Ορισμένα ζητήματα καθοδήγησης που αφορούν την πείρα της κομματικής οικοδόμησης στην Αττική


της Λουΐζας Ράζου

Τα ερεθίσματα για να γραφτεί αυτό το άρθρο δόθηκαν από την πλατιά συζήτηση που έγινε στις Κομματικές Οργανώσεις της Αττικής πάνω στις Θέσεις της ΚΕ για το 21ο Συνέδριο του Κόμματος. Όταν θα δημοσιεύεται θα βρισκόμαστε στην τελική ευθεία για την πραγματοποίησή του. Στη σχετική συζήτηση επιβεβαιώθηκε ότι αποτέλεσε σωστή επιλογή η ΚΕ να θέσει στο επίκεντρο της συζήτησης τα ζητήματα της καθοδήγησης του Κόμματος, να φέρει σε προτεραιότητα και να φωτίσει με επαναστατικό κριτικό πνεύμα τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που θα ανεβάσουν την ικανότητά μας να δρούμε πλατιά μέσα στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα ως πρωτοπόρα δύναμη, φορέας νέων ιδεών της επαναστατικής κοινωνικής προοπτικής.

Η επιλογή δικαιώθηκε γιατί συνάντησε την αποδοχή από τη συντριπτική πλειοψηφία των μελών μας, που μελέτησαν, προετοιμάστηκαν, τοποθετήθηκαν κι έθεσαν σημαντικές πλευρές που φωτίζουν το βασικό προβληματισμό, τον εμπλουτίζουν, δίνουν υλικό για επεξεργασία και μελέτη στα νέα όργανα που εκλέχτηκαν ή θα εκλεγούν από τις Συνδιασκέψεις και με οδηγό τις αποφάσεις του 21ου Συνεδρίου θα χρειαστεί άμεσα να περάσουν σε μια νέα φάση της δράσης τους, στη μαχητική υλοποίηση των αποφάσεων. Στη συζήτηση οπωσδήποτε αποτυπώθηκε το κατεκτημένο επίπεδο ιδεολογικής και πολιτικής συγκρότησης, όπως και της δράσης και πείρας κάθε οργάνωσης, που σε κάθε περίπτωση μέσα στην ΚΟ Αττικής παραμένουν μεγάλες διαφοροποιήσεις που οφείλονται σε συνδυασμό παραγόντων, υποκειμενικού και αντικειμενικού χαρακτήρα.

Πάνω σε αυτό το έδαφος και ως συμβολή στην άνοδο της απαιτητικότητας, στο άρθρο αυτό θα επιχειρήσουμε να θέσουμε ορισμένες πλευρές που αφορούν την πείρα από την κομματική οικοδόμηση στην ΚΟΑ στο φόντο των Θέσεων για το 21ο Συνέδριο, αφού η Αττική αποτελεί κατεξοχήν την περιοχή που κρίνεται αντικειμενικά σε μεγάλο βαθμό το καθήκον να αποκτήσει το Κόμμα δυνάμεις σε κρίσιμους, στρατηγικής σημασίας κλάδους της οικονομίας. Για ένα επαναστατικό Κόμμα σαν το δικό μας, η οικοδόμησή του εκεί που συγκεντρώνεται η εργατική τάξη είναι ένα διαρκές καθήκον που απαιτεί παρακολούθηση και μελέτη, διαμόρφωση σχεδίου και στόχων που παλεύονται από την ΚΕ έως τις ΚΟΒ με συνέπεια και σταθερότητα.

Σε αυτήν την κατεύθυνση η ΚΕ έθεσε για συζήτηση, με τις Θέσεις για το 21ο Συνέδριο, μέσα σε όλο το Κόμμα και ανοιχτά στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα τους όρους και τις προϋποθέσεις ώστε να γίνουμε κόμμα παντός καιρού, ριζωμένο στους τόπους δουλειάς, με γερές Οργανώσεις παντού. Η προσήλωση σε τέτοιους απαιτητικούς στόχους, με τη διαμόρφωση αντίστοιχου σχεδίου, αποδεικνύεται ότι δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Μαζί με τα θετικά βήματα είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου τα σχέδια έμειναν «επί χάρτου».

Η ΚΟ στην περιοχή της Αττικής, υλοποιώντας τις κεντρικές κατευθύνσεις, βγάζει σε πέρας ένα σχετικά μεγάλο όγκο πολιτικών και μαζικών καθηκόντων. Αυτό το γεγονός μπορεί να επισκιάσει κενά και αδυναμίες της καθοδηγητικής δουλειάς που σε μια επόμενη φάση της δράσης μας θα εμφανιστούν πιθανά και με οξυμένο τρόπο. Γι’ αυτό δε μας αρκεί ότι βρισκόμαστε γενικά σε σωστό δρόμο. Γιατί το κοντέρ είναι πιθανό να γράφει πολλά χιλιόμετρα, αλλά να μην υπάρχει αντικειμενική πρόβλεψη εξασφάλισης των απαραίτητων εφοδίων κι εφεδρειών, προϋπόθεση απαραίτητη για να συνεχίσουμε να υπηρετούμε τους μεγάλους προγραμματικούς μας στόχους.

Τόσο η θετική πείρα όσο και οι αδυναμίες της δουλειάς μας βοήθησαν να συνειδητοποιηθεί ως κρίσιμο ζήτημα η ανάγκη της ενίσχυσης της ιδεολογικής-μορφωτικής δουλειάς μέσα στο Κόμμα, ειδικά στην ΚΟΑ.

Η ιδεολογική-μορφωτική δουλειά επιδρά και αφορά άμεσα τα ζητήματα οργάνωσης, καθοδήγησης, καταμερισμού δουλειάς, διάταξης δυνάμεων, ελέγχου και των ποσοτικών δεικτών στη δουλειά μας κ.ά. Ζητήματα που έχουν να κάνουν και με το πώς δουλεύουμε μέσα στις εργατικές-λαϊκές δυνάμεις, μέσα στο εργατικό κίνημα, πώς προωθείται η κοινωνική συμμαχία.

Αφορά ταυτόχρονα και την εκλαΐκευση του Προγράμματος, την πολεμική μας στην αστική ιδεολογία, στον οπορτουνισμό, στο ρεφορμισμό, την κριτική μας στην πολιτική της κυβέρνησης και των άλλων κομμάτων, που το καθένα στηρίζει το καπιταλιστικό σύστημα.

Αυτά όλα έχουν αποδειχτεί κρίσιμα ζητήματα και σε μεγάλο βαθμό προϋπόθεση για την κομματική οικοδόμηση, την επαναστατική λειτουργία στη βάση αρχών, την ανανέωση των γραμμών του Κόμματος και της ΚΝΕ.

Το πρόβλημα της ανάπτυξης των κομματικών δυνάμεων, σε συνθήκες μεγάλης υποχώρησης του εργατικού κινήματος, είναι πολυπαραγοντικό και θα κάνουμε λάθος αν αποσπάσουμε τη μία ή την άλλη πλευρά του από το να φωτίσουμε με επάρκεια το κεντρικό ζήτημα, ότι καλύτερες προϋποθέσεις οικοδόμησης γερών Οργανώσεων του ΚΚΕ δημιουργούνται εκεί που τα καθοδηγητικά όργανα καταφέρνουν τη συγκρότηση –κι επιμένουν στην υλοποίηση– ενός σχεδίου πολιτικής-μαζικής δράσης με επίκεντρο την επεξεργασμένη στρατηγική μας, με προτεραιότητα και ιεραρχήσεις στους χώρους, στους κλάδους και στις γειτονιές που πρέπει να οικοδομήσουμε.

Για να αντιστοιχηθούμε με τις απαιτήσεις του 21ου Συνεδρίου, θα χρειαστεί να επιμείνουμε να γίνει κατανοητό απ’ όλες τις πλευρές τι σημαίνει και πώς αντιμετωπίζουμε τη δυσκολία ότι «η καθοδήγηση και δράση ξεκινούν από τη στρατηγική», χωρίς να επαναλαμβάνουμε ως την ΚΟΒ ότι «η καθοδήγηση και δράση ξεκινούν από τη στρατηγική». Στις Θέσεις δίνονται εύστοχα σχετικά παραδείγματα.

Δεν είναι λίγες οι φορές που και στην ΚΟΑ έμπαινε ως εξής το ζήτημα: Πώς στους χώρους ευθύνης μας θα πετυχαίνουμε να δείχνουμε ότι απαιτούνται ριζικές αλλαγές ως το επίπεδο της εξουσίας για να αλλάξουν οι οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις όπως εκφράζονται σε μεγάλα μέτωπα πάλης από την υλοποίηση της αστικής στρατηγικής. Η πείρα δε μετριέται με ισοζύγιο θετικών και αρνητικών πλευρών. Αυτό που επιβεβαιώνεται είναι ότι για να γίνεται εύστοχη η δουλειά μας χρειάζονταν οι αποφάσεις της ΚΕ, οι επεξεργασίες των Τμημάτων της, να συνδυάζονται με τη στενή παρακολούθηση των εξελίξεων στους κλάδους και με αυτόν τον άξονα να σχεδιάζουμε και να οργανώνουμε την πολιτική, ιδεολογική μας παρέμβαση και την πάλη για τη διεκδίκηση της ικανοποίησης των αναγκών της εργατικής-λαϊκής οικογένειας, ώστε να μη «ρέπουμε» στην καμπανιακή δουλειά και να γινόμαστε πιο εύστοχοι, να ακουμπάμε την πείρα και το επίπεδο των μαζών. Ταυτόχρονα να κατακτάμε την ικανότητα να δένουμε σωστά και με επάρκεια, μέσα από το σύνολο των εξελίξεων, ότι ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός είναι η απάντηση και αξίζει η πάλη γι’ αυτόν μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ.

Σ’ έναν τέτοιο σχεδιασμό πρέπει να εντάσσεται η κάθε ΚΟΒ, με το ιδιαίτερο δικό της σχέδιο. Σε αυτό το καθήκον δεν ανταποκριθήκαμε πάντα όπως έπρεπε.

Μια συντρόφισσα –Γραμματέας επιχειρησιακής ΚΟΒ– έκλεισε την ομιλία της στη Συνδιάσκεψη του Τομέα της συνοψίζοντας εύστοχα: «Χρειαζόμαστε, σύντροφοι, καλύτερη καθοδήγηση για να μην αφήνουμε το ένα και πιάνουμε το άλλο…» Μέσα σε αυτήν την απλή πρόταση συνοψίζεται ένα ουσιαστικό πρόβλημα-εμπόδιο που πρέπει να αντιμετωπιστεί, ότι τελικά αυτά που έφταναν ως την ΚΟΒ ήταν ασύνδετα καθήκοντα στα οποία δε διακρινόταν το νήμα που συνέδεε τη δουλειά των συντρόφων αυτής της ΚΟΒ με το πολιτικό σχέδιο του Τομέα ή τουλάχιστον δε γίνονταν αντιληπτά ως τέτοια. Το θετικό είναι ότι σε αυτόν το μεγάλο ξενοδοχειακό όμιλο απ’ όπου αντλούμε το παράδειγμα έχουμε αποκτήσει ΚΟΒ, που δεν είχαμε. Το στοίχημα που παραμένει για την ΚΟΑ είναι ότι η μάχη με την ασυνέχεια, την αποσπασματικότητα και τον εμπειρισμό είναι μπροστά μας και πρέπει να την κερδίσουμε.

Αυτό θα το πετυχαίνουμε όσο κατανοείται πλήρως τι σημαίνει ότι τα καθοδηγητικά όργανα έχουν την ευθύνη καθοδήγησης των ΚΟΒ και μέσω αυτών έχουν την ευθύνη καθοδήγησης ευρύτερων εργατικών-λαϊκών μαζών και γι’ αυτό κάθε κομματικό μέλος, κάθε μέλος της ΚΝΕ πρέπει να αισθάνεται και να δρα ως υπεύθυνος ηγέτης ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων και όχι μόνο των μελών και φίλων του Κόμματος, ως ατομική ευθύνη και χρέος για τη συλλογική μας δουλειά και υπόθεση. Γι’ αυτό, και το κριτικό πνεύμα των Θέσεων για την άνοδο της ποιότητας της καθοδηγητικής δουλειάς αποτελεί μεγάλη συμβολή ώστε να πάρει στροφή η δουλειά μας και σε αυτόν τον τομέα.

Έχουμε πια μια συγκεντρωμένη πείρα που μπορεί να μετατραπεί και σε περισσότερες δυνατότητες για να γίνει πιο εύστοχος ο προσανατολισμός μας στην πράξη, στη δράση και με αποτελέσματα στην οικοδόμηση, που είναι το κρίσιμο ζήτημα, γιατί:

  • Έχουν περάσει δέκα χρόνια από τη διαμόρφωση της ενιαίας ΚΟ Αττικής που προέκυψε από την ενοποίηση της παλιάς ΚΟΑ (Αθήνας) - ΚΟΠ (Πειραιά) - ΚΟ Υπόλοιπου Αττικής, όπου διαμορφώθηκε ενιαίο καθοδηγητικό κέντρο που συνέβαλε θετικά να σχεδιάζεται συλλογικά η παρέμβασή μας για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης στην ενιαία περιφέρεια Αττικής· διαδικασία που ολοκληρώθηκε πριν 8 χρόνια με την ψήφιση στο 19ο Συνέδριο του Προγράμματος και του νέου Καταστατικού του Κόμματος. Σημειωτέο ότι η αναδιάταξη με στόχο τη συγκέντρωση δυνάμεων και την οικοδόμηση στα εργοστάσια και στους στρατηγικούς κλάδους στην περιοχή δεν αφορούσε ένα στατικό οργανωτικό σχήμα, αλλά μέσα στα χρόνια εξελισσόταν. Έτσι, στην πορεία διαμορφώθηκαν και νέες Οργανώσεις, αναδιατάχτηκαν άλλες, αφαιρέσαμε οργανωτικούς κρίκους προκειμένου να εξασφαλίσουμε πιο άμεση καθοδήγηση, συγκεντρώσαμε δυνάμεις εδαφοπαραγωγικά σε ευρύτερες γεωγραφικά περιοχές. Πρόκειται για μια πείρα που χρειάζεται περαιτέρω μελέτη. Σχετίζεται με τις οικονομικές εξελίξεις και τάσεις σε κλάδους, υπολογίζοντας και τις προτεραιότητες του προωθούμενου αστικού σχεδιασμού στην Αττική. Σχετίζεται με τις υπαρκτές οργανωτικές προϋποθέσεις, την επάρκεια κομματικών δυνάμεων και στελεχών, καθώς επίσης και με την επεξεργασία του περιεχομένου και των μορφών καθοδήγησης ώστε να υπηρετούνται σωστά οι στόχοι μας.
  • Με τη διαμόρφωση της ενιαίας ΚΟ Αττικής, συγκροτήθηκαν οι ενιαίες Αχτιδικές –στην αρχή– και στη συνέχεια Τομεακές Οργανώσεις στους βιομηχανικούς και άλλους κλάδους της οικονομίας με βάση τη σημασία τους για την Αττική, και μεγάλες εδαφικές Οργανώσεις, επιδιώκοντας αφενός να συγκεντρώσουμε τις κομματικές δυνάμεις ενοποιώντας την καθοδήγησή τους και αφετέρου να αντιμετωπίσουμε την παρωχημένη αντίληψη που διαχωρίζει το χρόνο και τη δράση του κομματικού μέλους και του στελέχους ανάμεσα στον τόπο δουλειάς και κατοικίας. Λογική που έχει τη βάση της στο ότι με τα προβλήματα του χώρου δουλειάς ασχολείται μόνο η κλαδική, ενώ με τα προβλήματα του χώρου κατοικίας ασχολείται μόνο η τοπική εδαφική. Αυτά τα χρόνια έγιναν αρκετά στη σωστή κατεύθυνση για να αντιμετωπιστεί αυτή η αντίληψη. Επιβιώνουν, όμως, παλιές συνήθειες που αποδείχτηκαν πολύ ανθεκτικές στο χρόνο και σε συνδυασμό με νέα προβλήματα που προστέθηκαν δυσκολεύουν τη δουλειά μας.
  • Ότι αντιλαμβανόμαστε την Αττική ως ενιαίο σύνολο, ενιαίο κοινωνικο-οικονομικό χώρο και τον καθοδηγούμε ως τέτοιο, σημαίνει αντιστοίχιση της οργανωτικής μας πολιτικής με τη στρατηγική μας. Η άνοδος της ικανότητάς μας να συγκεντρώνουμε και να διευρύνουμε οργανωτικά τις δυνάμεις μας σε αυτόν το χώρο πρέπει να οδηγεί στην άνοδο της ικανότητας αυτών των δυνάμεων να αναμετριούνται με την κυρίαρχη αστική στρατηγική, με όπλο τη δική μας προγραμματική αντίληψη. Αυτό το καθήκον που αφορά το περιεχόμενο της καθοδηγητικής δουλειάς των κομματικών οργάνων αποδείχτηκε πιο σύνθετο και δύσκολο από τη σκοπιά του πώς θα το υπηρετούμε σε κάθε φάση της δουλειάς μας, με σωστό τρόπο.
  • Αποδείχτηκε ότι η ιδεολογική και πολιτική διαπάλη είναι πολύ ισχυρή σε όλες τις φάσεις του οικονομικού καπιταλιστικού κύκλου, αφού η Αττική είναι πεδίο σύγκρουσης σφοδρών ανταγωνισμών και αντιθέσεων, είναι η έδρα του αστικού κράτους, αποτελεί κεντρικό χώρο για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης και τη σύγκρουση με την αστική τάξη και τους μηχανισμούς χειραγώγησης και καταστολής. Η άνοδος της ιδεολογικής και πολιτικής στάθμης της ΚΟ και της ΚΝΕ είναι προϋπόθεση για να διεξάγεται αποτελεσματικά ο αγώνας.
  • Μέσα στη δεκαετία αντιμετωπίσαμε την οικονομική καπιταλιστική κρίση (που στην Αττική εκφράστηκε με ένταση σε μεγάλους κλάδους και μεγάλη και ορατή φτώχεια σε πολλές λαϊκές γειτονιές), περάσαμε στη φάση μιας ορισμένης ανάκαμψης, για να ακολουθήσει το 2019 νέα επιβράδυνση που μετεξελίχτηκε μέσα στην παρατεταμένη περίοδο της πανδημίας σε νέα καπιταλιστική κρίση το 2020. Μέσα στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης, σε συνθήκες που εξελίσσονταν μεγάλες ανακατατάξεις στο αστικό πολιτικό σκηνικό, η διαμόρφωση ενιαίου καθοδηγητικού κέντρου στην Αττική είχε μεγάλη συμβολή στη συσπείρωση και την ανασύνταξη των δυνάμεων του Κόμματος, στη μάχη ενάντια στην προσπάθεια ν’ αποκοπεί από τους δεσμούς του.

Αν βάζαμε τίτλο για να συνοψίσουμε τις καμπές στη διαδρομή της δεκαετίας και το ρόλο του ΚΚΕ, θα γράφαμε: «Από τις πλατείες των αγανακτισμένων στις άδειες πλατείες της πανδημίας, έλαμψε η πλατεία της οργανωμένης απειθαρχίας της Πρωτομαγιάς του 2020.» Με πόσες, τι δυνάμεις, πού και με ποια πολιτικά εφόδια, βρέθηκε να δρα η ΚΟΑ αυτά τα χρόνια, ήταν κρίσιμο μέγεθος, για τη διεξαγωγή της πάλης, γεγονός που επιβεβαιώνεται σε κάθε μας βήμα, σε κάθε θετική ή αρνητική πείρα που καταγράφαμε όλη αυτή την περίοδο και μέσα στις συνθήκες της πανδημίας.

  • Σε αυτό το χρονικό διάστημα το Κόμμα επεξεργάστηκε παραπέρα τη στρατηγική του, διαμορφώνοντας το Πρόγραμμά του, απάντησε σωστά τα ζητήματα των πολιτικών συμμαχιών και των μεταβατικών σταδίων και κυβερνήσεων στο έδαφος του καπιταλισμού απορρίπτοντάς τα, εμβάθυνε στα συμπεράσματά του από την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τον 20ό αιώνα, έγραψε με επιστημονικό κομμουνιστικό τρόπο ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του και συνεχίζει. Αυτά αποτέλεσαν μεγάλα όπλα για τον εξοπλισμό και τη θωράκιση όλου του Κόμματος και της ΚΝΕ. Έδωσαν παλμό στην ιδεολογική αντεπίθεση με την κορύφωση των γιορτασμών των 100χρονων της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης και του Κόμματος. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2016 και το 2018 η ΚΟ Αττικής βρέθηκε πιο κοντά από ποτέ στην υλοποίηση των στόχων οικοδόμησης και στρατολογίας, βγαίνοντας πρώτη στη σχετική άμιλλα που είχε προκηρύξει η ΚΕ.
  • Σε αυτές τις συνθήκες, των πυκνών εξελίξεων, κρίνουμε αυστηρά τη δράση μας για το πώς ανοίγουμε δρόμους να συνειδητοποιείται από την εργατική τάξη ότι είναι αναγκαίος και ρεαλιστικός ο δρόμος της αγωνιστικής συμπόρευσης με το ΚΚΕ, μέχρι την απόφαση τα πιο πρωτοπόρα και μαχητικά στοιχεία της να οργανώνονται και να παλεύουν μέσα από τις γραμμές του Κόμματος για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Ήταν και παραμένει ένα καθήκον που απαιτούσε ικανότητα γρήγορων αναγκαίων οργανωτικών προσαρμογών και σταθερότητα στην επεξεργασία του περιεχομένου της παρέμβασής μας. Όπου περίσσευαν τα λόγια και ήταν σε αναντιστοιχία με τα έργα, χάσαμε χρόνο, δυνατότητες έμειναν αναξιοποίητες, οι στόχοι οικοδόμησης παρέμειναν νούμερα στα χαρτιά μας. Όπου συνδυάστηκε μια κοπιαστική δουλειά υποδομής με συνδυασμένα οργανωτικά και ιδεολογικά-πολιτικά μέτρα, οι στόχοι συχνά έδωσαν καρπούς υπολογίσιμους, σε κρίσιμους τομείς και κλάδους.

Στα δέκα αυτά χρόνια επιβεβαιώθηκε ότι η απόφαση της ΚΕ να συγκροτηθεί η ΚΟ Αττικής ήταν όχι μόνο σωστή, αλλά ήταν αυτή που μας προφύλαξε, ώστε σε μια κρίσιμη περιοχή για τη δράση του Κόμματος να διατάξουμε τις δυνάμεις μας με επίκεντρο τις εξελίξεις και τις τάσεις που διαμορφώνονταν στους βασικούς κλάδους που συγκεντρώνεται η πλειοψηφία των μισθωτών στην Αττική. Ήταν μια απόφαση που μας «ανάγκασε» να βλέπουμε τη μεγάλη εικόνα, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε από την αρχή πλήρης κατανόηση των στόχων της αναδιάταξης, ούτε μπορούσε να προβλεφθεί και να συνειδητοποιηθεί εξαρχής τι νέα προβλήματα θα γεννούσε η πορεία της ταξικής πάλης.

Η μεγάλη εικόνα μάς αποκάλυψε, μελετώντας τα δεδομένα της οικονομικής και κοινωνικής διάρθρωσης στην Αττική, ότι οι βασικοί κλάδοι εκτείνονται σε μεγάλες χωρικές ενότητες με έντονο το στοιχείο της μεγάλης διαφοροποίησης ανάμεσα στον τόπο εργασίας και κατοικίας σε όλη την Περιφέρεια. Ότι πλάι στο μεγάλο ποσοστό μισθωτής εργασίας που συγκεντρώνεται στην Αττική υπάρχουν πολυπληθή τμήματα αυτοαπασχολούμενων που επιδρούν και συγκεντρώνονται σε επαγγελματικές δραστηριότητες πολύ σημαντικές. Ότι διευρύνεται η απασχόληση στα επιστημονικά-τεχνικά επαγγέλματα, τόσο στη μισθωτή εργασία όσο και στην αυτοαπασχόληση.

Η μεγάλη εικόνα μάς ανάγκασε να δούμε με άλλο μάτι την εξειδίκευση της αστικής στρατηγικής μέσα από την περιφερειακή και τοπική κρατική διοίκηση, όπως εξειδικεύεται μέσα από τον περιφερειακό αναπτυξιακό σχεδιασμό με άμεσες συνέπειες στη ζωή της εργατικής-λαϊκής οικογένειας. Π.χ., μεγάλες αστικές αναπλάσεις, χωροθετήσεις-χρήσεις γης, διαχείριση απορριμμάτων, έγκριση μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων μεγάλων καπιταλιστικών επενδύσεων κλπ. Τώρα κατανοούμε καλύτερα ότι όλα αυτά αφορούν τοπική έκφραση της κεντρικής αντιλαϊκής πολιτικής που υλοποιείται ενιαία και σαν τέτοια να τα αντιμετωπίσουμε.

Όμως οι προσπάθειες να γίνουν αυτά αντικείμενο σχεδιασμένων παρεμβάσεων κλαδικών και εδαφικών Οργανώσεων της ΚΟΑ δε συνιστούν ακόμα οργανικό στοιχείο της καθοδηγητικής δουλειάς και αποτελεί στοίχημα για τα νέα όργανα να ενισχύσουν αυτόν τον προσανατολισμό πρώτ’ απ’ όλα της ίδια της ΕΠ.

Στη νέα, πιο δύσκολη φάση της δουλειάς μας μεγαλώνουν οι απαιτήσεις. Κάποια ενδεικτικά παραδείγματα από ορισμένες κλαδικές Οργανώσεις της Αττικής:

Ο Τομέας της Βιομηχανίας περιλαμβάνει ορισμένους σημαντικούς στρατηγικούς κλάδους και μεταποιητικούς κλάδους, που μέσα στη δεκαετία έχουν υποστεί μεγάλες αναδιαρθρώσεις· κλάδους που και σήμερα ιεραρχεί το Κόμμα μας, όπως η Ενέργεια, το Μέταλλο, τα Τρόφιμα, το Φάρμακο κ.ά. Οι επιπτώσεις στη διάταξη των κομματικών δυνάμεων λόγω της κινητικότητας ήταν μεγάλες. Ορισμένες φορές διαμορφώναμε στόχους στρατολογίας σε χώρους δουλειάς ενός κομματικού μέλους που απολυόταν ή έκλεινε το εργοστάσιο και τους χάναμε. Διαμορφώθηκαν κι ενισχύθηκαν βιομηχανικές ζώνες εκτός οικιστικού ιστού στα Μεσόγεια, πάνω στην ΠΑΘΕ έως τα Οινόφυτα, που έθεταν νέες απαιτήσεις στην οργάνωση και καθοδήγηση της δουλειάς, ανεβασμένο επίπεδο συνεργασίας οργανωτικών και συνδικαλιστικών στελεχών και άλλα συνδυασμένα μέτρα κοινού σχεδιασμού μεταξύ των αντίστοιχων ΚΟ.

Ενισχύθηκαν νέες μορφές εργασίας μέσω των δουλεμπορικών που ενίσχυσαν την προσωρινότητα και την εποχικότητα, την ευέλικτη εργασία. Ο βαθμός οργάνωσης των εργατών, ιδιαίτερα σε νέες επιχειρήσεις βασικών κλάδων, είναι ακόμα πιο χαμηλός απ’ ό,τι παλιότερα.

Η παρακολούθηση των εξελίξεων από τη συγκεκριμένη Οργάνωση απαιτεί ένα ευρύτερο ιδεολογικό υπόβαθρο και ταυτόχρονα μεγάλη ικανότητα εκλαΐκευσης και σχέδιο παρέμβασης στο συνδικαλιστικό κίνημα με τους συνδυασμένους δείκτες της ανασύνταξης. Μέσα στον ίδιο κλάδο συναντάμε παλιά και νέα τμήματα εργαζόμενων με μεγάλες διαφοροποιήσεις στην εργασιακή - κοινωνική - μορφωτική πείρα κι εξειδίκευση και ανάλογες διαφοροποιήσεις σε μισθούς και «πακέτα παροχών». Φυσικά, συνεχώς, αδιαλείπτως και άμεσα συναντάμε την ιδεολογική παρέμβαση της εργοδοσίας και την αντίστοιχη εξειδικευμένη δράση της. Ακουμπάμε την «πράσινη» καπιταλιστική ανάπτυξη, την ίδια στιγμή που πρέπει να καθοδηγήσουμε σε χώρους με μεγάλη συγκέντρωση μεταναστών εργατών.

Όλα αυτά μας έβαλαν μπροστά στην ανάγκη να αντιμετωπίσουμε νέα προβλήματα, προκειμένου να στεριώσουν κομματικά στηρίγματα μέσα σε κρίσιμους εργασιακούς χώρους.

Ο Τομέας της Υγείας και της Πρόνοιας στην Αττική αποδυναμώθηκε πολύ μέσα στην πρώτη πενταετία της δεκαετίας που διανύσαμε. Έμπειρες κομματικές δυνάμεις βρέθηκαν εκτός κλάδου λόγω συνταξιοδοτήσεων, η στρατολογία είχε δυσκολέψει πολύ σε συνθήκες που δεν ανανεωνόταν ο κομματικός περίγυρος. Οι εναπομείναντες πάλεψαν για τη διατήρηση μιας κρίσιμης πολιτικής και μαζικής επιρροής σε εργασιακούς χώρους που η πολιτική και συνδικαλιστική διαπάλη διεξάγεται ανοιχτά και με όλες τις δυνάμεις, στην κυριολεξία όλες· ακόμα και αυτές που η επιρροή τους στην κοινωνία είναι πολύ μικρή. Η σταθερή ιεράρχηση από το Κόμμα του κλάδου αυτού, η συνεχής προσπάθεια να επεξεργαστούμε τις θέσεις μας, να δίνουμε με ενιαίο περιεχόμενο τη μάχη της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των εργαζόμενων και της ανάδειξης της υγείας ως κοινωνικού αγαθού, να γίνει αντικείμενο πάλης ευρύτερων δυνάμεων, ήταν η στέρεα βάση που βρήκαν οι σύντροφοί μας που πέρασαν τις πύλες των νοσοκομείων ως ειδικευόμενοι και λοιπό προσωπικό, για να πρωτοστατήσουν μέσα στην πανδημία με επάρκεια σε μια υψηλών απαιτήσεων αντιπαράθεση, τιμώντας την ιδιότητά τους ως μέλη και στελέχη του Κόμματος.

Σε αυτήν τη φάση κρίνεται εάν θα εκφραστεί η σοβαρή δυνατότητα που έχει δημιουργηθεί για διεύρυνση των δυνάμεών μας από τη δράση του Τομέα και με αποτελέσματα στην κομματική οικοδόμηση σε περισσότερα νοσοκομεία και δομές υγείας στην Αττική.

Όταν συγκροτούνταν ο Τομέας των Κατασκευών, οι μισθωτοί εργαζόμενοι στον κλάδο στην Αττική κινούνταν μειούμενοι από τις 107.000 το 2009, για να φτάσουν να είναι περίπου 44.000 το 2018 . Σε μια φάση φτάσαμε να είναι η Τομεακή που είχε το μεγαλύτερο ποσοστό άνεργων κομματικών μελών. Χρειάστηκε επίμονη εσωοργανωτική δουλειά για να κατακτηθεί ο προσανατολισμός, να πάρει προτεραιότητα η δουλειά σε νέα τμήματα των κατασκευών, σε νέες ειδικότητες, σε συνδυασμό με την υπερπροσπάθεια να διατηρηθούν και να ανανεωθούν οι παραδοσιακοί δεσμοί που διατηρεί το Κόμμα με τον κλάδο· μέσα από μια πολύμορφη δραστηριότητα και αλληλεγγύη που αναπτύχθηκε σε πολύ δύσκολες συνθήκες, μας δίνεται σήμερα η δυνατότητα να σχεδιάζουμε με άλλες απαιτήσεις τη δουλειά μας.

Γιατί η αγωνιστική ταξική πείρα είναι πολύτιμη, αλλά πρέπει διαρκώς να εμπλουτίζεται αντιμετωπίζοντας τα σύγχρονα προβλήματα που τίθενται. Αρκεί ένας σωστός άξονας που τέθηκε για πάλη στους εργαζόμενους στον κλάδο των κατασκευών την περίοδο της κρίσης να μείνει αδιατάρακτος και ανεπεξέργαστος και στη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης; Να μην παίρνει υπόψη του τα νέα δεδομένα, την κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος;

Αυτά τα ζητήματα τίθενται γιατί οι εξελίξεις στους χώρους ευθύνης του συγκεκριμένου Τομέα προσφέρονται για να αναδείξουμε την καθοδηγητική ευθύνη να εμπλουτίζεται η παρέμβασή μας αυτοτελώς και στο κίνημα, έγκαιρα να πετυχαίνουμε την αναγκαία εξειδίκευση, που μας βοηθά να ανοίγουμε νέους δρόμους στην ανανέωση των δεσμών του Κόμματος, στο ζωντάνεμα της συνδικαλιστικής δράσης όπου τα σωματεία του κλάδου αποτελούν βασικό στήριγμα του ΠΑΜΕ.

Η Τομεακή Οργάνωση του Επισιτισμού-Τουρισμού βρέθηκε σε συνθήκες πανδημίας σε μία νύχτα εκτός εργασιακών χώρων στην κυριολεξία, όταν έκλεισαν όλοι οι μεγάλοι χώροι δουλειάς του κλάδου και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η πείρα της προηγούμενης φάσης της κρίσης μάς βοήθησε να μην υπάρξει αιφνιδιασμός, να γίνει πιο γρήγορη προσαρμογή στις μορφές και στο περιεχόμενο της κομματικής μας παρέμβασης. Οι ΚΟΒ έμειναν συγκροτημένες και διατήρησαν όπως μπορούσαν τον πολιτικό τους περίγυρο και συνδύασαν καλύτερα την πάλη για να μην υπάρξει απογοήτευση και καθήλωση των αγωνιστικών διαθέσεων στους χώρους που παρεμβαίναμε, με το καθήκον της στρατολογίας.

Η Τομεακή Οργάνωση Εμπορίου-Υπηρεσιών δε διαμορφώθηκε από την αρχή σαν τέτοια. Αλλά οι δυνάμεις μας ήταν ενταγμένες σε μία ενιαία κλαδική Οργάνωση Υπηρεσιών, που αφορούσε όλους τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, τους εργαζόμενους στο εμπόριο, τους μισθωτούς λογιστές και τους εργαζόμενους στον επισιτισμό-τουρισμό. Είναι φανερό πόσο δυσκολευόταν κάθε απόπειρα εξειδίκευσης σ’ έναν πολυπληθή κλάδο εργαζόμενων στην Αττική σε συνθήκες μεγάλης διασποράς, αλλά και μεγάλης συγκέντρωσης με τη διαμόρφωση μεγάλων εμπορικών κέντρων, πολυκαταστημάτων, που δρουν μεγάλα εμπορικά μονοπώλια, με την ανάπτυξη μεγάλων ελεγκτικών - συμβουλευτικών - λογιστικών εταιριών με έδρα την Αττική, όπως και άλλων μεγάλων επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών με χιλιάδες εργαζόμενους.

Η συνδυασμένη και ιεραρχημένη κομματική παρέμβαση περνάει μέσα από την Τομεακή Οργάνωση και απαιτεί ταυτόχρονα ευρύτερο πεδίο σχεδιασμού σε όλες τις εδαφικές Οργανώσεις στην Αττική, αλλιώς δε θα μπορούμε να φτάσουμε όπως πρέπει σε πλατιά τμήματα των εργαζόμενων. Η διατήρηση και ανάπτυξη τέτοιων δυνάμεων στο έδαφος είναι ουσιαστικό στήριγμα.

Ταυτόχρονα, πάνω στο αντικειμενικό έδαφος που υπάρχει, δοκιμάσαμε την κοινή δράση των εργαζόμενων του κλάδου με τους αυτοαπασχολούμενους για τη διεκδίκηση κοινών αιτημάτων που στρέφονται ενάντια στη στρατηγική του κεφαλαίου. Τέτοιοι στόχοι ήταν η κατοχύρωση της κυριακάτικης αργίας, η εξασφάλιση του λαϊκού εισοδήματος, η προστασία της υγείας, η διεκδίκηση κοινωνικών δικαιωμάτων και σύγχρονων υπηρεσιών κ.ά. Σε αυτήν την προσπάθεια, μέχρι να πάρει τη μορφή της κοινής δράσης ΣΕΑ - ΟΒΣΑ - ΟΓΕ, χρειάστηκε να γίνει πολλή δουλειά υποδομής, κατανόησης κι επεξεργασίας. Στηρίχτηκε από τα Τμήματα της ΚΕ, το ΓΠ και τις βοηθητικές επιτροπές της ΚΟΑ, συζητήθηκε στα κλαδικά και εδαφικά Όργανα.

Τώρα πρέπει να πάμε παρακάτω. Η κοινή δράση που τροφοδοτεί τις προϋποθέσεις να προωθείται η κοινωνική συμμαχία στην Αττική και η σχετική πείρα ξεφεύγει από τα όρια του περιεχόμενου του συγκεκριμένου άρθρου, χρειάζεται όμως να γίνει.

Στη μικρή Τομεακή Οργάνωση των Τηλεπικοινωνιών-Πληροφορικής που συγκροτήθηκε το 2011 δε γινόταν καν λόγος για την έννοια της τηλεργασίας. Σήμερα στον κλάδο είναι συντριπτικό το ποσοστό εργαζόμενων που δουλεύει με αυτήν τη σχέση εργασίας, που βέβαια δεν αφορά μια «έκτακτη» κατάσταση λόγω της πανδημίας. Η πολιτική και μαζική δουλειά σε αυτές τις συνθήκες απαιτεί άλλο επίπεδο επεξεργασίας και ιδεολογικής στήριξης της δράσης των μελών μας. Η λεγόμενη 4η Βιομηχανική Επανάσταση στο συγκεκριμένο κλάδο των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής αφορά τη μεγαλύτερη σύνδεσή του με άλλους κλάδους της παραγωγής. Η εισαγωγή και γενίκευση στην παραγωγή τεχνολογικών και ψηφιακών λύσεων συμβάλλουν στην παραπέρα επαναστατικοποίηση των μέσων παραγωγής και στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας σε σειρά κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας, μέσω της αυτοματοποίησης διαδικασιών, της τελειοποίησης της τεχνικής. Συμβάλλουν στη μόνιμη επιδίωξη του κεφαλαίου για αύξηση της κερδοφορίας μέσα από την απόσπαση πρόσθετης υπεραξίας και την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης. Οι υλικοί όροι που διαμορφώνονται σε μεγάλα τμήματα εργαζόμενων του κλάδου που αφορούν τις αμοιβές και το εργασιακό «περιβάλλον» είναι δυνατό να κάνουν ακόμα πιο δύσκολο και απαιτητικό το καθήκον της αποκάλυψης της έντασης της εκμετάλλευσης, ιδιαίτερα όταν απευθυνόμαστε σε εργαζόμενους που μόλις τελείωσαν το πανεπιστήμιο χωρίς καμία αγωνιστική πείρα.

Σε αυτήν την Οργάνωση έχουμε πετύχει αύξηση των δυνάμεών μας κατά 40% ανάμεσα στο 20ό και στο 21ο Συνέδριο, και μπορούμε περισσότερο και καλύτερα. Η συγκέντρωση κομματικών δυνάμεων δεν οδηγεί από μόνη της –ποσοτικά και οπωσδήποτε– και σε άνοδο του ρυθμού στρατολογιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως στη συγκεκριμένη) μπορεί έστω και προσωρινά να μεγαλώνει η σχετική αναντιστοιχία, είναι όμως καλή βάση για την επεξεργασία σχεδίου οικοδόμησης στον κλάδο.

Στη Θέση 13 του Πρώτου Κειμένου τίθενται τα εξής ζητήματα: «Σε συνθήκες μικρής αποτελεσματικότητας της κομματικής δουλειάς, περιορισμένης συμμετοχής λαϊκών δυνάμεων στην οργανωμένη δράση, είναι κρίσιμο να καλλιεργηθεί ένα καθοδηγητικό πνεύμα ασυμβίβαστο με τις δυσκολίες. Δεν είναι απλώς θέμα στιλ δουλειάς. Βασίζεται πρώτ’ απ’ όλα στη μαχητικότητα των στελεχών που πηγάζει από τη γνώση της κομμουνιστικής θεωρίας, αλλά και από την ταξική-κοινωνική πείρα. Πάνω σε αυτήν τη βάση εδράζονται ο μη συμβιβασμός με τις δυσκολίες και τις υποκειμενικές αδυναμίες, η διαρκής προσπάθεια αξιοποίησης όλων των δυνατοτήτων, η δημιουργική υλοποίηση των κατευθύνσεων, η διαρκής ανησυχία κι επαγρύπνηση, η ανάπτυξη της αυτοκριτικής αξιολόγησης της δουλειάς.»

Με αυτά τα δεδομένα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις του σήμερα. Σε αντεπαναστατικές συνθήκες να εξασφαλίζουμε τις προϋποθέσεις να ισχυροποιείται το Κόμμα ιδεολογικά-πολιτικά και οργανωτικά, κόντρα στο ρεύμα να πετύχουμε την ανανέωση των κομματικών δυνάμεων, τη διεύρυνσή τους με ταξικά κριτήρια. Να μαζικοποιείται η ΚΝΕ επιδρώντας καταλυτικά στις νέες ηλικίες εργατικής-λαϊκής ένταξης και καταγωγής. Να κερδίζουν έδαφος οι επαναστατικές ιδέες του μαρξισμού-λενινισμού και του προλεταριακού διεθνισμού.

Η σφυρηλάτηση ισχυρών δεσμών των κομμουνιστών με τον περίγυρό τους θα γίνεται όσο αντιμετωπίζονται παλιοί και νέοι ανασταλτικοί παράγοντες που εκφράζονται σε όλους τους τομείς της κοινωνικής, οικονομικής κι επαγγελματικής ζωής της εργατικής-λαϊκής οικογένειας και των μελών της. Δεν είναι έργο μιας πράξης, αλλά είναι σύνθετο καθήκον που θα επηρεάζεται από τις στροφές και τις καμπές της πάλης, θα έχει μπρος-πίσω και χρειάζεται σταθερό τιμόνι κι εμπιστοσύνη στην εργατική τάξη και το ρόλο της.

Βασική προϋπόθεση είναι ότι απαιτείται γνώση της κατάστασης της εργατικής τάξης, των προβλημάτων της, των διαθέσεών της, του κρίκου που κάθε φορά θα μας βοηθήσει να τραβήξουμε την αλυσίδα που θα πυροδοτήσει θετικές διεργασίες στη συνείδησή της, θα την αποτραβούν από την επίδραση της αστικής τάξης και των κομμάτων της.

Μεγάλο κεφάλαιο, που σε ειδικό κείμενο απασχολεί τις Θέσεις για το 21ο Συνέδριο, αφορά την κατάσταση του κινήματος της εργατικής τάξης και τα καθήκοντα των κομμουνιστών για την ανασύνταξή του, ώστε να αποκτιέται αγωνιστική ταξική πείρα, να διαμορφώνονται προϋποθέσεις να δυναμώνει η αντικαπιταλιστική, αντιμονοπωλιακή γραμμή πάλης, που είναι πεδίο δοκιμασίας για τους κομμουνιστές, πηγή άντλησης κύρους για το Κόμμα και τις δυνάμεις του που πρωτοστατούν.

Στη Θέση 49 του Πρώτου Κειμένου γίνεται η εκτίμηση ότι: «Καλύτερες προϋποθέσεις παρέμβασης και ανάπτυξης του Κόμματος δημιουργήθηκαν εκεί που μελετήσαμε καλά το χώρο, εξασφαλίσαμε σχεδιασμένο πολιτικό άνοιγμα, ιδεολογική ζύμωση, επεξεργασία πλαισίου πάλης για να στηρίζεται η παρέμβαση, ανανεώσαμε δεσμούς, δουλέψαμε πολύμορφα, αξιοποιήσαμε εφεδρείες και δεν ανακυκλωνόμαστε στα ίδια. Αποδείχτηκε ότι, χωρίς μια συστηματική ιδεολογική, πολύπλευρη δουλειά που είναι απαραίτητη υποδομή, δεν μπορούν να γίνουν ουσιαστικά βήματα στην κομματική οικοδόμηση.»

Σωστά υπογραμμίζεται ότι η συνδυασμένη δράση είναι που καλλιεργεί το έδαφος, που μπορεί να δώσει αποτελέσματα και στην οργανωτική πολιτική του Κόμματος, κυρίως στις μεγάλες επιχειρήσεις και στους μονοπωλιακούς ομίλους στρατηγικής σημασίας κλάδων. Πρόκειται για σημαντική προϋπόθεση για την ανανέωση των γραμμών του Κόμματος, τη διεύρυνσή του με ταξικά κριτήρια και αφορά τη σε βάθος και έκταση ενίσχυση του ιδεολογικού στοιχείου στην εσωκομματική και ΚΝίτικη λειτουργία από πάνω έως κάτω, με αντανάκλαση στους ιδεολογικούς και πολιτικούς δεσμούς των ΚΟΒ και ΟΒ με τον περίγυρό τους, με συναγωνιστές στα διάφορα κινήματα και μέτωπα πάλης.

Στο Τρίτο Κείμενο των Θέσεων της ΚΕ, στη Θέση 28, αναφέρονται παραδείγματα για τη διαπάλη που διεξάγεται στο περιεχόμενο της εργατικής πάλης και των διεκδικήσεων, προκειμένου να διαμορφωθούν πρωτοπόρες εστίες αντίστασης, που δε θα εγκλωβίζονται ανάμεσα σε αντιτιθέμενους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς. Ανάμεσα σε αυτά αναφέρεται η σχετική πείρα από το πώς εκδηλώνεται αυτή η κατάσταση στο λιμάνι του Πειραιά. Αυτό που αξίζει ίσως εδώ να αναφέρουμε για να αναδείξουμε την αξία μιας συστηματικής προσπάθειας να προσεγγίσουμε από πολλές πλευρές εργατικά-λαϊκά στρώματα είναι ότι το Κόμμα από το 2013 επεξεργάστηκε τη θέση του για τα λιμάνια στην Αττική, η οποία παρουσιάστηκε σε εκδήλωση στον Πειραιά από τον ΓΓ της ΚΕ του Κόμματος. Από τότε επανέρχεται η ΕΠ, η ΤΕ του Πειραιά, οι δυνάμεις μας στο συνδικαλιστικό κίνημα, παρακολουθώντας τις εξελίξεις κι επικαιροποιώντας τις θέσεις μας, το σχέδιο της αυτοτελούς παρέμβασης του Κόμματος και στο κίνημα διαμορφώνοντας αγωνιστικό πλαίσιο διεκδικήσεων, που συνέβαλαν στην ανάπτυξη της αγωνιστικής δράσης με πολλές μορφές, έως και απεργιακές κινητοποιήσεις.

Αυτή είναι μια συγκεκριμένη πείρα για το «πώς η καθοδήγηση και δράση ξεκινούν από τη στρατηγική», που έχει αφήσει θετικό αποτύπωμα στη δράση των δυνάμεών μας στον Πειραιά και στις Μεταφορές, με αποτελέσματα και στην κομματική οικοδόμηση. Δεν ακολούθησαν στον ίδιο βαθμό που απαιτούνταν και άλλες δυνάμεις μας που εμπλέκονται, δυσκολεύονται να απαλλαγούν από προηγούμενες επεξεργασίες μας, που δεν αντιστοιχούν πια στις εξελίξεις. Αυτός είναι ένας σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας, να προσεγγίσουν το Κόμμα νέες εργατικές δυνάμεις που βρίσκονται εγκλωβισμένες κάτω από ξένα για τα συμφέροντά τους συνθήματα.

Ανάλογα παραδείγματα μπορούν να αντληθούν από τη δράση των Οργανώσεων της ΚΟΑ, που επιβεβαιώνουν ότι ο πήχης των απαιτήσεων έχει ανέβει πολύ και κάθε βήμα που κατακτιέται σ’ ένα γενικά σωστό προσανατολισμό βγάζει στην επιφάνεια κενά και αδυναμίες που κανένα όργανο δεν μπορεί να τις παραμερίσει, να τις προσπεράσει, πρέπει αποφασιστικά να τις αντιμετωπίσει.

Ας εξηγήσουμε τι εννοούμε με ένα άλλο παράδειγμα: Μπορούν να γίνουν άραγε βήματα και στην κομματική οικοδόμηση όσο οι δυνάμεις που παρατάσσουμε στο παραλιακό μέτωπο της Αττικής (εδαφικές και κλαδικές) δεν έχουν συζητήσει και δεν έχουν αφομοιώσει ποιο είναι το κυρίαρχο αστικό σχέδιο για την περιοχή, ποιες είναι οι επεξεργασμένες θέσεις του Κόμματος, με ποια επιχειρήματα διεξάγουμε τη διαπάλη, τι λέμε εμείς να γίνει και κάτω από ποιες προϋποθέσεις και κυρίως ποιες είναι οι αλλαγές που θα συντελεστούν σε ό,τι αφορά τη συγκέντρωση εργατικών κλαδικών δυνάμεων στη μακρά περίοδο κατασκευής και λειτουργίας των έργων, με επίκεντρο την εξέλιξη της επένδυσης στο Ελληνικό; Πώς θα επεξεργαστούμε ζητήματα προώθησης της κοινωνικής συμμαχίας σε συνθήκες που θα υπάρχουν αντιφατικές διεργασίες ανάμεσα σε τμήματα των αυτοαπασχολούμενων;

Δηλαδή πώς θα διαμορφώσουμε προϋποθέσεις, όχι μόνο να αντιμετωπιστεί η ισχυρή πίεση που θα ασκείται και θα επιδρά σε ευρύτερες εργατικές-λαϊκές δυνάμεις, ακόμα και σε τμήμα της πολιτικής μας επιρροής, αλλά να περάσουμε στην αντεπίθεση κερδίζοντας έδαφος με τις θέσεις του Κόμματος, ασκώντας εμείς ευρύτερη ιδεολογική και πολιτική επίδραση, συμβάλλοντας στην οργάνωση και κινητοποίηση δυνάμεων με σωστές διεκδικήσεις, στα σωματεία και σε άλλους μαζικούς φορείς.

Είναι απαραίτητο να δοθεί σχεδιασμένη συνέχεια ανάμεσα στη διατμηματική συνεργασία των επιτελείων της ΚΕ, με τα αντίστοιχα της ΚΟΑ, για τη στήριξη της παρέμβασής μας, που ξεχωριστό και ειδικό ρόλο οπωσδήποτε θα έχουν η εδαφική Τομεακή Οργάνωση του Νότιου Τομέα και οι κλαδικές των Κατασκευών, του Εμπορίου, του Επισιτισμού-Τουρισμού, των ΕΒΕ και σε συνεργασία μεταξύ τους.

Δεν πρόκειται για ένα τεχνικό-οργανωτικό πρόβλημα, αλλά για μια σοβαρή πλευρά της καθοδηγητικής δουλειάς της ΕΠ της ΚΟΑ, και της ευθύνης της να επιτελεί το ρόλο της σαν ενιαίο καθοδηγητικό κέντρο της κομματικής δουλειάς στην Αττική. Οι απαιτήσεις για να γίνει επιτυχημένα αυτό έχουν διαφοροποιηθεί από την εποχή που κρινόταν αν θα συνεννοηθούμε ότι εδαφικές και κλαδικές δυνάμεις θα βγαίνουν κοινή εξόρμηση σε κάποια εργοστάσια και άλλους χώρους δουλειάς.

Ότι το παραπάνω πρόβλημα επιβιώνει ακόμα και εκφράζεται σε αρκετές περιπτώσεις δείχνει πόσο αναγκαίο είναι να περάσουμε σε μια νέα φάση ριζικών αναπροσαρμογών για να λύσουμε πιο σύνθετα ζητήματα της καθοδηγητικής δουλειάς στην Αττική, που σχετίζονται άμεσα με την ανάπτυξη των προϋποθέσεων για την κομματική οικοδόμηση.

Το κοινό σχέδιο ανάμεσα σε εδαφικές και κλαδικές Οργανώσεις, που περιλαμβάνει ιεράρχηση χώρων δουλειάς για την οικοδόμηση, ανάπτυξη πολιτικής δράσης και αγώνων, έχει εχθρό τη γενικολογία και τη διάχυση της ευθύνης. Περπατάει εκεί που είναι σαφές τι πάμε να λύσουμε, που συζητιέται συλλογικά ως τις ΚΟΒ και τις κομματικές ομάδες των μαζικών φορέων, που χρεώνονται κατάλληλοι σύντροφοι, που ενθαρρύνεται η πρωτοβουλία για να προχωράει η δουλειά.

Κάθε φάση που ολοκληρώνεται δεν μπορεί παρά να γίνεται αντικείμενο εξέτασης για την εξαγωγή συμπερασμάτων, που ωριμάζει τα βήματά μας, εμπλουτίζει το σχεδιασμό μας, για να δίνεται κάθε φορά η κατάλληλη συνέχεια. Δηλαδή δε συζητάμε μόνο «τι θα κάνουμε», αλλά «και τι βγαίνει από αυτά που κάναμε».

Σ’ ένα εύστοχο αρχειακό άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ με θέμα: «Η οργάνωση της Αθήνας στην πάλη για τα εργοστάσια» σημειώνεται: «Ποιος έγραψε απόφαση οργάνωσης, είτε άρθρο, είτε ξεφώνισε λόγο χωρίς να ρίξει μέσα στ’ άλλα και το σύνθημα: Εμπρός για τα εργοστάσια; (…) Με την τακτική μας αυτή μεταβάλλουμε συχνά τα πιο λαμπρά μπολσεβίκικα συνθήματα σε κούφιες φράσεις. Γιατί απλούστατα ξεχνάμε πως η πραγματοποίηση του συνθήματος αυτού απαιτεί συγκεκριμένη εξέταση, συγκεκριμένα και κοπιώδικα μέτρα που θα οδηγήσουν στην εκπλήρωσή του. Κάθε γενικό σύνθημα θα πρέπει να αναλυθεί σε πολλαπλάσια κοπιώδικα μερικά συνθήματα απ’ την πραγματοποίηση των οποίων εξαρτάται η πραγματοποίηση του γενικού συνθήματος.»1

Σήμερα μπορούμε να προσεγγίσουμε καλύτερα τι σημαίνει «όλα τα σφυριά χτυπούν στον ίδιο στόχο» και κυρίως έχουν διαμορφωθεί ορισμένες υποκειμενικές προϋποθέσεις αυτό να γίνεται και πιο αποτελεσματικά. Η εργατοϋπαλληλική σύνθεση της ΚΟΑ έχει βελτιωθεί και αποτελεί πλειοψηφία στη δύναμή της, αυτό αντανακλάται και στην ηλικιακή της σύνθεση που η πλειοψηφία είναι έως 50 χρονών. Επίσης περίπου το 1/5 στη συνολική δύναμη των μελών της εργάζεται σε βιομηχανικούς κλάδους. Η βελτίωση της κοινωνικής και ηλικιακής σύνθεσης της ΚΟΑ επιτεύχθηκε με μια ταυτόχρονη διακριτή άνοδο των συνολικών δυνάμεών της.

Αυτά δεν είναι παρά ορισμένες καλύτερες προϋποθέσεις για να δουλέψουμε ώστε να στεριώσει το Κόμμα στις επιχειρήσεις μεγάλων κλάδων και μονοπωλιακών ομίλων όπου τώρα λείπουμε και που είναι εκατοντάδες στην Αττική. Εξάλλου αυτό ακριβώς επιδιώκουμε να αντιμετωπίσουμε μαζί με όλα τα σχετιζόμενα φλέγοντα θέματα που μας απασχόλησαν στην προσυνεδριακή διαδικασία και στις εργασίες της 6ης Παναττικής Συνδιάσκεψης, που επιβεβαίωσε τη μαχητική θέληση χιλιάδων μελών του Κόμματος και της ΚΝΕ, να παλέψουμε μεγάλους στόχους που θέτουν οι Θέσεις για το 21ο Συνέδριο.

Τα στελέχη θα κριθούμε για το αν καταφέραμε να ασχοληθούμε με όλα εκείνα τα κοπιώδικα συνθήματα που κάνουν την καθοδήγησή μας συγκεκριμένη και ζωντανή!


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Η Λουίζα Ράζου είναι μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 1/2021, σελ. 260.