θεωρίες περί «συμβιβασμού» του ΣΥΡΙΖΑ προβάλλει και ο «Εργατικός Αγώνας», λέγοντας ότι ήταν η «άτακτη υποχώρηση» που οδήγησε «στο 3ο και πιο επαχθές μνημόνιο»27. Ενώ και το ΣΕΚ, από τις βασικές δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θεωρεί ότι πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ έχει «μετακινηθεί πιο δεξιά» από το 2014 και το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», γιατί ακολούθησε μια τακτική «συμβιβασμών με τους δανειστές»28.

Στην ουσία, αυτή η ανάλυση του οπορτουνισμού συμβάλλει στο τωρινό αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ ότι δήθεν ήταν μια «δύναμη που αρχικά ήθελε να συγκρουστεί», ότι το λεγόμενο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» ήταν δήθεν σε φιλολαϊκή κατεύθυνση, όμως τελικά «πιέστηκε, συμβιβάστηκε και υλοποίησε ένα πρόγραμμα που δεν ήθελε».

Συσκοτίζουν έτσι το γεγονός ότι στην πραγματικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε σε όλη την περίοδο των μνημονίων έως την εκλογική του νίκη το 2015 και κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του τον πιο αποτελεσματικό εκφραστή των αστικών συμφερόντων, εγκλωβίζοντας τη λαϊκή δυσαρέσκεια «εντός των τειχών», εξασφαλίζοντας «ανάσες» στην αστική πολιτική εφαρμόζοντας όλο το αντιλαϊκό πρόγραμμα του κεφαλαίου, τις δεσμεύσεις σε ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ, με το μανδύα μιας «φιλολαϊκής» δήθεν κυβέρνησης.29 Αποσιωπούν επίσης τη σχέση με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και τον ενεργό ρόλο του στην προώθηση των κατευθύνσεων της ΕΕ, της οποίας την προεδρία διεκδίκησε ο Αλ. Τσίπρας.

Ακόμη περισσότερο κρύβουν το γεγονός ότι καμία κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού δεν μπορεί να αναιρέσει τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής οικονομίας.

Είναι κάλπικη η ανάλυση που κάνει ο οπορτουνισμός ότι δήθεν ένας ΣΥΡΙΖΑ με συγκρουσιακή διάθεση και πρόγραμμα, με διαφορετική κομματική δομή, με «άλλη ποιότητα ηγεσίας» και με άλλη «κοινωνική σύνθεση» θα ήταν ικανός και πρόθυμος να εφαρμόσει φιλολαϊκή πολιτική κόντρα στις κατευθύνσεις της ΕΕ και του κεφαλαίου.30

Αρκεί κανείς να αναρωτηθεί, πώς μπορεί μια κυβέρνηση να εξαλείψει την ανεργία, να αναιρέσει την καπιταλιστική εκμετάλλευση, με όλες τις συνέπειες στους όρους δουλειάς και διαβίωσης των εργαζόμενων, χωρίς να έχει ανατραπεί η καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής; Πώς είναι δυνατόν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων να γίνεται προς όφελος της εργατικής τάξης και του λαού, όταν η παραγωγή συνεχίζει να κινείται με κριτήριο τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία των εκμεταλλευτών τους; Πώς μπορεί να σταματήσει η περιοδική εκδήλωση των καπιταλιστικών κρίσεων, η όξυνση των ανταγωνισμών και η εκδήλωση ιμπεριαλιστικών πολέμων χωρίς την ανατροπή της αστικής εξουσίας;

Δεν είναι λοιπόν ζήτημα προθέσεων, συμβιβασμού ή διάθεσης το τι πολιτική θα εφαρμοστεί, αλλά καθορίζεται από το ποια τάξη έχει την εξουσία, αν αναφερόμαστε στη δικτατορία του κεφαλαίου ή στην εργατική εξουσία, στην κοινωνία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης ή το σοσιαλισμό.

 

ΟΙ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΦΙΛΟΛΑΪΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΕΕ

Το βασικό μοτίβο που επαναλαμβάνει με παραλλαγές ο οπορτουνιστικός χώρος είναι ότι οι αντιλαϊκές κατευθύνσεις της ΕΕ είναι αποτέλεσμα της «φιλελεύθερης πολιτικής» που ακολουθείται και όχι άμεσο επακόλουθο του χαρακτήρα της ως ιμπεριαλιστικής διακρατικής ένωσης του κεφαλαίου, που έχει δεδομένο αντιλαϊκό χαρακτήρα ανεξαρτήτως του μίγματος της αστικής διαχείρισης.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται από δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, «το διαβόητο “ευρωπαϊκό κεκτημένο” δεν είναι τίποτα άλλο από έναν εξόφθαλμο, προκλητικό και χυδαίο νεοφιλελευθερισμό» και χαρακτηρίζουν το ευρώ ως το νόμισμα «μιας ακραία νεοφιλελεύθερης, ιμπεριαλιστικής και ρατσιστικής υπερδύναμης»31

Σε αντίστοιχη κατεύθυνση, δυνάμεις της «Αριστερής Πρωτοβουλίας» γράφουν ότι το πρόβλημα είναι το «νεοφιλελεύθερο οικοδόμημα» στο οποίο στηρίζεται η ΕΕ, το οποίο δεν μπόρεσε να αμβλύνει τις συνέπειες της κρίσης και όσο περνάει ο καιρός γίνεται διαρκώς και σκληρότερο. Υποστηρίζουν δε ότι μπορεί να υπάρξει μια τακτική σταδιακού σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της ΕΕ.32

Και σε αυτό το σημείο είναι εκπληκτική η σύμπτωση με την ανάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, που στοχοποιεί το «νεοφιλελεύθερο πλαίσιο» άσκησης πολιτικής της ΕΕ ως την αιτία της αντιλαϊκής της πολιτικής και προτείνει ένα πρόγραμμα «θεσμικού» μετασχηματισμού της ΕΕ σε «δημοκρατική - οικολογική - προοδευτική» κατεύθυνση, με τη συνεργασία δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας, της «Αριστεράς» και των «Πράσινων».33

Αυτό που συνειδητά κρύβει όμως η παραπάνω ανάλυση είναι ότι οι αντιλαϊκές κατευθύνσεις της ΕΕ για να γίνει φθηνότερη η εργατική δύναμη, για να προωθούνται τα επενδυτικά σχέδια του κεφαλαίου και η αύξηση των κερδών του, για να προχωρούν οι αναδιαρθρώσεις στην υγεία, την παιδεία και τον πολιτισμό δεν προέρχονται από τις εμμονές κάποιων νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Αποτελούν στρατηγική στήριξης της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και στη φάση της κρίσης και στη φάση της ανάκαμψης. Η ΕΕ εκφράζει τα συμφέροντα του κεφαλαίου, των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων απέναντι στην εργατική τάξη, στους λαούς. Στηρίζει τους μονοπωλιακούς ομίλους των κρατών της ΕΕ στο διεθνή ανταγωνισμό με τους αντίστοιχους των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Κίνας, της Ρωσίας. Γι’ αυτό και οι κατευθύνσεις της εφαρμόζονται σήμερα απ’ όλες τις αστικές κυβερνήσεις, δεξιές, σοσιαλδημοκρατικές, συνεργασίας ή ευρωσκεπτικιστικές.34

Οι υποσχέσεις για φιλολαϊκή αλλαγή της ΕΕ συσκοτίζουν τον αντιδραστικό χαρακτήρα της. Εμφανίζουν την ΕΕ ως ένα ουδέτερο γήπεδο όπου αναμετρώνται οι δυνάμεις της προόδου και της συντήρησης, κρύβοντας ότι η ΕΕ αποτελεί από την ίδρυσή της μια αντιλαϊκή διακρατική ιμπεριαλιστική συμμαχία.

Κρύβουν ότι η παραμονή στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη δεν είναι μονόδρομος. Η κοινωνία μπορεί να ζήσει χωρίς τους καπιταλιστές, να βάλει σε κίνηση την παραγωγή, τις υπηρεσίες, με άλλες κοινωνικές σχέσεις. Το εργατικό-λαϊκό κίνημα πρέπει και μπορεί τόσο στην Ελλάδα όσο και σ’ όλη την Ευρώπη να οργανώσει την αντεπίθεσή του. Να αξιοποιήσει τις φυγόκεντρες τάσεις της ΕΕ. Να συνδέσει την πάλη για αποδέσμευση από την ΕΕ με την πάλη για ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου σε κάθε χώρα, για την κοινωνική ιδιοκτησία και τον κεντρικό σχεδιασμό, με την εργατική-λαϊκή συμμετοχή στα όργανα διεύθυνσης και εξουσίας.35

 

ΤΟ «ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ» ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ «ΧΙΜΑΙΡΕΣ» ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η βασική πολιτική γραμμή του οπορτουνισμού παραμένει, όπως πάντα, στα όρια των διάφορων εκδοχών των πολιτικών μεταβατικών προγραμμάτων. Είναι η λογική που πρεσβεύει την υιοθέτηση ενός συνόλου πολιτικών στόχων, όπως οι εθνικοποιήσεις τραπεζών και επιχειρήσεων, η διαγραφή του χρέους, ένα πρόγραμμα μεγάλων επενδύσεων και έργων, ο «εκδημοκρατισμός» του αστικού κράτους, μια νομισματική πολιτική που να είναι στα χέρια της χώρας (δηλαδή αλλαγή νομίσματος) και η αποδέσμευση από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, αποσπασμένων από την πάλη για την ανατροπή της αστικής εξουσίας.

Ο «Εργατικός Αγώνας» σημειώνει, για παράδειγμα, ότι ένα τέτοιο φιλολαϊκό «πρόγραμμα πολιτικών στόχων», που δεν αφορά απλά τα άμεσα ζητήματα επιβίωσης και κατακτήσεων της εργατικής τάξης και του λαού, αλλά είναι κάτι πολύ περισσότερο, «δεν απαιτεί την εργατική εξουσία για να υλοποιηθεί»36.

Η ΑΡΑΣ θεωρεί –σε παρόμοιο μήκος κύματος– ότι χρειάζεται ένα μεταβατικό πρόγραμμα που «θα έρχεται σε σύγκρουση με τους κεντρικούς πυλώνες της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής και θα συνδέει τους άμεσους αγώνες του λαϊκού κινήματος με την αναγκαιότητα για ευρύτερες συγκρούσεις και ρήξεις»37.

Ενώ σύμφωνα με τις αναλύσεις του «Κομμουνιστικού Συντονισμού», το πρόγραμμα των «μεταβατικών πολιτικών στόχων» μπορεί «να ελέγξει τους “τυφλούς νόμους” του κέρδους, της αγοράς και του χρήματος»38.

Υπόσχονται επομένως –είτε το μαρτυρούν ανοιχτά είτε όχι– ένα πολιτικό πρόγραμμα που μπορεί δήθεν να τιθασεύσει τους νόμους της αγοράς και του καπιταλισμού προς όφελος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, να «ελέγξει» την καπιταλιστική εκμετάλλευση χωρίς να χρειάζεται η ανατροπή της, και διακηρύσσει με αυτόν τον τρόπο έναν πιο «ανθρώπινο» και «φιλολαϊκό» καπιταλισμό.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι δυνάμεις του «Κομμουνιστικού Συντονισμού», με το πρόγραμμα των πολιτικών στόχων που προτείνουν μπορεί «να προχωρήσει η χώρα με ταχύτητα σε μια σοβαρή, φιλεργατική και φιλολαϊκή ανάπτυξη. Μια τέτοια ανάπτυξη απαιτεί βαθιές αντικαπιταλιστικές και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, εθνική αντιιμπεριαλιστική ανεξαρτησία και ισότιμες διεθνείς σχέσεις»39.

Και η ΛΑΕ σε παρόμοιο πνεύμα διακηρύσσει ότι χρειάζεται ένα πρόγραμμα «μετασχηματισμών για ένα σύγχρονο, βαθιά δημοκρατικό, παραγωγικό, αξιοκρατικό και αποτελεσματικό κράτος στην υπηρεσία των εργαζομένων και όχι κράτος λάφυρο των αστικών δυνάμεων και βαρίδι σε κάθε απόπειρα οικονομικής και κοινωνικής αναγέννησης»40

Δε διστάζουν δηλαδή και οι ίδιες αυτές δυνάμεις να παραδεχτούν –αν δει κανείς την ουσία των όσων διακηρύσσουν– ότι μπορεί να υπάρξει ένα πολιτικό πρόγραμμα μετασχηματισμού και μεταρρύθμισης του καπιταλισμού και του αστικού κράτους.

Είναι μια λογική που αντικειμενικά δίνει «αέρα στα πανιά» της σοσιαλδημοκρατίας, αφού επαναλαμβάνει με κίβδηλη αντικαπιταλιστική ρητορική την αντίληψη του ΣΥΡΙΖΑ για δυνατότητα φιλολαϊκής διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομίας.

Αυτή η συνεισφορά του οπορτουνισμού γίνεται πολυτιμότερη για τους σχεδιασμούς της σοσιαλδημοκρατίας, αν αναλογιστεί κανείς τις ιδιαίτερες συνθήκες μέσα στις οποίες προβάλλεται η υιοθέτηση από το κίνημα των πολιτικών μεταβατικών στόχων της οπορτουνιστικής λογικής. Τις συνθήκες δηλαδή όπου έχει ενταθεί η αντιπαράθεση στα αστικά επιτελεία για την πορεία της καπιταλιστικής οικονομίας, τη διαχείριση των μεγάλων κονδυλίων της εκτεταμένης κρατικής παρέμβασης και του «Ευρωπαϊκού Σχεδίου Ανάκαμψης», καθώς και τη μορφή του «πράσινου» και «ψηφιακού» μετασχηματισμού της οικονομίας. Συνθήκες μέσα στις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να αντιπαραβάλει στο εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο «Ελλάδα 2.0» της ΝΔ ένα σχέδιο «προοδευτικής διακυβέρνησης», επαναφέροντας τις χιλιοειπωμένες κάλπικες υποσχέσεις φιλολαϊκής διαχείρισης και εξανθρωπισμού της δικτατορίας του κεφαλαίου.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι βασικοί άξονες του ΣΥΡΙΖΑ για το πρόγραμμα της προοδευτικής διακυβέρνησης βρίσκουν το «οπορτουνιστικό τους δίδυμο» στο «πολιτικό μεταβατικό πρόγραμμα»:

  • Οι διακηρύξεις του οπορτουνισμού για φιλολαϊκό μετασχηματισμό του καπιταλισμού, για μια δήθεν δυνατότητα αντικαπιταλιστικής μεταρρύθμισης του καπιταλιστικού συστήματος αντικειμενικά συνηγορούν με τις υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για ουσιαστική «μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων» με απείραχτο το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
  • Η βασική προγραμματική κατεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ για μια «πράσινη μετάβαση με ενεργειακή δημοκρατία» συνεπικουρείται επί της ουσίας από τις θέσεις οπορτουνιστικών δυνάμεων για μια «οικολογική ανάπτυξη», που μπορεί βασισμένη «στον κοινωνικό σχεδιασμό, το κοινωνικό κράτος και τη δημοκρατία» να αντιτάξει μια πραγματική φιλολαϊκή απάντηση στο «νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης που οδηγεί σε εκτεταμένη φθορά της εργασίας και της φύσης»41.
  • Τα λεγόμενα του οπορτουνισμού για «δημοκρατική μεταρρύθμιση» του καπιταλισμού και για τη δυνατότητα οι διεκδικήσεις του «μεταβατικού προγράμματος» να φτάσουν μέσα από «ένα εργατικό και λαϊκό μέτωπο πάλης» έως και «μια μεγάλη, δημοκρατική αλλαγή του Συντάγματος»42 έχουν κοινή συνισταμένη με τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για «ενίσχυση των θεσμών της δημοκρατίας» τη συσκότιση του ταξικού χαρακτήρα του αστικού κράτους και της αστικής δημοκρατίας.

Με αυτόν τον τρόπο οι παραλλαγές του «μεταβατικού πολιτικού προγράμματος», που προβάλλουν οι διάφορες δυνάμεις του οπορτουνισμού, αντικειμενικά συμβάλλουν στον εγκλωβισμό εργαζόμενων και λαϊκών δυνάμεων στους σχεδιασμούς της σοσιαλδημοκρατίας, γιατί εκ των πραγμάτων ενισχύουν τις αυταπάτες ότι μπορεί να βρεθεί λύση στα διογκωμένα λαϊκά προβλήματα χωρίς τη σύγκρουση με την αστική τάξη, το κράτος της, τις διεθνείς ενώσεις της και το πολιτικό της σύστημα. Μια λύση δηλαδή εντός των ορίων του συστήματος, με την επιλογή του «μικρότερου κακού» και εναποθέτοντας τις ελπίδες του λαού και των εργαζομένων στο παιχνίδι της κυβερνητικής εναλλαγής.

Ο επικίνδυνος χαρακτήρας αυτής της οπορτουνιστικής πολιτικής γραμμής, ακόμα και όταν προτείνει κάποιους ριζοσπαστικούς στόχους, αναδεικνύεται ξεκάθαρα εάν δούμε τις τοποθετήσεις των διάφορων οπορτουνιστικών δυνάμεων στο ερώτημα: Ποιος θα υλοποιήσει αυτούς τους «πολιτικούς στόχους»; Ποιος θα υλοποιήσει αυτό το «πολιτικό μεταβατικό πρόγραμμα»; Η πρώτη απάντηση, που δίνεται κατά βάση από τις δυνάμεις του «Κομμουνιστικού Συντονισμού», είναι το γνωστό αφήγημα της «ανάδειξης μιας λαϊκής, ριζοσπαστικής κυβέρνησης που θα το θέσει σε εφαρμογή»43. Δε διστάζουν μάλιστα να υιοθετήσουν και το τωρινό ΣΥΡΙΖΑίικο σύνθημα «τη δεύτερη φορά διαφορετικά», παραλλαγμένο ως «αυτήν τη φορά να πάει αλλιώς»44.

Το «Αριστερό Ρεύμα», βασική συνιστώσα της ΛΑΕ, επιχειρώντας έναν πολιτικό ελιγμό, γράφει ότι: «Αυτό το μεταβατικό πρόγραμμα το προτείνουμε, όχι για να το εφαρμόσει μια λαϊκή-αριστερή κυβέρνηση, γιατί σήμερα τέτοιες προϋποθέσεις και πολιτικοί συσχετισμοί δεν υπάρχουν, ούτε για να το εφαρμόσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη ή μια νέα κυβέρνηση Τσίπρα, ούτε απλά για ζύμωση μέσα στην Αριστερά, που κι αυτή είναι χρήσιμη, αλλά για να υπάρχει με βάση αυτό το πρόγραμμα και από τη σκοπιά του μια δομική μαχητική αριστερή αντιπολίτευση στις αντιλαϊκές κυβερνητικές πολιτικές και σε όποια εκδοχή νεοφιλελεύθερης πολιτικής.»

Η ουσία φυσικά και εδώ δεν αλλάζει, παρά τα «ναι μεν αλλά»: Το μεταβατικό πρόγραμμα θα είναι η βάση μιας «αριστερής αντιπολίτευσης» μέχρι «οι προϋποθέσεις και οι πολιτικοί συσχετισμοί» να επιτρέψουν σε μια «λαϊκή-αριστερή κυβέρνηση» στο έδαφος του καπιταλισμού να το εφαρμόσει.

Τέλος, μια φαινομενικά διαφορετική απάντηση προσπαθούν να δώσουν οι διάφορες δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που, είτε όπως το ΝΑΡ, θεωρούν ότι οι «πολιτικοί στόχοι πάλης» που προβάλλουν είναι απαραίτητοι ως σκαλοπάτι για τη συγκρότηση ενός «αντικαπιταλιστικού πολιτικού μετώπου»45, είτε όπως το ΣΕΚ, διακηρύσσουν το μεταβατικό πρόγραμμα ως αυτό που «συνδέει τα αιτήματα από τις άμεσες μάχες του κινήματος με την προοπτική της ανατροπής»46.

Στην πράξη, οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προβάλλουν την αδιέξοδη λογική ότι το κίνημα μπορεί να «προετοιμαστεί» για την εφ’ όλης της ύλης σύγκρουση με τον καπιταλισμό, μόνο όταν παλέψει «σκαλί-σκαλί» για πολιτικούς στόχους στο έδαφος του καπιταλισμού ή μιας ανύπαρκτης ενδιάμεσης εξουσίας. Διακηρύσσουν την «ανάπτυξη αντικαπιταλιστικής συνείδησης», με το κίνημα να παλεύει στην ουσία για τη μεταρρύθμιση του καπιταλισμού! Γι’ αυτό και στο ερώτημα ποιος θα εφαρμόσει αυτό το μεταβατικό πρόγραμμα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να μην απαντάει ανοιχτά μια αστική κυβέρνηση, όμως φέρνει τον κυβερνητισμό «από την πίσω πόρτα», γιατί συμβάλλει στο να διευρύνονται οι αυταπάτες για τη δυνατότητα μιας «φιλολαϊκής» εκδοχής του καπιταλισμού, που δήθεν θα επιβάλει το κίνημα στην αστική διακυβέρνηση.

Υπάρχει σήμερα πείρα για τα «επικίνδυνα μονοπάτια» στα οποία οδηγεί αυτή η λογική του οπορτουνισμού. Όλες αυτές οι δυνάμεις «δοκίμασαν» στην πράξη την περίοδο 2012-2015 τις εκδοχές του «πολιτικού μεταβατικού προγράμματος» που καθεμία πρότεινε. Αυτό που αποδείχτηκε είναι ότι συνέβαλαν στην κυβερνητική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ και τον εγκλωβισμό του κινήματος, είτε ως άμεσοι κυβερνητικοί εταίροι, όπως η ΛΑΕ, είτε ως παράγοντες αποθέωσης της πάλης για τους «ενδιάμεσους πολιτικούς στόχους» (τόσο πολιτικά όσο και πρακτικά στις πορείες στήριξης της ΣΥΡΙΖΑίικης διαπραγμάτευσης, όπως έκανε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ) που υιοθέτησε συνθηματολογικά και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής γραμμής του οπορτουνισμού βρέθηκε η ιδεολογική και πολιτική δράση και παρέμβαση του ΚΚΕ, που βασισμένο στην επαναστατική στρατηγική που διαμόρφωσε με το Πρόγραμμα του 19ου Συνεδρίου συνέβαλε καθοριστικά στην προσπάθεια να βαθαίνει ο πολιτικός προσανατολισμός και η κατεύθυνση των αγώνων εκείνης της περιόδου και άφησε παρακαταθήκη με την εναντίωσή του για συμμετοχή σε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού.

 

Ο ΔΙΑΒΡΩΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Τα τελευταία δύο χρόνια έχουν σταδιακά αναβαθμιστεί οι προσπάθειες του οπορτουνιστικού χώρου στο κίνημα να προβάλλει ένα πιο αγωνιστικό προφίλ. Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, το γενικό τους χαρακτηριστικό είναι η προσπάθειά τους να συμμετέχουν και να παρεμβαίνουν ενεργά σε αγωνιστικές διεργασίες του κινήματος, σε απεργιακές μάχες, σε κινητοποιήσεις και δράσεις σωματείων και σε συλλογικές διαδικασίες του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος.

Μια σειρά παραδείγματα από κλάδους της μεταποίησης, των μεταφορών (ιδιαίτερα στο λιμάνι του Πειραιά), των τηλεπικοινωνιών, αλλά και αλλού, όπως στο χώρο των μισθωτών μηχανικών, των δικηγόρων, της παιδείας, της υγείας και του πολιτισμού, ακόμη και στις συνοικίες, κάνουν φανερό αυτό το γεγονός. Αυτή η προσπάθεια του οπορτουνισμού μάλιστα εκδηλώνεται ανεξάρτητα από την οργανωτική τους δύναμη και εκφράζεται είτε πλειοψηφούν σε ένα χώρο είτε διαθέτουν ελάχιστες δυνάμεις.

Η βασική υπονομευτική τους δουλειά αφορά το ποια κατεύθυνση θα έχουν οι αγώνες, το ποιος θα είναι ο προσανατολισμός τους.

Σε αυτήν τη βάση, ο οπορτουνισμός αναλαμβάνει αντικειμενικά το ρόλο του «κινηματικού στηρίγματος» του «αντιδεξιού» μετώπου του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό εκφράζεται στους διάφορους χώρους με αρκετές παραλλαγές. Αλλού οι παρατάξεις τους βρίσκονται σε ανοιχτή κοινή δράση και εκλογική συνεργασία με το ΣΥΡΙΖΑ, όπως, για παράδειγμα, στους δικηγόρους. Αλλού το σύνολο της δράσης τους, της παρέμβασής τους, των ανακοινώσεων και των πλαισίων τους λειτουργεί αντικειμενικά ενισχυτικά στην αντίστοιχη συνδικαλιστική παρέμβαση που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ και η σοσιαλδημοκρατία, όπως στο χώρο των εκπαιδευτικών και του πολιτισμού. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις, όπως στα νοσοκομεία, στα πανεπιστήμια και στους μισθωτούς μηχανικούς, αναλαμβάνει αυτοτελώς τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση της σοσιαλδημοκρατίας, αποτελώντας επί της ουσίας την οργανωτική έκφραση (με ταυτόχρονη μαχητική προώθηση) των σοσιαλδημοκρατικών επιδιώξεων και αυταπατών.

Το βασικότερο είναι όμως ότι μέσα απ’ όλους αυτούς τους τρόπους τροφοδοτείται το κεντρικό πολιτικό πρόταγμα του ΣΥΡΙΖΑ για αλλαγή στη σκυτάλη της αστικής διακυβέρνησης. Επιδιώκεται δηλαδή ο εγκλωβισμός του κινήματος στα σχέδια της κυβερνητικής εναλλαγής. Χαρακτηριστικό της «αντικυβερνητικής» κατεύθυνσης που επιδιώκουν για το κίνημα είναι τα συνθήματα που προβάλλει, για παράδειγμα, το ΝΑΡ ότι σήμερα απαιτείται «αγώνας για να ανατραπεί η δολοφονική πολιτική της κυβέρνησης»47, εγκαλώντας μάλιστα το ΚΚΕ ότι «θεωρεί λαθεμένα ότι η συνένωση των μετώπων, η κλιμάκωση και η ενοποίησή τους κάτω από το σύνθημα της ανατροπής της κυβερνητικής πολιτικής και της κυβέρνησης της ΝΔ “ευνοεί το ΣΥΡΙΖΑ”»48. Τι άλλο είναι όμως εκτός από «αντιδεξιά» γραμμή πάλης και συμβολή στο σοσιαλδημοκρατικό αφήγημα το να προσπαθεί κανείς, όπως το ίδιο το ΝΑΡ παραδέχεται, να εντάσσεται η κλιμάκωση του αγώνα κάτω από το σύνθημα ανατροπής της κυβέρνησης; Και δυνάμεις της «Αριστερής Πρωτοβουλίας» καλούν σε «μαζικό αγώνα για ήττες και ανατροπή της κυβερνητικής πολιτικής» και δε διστάζουν την ίδια στιγμή να γράψουν ότι η προβολή του προγράμματος της «προοδευτικής διακυβέρνησης» από το ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έχει και τη θετική πλευρά της τροφοδότησης και μαζικοποίησης των αγώνων!49

 

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΚΚΕ

Η επίθεση των διάφορων οπορτουνιστικών ομάδων ενάντια στο ΚΚΕ και στην επαναστατική του στρατηγική δεν αποτελεί μια επιμέρους πλευρά της γενικής τους πολιτικής και ιδεολογικής παρέμβασης.

Αποτελεί συστατικό στοιχείο της συμβολής του οπορτουνισμού στη διαδικασία ενσωμάτωσης εργατικών-λαϊκών συνειδήσεων στο αφήγημα της σοσιαλδημοκρατίας, γιατί πρόκειται για επίθεση στη μοναδική πολιτική γραμμή που δίνει ώθηση στην οργάνωση του αγώνα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της ενάντια στον πραγματικό τους αντίπαλο, την αστική τάξη και το κράτος της, που προβάλλει την πραγματικά φιλολαϊκή διέξοδο από το σημερινό καπιταλιστικό μονόδρομο, τη διέξοδο της εργατικής εξουσίας, του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.

Αυτή η προσπάθεια εκδηλώνεται με μια ιδιότυπη «χορογραφία» πολεμικής και «επίθεσης φιλίας»50, πίσω από την οποία κρύβεται ο επί της ουσίας κοινός βηματισμός όλων των οπορτουνιστικών δυνάμεων που με την τακτική «του καρότου και του μαστιγίου» επιδιώκουν να ασκήσουν πίεση στην επαναστατική στρατηγική του ΚΚΕ.

 

ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

Ο πυρήνας αυτής της επίθεσης του οπορτουνισμού, όπως διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια, είναι ότι «το ΚΚΕ πρέπει να αλλάξει στρατηγική» για να γλιτώσει από τον «απομονωτισμό» και το «σεχταρισμό», όπως λένε.

Αυτό δεν αποτελεί φυσικά μια πρωτοτυπία της τρέχουσας περιόδου, αλλά είχε αρχίσει να εξυφαίνεται με διάφορες αφορμές ακόμη και πριν τις εκλογές του 2019, που με χαρακτηριστικό τρόπο είχε τότε εκφραστεί συμπυκνωμένα με τη φράση: «Να κατεβαίνεις στις εκλογές με τη “λαϊκή εξουσία”, το “έξω από την ΕΕ” και τα σφυροδρέπανα είναι εγγύηση στασιμότητας.»51

Μπροστά όμως στο 21ο Συνέδριο όσο και μετά από αυτό, η οπορτουνιστική επίθεση στις θέσεις και τη στρατηγική του ΚΚΕ απέκτησε πιο συντεταγμένη μορφή, στην οποία εκτός από τις δυνάμεις του οπορτουνισμού συμμετείχε και μερίδα του αστικού Τύπου που πρόσκειται στη σοσιαλδημοκρατία και ιδιαίτερα στο ΣΥΡΙΖΑ.

Η γραμμή της ανοιχτής πολεμικής επικεντρώνει στην ανάγκη (όπως αναφέρουν οι πρώην φραξιονιστές του «Συλλόγου Κορδάτος» και του «Εργατικού Αγώνα») να «διορθωθεί η στρατηγική και το Πρόγραμμα του 19ου Συνεδρίου» γιατί αποτέλεσαν «αριστερίστικη στροφή» του ΚΚΕ και το οδήγησαν σε «συρρίκνωση της πολιτικής του επιρροής».

Γράφεται χαρακτηριστικά σε άρθρο του «Εργατικού Αγώνα»: «Συνολικά το πρόγραμμα του 19ου Συνεδρίου διαπνέεται από ένα πνεύμα σεχταριστικό, μια λογική απομόνωσης και περιχαράκωσης για να διατηρηθούν τα κεκτημένα. Μία τέτοια πολιτική όμως οδηγεί στην ένταση των προβλημάτων και των αδιεξόδων και απόδειξη γι’ αυτό είναι το γεγονός ότι το εκλογικό αποτέλεσμα του κόμματος μετά τη μεγάλη πτώση του 2012, εννιά χρόνια δηλαδή μετά, παραμένει στα ίδια χαμηλά επίπεδα και όλοι οι δείκτες αξιολόγησης της επιρροής του είναι αρνητικοί.»52

Τα παραπάνω συμπληρώνονται με αυτό που εκφράζουν με παραλλαγές τόσο το ΝΑΡ53 όσο και ο «Εργατικός Αγώνας»54, ότι το ΚΚΕ δε «συνδέει τη στρατηγική του με την οικονομική πάλη» και πρέπει να βρει τη σωστή «τακτική». Όπως γράφει χαρακτηριστικά το ΝΑΡ, το ΚΚΕ αρνείται να προβάλει «άμεσα αντικυβερνητικά συνθήματα» και «άμεσα αιτήματα που έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής και τη στρατηγική του κεφαλαίου συνολικά»55. Είναι αξιοσημείωτη σε αυτό το σημείο η σύμπτωση των επιχειρημάτων του ΝΑΡ και του «Εργατικού Αγώνα» με εκείνα της εφημερίδας Η Αυγή, που σε δημοσίευμά της έγραφε (επικαλούμενη ξεδιάντροπα τους Μαρξ - Ένγκελς - Λένιν) ότι το ΚΚΕ «επικαλείται τη στρατηγική του» και «ξεχνά την ανάγκη της οικονομικής και πολιτικής πάλης».

Στην πράξη, αυτό που θα ήθελαν όλες αυτές οι δυνάμεις θα ήταν η υιοθέτηση από το ΚΚΕ ενός «πολιτικού μεταβατικού προγράμματος», ενός προγράμματος «ενδιάμεσων» πολιτικών στόχων. Ενός προγράμματος επί της ουσίας σταδιοποίησης της στρατηγικής του ΚΚΕ, στο όνομα του «ρεαλισμού» μπροστά στον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων.

Στο 21ο Συνέδριό του το ΚΚΕ με τις συλλογικές του αποφάσεις έχει προσδιορίσει συγκεκριμένα το τι σημαίνει ολοκληρωμένη παρέμβαση των κομμουνιστών στο κίνημα από τη σκοπιά της επαναστατικής στρατηγικής:

«Η συγκεντρωµένη θετική και αρνητική πείρα επιβεβαιώνει τη σηµασία της ολοκληρωµένης παρέµβασης των δυνάµεών µας, που περιλαµβάνει κατάλληλα επεξεργασµένο πλαίσιο πάλης, εύστοχη διαπάλη µε την επίδραση των αστικών και οπορτουνιστικών δυνάµεων στο κίνηµα και αυτοτελή ιδεολογική-πολιτική δράση του Κόµµατος. Η συνδυασµένη εκπλήρωση αυτών των καθηκόντων, που δεν ταυτίζονται και το καθένα απαιτεί συγκεκριµένο σχεδιασµό και επεξεργασία, είναι απαραίτητη για τη διεύρυνση συσπείρωσης εργατικών-λαϊκών δυνάµεων στον αγώνα σύγκρουσης µε τη στρατηγική του κεφαλαίου.»56

 

Η «ΕΠΙΘΕΣΗ ΦΙΛΙΑΣ» ΟΤΙ «ΚΑΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΣΤΟ ΚΚΕ»

Ταυτόχρονα οι ίδιες δυνάμεις χρησιμοποιούν και τη μέθοδο της «επίθεσης φιλίας» και διατείνονται ότι «ήδη το ΚΚΕ αλλάζει και πρέπει να το βοηθήσουν να ολοκληρώσει το βήμα του».

Γράφει χαρακτηριστικά ο «Εργατικός Αγώνας»: «Ορισμένη τροποποίηση της τακτικής του το τελευταίο διάστημα και κάποια σημεία που περιλαμβάνονται στις Θέσεις δημιουργούν την εντύπωση σε αριστερό κόσμο ότι στο ΚΚΕ κάτι αλλάζει, ότι αφήνει πίσω του τον “απομονωτισμό”. Κάποιοι μάλιστα περιμένουν ότι μπορεί να είναι τα πρώτα βήματα μιας γενικότερης στροφής που θα το καταστήσει ικανό να ηγηθεί της εργατικής τάξης και του λαού στον αγώνα για το σοσιαλισμό.»57

Αντίστοιχα το ΝΑΡ διατείνεται ότι η «αυτοκριτική» που κάνουν οι Θέσεις του ΚΚΕ «θα μπορούσε να ανοίξει δρόμους στην τόσο αναγκαία κοινή δράση (βλ. υγεία, φοιτητές κλπ.)»58.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ξανά την εκπληκτική σύμπτωση της πολεμικής του οπορτουνισμού με εκείνη της σοσιαλδημοκρατίας, καθώς, όπως γράφτηκε σε εφημερίδα προσκείμενη στο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ «μπορεί και πρέπει να έχει δύο ψυχές»: Από τη μια στα ντοκουμέντα και τις αποφάσεις του «να επικαλείται τη στρατηγική και το Πρόγραμμά του» και από την άλλη στην καθημερινή του δράση και παρέμβαση να μη δουλεύει με αυτά.59

Ενώ και η ΛΑΕ σε μια παρόμοια λογική ταυτόχρονης πολεμικής και «επίθεσης φιλίας» θεωρεί ότι: «Το ΚΚΕ, παρά τις αντιστάσεις του στις εφαρμοζόμενες πολιτικές, παραμένει πολιτικά περιχαρακωμένο. Τα όποια δειλά και αποσπασματικά ανοίγματα κάνει σε κοινωνικό και κινηματικό επίπεδο ακυρώνονται από την άρνησή του για πολιτική συνεργασία με άλλες δυνάμεις της ανυπότακτης Αριστεράς.»60

Τα παραπάνω αποκαλύπτουν τον κρυφό πόθο των οπορτουνιστικών δυνάμεων: Να πιέσουν το ΚΚΕ για μια πολιτική συνεργασία κορυφών είτε για κεντρική πολιτική συνεργασία παρατάξεων στο κίνημα ή έστω για μια «άτυπη» κοινή αγωνιστική δράση πολιτικών δυνάμεων στη γνωστή οπορτουνιστική λογική της «ενότητας στο πρόβλημα».

Καθόλου τυχαίο δεν είναι επομένως το γεγονός ότι επιτέθηκαν με διαστρεβλώσεις στο κάλεσμα προς τους εργαζόμενους και το λαό που απήθυνε η Κεντρική Επιτροπή για αγωνιστική συμπόρευση με το ΚΚΕ.

Το ΝΑΡ ερμήνευσε τη «συμπόρευση» ως μια ψηφοθηρική κίνηση που αποσκοπούσε στενά στην εκλογική ενίσχυση του ΚΚΕ. Άλλες δυνάμεις του οπορτουνισμού, όπως το «ΣΚ-Σχέδιο»61 (ιστοσελίδα «kommon») και οι πρώην φραξιονιστές του «Συλλόγου Κορδάτος»62, διαστρέβλωσαν αρχικά το κάλεσμα συμπόρευσης προς την εργατική τάξη και το λαό ως κάλεσμα πολιτικής συνεργασίας προσωπικοτήτων με το ΚΚΕ. Στη συνέχεια υπογράμμισαν ότι ένα τέτοιο κάλεσμα και μια τέτοια «συμπόρευση» δεν είναι αρκετά και πρέπει να προταχθεί μια πολιτική συνεργασία με «ανοιχτό, συντροφικό διάλογο» και προσπάθεια «σύγκλισης των πολιτικών γραμμών» ανάμεσα στις «αριστερές δυνάμεις».

Αυτό που ενοχλεί τον οπορτουνισμό είναι η μεγάλη προσπάθεια που κάνει το ΚΚΕ, διαθέτοντας όλες του τις δυνάμεις, για να οργανώσει ο λαός την αντεπίθεσή του, να βάλουν οι εργαζόμενοι τη δική τους σφραγίδα στις εξελίξεις. Να οργανωθεί η πάλη για τα προβλήματα του λαού, να φέρουμε τις ανάγκες μας στο προσκήνιο, να αναμετρηθούμε με τους μεγάλους ενόχους για την κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα, την εξουσία του κεφαλαίου και τους συμμάχους της, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Ενοχλεί ότι, σε αυτήν τη μεγάλη πρωτοβουλία για να ανοίξει ο δρόμος για την ελπιδοφόρα διέξοδο του σοσιαλισμού, το ΚΚΕ απευθύνει κάλεσμα αγωνιστικής συμπόρευσης σε ευρύτερες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις, δημιουργεί πλατιούς αγωνιστικούς και πολιτικούς δεσμούς με τους εργαζόμενους και το λαό.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

Το επόμενο διάστημα είναι βέβαιο ότι θα ενταθεί η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ και των υπόλοιπων δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας να προβάλουν ότι μπορεί να υπάρξει μια φιλολαϊκή διαχείριση του καπιταλισμού με την ανάδειξη μιας «προοδευτικής» κυβέρνησης. Θα μεγαλώσουν τα εκβιαστικά διλήμματα προς το εργατικό-λαϊκό κίνημα να επιλέξει ανάμεσα στους επίδοξους διεκδικητές της αστικής διακυβέρνησης. Διλήμματα που θα ενισχυθούν φανερά ή έμμεσα και από την πολιτική γραμμή και παρέμβαση του οπορτουνισμού.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στην Πολιτική Απόφαση του 21ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, είναι απαραίτητη η αντιπαράθεση με «κάθε εκδοχή αναβίωσης µιας νέας “αριστερής σοσιαλδηµοκρατίας”, ενός “ΣΥΡΙΖΑ του 2010 και 2012”, αναβίωσης της γραµµής της “αριστερής διακυβέρνησης” που δήθεν “αυτήν τη φορά δε θα συµβιβαστεί”, “θα εφαρµόσει ένα αυθεντικό µεταβατικό κεϊνσιανό πρόγραµµα”, “θα έρθει σε αντιπαράθεση µε επιλογές της ΕΕ και έτσι θα ανοίξει το δρόµο για ριζικές ανατροπές, ακόµα και για τη σοσιαλιστική προοπτική”, που προβάλλουν διάφορες οπορτουνιστικές δυνάµεις».

Η πείρα από την περίοδο των μνημονίων, της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και η στάση παρακαταθήκης για το εργατικό-λαϊκό κίνημα του ΚΚΕ να αρνηθεί τη συμμετοχή σε κυβέρνηση αστικής διαχείρισης μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εφόδιο κόντρα στη νέα προσπάθεια της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού να αναθερμάνουν τα γνωστά εκβιαστικά τους διλήμματα.

Η εύστοχη αντιπαράθεση με την πολιτική γραμμή της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού προϋποθέτει την επίμονη προσπάθεια των μελών και φίλων του ΚΚΕ και της ΚΝΕ να αποκαλύπτεται στα μάτια ευρύτερων εργατικών-λαϊκών δυνάμεων το σύνολο της αστικής στρατηγικής ως ο πραγματικός αντίπαλος και όχι μόνο οι πολιτικές επιλογές της ΝΔ. Να τεκμηριώνονται οι διαχρονικές ευθύνες των αστικών κυβερνήσεων (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ) στην προώθηση της αντιλαϊκής πολιτικής και ο ταξικός χαρακτήρας του αστικού κράτους. Να αναδεικνύεται το θεμελιώδες ζήτημα ότι καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αναιρέσει τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής οικονομίας, ότι ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού. Να προβάλλεται η ανωτερότητα της εργατικής εξουσίας και των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής ως η μόνη απάντηση για τον 21ο αιώνα.

Σε αυτήν τη βάση, η πλατιά συζήτηση με κόσμο που αγωνίζεται και προβληματίζεται μπορεί να συμβάλει ώστε να βγουν ουσιαστικά συμπεράσματα για την πολιτική που απαιτείται απέναντι στους αστικούς σχεδιασμούς, για τους όρους δυναμώματος του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Για να κερδίζονται ευρύτερες δυνάμεις με τη σύγχρονη επαναστατική στρατηγική σε αντιπαράθεση με την πολιτική ενσωμάτωσης του οπορτουνισμού.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

1. Ανακοίνωση της ΚΕ του ΣΕΚ, 25 Γενάρη 2022.

2. Στο πλαίσιο αυτού του άρθρου δε θα σταθούμε διεξοδικότερα στον αντισοβιετισμό του οπορτουνιστικού ρεύματος. Πιο αναλυτικά ο αναγνώστης μπορεί να δει τα άρθρα: Κ. Μπορμπότης, «Η Οκτωβριανή Επανάσταση στην “προκρούστεια κλίνη” του οπορτουνισμού», Ριζοσπάστης, 26-29 Οκτώβρη 2017 και Λ. Αναστασόπουλος, «Ο αντισοβιετισμός του οπορτουνιστικού ρεύματος στην Ελλάδα», Ριζοσπάστης, 18-19 Δεκέμβρη 2021.

3. Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, «Για τις διεργασίες στο οπορτουνιστικό ρεύμα», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 4/2019.

4. Το ΝΑΡ συνεχίζει στην κατεύθυνση συγκρότησης «μιας νέας Οργάνωσης Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης, (...) με ορίζοντα το τέλος του 2022» με παράλληλες προσπάθειες διαμόρφωσης «συνδικαλιστικής συσπείρωσης στην Αττική». Την ίδια στιγμή, η «Αριστερή Πρωτοβουλία», μετά από μια «ανοιχτή συνέλευση» στην Αθήνα και την εκλογή συντονιστικού οργάνου, προχωρά στη συγκρότησή της σε επιμέρους πόλεις και συνοικίες της Αθήνας με σκοπό την πραγματοποίηση Πανελλαδικής Συνέλευσης εντός του 2022.

5. Διακήρυξη της Αριστερής Πρωτοβουλίας Διαλόγου και Δράσης, Ιούλης 2021.

6. ΝΑΡ, «Ακραία φαινόμενα κυβερνητικής και καπιταλιστικής αδιαφορίας», 24.1.2022.

7. Απόφαση της ΠΓ της Λαϊκής Ενότητας, Οκτώβρης 2021.

8. «Τοποθέτηση της ΑΡΑΣ για τις εξαγγελίες Κεραμέως σχετικά με το ενιαίο ψηφοδέλτιο για τις Φοιτητικές Εκλογές», 6.6.2021.

9. Απόφαση της ΠΓ της Λαϊκής Ενότητας, Οκτώβρης 2021.

10. Απόφαση της ΠΕ του ΝΑΡ, Δεκέμβρης 2020.

11. Απόφαση της ΠΓ της Λαϊκής Ενότητας, Οκτώβρης 2021.

12. «Τώρα που στην Ευρώπη επιστρέφουν ακάθεκτα τα ξορκισμένα (φασιστικά) δαιμόνια του μεσοπολέμου!», 17.10.2021.

13. ΑΡΑΣ, «Χρήματα για την πολιτική προστασία, όχι για την καταστολή και την αστυνομία!», 7.08.2021.

14. Ομιλία Αλ. Τσίπρα στη Βουλή, 30.1.2022.

15. ΝΑΡ, «Ακραία φαινόμενα κυβερνητικής και καπιταλιστικής αδιαφορίας», 24.1.2022.

16. Ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής της «Αριστερής Πρωτοβουλίας», «Το νεοφιλελεύθερο δόγμα των ιδιωτικοποιήσεων κατέρρευσε κάτω από το βάρος της κακοκαιρίας, της πανδημίας, της ακρίβειας», 26.1.2022.

17. Πιο αναλυτικά για το αστικό επιτελικό κράτος βλ. Μάκης Παπαδόπουλος, «150 χρόνια από την “έφοδο στον ουρανό”. Αστικό επιτελικό κράτος και επανάσταση», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 6/2021.

18. Ομιλία Αλ. Τσίπρα στη Βουλή, 30.1.2022.

19. «Κομμουνιστικός Συντονισμός Πειραιά», «Όχι στο Master Plan του ΟΛΠ - Δημόσιο λιμάνι υπό λαϊκό έλεγχο ο Πειραιάς!», 10.5.2020.

20. Ανακοίνωση της ΤΕ Πειραιά της ΚΟΑ του ΚΚΕ, Σεπτέμβρης 2021.

21. Ομιλία Αλ. Τσίπρα στη Βουλή, 30.1.2022

22. «ΣΚ-Σχέδιο», «Συμμαχία της μαχόμενης Αριστεράς για ένα νέο κίνημα ανατροπής», ιστοσελίδα «kommon», 10.4.2021.

23. Απόφαση της ΠΕ του ΝΑΡ, Δεκέμβρης 2020.

24. Συνέντευξη του Αλ. Τσίπρα στην Εφ.Συν., 28.8.2021.

25. Πολιτική απόφαση του 2ου Συνεδρίου του Αριστερού Ρεύματος.

26. Απόφαση της ΠΓ της ΛΑΕ, Οκτώβρης 2021.

27. Γ. Αραβανής, «Ο νέος δικομματισμός που προετοιμάζεται».

28. «Χρειαζόμαστε μια καλύτερη, αντικαπιταλιστική Αριστερά», Εργατική Αλληλεγγύη, 22.9.2021.

29. Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, «Οι νέες προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ: 
Στην υπηρεσία του κεφαλαίου με νέο περιτύλιγμα», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 5/2021.

30. Κ. Μάρκου, «Η βαριά σκιά του Ιουλίου 2015», 19.5.2021.

31. Σ. Κοντογιάννης, «Ευρώ­, το κλειδί της ΕΕ-φρούριο», Εργατική Αλληλεγγύη, 12.1.2022.

32. Γ. Τόλιος, «Διδάγματα από την ιστορική εμπειρία της ΕΣΣΔ - Προσεγγίσεις για τη σοσιαλιστική προοπτική των χωρών της ΕΕ», ιστοσελίδα Αριστερού Ρεύματος, 27.8.2021.

33. Πολιτικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ενόψει του 3ου Συνεδρίου του.

34. Πιο αναλυτικά βλ. «Συνέντευξη: Για τις Ευρωεκλογές και το μέλλον της ΕΕ», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 3/2019.

35. Κάλεσμα της ΚΕ του ΚΚΕ για τις Ευρωεκλογές (Μάης 2019), ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 3/2019.

36. Κείμενο Προγραμματικών Θέσεων του Εργατικού Αγώνα, Μάρτης 2020.

37. «Κείμενο συμβολής της ΑΡΑΣ στη συνέλευση της Αριστερής Πρωτοβουλίας Διαλόγου και Δράσης», 25.11.2021.

38. Πολιτική Πρόταση Πάλης Συντονισμού Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων, 3.2.2021.

39. Ό.π.

40. Πολιτική απόφαση του 2ου Συνεδρίου του Αριστερού Ρεύματος (συνιστώσα της ΛΑΕ), 27.11.2019.

41. Πολιτική Πρόταση Πάλης Συντονισμού Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων, 3.2.2021.

42. Ό.π.

43. Εισήγηση του Δ. Καλτσώνη, «Πρόγραμμα διεξόδου», στην εκδήλωση του «Συλλόγου Κορδάτος» με τίτλο «Τι μας περιμένει μετά την πανδημία;», 10.5.2020.

44. Πολιτική Πρόταση Πάλης Συντονισμού Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων, 3.2.2021.

45. Πολιτική Εισήγηση στην Πανελλαδική Συνάντηση για την «Πρωτοβουλία διαλόγου για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα», 10-11 Ιούλη 2021.

46. «Η πολλαπλή κρίση και η εργατική εναλλακτική», Συνδιάσκεψη ΣΕΚ, 26, 27 και 28 Φλεβάρη 2021.

47. Ανακοίνωση του ΝΑΡ, 5.1.2022.

48. Απόφαση της ΠΕ του ΝΑΡ, Σεπτέμβρης 2021.

49. Ανακοίνωση «ΣΚ-Σχέδιο», «Συμμαχία της μαχόμενης Αριστεράς για ένα νέο κίνημα ανατροπής», ιστοσελίδα «kommon», 10.4.2021.

50. «Για τις διεργασίες στο οπορτουνιστικό ρεύμα», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 4/2019.

51. «ΚΚΕ: “Σταθεροποίηση” ή κάτι άλλο;», Δρόμος της Αριστεράς, 1.6.2019.

52. Γ. Αραβανής, «Για τις διαφωνίες που καταλογίζει ο Ριζοσπάστης στον Αντώνη Σκυλλάκο», ιστοσελίδα «Εργατικός Αγώνας».

53. Γ. Κρεασίδης, «Θέσεις ΚΕ ΚΚΕ: Αμυντικός οικονομισμός αντί ανατρεπτικής πάλης», Πριν, 27-28.3.2021.

54. Γ. Αραβανής, «Σκέψεις πάνω στις Θέσεις για το 21ο Συνέδριο του ΚΚΕ».

55. Απόφαση της ΠΕ του ΝΑΡ, 25-26 Σεπτέμβρη 2021.

56. 21ο Συνέδριο ΚΚΕ, «Απόφαση για τα καθήκοντα των κομμουνιστών στην εργατική τάξη και το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα και την κοινωνική συμμαχία».

57. Γ. Αραβανής, «Σκέψεις πάνω στις Θέσεις για το 21ο Συνέδριο του ΚΚΕ».

58. Γ. Κρεασίδης, «Θέσεις ΚΕ ΚΚΕ: Αμυντικός οικονομισμός αντί ανατρεπτικής πάλης», Πριν, 27-28.3.2021.

59. «Οι δύο ψυχές του ΚΚΕ», Η Εποχή, 28.2.2021.

60. Απόφαση της ΠΓ της ΛΑΕ, Οκτώβρης 2021.

61. Αλέκος Αναγνωστάκης, «Η κατά μόνας “συμπόρευση με το ΚΚΕ” και η ανολοκλήρωτη ιστορική δικαίωση», 30.11.2021.

62. Ανακοίνωση του «Συλλόγου Κορδάτος» για την πρόσκληση αγωνιστικής συμπόρευσης του ΚΚΕ, 5.12.2021.