Οργάνωση εργατών και οργάνωση επαναστατών*


του Β. Ι. Λένιν

Αν για ένα σοσιαλδημοκράτη η έννοια πολιτική πάλη καλύπτεται 
από την έννοια «οικονομική πάλη ενάντια στους εργοδότες και 
στην κυβέρνηση», είναι φυσικό να περιμένουμε πως γι’ αυτόν και η έννοια «οργάνωση επαναστατών» θα καλύπτεται λίγο-πολύ από την έννοια: «οργάνωση εργατών.» Κι αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα· έτσι, όταν μιλάμε για οργάνωση, μιλάμε κυριολεκτικά δυο διαφορετικές γλώσσες. Θυμάμαι σαν σήμερα, λ.χ., τη συζήτηση μ’ έναν αρκετά συνεπή «οικονομιστή», που δεν έλαχε να τον γνωρίζω προηγούμενα.1 Μιλούσαμε για την μπροσούρα: Ποιος θα πραγματοποιήσει την πολιτική επανάσταση; και πολύ γρήγορα συμφωνήσαμε πως βασική της έλλειψη είναι ότι αγνοεί το ζήτημα της οργάνωσης. Είχαμε αρχίσει να νομίζουμε πως είμαστε απόλυτα σύμφωνοι μεταξύ μας, μα... όσο προχωρούσε η συζήτηση, γινόταν ξεκάθαρο πως μιλάμε για δυο διαφορετικά πράγματα. Ο συνομιλητής μου κατηγορεί το συγγραφέα ότι αγνοεί τα απεργιακά ταμεία, τους συλλόγους αλληλοβοήθειας κλπ., ενώ εγώ εννοούσα την οργάνωση επαναστατών που είναι απαραίτητη για την «πραγματοποίηση» της πολιτικής επανάστασης. Και ύστερα απ’ αυτή τη διαφωνία, δε θυμάμαι γενικά ένα ζήτημα αρχής, πάνω στο οποίο να έχω συμφωνήσει μ’ αυτόν τον «οικονομιστή»!

Ποια ήταν η πηγή των διαφωνιών μας; Το γεγονός ότι και στα οργανωτικά όπως και στα πολιτικά καθήκοντα οι «οικονομιστές» λοξοδρομούν πάντα απ’ το σοσιαλδημοκρατισμό προς τον τρέιντ-γιουνιονισμό. O πολιτικός αγώνας της σοσιαλδημοκρατίας είναι πολύ πιο πλατύς και πολύπλοκος από τον οικονομικό αγώνα των εργατών ενάντια στους εργοδότες και στην κυβέρνηση. Το ίδιο ακριβώς (και για τον ίδιο λόγο) η οργάνωση ενός επαναστατικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος πρέπει αναπόφευκτα να είναι άλλου είδους απ’ ό,τι η οργάνωση εργατών για ένα τέτοιο αγώνα. H οργάνωση εργατών πρέπει να είναι πρώτα επαγγελματική. Δεύτερο, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο πλατιά. Τρίτο, πρέπει να είναι όσο το δυνατό λιγότερο συνωμοτική (εδώ φυσικά μιλώ, όπως και παρακάτω, έχοντας υπόψη μόνο την απολυταρχική Ρωσία). Αντίθετα, η οργάνωση επαναστατών πρέπει ν’ αγκαλιάζει πριν απ’ όλα και κυρίως ανθρώπους που έχουν για επάγγελμά τους την επαναστατική δράση (γι’ αυτό άλλωστε μιλώ για οργάνωση επαναστατών, εννοώντας τους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες). Μπροστά στο κοινό αυτό γνώρισμα των μελών μιας τέτοιας οργάνωσης πρέπει να σβήνει κυριολεκτικά κάθε διάκριση ανάμεσα σε εργάτες και διανοούμενους. Αφήνουμε πια τις διακρίσεις ανάμεσα στα διάφορα επαγγέλματα των μεν και των δε. H οργάνωση αυτή κατ’ ανάγκην πρέπει να μην είναι πολύ πλατιά και να είναι όσο το δυνατό πιο συνωμοτική. Ας σταθούμε σ’ αυτή την τριπλή διαφορά.

Στις χώρες όπου υπάρχει πολιτική ελευθερία, η διαφορά ανάμεσα σε μια επαγγελματική και σε μια πολιτική οργάνωση είναι τελείως ξεκάθαρη, όπως ξεκάθαρη είναι και η διαφορά ανάμεσα στα τρέιντ-γιούνιον και στη σοσιαλδημοκρατία. Φυσικά, οι σχέσεις της σοσιαλδημοκρατίας προς τα τρέιντ- γιούνιον ποικίλλουν αναπόφευκτα σε κάθε χώρα, ανάλογα με τις ιστορικές, νομικές και άλλες συνθήκες – οι σχέσεις αυτές μπορεί να είναι λιγότερο η περισσότερο στενές, πολύπλοκες κλπ. (κατά τη γνώμη μας, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο στενές κι όσο το δυνατό πιο απλές), μα δεν μπορεί καν να γίνεται λόγος στις ελεύθερες χώρες για συνταύτιση της οργάνωσης των συνδικάτων με την οργάνωση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Στη Ρωσία, όμως, ο ζυγός της απολυταρχίας, από πρώτη ματιά, φαίνεται ότι σβήνει κάθε διαφορά ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατική οργάνωση και στο εργατικό συνδικάτο, γιατί είναι απαγορευμένο κάθε εργατικό συνδικάτο και απαγορευμένος κάθε όμιλος, γιατί η κύρια εκδήλωση και το κύριο όπλο της οικονομικής πάλης των εργατών –η απεργία– θεωρείται γενικά αδίκημα ποινικού δικαίου (κάποτε μάλιστα και πολιτικό αδίκημα!). Έτσι, οι συνθήκες της χώρας μας, από το ένα μέρος «σπρώχνουν» με δύναμη τους εργάτες που διεξάγουν οικονομική πάλη προς τα πολιτικά ζητήματα, και από το άλλο «σπρώχνουν» τους σοσιαλδημοκράτες στο να μπερδεύουν τον τρέιντ-γιουνιονισμό με το σοσιαλδημοκρατισμό (και οι δικοί μας Κριτσέβσκι, Μαρτίνοφ και Σία που μιλάνε με ζήλο για το «σπρώξιμο» στην πρώτη περίπτωση, δεν προσέχουν το «σπρώξιμο» στη δεύτερη περίπτωση. Πραγματικά, για φανταστείτε ανθρώπους που κατά 99% είναι απορροφημένοι από την «οικονομική πάλη ενάντια στους εργοδότες και στην κυβέρνηση». Ορισμένοι απ’ αυτούς σ’ όλη την περίοδο της δράσης τους (4-6 μήνες) ούτε μια φορά δε θα σκοντάψουν στο ζήτημα ότι χρειάζεται μια πιο σύνθετη οργάνωση επαναστατών. Άλλοι «θα σκοντάψουν» ίσως πάνω στη σχετικά διαδομένη μπερνσταϊνική φιλολογία και θ’ αντλήσουν από εκεί την πεποίθηση ότι είναι εξαιρετικά σπουδαία η «προχωρητική πορεία της ασήμαντης καθημερινής πάλης». Άλλοι, τέλος, θα παρασυρθούν ίσως από τη δελεαστική ιδέα να δώσουν στον κόσμο ένα νέο πρότυπο «στενής και οργανικής σύνδεσης με τον προλεταριακό αγώνα», σύνδεσης του συνδικαλιστικού και του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος. Όσο αργότερα βγαίνει μια χώρα στο στίβο του καπιταλισμού, συνεπώς και του εργατικού κινήματος –μπορούν να σκέφτονται οι άνθρωποι αυτοί– τόσο περισσότερο μπορούν οι σοσιαλιστές να συμμετέχουν στο συνδικαλιστικό κίνημα και να του προσφέρουν την υποστήριξή τους, τόσο λιγότερο μπορεί και πρέπει να υπάρχουν μη σοσιαλδημοκρατικά επαγγελματικά συνδικάτα. Ως εδώ ο συλλογισμός αυτός είναι απόλυτα σωστός, το κακό, όμως, είναι ότι μερικοί τραβούν ακόμα παραπέρα και ονειροπολούν μια πλήρη συγχώνευση του σοσιαλδημοκρατισμού με τον τρέιντ-γιουνιονισμό. Θα δούμε αμέσως στο παράδειγμα του «Καταστατικού της Ένωσης αγώνα της Πετρούπολης», πόσο βλαβερή επίδραση έχουν αυτά τα ονειροπολήματα πάνω στα οργανωτικά μας σχέδια.

Οι οργανώσεις των εργατών για την οικονομική πάλη πρέπει να είναι συνδικαλιστικές οργανώσεις. Κάθε σοσιαλδημοκράτης εργάτης πρέπει στο μέτρο του δυνατού να βοηθάει και να δουλεύει δραστήρια μέσα στις οργανώσεις αυτές. Αυτό είναι σωστό. Δε μας συμφέρει, όμως, καθόλου ν’ απαιτούμε να είναι μέλη των «σωματείων» μόνο σοσιαλδημοκράτες: αυτό θα περιόριζε την έκταση της επιρροής μας πάνω στις μάζες. Ας συμμετέχει στο σωματείο του ο κάθε εργάτης που καταλαβαίνει την ανάγκη να ενωθεί για να παλέψει ενάντια στους εργοδότες και στην κυβέρνηση. Αυτός ο ίδιος ο σκοπός των σωματείων δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, αν οι οργανώσεις αυτές δεν ένωναν όλους εκείνους που έχουν έστω και μόνο αυτό το στοιχειώδη βαθμό αντίληψης, αν αυτά τα σωματεία δεν ήταν πολύ πλατιές οργανώσεις. Κι όσο πιο πλατιές είναι οι οργανώσεις αυτές τόσο πιο πλατιά θα είναι και η επιρροή μας πάνω σ’ αυτές, επιρροή που ασκείται όχι μόνο με την «αυθόρμητη» ανάπτυξη της οικονομικής πάλης, αλλά και με την άμεση, τη συνειδητή επίδραση των σοσιαλιστών μελών του σωματείου πάνω στους συντρόφους τους. Σε μια πλατιά, όμως, οργάνωση είναι αδύνατο να υπάρχει αυστηρός συνωμοτισμός (που απαιτεί πολύ πιο μεγάλη κατάρτιση από την κατάρτιση που απαιτεί η συμμετοχή στην οικονομική πάλη). Πώς να συμβιβάσουμε αυτή την αντίφαση ανάμεσα στην ανάγκη πλατιάς οργάνωσης και στον αυστηρό συνωμοτισμό; Πώς θα πετύχουμε, ώστε τα συνδικάτα να είναι όσο το δυνατό λιγότερο συνωμοτικά; Γενικά, δεν υπάρχουν γι’ αυτό παρά μόνο δυο δρόμοι: είτε νομιμοποίηση των συνδικάτων (που σε μερικές χώρες προηγήθηκε από τη νομιμοποίηση των σοσιαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων) είτε διατήρηση της οργάνωσης σαν μυστικής, αλλά τόσο «ελεύθερης», άμορφης, lose, όπως λένε οι Γερμανοί, που η συνωμοτικότητα να εκμηδενίζεται σχεδόν για τη μάζα των μελών.

Η νομιμοποίηση των μη σοσιαλιστικών και των μη πολιτικών εργατικών οργανώσεων έχει κιόλας αρχίσει στη Ρωσία και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι κάθε βήμα του σοσιαλδημοκρατικού εργατικού μας κινήματος που αναπτύσσεται γοργά, θα πολλαπλασιάσει και θα ενθαρρύνει τις προσπάθειες γι’ αυτή τη νομιμοποίηση, προσπάθειες που ξεκινούν κυρίως από οπαδούς του σημερινού καθεστώτος αλλά εν μέρει κι από τους ίδιους τους εργάτες κι από τη φιλελεύθερη διανόηση. Τη σημαία της νομιμοποίησης την έχουν ήδη υψώσει οι διάφοροι Βασίλιεφ και Ζουμπάτοφ· οι διάφοροι κύριοι Όζεροφ και Βορμς έχουν κιόλας υποσχεθεί και προσφέρει τη βοήθειά τους, μέσα στους εργάτες υπάρχουν ήδη οπαδοί του νέου ρεύματος. Κι εμείς δεν μπορούμε από δω και μπρος να μην υπολογίζουμε αυτό το ρεύμα. Πώς να το υπολογίζουμε; Πάνω σ’ αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να υπάρχουν δυο γνώμες μέσα στους σοσιαλδημοκράτες. Έχουμε την υπόσχεση να ξεσκεπάζουμε σταθερά κάθε συμμετοχή των Ζουμπάτοφ και Βασίλιεφ, των χωροφυλάκων και των παπάδων σ’ αυτό το ρεύμα και να εξηγούμε στους εργάτες ποιες είναι οι αληθινές προθέσεις τους. Έχουμε επίσης την υποχρέωση να ξεσκεπάζουμε όλους τους συμφιλιωτικούς, «αρμονικούς» τόνους, που θα παρεισφρύουν στους λόγους των φιλελεύθερων πολιτικών στις δημόσιες συγκεντρώσεις των εργατών – αδιάφορο αν οι τόνοι αυτοί οφείλονται στις ειλικρινείς τους πεποιθήσεις ότι είναι επιθυμητή η ειρηνική συνεργασία των τάξεων, είτε στην επιθυμία τους να φανούν αρεστοί στις αρχές, είτε, τέλος, στην αδεξιότητά τους. Έχουμε, τέλος, την υποχρέωση να προφυλάγουμε τους εργάτες από την παγίδα που τους στήνει συχνά η αστυνομία, που σ’ αυτές τις δημόσιες συγκεντρώσεις και στους νόμιμους συλλόγους επισημαίνει τους «πιο θερμόαιμους», και προσπαθεί μέσω των νόμιμων οργανώσεων να μπάσει προβοκάτορες και στις παράνομες οργανώσεις.

Αλλά, κάνοντάς τα όλα αυτά, δε σημαίνει καθόλου ότι ξεχνάμε πως στο κάτω κάτω η νομιμοποίηση του εργατικού κινήματος θα ωφελήσει προπαντός εμάς κι όχι τους Ζουμπάτοφ. Απεναντίας, με την αποκαλυπτική μας ακριβώς καμπάνια κάνουμε να χωρίσει η ήρα απ’ το στάρι. Δείξαμε κιόλας ποια είναι η ήρα. Το στάρι είναι να στρέψουμε την προσοχή ακόμα πιο πλατιών και των πιο καθυστερημένων εργατικών στρωμάτων στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, είναι το γεγονός ότι εμείς οι επαναστάτες απαλλασσόμαστε από καθήκοντα που στην ουσία είναι νόμιμα (διάδοση νόμιμων βιβλίων, αλληλοβοήθεια κλπ.) και που η ανάπτυξή τους θα μας δώσει αναπόφευκτα όλο και περισσότερο υλικό για ζύμωση. Με την έννοια αυτή, μπορούμε και πρέπει να πούμε στους διάφορους Ζουμπάτοφ και Όζεροφ: προσπαθήστε, κύριοι, προσπαθήστε! Όσο θα στήνετε παγίδες στον εργάτη (είτε με την έννοια της άμεσης πρόκλησης είτε της «τίμιας» διαφθοράς των εργατών με το «στρουβισμό»), εμείς θα φροντίζουμε να σας ξεσκεπάζουμε. Στο βαθμό, όμως, που θα κάνετε ένα πραγματικό βήμα προς τα μπρος, –έστω και με τη μορφή του πιο «δειλού ζικ ζακ», πάντως, όμως, ένα βήμα προς τα μπρος– εμείς θα σας λέμε: ορίστε περάστε! Πραγματικό βήμα προς τα μπρος μπορεί να είναι μόνο το πραγματικό, έστω και μικροσκοπικό πλάτεμα του πεδίου δράσης των εργατών. Και κάθε τέτοιο πλάτεμα θα μας ωφελεί και θα επιταχύνει την εμφάνιση τέτοιων νόμιμων συλλόγων, όπου δε θα ψαρεύουν οι προβοκάτορες τους σοσιαλιστές, μα οι σοσιαλιστές θα στρατολογούν οπαδούς. Με δυο λόγια, η δουλειά μας τώρα είναι να καταπολεμάμε την ήρα.

H δουλειά μας δεν είναι να καλλιεργούμε στάρι σε γλάστρες. Ξεριζώνοντας τα ζιζάνια, καθαρίζουμε το έδαφος για να μπορέσουν να φυτρώνουν οι σπόροι του σταριού. Και όσο οι διάφοροι Αφανάσι Ιβάνοβιτς και Πουλχερίες Ιβάνοβνες ασχολούνται με την καλλιέργεια φυτών του δωματίου, εμείς πρέπει να ετοιμάζουμε τους θεριστές που να ξέρουν όχι μόνο να ξεριζώσουν τα σημερινά ζιζάνια, αλλά και να θερίσουν το αυριανό στάρι.2

Έτσι, εμείς δεν μπορούμε να λύσουμε με τη νομιμοποίηση το ζήτημα της δημιουργίας μιας όσο το δυνατό λιγότερο συνωμοτικής και όσο το δυνατό πιο πλατιάς συνδικαλιστικής οργάνωσης (θα χαιρόμασταν όμως πολύ, αν οι Ζουμπάτοφ και Όζεροφ μας πρόσφεραν έστω και μια μερική δυνατότητα για μια τέτοια λύση – γι’ αυτό χρειάζεται να τους πολεμάμε όσο μπορούμε πιο δραστήρια!). Μένει ο δρόμος των μυστικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, κι εμείς πρέπει να προσφέρουμε κάθε βοήθεια στους εργάτες που (όπως ξέρουμε πολύ καλά) μπαίνουν κιόλας σ’ αυτό το δρόμο. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις όχι μόνο μπορούν να ωφελήσουν τεράστια στην ανάπτυξη και στο στέριωμα της οικονομικής πάλης, αλλά μπορούν να γίνουν κι ένας πολύ σπουδαίος βοηθός της πολιτικής ζύμωσης και της επαναστατικής οργάνωσης. Για να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα, για να κατευθύνουμε το συνδικαλιστικό κίνημα που βρίσκεται στα σπάργανα, στο δρόμο που επιθυμεί η σοσιαλδημοκρατία, πρέπει πριν απ’ όλα να δούμε ξεκάθαρα πόσο παράλογο είναι το σχέδιο οργάνωσης, με το οποίο βολοδέρνουν εδώ και πέντε σχεδόν χρόνια οι «οικονομιστές» της Πετρούπολης. Το σχέδιο αυτό έχει εκτεθεί και στο «Καταστατικό του εργατικού ταμείου» του Ιούλη του 1897 (Λιστόκ «Ραμπότνικα», αρ. φύλλων 9-10, σελ. 46 – από το φύλλο 1 της Ραμπότσαγια Μισλ) και στο «Καταστατικό της συνδικαλιστικής εργατικής οργάνωσης» του Οκτώβρη του 1900 (ειδικό φυλλάδιο που τυπώθηκε στην Πετρούπολη και αναφέρεται στο φύλλο 1 της Ίσκρα). Βασική έλλειψη και των δύο καταστατικών είναι ότι δίνουν λεπτομερειακή διατύπωση μιας πλατιάς εργατικής οργάνωσης και μπερδεύουν αυτή την οργάνωση με την οργάνωση επαναστατών. Ας πάρουμε το δεύτερο καταστατικό που είναι πιο δουλεμένο. Tο καταστατικό αυτό αποτελείται από πενήντα δυο άρθρα: 23 άρθρα εκθέτουν τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τη δικαιοδοσία των «εργατικών ομίλων», που συγκροτούνται σε κάθε εργοστάσιο («όχι πάνω από 10 άτομα») και που εκλέγουν «κεντρικές (εργοστασιακές) ομάδες». «Η κεντρική ομάδα –λέει το άρθρο 2– παρακολουθεί όλα όσα γίνονται στη φάμπρικα ή στο εργοστάσιό της και κρατάει χρονικό των γεγονότων.» «Η κεντρική ομάδα κάνει κάθε μήνα απολογισμό για την κατάσταση του ταμείου μπροστά σ’ όλους τους μετόχους» (άρθρο 17) κλπ. Δέκα άρθρα είναι αφιερωμένα στην «οργάνωση κατά διαμέρισμα» και 19 στην εξαιρετικά πολύπλοκη αμοιβαία σύνδεση της «Επιτροπής της εργατικής οργάνωσης» με την «Επιτροπή της Ένωσης αγώνα της Πετρούπολης» (αντιπρόσωποι από κάθε διαμέρισμα και από τις «εκτελεστικές ομάδες» – από τις «ομάδες προπαγανδιστών, για τη σύνδεση με την επαρχία, για τη σύνδεση με το εξωτερικό, για τη διαχείριση των αποθηκών, για την εκδοτική δουλειά, για το ταμείο»).

Σοσιαλδημοκρατία = «εκτελεστικές ομάδες» σε σχέση με την οικονομική πάλη των εργατών! Δύσκολα θα μπορούσε να δείξει κανείς πιο ανάγλυφα πώς η σκέψη του «οικονομιστή» παρεκκλίνει από το σοσιαλδημοκρατισμό προς τον τρέιντ-γιουνιονισμό και πόσο ξένη του είναι κάθε ιδέα ότι ένας σοσιαλδημοκράτης πρέπει πριν απ’ όλα να σκέφτεται για μια οργάνωση επαναστατών, ικανών να καθοδηγούν όλο τον απελευθερωτικό αγώνα του προλεταριάτου. Να μιλά κανείς για «πολιτική απελευθέρωση της εργατικής τάξης», για αγώνα ενάντια στην «τσαρική αυθαιρεσία» και να γράφει τέτοια καταστατικά οργάνωσης, σημαίνει πως δεν έχει καμιά απολύτως ιδέα για τα πραγματικά πολιτικά καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας. Κανένα από τη μισή εκατοντάδα άρθρα δεν δείχνει ούτε ίχνος κατανόησης του γεγονότος ότι είναι αναγκαία η πιο πλατιά πολιτική ζύμωση μέσα στις μάζες, μια ζύμωση που να φωτίζει όλες τις πλευρές της ρωσικής απολυταρχίας, κι όλη τη φυσιογνωμία των διάφορων κοινωνικών τάξεων της Ρωσίας. Με τέτοια καταστατικά δεν πραγματοποιούνται όχι μόνο οι πολιτικοί, μα ούτε και οι τρέιντ-γιουνιονιστικοί σκοποί, γιατί οι σκοποί αυτοί απαιτούν οργάνωση κατά επάγγελμα, πράγμα που ούτε καν αναφέρεται στο καταστατικό.

Το πιο χαρακτηριστικό, όμως, απ’ όλα είναι ίσως η καταπληκτική δυσκινησία ολόκληρου του «συστήματος» που προσπαθεί να συνδέσει κάθε χωριστό εργοστάσιο με την «επιτροπή» μ’ ένα μόνιμο νήμα από ομοιόμορφους και μέχρι γελοιότητας λεπτομερειακούς κανόνες και μ’ ένα σύστημα εκλογών σε τρία διαδοχικά στάδια. H σκέψη συμπιέζεται από το στενό ορίζοντα του «οικονομισμού» και χάνεται εδώ σε λεπτομέρειες, που τόσο πολύ θυμίζουν χαρτοβασίλειο και γραφειοκρατία. Στην πραγματικότητα, φυσικά, τα τρία τέταρτα απ’ όλα αυτά τα άρθρα του καταστατικού ποτέ δεν εφαρμόζονται· από το άλλο μέρος, όμως, μια τέτοια «συνωμοτική» οργάνωση με την κεντρική της ομάδας σε κάθε εργοστάσιο διευκολύνει τους χωροφύλακες να οργανώνουν εξαιρετικά μεγάλα χτυπήματα. Οι Πολωνοί σύντροφοι έχουν περάσει κιόλας από μια παρόμοια φάση του κινήματος, τότε που όλους τους είχε συνεπάρει η ίδρυση εργατικών ταμείων σε πλατιά κλίμακα, αλλά πολύ γρήγορα εγκατέλειψαν αυτή την ιδέα, όταν πείστηκαν ότι παρέχουν έτσι άφθονη λεία στους χωροφύλακες. Αν θέλουμε πλατιές εργατικές οργανώσεις και δε θέλουμε μεγάλα σμπαραλιάσματα, αν δε θέλουμε να δίνουμε χαρά στους χωροφύλακες, πρέπει να φροντίσουμε, ώστε οι οργανώσεις αυτές να μην έχουν καθόλου μια καθορισμένη οργανωτική μορφή. Θα μπορέσουν, όμως, σ’ αυτή την περίπτωση να λειτουργήσουν; E, λοιπόν, ας ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτές τις λειτουργίες: «...να παρακολουθεί ό,τι γίνεται στο εργοστάσιο και να κρατάει χρονικό των γεγονότων» (άρθρο 2 του καταστατικού). Χρειάζεται άραγε γι’ αυτό μια καθορισμένη συγκρότηση των οργανώσεων; Δε θα εξυπηρετούνταν καλύτερα ο σκοπός αυτός με ανταποκρίσεις στις παράνομες εφημερίδες και χωρίς καμιά συγκρότηση ειδικών ομάδων; «...Να καθοδηγεί τον αγώνα των εργατών για τη βελτίωση της κατάστασής τους στο εργοστάσιο» (άρθρο 3 του καταστατικού). Και πάλι δεν υπάρχει κανένας λόγος για καθορισμένη οργάνωση. O κάθε έξυπνος κάπως διαφωτιστής μπορεί να μάθει ακριβώς, στη διάρκεια μιας απλής συζήτησης, ποιες διεκδικήσεις θέλουν να βάλουν οι εργάτες, κι όταν το μάθει αυτό, θα μπορέσει να το μεταβιβάσει σε μια στενή κι όχι πλατιά οργάνωση επαναστατών, που θα κυκλοφορήσει την κατάλληλη προκήρυξη. «...Να οργανώσει ταμείο... με συνδρομή δυο καπίκια για το κάθε ρούβλι» (άρθρο 9) - και ύστερα να γίνεται κάθε μήνα σε όλους ο οικονομικός απολογισμός του ταμείου (άρθρο 17), να διαγράφονται τα μέλη που δεν πληρώνουν τη συνδρομή τους (άρθρο 10) κλπ. Όλα αυτά είναι για την αστυνομία αληθινός παράδεισος, γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο από το να εισχωρήσει σ’ όλη αυτή τη συνωμοτικότητα ενός «κεντρικού εργοστασιακού ταμείου», να κατασχέσει τα χρήματα και να συλλάβει τους καλύτερους ανθρώπους. Δε θα ήταν πολύ πιο απλό να εκδοθούν ένσημα ενός ή δυο καπικιών με τη σφραγίδα μιας γνωστής (πολύ στενής και πολύ συνωμοτικής) οργάνωσης ή να εισπράττονται συνδρομές χωρίς κανένα ένσημο και οι απολογισμοί να τυπώνονται με ορισμένες συνθηματικές λέξεις σε μια παράνομη εφημερίδα; Θα πετυχαίναμε έτσι τον ίδιο σκοπό και για τους χωροφύλακες θα ήταν εκατό φορές πιο δύσκολο να πιάσουν το νήμα.

Θα μπορούσα να συνεχίσω την ανάλυση του καταστατικού με παραδείγματα, νομίζω, όμως, πως είναι αρκετά κι αυτά που ειπώθηκαν. Ένας μικρός, συμπαγής πυρήνας από τους πιο σίγουρους, τους πιο έμπειρους κι ατσαλωμένους εργάτες, που να έχει υπεύθυνους ανθρώπους στις κυριότερες περιοχές και να συνδέεται με την οργάνωση επαναστατών, σύμφωνα με όλους τους κανόνες της πιο αυστηρής συνωμοτικότητας, θα μπορέσει, με την πιο πλατιά βοήθεια των μαζών και χωρίς να πάρει μια καθορισμένη οργανωτική μορφή, να εκπληρώσει όλες τις λειτουργίες μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και μάλιστα να τις εκπληρώσει ακριβώς έτσι, όπως το θέλει η σοσιαλδημοκρατία. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να πετύχουμε, σε πείσμα όλων των χωροφυλάκων, τη σταθεροποίηση και την ανάπτυξη του σοσιαλδημοκρατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Θα μου φέρουν την αντίρρηση: μια οργάνωση που είναι τόσο lose3, που δεν έχει πάρει καθόλου μια καθορισμένη οργανωτική μορφή, που ακόμα και τα μέλη της δεν είναι γνωστά και καταγραμμένα, δεν μπορεί καν να ονομάζεται οργάνωση. – Ίσως. Εγώ δεν κυνηγώ τις ονομασίες. Αυτή, όμως, η «οργάνωση χωρίς μέλη» θα κάνει ό,τι χρειάζεται και θα εξασφαλίσει από την πρώτη αρχή σταθερή σύνδεση ανάμεσα στα μελλοντικά μας τρέιντ-γιούνιον και στο σοσιαλισμό. Κι όποιος σε καθεστώς απολυταρχίας θέλει πλατιά οργάνωση εργατών με εκλογές, απολογισμούς, καθολική ψηφοφορία κλπ. – είναι απλούστατα ένας αδιόρθωτος ουτοπιστής.

Το δίδαγμα που προκύπτει από δω είναι απλό: αν αρχίσουμε με τη θεμελίωση μιας γερής οργάνωσης επαναστατών, θα μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε τη σταθερότητα του κινήματος στο σύνολό του, να πραγματοποιήσουμε και τους σοσιαλδημοκρατικούς και τους ειδικά τρέιντ-γιουνιονιστικούς σκοπούς. Αν, όμως, αρχίσουμε με τη δήθεν πιο «προσιτή» στις μάζες πλατιά εργατική οργάνωση (που στην πραγματικότητα είναι πιο προσιτή στους χωροφύλακες και κάνει τους επαναστάτες πιο προσιτούς στην αστυνομία) δεν πρόκειται να πραγματοποιήσουμε ούτε τους πρώτους ούτε τους δεύτερους σκοπούς, δεν πρόκειται να γλιτώσουμε από το χειροτεχνικό τρόπο δουλειάς και με το κομμάτιασμα και το αέναο σμπαράλιασμα των δυνάμεών μας θα κάνουμε απλώς πιο προσιτά για τη μάζα τα τρέιντ-γιούνιον τύπου Ζουμπάτοφ ή τύπου Όζεροφ.

Και ποιες πρέπει να είναι, συγκεκριμένα, οι λειτουργίες αυτής της οργάνωσης επαναστατών; Για το ζήτημα αυτό θα μιλήσουμε τώρα λεπτομερειακά. Πρώτα, όμως, ας ξεκαθαρίσουμε ακόμα ένα πολύ χαρακτηριστικό συλλογισμό του τρομοκράτη μας, που δείχνει ξανά ότι βρίσκεται (θλιβερή του τύχη!) πολύ κοντά στον «οικονομιστή». Στο περιοδικό Σβομπόντα (τεύχος 1) που προορίζεται για τους εργάτες, υπάρχει ένα άρθρο με τον τίτλο: «Η οργάνωση». O συντάκτης του θέλει να υπερασπίσει τους γνωστούς του, τους «οικονομιστές» εργάτες του Ιβάνοβο Βοζνεσένσκ.

«Κακό είναι –γράφει– όταν το πλήθος είναι άφωνο και ασυνειδητοποίητο, όταν το κίνημα δεν έρχεται από τα κάτω. Κοιτάχτε: οι φοιτητές φεύγουν από μια πανεπιστημιούπολη τις γιορτές ή το καλοκαίρι για τα σπίτια τους – και το εργατικό κίνημα σταματάει. Μήπως ένα τέτοιο εργατικό κίνημα που υποκινείται από τα έξω μπορεί να είναι πραγματική δύναμη; Όχι βέβαια... Ακόμα δεν έμαθε να βαδίζει μόνο του και πρέπει να το κρατούν από το χέρι. Κι αυτό γίνεται σε όλα: φεύγουν οι φοιτητές, σταματούν τα πάντα. Πιάνουν τους πιο ικανούς, την αφρόκρεμα - το γάλα, ξινίζει. Συλλαμβάνουν την “Επιτροπή” – ώσπου να δημιουργηθεί νέα, έχουμε πάλι ηρεμία. Και δεν ξέρει κανείς τι επιτροπή θα σχηματιστεί, ίσως να μη μοιάζει καθόλου με την προηγούμενη: η πρώτη έλεγε τούτο, η δεύτερη μπορεί να πει το αντίθετο. Κόβεται η σύνδεση ανάμεσα στο χθες και στο αύριο, η πείρα του παρελθόντος δε χρησιμεύει σαν οδηγός για το μέλλον. Κι όλα αυτά γιατί δεν υπάρχουν βαθιές ρίζες στο πλήθος, γιατί δουλεύουν όχι εκατό ηλίθιοι, αλλά δέκα έξυπνοι. Δέκα άνθρωποι μπορούν πάντα να πιαστούν πολύ εύκολα, όταν, όμως, η οργάνωση αγκαλιάζει το πλήθος, όταν όλα ξεκινούν από το πλήθος, κανένας, μ’ όσο ζήλο κι αν προσπαθήσει, δε θα μπορέσει να χαντακώσει τη δουλειά.» (σελ. 63).

Τα γεγονότα περιγράφονται σωστά. Η εικόνα του χειροτεχνισμού μας δε δίνεται και άσχημα. Τα συμπεράσματα, όμως, είναι αντάξια της Ραμπότσαγία Μισλ και για την ανοησία τους και για την έλλειψη πολιτικού τακτ. Τα συμπεράσματα αποτελούν αποκορύφωμα ανοησίας, γιατί ο αρθρογράφος συγχέει το φιλοσοφικό και το κοινωνικοϊστορικό ζήτημα για το «βάθος» που έχουν οι «ρίζες» του κινήματος, με το τεχνικό - οργανωτικό ζήτημα για τον καλύτερο τρόπο πάλης ενάντια στη χωροφυλακή. Αποτελούν το αποκορύφωμα έλλειψης πολιτικού τακτ, γιατί ο αρθρογράφος, αντί να ζητάει στη θέση των κακών ηγετών καλούς ηγέτες, ζητάει την αντικατάσταση των καθοδηγητών γενικά με το «πλήθος». Πρόκειται για μια προσπάθεια να μας τραβήξουν προς τα πίσω από οργανωτική άποψη, σαν τη σκέψη για αντικατάσταση της πολιτικής ζύμωσης με τη διεγερτική τρομοκρατία που μας τραβά προς τα πίσω από πολιτική άποψη. Αλήθεια, νιώθω πραγματικά embarras de richesses4, και δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω για να ξεδιαλύνω την ασυναρτησία που μας προσφέρει η Σβομπόντα. Για να γίνω πιο σαφής, θ’ αρχίσω μ’ ένα παράδειγμα. Πάρτε τους Γερμανούς. Πιστεύω ότι δε θ’ αρνηθείτε πως η οργάνωσή τους αγκαλιάζει το πλήθος, πως τα πάντα στη Γερμανία ξεκινούν από το πλήθος, πως το εργατικό κίνημα έχει μάθει να περπατάει μόνο του. Στο μεταξύ όμως, δείτε πόσο ξέρει να εκτιμά αυτό το πλήθος των εκατομμυρίων τη «δεκάδα» των δοκιμασμένων πολιτικών ηγετών του, πόσο πιστά τους ακολουθεί! Πολλές φορές συνέβη στη Βουλή μέλη των εχθρικών κομμάτων να κοροϊδεύουν τους σοσιαλιστές και να τους λένε: «Ωραίοι δημοκράτες! Μόνο στα λόγια έχετε κίνημα της εργατικής τάξης – στην πραγματικότητα είναι πάντα η ίδια κλίκα αρχηγών. Χρόνια και χρόνια τώρα, δεκαετίες ολόκληρες όλο οι ίδιοι και οι ίδιοι: Μπέμπελ και Λίμπκνεχτ. Οι βουλευτές σας που εκλέγονται τάχα από τους εργάτες, είναι μονιμότεροι από τους υπαλλήλους που διορίζει ο αυτοκράτορας!» Οι Γερμανοί, όμως, αντιμετώπιζαν με περιφρονητικό χαμόγελο τις δημαγωγικές αυτές προσπάθειες, που έκαναν οι αντίπαλοί τους για να φέρουν σε αντίθεση το «πλήθος» με τους «ηγέτες», για να του καλλιεργήσουν κακά και ματαιόδοξα ένστικτα, για ν’ αφαιρέσουν από το κίνημα τη στερεότητα και τη σταθερότητά του, υποσκάπτοντας την εμπιστοσύνη των μαζών προς τη «δεκάδα των έξυπνων». Οι Γερμανοί έχουν αρκετά αναπτυγμένη πολιτική σκέψη, έχουν συσσωρευμένη αρκετή πολιτική πείρα, για να καταλάβουν ότι χωρίς τη «δεκάδα» των ταλαντούχων (και τα ταλέντα δε γεννιούνται κατά εκατοντάδες), δοκιμασμένων, επαγγελματικά καταρτισμένων κι εκπαιδευμένων σ’ ένα μακρόχρονο σχολείο ηγετών που δουλεύουν με πλήρη αρμονία μεταξύ τους, καμιά τάξη δεν μπορεί να διεξαγάγει σταθερό αγώνα μέσα στη σύγχρονη κοινωνία. Και οι Γερμανοί είχαν στις γραμμές τους δημαγωγούς που κολάκευαν τις «εκατοντάδες των ηλιθίων», βάζοντάς τους πάνω από τη «δεκάδα των έξυπνων», κολάκευαν τη «γεροδεμένη γροθιά» της μάζας, προτρέποντάς την (όπως ο Μοστ και ο Χάσελμαν) σε απερίσκεπτες «επαναστατικές» ενέργειες και σπέρνοντας τη δυσπιστία προς τους συνεπείς και σταθερούς ηγέτες. Και μόνο χάρη σ’ ένα απαρέγκλιτο και ανειρήνευτο αγώνα ενάντια στα κάθε λογής δημαγωγικά στοιχεία μέσα στο σοσιαλισμό αναπτύχθηκε και δυνάμωσε τόσο πολύ ο γερμανικός σοσιαλισμός. Ενώ οι δικοί μας οι σοφολογιότατοι, σε μια περίοδο που όλη η κρίση της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας οφείλεται στο γεγονός ότι οι μάζες που ξυπνούν αυθόρμητα δεν έχουν αρκετά καταρτισμένους, αναπτυγμένους κι έμπειρους καθοδηγητές, διακηρύχνουν με βαθυστόχαστο ύφος Χαζογιάννη: «είναι κακό πράγμα όταν το κίνημα δεν ξεκινάει από τα κάτω»!

«Μια επιτροπή από φοιτητές δε μας κάνει, είναι ασταθής.» Αυτό είναι πέρα για πέρα σωστό. Το συμπέρασμα, όμως, που βγαίνει από δω, είναι ότι χρειάζεται επιτροπή από εξ επαγγέλματος επαναστάτες, και μας είναι αδιάφορο αν θα είναι φοιτητής ή εργάτης εκείνος που θα εξελιχθεί σε εξ επαγγέλματος επαναστάτη. Εσείς, όμως, βγάζετε το συμπέρασμα ότι το εργατικό κίνημα δεν πρέπει να το υποκινούμε από τα έξω! Με την πολιτική σας αφέλεια δεν αντιλαμβάνεστε ότι έτσι παίζετε το παιχνίδι των «οικονομιστών» μας και του χειροτεχνισμού μας. Επιτρέψτε μου να ρωτήσω – πώς εκφράστηκε αυτή η «υποκίνηση» των εργατών μας από τους φοιτητές μας; Μοναδικά με το ότι ο φοιτητής έφερε στον εργάτη τα ψήγματα εκείνα των πολιτικών γνώσεων που είχε, τα ψίχουλα των σοσιαλιστικών ιδεών που κατόρθωσε ν’ αποκτήσει (γιατί η κυριότερη πνευματική τροφή του σημερινού φοιτητή, ο νόμιμος μαρξισμός, δεν μπορούσε να του δώσει τίποτε άλλο εκτός από το αλφάβητο, εκτός από ψίχουλα). Τέτοια «υποκίνηση από τα έξω» δεν είχαμε εξαιρετικά μεγάλη στο κίνημά μας, μα αντίθετα εξαιρετικά μικρή, τρομερά και σε αφάνταστο βαθμό μικρή, γιατί βράζαμε με πάρα πολύ ζήλο στο ζουμί μας, υποκλινόμασταν πάρα πολύ δουλικά μπροστά στη στοιχειώδη «οικονομική πάλη των εργατών ενάντια στους εργοδότες και στην κυβέρνηση». Μ’ αυτήν ακριβώς την «υποκίνηση» πρέπει ν’ ασχοληθούμε εκατό φορές περισσότερο και θ’ ασχοληθούμε εμείς, οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες. Αλλά και μόνο το γεγονός ότι διαλέγετε αυτή την πρόστυχη έκφραση: «υποκίνηση από τα έξω», που προκαλεί αναπόφευκτα στον εργάτη (τουλάχιστο στον εργάτη που είναι τόσο καθυστερημένος όσο κι εσείς) το αίσθημα της δυσπιστίας προς όλους όσοι του φέρνουν απέξω πολιτικές γνώσεις και επαναστατική πείρα, έκφραση που του προκαλεί την ενστικτώδη επιθυμία ν’ αποκρούσει όλους αυτούς τους ανθρώπους – αποδείχνει ότι είστε δημαγωγοί, και οι δημαγωγοί είναι οι χειρότεροι εχθροί της εργατικής τάξης.

Μάλιστα, μάλιστα! Και μη βιάζεστε να βάλετε τις φωνές για τους «μη συντροφικούς τρόπους» της πολεμικής μου! Δεν αμφισβητώ καθόλου την αγνότητα των προθέσεών σας. Είπα παραπάνω ότι μπορεί να γίνει κανείς δημαγωγός και μόνο από πολιτική αφέλεια. Έδειξα, όμως, ότι εσείς έχετε κατρακυλήσει ως τη δημαγωγία. Και ποτέ δε θα κουραστώ να επαναλαμβάνω πως οι δημαγωγοί είναι οι χειρότεροι εχθροί της εργατικής τάξης. Χειρότεροι, ακριβώς γιατί υποδαυλίζουν τα κακά ένστικτα του πλήθους, γιατί οι καθυστερημένοι εργάτες δεν είναι σε θέση να γνωρίσουν αυτούς τους εχθρούς που παρουσιάζονται, και κάποτε παρουσιάζονται ειλικρινά, σαν φίλοι τους. Χειρότεροι, γιατί σε μια περίοδο διασποράς και ταλαντεύσεων, σε μια περίοδο που μόλις διαμορφώνεται η φυσιογνωμία του κινήματος μας, δεν υπάρχει τίποτε πιο εύκολο από το να παρασύρει κανείς με τη δημαγωγία το πλήθος που αργότερα μόνο οι πιο πικρές δοκιμασίες θα μπορέσουν να το πείσουν για το λάθος του. Να γιατί το σύνθημα της στιγμής για το σημερινό Ρώσο σοσιαλδημοκράτη πρέπει να είναι: αποφασιστική πάλη, τόσο ενάντια στη Σβομπόντα που κατρακυλάει ως τη δημαγωγία όσο κι ενάντια στο Ραμπότσεγε Ντιέλο που κατρακυλάει επίσης ως τη δημαγωγία (θα μιλήσουμε5 γι’ αυτό διεξοδικότερα παρακάτω).

«Μια δεκάδα έξυπνοι πιάνονται πιο εύκολα από εκατό ηλίθιους.» Αυτή η υπέροχη αλήθεια (για την οποία θα σας χειροκροτεί πάντα η εκατοντάδα των ηλίθιων) σας φαίνεται αυτονόητη μόνο και μόνο γιατί στην πορεία του συλλογισμού πηδήσατε από το ένα θέμα στο άλλο. Αρχίσατε να μιλάτε κι εξακολουθείτε να μιλάτε για το σάρωμα μιας «επιτροπής», για το σάρωμα μιας «οργάνωσης» και τώρα πηδήσατε στο θέμα του σαρώματος των «ριζών» του κινήματος «στο βάθος». Φυσικά, είναι γεγονός πως το κίνημά μας δεν είναι δυνατό να σαρωθεί, γιατί απλούστατα έχει εκατοντάδες κι εκατοντάδες χιλιάδες ρίζες βαθιά μέσα στις μάζες, αλλά δεν πρόκειται καθόλου γι’ αυτό. Αν πρόκειται για τις «ρίζες στο βάθος» παρ’ όλο το χειροτεχνισμό μας, δεν μπορούν ακόμα και τώρα να μας «ξεριζώσουν» κι όμως όλοι μας παραπονιόμαστε, και δεν μπορούμε παρά να παραπονιόμαστε ότι οι «οργανώσεις» σαρώνονται, με αποτέλεσμα να χάνεται κάθε συνέχεια του κινήματος. Αλλά, μια και βάζετε ζήτημα σαρώματος των οργανώσεων κι επιμένετε σ’ αυτό, θα σας το πω, πως είναι πολύ πιο δύσκολο να συλλάβουν μια δεκάδα έξυπνους παρά μια εκατοντάδα ηλίθιους. Και θα υπερασπίσω αυτή τη θέση, όσο κι αν παρακινείτε το πλήθος εναντίον μου για τις «αντιδημοκρατικές» μου απόψεις κλπ. Από οργανωτική άποψη με τη λέξη «έξυπνος» πρέπει να εννοεί κανείς, όπως έχω τονίσει επανειλημμένα, τους εξ επαγγέλματος επαναστάτες, αδιάφορο αν προέρχονται από φοιτητές ή από εργάτες. Και υποστηρίζω: 
1) Ότι κανένα επαναστατικό κίνημα δεν μπορεί να σταθεί χωρίς στέρεη οργάνωση καθοδηγητών που να κρατάει τη συνέχεια· 2) ότι όσο πιο πλατιά είναι η μάζα που τραβιέται αυθόρμητα στον αγώνα, η μάζα που αποτελεί τη βάση του κινήματος και συμμετέχει σ’ αυτό, τόσο πιο επιτακτική είναι η ανάγκη μιας τέτοιας οργάνωσης και τόσο πιο στέρεη πρέπει να είναι η οργάνωση αυτή (γιατί τόσο πιο εύκολα θα είναι για τον κάθε δημαγωγό να παρασύρει τα μη εξελιγμένα στρώματα της μάζας)· 3) ότι μια τέτοια οργάνωση πρέπει ν’ αποτελείται κυρίως από ανθρώπους, που σαν επάγγελμά τους έχουν την επαναστατική δράση· 4) ότι σε μια απολυταρχική χώρα, όσο πιο πολύ περιορίσουμε τον αριθμό των μελών μιας τέτοιας οργάνωσης ως το σημείο που να συμμετέχουν σ’ αυτή μόνο τα μέλη που σαν επάγγελμά τους έχουν την επαναστατική δράση και που έχουν αποκτήσει επαγγελματική κατάρτιση στην τέχνη της πάλης ενάντια στην πολιτική αστυνομία, τόσο πιο δύσκολο θα είναι «να σαρώσουν» μια τέτοια οργάνωση, και 5) τόσο πιο πολυάριθμα θα είναι τα άτομα από την εργατική τάξη και από τις άλλες τάξεις της κοινωνίας, που θα είναι σε θέση να πάρουν μέρος στο κίνημα και να δουλέψουν ενεργά σ’ αυτό.

Καλώ τους «οικονομιστές» μας, τους τρομοκράτες και τους «οικονομιστές-τρομοκράτες»6 ν’ αναιρέσουν τις παραπάνω θέσεις, από τις οποίες θα σταθώ τώρα στις δυο τελευταίες. Το ζήτημα αν είναι πιο εύκολο να πιάσουν μια «δεκάδα έξυπνους» παρά «εκατό ηλίθιους» ανάγεται στο ζήτημα που εξετάσαμε πιο πάνω, αν είναι δηλαδή δυνατό να υπάρχει μαζική οργάνωση, όταν απαιτείται ο πιο αυστηρός συνωμοτισμός. Την πλατιά οργάνωση ποτέ δε θα μπορέσουμε να την ανεβάσουμε στο συνωμοτικό εκείνο ύψος, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να γίνει λόγος για σταθερό και με κάποια συνέχεια αγώνα ενάντια στην κυβέρνηση. Και η συγκέντρωση όλων των συνωμοτικών λειτουργιών στα χέρια ενός όσο το δυνατό μικρότερου αριθμού εξ επαγγέλματος επαναστατών δε σημαίνει καθόλου ότι οι τελευταίοι αυτοί «θα σκέφτονται για όλους» ότι το πλήθος δε θα παίρνει ενεργό μέρος στο κίνημα. Αντίθετα, αυτοί οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες θ’ αναδείχνονται από το πλήθος ολοένα και σε μεγαλύτερο αριθμό, γιατί το πλήθος θα ξέρει τότε ότι για να συγκροτηθεί μια «επιτροπή» δεν αρκεί να συγκεντρωθούν μερικοί φοιτητές κι εργάτες που διεξάγουν την οικονομική πάλη, αλλά χρειάζονται πολλά χρόνια δουλειά για ν’ ατσαλωθεί και να γίνει κανείς εξ επαγγέλματος επαναστάτης, και το πλήθος δε «θα σκέφτεται» μόνο για τις χειροτεχνικές μεθόδους, μα ακριβώς για ένα τέτοιο ατσάλωμα. H συγκεντροποίηση των συνωμοτικών λειτουργιών της οργάνωσης δε σημαίνει καθόλου συγκεντροποίηση όλων των λειτουργιών του κινήματος. H δραστήρια συμμετοχή της πιο πλατιάς μάζας στον παράνομο Τύπο δε θα ελαττωθεί, επειδή μια «δεκάδα» εξ επαγγέλματος επαναστάτες θα συγκεντρώνει στα χέρια της τις συνωμοτικές λειτουργίες αυτού του έργου, αλλά θα δεκαπλασιαστεί. Έτσι και μόνο έτσι θα πετύχουμε, ώστε το διάβασμα των παράνομων εκδόσεων, η συνεργασία σ’ αυτές τις εκδόσεις και εν μέρει και η κυκλοφορία τους θα πάψουν σχεδόν να είναι συνωμοτική δουλειά, γιατί η αστυνομία θα καταλάβει πολύ γρήγορα ότι είναι ανόητο και αδύνατο να θέσει σε κίνηση ολόκληρο το δικαστικό και διοικητικό μηχανισμό για να πιάσει κάθε αντίτυπο μιας έκδοσης που κυκλοφορεί κατά χιλιάδες. Κι αυτό αφορά όχι μόνο τον Τύπο, αλλά και κάθε λειτουργία του κινήματος, κι αυτήν ακόμα τη διαδήλωση. Με την πιο δραστήρια και την πιο πλατιά συμμετοχή της μάζας στη διαδήλωση, το κίνημα όχι μόνο δε θα χάσει, αλλ’ απεναντίας θα κερδίσει πολλά από το γεγονός ότι μια «δεκάδα» δοκιμασμένοι, επαγγελματικά όχι λιγότερο από την αστυνομία μας καταρτισμένοι επαναστάτες θα συγκεντρώνουν στα χέρια τους όλες τις συνωμοτικές πλευρές της δουλειάς, την έκδοση των προκηρύξεων, την επεξεργασία ενός κατά προσέγγιση σχεδίου, την τοποθέτηση ενός πυρήνα από καθοδηγητές για κάθε διαμέρισμα της πόλης, για κάθε εργοστασιακή συνοικία, για κάθε εκπαιδευτικό ίδρυμα κλπ. (ξέρω πως θα μου φέρουν την αντίρρηση ότι οι αντιλήψεις μου «δεν είναι δημοκρατικές», εγώ, όμως, θ’ απαντήσω παρακάτω λεπτομερειακά σ’ αυτή την κάθε άλλο παρά έξυπνη αντίρρηση). H συγκέντρωση των πιο συνωμοτικών λειτουργιών στα χέρια μιας οργάνωσης επαναστατών δε θα εξασθενήσει, μα θα μεγαλώσει την έκταση και θα πλουτίσει το περιεχόμενο της δράσης ενός μεγάλου αριθμού από άλλες οργανώσεις που προορίζονται για το πλατύ κοινό και που γι’ αυτό είναι όσο το δυνατό λιγότερο διαμορφωμένες και όσο το δυνατό λιγότερο συνωμοτικές. Σ’ αυτές ανήκουν και οι εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι εργατικοί όμιλοι αυτομόρφωσης και διαβάσματος του παράνομου Τύπου, οι σοσιαλιστικοί, καθώς και οι δημοκρατικοί όμιλοι σ’ όλα τ’ άλλα στρώματα του πληθυσμού κλπ. κλπ. Τέτοιοι όμιλοι, συνδικαλιστικές ενώσεις και οργανώσεις χρειάζονται παντού, σε όσο το δυνατό μεγαλύτερο αριθμό, με τις πιο διαφορετικές λειτουργίες· θα ’ταν όμως ανόητο και επιζήμιο να τους συγχέουμε με την οργάνωση επαναστατών, να εξαλείφουμε τα όρια ανάμεσά τους, να σβήνουμε μέσα στη μάζα την έτσι είτε αλλιώς αφάνταστα αμυδρή επίγνωση του γεγονότος ότι για την «εξυπηρέτηση» του μαζικού κινήματος χρειάζονται άνθρωποι, που θ’ αφιερωθούν ειδικά κι ολόψυχα στη σοσιαλδημοκρατική δράση κι ότι οι άνθρωποι αυτοί πρέπει ν’ ατσαλωθούν με υπομονή και επιμονή για να γίνουν εξ επαγγέλματος επαναστάτες.

Μάλιστα, αυτή η επίγνωση έγινε απίστευτα αμυδρή. Το βασικό μας αμάρτημα από οργανωτική άποψη είναι ότι με το χειροτεχνισμό μας καταρακώσαμε το γόητρο του επαναστάτη στη Ρωσία. Ένας άνθρωπος πλαδαρός και ταλαντευόμενος στα θεωρητικά ζητήματα, με στενό ορίζοντα, επικαλούμενος το αυθόρμητο των μαζών για να δικαιολογήσει την πλαδαρότητά του, ένας άνθρωπος που μοιάζει περισσότερο με γραμματέα τρέιντ-γιούνιον παρά με λαϊκό κήρυκα, ανίκανος να διατυπώσει ένα πλατύ και τολμηρό σχέδιο που να εμπνέει σεβασμό ακόμα και στους αντίπαλους, άπειρος και αδέξιος στην επαγγελματική του τέχνη –στην πάλη ενάντια στην πολιτική αστυνομία– να με συμπαθάτε! μα ένας τέτοιος άνθρωπος δεν είναι επαναστάτης, αλλά ένας αξιολύπητος χειροτέχνης.

Ας μη θιγεί από τα τσουχτερά αυτά λόγια κανένας πρακτικός, γιατί, όσον αφορά την έλλειψη κατάρτισης, τα λόγια αυτά αναφέρονται πριν απ’ όλα στον ίδιο τον εαυτό μου. Δούλεψα σ’ έναν όμιλο7 που έβαζε μπροστά του πολύ πλατιά, ολόπλευρα καθήκοντα – και όλοι εμείς, τα μέλη αυτού του ομίλου, υποφέραμε αφάνταστα γιατί καταλαβαίναμε ότι δεν ήμασταν παρά χειροτέχνες σε μια τέτοια ιστορική στιγμή, όταν θα μπορούσε να πει κανείς, παραφράζοντας το γνωστό ρητό: δώστε μας μια οργάνωση επαναστατών και θ’ αναποδογυρίσουμε τη Ρωσία! Κι από τότε, όσο πιο συχνά θυμόμουν το οδυνηρό αίσθημα ντροπής που δοκίμαζα εκείνον τον καιρό τόσο πιο πολύ συσσωρευόταν μέσα μου η πίκρα ενάντια σε κείνους τους ψευτοσοσιαλδημοκράτες, που με το κήρυγμά τους «ατιμάζουν τον τίτλο του επαναστάτη», που δεν καταλαβαίνουν ότι το καθήκον μας δεν είναι να υπερασπίζουμε την υποβίβαση του επαναστάτη ως το επίπεδο ενός χειροτέχνη, αλλά να ανεβάζουμε το χειροτέχνη ως το επίπεδο του επαναστάτη.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Β. Ι. Λένιν, Τι να κάνουμε; εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2021, σελ. 135-153 (και Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 6, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 112-129).

1. Πρόκειτα, προφανώς, για την πρώτη συνάντηση του B. I. Λένιν με τον A. Σ. Μαρτίνοφ, που έγινε το 1901. O Μαρτίνοφ στις αναμνήσεις του περιγράφει ως εξής τη συνάντηση αυτή: «Συζητήσαμε με τον Λένιν για το πρόγραμμα, για τα πολιτικά καθήκοντα του κόμματος και την πολιτική τακτική κι έλεγες πως δεν υπήρχε καμιά διαφωνία μεταξύ μας. Και να, στο τέλος της συζήτησης ο Λένιν με ρωτάει: “Πώς, λοιπόν, βλέπετε το οργανωτικό μου σχέδιο;”. Σηκώθηκαν αμέσως οι τρίχες της κεφαλής μου: “Σ’ αυτό το σημείο δε συμφωνώ καθόλου μαζί σας...”. O Βλαντίμιρ Ιλίτς μισόκλεισε τα μάτια, χαμογέλασε και μου απάντησε: “Εσείς μόνο στο σημείο αυτό δε συμφωνάτε μαζί μου, αλλά σ’ αυτό βρίσκεται όλη η ουσία, και, συνεπώς, δεν υπάρχει πια λόγος να συζητούμε”. Και χωρίσαμε... για πολλά χρόνια.» (A. Μαρτίνοφ, O μεγάλος αρχηγός του προλεταριάτου. Μόσχα, 1924, σελ. 8-9).

2. Ο αγώνας της Ίσκρα ενάντια στα ζιζάνια προκάλεσε την παρακάτω έξαλλη επίθεση του Ραμπότσεγε Ντιέλο: «Η Ίσκρα θεωρεί σημεία των καιρών όχι τόσο τα μεγάλα γεγονότα (της άνοιξης) όσο τις αξιοθρήνητες προσπάθειες των πρακτόρων του Ζουμπάτοφ, “να νομιμοποιήσουν” το εργατικό κίνημα. Δε βλέπει ότι τα ίδια τα γεγονότα μιλάνε εναντίον της. Γιατί τα γεγονότα αυτά δείχνουν πως το εργατικό κίνημα πήρε πολύ απειλητικές διαστάσεις στα μάτια της κυβέρνησης.» (Δυο συνέδρια, σελ. 27). Για όλα φταίει ο «δογματισμός» αυτών των ορθόδοξων που «μένουν κουφοί στις επιταγές της ζωής». Αρνούνται επίμονα να δουν το στάρι που είναι μια πήχη ψηλό και πολεμάνε τα ζιζάνια που είναι μόνο μισό ρούπι! Αυτό δεν αποτελεί άραγε μια «διαστρεβλωμένη αντίληψη για την προοπτική του ρωσικού εργατικού κινήματος;» (στο ίδιο, σελ. 27).

3. Χαλαρή, πλατιά, Σύντ.