Το πόσο προωθούνται οι επιμέρους στόχοι της κομματικής οικοδόμησης –συμπεριλαμβανομένων των στόχων της στρατολογίας– οφείλει να γίνεται αντικείμενο συζήτησης στο σύνολο των καθοδηγητικών οργάνων του Κόμματος, από την ΚΕ ως τις ΚΟΒ. Δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Υπάρχει πλούσια πείρα, παλιότερη και πρόσφατη. Μια βασική διαπίστωση είναι ότι η πορεία αποκατάστασης των επαναστατικών χαρακτηριστικών του Κόμματος, έτσι όπως κλιμακώθηκε από την περίοδο εκδήλωσης των αντεπαναστατικών ανατροπών το 1991 μέχρι την πρόσφατη αποτύπωσή τους στις αποφάσεις του 19ου Συνεδρίου, ήταν βασική προϋπόθεση για να αντέξει το Κόμμα μας σε συνθήκες όπου ο οπορτουνισμός πήρε κεφάλι και ο ιμπεριαλισμός (μονοπωλιακός καπιταλισμός) δε φαίνεται άμεσα να απειλείται.
Παρά τις υποκειμενικές αδυναμίες και ανεπάρκειες που επιβιώνουν στη δουλειά μας, μπορούμε να πούμε ότι οι επιδιώξεις της αστικής τάξης και των μηχανισμών της να αξιοποιήσουν τη σύνθετη κατάσταση που δημιουργήθηκε με τη βαθιά και παρατεταμένη καπιταλιστική οικονομική κρίση για να περιθωριοποιήσουν το Κόμμα μας, να το συντρίψουν, δεν πραγματοποιήθηκαν. Παρά το εκλογικό πλήγμα του Ιούνη του 2012, το Κόμμα μας ανασυντάχτηκε και έδρασε μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες για να κρατηθεί ζωντανή η σπίθα της αντεπίθεσης του εργατικού κινήματος.
Το ΚΚΕ δεν κλονίστηκε και δεν ταλαντεύτηκε, αντίθετα, ανέδειξε ακόμα πιο συστηματικά την οριοθέτησή του από αστικά κυβερνητικά σενάρια ενσωμάτωσης του λαϊκού παράγοντα και έθεσε με μεγαλύτερη ορμή τη σύγχρονη γραμμή πάλης που στοχεύει να οδηγήσει το λαό στην εξουσία και στην οργάνωση της οικονομίας στη βάση της ικανοποίησης των σύγχρονων λαϊκών αναγκών. Αν το Κόμμα δεν είχε βγάλει συμπεράσματα και ήταν διαποτισμένο από τον αστικό κοινοβουλευτισμό, κατάσταση στην οποία περιέπεσαν εδώ και δεκαετίες ιστορικά ΚΚ, σήμερα δε θα συζητάγαμε για την οικοδόμηση και τη στρατολογία.
Σημαντικός παράγοντας που μας προφύλαξε από μια τέτοια αρνητική –για την υπόθεση της εργατικής τάξης– εξέλιξη στη χώρα μας είναι βεβαίως η ιδεολογικοπολιτική θωράκιση και οι σύγχρονες προγραμματικές μας επεξεργασίες. Είναι ακόμα ο επίμονος προσανατολισμός να εξασφαλίζεται η εργατική σύνθεση του Κόμματος και η κλαδική οργάνωσή του, η συνεχής προσπάθειά του να δουλεύουν οι οργανώσεις του παντού με ταξικό προσανατολισμό, στον κλάδο, στην επιχείρηση, στη συνοικία, στο χωριό, στα σχολεία και στις σχολές.
Τα βήματα είναι βασανιστικά και έχουμε πολλά ακόμα να κάνουμε ώστε να αναπτυχθούν οι κομματικές δυνάμεις και να βελτιωθεί αποφασιστικά το ποσοστό των οργανωμένων εργατών και εργατριών στο Κόμμα. Ωστόσο αυτό που μέχρι τώρα έχουμε διαφυλάξει είναι αυτό που μας υποχρεώνει να κάνουμε πιο αποφασιστικά και συστηματικά βήματα στην οικοδόμηση και στη στρατολογία στην εργατική τάξη, για να πετύχουμε το σκοπό μας. Ας σκεφτούμε και ας αξιολογήσουμε ορισμένες πλευρές της τελευταίας περιόδου: Ποια θα ήταν η έκταση της ζημιάς για το Κόμμα όταν η προπαγάνδα του αντιπάλου –δείχνοντας από την πλευρά του ταξική ετοιμότητα και επαγρύπνηση– πέρασε από «το ΚΚΕ κλείνει τα εργοστάσια και τα λιμάνια» στο περί «συστημικού ΚΚΕ», αν οι ίδιοι οι εργάτες δεν είχαν τη ζωντανή πείρα της δράσης των κομμουνιστών μέσα και έξω από τις πύλες των εργοστασίων, των άλλων χώρων δουλειάς, για να αναδειχτούν οι πραγματικές αιτίες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, για να οργανωθεί η πάλη με κριτήριο τα εργατικά, λαϊκά συμφέροντα;
Εκατοντάδες εργάτες σε κάθε χώρο δουλειάς έβλεπαν τους κομμουνιστές να αντέχουν στις πιέσεις της εργοδοσίας, να μη λυγίζουν στην τρομοκρατία της απόλυσης, να οργανώνουν τη σύγκρουση με τους ίδιους «αυτοπροσώπως» τους πραγματικούς αντιπάλους της εργατικής τάξης. Στις εργατογειτονιές έβλεπαν τους κομμουνιστές κόντρα στις δυσκολίες να κάνουν τη νύχτα μέρα για να διαφωτίσουν, να ενημερώσουν, να κινητοποιήσουν τον κόσμο. Η αστική και οπορτουνιστική προπαγάνδα θα δηλητηρίαζε πολύ περισσότερο τις λαϊκές συνειδήσεις, αν σε όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Αττική είχαμε υποκύψει σε μια δουλειά «από τα πάνω», ενάντια στη λεγόμενη μνημονιακή πολιτική, και δε βγαίναμε μπροστά –σε όσους χώρους δουλειάς μπορούσαμε να φτάσουμε– ενάντια στην πολιτική της ΕΕ και του κεφαλαίου, ενάντια στην αστική εξουσία. Οι συνειδήσεις των πρωτοπόρων εργαζόμενων θα βρίσκονταν σε μεγαλύτερη σύγχυση αν δεν εξασφαλιζόταν η συστηματική ενημέρωση «από πρώτο χέρι» των οπαδών του Κόμματος, με χιλιάδες συσκέψεις που οργανώνονταν –και συνεχίζουν να οργανώνονται– συχνά-πυκνά πολλαπλασιάζοντας τη φωνή του, αν δε γίνονταν εκατοντάδες οπαδοί του Κόμματος η ζωντανή «ντουντούκα» των θέσεών μας.
Όμως σήμερα χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω από υποστηρικτές της πολιτικής μας. Θέλουμε τα πιο συνειδητά παιδιά της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων να γίνουν σύντροφοί μας, να πάρουν απόφαση ζωής για τους ίδιους και για τα παιδιά τους.
Το στοιχείο της ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής αντοχής του Κόμματος, αυτήν την κρίσιμη περίοδο της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και της σχετικής αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού σκηνικού, είναι «ένα το κρατούμενο». Επιβεβαιώθηκε από τις ίδιες τις εξελίξεις ότι έχουμε σωστό προσανατολισμό. Όμως δεν πρέπει να συσκοτιστεί το γεγονός ότι η οργανωτική ανάπτυξη, η εργατική σύνθεση και η διάταξη των δυνάμεων του Κόμματος απαιτεί ουσιαστική βελτίωση. Είναι γεγονός ότι «λείπουμε» από μεγάλους χώρους δουλειάς και επιχειρήσεις, ότι οι δυνάμεις μας σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας είναι εξαιρετικά περιορισμένες, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι δε φτάνει να συμφωνούμε «στα λόγια» στην κατεύθυνση. Απαιτείται η συμφωνία αυτή να εκφράζεται με συγκεκριμένα «έργα», που αφορούν τη συνεχή βελτίωση της καθοδήγησης των οργάνων και των στελεχών, ανεβασμένο πνεύμα ευθύνης, κατάστρωση ολοκληρωμένου επιτελικού σχεδίου, έλεγχος της υλοποίησής του, έγκαιρη λήψη μέτρων για το ξεπέρασμα των καθυστερήσεων και των υποκειμενικών δυσκολιών.
Είναι γεγονός ότι στην προώθηση του καθήκοντος της οικοδόμησης του Κόμματος επιδρούν παράγοντες ανεξάρτητοι από τη δική μας θέληση. Τέτοιοι παράγοντες που βαραίνουν αντικειμενικά είναι η κατάσταση του εργατικού κινήματος και η κυριαρχία της γραμμής της ενσωμάτωσης σε αυτό, η υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος μετά από τις αντεπαναστατικές ανατροπές, η έλλειψη του «αντίπαλου εργατικού δέους». Όμως το περιεχόμενο της καθοδηγητικής δουλειάς μπορεί να διαμορφώνει προϋποθέσεις άμβλυνσης της επίδρασης αυτών των αντικειμενικών δυσκολιών, να καλλιεργεί ταυτόχρονα το έδαφος για συγκεκριμένα θετικά αποτελέσματα στους δείκτες ισχυροποίησης του Κόμματος.
Τέτοιοι παράγοντες που εξαρτιόνται από εμάς είναι η εξειδίκευση της ιδεολογικής και πολιτικής παρέμβασης κατά κλάδο, η επεξεργασία του περιεχομένου της πάλης μέσα στο εργατικό κίνημα, στα άλλα μέτωπα πάλης. Αυτή η εξειδίκευση απαιτεί καλή γνώση του χώρου, των οικονομικών εξελίξεων στον κλάδο, της πολιτικής της εργοδοσίας, των εργασιακών σχέσεων των εργαζόμενων. Απαιτεί ακόμα γνώση της παρέμβασης των άλλων πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων, των ιδεολογημάτων που αξιοποιεί η εργοδοσία, τους υλικούς όρους που χρησιμοποιεί για να κρατάει «ήσυχους» τους εργαζόμενους και πολλά άλλα. Οι δυνάμεις που έχουμε σε τέτοιους χώρους ή που έχουν χρεωθεί να δουλεύουν σε αυτούς χρειάζονται συστηματικό ιδεολογικό και πολιτικό εξοπλισμό και επιχειρηματολογία για να τα βγάλουν πέρα στη διαπάλη. Η καθοδήγησή τους δεν μπορεί να έχει τυπικό χαρακτήρα. Η αντιμετώπιση των αστικών και ρεφορμιστικών αντιλήψεων και της καλλιέργειας του συντεχνιασμού απαιτεί ευρύ πεδίο παρέμβασης για όλα τα προβλήματα της εργατικής τάξης, με στόχο να καλλιεργείται η αναγκαιότητα της ταξικής ενότητας, η αναγκαιότητα να δοθεί η μάχη με όρους «τάξη απέναντι σε τάξη».
Σε αυτό το έδαφος κρίνεται η πρωτοβουλία των στελεχών και η συνεχής ανησυχία τους για το πώς θα βελτιώσουν τη δουλειά τους στους τομείς που τους έχουν χρεώσει τα κομματικά όργανα. Οφείλουν να φροντίζουν οι ίδιοι να έχουν εικόνα των εξελίξεων και διεργασιών. Πρέπει επίσης να προφυλάσσονται από απολυτότητες και μονομέρειες που οδηγούν σε λάθη που θα εκφραστούν στην επεξεργασία του περιεχομένου της κομματικής παρέμβασης στην οργάνωση της πάλης, στον καθορισμό των συνθημάτων, των αιτημάτων, των μορφών που είναι κάθε φορά απαραίτητες με βάση τη συγκεκριμένη κατάσταση. Βασική τους ευθύνη είναι να δώσουν ώθηση στο καθήκον της οικοδόμησης εξασφαλίζοντας υψηλό επίπεδο συζήτησης στις ΚΟΒ, ένταξη τόσο των ίδιων όσο και όλων των διαθέσιμων δυνάμεων στο πρόγραμμα δράσης.
Σε αυτήν την παρέμβαση πρέπει να παίρνουμε υπόψη και τα νέα δεδομένα που δημιούργησε η πρόσφατη περίοδος. Η καπιταλιστική οικονομική κρίση επιδείνωσε την κατάσταση για την εργατική τάξη της χώρας μας. Εργοστάσια έκλεισαν ή προχώρησαν σε μαζικές απολύσεις, χιλιάδες εργάτες βρέθηκαν στην ανεργία, μαζί τους μέλη και φίλοι του Κόμματος. Στα νοσοκομεία, στους ΟΤΑ, σε άλλους χώρους του κρατικού τομέα έχουν χρόνια να γίνουν προσλήψεις και όσες γίνονται αφορούν κυρίως περιστασιακή εργασία συμβασιούχων, 5μηνιτών κλπ.
Αυτοί οι παράγοντες δυσκολεύουν την οργάνωση της δουλειάς στους χώρους. Επιπλέον δυσκολίες βάζει και η επαίσχυντη τακτική των άλλων πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων, οι οποίες για παράδειγμα σε πολλά σωματεία τόσο του κρατικού όσο και του ιδιωτικού τομέα αποκλείουν τη συμμετοχή των εργαζόμενων με ελαστικές ή εργολαβικές σχέσεις εργασίας. Ταυτόχρονα, ο φόβος, η ανασφάλεια ορθώνουν νέα εμπόδια στη συνείδηση εργατικών, λαϊκών μαζών που σπρώχνονται να υιοθετήσουν ως δικούς τους τούς στόχους του κεφαλαίου.
Αυτά και άλλα ζητήματα επιδρούν αρνητικά. Πρέπει να τα πάρουμε υπόψη μας, αλλά η περιγραφική αναπαραγωγή τους δεν προσθέτει τίποτε στη δουλειά μας. Αυτές οι δυσκολίες δεν πρέπει, ωστόσο, να αποσπώνται από τις νέες δυνατότητες παρέμβασης του Κόμματος που οι ίδιοι παράγοντες δημιουργούν.
Στο έδαφος της κυριαρχίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του αρνητικού συσχετισμού διεξαγωγής της ταξικής πάλης θα ορθώνονται πάντα δυσκολίες και εμπόδια για να προσεγγίζονται μαζικά εργατικές μάζες με την επαναστατική πολιτική. Σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης αυτές οι δυσκολίες θα απορρέουν από τις σχετικές δυνατότητες ευελιξίας που δημιουργούνται στην αστική πολιτική, από τη δυνατότητά της να παίρνει μέτρα διαχείρισης που δημιουργούν την αίσθηση της ασφάλειας και της σταθερότητας, που δημιουργούν προσδοκίες. Σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, από την άλλη, δυναμώνει η σύγχυση, ο φόβος, η ανάθεση.
Και στις δύο φάσεις οι παράγοντες της ενσωμάτωσης είναι ισχυροί. Δεν είναι όμως αδιατάρακτοι. Απαιτείται μάχη και συνεχής προσπάθεια ώστε να διαπαιδαγωγείται πολιτικά και αγωνιστικά όσο το δυνατόν ευρύτερο τμήμα της εργατικής τάξης, να συνδέει την πάλη του με την προοπτική της οριστικής ρήξης με την καπιταλιστική εκμετάλλευση, που είναι η πηγή των δεινών της εργατικής τάξης. Αυτή η σύνδεση δεν μπορεί παρά να γίνεται στο έδαφος της διεκδίκησης της ικανοποίησης των σύγχρονων λαϊκών αναγκών σε όλα τα μέτωπα πάλης και της προώθησης της Λαϊκής Συμμαχίας των εργατών, των μικρών αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της υπαίθρου, των γυναικών, της νεολαίας εργατικής, λαϊκής προέλευσης, δεν μπορεί να γίνεται παρά μόνο μέσω της ενίσχυσης της πάλης με το ΠΑΜΕ, την ΠΑΣΥ, το ΜΑΣ και την ΟΓΕ.
Μόνο έτσι θα δημιουργούνται ρήγματα στην κόπωση, στην απογοήτευση, στα ιδεολογήματα περί μη αποτελεσματικότητας των αγώνων. Μόνο έτσι θα αποκρούεται η προσπάθεια της αστικής τάξης να παρεμβάλλει εμπόδια στην άνοδο της πολιτικής επιρροής του Κόμματος στην εργατική τάξη, θα ανοίγει ο δρόμος της στράτευσης των πιο πρωτοπόρων εργαζόμενων με το Πρόγραμμα του Κόμματος και της συνειδητής πάλης μέσα από τις γραμμές του.
Άλλος δρόμος από την καλλιέργεια αντεπίθεσης των κομμουνιστικών ιδεών δεν υπάρχει. Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, μια τέτοια συνδυασμένη ιδεολογικοπολιτική δουλειά παίζει ρόλο οργανωτικού παράγοντα, είναι απαραίτητη για την όξυνση της ταξικής πάλης.
Οι πολύμορφες πρωτοβουλίες της ΚΕ και των ΚΟ προς τιμή των 100 χρόνων του Κόμματος αποτελούν οργανικό στοιχείο της δουλειάς για την οικοδόμηση και τη στρατολογία. Πρόκειται για μια πολύμορφη δραστηριότητα που εξελίσσεται σε όλους τους τομείς. Αφορά εκδηλώσεις τιμής και ανάδειξης της ιστορικής προσφοράς του Κόμματος, του μαζικού ηρωισμού των μελών και στελεχών του που έδρασαν σε συνθήκες απίστευτων διωγμών και παρανομίας, που θυσιάστηκαν αλύγιστοι ακόμα και μπροστά στο θάνατο. Αφορά πολιτιστικές εκδηλώσεις που ενδυναμώνουν τη σχέση του ΚΚΕ με ό,τι πιο προοδευτικό και ριζοσπαστικό έχει γεννήσει ο λαϊκός πολιτισμός, η λογοτεχνία, η ποίηση και οι τέχνες. Αφορά ιστορικές - πολιτικές εκδηλώσεις που βασίζονται σε μια πλούσια εκδοτική δραστηριότητα, καθώς και σχετικά αφιερώματα στο «Ριζοσπάστη», στον «Οδηγητή», στην ΚΟΜΕΠ. Όλα αυτά θέλουμε και πρέπει να αγκαλιαστούν από χιλιάδες εργάτες και εργάτριες, νέους και νέες. Σε αυτόν το στόχο συμβάλλει και η οργανωμένη διάδοση του μαρξιστικού - λενινιστικού έργου και γενικότερα του πολιτικού βιβλίου, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση και συζήτηση της αρθρογραφίας της ΚΟΜΕΠ με πλατύ κύκλο οπαδών του Κόμματος.
Αυτό που ισχυριζόμαστε λοιπόν είναι ότι –παρά το κυρίαρχο ρεύμα– υπάρχουν μέσα στις σημερινές συνθήκες και ισχυρές ενδείξεις ότι μπορούν οι Κομματικές Οργανώσεις ως το 2018 να έχουν πετύχει ένα «μεγάλο άλμα στην κομματική οικοδόμηση και στην ιδεολογική και πολιτική ισχυροποίηση του ΚΚΕ στην εργατική τάξη»3. Ο ισχυρισμός αυτός –εκτός των άλλων παραγόντων– στηρίζεται και στις καταγεγραμμένες δυνατότητες των ΚΟ, στους στόχους που έχουν διαμορφώσει οι Επιτροπές Περιοχής και οι Τομεακές Επιτροπές, με βάση τη συζήτηση που έχει γίνει στις ΚΟΒ και στις κομματικές ομάδες. Αυτό θα είναι το ελάχιστο μέτρο αξιολόγησης της δουλειάς μας.
Από μια πλευρά, τώρα στα δύσκολα, μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα πιο ριζοσπαστικά ταξικά στοιχεία της εργατικής τάξης που σε συνθήκες πρωτόγνωρες δοκιμάζονται και μπορούν να βοηθηθούν να κάνουν το βήμα να οργανωθούν στο Κόμμα τους. Γι’ αυτό απαιτείται από κάθε κομματικό κρίκο μια καλά σχεδιασμένη, οργανωμένη, πολύμορφη και πολύπλευρη δουλειά για την οικοδόμηση νέων και γερών ΚΟΒ, πρώτα και κύρια εργατικών - κλαδικών. Δε μιλάμε λοιπόν για μια απλή καμπάνια στρατολογίας νέων μελών στο Κόμμα, αλλά για μια ιστορικής σημασίας προσπάθεια, αφού όπως σημειώνεται στην Ανακοίνωση της ΚΕ: «Βασικός παράγοντας που κρίνει το ρόλο και την αποτελεσματικότητα του Κόμματος στο εργατικό κίνημα, στην ταξική πάλη, είναι η κομματική οικοδόμηση στη βιομηχανία, σε κλάδους στρατηγικής σημασίας, η αύξηση της δύναμης και επιρροής στη μεγάλη μάζα της εργατικής τάξης και ιδιαιτέρα στα νεότερα τμήματά της. Αυτή η οργανωμένη δύναμη, ατσαλωμένη και αποφασισμένη στα βιομηχανικά, εμπορικά και συγκοινωνιακά κέντρα, στα κέντρα επικοινωνιών και ενέργειας, είναι το θεμέλιο του Κόμματος και η προϋπόθεση για τη συγκέντρωση των απαραίτητων δυνάμεων στα κρίσιμα μέτωπα της ταξικής πάλης και σήμερα και πολύ περισσότερο αύριο, ώστε να ανταποκριθεί στην ιστορική του αποστολή»4.
Η πορεία της ταξικής πάλης μπορεί να φέρει –και θα φέρει αργά ή γρήγορα– στην ημερήσια διάταξη την επαναστατική δυνατότητα για κατάκτηση της εξουσίας ως επιστέγασμα της πάλης των εργατικών, λαϊκών μαζών. Η μετατροπή αυτής της δυνατότητας σε πραγματικότητα θα εξαρτηθεί αποφασιστικά από το αν ευρύτερες λαϊκές μάζες θα μπουν μαχητικά κάτω από την καθοδήγηση των κομμουνιστών στην αγωνιστική δράση και –σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης– στην επαναστατική πάλη.
Αυτή η προοπτική δε θα κριθεί στο μέλλον, όταν ξεσπάσει επαναστατική κατάσταση, χωρίς να έχει μπει ο σπόρος από πριν. Κρίνεται σήμερα, όπου η μονότονη καθημερινή πολιτική και μαζική δουλειά απαιτεί υπομονή και επιμονή. Απαιτεί επαναστατική καρτερικότητα για να καρπίσει η σπορά και επαναστατική ανυπομονησία για να αντιμετωπιστούν αποφασιστικά οι αδυναμίες, οι καθυστερήσεις, οι ανεπάρκειες της κομματικής δουλειάς. Αυτό απαιτείται να λύσουμε σήμερα, κάνοντας ένα αποφασιστικό βήμα στην ποιότητα της καθοδηγητικής δουλειάς.