ΠΡΟΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ 18ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ


18ο Συνέδριο του KKE

ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΟΥ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΟΥ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΘΡΑΚΗ

του Νίκου Φακιρίδη*

Στο 1ο κεφάλαιο, στη παράγραφο, του κειμένου των Θέσεων για το πρώτο θέμα αναφέρεται: «…Ιδιαίτερα επικίνδυνη στρατηγική είναι αυτή των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων με την επίκληση του λεγόμενου “αυτοπροσδιορισμού” ως προσχήματος για την υποκίνηση μειονοτικών ζητημάτων και τη δημιουργία κρατών προτεκτοράτων…».

Είναι μια εκτίμηση σωστή, που βασίζεται σε πρόσφατες και παλιότερες εμπειρίες.

Το ζήσαμε μετά το 1990 στα Βαλκάνια με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Βασικό στοιχείο της ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας, το σύνθημα της «αυτοδιάθεσης των εθνών».

Στις μέρες μας βιώνουμε το πώς η Ευρωπαϊκή Ενωση και η ΗΠΑ χρησιμοποιούν το θέμα της αυτοδιάθεσης και του αυτοπροσδιορισμού, στα Βαλκάνια και παγκόσμια. Το βιώσαμε, το βιώνουμε και στη Θράκη. Συνέβαλαν και συμβάλλουν τόσο οι Τουρκικές όσο και οι Ελληνικές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα με την πολιτική τους στη μειονότητα.

Τα ιμπεριαλιστικά σχέδια σήμερα απαιτούν να θεσμοθετηθεί ο όρος «Τουρκική Μειονότητα», με την παράκαμψη της συνθήκης της Λωζάνης, όπως δείχνει και η παραφιλολογία που αναπτύσσεται πως τάχα είναι ξεπερασμένες οι Συνθήκες της Λωζάνης και του Βουκουρεστίου, που αναγνωρίζουν τη μειονότητα της Θράκης ως μουσουλμανική και καθορίζουν τα σύνορα στα Βαλκάνια.

Είναι χαρακτηριστική η επιχειρηματολογία, που αναπτύσσεται: Ενδιαφέρον για την Ιστορία, τη δημοκρατία, τις ελευθερίες, την καλύτερη ζωή της μειονότητας. Παραθέτω αποσπάσματα σχετικών τοποθετήσεων:

- Του Ιδρύματος Ανταλλασσομένων της Λωζάνης στις 19-1-05 με αφορμή τη γνωστή αρνητική απόφαση του Αρείου Πάγου «…ο ίδιος ο Βενιζέλος αναφέρεται σε τουρκικό λαό της Δυτικής Θράκης και στις πληθυσμιακές στατιστικές που υπέβαλε προς την επιτροπή, λαμβάνεται ως βάση η εθνική ταυτότητα Ρωμιών και Τούρκων…».

«…Εκτός τούτου όμως σήμερα πλέον στα Βαλκάνια η τουρκική ταυτότητα έχει εξομοιωθεί με την μουσουλμανική…».

«…Τα ιστορικά βιβλία αναφέρονται στην τουρκοκρατία. Δεν κάνουν λόγο για περιόδους μουσουλμανικής διοίκησης ή μουσουλμανικών περιόδων…».

«…Δεδομένου ότι ο αυτοπροσδιορισμός είναι ένα πρόβλημα που αφορά τη δημοκρατία και την ελευθερία στην Ελλάδα…».

- Επιστολής που έστειλαν οι εκπρόσωποι 12 μειονοτικών φορέων στους βουλευτές της Δυτικής Θράκης (2006) «Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανάπτυξη και ισότητα στη Δυτική Θράκη εφόσον παραμένουν άλυτα τα θεμελιώδη μειονοτικά προβλήματα όπως η εθνική ταυτότητα, μειονοτική εκπαίδευση, το θέμα των μουφτειών, οι διαχειριστικές επιτροπές βακουφίων, η ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι […] Είναι φανερό ότι και οι βουλευτές της πλειονότητας πρέπει να συνεισφέρουν στην προσπάθεια του μοναδικού βουλευτή της μειονότητας Ιλχάν Αχμέτ που προσπαθεί να προωθήσει τα προβλήματα της τουρκικής μειονότητας…».

- Ρεπορτάζ από την ιστοσελίδα της λεγόμενης Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Τούρκων Δυτικής Θράκης «…ο Σύλλογος Αλληλεγγύης, στις Ελληνικές βουλευτικές εκλογές, διοργάνωσε δωρεάν δρομολόγια για τους Δυτικοθρακιώτες της Τουρκίας να συμμετάσχουν στις εκλογές και έτσι συνέβαλαν για την εκλογή “Τούρκων” βουλευτών από τη μειονότητα…» (συμπτωματικά οι εκλεγέντες ανήκουν στο ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ), τονίστηκε πως οι φορείς που βρίσκονται στην Ελλάδα, Τουρκία και Ευρώπη, ανέβασαν τον αγώνα της Δυτικής Θράκης, στα υψηλά σημεία. Αναφέρθηκε επίσης και στην σημασία του πάνελ που θα διοργανωθεί στις Βρυξέλλες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 17 Απριλίου, με την πρωτοβουλία του της Ομοσπονδίας Τούρκων Δυτ. Θράκης, «όπου η φωνή των Τούρκων της Δυτικής Θράκης θα ακουστεί δυνατά στην καρδιά της Ευρώπης, τόσο δυνατά που δεν έχει ξαναγίνει μέχρι στιγμής…».

Παράγοντες της μειονότητας στην περιοχή μας, που πολιτικά βρίσκονται και εκφράζονται με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το ΣΥΝ, προπαγανδίζουν το δικαίωμα του συλλογικού εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού. Στις δημόσιες τοποθετήσεις τους, στον Τουρκόφωνο Τύπο, στις δημόσιες ευχές με αφορμή μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, σταθερά χρησιμοποιούν τον όρο Τουρκική Μειονότητα, σπανιότερα δε τον όρο Τουρκομουσουλμάνικη μειονότητα ή Τουρκική κοινότητα. Ταυτόχρονα οι ίδιες δυνάμεις προπαγανδίζουν υπέρ της ΕΕ, την οποία θεωρούν και την προβάλλουν σαν θεματοφύλακα της υπεράσπισης των δημοκρατικών και ατομικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Σπάνια θα τοποθετηθούν για τον καπνό (που αποτελεί βασική απασχόληση στη μειονότητα) για το μεροκάματο, την ανεργία, την υγειονομική περίθαλψη, τις συντάξεις κτλ. Κι όταν τοποθετούνται, το κάνουν για να στηρίξουν τις επιλογές της ΕΕ και των κυβερνήσεων. Μερικοί καταφεύγουν σε ωμό αντικομμουνισμό.

Είναι γνωστές από το παρελθόν (1999) αλλά και στις μέρες μας, ενέργειες συντονισμού της δράσης παραγόντων της μουσουλμανικής μειονότητας της περιοχής μας και του «Ουράνιου Τόξου» που πρωτοστατεί στην αναγνώριση Μακεδονικής Μειονότητας στην Ελλάδα.

Η προσπάθεια αναγνώρισης Τουρκικής Μειονότητας συνδυάζεται και με τη όξυνση αντιθέσεων, ανάμεσα στους Τουρκογενείς από τη μια μεριά και τους Πομάκους και τους Ρομ από την άλλη.

Είναι γνωστός ο ρόλος του κ. Εμφιεμτζόγλου και οι παρεμβάσεις του Αμερικάνικου Προξενείου Θεσσαλονίκης. Είναι γνωστή από παλιότερα η δημιουργία λεξικών Πομακικής και γλώσσας Ρομ και η δημιουργία πολιτιστικών συλλόγων Ρομ. Πριν ένα χρόνο δημιουργήθηκε και Πομακικός πολιτιστικός σύλλογος στην Ξάνθη που προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις Τουρκογενών παραγόντων, απέναντι στους δημιουργούς του.

Για να συμπληρωθεί η εικόνα να θυμίσουμε ότι η όξυνση του εθνικισμού και του σωβινισμού απαιτεί δράση και από τις δύο πλευρές, όπως π.χ. συνέβαινε πριν το 1991, όπως συμβαίνει με το ζήτημα της διαχειριστικής επιτροπής των Βακουφίων, όπως συμβαίνει με τη μειονοτική εκπαίδευση, όπως συμβαίνει με τις «εκκλησίες». Π.χ. η χορήγηση από το 2002 επιδόματος από την Εκκλησία της Ελλάδος προς τις χριστιανικές και μόνον οικογένειες της Θράκης, οι οποίες αποκτούν τρίτο παιδί.

Αυτό που συμβαίνει στην περιοχή και στη χώρα μας, συμβαίνει σε όλα τα Βαλκάνια, με διαφορετικό τρόπο έκφρασης από χώρα σε χώρα .

ΗΠΑ και ΕΕ, όπου κρίνουν σκόπιμο, υποδαυλίζουν εθνικοθρησκευτικές διαφορές.

Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ και σαν κυβερνήσεις, έχουν τεράστιες ευθύνες για το παρελθόν και για το παρόν. Δείχνουν να διαφωνούν με το συλλογικό εθνικό αυτοπροσδιορισμό της μειονότητας, όμως έμμεσα, μέσω των μειονοτικών βουλευτών και άλλων παραγόντων τους, επιδεικνύουν το λιγότερο επικίνδυνη ανοχή.

Ο ΣΥΝ, σταθερά προσηλωμένος στον Ευρωμονόδρομο, στηρίζοντας τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου, στηρίζει και τον εθνοτικό αυτοπροσδιορισμό της μειονότητας, υπηρετώντας έτσι τα ιμπεριαλιστικά σχέδια.

Ο ΛΑ.Ο.Σ. κινείται στη γραμμή του άκρατου εθνικισμού, άρα τα ιμπεριαλιστικά σχέδια ενισχύει.

Η πεμπτουσία της μαρξιστικής θεώρησης των κοινωνικών φαινομένων και μέσα σε αυτά και των μειονοτήτων, είναι η θεώρησή τους, από την άποψη της ταξικής πάλης, ιδιαίτερα δε από την οπτική των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Επομένως η απάντηση των κομμουνιστών με λόγια και με έργα πρέπει να είναι μία: ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΕΝΩΘΕΙΤΕ.

Αυτό το σύνθημα που πρωτοδιατυπώθηκε πριν 160 χρόνια με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, είναι εξαιρετικά ρεαλιστικό σήμερα. Η δράση μας στην περιοχή έδειξε το εξής:

Τους δυσκολεύει και τους καθυστερεί στην προώθηση των στόχων τους. Κι αυτό είναι εμπειρία εικοσαετίας.

Σε ποια βάση δρούμε και πρέπει να συνεχίσουμε να το κάνουμε:

Το ΚΚΕ από θέση αρχών σέβεται και αγωνίζεται για τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Δικαιώματα δηλαδή που έχουν να κάνουν με τη διαφορετική καταγωγή, γλώσσα ή θρησκεία ή όλα μαζί και προστατεύονται ή όχι από συγκεκριμένες διεθνείς ή διμερείς συμφωνίες.

Είναι στο πλευρό κάθε λαού ή μειονότητας (εθνικής, γλωσσικής, θρησκευτικής, πολιτιστικής), που διεκδικεί τα δικαιώματά της. Επισημαίνει, όμως, ότι οι μειονότητες δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να μετατρέπονται σε όργανα στα χέρια των ιμπεριαλιστών, πάντα και πολύ περισσότερο σήμερα, που σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης αποτελούν εργαλείο παρέμβασης των ιμπεριαλιστών, για να δικαιολογούν τον πόλεμο και την κάθε λογής επέμβαση.

Στις συνθήκες της ταξικής κοινωνίας και της διεθνούς δράσης του ιμπεριαλισμού, οι μειονότητες πρέπει να διεκδικούν τα δικαιώματά τους σε συμπαράταξη και κοινή δράση με το λαό της χώρας στην οποία ζουν. Τα κοινά ταξικά συμφέροντα αποτελούν τη βάση για την αντιμετώπιση των αντίθετων ταξικών (κεφαλαιοκρατικών) επιδιώξεων, είτε αυτές προέρχονται από τις εγχώριες κυβερνήσεις και τον ξένο παράγοντα είτε από τις ίδιες τις ηγεσίες τους, που πολλές φορές επιδιώκουν τον αποχωρισμό ή την αυτονομία, όχι για να απελευθερώσουν το λαό τους από την καταπίεση, αλλά για να τον καταπιέζουν οι ίδιες ή για να απολαύσουν τα αργύρια της προσχώρησής τους στα στρατηγικά σχέδια των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Στη βάση αυτή διεκδικεί λύσεις και αποκατάσταση στα μειονοτικά δικαιώματα, δηλαδή τα ιδιαίτερα εκείνα δικαιώματα, των Ελλήνων πολιτών, Μουσουλμάνων το θρήσκευμα, Τουρκικής, Πομάκικης και Αθιγγάνικης καταγωγής…

Από εδώ προκύπτει ένα ακόμα μεγάλο στοίχημα . Να δυναμώσουμε το κόμμα συνολικά στην περιοχή Αν. Μακεδονίας - Θράκης και στη μειονότητα.

* Ο Νίκος Φακιρίδης είναι μέλος του Γραφείου Περιοχής Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης του ΚΚΕ.

 

ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ Ο «ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ»

του Πέτρου Παπαγεωργίου*

Συντρόφισσες και σύντροφοι. Χωρίς αμφιβολία, οι διαφορετικές οπτικές γωνίες, αλλά και αντιλήψεις, με τις οποίες μπορεί κανείς να προσεγγίσει το «φαινόμενο αθλητισμός»1, επιτρέπει στον καθένα μας, να κατανοήσει όχι μόνο αυτή την παγκόσμια πραγματικότητα, με βάση μια «σοσιαλιστική ανάλυση», αλλά και να την κρίνει, ως μια συγκεκριμένη ολότητα

Εξετάζοντας, λοιπόν, τον αθλητισμό, σε όλη του τη σφαιρικότητα και αντιλαμβανόμενοι την εκ των πραγμάτων παγκόσμια κοινωνική και πολιτική του διάσταση, μπορούμε, ασφαλώς, να κατανοήσουμε και τη μοναδικότητά του…

Το να κατανοήσουμε, λοιπόν, ένα κοινωνικό φαινόμενο, με την πολιτική του διάσταση, σημαίνει ότι το κατανοούμε ως ένα «όλον»…

Ετσι, δεν είναι σωστό να απομονώνουμε π.χ. τις καλές πλευρές του και σε αυτές μόνο να αναφερόμαστε… Οπως αυτό κάνουν οι σύγχρονοι αυτοαναγορευόμενοι σε «αναμορφωτές» του…, παραβλέποντας, ταυτόχρονα, όλες του τις καθημερινά σημειούμενες παρεκκλίσεις και εκτροπές του…, χωρίς να επισημαίνουν και τις «αιτίες» που τις προκαλούν…!

Ολα τα επίπεδα έκφρασης του αθλητισμού, όχι μόνο αλληλοκαθορίζονται αλλά και επηρεάζονται από το χώρο, χρόνο και το πολιτικο-οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον, στα πλαίσια του οποίου ο ίδιος λειτουργεί.

Συμπέρασμα:

Ο αθλητισμός, ως ένα σημαντικό κοινωνικό, πολιτιστικό και σύγχρονο οικονομικό γεγονός της καθημερινότητας, για κάθε κοινωνία, αποτελεί «καθρέφτη της»…!

Να γιατί, κατά την άποψή μου, αλλά και όλων όσων συμφωνούν μαζί μου, ο «σύγχρονος αθλητισμός» είναι δυνατόν να αναμορφωθεί μέσα στα σημερινά πλαίσια της κυρίαρχης «αστικής τάξης»…, όπου τα πάντα ανάγονται σε είδος προς εμπορίαν, χωρίς να εξαιρείται ούτε και αυτή ακόμα η ψυχούλα του ανθρώπου…, υποκείμενα στο πνεύμα του «ανταγωνισμού»2 και στη λογική(;) της «οικονομίας της αγοράς»…, στα πλαίσια της οποίας, νομοτελειακά, λίγοι κερδίζουν… και πολλοί χάνουν…!

Δηλαδή, στα πλαίσια του «δίκιου του ισχυρότερου», με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε βάρος των αδύναμων…!

Αντίθετα, ο πραγματικός «αθλητικός μεταρρυθμισμός» είναι καθαρή υπόθεση της μέλλουσας να αναπτυχθεί και εδραιωθεί «παγκόσμιας σοσιαλιστικής κοινωνίας»…!

Και, τώρα, στο προκείμενο, που αφορά άμεσα ΕΜΑΣ και το «σύγχρονο αθλητισμό…, στην καθημερινότητά μας… Και πιο ειδικά, στο ΤΙ λέμε, ΠΩΣ το λέμε και ΤΙ εννοούμε στον προφορικό και γραπτό μας λόγο…!

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Πέρα από κάποια, σε προσωπικό μάλλον επίπεδο, «πταίσματα» και «εν τη ρύμη του λόγου» λεγόμενα, στοιχεία για να υποστηρίξω ότι «κεντρικά» το Κόμμα μας παρεκκλίνει από τις «ιδεολογικές μου σταθερές»…, δεν έχω. Ομως, πολύ φοβάμαι πως, αν ο κίνδυνος μιας ενδεχόμενης «διολίσθησής» μας…, δεν επισημαίνεται διαρκώς, ώστε αυτή και μόνη η επισήμανσή της να λειτουργεί ως «αναχαιτιστικός μοχλός», το ανεπιθύμητο δεν θα αργήσει να επέλεθει…!

Η ιστορία, λένε, πως «πρέπει να διδάσκει… και τα παθήματα να γίνονται μαθήματα»…!

Διαφορετικά…

Για μια ακόμη φορά θα ψαχνόμαστε…!

Ωστόσο, όλοι μας ή τουλάχιστον οι πιο πολλοί από εμάς, είμαστε εκείνοι που αναγνωρίζουμε ότι η «ανταγωνιστική μορφή» του «σύγχρονου» και εμπορευματοποιημένου «αθλητισμού», που έντεχνα υπερθεαματικοποιείται και προβάλλεται είτε «ζωντανά» είτε μέσα από τα διάφορα ΜΜΕ, σε καθημερινή 24ωρη σχεδόν βάση, σε συνδυασμό και με τη σκόπιμα χρησιμοποιούμενη «δική του γλώσσα», που κάνει π.χ. το «παιχνίδι = άθλημα» ή την αρρωστημένη «αθλομανία» (υπόβαθρο της οποίας είναι ο «χρηματίτης αγώνας»…), τη βαφτίζει «πρωταθλητισμό»…, … διαχωρίζει τον αθλητισμό σε «ερασιτεχνικό» και «επαγγελματικό»… ή σε «αγωνιστικό» και «μη αγωνιστικό» κλπ. κλπ., … αποτελεί «συνιστώσα έκφρασης» του Καπιταλιστικού Συστήματος και αποτελεσματικό «εργαλείο» του, μέσω του οποίου:

- αποπροσανατολίζεται

- αποχαυνώνεται και

- οπαδοποιείται το φιλοθεάμον κοινό, προς όφελός του…!

Καθώς, έτσι,

- από τη μια μεριά δυσκολεύεται αφάνταστα η διάδοση, η κατανόηση και η αποδοχή, ιδιαίτερα από του Νέους, του «ιδεολογικού μας λόγου»…, επόμενα και η ανάπτυξη ενός μαχητικού «ανατρεπτικού κινήματος»… και

- από την άλλη μεριά, εδραιώνεται η ιδεολογία του (του Καπιταλισμού…)…, με όλα τα δυσμενή για το Λαό και το Κίνημά του επακόλουθα…!

Πρόκειται, δηλαδή, για την ιδεολογία και τα μέσα που χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο «κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικό σύστημα», που σίγουρα μας βρίσκει «κάθετα» αντίθετους…

Ομως, δεν αρκεί αυτό…

Πρέπει στην καθημερινή μας πρακτική και σε ό,τι αφορά το «σύγχρονο αθλητισμό», που είναι και το θέμα μας…, να λέμε «τα σύκα, σύκα και τη σκάφη, σκάφη»

Με άλλα λόγια, να μην κάνουμε τα «στραβά μάτια» στις εκτροπές και παρεκκλίσεις του…, από όποιον και από όπου κι αν αυτές σημειώνονται.

Το φρούτο των «διχασμένων προσωπικοτήτων» καρπίζει παντού…!

Επόμενα, τίποτα δεν αποκλείει και ένας ακόμα δεδηλωμένος κομμουνιστής να στραβοπατάει…, όταν π.χ. συνδιαλέγεται με άλλους ομοϊδεάτες του ή όχι, συμφωνώντας ή διαφωνώντας μαζί τους, πάνω σε «αθλητικά θέματα»…, είτε από άγνοια είτε από έλλειψη επαρκούς «προβληματισμού» του…, χωρίς και το φταίξιμο να είναι όλο δικό του…!

Παραδείγματα ένα σωρό…!

Οπως π.χ. συντρόφων μας που, με το «Ριζοσπάστη» παραμάσχαλα…, ευρισκόμενοι π.χ. στο καφενείο της γειτονιάς ή κάπου αλλού…, να υπερασπίζονται, διχογνωμώντας μεταξύ τους και με φανατισμό, «το δίκιο» και «το παντεσπάνι»… του ενός και του άλλου, άλλοτε ποτέ «αθλητικού σωματείου της γειτονιάς»…, που καμιά όμως σχέση έχει με το σύγχρονο «πολυεθνικό αγωνιστικό θίασο»… και με τους προκλητικά αμειβόμενους επαγγελματίες αγωνιστές - θεαματοποιούς του… «προς τέρψιν» των παραβρισκόμενων στην παρέα τους, …, επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές…!

Ενώ δε λείπουν και οι δημόσιες δηλώσεις τους, του τύπου:

«Εγώ είμαι» π.χ. με τον Α ή το Β σύγχρονο μεγάλο «ποδοσφαιριστικό πολυεθνικό θίασο»… ποτέ με έναν μικρό…, σαν να πρόκειται για τίτλο τιμής (;) και κοινωνικής καταξίωσής τους…(;).

Ή και το χειρότερο…!

Να γράφονται π.χ. στο «Ριζοσπάστη» ή να ακούγονται από τον «902», ραδιόφωνο και τηλεόραση, οι κομμένες και ραμμένες στο «κουστούμι του κυρίαρχου συστήματος»… φράσεις, όπως π.χ.: «ο τάδε και ο δείνα»… (αναφέρονται με τα παραδοσιακά και ιστορικά τους ονόματα, των πάλαι ποτέ ποδοσφαιριστικών σωματείων της «γειτονιάς», Αθήνας ή και περιχώρων … και όχι με αυτά που στην πραγματικότητα σήμερα εκπροσωπούν, ως ανώνυμες επιχειρήσεις και που στην περίπτωσή τους είναι π.χ. ο «ιντρακομειακός» και ο «μοτορολειακός»…).

«Θα ΜΑΣ (!!!) εκπροσωπήσουν στο Τσάμπιον Λιγκ»…!

Και τα παρόμοια, που επιβεβαιώνουν την άποψή μου που είναι και πολλών άλλων συντρόφων μας, ότι και η διαμορφωθείσα με όρους «αγοράς» σύγχρονη «αθλητική γλώσσα» το «σύστημα» εξυπηρετεί, σε βάρος των συμφερόντων του Λαού…!

Αντί σε κάθε ευκαιρία, από τους ίδιους φορείς, αλλά και από κάθε άλλον του Κόμματος και Ημών των ιδίων να κριτικάρεται ο «σύγχρονος αθλητισμός» και η «γλώσσα του»…, με το σκεπτικό ότι αυτός, όπως κιόλας ειπώθηκε, αποτελεί δύσκολο «αντίπαλο» στην προσπάθεια διάδοσης, κατανόησης και αποδοχής του «ιδεολογικού μας λόγου», ιδιαίτερα από τους Νέους…!

Και δυο ακόμα επισημάνσεις, χωρίς να είναι και οι τελευταίες του είδους, που θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να τις σχολιάσει, συμφωνώντας ή διαφωνώντας…!

Οπως, λοιπόν, όλοι μας δεχόμαστε ότι,

- ένας και μοναδικός είναι ο Σοσιαλισμός…,

(με απλά λόγια: αυτός δηλαδή, που σημείο αναφοράς του έχει την «κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο»…) και συνεπώς, κάθε επιθετικός προσδιορισμός που του προτάσσεται είναι «εκ του πονηρού»…, έτσι,

- ένας και μοναδικός είναι ο αθλητισμός…,

(με απλά λόγια: αυτός δηλαδή, που σημείο αναφοράς του έχει το «στεφανίτη» και τον «περί αρετής αγώνα») και συνεπώς η διάκρισή του π.χ. σε «ερασιτεχνικό» και «επαγγελματικό» (και όχι μόνον…) είναι για άλλους μεν «εκ του πονηρού»…, για άλλους δε «εξ αγνοίας»…!

Ενώ είμαστε ανακόλουθοι με τις «αρχές Μας», κάθε φορά που προτείνουμε την οικονομική ενίσχυση από το Δημόσιο Ταμείο της λεγόμενης Φίλαθλης Ιδιωτικής Πρωτοβουλίας3 που στον καιρό μας (ιδιαίτερα, από θεσπίσεως του ΠΡΟ-ΠΟ, αλλά και κάθε άλλης μορφής «τζόγου»), μόνο τέτοια δεν είναι… Εκτός, βέβαια, από κάποιες «οάσεις» … ενταγμένες όμως και αυτές στο «κυρίαρχο σύστημα»…!

Συντρόφισσες και σύντροφοι.

Θέλω να πιστεύω ότι με αυτά τα ολίγα, έδωσα το «στίγμα» μου … και είμαι βέβαιος ότι θα βοηθήσω στον «προβληματισμό» όλων μας…

Προσοχή, λοιπόν, στο ΤΙ λέμε…, ΠΩΣ το λέμε… και στο ΤΙ εννοούμε…!

Διαφορετικά, ο χαρακτηρισμός της «διχασμένης προσωπικότητας» θα αγγίζει αρκετούς…!

* Ο Πέτρος Παπαγεωργίου είναι γυμναστής - προπονητής.
1. Αθλητισμός = μια ανώτερη, ενωτικής φύσης ψυχοπνευματική λειτουργία και πανανθρώπινη κοινωνική εκδήλωση, που βρίσκει την ιδανική της έκφραση μέσα από τον άδολο, ανιδιοτελή και ανυστερόβουλο σωματικό αγώνα.
2. Ανταγωνισμός = αντιπαλότητα που εκτρέπει το «εγώ» και που νομοτελειακά οδηγεί στο δίκιο του ισχυρότερου…
3. Φίλαθλος Ιδιωτική Πρωτοβουλία = το σύνολο των μη κρατικών φορέων και των φυσικών του προσώπων, που χωρίς ιδιοτέλεια, ως αρωγοί, στις προσπάθειες που καταβάλλει η Πολιτεία, βοηθούν στην ανάπτυξη του αθλητισμού και του υγιούς πνεύματός του.

 

Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

του Μπάμπη Τριλίβα*

H ιστορίατου καπιταλισμού είναι μια διαδοχή μακρών περιόδων - μακρών κυμάτων, είναι η ιστορία των κρίσεών του. Η παρούσα ύφεση είναι μια τυπική φάση πτώσης του μέσου ποσοστού του καπιταλιστικού κέρδους. Περιοδικές υφέσεις - κρίσεις έχουμε όταν η συσσώρευση του κεφαλαίου τείνει να ξεπεράσει την επέκταση των αγορών. Οι αιτίες των υφέσεων - κρίσεων είναι η υπερσσυσώρευση, υποκατανάλωση, πτώση των κερδών. Συσσώρευση του πλούτου σημαίνει συσσώρευση της φτώχειας. Η Συσσώρευση είναι η αιτία, η εγγενής αδυναμία, η μόνη οδός επέκτασης, η αχίλλειος πτέρνα του καπιταλισμού.

Οι υφέσεις - κρίσεις γεννιούνται στην παραγωγή, εμφανίζονται στην κυκλοφορία (Διανομή - Ανταγωνισμός) και έχουν πεδίο τις τιμές και τα κέρδη. Οι πηγές της συσσώρευσης είναι οι τιμές και οι φόροι. Υψηλός ρυθμός συσσώρευσης σημαίνει υψηλές τιμές και υψηλή φορολογία.

Αντικειμενική αιτία της ύφεσης - κρίσης είναι ο Νόμος της Αξίας, ο οποίος επιβάλλεται.

Η Υπερσυσσώρευση περιέχει την άνοδο της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, εξηγεί την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, την υποκατανάλωση, τη μη αξιοποίηση του κεφαλαίου, την υποεπένδυση, την πτώση της συνολικής ζήτησης και των κερδών. Οι παραγωγικές επενδύσεις μειώνονται και αυξάνονται ο εσωτερικός και εξωτερικός δανεισμός, τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος.

Στην αρχή της ύφεσης οι επιχειρήσεις που παράγουν με πολύ χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας κλείνουν. Χρεοκοπίες, απαξίωση, απολύσεις και πρώτη υποχώρηση της συνολικής ζήτησης.

Για τις επιχειρήσεις που παράγουν με οριακό κέρδος, καμιά πτώση του τραπεζικού επιτοκίου δεν μπορεί να προκαλέσει την αύξηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Στην αρχή της ύφεσης τα τραπεζικά επιτόκια είναι μειωμένα και αυξάνουν κατακόρυφα την παραμονή της κρίσης.

Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να αποφύγουν την πτώση των κερδών, χωρίς τη βοήθεια του κράτους και των τραπεζών, οι οποίες χάριν επικερδών επενδύσεων θα ρισκάρουν περισσότερο τα κεφάλαιά τους.

Ο Κρατικός καθορισμός των κερδών γίνεται με τη φορολογία.

Η ζήτηση και η προσφορά κυκλοφοριακού κεφαλαίου - πιστώσεων, σε πρώτη φάση, παραμένει υψηλή διότι οι τράπεζες αποφεύγουν απώλειες από ήδη χορηγηθέντα και επενδυμένα κεφάλαια οπότε προκαλείται τεχνητή υπερθέρμανση, ένας πιστωτικός πληθωρισμός.

Η παρέμβαση του κράτους και των τραπεζών δεν μπορούν να χειραφετήσουν τον καπιταλισμό από το Νόμο της Αξίας. Το κεφάλαιο εκείνο που επενδύεται σε μέσα παραγωγής αυξάνει ταχύτερα από εκείνο που επενδύεται σε απασχόληση, οπότε αλλάζει η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και μειώνεται η ενεργός ζήτηση.

Μια δεύτερη υποχώρηση της συνολικής ζήτησης προκαλεί νέα πτώση παραγωγής, κερδών. Το κράτος και οι τράπεζες επιχειρούν να στηρίξουν τις μεγάλες επιχειρήσεις, τις χρεωμένες, τις μισοχρεοκοπημένες, εμποδίζοντας τη δράση του Νόμου της Αξίας και την εξυγίανση μέσω μιας βαθιάς ύφεσης - κρίσης και έτσι οι αιτίες θα παραμείνουν και θα δράσουν αργότερα, οδηγώντας σε μια νέα κυκλική βαθύτερη ύφεση στο μέλλον, νέα βαθύτερη ύφεση μέσα στην κύρια ύφεση, ενισχυμένη από τις συνέπειες της εφαρμοσμένης πληροφορικής, αυτοματισμού και ρομποτικής και την αντικατάσταση της μέσης παραγωγικής εργασίας σε παγκόσμια κλίμακα, στρέφοντας το παγκόσμιο πολιτικο-ιδεολογικό εκκρεμές προς τα αριστερά και την ανάγκη παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Κάθε φάση και προσπάθεια αναθέρμανσης θα ακολουθείται από βαθύτερη ύφεση και κάθε φορά ο πυροδότης της ύφεσης μπορεί να είναι διαφορετικός. Στη φάση αυτή οι τράπεζες ανεβάζουν το τραπεζικό επιτόκιο.

Την παραμονή του κραχ αυξάνονται ακόμη οι επενδύσεις. Ο ανταγωνισμός και η ύφεση οδηγούν στα Μονοπώλια. Αρχίζει η κρίση. Ακολουθούν οι χρεοκοπίες χρεωστών και πιστωτών.

Ο ρόλος της κρίσης είναι να κλαδέψει τα νεκρά κλαδιά, τις λιγότερο αποδοτικές επιχειρήσεις. Δρα ο Νόμος της Αξίας. Παράλληλα με την εξυγίανση του καπιταλισμού σχηματίζεται ο εφεδρικός στρατός, μια μεγάλη άνεργη μάζα, φτηνή εργατική δύναμη, χρήσιμη για την επόμενη φάση της ανάκαμψης και ανάπτυξης του καπιταλισμού…

Οι ΠΥΡΟΔΟΤΕΣ υφέσεων και κρίσεων είναι τα χρηματιστικά σκάνδαλα, τραπεζικός πανικός, μαζικές χρεοκοπίες, τεχνητές ελλείψεις α΄ υλών, κερδοσκοπία στις α΄ ύλες - πετρέλαιο και οι εκτεταμένες φυσικές καταστροφές, όπως στις ΗΠΑ. Αλλο πυροδότης και άλλο αιτία της κρίσης.

Οι οικονομολόγοι επιχειρούν μέσω της Νομισματικής Θεωρίας, του ελέγχου των πιστώσεων, των επιτοκίων να επιδράσουν στις κυκλικές διακυμάνσεις. Στη φάση της ύφεσης κυρίαρχη θέση έχουν οι τράπεζες και στη φάση της κρίσης το κράτος. Κάθε προσπάθεια για αναθέρμανση και ανάκαμψη θα είναι πληθωριστικού τύπου.

Ο Νόμος της καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι αντιστρόφως ανάλογος του Νόμου της Κοινωνικής ανάπτυξης. Η περίοδος της κρίσης είναι μια περίοδος κρίσης για την ανθρωπότητα και μια ευκαιρία υπέρβασης του καπιταλισμού και σοσιαλιστικής μετάβασης.

Η Σοσιαλιστική επανάσταση είναι εξαρτημένη μεταβλητή. Προϋποθέτει αφενός τη ΓΕΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ του καπιταλισμού, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ κρίσης και αφετέρου την ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ του καπιταλισμού, η οποία προϋποθέτει έναν πολύμορφο αγώνα και τελικά μια νικηφόρα σύγκρουση και παγκόσμια επικράτηση, την ικανότητα διατήρησής της και ποιοτικής εξέλιξης.

* Ο Μπάμπης Τριλίβας είναι οικονομολόγος.

 

ΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΤΕΤΟΙΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΤΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, ΤΙΘΕΤΑΙ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΜΕ;

του Τάκη Βαρελά*

Mε αφορμή τις εκτιμήσεις για τις υστερήσεις, στην τυποποίηση, στο περιεχόμενο και την ποιότητα της προπαγάνδας αλλά και γενικότερα των επισημάνσεων των θέσεων που αναφέρονται σε θέματα προπαγάνδας.

Κατά αρχήν να συμφωνήσουμε ότι η προπαγάνδα, ως μέσο, αποτελεί διαρκές συστατικό στοιχείο της γενικότερης ιδεολογικής πάλης που διεξάγεται σε όλα τα επίπεδα, ανάμεσα στην εργατική τάξη από τη μια και του κεφαλαίου από την άλλη.

Η προπαγάνδα από τη φύση της έχει ως αντικειμενικό σκοπό να υπηρετεί πάντα το στρατηγικό μας στόχο.

Στις συνθήκες σκληρού καπιταλισμού που ζούμε, θα ήταν αδιανόητο για τους κομμουνιστές να έχουν αυταπάτες, ότι το κεφάλαιο θα διαπραγματευόταν έστω και μέσα σε αυτή την αστική δημοκρατία και στον κατ’ επίφαση πλουραλισμό, να προβάλλει, να αναδείξει, πόσο μάλλον να διαθέσει τα επικοινωνιακά μέσα (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδες, περιοδικά, εκδοτικούς οργανισμούς κλπ.), προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις να ανοίξουν δρόμο στην κατεύθυνση που θέτει το ΚΚΕ.

Οι κομμουνιστές λοιπόν επιβάλλεται, περισσότερο από άλλοτε, να έχουν καθημερινό, ανοιχτό μέτωπο στην προπαγάνδα του ταξικού αντιπάλου όπου, όπως και όποτε και όταν αυτή εκφράζεται.

Στη θέση 81 η ΚΕ του ΚΚΕ εκτιμά ότι «σε ορισμένες περιπτώσεις τυποποίηση εμφανίζεται, σε διάφορες μορφές στο περιεχόμενο και την ποιότητα της προπαγάνδας».

Η εκτίμησή μου είναι ότι η τυποποίηση προκύπτει από εγγενείς αδυναμίες και φόβους ή ακόμη και ανησυχίες των στελεχών του κόμματος, ως προς το αν προβάλλουμε αποτελεσματικά τις θέσεις του κόμματος σε συνάρτηση με τη γνώση της κοσμοθεωρίας μας. Φυσιολογικό λοιπόν είναι να αναπαράγεται και να τυποποιείται η προπαγάνδα μας, εφόσον η χωρίς επεξεργασία επανάληψή της είναι κάτι σαν ξαναζεσταμένο φαγητό. Απουσιάζει η φρεσκάδα της επικαιρότητας κλπ.

Υπάρχουν συνταγές στην προπαγάνδα και την ιδεολογική πάλη και από πού θα αντληθούν;

Η πρώτη βρίσκεται στη σχέση που έχουν τα μέλη του κόμματος και οι κομματικές οργανώσεις με την κοινωνία.

Η δεύτερη στην ανάπτυξη και την αποτελεσματικότητα των αγώνων, στην κατεύθυνση που θέλουμε.

Η τρίτη από την εμπειρία του κόμματος αλλά και από την εμπειρία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Τα παραπάνω και σε συνδυασμό με τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις, όπως αυτές θα προσδιορίζονται την κάθε φορά, μπορούν να εξάγουν πολλά συμπεράσματα, ικανά να χρησιμοποιηθούν στην προπαγάνδα μας αποτελεσματικά.

Από την άποψη αυτή σωστά βάζουν οι Θέσεις το θέμα, ότι πρέπει να διαμορφώσουμε τέτοιες υποδομές και τεχνικές προκειμένου να υποστηρίξουμε καλύτερα την προπαγάνδα μας.

Να ξεκαθαρίσουμε από πριν, σε ποιους κάθε φορά απευθυνόμαστε.

Ποιοι, πού, πώς, πότε, πόσο και γιατί.

α) Να καθορίζουμε το κοινό - στόχο που θέλουμε να απευθυνθούμε κάθε φορά, κοινωνικοοικονομικά, γεωγραφικά, κατά φύλλο και ηλικία.

β) Τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουμε για κάθε μας προπαγανδιστική ενέργεια.

γ) Να έχουμε πρόγραμμα και χρονοδιάγραμμα μέσων.

δ) Να καθορίζουμε τη δημιουργική στρατηγική και τα επιχειρήματα που θα χρησιμοποιήσουμε.

ε) Χτίσιμο διαχρονικής αναγνωρίσιμης ταυτότητας του κόμματος.

Αν δεν δούμε τις αδυναμίες μας, ποτέ δεν θα ανακαλύψουμε τα πλεονεκτήματά μας.

Κατά την άποψή μου οι αδυναμίες της προπαγάνδας μας, όσον αφορά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, έχουν πολλές παραμέτρους

Η πρώτη αδυναμία εκπορεύεται από τη γενικότερη αδύνατη ιδεολογική κατάρτιση των μελών αλλά και των στελεχών μας και αφορά τις γενικές αρχές της κοσμοθεωρίας μας, των στρατηγικών και των τακτικών στόχων του κόμματος, όπως αυτές έχουν εκφραστεί από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα. Επίσης οι επιπτώσεις από την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα στην προπαγάνδα μας, όσον αφορά το στρατηγικό στόχο του κόμματος.

Η δεύτερη αδυναμία προέρχεται από τη μη κατανόηση του τι σημαίνει ποιοτικά χαρακτηριστικά της προπαγάνδας μας, η οποία είναι αδιάρρηκτα δεμένη με την πρώτη.

Η τρίτη αδυναμία μας σαφώς προέρχεται από τη λειψή γνώση των θέσεων και των λαϊκών προβλημάτων που βάζουν και οι θέσεις στην ίδια παράγραφο, αλλά, θα συμπλήρωνα, και την αδυναμία να συνδυάζονται με την πολιτική μας θέση, προκειμένου να γίνεται σύγκριση σε επίπεδο οικονομικών συστημάτων, αλλά και πολιτικών εκφραστών.

Αλλωστε δεδομένο για εμάς είναι ότι η αλήθεια έχει ταξικό περιεχόμενο και δεν είναι μια γενική και αφηρημένη έννοια.

Η ξερή καταγραφή των προβλημάτων, η απλή αποτύπωσή τους, ο καταγγελτικός και μόνο λόγος, σήμερα, δε μας φτάνει αν δε συνοδεύεται με προβολή των βασικών αιτιών που τα γεννάει, δίνοντας παράλληλα την ουσιαστική λύση που είναι ο σοσιαλισμός, έτσι όπως διατυπώνεται από το ΚΚΕ .

Δυστυχώς, μιλάμε για αυτά που ξέρουμε εμείς και όχι για αυτά που ενδιαφέρουν και πρέπει να μάθουμε από το συνομιλητή μας προκειμένου να κάνουμε πειστικό και δημιουργικό διάλογο.

Δε μας ταιριάζει να είμαστε απλοί μεταφορείς και πρακτικιστές, μας αξίζει ο δημιουργικός παραστατικός λόγος, αυτός βγαίνει από τα συμπυκνωμένα συμπεράσματα της ζωής του καθενός και η δημιουργική, αληθινή φρέσκια γλώσσα της ταξικής πάλης.

Η προπαγάνδα όμως πρέπει να έχει ύφος και ήθος, να έχει μέθοδο, προϋποθέτει μελέτη του κοινού που θα πάμε να μιλήσουμε, προϋποθέτει από τα πριν συλλογή πληροφοριών για το κοινό που θα μιλήσουμε, μα πάνω από όλα απαιτεί τεκμηριωμένη γνώση της πολιτικής μας.

Εντελώς διαφορετικός πρέπει να είναι ο λόγος μας, το ύφος μας και τα επιχειρήματά μας όταν μιλάμε σε προσωπικό επίπεδο και εντελώς διαφορετικός όταν μιλάμε σε εξειδικευμένο ακροατήριο με προσδιορισμένα κοινωνικοοικονομικά και ηλικιακά χαρακτηριστικά.

Και στις δύο περιπτώσεις όμως ο λόγος μας πρέπει να είναι φρέσκος, καυστικός, πειστικός, διεισδυτικός, με ουσία, να κερδίζει την εμπιστοσύνη. Να είναι αξιόπιστος λόγος, έργου και πράξης.

Οταν μιλάμε όμως σε ακροατήριο, στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο και αυτό αφορά ιδιαίτερα τα στελέχη του κόμματος, οι ανάγκες εκεί, λόγω της γενίκευσης των πολιτικών μας θέσεων, του χρόνου που μας διαθέτουν, απαιτούνται ειδικές τεχνικές και μέθοδοι, που σωστά επισημαίνει η ΚΕ ότι πρέπει να διαμορφωθούν μέσα κατάλληλες υποδομές

Κατά την άποψή μου, δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Είναι σημαντικό όμως να τονίσω, από άποψη επικοινωνιακών χαρακτηριστικών, τα εργατικά στελέχη, ιδιαίτερα αυτά που προέρχονται από την καθημερινή και έντονη ταξική πάλη, έχουν μια αυθεντικότητα, περισσότερη πειστικότητα στο λόγο, είναι πιο αναγνωρίσιμα, λόγω της έντονης συμμετοχής τους στο μαζικό κίνημα.

Πιστεύω ότι στα εργατικά στελέχη βρίσκεται το μεγάλο μας πλεονέκτημα. Τα μέλη και τα στελέχη αυτά, εφόσον βοηθηθούν, μπορούν να παίξουν το ρόλο αυτό.

Από την ικανότητα αυτών στελεχών εξαρτάται κατά πολύ μεγάλο βαθμό και η προπαγανδιστική επιχειρηματολογία των μελών και των φίλων του κόμματος να προβάλλουν καθημερινά την πολιτική μας.

Η ΚΕ του ΚΚΕ στη θέση 81 εστιάζει τις αδυναμίες της προπαγάνδας «σε μια γενική γνώση των θέσεων και των λαϊκών προβλημάτων, λειψή γνώση της τακτικής και της ταξικής προπαγάνδας του ταξικού αντιπάλου της ευελιξίας και των διαφοροποιήσεων που παρουσιάζουν οι πολιτικοί του εκφραστές και ο οπορτουνισμός».

Τα ελληνικά ΜΜΕ, το τελευταίο διάστημα, εναρμονίζονται πλήρως, τόσο σε επίπεδο περιεχομένου όσο και σε επίπεδο οικονομικών συμφερόντων, με μεγάλους διεθνείς επικοινωνιακούς ομίλους.

Η ανάγκη διαχείρισης της πραγματικής κρίσης προϋποθέτει για το κεφάλαιο ΜΜΕ που θα είναι ικανά να καταστείλουν - να φιμώσουν με τον τρόπο τους ό,τι μπορεί να τους αντισταθεί.

Τα ΜΜΕ για λογαριασμό του κεφαλαίου διεθνώς θα πρέπει να λειτουργήσουν ως ιδεολογική εμπροσθοφυλακή καταστολής των κοινωνικών εντάσεων.

Ο στρατηγικός τους προπαγανδιστικός στόχος τους ορίζεται από το τετράπτυχο:

Παγκόσμια οικονομία, Παγκόσμια εικόνα, Παγκόσμια media, Παγκόσμια κυριαρχία.

Καθημερινά ορίζουν το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο των συζητήσεων εκατομμυρίων ανθρώπων.

Στην ουσία είναι επίσημοι προπαγανδιστές του συστήματος, οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης και χρησιμοποιούν όλα τα εκφραστικά μέσα.

Αυτή η εξέλιξη είναι επιπλέον ένα σοβαρό πρόβλημα στη διεξαγωγή της διεθνούς ταξικής πάλης και τίθεται το ερώτημα:

Μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε;

Πιστεύω πως ναι.

Είναι καιρός να βουτήξουμε στο μεγάλο σχολείο της προπαγάνδας της 90χρονης ιστορίας του κόμματος, της Εθνικής Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού.

Ισως να μετρήσουμε εκατοντάδες εφημερίδες και περιοδικά, για κάθε πόλη και κάθε κλάδο. Εφημερίδες που οργάνωσαν τους αγώνες και δημιούργησαν κάτω από αντίξοες συνθήκες ένα δυναμικό δίκτυο προπαγάνδας στην υπηρεσία του κόμματος και των αγώνων του.

Πρέπει να επεξεργαστούμε την προπαγάνδα μας και μέσω των ηλεκτρονικών ΜΜΕ, για κάθε κλάδο, για κάθε πόλη. Η δυνατότητα των μέσων αυτών από τη φύση τους προσδίδουν οργάνωση - ταχύτητα - εγκυρότητα - επικαιρότητα.

Ως κόμμα οφείλουμε να ανοίξουμε δρόμους, να χρησιμοποιήσουμε όλα τα σύγχρονα μέσα, αλλά πάνω απ’ όλα οφείλουμε να δυναμώσουμε τη δράση μας για ένα ισχυρό κόμμα, ικανό να ανταποκριθεί στην ιστορική του αποστολή.

* Ο Τάκης Βαρελάς είναι διαφημιστής.

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΕΫΝΣ ΣΤΟ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΑ;

του Γιώργου Γαζή

H οικονομική κρίση που διαρκεί σχεδόν ένα χρόνο τώρα έχει οδηγήσει τις κυβερνήσεις όλων σχεδόν των χωρών σε εκτεταμένες παρεμβάσεις για τη σωτηρία των επιμέρους καπιταλιστών αλλά και του συστήματος γενικότερα. Βέβαια η έξοδος από την κρίση στα πλαίσια του καπιταλισμού είναι εφικτή κάτω από δύο βασικές προϋποθέσεις:

Την αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης της εργασίας.

Την καταστροφή του λιγότερο παραγωγικού μέρους του κεφαλαίου1.

Με τον τρόπο αυτό αποκαθίσταται η κερδοφορία του κεφαλαίου και ένας νέος κύκλος συσσώρευσης ξεκινά. Συνεπώς ο ρόλος των διαφόρων πακέτων δισεκατομμυρίων ευρώ ή δολαρίων είναι να μειώσουν το εύρος και τη διάρκεια της ύφεσης όχι όμως να αποτρέψουν την εκδήλωση της κρίσης ή το ξεπέρασμα της. Ο ρόλος αυτός του κράτους ερμηνεύεται από πολλούς κυρίως σοσιαλδημοκράτες σαν μία επιστροφή στην κεϋνσιανή ρύθμιση.

Είναι αλήθεια ότι στη διάρκεια των 3 πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών οι καπιταλιστικές χώρες της Δύσης γνώρισαν μία άνευ προηγούμενου οικονομική ανάπτυξη που συνοδεύτηκε από μία σημαντική βελτίωση του επίπεδου διαβίωσης της εργατικής τάξης γενικά. Βελτίωση από την οποία σε μεγάλο βαθμό εξαιρέθηκαν οι ανειδίκευτοι και οι μετανάστες. Η «χρυσή» εικοσιπενταετία θεωρήθηκε σαν η επιβεβαίωση της ικανότητας του καπιταλισμού να παράγει κέρδη, αλλά και να επιτυγχάνει μία αναδιανομή του εισοδήματος.

Η μεταπολεμική μεγέθυνση δε βασίστηκε στην αύξηση των κρατικών δαπανών, αλλά σε 2 θεμελιώδεις παράγοντες:

- Την αυξημένη γενική παραγωγικότητα.

- Το σχετικά ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων για την εργατική τάξη.

Η αύξηση της παραγωγικότητας βασίστηκε στην εξέλιξη της τεχνολογίας που απαιτούσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, καθώς και στην τεράστια καταστροφή του παγίου κεφαλαίου σαν αποτέλεσμα του πολέμου. Η ίδια η μεγέθυνση που ακολούθησε ανατροφοδότησε την περαιτέρω αύξηση της παραγωγικότητας.

Η αυξημένη παραγωγικότητα, αυξάνοντας την παραγόμενη υπεραξία, έκανε δυνατή την ταυτόχρονη αύξηση των κερδών, των μισθών και των κρατικών δαπανών. Η δυνατότητα αυτή μετατράπηκε σε πραγματικότητα λόγω του ευνοϊκού προς την εργατική τάξη συσχετισμού των δυνάμεων. Οι λόγοι ήταν κυρίως δύο:

- Η προσπάθεια ανάσχεσης του κομμουνισμού που υποχρέωσε την αστική τάξη να αναζητήσει συμμαχίες σε ευρύτερα στρώματα της εργατικής τάξης.

Η καταρχήν έλλειψη εργατικού δυναμικού σαν αποτέλεσμα επίσης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που αύξησε σημαντικά τη διαπραγματευτική ισχύ των συνδικάτων.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι αντίθετα με την επικρατούσα άποψη η κεϋνσιανή ρύθμιση δεν ήταν η προϋπόθεση αλλά το αποτέλεσμα αυτής της συγκυρίας. Οι κρατικές δαπάνες προέρχονται είτε από τη φορολογία της σημερινής υπεραξίας είτε από το δανεισμό που και αυτός όμως θα πληρωθεί από τη φορολογία της μελλοντικής υπεραξίας.

Η μεγάλη κρίση του 1929-1932 δεν ξεπεράστηκε με το New Deal που θεωρείται η απαρχή του κεϋνσιανισμού παρά μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η διευρυμένη αναπαραγωγή και συσσώρευση του κεφαλαίου φτάνει πάντα σε κάποια όρια που θέτει η εκάστοτε οικονομική κοινωνική πραγματικότητα και το επίπεδο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης και αυξημένες κρατικές δαπάνες απαλύνουν τις επιπτώσεις της κρίσης αλλά δε μπορούν να βγάλουν το σύστημα από αυτή. Για να ξεπεραστεί η κρίση πρέπει να καταστραφεί είτε αξιακά είτε ακόμη καλύτερα φυσικά μέρος του υπάρχοντος κεφαλαίου. Με αυτό τον τρόπο η δεδομένη υπεραξία αντιστοιχεί σε μικρότερο κεφάλαιο και σα συνέπεια αποκαθίσταται το ποσοστό κέρδους. Η αποκατάσταση αυτή οδηγεί σε νέες επενδύσεις και αυξανόμενο ρυθμό συσσώρευσης. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ακριβώς αυτό. Χωρίς να υπονοείται ότι αυτή ήταν η πραγματική αιτία, το οικονομικό αποτέλεσμα του πολέμου ήταν μία άνευ προηγουμένου καταστροφή του πάγιου κεφαλαίου και η μεταπολεμική του ανανέωση ήταν η γενεσιουργός αιτία της μεταπολεμικής μεγέθυνσης.

Ωστόσο η συγκυρία αυτή έφτασε στο τέλος της περίπου στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και από τότε ο καπιταλισμός έχει εισέλθει σε μία μακροχρόνια δομική κρίση που δεν πρέπει να συγχέεται με τις συγκυριακές κρίσεις υπερπαραγωγής ή εναλλακτικά υπερσυσσώρευσης όπως η σημερινή. Η βασικότερη αιτία της δομικής κρίσης βρίσκεται στην κάμψη του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας. Οι λόγοι για την κάμψη αυτή είναι πολλοί οι βασικότεροι όμως είναι οι παρακάτω:

- Η χαμηλότερη παραγωγικότητα του τομέα των υπηρεσιών σε συνδυασμό με την αυξημένη συμμετοχή του στο συνολικό προϊόν.

- Η αντίσταση της εργατικής τάξης στη συνεχιζόμενη εντατικοποίηση της εργασίας.

Η σχετική αδράνεια που επιδεικνύει το μονοπωλιακό κεφάλαιο στην ανανέωση του πάγιου εξοπλισμού του.

Η αργούσα παραγωγική δυναμικότητα του κεφαλαίου σαν αποτέλεσμα της υπερσυσσώρευσης.

Με δεδομένο το ύψος των κρατικών δαπανών και το βαθμό εκμετάλλευσης η χαμηλότερη αύξηση της παραγωγικότητας έχει σαν αποτέλεσμα την πτώση της κερδοφορίας και άρα θέτει σε κίνδυνο τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Η μόνη διέξοδος για το κεφάλαιο είναι ν’ αυξήσει το μερίδιό του στη, με βραδύτερους πλέον ρυθμούς, αυξανόμενη συνολική αξία και υπεραξία. Αυτή είναι και η ουσία της περίφημης νεοφιλελεύθερης ρύθμισης που απαιτεί:

- Μείωση του εργατικού κόστους (άμεσου & έμμεσου όπως αυτό καθορίζεται από τις κρατικές παροχές).

- Ανοιγμα των αγορών όλων των χωρών για να ξεπεραστεί η αδυναμία της αύξησης της τοπικής ζήτησης αλλά και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός.

- Ιδιωτικοποιήσεις σαν αποτέλεσμα της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου αλλά και της πτώσης του ποσοστού κέρδους στις άλλες δραστηριότητες που μετατρέπει κάποιες δραστηριότητες του τομέα των υποδομών σε ελκυστικές.

Η ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων καθώς και η υποχώρηση της επιρροής, ειδικότερα από τη δεκαετία του ’90 και μετά, των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων στις καπιταλιστικές χώρες μεταβάλλει το συσχετισμό δύναμης σε βάρος της εργατικής τάξης και ανοίγει το δρόμο στο κεφάλαιο για μία εκ νέου επίθεση στο μερίδιο της εργατικής τάξης στην παραγόμενη αξία.

Η συσσώρευση του κεφαλαίου, αν και αυξάνει το προλεταριάτο σε απόλυτο αριθμό, από την άλλη μειώνει τη ζήτηση για εργασία αναλογικά με το αυξανόμενο κεφάλαιο. Συνεπώς η συσσώρευση του κεφαλαίου είναι ταυτόχρονα και συσσώρευση της μιζέριας και της φτώχειας για την εργατική τάξη. Σύμφωνα με το Μαρξ αυτός είναι και ο απόλυτος νόμος της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Η ιστορία του καπιταλισμού αν τη δούμε παγκόσμια και ανά τους αιώνες και όχι μόνο σε ορισμένες οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες και για ορισμένο χρονικό διάστημα είναι μία σειρά επαναλαμβανόμενων κρίσεων, μακροχρόνιων περιόδων ύφεσης καθώς και μίας μακροχρόνιας τάσης οικονομικής καχεξίας. Οι περίοδοι δικαιότερης κατανομής της παραγόμενης υπεραξίας είναι απλώς σύντομα διαλείμματα και δεν χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό σαν σύστημα.

Η γρήγορη συσσώρευση του κεφαλαίου οδηγεί στη δημιουργία μονοπωλίων που με τη σειρά τους οδηγούν στη μονοπώληση της επιστήμης και της τεχνολογίας και την υποταγή τους στα συγκεκριμένα συμφέροντα του κεφαλαίου. Αυτό εμποδίζει την αύξηση της παραγωγικότητας στον εναπομείναντα ανταγωνιστικό ή μη-μονοπωλιακό τομέα της οικονομίας. Εμποδίζει επίσης την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στις υπανάπτυκτες χώρες, εκτός και αν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα των συγκεντρωμένων κεφαλαίων και των κυρίαρχων καπιταλιστικών χωρών. Τέλος η μονοπώληση της παγκόσμιας αγοράς βάζει το μεγαλύτερο μέρος της παγκοσμίως παραγόμενης υπεραξίας στα χέρια ενός ελάχιστου αριθμού πολυεθνικών κεφαλαίων με αντίτιμο την αυξημένη εξαθλίωση του παγκόσμιου πληθυσμού. Η υπεραξία παράγεται παγκόσμια ιδιοποιείται όμως εθνικά. Ετσι σήμερα η παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δύναμη καταστροφής που απειλεί όχι μόνο με νέους πολέμους, αλλά με την ίδια αυτή την καταστροφή του πλανήτη. Το καπιταλιστικό σύστημα έχει προ πολλού πάψει να είναι ένα όχημα για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, είναι πλέον στο στάδιο όπου θα πρέπει να αλλάξουν οι σχέσεις παραγωγής.

Η επιστροφή στην κεϋνσιανή ρύθμιση είναι απίθανη με βάση τη σημερινή κατάσταση. Η επανάληψη της προϋποθέτει ανάλογης έκτασης εκατόμβη τόσο σε ανθρώπους όσο και σε κεφάλαιο. Τόσο ο κεϋνσιανισμός όσο και νεοφιλελευθερισμός είναι οι διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος, δηλαδή της ρύθμισης που το συνολικό κεφάλαιο μέσω του κράτους και των διεθνών οργανισμών θέτει σε εφαρμογή με αποκλειστικό στόχο την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συστήματος. Συνεπώς η εργατική τάξη δεν έχει κανένα όφελος να στοιχηθεί πίσω από τη μία ή την άλλη πλευρά. Οποιος πιστεύει ότι αυτό το σύστημα μεταρρυθμίζεται, πλανάται πλάνη μεγάλη ή απλώς έχει συμφέρον στη συνέχιση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο με λίγο καλύτερους όρους. Η εργατική τάξη όμως έχει ένα και μόνο συμφέρον, συσπειρωμένη γύρω από το κόμμα της νέου τύπου να δώσει τη μάχη για την ανατροπή του συστήματος και την εγκαθίδρυση του Σοσιαλισμού.

Καλή επιτυχία στο 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ.

1. Καταστροφή με όρους αξίας ή φυσική καταστροφή.

 

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΤΟΥ «ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ» ΣΤΟΝ «ΚΡΑΤΙΚΟΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ» (ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ - ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ) ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΠΑΛΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

του Κώστα Χάρη*

Oι πολιτικοοικονομικές συνθήκες αλλάζουν ραγδαία με την ένταξη των ευρωπαϊκών χωρών στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Εάν οι χώρες, πριν την ένταξή τους στην ΕΕ, είχαν κάποιο «Δημοκρατικό Εποικοδόμημα», με την ολοκλήρωση της ΟΝΕ και της Πολιτικής Ενοποίησης το νέο πολιτικό εποικοδόμημα στην ΕΕ θα αποτελεί στροφή από την «Αστική Δημοκρατία» προς την πολιτική αντίδραση, γιατί υπάρχει υπεσυσσώρευση και υπεσυγκέντρωση αμύθητου πλούτου στην Ολιγαρχία του πλούτου.

Το «Αστικό Κράτος Πρόνοιας» που γνωρίσαμε δεν πρόκειται να επανέλθει, χάθηκε πλέον για πάντα, αφού όλοι οι κρατικοί οργανισμοί και επιχειρήσεις έχασαν την κρατική «κοινωνική» υπόστασή τους, δεν υπόκεινται σε κρατικό έλεγχο, έχουν ξεπουληθεί στους κεφαλαιοκράτες. Ομως, οι κεφαλαιοκράτες από τη μύγα ξύγκι βγάζουν. Κοινωνική Πολιτική θα εξασκήσουν;

Το Μονοπωλιακό Κεφάλαιο για να αποζημιωθεί για τις απώλειες που είχε στην παγκόσμια αγορά από την περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού, αντεπιτίθεται μετά την ανατροπή και μειώνει το μερίδιο των εργαζομένων από το προϊόν της εργασίας τους. Στοχεύει στην αφαίρεση κοινωνικών κατακτήσεων ολόκληρου του προηγούμενου αιώνα, που αποκτήθηκαν με πολιτικές παραχωρήσεις από τους Καπιταλιστές. Κάτω από σκληρούς και ματωμένους αγώνες και από το φόβο της ανατροπής μην έρθει ο κομμουνισμός, δίνανε παροχές για τη βελτίωση του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου των εργαζομένων.

Ετσι παρατηρούμε, π.χ. ότι κατά την περίοδο του «υπαρκτού Σοσιαλισμού» και πριν την ένταξη των χωρών στην ΕΕ:

Η αγοραστική δύναμη του μισθού και της σύνταξης, το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και το «κοινωνικό κράτος Πρόνοιας» ήταν σχετικά ικανοποιητικά και τα έσοδα των χωρών από φόρους του λαού ανεκτά-χαμηλά.

Μετά την ανατροπή του «υπαρκτού Σοσιαλισμού» και την ένταξη των χωρών στην ΕΕ:

Η αγοραστική δύναμη του μισθού και της σύνταξης, το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και το «Κοινωνικό Κράτος Πρόνοιας» εξανεμίστηκαν, ενώ τα έσοδα των χωρών από φόρους αυξήθηκαν σημαντικά.

Βλέπουμε ότι από τις αναδιαρθρώσεις και την ανακατανομή του ΑΕΠ το μεγαλύτερο μερίδιο δίνεται στην ολιγαρχία του πλούτου, για να ανταπεξέλθει στον ανελέητο ανταγωνισμό που συμπιέζει τις οικονομίες των χωρών και δημιουργεί υπαρξιακά προβλήματα επιβίωσης των λαών. Παράλληλα, σε ηθικό επίπεδο έχουμε: Διεύρυνση της ευτέλειας, του εκφυλισμού, της διαφθοράς, της σήψης, της δυσοσμίας, που μολύνει τον ιστό της δημόσιας ζωής της χώρας.

Οι ποιοτικές αλλαγές που προκύπτουν από την ένταξη της χώρας στην ΕΕ, από τη χαμηλή βαθμίδα «Κρατικό Καπιταλισμό», στην ανώτερη βαθμίδα «κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό» (Ιμπεριαλισμό - Παγκοσμιοποίηση) εκδηλώνονται με τρεις κατηγορίες:

Πρώτον στις περιπτώσεις που οι αλλαγές ενισχύουν τους υποκειμενικούς παράγοντες.

Δεύτερον στις περιπτώσεις που οι αλλαγές επιδρούν αρνητικά σε όλα τα επίπεδα της ζωής των εργαζομένων, στο πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό.

Τρίτον στις περιπτώσεις που οι αλλαγές επιδρούν στην αλλαγή της διαστρωμάτωσης του συσχετισμού της κοινωνίας, που δημιουργούν τις δυνατότητες στην Εργατική Τάξη να αναπτυχθεί για οργανωμένη μαζική πάλη και να αντεπιτεθεί, να αλλάξει την κατάσταση προς όφελός της. Μια και θεωρούμε ότι νομοτελειακά, ο ιμπεριαλισμός είναι μεταβατικό στάδιο προς το Σοσιαλισμό. Οι αλλαγές αυτές εκδηλώνονται:

Με τη μείωση σε ποσοστά και σε απόλυτους αριθμούς της αστικής τάξης και ο μετασχηματισμός της σε «ιμπεριαλιστική αστική τάξη», μέσα από τη διαπλοκή της με το Διεθνές Κεφάλαιο.

Με τη δραστική μείωση σε ποσοστά και σε απόλυτους αριθμούς της μικρομεσαίας αγροτικής και αστικής τάξης και του μετασχηματισμού τους σε προλετάριους και μισθωτούς.

Με την αύξηση σε ποσοστά και σε απόλυτους αριθμούς του προλεταριάτου και των μισθωτών εργαζομένων και συνολικά της Εργατικής Τάξης.

Με την αύξηση σε ποσοστά και σε απόλυτους αριθμούς των ημιαπασχολούμενων και των ανέργων.

Οπως βλέπουμε οι αντικειμενικοί παράγοντες που καθορίζουν τη συνείδηση των ανθρώπων έχουν ωριμάσει: Οι υλικοί όροι μέσα στους κόλπους του Ιμπεριαλισμού, η ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων που δε χωράει νέες ανώτερες, η γιγάντια κοινωνικοποίηση της εργασίας από τον ιμπεριαλισμό, οι διαρκώς αυξημένες αντιθέσεις της ιμπεριαλιστικής οικονομίας προετοιμάζουν το θάνατο του ιμπεριαλισμού, είναι μεταβατική περίοδος προς την «Κοινωνική Επανάσταση».

Από τα παραπάνω διαπιστώνεται ποια είναι η κατεύθυνση των πολιτικοοικονομικοκοινωνικών εξελίξεων και πώς θα πρέπει οι ταξικές δυνάμεις να αντιπαλέψουν πολιτικά και συνδικαλιστικά την πηγή που γεννά τις συνέπειες αυτών των εξελίξεων ως το τέλος.

Για να υπάρχει η ενίσχυση του χαρακτήρα της αποφασιστικής αντεπίθεσης, χρειάζεται να γνωρίζουμε ότι η ανάπτυξη της ταξικής πολιτικής συνείδησης εξαρτάται από τις διαρκώς οξυνόμενες αντιθέσεις της Μονοπωλιακής Καπιταλιστικής Οικονομίας που γεννά το Σοσιαλισμό και απ’ τη γνώση που πρέπει να έχουν οι εργαζόμενοι για το απαραίτητο της κατάργησής της, από μια κοινωνική ανατροπή.

Οι Κεφαλαιοκράτες γνωρίζουν την κατεύθυνση των πολιτικοοικονομικοκοινωνικών εξελίξεων και προσπαθούν με διάφορους τρόπους να κρατήσουν τους εργαζόμενους μακριά από την επιρροή του ΚΚΕ και των ταξικών συνδικαλιστικών δυνάμεων, για να μην τους καθοδηγήσουν ιδεολογικά και πολιτικά. Να εμποδίσουν με τις ενέργειές τους τους εργαζόμενους να δουν καθαρά τον Ταξικό εχθρό τους και αυτό το πετυχαίνουν μια χαρά μέσα από τις οπορτουνιστικές, ρεφορμιστικές και αστικές πολιτικές και συνδικαλιστικές παρατάξεις, με την αριστοκρατική συνδικαλιστική ηγεσία και τη συνεργασία Κεφαλαίου - Εργασίας, με το μηχανισμό χειραγώγησης του αστικού κράτους. Ομως η φτώχεια και η μιζέρια των εργαζομένων δεν εγκλωβίζεται και δε φυλακίζεται, σπάει τα δεσμά και γίνεται κυρίαρχος του παιχνιδιού.

Δεν μπορούν να ευοδωθούν και να έχουν προοπτική οι συνεργασίες και τα πολιτικά μέτωπα, εάν οι αγώνες δεν έχουν ταξικό πολιτικό και σοσιαλιστικό περιεχόμενο στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού.

Το γεγονός ότι αυξήθηκε σε ποσοστά και σε απόλυτους αριθμούς το προλεταριάτο, οι μισθωτοί εργαζόμενοι και γενικότερα η Εργατική Τάξη, καθιστά περιττές τις συνεργασίες και τα πολιτικά μέτωπα μεταξύ ανόμοιων ιδεολογικών πολιτικών ταξικών δυνάμεων, που δεν έχουν σαν στόχο το σοσιαλισμό.

Η διαχωριστική ταξική πολιτική γραμμή γίνεται πλέον στο λαό πιο ευδιάκριτη μεταξύ της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης και της Εργατικής Τάξης.

Στις σημερινές συνθήκες του ιμπεριαλισμού ολοένα και περισσότερο ενισχύονται και γίνονται κατανοητά στη συνείδηση των εργαζομένων από κάθε άλλη φορά, λόγω και της κρίσης:

- Η επαναστατική Μ-Λ θεωρία.

- Ο κοινός στρατηγικός στόχος - ο σοσιαλισμός.

- Ο κοινός ταξικός αντίπαλος-εχθρός.

- Η ανάγκη ανάπτυξης της συνδικαλιστικής, πολιτικής και σοσιαλιστικής πάλης.

Σε συνθήκες «κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού» (Ιμπεριαλισμού) η εξουσία θα είναι είτε εξουσία του Κεφαλαίου είτε εξουσία της Εργατικής Τάξης. Η εξουσία είναι πάντα εξουσία μιας τάξης. Ενδιάμεση κατάσταση δεν μπορεί να υπάρχει. Διαφορετικά υπάρχει πισωγύρισμα του κινήματος, χωρίς προοπτική.

Αντικειμενικά ο μετασχηματισμός της κοινωνίας σε συνθήκες ιμπεριαλισμού περνά πλέον μέσα από το Αντιιμπεριαλιστικό Σοσιαλιστικό Μέτωπο Πάλης και όχι από το Αντιμονοπωλιακό Αντιιμπεριαλιστικό Δημοκρατικό Μέτωπο (ΑΑΔΜ) και τη «Λαϊκή εξουσία» και «Λαϊκή οικονομία».

Η αλλαγή για να πραγματοποιηθεί, δεν είναι αρκετό να κατανοήσουν όλα εκείνα τα κοινωνικά στρώματα του λαού που θίγονται από την αντεργατική και αντιλαϊκή πολιτική των Κυβερνήσεων και της ΕΕ, πως είναι αδύνατο να ζουν τη φτώχεια, την εξαθλίωση, την καταπίεση και να απαιτούν αλλαγή. Είναι απαραίτητο η ολιγαρχία του πλούτου να μην μπορεί να ζει με ασφάλεια για πλουτισμό - χλιδή και να κυβερνά με αυταρχικό τρόπο, καταπίεση και τρομοκρατία.

Επιτακτική ανάγκη είναι να ενταθεί η κριτική στάση και να υπάρχει διαχωριστική ταξική πολιτική γραμμή από τους εσωτερικούς και διεθνείς οπορτουνιστές και ρεφορμιστές. Διαφορετικά οι ταξικές δυνάμεις παίζουν το παιχνίδι τους, συγκαλύπτουν τις διαφορές που υπάρχουν στις γραμμές τους, εμποδίζουν τη ριζική τους εξάλειψη και αποπροσανατολίζουν τους εργαζόμενους. Οι ταξικές δυνάμεις είναι υποχρεωμένες μέσα από τις υπάρχουσες συνθήκες, τα τεχνικά αναχώματα που δημιουργεί η «Ιμπεριαλιστική Αστική Τάξη» να ανοίξουν διόδους - περάσματα για τη γρήγορη ανάπτυξη της Ταξικής πολιτικής και σοσιαλιστικής συνείδησης.

Μόνο με την οικονομική, πολιτική, πολιτιστική και σοσιαλιστική πάλη μπορεί η Εργατική Τάξη να ενισχύσει τα αγωνιστικά χαρακτηριστικά της, να συσπειρώσει γύρω της τα πιο πλατιά στρώματα του πληθυσμού, να προσδώσει πραγματικό λαϊκό χαρακτήρα, να προετοιμάσει τον εαυτό της και τα άλλα θιγόμενα κοινωνικά στρώματα, για ουσιαστική δημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας.

Το ΚΚΕ για να εδραιώσει την ιδεολογική, υλική, οργανωτική ενότητά του και την πρακτική δράση όλων των κομματικών μελών, πρέπει να ξεπεράσει τις εσωτερικές αδυναμίες του και να αποκτήσει σε όλη την ιεραρχική δομή του τα χαρακτηριστικά του Μ-Λ κόμματος νέου τύπου.

* Ο Κώστας Χάρης είναι μέλος της ΚΟΒ Βότση Καλαμαριάς.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ 18ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

της Αννεκε Ιωαννάτου*

Eνα κομματικό συνέδριο αποτελεί στιγμή απολογισμού και αυτοκριτικής στο συλλογικό, αλλά και στο ατομικό επίπεδο. Οι Θέσεις μας για το 18ο Συνέδριο είναι οι πιο ολοκληρωμένες σε σχέση με τα προηγούμενα Συνέδρια, που δε σημαίνει ότι δεν μπορούν να γίνουν ακόμα καλύτερες.

Στο διάστημα που πέρασε από το 17ο Συνέδριο το ΚΚΕ έχει κατοχυρώσει περισσότερο τη θέση του σε εθνικό επίπεδο, αλλά και διεθνώς έχει αυξηθεί κι άλλο το κύρος και η εμβέλειά του. Στην Ελλάδα είναι αυτή τη στιγμή η μόνη δύναμη, που μπορεί να οδηγήσει την κοινωνία σ’ ένα ανώτερο ιστορικό στάδιο, το σοσιαλιστικό.

Το θέμα είναι πώς να απεγκλωβιστεί ο λαός από τη δυσπιστία και τους ενδοιασμούς, τους οποίους εξακολουθεί να έχει, για οποιοδήποτε λόγο, απέναντι στο κομμουνιστικό κίνημα και που μπορεί να προϋπήρχαν, αλλά αυξήθηκαν με τις ανατροπές του 1989-91 και που δεν έχουμε χώρο εδώ να αναπτύξουμε.

Οπως χρησιμοποιήθηκαν η σταλινολογία και το πρόσωπο του Στάλιν τις τελευταίες δεκαετίες για να διασπαστεί το κομμουνιστικό κίνημα, έτσι χρησιμοποιείται τώρα για να μην επανενωθεί ή ακόμα και να ανασυγκροτηθεί.

Διαπιστώνουμε ότι σήμερα είναι δύο οι βασικοί άξονες, που αποτελούν τη (φτιαχτή) διαχωριστική γραμμή, χωρίς πάντα να εκδηλώνονται φανερά: η «γνώμη» για το Στάλιν και για το «σοσιαλισμό που γνωρίσαμε». Πίσω απ’ αυτούς κρύβεται ο παμπάλαιος οπορτουνισμός με όλες τις εκφάνσεις του. Συμφωνώ με τη Θέση 15, που διαπιστώνει ότι «η παράταση της κρίσης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα περικλείει κινδύνους ακόμα μεγαλύτερου πισωγυρίσματος». Η επίθεση αναμένεται να γίνεται όλο και σφοδρότερη, όσο ο καπιταλισμός μπλέκεται στις αξεδιάλυτες αντιθέσεις του.

Οι μη-επαναστατικές ή/και αντεπαναστατικές δυνάμεις δουλεύουν με ιδιαίτερο μένος εκεί που οι μάζες αναζητούν στην ουσία ανατροπή ή όπου έχουν γίνει επαναστάσεις με ή χωρίς επιτυχία μετά από οδυνηρούς εμφυλίους πολέμους -π.χ. στη λατινοαμερικανική υποήπειρο- και μάλιστα δουλεύουν μέσω εκκλησιών, φόρουμ, αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων, μη κυβερνητικών οργανώσεων, ομάδων πολιτικών κομμάτων σαν το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (Θέση 16) κλπ. Απ’ αυτή την άποψη είναι ενδεικτικός ένας «διάλογος» που έλαβε χώρα λίγο μετά την «απελευθέρωση» της Μπετανκούρ -ομήρου των δυνάμεων FARC της Κολομβίας για χρόνια- και στον οποίο ο Τσάβες αποκάλεσε τον Ουρίμπε φίλο του και προσκαλούσε να σταματήσει ο ένοπλος αγώνας, τον οποίο γενικά απαξίωνε σαν μέσο, με τον Μοράλες να συμφωνεί (εντελώς κόντρα σ’ αυτό στον οποίο σπρώχνουν οι συνθήκες στη χώρα του, κάτι που άλλωστε ισχύει και για τη Βενεζουέλα), με τον Φιδέλ Κάστρο να παρεμβαίνει ρυθμιστικά σωστός και -τελευταίο, αλλά όχι στη σημασία λιγότερο!- με τον Τσάβες στα μέσα του Οκτώβρη να αποκαλεί τους κομμουνιστές της χώρας του αντεπαναστάτες! Ο 40χρονος ένοπλος αγώνας των FARC, χωρίς ανατροπή μέχρι τώρα, έχει προκαλέσει και διαφωνίες στις γραμμές του ΚΚ Κολομβίας. Στο θεωρητικό προβληματισμό για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι ρομαντικοουτοπικές, αναρχο-υπερεπαναστατικές απόψεις και κινήματα, που υπάρχουν εκεί.

Σωστές λοιπόν και οι διαπιστώσεις στη Θέση 17, σελ. 17 κάτω.

Θέση 54.

Εδώ η διατύπωση με προβληματίζει και δε μου φαίνεται εντελώς σωστή η εκτίμηση ή τουλάχιστον όχι πλήρης. Παραθέτω (στην 1η παράγραφο): «Επομένως, σε συνθήκες ανερχόμενης λαϊκής δυσαρέσκειας ισχυροποιείται και το έδαφος για την ανάπτυξη του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού».

Δεν είναι η λαϊκή δυσαρέσκεια που ισχυροποιεί το έδαφος για την ανάπτυξη του οπορτουνισμού. Αυτή, ίσα-ίσα ριζοσπαστικοποιεί τη συνείδηση, όπως άλλωστε τονίζεται τακτικότατα στα μέσα μας. Αλλο αν αυτή η ριζοσπαστικοποίηση στρέφεται (ή την κάνουν να στρέφεται) προς είτε ακροδεξιά είτε «αριστερά», ανάλογα με το συσχετισμό των δυνάμεων τις δοσμένες στιγμές. Κύρια αιτία ισχυροποίησης του εδάφους για την ανάπτυξη του οπορτουνισμού είναι η εξασθένιση, η αδυναμία πόσο μάλλον η απουσία του επαναστατικού, του κομμουνιστικού κινήματος. Κι αυτό μας το έχει διδάξει η ιστορία. Ο οπορτουνισμός μέχρι τώρα έχει ευδοκιμήσει σε περιόδους, που ο καπιταλισμός είναι «στις καλές» του. Δηλαδή σε περιόδους -σχετικά- παρατεταμένης ειρήνης, επιτυχιών του εργατικού - κομμουνιστικού κινήματος σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, εργασιακών - κοινωνικών κατακτήσεων από το συνδικαλιστικό κίνημα. Είχαμε δύο βασικές τέτοιες περιόδους. Η πρώτη ήταν οι τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, όταν δεν είχε μπει ακόμα στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο ο καπιταλισμός. Το 1896, μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο Μπέρνσταϊν διατύπωσε για πρώτη φορά τις θέσεις του για την αναθεώρηση του μαρξισμού (μόλις είχε πεθάνει ο Φρ. Ενγκελς το 1895 και έτσι το επαναστατικό ρεύμα στην τότε σοσιαλδημοκρατία έχασε τον κυριότερο ηγέτη του και ο δρόμος άνοιξε πιο εύκολα για τον αναθεωρητισμό). Ο Μπέρνσταϊν κάλεσε ανοιχτά το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα να εγκαταλείψει τη θεωρία της προλεταριακής επανάστασης σαν «ξεπερασμένη» και να υιοθετήσει το δρόμο της βαθμιαίας μετεξέλιξης του καπιταλισμού στο σοσιαλισμό μέσω μεταρρυθμίσεων και κοινοβουλευτισμού. Το τελευταίο «έπιασε» ευκολότερα από κάποτε λόγω των εκλογικών επιτυχιών του Κόμματος στη Γερμανία, όπου είχε μετατοπιστεί το επαναστατικό βάρος μετά την ήττα της Παρισινής Κομμούνας, που με τη σειρά της έδωσε επιχειρήματα σε όσους νόμιζαν ότι είχε περάσει πια η εποχή των οδοφραγμάτων (ακόμα και ο Ενγκελς το είπε αυτό, βάζοντας ωστόσο το στίγμα της προσωρινότητας του κοινοβουλευτισμού). Το ψευδοδίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» ταλανίζει από τότε το εργατικό κίνημα.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε σαν μία από τις συνέπειές του την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία και το παγκόσμιο εργατικό κίνημα έλαβε μια γερή ώθηση προς την επαναστατική θεωρία του περάσματος στο σοσιαλισμό. Ιδρύθηκαν σειρά κομμουνιστικών κομμάτων («νέου τύπου») το 1918, 1919, 1920, 1921 κλπ. Το σχίσμα στο εργατικό κίνημα στη βάση του ως άνω ψευδοδιλήμματος ήταν γεγονός πια και στο πολιτικό επίπεδο. Ο οπορτουνισμός εισέπραξε ένα γερό χτύπημα, χωρίς βεβαίως να εξαφανιστεί ή να εγκαταλείψει τις προσπάθειές του για τη διάβρωση της εργατικής - λαϊκής συνείδησης. Οπου είχε πιο αδύνατο επαναστατικό κίνημα, έβρισκε περισσότερη ευκαιρία να συνεχίσει το ανίερο έργο του.

Η δεύτερη περίοδος σοβαρής ανόδου του οπορτουνισμού ήταν αυτή που ακολούθησε το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που το πρώτο διάστημα είχε αφήσει σοβαρή επαναστατική παρακαταθήκη: επεκτάθηκε εδαφικά το σοσιαλιστικό στρατόπεδο (Αν. και Κεντρική Ευρώπη), στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού τα κομμουνιστικά κόμματα τράβηξαν την ανηφόρα, κατάρρευσε η παλιού τύπου αποικιοκρατία, δημιουργήθηκαν σε σειρά χωρών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου επαναστατικά εθνικά απελευθερωτικά κινήματα, που σε μερικές χώρες οδήγησαν σε ανατροπές και στην εγκαθίδρυση κυβερνήσεων με μαρξιστικό προσανατολισμό.

Υπήρξε, ξανά, μια παρατεταμένη ειρηνική περίοδος, βελτιώθηκε αισθητά η διαβίωση ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, κυρίως στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Βρήκε ξανά έδαφος η θεωρία, ότι «επί καπιταλισμού μπορείς» (δηλαδή να φτάσεις σιγά-σιγά στο σοσιαλισμό!).

Η Ελλάδα είχε τη δική της ιστορία οπορτουνιστικής ανόδου, όχι λόγω της βελτίωσης των συνθηκών ζωής (αυτό έγινε μετά το 1974), αλλά λόγω της αποδυνάμωσης του επαναστατικού κινήματος με «κομματικές» αποφάσεις σε στενή σύνδεση με τις εξελίξεις στη Σοβιετική Ενωση μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956, περιστολισμένες με ιδεολογήματα, όπως η «ειρηνική συνύπαρξη» και το «παλλαϊκό κράτος». Ακολούθησαν οι δεκαετίες με τα γεγονότα στις σοσιαλιστικές χώρες, που γνωρίζουμε και που οδήγησαν τελικά στην ταφόπλακα του ’89-’91.

Ιστορικό δίδαγμα: ο οπορτουνισμός ισχυροποιείται, όπου εξασθενεί ή ακόμα χειρότερα, όπου απουσιάζει το επαναστατικό κίνημα και όχι λόγω της λαϊκής δυσαρέσκειας, που μένει χωρίς καθοδήγηση και στρέφεται όπου τη θέλει η αστική προπαγάνδα (τουλάχιστον προσωρινά, γιατί έχει ένα όριο), η οποία από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 έχει προσθέσει πιο ενισχυμένα την «απόδειξη» του θνησιγενούς, άρα του μάταιου της επαναστατικής εναλλακτικής λύσης. Οι οπορτουνιστικές δυνάμεις όμως δεν έχουν πλέον τα περιθώρια να κρατήσουν το διασπαστικό φαινόμενο της λεγόμενης «εργατικής αριστοκρατίας» στην έκταση του κάποτε, παρ’ όλα τα κάποια φαινόμενα «εξαγοράς κάποιων νέων μισθωτών τμημάτων και αναπαραγωγής μεσαίων στρωμάτων στην περιφέρεια της αστικής τάξης» (Θέση 54).

Τέλος, στις Θέσεις δεν δίδεται και πολλή σημασία στον πολιτισμό. Κακώς, γιατί ο ταξικός αντίπαλος δίνει μεγάλη, όλο και μεγαλύτερη σημασία στον τομέα αυτό, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η ταξική συνείδηση δε γεννιέται αυτόματα από τη θέση μας στην κοινωνία. Χρειάζεται ξύπνημα, άρα προσπαθεί να αποκοιμίζει και να ηλιθιοποιεί. Δεν αρκεί μια απλή διαπίστωση της χαμηλότατης ευαναγνωσίας των έντυπων μέσων μας. Πρέπει να μας προβληματίζει αυτό τη στιγμή, που τα τελευταία δύο χρόνια τουλάχιστον η ΚΟΜΕΠ παρουσιάζει αισθητή βελτίωση. Ούτε αρκεί μια απλή διαπίστωση της «συμβολής» (στο ιδεολογικο-πολιτιστικό επίπεδο) των οπτικοακουστικών μέσων μας. Στις γραμμές του Κόμματος έχω ακούσει την απαξιωτική αντίληψη, ότι πολιτισμός είναι «κάτι για διασκέδαση», άρα πέφτει χαμηλά στις προτεραιότητές μας.

Δε νομίζω πως φταίει η έλλειψη χώρου, γιατί σε πολλά σημεία οι Θέσεις μοιάζουν πιο πολύ με καταγραφή καταστάσεων και γεγονότων παρά με Θέσεις. Επομένως, υπάρχουν τα περιθώρια περισσότερης συντομίας ώστε να πάρει και το πολιτιστικό μέτωπο τη θέση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών!

* Η Αννεκε Ιωαννάτου είναι μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της ΚΟΜΕΠ.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

της Ασημίνας Προέδρου*

Tο Κόμμα μας έχει ιδιαίτερα πολύτιμη συμβολή στο εργατικό και λαϊκό κίνημα της χώρας μας από την ίδρυσή του ως σήμερα, έχοντας παίξει ενεργό ρόλο -παρά τις όποιες ελλείψεις και αδυναμίες- σε κάθε καμπή της ιστορίας. Οι συνθήκες διευρυμένου κοινοβουλευτισμού και διεθνούς αντεπανάστασης, η υποχώρηση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, που δημιουργούν ιδιαίτερα εύφορο έδαφος για την αναπαραγωγή της αστικής ιδεολογίας, η καλύτερα επεξεργασμένη στρατηγική από την αστική τάξη παγκοσμίως για το χτύπημα και την ενσωμάτωση των κομμουνιστικών κομμάτων, τα θεωρητικά λάθη του παρελθόντος και οι στρεβλώσεις του μαρξισμού-λενινισμού που κληρονόμησε το Κόμμα μας, καθώς και μια σειρά άλλων παραγόντων, κάνουν τη δράση του πολύ δύσκολη και σύνθετη. Η όποια κριτική και αυτοκριτική λοιπόν, θα πρέπει να γίνεται κάτω από το πρίσμα αυτών των δυσκολιών. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού. Η δράση του Κόμματος, αν και θετική, είναι ακόμη αναντίστοιχη των δυνατοτήτων και των αναγκών της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Ολο το προηγούμενο διάστημα, μέσα από τη δράση του ΠΑΜΕ, μια σειρά σωματείων και συνδικάτων κατάφεραν να συντονίσουν τον αγώνα τους με αιτήματα που απαντούν στις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων, κόντρα στην κυρίαρχη πολιτική και τους πολιτικούς της εκφραστές (δυνάμεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ, συνδικαλιστικές ηγεσίες ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ), που προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν το κίνημα, οδηγώντας το στο δρόμο της συναίνεσης και του συμβιβασμού. Ωστόσο, ο προσανατολισμός της πάλης με βάση τα αιτήματα (η προσπάθεια για συμπόρευση περισσότερων σωματείων με το ΠΑΜΕ) από μόνος του δεν αρκεί για να ξεπεραστεί η διαλυτική κατάσταση στο εργατικό κίνημα. Ακόμα και τα σωματεία που συμμετέχουν στο ΠΑΜΕ, ενώ έχουν σωστό προσανατολισμό όσον αφορά τα αιτήματα και σχετικά πιο πλούσιο πρόγραμμα δράσης, δεν έχουν κατακτήσει το επίπεδο μαζικότητας που απαιτείται.

Η ανάγκη για μαζικοποίηση της πάλης απαιτεί να αποκτήσουμε την ικανότητα να δουλεύουμε με όρους μαζών και όχι μόνο άνθρωπο τον άνθρωπο, χωρίς να φοβόμαστε τον αρνητικό συσχετισμό. Η κατεύθυνση που βάζουν οι θέσεις, για μαζική ιδεολογική δουλειά και ζύμωση, αποτελεί ένα πολύ ουσιαστικό κομμάτι της δουλειάς μας καθώς συμβάλλει στο βάθεμα της κουβέντας, στην κατανόηση από την εργατική τάξη του ιστορικού της ρόλου, στην ισχυροποίηση του Κόμματος. Οι πιο πλατιές μάζες, όμως θα πειστούν για την ορθότητα της πολιτικής μας μέσα από την ίδια τους τη δράση, μέσα από την πάλη για την ικανοποίηση των διεκδικήσεών τους. Χρειάζεται επομένως, πιο μαχητικά να συμβάλλουμε στην ανάπτυξη και οργάνωση της πάλης της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζομένων σε κάθε τόπο δουλειάς με βάση τα προβλήματα, ιεραρχώντας τους μαζικότερους χώρους. Πρέπει να βελτιώσουμε την ικανότητά μας να συγχωνευόμαστε με τις πιο πλατιές μάζες των εργαζομένων, να αφουγκραζόμαστε τις διαθέσεις, να αξιοποιούμε τη δυσαρέσκεια που υπάρχει μπροστά σε κάθε πρόβλημα. Ο προσανατολισμός μας στην ανάπτυξη της πάλης πάνω σε κάθε ζήτημα που μπορεί να συσπειρώσει κόσμο και να αποσπάσει μικρές, επιμέρους κατακτήσεις, ακόμα κι αν δεν καταφέρνουμε να υιοθετηθεί σε κάθε επιμέρους αγώνα το σύνολο της λογικής μας, οξύνει τις αγωνιστικές διαθέσεις, δημιουργεί εύφορο έδαφος για την παρέμβασή μας, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για επαναστατική διαπαιδαγώγηση. Καθήκον των Κομμουνιστών είναι να βρίσκονται μέσα στις μάζες, παλεύοντας μαζί τους για τους άμεσους σκοπούς και τα συμφέροντά τους, με σκοπό την ανάπτυξη, οργάνωση και καθοδήγηση της πάλης τους. Προσπαθώντας να μετατρέψουν την «οικονομική» πάλη σε πάλη για ανατροπή του καπιταλισμού. Οργανώνοντας και καθοδηγώντας τον αγώνα της εργατικής τάξης και των φυσικών της συμμάχων, μέχρι τη νίκη της επανάστασης, μέχρι την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη, με προοπτική το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Αναγκαίος όρος γι’ αυτή τη δουλειά είναι η δουλειά μέσα από τα σωματεία και η όσο το δυνατόν καλύτερα επεξεργασμένη παρέμβασή μας, με σκοπό να οργανώσουμε και να προσανατολίσουμε την πάλη των εργαζομένων. Ο μόνος δρόμος για να βγάζει η εργατική τάξη συμπεράσματα, να γίνεται πιο αποφασιστική, να λύνει «συγχύσεις» όσον αφορά τη θεωρία, να αντιλαμβάνεται τους ελιγμούς και τα εμπόδια που βάζουν στον αγώνα της οι διάφοροι οπορτουνιστές «ηγέτες» του συνδικαλιστικού κινήματος, είναι να συμμετέχει η ίδια στην οργάνωση της πάλης της. Θα πρέπει λοιπόν άμεσα να συμβάλουμε στη μαζικοποίηση των σωματείων και των συνδικάτων και να προχωρήσουμε σε δημιουργία νέων όπου δεν υπάρχουν, έχοντας επεξεργαστεί ολοκληρωμένο σχέδιο για την ανασυγκρότηση των δομών του συνδικαλιστικού κινήματος, με κριτήριο την όσο μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζομένων (χωρίς δηλ. να αποκλείονται για τον οποιοδήποτε λόγο κάποια τμήματα της εργατικής τάξης) και την όσο δυνατόν αποτελεσμετικότερη οργάνωση της πάλης τους (δημιουργία επιχειρησιακών σωματείων ή κλαδικών παραρτημάτων-με έμφαση στα δεύτερα). Τα σωματεία είναι τα σχολεία της ταξικής πάλης που διαπαιδαγωγούν τα πιο καθυστερημένα τμήματα της εργατικής τάξης, είναι ενώσεις εργαζομένων στη βάση της ταξικής τους θέσης και όχι της συνείδησής τους. Κριτήριο λοιπόν για τη δημιουργία ενός σωματείου δεν μπορεί να είναι η συνείδηση των μελών του, ο προσανατολισμός του, η κατεύθυνσή του με βάση τα αιτήματα. Κάτι τέτοιο θα απομονώσει τους λιγότερο συνειδητοποιημένους ταξικά εργάτες από τους πιο πρωτοπόρους, από αυτούς που συμμερίζονται τις κομμουνιστικές ιδέες, θα αφήσει τις λιγότερο προχωρημένες μάζες στο έλεος των οπορτουνιστών αρχηγών τους, θα μειώσει τον κύκλο επιρροής και παρέμβασής μας, στο πιο πρωτοπόρο κομμάτι εργαζομένων.

Για να μπορέσουμε να αλλάξουμε το συσχετισμό μέσα στα συνδικάτα, για να μπορέσουμε να τα μετατρέψουμε σε όργανο του επαναστατικού αγώνα, χρειάζεται να αξιοποιήσουμε κάθε είδους συσπείρωση σε κάθε μεγάλο χώρο δουλειάς (επιτροπές του ΠΑΜΕ, παραταξιακές επιτροπές, επιτροπές αγώνα), επιδιώκοντας να συμμετέχει σε αυτές όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι εργαζομένων. Αυτή η δουλειά είναι αναγκαία για να αξιοποιήσουμε κάθε τίμιο στοιχείο της εργατικής τάξης από οποιοδήποτε σημείο συμφωνίας κι αν βρίσκεται μαζί μας, με στόχο τη ζύμωση και εξειδίκευση του πλαισίου αιτημάτων και της δράσης μας στο χώρο, την καλύτερη επεξεργασία της τακτικής μας με βάση τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες, τους ελιγμούς και την τακτική της εργοδοσίας και των άλλων δυνάμεων, την πιο πλατιά παρέμβασή μας στους χώρους δουλειάς.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟ

«Ο οπορτουνισμός αποτελεί εκδήλωση της επίδρασης της αστικής τάξης στο εργατικό κίνημα». Είναι αποτέλεσμα της «συμμαχίας της αστικής τάξης με μια μερίδα στοιχείων που βρίσκονται γύρω από το προλεταριάτο» (με ένα μικρό στρώμα δηλ της εργατικής γραφειοκρατίας και αριστοκρατίας και της μικροαστικής τάξης που έχει προσχωρήσει στο κίνημα), αποτελεί καθαρή εξαγορά, ξεπούλημα των εργατικών συμφερόντων στην αστική τάξη.

Οσο η πάλη αναπτύσσεται και μαζικοποιείται, όσο υιοθετεί αιτήματα και μορφές που δημιουργούν τριγμούς στην κυρίαρχη πολιτική, τόσο περισσότερο θα συμμετέχουν στον αγώνα και οι δυνάμεις της ενσωμάτωσης και του οπορτουνισμού, οι οποίες, κάτω από το βάρος της αντιπαράθεσης και την πίεση από τις πλατιές μάζες, θα σέρνονται πίσω από τα αιτήματά μας και θα επιστρατεύονται χίλια δυο τεχνάσματα για να τον ενσωματώσουν και να τον αποπροσανατολίσουν.

Χρειάζεται λοιπόν σταθερό μέτωπο ενάντια στον οπορτουνισμό, αταλάντευτη και ακούραστη διαπάλη, προσπαθώντας όμως να υπερνικήσουμε κάθε φαινόμενο στείρας αντιπαράθεσης και ψευτοδιαχωρισμού. Το ότι η λογική μας και οι παγίδες που βάζει ο οπορτουνισμός δεν είναι δυνατόν να κατανοούνται μεμιάς από τις πλατιές εργατικές μάζες, δεν είναι δυνατόν να μας αποτρέπει από το να παρεμβαίνουμε σε κάθε αγώνα που ξεκινάει -είτε αυθόρμητα, είτε ακόμα και κάτω από τη δράση των δυνάμεων της ενσωμάτωσης.

Η αξιοποίηση κάθε αγώνα που ξεσπάει σε οποιοδήποτε καταπιεσμένο στρώμα του πληθυσμού και η προσπάθεια για σύνδεσή του με το εργατικό κίνημα, ο προσανατολισμός μας στην ανάπτυξη ενός μαζικού εργατικού και λαϊκού κινήματος με αιτήματα και μορφές που θα δίνουν στον αγώνα συνέχεια, διάρκεια και προοπτική, θα κάνει πιο ουσιαστική και την αντιπαράθεση με τις δυνάμεις της ενσωμάτωσης, θα συμβάλλει στο να αποκαλύπτεται ο ρόλος τους: στις κρίσιμες καμπές του αγώνα είναι βέβαιο ότι οι δυνάμεις αυτές θα προσπαθήσουν να ρίξουν τη μαχητικότητα της εργατικής τάξης, να κάνουν εκπτώσεις στις διεκδικήσεις της, να ξεπουλήσουν τον αγώνα. Μέσα από τις δικές της νίκες και ήττες, λοιπόν, μέσα από τη δική της εμπειρία και τη δική μας ακούραστη παρέμβαση, θα αποκαλύπτεται στα μάτια της εργατικής τάξης η δράση της αστικής τάξης και των πολιτικών της εκπροσώπων, του οπορτουνισμού και τρεϊντ-γιουνισμού, η ανεπάρκεια της οικονομικής πάλης μπροστά στην ολοκληρωμένη (οικονομική-πολιτική-ιδεολογική) πάλη για την εξουσία. Μέσα από την ίδια τους την πείρα τα πλατιά στρώματα της εργατικής τάξης θα κατανοούν ότι είναι αντικειμενικά αδύνατο να ικανοποιήσουν τις πραγματικές τους ανάγκες μέσα στον καπιταλισμό. «Γι’ αυτό οι κομμουνιστές πρέπει να μάθουν όχι μόνο να εισάγουν τις κομμουνιστικές ιδέες στους εργάτες που συμμετέχουν στους αγώνες, αλλά να καθιερώνονται ως οι πιο ικανοί αρχηγοί του αγώνα στα σωματεία και τα συνδικάτα. Μόνο έτσι θα μπορέσουν τα συνδικάτα να απαλλαγούν από τους οπορτουνιστές αρχηγούς τους και οι κομμουνιστές, αποτελώντας πραγματική πρωτοπορία του συνδικαλιστικού κινήματος να το μετατρέψουν σε όργανο του επαναστατικού αγώνα, μέχρι τη νίκη της επανάστασης».

* Η Ασημίνα Πρόεδρου είναι μέλος της ΚΟΒ Ραφήνας.

 

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ

του Σταύρου Τάσσου*

O κόσμος, ο χώρος, είναι υλικός, δηλαδή έχει μάζα και αδράνεια, συνεχής και άπειρος και βρίσκεται σε συνεχή κίνηση-ταλάντωση. Το κενό, το μηδέν δεν υπάρχει ως φυσική έννοια, αλλά ως οιονεί σημείο ισορροπίας ή ως σημείο αλλαγής κατεύθυνσης της κίνησης της ύλης, που είναι ισοδύναμα. Είναι συνεχής, αλλά και κβαντισμένος, που σημαίνει ότι το κβάντο, το οιονεί ξεχωριστό, είναι ενσωματωμένο στο συνεχές άπειρο. Λόγω της άπειρης μάζας του που αντιστέκεται στην κίνηση βρίσκεται σε συνεχή τάνυση, όπως η χορδή που συνεχώς κουρδίζεται και επομένως η συχνότητα της ταλάντωσης της αυξάνει με το χρόνο, χωρίς να αυξάνεται το μήκος της. Με άλλα λόγια ο χώρος είναι απόλυτα ελαστικός για ταχύτητες μικρότερες από την ταχύτητα του φωτός και απόλυτα άκαμπτος για ταχύτητες ίσες ή μεγαλύτερες από την ταχύτητα του φωτός, έτσι ώστε κάθε ενεργειακή εισροή που τείνει να τον αναγκάσει να κινηθεί με ταχύτητα μεγαλύτερη από την ταχύτητα του φωτός δεν επιτρέπεται και μετατρέπεται σε ταλάντωση με μεγαλύτερη συχνότητα.

Αμεση συνέπεια αυτού είναι στον ίδιο απόλυτο χώρο να έχουμε περισσότερα κύματα-οντότητες, που με το πέρασμα του χρόνου μπορούν να συνθέσουν νέες πιο περίπλοκες και εξελιγμένες οντότητες, δηλαδή μορφές οργάνωσης της ύλης. Η φυσική σημασία είναι ότι η αντίθεση σ’ ένα κύμα και σ’ ένα σύνολο κυμάτων, η αντίθεση στο ατομικό και στο συλλογικό, η «εσωτερική» και η «εξωτερική» αντίθεση είναι ίδιες, αφού κάθε κύμα είναι συμπύκνωση και αραίωση του χώρου ανεξάρτητα από το μέγεθός του, δηλαδή κίνηση σε διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις. Ουσιαστικά πρόκειται για τη σχέση δράσης και αντίδρασης, την κίνηση προς μια κατεύθυνση και λόγω αδράνειας την ισόποση κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κάθε κύμα μπορεί να αναλυθεί σ’ ένα άπειρο αριθμό κυμάτων με μεγαλύτερη συχνότητα. Είναι δηλαδή μια χαοτική αλλά όχι αυθαίρετη συνάρτηση. Μπορεί να πάρει άπειρες τιμές, μεταξύ όμως δύο ορίων, στην πραγματικότητα μίας ποσότητας προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις, το +1 και το -1, που υλοποιείται πλήρως σε κάθε κύκλο.

Η «εσωτερική» πραγματικότητα είναι αντανάκλαση της «εξωτερικής» πραγματικότητας και οι δύο μαζί συνθέτουν τη μία και ενιαία πραγματικότητα, στην οποία οι νόμοι της φυσικής είναι παντού οι ίδιοι. Από φυσική άποψη η ενιαία αυτή πραγματικότητα στο χώρο είναι απόλυτα αιτιοκρατική, αλλά στο σημείο της υπέρβασής της και σε συνθήκες απόλυτης ισοτροπίας, δηλαδή ομοιομορφίας των φυσικών ιδιοτήτων προς όλες τις κατευθύνσεις, γίνεται χαοτική με την έννοια της έλλειψης συγκεκριμένης κατεύθυνσης, χωρίς όμως ποτέ να χάνεται η σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Ομως ενώ η ισοτροπία είναι η κατάσταση στο άπειρο, στο τοπικό και στο χρονικά περιορισμένο, η ανισοτροπία και ανομοιομορφία κυριαρχούν και τείνουν, αν δεν εμποδιστούν, να προεκταθούν στο μέλλον, στην κατεύθυνση που αποκτούν. Η υπέρβαση έχει σαν αποτέλεσμα τις υψηλότερες συχνότητες και επομένως τη μετάβαση σ’ ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης της ύλης, αφού έχουμε περισσότερα κύματα-«δομικά στοιχεία» που μπορεί να οργανωθούν κατά διάφορους τρόπους και να δημιουργήσουν οντότητες που δεν υπήρχαν πριν. Με άλλα λόγια πρόκειται για το διαλεκτικό υλισμό, τα αντίθετα (θέση-αντίθεση) που συνθέτουν ένα ενιαίο και αδιάσπαστο είναι (σύνθεση).

Ετσι έχουμε ένα κυκλικό, αντιστρεπτό (κύμα) και ένα γραμμικό, μη αντιστρεπτό (εξέλιξη) στοιχείο, που σημαίνει ότι μια ποσότητα που συνεχώς πάλλεται «διαιρείται», χωρίς να διακόπτεται η συνέχειά της, σε μικρότερα μέρη, το μέγεθος των οποίων είναι αντιστρόφως ανάλογο προς τον αριθμό των μερών, τα κβάντα, στα οποία «διαιρείται». Η συνέχεια είναι όπως η συνεχής ροή νερού με σταθερή ταχύτητα ροής, ενώ το κβάντο είναι σαν ένα, από άπειρο αριθμό, δοχείο, ένα «μαύρο κουτί», που «κρύβει» τη συνεχή ροή και που μόνο όταν γεμίσει και ξεχειλίσει και αρχίσει να γεμίζει το επόμενο μικρότερο δοχείο διαπιστώνεται η ροή του νερού και συγχρόνως δίνεται η εντύπωση της μη συνεχούς ροής του. Οποιαδήποτε εμπόδιο ή ανισοτροπία μπορεί στο τοπικό επίπεδο να κατευθύνει τη ροή προς μια άλλη κατεύθυνση και ένα δοχείο που άρχισε να γεμίζει, να μην ξεχειλίσει ποτέ και το πέρασμα σ’ ένα άλλο κβάντο, ένα άλλο επίπεδο οργάνωσης της ύλης να μη γίνει, σε ένα χρονικά και χωρικά συγκεκριμένο σημείο. Αυτό σημαίνει ότι αν κάπου υπάρξει συσσώρευση, κάπου αλλού θα υπάρξει έλλειψη και αυτό θα οξύνει την αντίθεση ή την ελαστική ένταση μεταξύ των δύο σημείων, σε κοινωνικούς ή φυσικούς όρους, αντίστοιχα, ή αν δεν υπάρξει εμπόδιο, η υπέρβαση, ο σεισμός, η επανάσταση θα γίνει στο σημείο αυτό.

Στον άνθρωπο η κατανόηση των νόμων που διέπουν την κίνηση της φύσης αποτελεί την ελευθερία του από την αναγκαιότητα και η γνώση αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε η μετάβαση σ’ ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης να γίνεται μ’ έναν οργανωμένο τρόπο, ώστε να αποφεύγονται οι ανεπιθύμητες για την κοινωνία συνέπειες του αυθόρμητου και χαοτικού τρόπου υπέρβασης. Αν το νερό, υπακούοντας στους νόμους της βαρύτητας, κατακλύσει μια πεδιάδα, θα κινηθεί προς όλες τις κατευθύνσεις, δηλαδή χαοτικά, αν δεν υπάρξει κάτι, ένα εμπόδιο ή ένα κανάλι, φυσικό ή τεχνητό, να κατευθύνει τη ροή του σ’ ένα σημείο, που στην περίπτωση του τεχνητού οδηγεί στην άρδευση μιας καλλιεργημένης έκτασης. Βέβαια για να γίνει αυτό πρέπει από τη μια να υπάρχει το νερό, δηλαδή οι αντικειμενικές συνθήκες και από την άλλη οι υποκειμενικές συνθήκες, δηλαδή η δυνατότητα του ανθρώπου να φτιάχνει τα κανάλια.

Επομένως αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην αυθόρμητη μετάβαση από μια κατώτερη απλούστερη προς μια ανώτερη πιο περίπλοκη μορφή οργάνωσης, που μπορεί όπως το νερό να πλημμυρίσει μια περιοχή και να προκαλέσει καταστροφές και γενικά ανεπιθύμητες για τον άνθρωπο συνέπειες και μιας ελεγχόμενης ροής, με τη δημιουργία αρδευτικών καναλιών. Δηλαδή αυτό που είπε ο Μαρξ «το ζητούμενο δεν είναι απλώς να ερμηνεύσουμε τον κόσμο, το ζητούμενο είναι να τον αλλάξουμε», έτσι ώστε χωρίς να παραβιάζουμε τις φυσικές νομοτέλειες να κατευθύνουμε την αυθόρμητη αλλά και αιτιοκρατική κίνηση της ύλης ή/και να την επιταχύνουμε στην επιθυμητή για μας κατεύθυνση ή/και να αποφύγουμε ή/και να ελαχιστοποιήσουμε τις ανεπιθύμητες για τον άνθρωπο συνέπειες, όπως για παράδειγμα από τις φυσικές καταστροφές, όπως είναι ο σεισμός.

Επίσης η κατανόηση της αδιατάρακτης συνέχειας του χώρου, υποδηλώνει ότι καμιά οντότητα δεν μπορεί να υπάρξει ως ανεξάρτητη μονάδα, ως ξεχωριστό σωματίδιο. Με άλλα λόγια ο κόσμος μας δεν είναι ψηφιακός, αλλά αναλογικός και ο άνθρωπος είναι ενσωματωμένος στην κοινωνία, όπως το κβάντο είναι ενσωματωμένο στο χώρο και μέσα από τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας προσπαθεί να καλύψει τις ανάγκες του.

Στον άνθρωπο, τόσο στο ατομικό όσο και στο συλλογικό επίπεδο, η βασική και διαρκής αντίθεση εκφράζεται από τις ανάγκες του από τη μία και από τη δυνατότητα κάλυψής τους από την άλλη, με την έννοια ότι όταν μια ανάγκη καλύπτεται πλήρως για όλους, π.χ. για όλα τα νοικοκυριά ασπρόμαυρη τηλεόραση, δημιουργείται μια άλλη σε ανώτερο επίπεδο, για όλα τα νοικοκυριά έγχρωμη τηλεόραση. Ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός και πολύ περισσότερο ο κομμουνισμός, ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας και εν τέλει του ανθρώπου, αλλά διαφέρουν τόσο στην ανάλυση, στον τρόπο με τον οποίο γίνεται, όσο και κυρίως στη σύνθεση, δηλαδή στο ποιος ωφελείται από την ανάπτυξη αυτή. Στον καπιταλισμό η μετάβαση σ’ ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης της κοινωνίας γίνεται θεωρητικά με ένα χαοτικό τρόπο, όπως στη φύση, αλλά στην πράξη με κριτήριο την ιδιοποίηση της υπεραξίας, δηλαδή το κέρδος και την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, άρα και των εργαζομένων, που δεν τον εξυπηρετούν. Στο σοσιαλισμό η μετάβαση γίνεται με οργανωμένο τρόπο, που σαν στόχο έχει να επαναφέρει στην κοινωνία τη φυσική και αιώνια αντίθεση ανάμεσα στις ανάγκες του ενσωματωμένου στην κοινωνία ανθρώπου και τη δυνατότητα κάλυψής τους μέσα από την κοινωνικοποιημένη εργασία και την ανατροπή των παραγωγικών σχέσεων που δεν τον εξυπηρετούν.

Στον καπιταλισμό δεν γίνεται σεβαστή η βασική αρχή ότι ο πλούτος παράγεται από τον εργαζόμενο άνθρωπο και επομένως σ’ αυτόν πρέπει να επιστρέφει. Ο κάτοχος των μέσων παραγωγής, ο καπιταλιστής, πληρώνει ένα μόνο μέρος της αξίας που παράγει γι’ αυτόν ο εργαζόμενος και καρπώνεται το μεγαλύτερο, με τη μορφή της υπεραξίας, με αποτέλεσμα τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Οπως πιο έντονα φαίνεται στις κυκλικές κρίσεις του, ο καπιταλισμός κοινωνικοποιεί τις ζημιές και εξατομικεύει τα οφέλη. Ετσι το κράτος, που στον καπιταλισμό είναι υπηρέτης και προστάτης του μεγάλου κεφαλαίου, ανάλογα με τις ανάγκες του κεφαλαίου και τη συγκυρία, άλλοτε βαφτίζεται κακός και αναποτελεσματικός επιχειρηματίας, όταν θέλουν να ξεπουλήσουν στους καπιταλιστές δημόσια περιουσία, που έχουν προηγούμενα απαξιώσει και «εξυγιάνει» με απολύσεις και χτύπημα των εργασιακών δικαιωμάτων και αμοιβών, δηλαδή με την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, που σημαίνει καταστροφή της εργατικής δύναμης, δηλαδή των εργαζομένων που δεν υπηρετούν την ακόρεστη δίψα του για το κέρδος. Αλλοτε πάλι το κράτος καλείται δια της κρατικοποίησης να «εξυγιάνει» τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες έκαναν ακριβώς αυτό για το οποίο καταγγέλλεται το κράτος. Στον καπιταλισμό όμως η σπατάλη, η αναποτελεσματικότητα και η διαφθορά είναι συνυφασμένα μ’ αυτόν και νόμιμα, αφού η «νόμιμη» κλεψιά-εκμετάλλευση είναι το βασικό λειτουργικό στοιχείο του και ποσοτικά τάξεις μεγέθους μεγαλύτερη από την «παράνομη» κλεψιά.

Η αποκατάσταση της βασικής αντίθεσης ανάμεσα στις ανάγκες του ανθρώπου και στη δυνατότητα ικανοποίησής τους μπορεί να γίνει μόνο με την κατάργηση του καπιταλισμού, δηλαδή με την καταστροφή των παραγωγικών σχέσεων ενός συστήματος που είναι ιστορικά ξεπερασμένο και κοινωνικά άδικο, αφού δεν επιτρέπει στη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων να ζουν ανάλογα με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό και η καταστροφή των παραγωγικών σχέσεων στο σοσιαλισμό είναι η πιο θεμελιώδης διαφορά των δύο συστημάτων. Ο καπιταλισμός βλέπει τον άνθρωπο σαν ένα άλλο ισοδύναμο στοιχείο με τις υπόλοιπες παραγωγικές δυνάμεις, όπως τα εργαλεία, οι μηχανές και οι υποδομές, που και αυτά είναι προϊόντα της εργασίας του, ενώ στο σοσιαλισμό ο εργαζόμενος άνθρωπος είναι η μόνη παραγωγική δύναμη, ο μόνος παραγωγός του πλούτου και κάθε παραγωγική σχέση που δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτή την πραγματικότητα καταστρέφεται και αντικαθίσταται μ’ αυτή που ανταποκρίνεται σ’ αυτή την πραγματικότητα. Aρα μόνο στο σοσιαλισμό, σε μια πορεία ολοκληρωτικής κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο σε μια αταξική κοινωνία, γίνεται η αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και τον επίσης κοινωνικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της, ανάμεσα στις ανάγκες του κάθε ανθρώπου ως ξεχωριστό άτομο και στη δυνατότητα της ικανοποίησής τους μέσα από την κοινωνικοποιημένη εργασία.

Η δημιουργία μιας σοσιαλιστικής και πολύ περισσότερο μιας κομμουνιστικής κοινωνίας δεν είναι ένα εύκολο, αλλά αντίθετα είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, για αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους. Οι αντικειμενικοί λόγοι, ιδιαίτερα στην πρώτη προσπάθεια οικοδόμησής της, έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι σε αντίθεση με τον καπιταλισμό που ήρθε να νομιμοποιήσει, de jure, κάτι που αυθόρμητα, de facto, είχε ήδη δημιουργηθεί, ο σοσιαλισμός έπρεπε να οικοδομηθεί εξ αρχής. Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού και πολύ περισσότερο του κομμουνισμού, απαιτεί ηρεμία, απερίσπαστη στοχοπροσήλωση, συνεχή εγρήγορση και ανατροφοδότηση για τη διόρθωση των λαθών, που μόνο η ειρήνη μπορεί να εξασφαλίσει. Σε συνθήκες πολέμου και γενικότερα πίεσης από τον εξωτερικό αντικειμενικό παράγοντα, τον καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό ή/και αδυναμίας του εσωτερικού υποκειμενικού παράγοντα γίνονται λάθη και αστοχίες, που αν δεν διαπιστωθούν και διορθωθούν έγκαιρα, το «χθες ήταν νωρίς, αύριο θα είναι αργά» του Λένιν, νομοτελειακά οδηγούν στη μερική ή ολική αποτυχία της οικοδόμησης και της εδραίωσης του σοσιαλισμού. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα πρέπει να εξετασθεί, χωρίς εξιδανικεύσεις αλλά και χωρίς δαιμονοποιήσεις, το πρώτο πείραμα που έγινε για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, γιατί το ζητούμενο είναι, αφού παραδειγματιστούμε από τις μεγαλειώδεις κατακτήσεις του σε τομείς όπως η εργασία, η επιστήμη, η παιδεία, η υγεία, η πρόνοια, ο πολιτισμός και ο αθλητισμός για όλους, μετά να εξηγήσουμε γιατί υπήρξε το πισωγύρισμα, τι έφταιξε για την ήττα, ώστε την επόμενη νομοτελειακά αναπόφευκτη φορά ο αμετάθετος στόχος για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο να γίνει πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά και χωρίς πισωγυρίσματα, έχοντας πάντα υπόψη μας ότι ο άνθρωπος, ως κοινωνικό ον, με τη συνεχή και στοχευμένη δράση του συνδιαμορφώνει τις κοινωνικά αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες.

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι στην ουσία καινούργιο, εκτός ίσως από την κατανόηση της κυματικής πραγματικότητας της κίνησης της ύλης. Ο Μαρξ, ο Ενγκελς, ο Λένιν και όλοι οι άλλοι κλασσικοί του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού και του επιστημονικού σοσιαλισμού και κομμουνισμού τα έχουν εξαντλητικά καλύψει. Απλά αναδεικνύουμε την επιστημονική και γνωσιολογική βάση του σοσιαλισμού, τη θεωρητική υπεροχή του και πρωτοπορία, επισημαίνουμε την ιστορική αναγκαιότητά του και τονίζουμε τα κύρια σημεία στα οποία κατά τη γνώμη μας πρέπει να επικεντρωθεί η σκέψη, ο λόγος, και κυρίως η δράση μας.

* Ο Σταύρος Τάσσος είναι σεισμολόγος του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Αθηνών.

 

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΠΑΛΗΣ ΣΤΟ ΚΚΣΕ ΚΑΙ Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

του Βασίλειου Τσίκαρη*

Oι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό δημοσιεύτηκαν σε μια περίοδο που η προοπτική του καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε. Αποτελεί σοβαρή ευθύνη του Κόμματος στις σημερινές συνθήκες όξυνσης της καπιταλιστικής κρίσης να συμβάλει αποφασιστικά στην ερμηνεία της ανατροπής του Σοσιαλισμού, στη θεωρητική εμβάθυνση της Μαρξιστικής-Λενινιστικής θεωρίας και όχι μόνο. Στόχοι της συζήτησης αυτής δεν μπορεί να είναι παρά η ιδεολογική θωράκιση του Κόμματος, η αποφυγή λαθών του παρελθόντος και κυρίως η προοπτική του σοσιαλισμού να εμπνεύσει πιο πλατιές μάζες εργαζομένων. Χαρακτηρισμοί, υποψίες και αφορισμοί αποπροσανατολίζουν χωρίς να συνεισφέρουν το παραμικρό.

Καταθέτω τις απόψεις μου ξεκινώντας από την εκτίμηση ότι οι Θέσεις της ΚΕ προσπαθούν να ανιχνεύσουν τις αιτίες της ανατροπής, επικεντρώνοντας στο πώς εξελίχθηκαν οι παραγωγικές δυνάμεις και οι σχέσεις παραγωγής και πώς αυτές καθόρισαν τις εξελίξεις. Στο επίπεδο της ιδεολογικής διαπάλης οι εκτιμήσεις περιορίζονται στο τι συνέβαινε στην ΚΕ και αυτό κυρίως για μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Δεν υπάρχουν στοιχεία ή εκτιμήσεις για τη μορφή και την έκταση που πήρε η ιδεολογική διαπάλη στο σύνολο του κόμματος, παραπέμποντας σε μελλοντική διερεύνηση. Μεθοδολογικά πιστεύω ότι δεν είναι σωστό, καθώς θα έπρεπε να προηγηθεί οποιασδήποτε άλλης προσπάθειας ανίχνευσης των αιτιών ανατροπής του Σοσιαλισμού. Η ιδεολογική διαπάλη στο κόμμα καθόρισε τις αποφάσεις που πάρθηκαν και επηρέασαν το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής. Το πόσο τα μέλη του κόμματος έγιναν κοινωνοί και φορείς της ιδεολογικής διαπάλης αποτελεί κομβικό στοιχείο στο να απαντηθούν ερωτήματα όπως: Πώς γίνεται να ανατραπεί η Σοσιαλιστική εξουσία σε τόσες χώρες χωρίς να υπάρξει στοιχειώδης αντίσταση; Πώς γίνεται, μέσα σε ελάχιστο σχετικά χρόνο, το τεράστιο ιδεολογικό και ηθικό κεφάλαιο που κατέκτησε το κόμμα με την επιτυχία στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο να εξανεμιστεί και να οδηγήσει στην επικράτηση των αντεπαναστατικών-οπορτουνιστικών δυνάμεων στην ηγεσία του ΚΚΣΕ; Πώς γίνεται ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός από όπλο στα χέρια ενός κομμουνιστικού κόμματος να γίνει όπλο της αντεπανάστασης που οδήγησε στην ολοκληρωτική επικράτησή της;

Οι απαντήσεις στα παραπάνω, και όχι μόνο, ερωτήματα σκοντάφτει αντικειμενικά σε έναν εξίσου καθοριστικό παράγοντα τόσο της διαδικασίας οικοδόμησης του Σοσιαλισμού όσο και της ενδυνάμωσης των κομμουνιστικών κομμάτων στον καπιταλισμό. Αυτός δεν είναι άλλος από τους όρους και τις συνθήκες στις οποίες διεξάγεται η ιδεολογική διαπάλη στο κόμμα προκειμένου να υπερνικήσει τις αντιθέσεις που νομοτελειακά αναπτύσσονται. Για το ζήτημα των αντιθέσεων στο κόμμα, ο Ι. Β. Στάλιν στην 7η ευρεία Ολομέλεια της ΕΕ της ΚΔ το 1926, αφού αναλύει τις πηγές, σημειώνει: «…Μπορούμε άραγε να ξεφύγουμε αυτές τις αντιθέσεις και διαφωνίες; Οχι, δεν μπορούμε. …» και παραθέτοντας σειρά περιπτώσεων από την ιστορία του ΚΚ(Μπ) συμπεραίνει: «Τι βγαίνει απ’ όλα αυτά; Βγαίνει ότι το ΚΚ(Μπ) της ΕΣΣΔ αναπτύχθηκε και δυνάμωσε υπερνικώντας τις εσωκομματικές αντιθέσεις. Βγαίνει ότι η υπερνίκηση των εσωκομματικών διαφωνιών με πάλη είναι νόμος ανάπτυξης του κόμματός μας»1 (η υπογράμμιση αυτή όσο και οι επόμενες στο κείμενο είναι δικές μου). Με τον όρο «πάλη» δεν εννοεί τη διοικητικού τύπου αντιμετώπιση των διαφωνιών και των οπορτουνιστικών απόψεων μέσα στο κόμμα, αλλά την αταλάντευτη και σταθερή ιδεολογική αντιμετώπισή τους. Από την ιστορία του ΚΚΣΕ αντλούνται πάμπολλα παραδείγματα. Θα περιοριστώ σε ένα που δείχνει ανάγλυφα το περιεχόμενο του όρου «πάλη».

Στο 14ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1925) η «νέα αντιπολίτευση» «…ενώ στη συνδιάσκεψη του κυβερνείου Λένινγκραντ ψήφισε υπέρ της έκφρασης εμπιστοσύνης προς την Κεντρική Επιτροπή, στο 14ο συνέδριο του κόμματος ψήφισε ενάντια στην έκφραση εμπιστοσύνης προς την ΚΕ. Τα πράγματα έφθασαν ως το σημείο να δηλώσει η “νέα αντιπολίτευση” πως δεν υποτάσσεται στις αποφάσεις του συνεδρίου και, γυρίζοντας στο Λένινγκραντ, να δουλέψει προς την κατεύθυνση αυτή μέσα στις γραμμές των κομμουνιστών του Λένινγκραντ»2. Τα στελέχη αυτά δεν διαγράφτηκαν τότε, αλλά αντιμετωπίστηκαν ιδεολογικά με αποφασιστικότητα ιδιαίτερα στις οργανώσεις του Λένινγκραντ. Ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός ίσχυε ως αρχή λειτουργίας του κόμματος. Πώς εξελίχθηκαν λοιπόν οι συνθήκες ιδεολογικής διαπάλης στο κόμμα και πως επηρέασαν την οικοδόμηση του Σοσιαλισμού και την ανατροπή του;

Ξεκινώντας την προσέγγιση από τις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 18ο Συνέδριο όπου εκτιμιέται το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ ως σημείο στροφής θα γίνει μια αναδρομή στις αποφάσεις των Συνεδρίων του ΚΚΣΕ που μεσολάβησαν και σχετίζονται άμεσα με τους όρους και τις συνθήκες διεξαγωγής της ιδεολογικής διαπάλης. Ετσι, στις Θέσεις αναφέρεται ότι «…Η διαπάλη που διεξαγόταν πριν από το συνέδριο συνεχίστηκε και μετά παγιώθηκε με στροφή υπέρ των αναθεωρητικών-οπορτουνιστικών θέσεων με αποτέλεσμα το κόμμα να χάνει τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά…» (θέση 11). Παρατίθεται δε ως επιβεβαιωτικό στοιχείο η καθαίρεση στελεχών του προεδρείου της ΚΕ (Μολότοφ κλπ.) ένα χρόνο μετά (1957), λόγω διαφωνιών τους με σειρά πολιτικών επιλογών, όπως αυτές που αφορούσαν την αγροτική οικονομία, την τόνωση του υλικού ενδιαφέροντος της κολχόζνικης αγροτιάς κλπ. Η εκτίμηση αυτή δεν επιβεβαιώνεται, καθώς τα στελέχη αυτά δεν έθεσαν ζητήματα στο συνέδριο. Συγκεκριμένα: Η απόφαση για την αγροτική οικονομία και την ενίσχυση του υλικού ενδιαφέροντος της κολχόζνικης αγροτιάς πάρθηκε στην ολομέλεια της ΚΕ το Σεπτέμβρη του 19533. Τα αποτελέσματα άμεσα:

Το «…συμπληρωματικό χρηματικό εισόδημα των κολχόζ και των κολχόζνικων το 1953 (ήταν) 13 δισεκατομμύρια ρούβλια και το 1954 όχι λιγότερο από 24 δισεκατομμύρια ρούβλια…»4. Ομως «…Με μια εκτενή απόφαση το συνέδριο ενέκρινε ομόφωνα την πολιτική γραμμή και την πραχτική δράση της ΚΕ, επισήμανε τα καθήκοντα του κόμματος για τα προσεχή χρόνια…»5. Με δεδομένο ότι η εκλογή του Χρουστσιόφ στην ηγεσία του ΚΚΣΕ έγινε τον πρώτο χρόνο μετά το 19ο Συνέδριο αποδείχνει ότι μια μεγάλη πλειοψηφία οπορτουνιστικών στελεχών είχαν ήδη αναδειχτεί επί ηγεσίας Στάλιν.

Σύγκριση ανάμεσα στο 14ο και το 20ό συνέδριο δείχνει το δρόμο και την κατεύθυνση που διανύθηκε στο πεδίο της ιδεολογικής διαπάλης στο ΚΚΣΕ. Λόγω του περιορισμένου χώρου στη συνέχεια θα αναφερθούν επιγραμματικά αποφάσεις συνεδρίων και στοιχεία που δείχνουν την εξέλιξη. Το πλήρες κείμενο θα σταλεί στην ΚΕ για τους συνέδρους.

15ο Συνέδριο (1927): Νέα προσθήκη στο καταστατικό «Τα μέλη του κόμματος που αρνούνται να πουν την αλήθεια στις ερωτήσεις των επιτροπών ελέγχου, διαγράφονται αμέσως από το κόμμα…»6.

16ο Συνέδριο (1930): Αποφάσεις «…Το συνέδριο διαπίστωσε ότι οι τροτσκιστές κατρακύλησαν οριστικά στις θέσεις του μενσεβικισμού, μετατράπηκαν σε αντισοβιετική αντεπαναστατική ομάδα…» και «…κήρυξε τις απόψεις της δεξιάς αντιπολίτευσης ασυμβίβαστες με την ιδιότητα του μέλους του ΠΚΚ(μπ.)…»7. Ενδεικτικά της πρακτικής εφαρμογής: «Στο κόμμα βρίσκονταν επίσης και μερικοί πρώην αντιπολιτευόμενοι, που κρατούσαν διπρόσωπη στάση: στα λόγια ήταν υπέρ της γραμμής του κόμματος, ενώ στην πράξη παρεμπόδιζαν την εφαρμογή της. Το κόμμα έπρεπε να απαλλαγεί από τους ανθρώπους αυτούς, που εξασθένιζαν τη μαχητικότητά του. Στα 1933-1934 έγινε μαζική εκκαθάριση…»8.

17ο Συνέδριο (1934): «…Το κόμμα ήρθε στο συνέδριό του συσπειρωμένο και μονολιθικό. Καμιά αντιπολιτευτική ομάδα δεν υπήρχε στο συνέδριο. Οι πρώην αντιπολιτευόμενοι Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Μπουχάριν, Ρίκοφ, Τόμσκι και άλλοι, που είχαν τσακιστεί ιδεολογικά από το κόμμα έβγαλαν λόγους μετανοίας και εκθείασαν τις επιτυχίες του κόμματος…»9. Νέα προσθήκη του καταστατικού ανέφερε: «…πρώτιστη υποχρέωση των κομμουνιστών και των κομματικών οργανώσεων είναι να περιφρουρούν την ενότητα του κόμματος, να χτυπούν αμείλιχτα και τις παραμικρότερες απόπειρες φραξιονιστικής πάλης και διάσπασης…»10.

18ο Συνέδριο (1939): Τροποποίηση του καταστατικού που καταργούσε τις μαζικές διαγραφές11.

Οι όροι της ιδεολογικής διαπάλης είχαν πλέον διαμορφωθεί. Το περιεχόμενο του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού όπως το βιώνουμε και σήμερα είχε καθοριστεί.

Ποιες είναι όμως οι κομβικές διαφορές στο περιεχόμενο του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού πριν και μετά το 1930 περίπου; Ο Στάλιν το 1927 αναφέρει12: «…Εχουμε τα στενογραφημένα πραχτικά των Ολομελειών της ΚΕ και της ΚΕΕ. Τα στενογραφημένα πραχτικά τυπώνονται σε αρκετές χιλιάδες αντίτυπα και μοιράζονται στα μέλη του κόμματος. Στα πραχτικά υπάρχουν οι λόγοι των αντιπολιτευομένων, καθώς και οι λόγοι των εκπροσώπων της γραμμής του κόμματος. Τα διαβάζουν δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες μέλη του κόμματος… Η αξία των ντοκουμέντων αυτών είναι κυρίως ότι δίνουν τη δυνατότητα να συγκρίνουν τη θέση της ΚΕ με τις απόψεις της αντιπολίτευσης και να πάρουν την απόφασή τους…». Να γιατί παρόλη τη φραξιονιστική δουλειά της αντιπολίτευσης, με ηγέτες του διαμετρήματος του Τρότσκι, δεν κατάφερε ποτέ να πείσει πάνω από το 1% του κομματικού δυναμικού13, 14. Τι άλλαξε στην πορεία; Οι απόψεις των μελών της ΚΕ που διαφωνούν με τις θέσεις του κόμματος (μεμονωμένα και όχι ως πλατφόρμα) δεν φθάνουν στα μέλη του κόμματος παρά μόνο στη φάση κορύφωσης της κρίσης, όπου μάλιστα καλούνται να πάρουν θέση χωρίς να έχει προηγηθεί ζύμωση και διαπάλη. Χωρίς να έχει γίνει βασανιστική προσπάθεια να κερδηθεί το σύνολο των κομματικών μελών με τις ταξικές θέσεις. Περιχαράκωση δηλαδή της ιδεολογικής διαπάλης στο αυστηρό πλαίσιο της ΚΕ. Αποτελέσματα: Ανατροπή του σοσιαλισμού και μάλιστα στο όνομα της ενίσχυσής του χωρίς καμιά ουσιαστική αντίδραση. Εμφάνιση και κορύφωση κυκλικών πλέον κρίσεων στα κόμματα των καπιταλιστικών χωρών με τεράστιες και αδικαιολόγητες απώλειες σε κομματικά μέλη. Δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας ότι: δύσκολα και βασανιστικά γινόταν η διαγραφή των φραξιονιστών πριν το 1930 και αυτό άλλαξε ριζικά βαθμιαία. Το ερώτημα είναι: Πότε το περιεχόμενο του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είχε ισχυρότερη βάση στο Μαρξισμό; Την απάντηση τη δίνει η θέση του Ενγκελς, την οποία συχνά επικαλούνταν ο Στάλιν στην αντιπαράθεσή του με την αντιπολίτευση15 «οι αντιθέσεις ποτέ δεν μπορούν να συγκαλυφθούν για πολύν καιρό και λύνονται με πάλη» (Ενγκελς 1885).

Δυστυχώς, το νέο πλαίσιο ιδεολογικής διαπάλης, όχι μόνο δεν οδήγησε στο χτύπημα του οπορτουνισμού αλλά αποτέλεσε το θερμοκήπιο για το γρήγορο φούντωμά του και την τελική επικράτησή του. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς οι οπορτουνιστές, συνεπείς με το χαρακτήρα και την διπλοπροσωπία τους, δεν υποχρεώνονταν πλέον να εκφράσουν ανοιχτά την άποψή τους. Το πόσο γρήγορα φούντωσαν οι οπορτουνιστές αποδεικνύεται από το γεγονός της άμεσης επικράτησής τους στο κόμμα αμέσως μετά το θάνατο του Στάλιν, αλλά και από το γεγονός της ενσωμάτωσης στο σύνταγμα του 1936 άρθρων τα οποία αντιστρατεύονταν την προώθηση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής. Η ενσωμάτωση των άρθρων16 «Η γη που κατέχουν τα κολχόζ παραχωρείται σ’ αυτά δωρεάν για μόνιμη χρήση, δηλαδή για πάντα» και «Το δικαίωμα της προσωπικής ιδιοκτησίας των πολιτών… στην κατοικία και το βοηθητικό νοικοκυριό δίπλα στο σπίτι, …, όπως και το δικαίωμα κληρονομιάς της προσωπικής ιδιοκτησίας των πολιτών - προστατεύονται από το νόμο» αποτέλεσε σοβαρό και κομβικό οπορτουνιστικό ολίσθημα δεξιάς στροφής. Ο,τι δεν πέτυχαν δηλαδή οι οπορτουνιστές με την ανοιχτή αντιπαράθεση, το πέτυχαν εύκολα στις νέες συνθήκες. Το πνεύμα αυτών των συνταγματικών επιλογών έρχονται να στηρίξουν οι μετέπειτα αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου και όχι μόνο. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς ότι το δικαίωμα κληρονομιάς αντιστρατεύεται την ανάπτυξη των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής. Θεωρώ σοβαρό έλλειμμα το γεγονός ότι στις θέσεις της ΚΕ τα ζητήματα αυτά του συντάγματος δεν συνεκτιμώνται.

Το ζητούμενο σήμερα είναι να ενισχυθεί ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός έτσι και με τέτοιες ασφαλιστικές δικλείδες ώστε να συμβάλλει στην ενδυνάμωση της ιδεολογικής διαπάλης στο κόμμα προς όφελος των ταξικών θέσεων, να κινητοποιεί και να εξοπλίζει ιδεολογικά τα μέλη του κόμματος, να προσδίδει ουσιαστικό και όχι διοικητικό περιεχόμενο στην αντιμετώπιση του φραξιονισμού.

* Ο Βασίλειος Τσίκαρης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
1. Ι. Β. Στάλιν: «Απαντα», τ. 9, σελ. 10.
2. «Ιστορία του ΚΚΣΕ», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1960, σελ. 492.
3.«Ιστορία του ΚΚΣΕ», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1960, σελ. 832.
4. «Πολιτική Οικονομία», Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1954, σελ. 628-629.
5. «Ιστορία του ΚΚΣΕ», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1960, σελ. 839.
6. «Ιστορία του ΚΚΣΕ», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1960, σελ. 524.
7. «Ιστορία του ΚΚΣΕ», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1960, σελ. 565.
8. «Ιστορία του ΚΚΣΕ», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1960, σελ. 611.
9. «Ιστορία του ΚΚΣΕ», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1960, σελ. 610.
10. «Ιστορία του ΚΚΣΕ», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1960, σελ. 610.
11. «Ιστορία του ΚΚΣΕ», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1960, σελ. 644.
12. Ι. Β. Στάλιν: «Απαντα», τ. 10, σελ. 200-201. 
13. Ι. Β. Στάλιν: «Απαντα», τ. 10, σελ. 376. 
14. «Ιστορία του ΚΚΣΕ», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1960, σελ. 511.
15. Ι. Β. Στάλιν: «Απαντα», τ. 9, σελ. 12.
16. Ι. Β. Στάλιν: «Απαντα», τ. 14, σελ. 222-223.

 

ΚΛΕΙΔΙ Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

του Παναγιώτη Μιχ. Κουτσκουδή*

Στο ντοκουμέντο «Εκτιμήσεις και προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη. Η αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού» (Υλικά Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης 15-16 Ιούλη 1995) διαπιστώσαμε τις σταδιακές παραβιάσεις των νόμων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, κυρίως από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956) και μετά, και καταγράψαμε τα αποτελέσματά τους, ανιχνεύοντας τα αίτια στην επικράτηση των αναθεωρητικών απόψεων, που οδήγησαν σταδιακά στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για τη νίκη της αντεπανάστασης. Δεν είχαμε όμως εμβαθύνει στο ερώτημα ποια ήταν η μήτρα που κυοφόρησε και γέννησε τέτοιου είδους απόψεις. Λες και η ιδεολογικοπολιτική αντιπαλότητα ήταν μόνον το αποτέλεσμα διαφορετικών απόψεων και οι παρεκκλίσεις απόρροια απειρίας ή θεωρητικής ανεπάρκειας των οργάνων της επαναστατικής εξουσίας. Φυσικά ισχύει κι αυτό και οφείλεται στην ανωριμότητα του υποκειμενικού παράγοντα που παίζει καθοριστικό ρόλο στην οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, αφού ο σοσιαλισμός ανακόπτει το αυθόρμητο, το τυφλό ρεύμα της ιστορικής εξέλιξης και φέρνει την επιστημονικά προγραμματισμένη διεύθυνση της κοινωνίας, πράγμα που προϋποθέτει τη γνώση των νομοτελειών του υλικού κόσμου.

Με τις θέσεις για το σοσιαλισμό (Οκτώβρης 2008) κάνουμε άλλο ένα βήμα στην ορθότερη προσέγγιση της ιστορικής αλήθειας, στην επιστημονικότερη ανάλυση ενός πρωτόγνωρου στην ιστορία της ανθρωπότητας κοινωνικού-οικονομικού-πολιτικού φαινομένου. Οπως σωστά προκύπτει από τις θέσεις 12-20, η ιδεολογική διαπάλη ήταν τελικά αντανάκλαση της οικονομικής πάλης ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες με αντικρουόμενα ταξικά συμφέροντα. Γιατί και στο σοσιαλισμό (πρώιμο κομμουνισμό) συνεχίζεται η ταξική πάλη μέχρι την ολοσχερή εξάλειψη των εκμεταλλευτριών τάξεων και την πλήρη ανάπτυξη του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής. Η εμφάνιση λοιπόν των αναθεωρητικών απόψεων της μετασταλινικής περιόδου δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Εξέφραζε μια προϋπάρχουσα κοινωνική βάση που ήταν αντίθετη στην πλήρη θέσπιση των κομμουνιστικών παραγωγικών σχέσεων, γιατί η επιβίωση των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων και η λειτουργία ελεύθερης αγοράς παράλληλα με την κρατική συνέβαλε στην ιδιοποίηση απ’ αυτήν ενός σεβαστού μεριδίου του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου. Μια κοινωνική βάση που δυστυχώς δεν έγινε μπορετό να συρρικνωθεί αποτελεσματικά με προοπτική την εξαφάνισή της, ακόμα και μετά την πολιτική της «επίθεσης του σοσιαλισμού ενάντια στον καπιταλισμό» που ακολούθησε τη ΝΕΠ. Αλλά ούτε και με τις περιβόητες εκκαθαρίσεις της περιόδου 1936-1938, οι οποίες ναι μεν συνέβαλαν στην εξόντωση των ορκισμένων εχθρών της επανάστασης που συνωμοτούσαν ανοιχτά για την ανατροπή της, προέβαιναν σε πράξεις δολιοφθοράς κλπ., αλλά ταυτόχρονα, με την ανεξέλεγκτη έκταση και ένταση που πήραν, δυνάμωσαν τους κραδασμούς που προκαλούσαν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις.

Την κοινωνική βάση της αντεπανάστασης αποτελούσαν αρχικά οι απόγονοι των εκμεταλλευτριών τάξεων, οι «λευκοί» που πολέμησαν εναντίον των μπολσεβίκων στον εμφύλιο, οι τσαρικοί αξιωματικοί, οι διανοούμενοι που συμπαθούσαν τους «λευκούς», οι ευγενείς και γαιοκτήμονες που επιθυμούσαν την ανάκτηση της περιουσίας τους, οι πλουσιοχωρικοί, οι κουλάκοι, το παπαδαριό κ.ά. Επί Στάλιν προστέθηκαν οι εξόριστοι στα σωφρονιστικά στρατόπεδα εργασίας και οι οπαδοί της εσωτερικής αντιπολίτευσης (κάθε είδους οπορτουνιστές). Μεταπολεμικά συναθροίστηκαν και τα εκατομμύρια των ποινικών καταδίκων, οι στρατιές των μαυραγοριτών και των μαφιόζων και το διεφθαρμένο στρώμα των ανώτερων δημοσίων υπαλλήλων και της κομματικής νομενκλατούρας που απέκτησε προκλητικά προνόμια. Παράλληλα, η μη συμμετοχή του λαού στις διευθυντικές - ελεγκτικές λειτουργίες της σοβιετικής εξουσίας, με ευθύνη του ΚΚΣΕ, σταδιακά τον άφηνε αδιάφορο για την τύχη της επανάστασης.

Σε κομβικό ζήτημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ανάγεται η καθιέρωση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής στην αγροτική οικονομία. Οι προβληματισμοί και οι διαφορετικές εκτιμήσεις μέσα στο μπολσεβίκικο κόμμα ήδη από την αρχή της επανάστασης ήταν έντονες. Η επαναστατική εξουσία πρόκρινε τελικά λύσεις, που όσο κι αν οδήγησαν σε μεγάλες επιτυχίες, δεν εξάλειψαν σοβαρές αντιθέσεις. Στο ερώτημα αν πρέπει το προλεταριάτο και το κόμμα του να καταλαμβάνουν την εξουσία σε μια χώρα, όπου η μεν βιομηχανία είναι συγκεντρωμένη και συγκεντροποιημένη σε τέτοιο μεγάλο βαθμό, ώστε να είναι δυνατή η απαλλοτρίωσή της και η μετατροπή της σε κτήμα της κοινωνίας, η δε αγροτική οικονομία είναι κατακερματισμένη και μοιρασμένη σε πολυάριθμους μικρομεσαίους ιδιοκτήτες παραγωγούς, ώστε να μην μπαίνει ζήτημα απαλλοτρίωσής τους, ο Λένιν απάντησε ανεπιφύλακτα ότι επιβάλλεται η κατάληψη της εξουσίας χωρίς να περιμένουμε πότε ο καπιταλισμός θα καταστρέψει τα πολυάριθμα εκατομμύρια των μικρομεσαίων ατομικών παραγωγών, τους οποίους πρέπει να ενώνουμε βαθμιαία σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς (κολχόζ). Επαυξάνοντας τη θέση του Λένιν, ο Στάλιν έλεγε: «Ούτε μπορούμε να θεωρήσουμε σαν απάντηση τη γνώμη αξιοθρήνητων μαρξιστών που νομίζουν ότι θα ’πρεπε ίσως να καταλάβουμε την εξουσία και να προχωρήσουμε στην απαλλοτρίωσή τους, κοινωνικοποιώντας τα μέσα παραγωγής τους. Ούτε αυτό τον ανόητο και εγκληματικό δρόμο μπορούν να ακολουθήσουν οι μαρξιστές, γιατί ένας τέτοιος δρόμος θα υπονόμευε κάθε δυνατότητα να νικήσει η προλεταριακή επανάσταση, θα έριχνε την αγροτιά για ένα μεγάλο διάστημα στο στρατόπεδο των εχθρών του προλεταριάτου». Πίστευε δηλαδή ότι με την ανάπτυξη της βιομηχανίας θα εκμηχανιζόταν η αγροτική οικονομία στη βάση των συνεταιρισμένων παραγωγών και θα γινόταν ικανοποιητικά ανταγωνιστική, ώστε να διώξει τα καπιταλιστικά στοιχεία απ’ το χωριό, και αρκετά ελκυστική για τον αγρότη, ώστε να την προτιμήσει από κάθε άλλη μορφή καλλιέργειας της γης.

Αλλά η πραγματικότητα εξελισσόταν πολύ διαφορετικά. Το 1926 οι κουλάκοι έλεγχαν το 20% του εμπορίου σιτηρών. Το 1927 (δέκα χρόνια μετά την επανάσταση) υπήρχαν πολύ λίγα σοσιαλιστικά στοιχεία στην ύπαιθρο, όπου εξακολουθούσαν να κυριαρχούν οι αγρότες που καλλιεργούσαν ατομικά το μικρό τους κλήρο και ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ σοσιαλιστικής και καπιταλιστικής οικονομίας έδειχνε ότι η κολεκτιβοποιημένη γεωργία παρέδινε στην αγορά 0,57 εκατ. τόνους ενώ οι κουλάκοι 2,13 εκατ. τόνους. Αυτοί αποφάσιζαν για την τροφοδοσία των εργατών και των κατοίκων των πόλεων και συνεπώς για την τύχη της εκβιομηχάνισης, εκβιάζοντας ανοιχτά τη σοβιετική εξουσία.

Βλέποντας τη δυσμενή αυτή εξέλιξη το ΚΚ της Σοβιετικής Ενωσης, το 1927 ξεκινά την αφαίρεση προνομίων απ’ τους κουλάκους και αναζητά τη διέξοδο στην ταχύτερη δυνατή ανάπτυξη του κολχόζνικου κινήματος, η οποία σχεδόν ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις (1927-1930, 1930-1936). Η ταξική πάλη ήταν σκληρή στην ύπαιθρο και η αντίσταση των κουλάκων λυσσαλέα. Ιδιαίτερα κατά την πρώτη φάση δεν έλειψαν όμως ακρότητες και βιαιότητες κομματικών οργάνων.

Η πράξη δηλαδή έδειξε ότι η πολιτική της ήπιας προσέλκυσης των αγροτών στο συνεταιρισμό δεν απέδωσε τα αναμενόμενα και τελικά η κολεκτιβοποίηση επιβλήθηκε, είτε με το καλό είτε με το ζόρι. Αλλά και κατά το τέταρτο πεντάχρονο πλάνο αρκετοί δείκτες παρέμεναν κάτω από το προπολεμικό επίπεδο, γι’ αυτό στις αρχές της δεκαετίας του ’50 πρόβαλε επιτακτική η ανάγκη συνένωσης των μικρών κολχόζ σε μεγάλα. Το Κόμμα ακολουθούσε και τότε την αρχή της ελεύθερης συγκατάθεσης και της αμοιβαίας συμφωνίας των κολχόζ για τη συνένωσή τους, πράγμα που προϋπόθετε πολύπλευρη ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική δουλειά των κομμουνιστών στην αγροτική ύπαιθρο, η οποία εξακολουθούσε όμως να είναι αδύνατη. Η πολιτική αυτή δε στάθηκε ικανή να εξαλείψει την προσκόλληση των κολχόζνικων στην εμπορευματική παραγωγή (λόγω της ατομικής ιδιοποίησης του μεγαλύτερου μέρους του παραγόμενου προϊόντος). Το 1958 η έως τότε κοινωνικοποιημένη ιδιοκτησία των ΜΤΣ (τρακτέρ, μηχανήματα κ.ά.) πέρασε στα κολχόζ κι έτσι αποκτώντας ατομική ιδιοκτησία και σε μέσα παραγωγής απομακρύνθηκαν ακόμα περισσότερο απ’ τον κομμουνισμό.

Ο Φρ. Ενγκελς έγραφε στο «Αντι-Ντύρινγκ»: «Μόλις η κοινωνία πάρει στα χέρια της τα μέσα παραγωγής (σε άλλο σημείο του έργου του μιλάει για κυριαρχία πάνω σε όλα τα μέσα παραγωγής), θα καταργηθεί η εμπορευματική παραγωγή και μαζί μ’ αυτήν και η κυριαρχία των προϊόντων πάνω στους παραγωγούς».

Τα παραπάνω μας ξαναγυρίζουν πίσω στο αρχικό ερώτημα: Μήπως έπρεπε η επανάσταση να τους απαλλοτριώσει εξ αρχής ή έστω να συντομέψει κατά πολύ τη διαδικασία κολεκτιβοποίησης; Αν και πιστεύω ότι η πολιτική «ήπιας προσέλκυσης» της αγροτιάς στο συνεταιρισμό έβλαψε πολύ την επαναστατική διαδικασία, νομίζω πως δεν υπάρχει μονοδιάστατη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Γι’ αυτό θεωρώ σωστή τη διατύπωση της θέσης 14 ότι η πολιτική ελιγμών και προσωρινών υποχωρήσεων απέναντι στις καπιταλιστικές σχέσεις (σ.σ. τύπου ΝΕΠ, που εκτιμάται ως αναπόφευκτη στην εποχή της) δεν αποτελεί νομοτελειακό χαρακτηριστικό της διαδικασίας σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Σε μια χώρα με διαφορετική οικονομική ανάπτυξη (απ’ αυτήν της Ρωσίας του 1917), όπου ο καπιταλισμός θα είχε πετύχει μεγάλη συγκέντρωση της αγροτικής οικονομίας και ευρεία προλεταριοποίηση αγροτικών μαζών, μια πολιτική διατήρησης των καπιταλιστικών σχέσεων πιθανότατα θα ήταν περιττή και το πέρασμα στην πλήρη κοινωνικοποίηση της αγροτικής οικονομίας άμεσο ή έστω σύντομο. Η κατάργηση κάθε εμπορευματικής παραγωγής και των συνοδευτικών της εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων θα καθιστούσε ανενεργό και το νόμο της αξίας (που ενεργεί στο σοσιαλισμό, όχι όμως στον κομμουνισμό) και θα συνέβαλε στην ταχύτερη επικράτηση των νέων παραγωγικών σχέσεων. Σωστά λοιπόν διατυπώνει η θέση 4 την εκτίμηση ότι η χρονική διάρκεια της μεταβατικής περιόδου εξαρτάται από την καθυστέρηση που κληρονομεί ο σοσιαλισμός από τον καπιταλισμό.

Σύγχυση όμως προκαλεί σε αρκετούς συντρόφους η διατύπωση της πρώτης παραγράφου της θέσης 4 για το μακρόχρονο ή μη της μεταβατικής περιόδου από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό (οικοδόμησης της βάσης του νέου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού). Στο «Ριζοσπάστη» της Κυριακής 9.11.2008, σελ. 12, η Επιτροπή Διαλόγου διευκρινίζει ότι η θέση αυτή αναφέρεται στην «περίοδο μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό» και όχι στην «περίοδο μετάβασης από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό». Εννοεί μάλλον το χρονικό διάστημα από τη νίκη και εγκαθίδρυση της επανάστασης μέχρι την πλήρη κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, η οποία δημιουργεί τη βάση πάνω στην οποία χτίζονται και θα συνεχίζουν να χτίζονται οι νέες παραγωγικές σχέσεις. Η οικοδόμηση των νέων παραγωγικών σχέσεων δεν περιμένει βέβαια να οικοδομηθεί πρώτα αυτή η βάση, αλλά ξεκινά ταυτόχρονα με την επικράτηση της επανάστασης. Ολοκληρώνεται όμως σε μεγαλύτερο χρόνο, που εξαρτάται από μια σειρά παράγοντες (καθυστέρηση που κληρονομείται απ’ τον καπιταλισμό, δράση του υποκειμενικού-συνειδητού παράγοντα, βαθμός έντασης της ταξικής πάλης στο εσωτερικό της χώρας, ισχυρός ή ασθενής ιμπεριαλιστικός περίγυρος κλπ).

Η σύγχυση -νομίζω- δημιουργείται επειδή στη δεύτερη παράγραφο της θέσης 4 η προαναφερόμενη περίοδος αντιπαραβάλλεται με τη «μεταβατική περίοδο» της μαρξιστικής βιβλιογραφίας, η οποία δεν είναι το ίδιο χρονικό διάστημα. Ο Μαρξ έγραφε λ.χ. στην «Κριτική του προγράμματος της Γκότα»: «Ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική και στην κομμουνιστική κοινωνία (σ.σ. δεν τη χωρίζει σε δυο περιόδους: από την κεφαλαιοκρατική στη σοσιαλιστική και από τη σοσιαλιστική στην κομμουνιστική) βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της μιας στην άλλη. Σ’ αυτή την περίοδο αντιστοιχεί επίσης μια πολιτική μεταβατική περίοδος που το κράτος της δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά η επαναστατική διχτατορία του προλεταριάτου». Ο Λένιν στο έργο του «Κράτος και επανάσταση» (Κεφ. 4. Η Ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας) είναι ξεκάθαρος: «Η οικονομική βάση για την ολοκληρωτική απονέκρωση του κράτους είναι μια τόσο υψηλή ανάπτυξη του κομμουνισμού, […] που σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να εξαλειφθεί με μιας, με μόνο το πέρασμα των μέσων παραγωγής σε κοινωνική ιδιοχτησία, με μόνη την απαλλοτρίωση των κεφαλαιοκρατών […] Πόσο γρήγορα όμως θα προχωρήσει πιο πέρα αυτή η ανάπτυξη, …αυτό δεν το ξέρουμε κι ούτε μπορούμε να το ξέρουμε. Γι’ αυτό έχουμε το δικαίωμα να μιλούμε μόνο για την αναπόφευκτη απονέκρωση του κράτους, […] αφήνοντας ολότελα ανοιχτό το ζήτημα των προθεσμιών ή των συγκεκριμένων μορφών που θα πάρει η απονέκρωση…». Αρα η «μεταβατική περίοδος» στην οποία αναφέρονται ο Μαρξ και ο Λένιν είναι ένα πολύ ευρύτερο χρονικό διάστημα, που συμπεριλαμβάνει την οικοδόμηση της βάσης του νέου κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού (πλήρη κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής) και την εν συνεχεία σκληρή και επίμονη προσπάθεια για τη θεμελίωση των νέων παραγωγικών σχέσεων και τη διαπαιδαγώγηση του νέου ανθρώπου. Κοντολογίς εννοούν τη λεγόμενη πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, δηλ. το διάστημα από τη νίκη της επανάστασης ως την απονέκρωση του προλεταριακού κράτους, που οδηγεί στην αταξική κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι επιμέρους περίοδοι δεν πρέπει να αυτονομούνται, αλλά να νοούνται ως στάδια της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας.

Γι’ αυτό στη θέση 4 πρέπει: (α) να γίνει μια σαφέστερη διάκριση των δυο περιόδων (από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό και από το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό) με αναφορά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της καθεμιάς και (β) να αποφευχθεί η εκτίμηση για το μακρόχρονο ή μη του (κάθε) περάσματος.

Το παράδειγμα της ΕΣΣΔ δεν είναι κατάλληλο, γιατί είναι σα να δεχόμαστε ότι το 1936, με κοινωνικοποιημένη τη βιομηχανία και κολεκτιβοποιημένη (κατά 90,3%) την αγροτική οικονομία, η ΕΣΣΔ είχε ολοκληρώσει το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Πράγμα που δεν είναι σωστό, γιατί εκκρεμούσε ακόμα το πέρασμα από την κολχόζνικη (συνεταιριστική) στη σοβχόζνικη (κρατική) ιδιοκτησία, για να μιλάμε για πλήρη κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής.

Επίσης, σωστά καταλήγει η θέση 23 ότι η αναγκαιότητα της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι επίσης αποτέλεσμα της ταξικής πάλης διεθνώς, αφού μπορεί να είναι δυνατή η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα, αλλά ο ισχυρός ιμπεριαλιστικός περίγυρος σε συνδυασμό με τις εσωτερικές αντιθέσεις καθιστούν επισφαλή την επιβίωση της επαναστατικής εξουσίας. Αρα, όσο υφίσταται ισχυρό διεθνές ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, είναι αναγκαίο το προλεταριακό κράτος και συνεπώς αδύνατη και πρόωρη κάθε διαδικασία απονέκρωσής του.

Κλείνοντας, θέλω να τονίσω ότι όπως φτάσαμε στο σημείο να κάνουμε ειλικρινή δημόσια αυτοκριτική (θέση 30), άλλο τόσο επιβάλλεται να είμαστε ακόμα πιο τολμηροί στην κριτική μας, ιδιαίτερα σε ζητήματα αδικαιολόγητων εκτροπών. Με τις θέσεις για το σοσιαλισμό κάναμε άλλο ένα βήμα μπροστά. Εχουμε να κάνουμε πολλά ακόμα. Προχωράμε αργά αλλά σταθερά, δύσκολα μα σίγουρα.

ΖΗΤΩ ΤΑ ΕΝΕΝΗΝΤΑΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΚΚΕ.

* Ο Παναγιώτης Μιχ. Κουτσκουδής είναι δημοτικός υπάλληλος στο Δήμο Αγιάσου.

 

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ - ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ

του Γιώργου Μαντικού*

Η ιστορία φυσικά δε μας περιμένειστη στάση του τρόλεϋ.

Νίκος Καρούζος

Kατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των θέσεων για το σοσιαλισμό διαφάνηκε σε ορισμένους φίλους αλλά και συντρόφους αδυναμία κατανόησης του ενιαίου της πιο πάνω αναφερόμενης διαδικασίας, γι’ αυτό θα ήθελα να καταγράψω ορισμένες σκέψεις, χωρίς την απαίτηση αυτές να αποτελούν κάτι το ολοκληρωμένο. Θεωρώ όμως ότι η κατανόηση αυτής της ενότητας αποτελεί θεμελιακό σημείο για την κατανόηση των αιτίων των ανατροπών.

Θεωρώ επίσης ότι πρώτες σκέψεις πάνω στην οργάνωση του ωριμότερου σταδίου της κομμουνιστικής κοινωνίας από τώρα και στο πρόγραμμά μας θα μας προστατέψει από μελλοντικές γραφειοκρατικές στασιμότητες και πισωγυρίσματα, από οπορτουνιστικές πλάνες σχετικά με το ρόλο του νόμου της αξίας στο σοσιαλισμό, θα ανοίξει πιο πλατιά το δρόμο προς τις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής.

Η βασική πιθανότητα παρανόησης βασίζεται στο ότι ο σοσιαλισμός δεν έχει δική του παραγωγική φυσική οντότητα. Αν κανείς προσπαθήσει να προχωρήσει σε ανάλυση του σοσιαλισμού στη βάση της θεωρίας του Μαρξ για τους τρόπους παραγωγής και τους αντίστοιχους κοινωνικούς σχηματισμούς θα απογοητευτεί σε δύο σημεία:

1. Οι παραγωγικές δυνάμεις του σοσιαλισμού δε διαφέρουν σε τίποτα από εκείνες του καπιταλισμού και

2. ούτε ο σοσιαλισμός ούτε ο κομμουνισμός αποτελούν ιδιαίτερο οικονομικό κοινωνικό σχηματισμό, αλλά ο κομμουνισμός αποτελεί κάτι το αντίθετο από έναν κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό.

«Σε γενικές γραμμές, γράφει ο Μαρξ, μπορούν να θεωρηθούν ο ασιατικός, αρχαίος, φεουδαρχικός και σύγχρονος αστικός τρόπος παραγωγής σαν προοδευτικές εποχές του οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού»1.

Μπορεί να θεωρήσει κανείς, ότι αυτή είναι η υλιστική θεώρηση της ιστορίας. Στην πραγματικότητα αυτή είναι όμως η υλιστική θεώρηση της προϊστορίας. Είναι η εποχή της δημιουργίας της οικογένειας, της ιδιοκτησίας και του κράτους και τελειώνει, σύμφωνα με το Μαρξ, με την αστική κοινωνία. Στην κοινωνική παραγωγή υποτάσσονται οι άνθρωποι σε ορισμένες αναγκαίες και ανεξάρτητες από τη θέλησή τους παραγωγικές σχέσεις, που στο σύνολό τους αποτελούν την οικονομική βάση της κοινωνίας και πάνω τους βασίζεται το εποικοδόμημα. «Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων, που καθορίζει το είναι τους αλλά αντίθετα το κοινωνικό είναι τους καθορίζει τη συνείδησή τους»2.

Αυτό όμως αφορά την προκομμουνιστική κοινωνία. Το νόημα του κομμουνισμού είναι ακριβώς να τερματίσει αυτή τη ροή της ιστορίας, όπου ο άνθρωπος είναι έρμαιο δυνάμεων ανεξάρτητων από τη θέληση και τη συνείδησή του.

Ο κομμουνισμός δεν σημαίνει απλά ότι αντικαθιστά τον καπιταλισμό. Σημαίνει το ξεπέρασμα όλου του παλιού τρόπου ζωής της ανθρωπότητας, όχι μόνο του καπιταλιστικού, την καταστροφή όλων των σχέσεων εξουσίας και υποταγής (δηλαδή το ξεπέρασμα του καταμερισμού της εργασίας σε διευθυντική και διεκπεραιωτική). Διαγράφεται εδώ ο κίνδυνος παρανόησης του σοσιαλισμού ως μιας κοινωνίας με περισσότερα εμπορεύματα, καλύτερο μισθό, καλύτερες κοινωνικές παροχές και περισσότερη δημοκρατία. Η αποστολή όμως του σοσιαλισμού έγκειται στο να ανατρέψει την εμπορευματική παραγωγή μαζί με το χρήμα, το μισθό, τη μισθωτή εργασία και κάθε αναγκαιότητα για κοινωνική ασφάλεια και δημοκρατία. Ο κομμουνισμός αλλάζει ριζικά τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης. Ο καπιταλιστικός και οι άλλοι κοινωνικοί σχηματισμοί υποτάσσονται στο νόμο της αντιστοιχίας των παραγωγικών σχέσεων με το βαθμό εξέλιξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. Κομμουνισμός δεν σημαίνει βέβαια ότι οι νόμοι της κοινωνίας χάνουν τον αντικειμενικό τους χαρακτήρα και οι άνθρωποι θα μπορούν να κάνουν ό,τι τους αρέσει. Ο κομμουνισμός δεν αναιρεί τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης, αλλάζει όμως ριζικά το χαρακτήρα τους. Οι νόμοι της κοινωνικής εξέλιξης παύουν να είναι ανεξάρτητοι από τη θέληση και τη συνείδηση των ανθρώπων. Και ο μόνος δρόμος σ’ αυτή την κατεύθυνση έγκειται στη γνώση αυτών των νόμων, ώστε να μπορούμε να αποφεύγουμε τη δράση τους, όταν βλάπτουν τον άνθρωπο (όχι βέβαια σαν μονάδα αλλά σαν κοινωνική οντότητα) και να τους βάζουμε στην υπηρεσία του, όταν τον ωφελούν.

Η μετάβαση από την παλιά στη νέα κοινωνία δεν είναι βέβαια απλή. Οσο και αν η νέα κοινωνία δεν υποτάσσεται στις εξωτερικές συνθήκες, αλλά τις αλλάζει, ο συγκεκριμένος άνθρωπος υποτάσσεται στις αντικειμενικές συνθήκες, στις οποίες γεννήθηκε. Ακόμα και οι επαναστάτες είναι προϊόντα της παλιάς κοινωνίας, γιατί το να ζει κανείς μέσα στην κοινωνία και να είναι ταυτόχρονα ανεξάρτητος απ’ αυτήν είναι αδύνατο. Γι’ αυτό και είναι αδύνατο ένα γρήγορο και άμεσο πέρασμα από την ταξική κοινωνία στην αταξική. Και ο Μαρξ και αργότερα ο Λένιν υποστήριζαν ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό είναι αναγκαίο ένα μεταβατικό στάδιο, που η ουσία του βρίσκεται στον αγώνα ανάμεσα στο παλιό και το νέο, ανάμεσα στον καπιταλισμό, που δεν έχει ακόμα εξαφανιστεί αλλά επιζεί και αντιστέκεται και στον ακόμα αδύναμο κομμουνισμό.

Ο καπιταλισμός επιζεί βασικά λόγω δύο παραγόντων, από τη μια η αντίσταση των καπιταλιστών και από την άλλη η μάζα των ανθρώπων, που ναι μεν θέλουν τον κομμουνισμό, αλλά έχουν διαπαιδαγωγηθεί και έχουν διαμορφώσει την προσωπικότητά τους μέσα στον καπιταλισμό.

Οι κομμουνιστικές αρχές είναι ακόμα πολύ αδύναμες στο σοσιαλισμό, όχι γιατί η θεωρία δεν είναι καλή αλλά γιατί οι κομμουνιστές είναι αναγκασμένοι να χρησιμοποιούν αστικά μέσα και μορφές όπως το κράτος, το χρήμα, εμπορευματικές σχέσεις. Εδώ έγκειται και ο κίνδυνος αυτές οι μορφές να αναδείξουν το παλιό περιεχόμενο ανά πάσα στιγμή, όπως έγινε και στην ΕΣΣΔ.

Ας μην ξεχνάμε και ότι στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μπορεί να υπάρξει και μια σχετική μείωση του βιοτικού επιπέδου μετά την επανάσταση, τουλάχιστον όπως το αντιλαμβάνεται ένα μεγάλο τμήμα του λαού. Π.χ. τι θα γίνει με τα χιλιάδες ιδιωτικά αυτοκίνητα, τα διάφορα άχρηστα καταναλωτικά αγαθά κλπ.;

Το παράδοξο είναι ότι ο κίνδυνος για παλινόρθωση του καπιταλισμού δεν προέρχεται μόνο από τις καπιταλιστικές σχέσεις, αλλά και από σχέσεις που δημιουργούνται στην πορεία εξέλιξης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και σε ορισμένες στιγμές έφεραν θετικά αποτελέσματα. Οταν αυτές επιζούν και δεν αντικαθίστανται έγκαιρα από νέες, που να αντιστοιχούν στα νέα καθήκοντα που μπαίνουν, μπορούν να παίξουν αντιδραστικό ρόλο.

Και αντίθετα, αντιδραστικές σχέσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν θετικά στην πάλη για τον κομμουνισμό, όπως η επιστροφή σε εμπορευματικοχρηματικές σχέσεις κατά τη διάρκεια της ΝΕΠ ή η χρήση αξιωματικών στο στρατό της ΕΣΣΔ ή ο πατριωτισμός κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επικίνδυνες γίνονται όταν δεν αντιληφθούμε ότι παγιώνονται ή ακόμα χειρότερα αν τις θεωρούμε ότι είναι αυθεντικές σοσιαλιστικές σχέσεις. Είναι σε τελική ανάλυση ζήτημα προσδιορισμού τι είναι τακτική και τι στρατηγική.

Ο σοσιαλισμός, σαν πρώτο στάδιο του κομμουνισμού, έχει σαν κύριο χαρακτηριστικό ότι ο κομμουνισμός δεν αναπτύσσεται εδώ πάνω στη δική του βάση, αλλά διατηρούνται ακόμα πολλά κατάλοιπα του καπιταλισμού. Αν τα καταστρέψει, προχωράει μπροστά προς τον κομμουνισμό, αν φρενάρει την καταστροφή τους, κάνει βήματα πίσω προς τον καπιταλισμό. Η αποστολή του είναι να ξεπεράσει ό,τι απόμεινε από τον καπιταλισμό και να διαμορφώσει αυτό που θα υπάρχει στον κομμουνισμό.

Αν έστω και για μια στιγμή σταματήσει να είναι μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, δε γίνεται ιδιαίτερο στάδιο αλλά παραμένει μετάβαση, αυτή τη φορά όμως πίσω προς τον καπιταλισμό. Δεν έχει αυτόνομη οντότητα ούτε και θα μπορούσε να έχει. Είναι όρος που περιγράφει το προτσές του μετασχηματισμού του ακόμα μη ξεπερασμένου οριστικά καπιταλισμού στον ακόμα διαμορφούμενο κομμουνισμό.

Ο σοσιαλισμός δεν αποτελεί ιδιαίτερο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό γιατί και ο κομμουνισμός, με αυστηρά παρμένα κριτήρια, δεν είναι πια τέτοιος. Οι οικονομικοκοινωνικοί σχηματισμοί ανήκουν στην «Προϊστορία».

Ο κομμουνισμός δεν αποτελεί κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, γιατί σ’ αυτόν οι παραγωγικές σχέσεις δε διαμορφώνονται αυθόρμητα υπό την επήρεια των αλλαγών στις παραγωγικές δυνάμεις, αλλά αποτελούν αντικείμενο συνειδητής διαμόρφωσης. Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει απλά να κυριαρχεί στη φύση, αλλά και να κατευθύνει τις κοινωνικές δυνάμεις. Η εποχή των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, όπου οι κοινωνικές σχέσεις καθορίζονταν από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, θα ανήκουν τότε πλέον στο παρελθόν.

Κατά τη γνώμη μου θα είναι αναγκαίο για το Κόμμα μας από τώρα να αρχίσει, με βάση και την εμπειρία από την πρώτη προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού, έρευνα (χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι θα υπάρξουν έτοιμα μοντέλα, κάτι τέτοιο θα ήταν άλλωστε αντιδιαλεκτικό) για τα παραπέρα βήματα προς την κομμουνιστική κοινωνία, π.χ.:

- Tι μορφές οργάνωσης θα μπορούσαν να οδηγήσουν με βάση την ανάπτυξη της παραγωγικότητας στην εξάλειψη του καταμερισμού φυσικής και διανοητικής εργασίας, τι σημαίνει απονέκρωση του κράτους και πώς θα μπορεί να διαμορφωθεί η παραγωγή και να οργανωθεί η διοίκηση χωρίς κρατικές δομές με δεδομένο την παραπέρα εξέλιξη στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων;

- Πώς θα αποφευχθούν εκτιμήσεις όπως το «Παλλαϊκό κράτος», παραβλέποντας αντιθέσεις ή χωρίς να λαβαίνεται υπ’ όψη το επίπεδο ανάπτυξης των αντικειμενικών συνθηκών για παραπέρα άλματα;

- Τι θα μας προφυλάξει τόσο από το βολονταρισμό όσο και από τη στασιμότητα, ζητήματα διαλεκτικά αλληλένδετα μεταξύ τους;

Τι βήματα θα είναι αναγκαία για την προώθηση της συνείδησης των μαζών, ώστε να καταργηθεί κάθε μορφή ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (και της συνεταιριστικής);

- Ποιες είναι οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για μια τέτοια εξέλιξη;

Οι αναφορές των κλασσικών είναι πολύ γενικές, όπως και οι αναφορές στο Πρόγραμμα του Κόμματος. Χρειάζεται μακροχρόνια εξειδίκευση για να αναδειχθεί καλύτερα και πιο πειστικά η επικαιρότητα και ρεαλιστικότητα του κομμουνισμού. Ετοιμες απαντήσεις δεν υπάρχουν, έχουμε όμως τη μαρξιστική θεωρία σαν εργαλείο, που μπορεί να μας βοηθήσει σ’ αυτή την πορεία.

* Ο Γιώργος Μαντικός είναι μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής ΟΔ Γερμανίας.
1. Κ. Μαρξ: «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», Πρόλογος, γερμανική έκδοση.
2. Ο.π.


ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

του Τρύφωνα Λεμοντζόγλου*

O Σοσιαλισμός που γνώρισαν οι λαοί τον 20ό αιώνα και παρά τα όποια λάθη και παρεκκλίσεις που παρουσιάστηκαν κατά την οικοδόμησή του, απέδειξε την ανωτερότητά του ως κοινωνικοοικονομικό σύστημα έναντι του καπιταλισμού. Σήμερα είναι το ίδιο αναγκαίος και επίκαιρος. Αυτό επιβεβαιώνεται μέρα με τη μέρα. Αμέσως μετά τις ανατροπές στις σοσιαλιστικές χώρες, ο ιμπεριαλισμός έντεινε την επίθεσή του σε βάρος των λαών. Η σιγουριά και η βεβαιότητα για το μέλλον έδωσε τη θέση της στην ανασφάλεια, την ανεργία, τη φτώχεια. Οι όποιες κατακτήσεις πέτυχαν οι λαοί των χωρών αυτών πάρθηκαν πίσω. Κατακτήσεις, οι οποίες ακόμη και σήμερα φαντάζουν «απλησίαστο όνειρο» για την εργατική τάξη στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες.

Εμείς σαν ΚΚΕ και ΚΝΕ δεν έχουμε κανένα «κόμπλεξ» να παραδεχτούμε τα όποια λάθη έγιναν κατά τη Σοσιαλιστική οικοδόμηση κι ούτε έχουμε καμία τάση «ωραιοποίησης» του Σοσιαλισμού που γνωρίσαμε. Αντιθέτως, ακολουθήσαμε το δρόμο της επιστημονικής μελέτης πάνω στα αίτια των ανατροπών, που είναι και ο δύσκολος δρόμος, γιατί θέλει «μαγκιά», επιμονή και υπομονή, θέλει χρόνο και πολύ προσπάθεια για να μπει κανείς στη διαδικασία να μελετήσει τις ανατροπές, να αναζητήσει τις αιτίες τους, να κάνει την κριτική και αυτοκριτική του. Συνεχίζουμε να μελετάμε με τον ίδιο ζήλο και σοβαρότητα την πορεία της Σοσιαλιστικής οικοδόμησης στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και αλλού, αφού η εμπειρία αυτή θα είναι πολύτιμη για όλους τους λαούς. Δε χαριζόμαστε όμως και δεν πρόκειται να χαριστούμε στους κάθε είδους «τυχοδιώκτες» και «καλοθελητές» του συστήματος, στους «μετανιωμένους αριστερούς» (που τελευταία είναι και πολύ «μοδάτοι»), σε όλους αυτούς που τρέξανε πως και πως να χειροκροτήσουν τις ανατροπές περνώντας με την πλευρά του αντιπάλου. Τον εύκολο δρόμο της κατασυκοφάντησης του Σοσιαλισμού, δε θα τον πάρουμε. Τα 90 χρόνια ζωής και δράσης του ΚΚΕ ένα πράγμα κάνουν ξεκάθαρο σε όλους: «Το ΚΚΕ δήλωση μετάνοιας στον Ιμπεριαλισμό ούτε έκανε κι ούτε πρόκειται να κάνει».

ΚΑΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΣΣΔ:

1. ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στην προεπαναστατική Ρωσία ο βαθμός ανάπτυξης του καπιταλισμού όσον αφορά τη Βιομηχανική παραγωγή σε σχέση μ’ αυτόν της Αγροτικής παραγωγής δε βρίσκονταν στα ίδια επίπεδα. Στη Βιομηχανική παραγωγή παρουσιαζόταν μεγάλη συγκέντρωση ενώ στην Αγροτική παραγωγή η συγκέντρωση ήτανε σε χαμηλότερα επίπεδα. Υπήρχαν σε μεγάλο βαθμό μικροϊδιοκτήτες και μικροέμποροι, φτωχοί αγρότες που είχαν όμως ένα κομμάτι γης. Τα μικροαστικά αυτά στρώματα αποτελούσαν ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Πέρα από τις μεγάλες πόλεις όπου και συγκεντρώνονταν η εργατική τάξη, υπήρχαν στην Τσαρική ύπαιθρο περιοχές με έντονα ακόμη ημι-φεουδαρχικά κατάλοιπα.

Με δεδομένες τις συνθήκες αυτές, ο ρόλος και η στάση των μικροαστικών αυτών στρωμάτων ήταν ιδιαίτερα σημαντικός για την πορεία της σοσιαλιστικής επανάστασης μετά το 1917. Τα μικροαστικά αυτά στρώματα, αν και ταλαντεύονταν, είχαν αντικειμενικό συμφέρον από τη Σοσιαλιστική οικοδόμηση και την ενδυνάμωση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής. Ετσι, το Σοβιετικό κράτος επεδίωξε μια πολιτική συμμαχίας με τα στρώματα αυτά. Το Μπολσεβικικό κόμμα υπό την καθοδήγηση του Β. Ι. Λένιν επέλεξε (και σωστά) μια πολιτική προσωρινής υποχώρησης έναντι του καπιταλισμού, γνωστή και ως «Νέα Οικονομική Πολιτική». Μιλούμε δηλαδή για μια πολιτική προσωρινής υποχώρησης, η οποία εφαρμόστηκε κάτω από συγκεκριμένες, ιδιαίτερες, μοναδικές συνθήκες που επικρατούσαν στο δεδομένο τόπο τη δεδομένη χρονική περίοδο. Και το τονίζω αυτό, γιατί η ΝΕΠ ταυτίστηκε αργότερα από πολλά μέλη και στελέχη του ΚΚΣΕ με τις «μεταρρυθμίσεις» που ήρθαν μετά το ’50 και που οδήγησαν τελικά στην αποδυνάμωση του κεντρικού σχεδιασμού και στην ενίσχυση των εμπορευματικών σχέσεων (μην ξεχνούμε ότι η πολιτική της «Περεστρόικα» χαρακτηρίστηκε σκοπίμως από κάποιους ως μια «νέα ΝΕΠ» . Βλέπε ακόμη σήμερα χώρες όπως είναι η ΛΔ της Κίνας ή η ΣΔ του Βιετνάμ που στο όνομα της «ΝΕΠ» ενισχύουν όλο και περισσότερο τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής).

2. Η ΣΥΣΤΑΣΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ

Οπως είδαμε, τα διάφορα μικροαστικά στρώματα (κυρίως αυτά της υπαίθρου) σε μεγάλο βαθμό ταλαντεύονταν. Το Σοβιετικό κράτος επεδίωξε να πάρει τα στρώματα αυτά με το μέρος του ακολουθώντας μια πολιτική συμμαχίας. Ο χαμηλός βαθμός ανάπτυξης του καπιταλισμού (χαμηλότερη συγκέντρωση) στην αγροτική παραγωγή καθιστούσε αντικειμενικά αδύνατη την άμεση κοινωνικοποίηση του αγροτικού τμήματος της οικονομίας. Αυτό βέβαια δεν είναι μια γενική αρχή-κανόνας, ούτε ισχύει για όλες τις περιπτώσεις. Για παράδειγμα, αν ο σοσιαλισμός οικοδομούνταν στις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (π.χ. Αγγλία ή Γερμανία) τέτοιο πρόβλημα δε θα υπήρχε αφού θα ήταν δυνατή και η άμεση κοινωνικοποίηση του αγροτικού τομέα. Οι μικροί αγρότες καλούνταν τώρα να συνεταιριστούν. Πλάι στον ήδη κοινωνικοποιημένο τομέα της οικονομίας, συγκροτούνται και οι συνεταιρισμοί. Ο μικρομεσαίος- φτωχός αγρότης που τόσο χρόνια στέναζε κάτω από το ζυγό του κουλάκου-δυνάστη, που καλλιεργούσε τη γη με τα ίδια του τα χέρια ή με απαρχαιωμένα εργαλεία, που δεν ήταν σίγουρος για τη σοδειά του και για το αν αυτή θα του εξασφαλίσει ένα καλό εισόδημα συνεταιρίζεται. Τα οφέλη από τη σύσταση συνεταιρισμών είναι πολλά. Το κράτος παρέχει τώρα στους συνεταιρισμούς (όχι ως εμπορεύματα, αποτελούν κοινωνική ιδιοκτησία) σύγχρονα μηχανήματα, εργαλεία,τρακτέρ καθώς και την απαραίτητη τεχνογνωσία. Η Αγροτική παραγωγή αυξάνει κατακόρυφα και ο αγρότης είναι πλέον εξασφαλισμένος. Το αποτέλεσμα της παραγωγής αποτελεί κι αυτό κοινωνική ιδιοκτησία και δίνεται από τους συνεταιρισμούς στο κράτος προς διανομή, σε τιμές συμφωνημένες. Ωστόσο, οι συνεταιρισμοί είχαν τη δυνατότητα να κρατούν κι ένα μικρό κομμάτι της παραγωγής το οποίο και πουλούσαν στην «αγορά» ως εμπόρευμα. Στο σημείο αυτό γεννιέται το ερώτημα αν τελικά η σοσιαλιστική παραγωγή είναι εμπορευματική. Καταρχάς, στην ΕΣΣΔ η ύπαρξη εμπορευματικών σχέσεων περιοριζόταν α) στην αγροτική παραγωγή, σε εκείνο το κομμάτι της παραγωγής που δεν ήταν κοινωνικοποιημένο -που κρατούσαν οι συνεταιρισμοί ως δική τους συνεταιριστική ιδιοκτησία και που το παρείχαν στην «αγορά» ως εμπόρευμα και β) στο εξωτερικό εμπόριο και πιο συγκεκριμένα σ’ αυτό με τις καπιταλιστικές χώρες. Παρόλο αυτά δεν μπορούμε να πούμε πως η σοσιαλιστική παραγωγή είναι εμπορευματική ούτε πως ο Σοσιαλισμός παράγει εμπορεύματα.

Στη συνέχεια καθυστέρησε το πέρασμα του συνόλου του Αγροτικού τομέα της παραγωγής στον κοινωνικοποιημένο τομέα της οικονομίας καθυστερώντας έτσι την περαιτέρω ανάπτυξη των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, κάτι που ήταν απαραίτητο για να μπορέσει να λειτουργήσει καλύτερα ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας.

3. ΟΙ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ «ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ»

Ακολουθούν τις επόμενες δεκαετίες οι συζητήσεις για το ποιος είναι ο βασικός νόμος του Σοσιαλισμού, για το «Νόμο της Αξίας» και για το ρόλο αυτού στη σοσιαλιστική παραγωγή. Οι συζητήσεις αυτές, που οδήγησαν αργότερα σε μια ολόκληρη ιδεολογική διαμάχη και μέσα στο ΚΚΣΕ, προήλθαν από κάποια προβλήματα που μόλις είχαν αρχίσει να παρουσιάζονται στην οικονομία της ΕΣΣΔ όπως ήταν α) η μείωση των ρυθμών ανάπτυξης, β) οι ελλείψεις σε κάποια βασικά τρόφιμα ευρείας λαϊκής κατανάλωσης, γ) κάποιες δυσκολίες όσον αφορά την εισαγωγή στην παραγωγή σύγχρονης τεχνολογίας και των εφαρμογών αυτής. Μπήκε λοιπόν στο επίκεντρο της κουβέντας το τι πρέπει να κάνουμε, προς τα πού πρέπει να κινηθούμε. Συγκροτήθηκαν λοιπόν δυο κύρια αντίπαλα στρατόπεδα.

Το πρώτο στρατόπεδο που ήταν και το πιο συνεπές (βλ Ι.Στάλιν) υποστήριξε με λίγα λόγια ότι πράγματι πρέπει να κοιτάμε, να μελετάμε και να κατανοούμε καλά το «Νόμο της Αξίας» ως έναν νόμο που προκύπτει μέσα από την εξέλιξη της Πολιτικής Οικονομίας. Συνεπώς, ο «Νόμος της Αξίας» υπάρχει ως νόμος, είναι μια πραγματικότητα και επιδρά σε κάποιο βαθμό πάνω στη σοσιαλιστική παραγωγή ανεξάρτητα από τη θέλησή μας. Επιδρά, αλλά δεν την καθορίζει. Δηλαδή, μπορούμε να πάρουμε υπόψη μας το «νόμο της αξίας» και στο σοσιαλισμό, αν χρειάζεται, χωρίς όμως να σημαίνει πως κάτι τέτοιο είναι κανόνας ή κάτι το αναγκαίο. Ο «Νόμος της Αξίας» δεν καταργείται έτσι εύκολα με νόμους ή με απλά διατάγματα και πρέπει να τον μελετήσουμε και να τον γνωρίσουμε ώστε να φθάσουμε στην αποδυνάμωσή του και σταδιακά στην εξάλειψή του. Οσο θα υπάρχουν εμπορευματικές σχέσεις θα υπάρχει και ο «Νόμος της Αξίας». Οταν πάψουν να υπάρχουν εμπορευματικές σχέσεις θα πάψει να υπάρχει και ο «Νόμος της Αξίας». Αυτό που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε είναι να αποδυναμώνουμε, να περιορίζουμε την επίδραση του «Νόμου της Αξίας» πάνω στην παραγωγή και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την τόνωση-ενίσχυση του κεντρικού σχεδιασμού και των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής. Τέλος, ο «Νόμος της Αξίας» δεν αποτελεί νόμο του Σοσιαλισμού. Βασικός νόμος του Σοσιαλισμού όσον αφορά την παραγωγή είναι η ικανοποίηση των ολοένα και διευρυνόμενων υλικών και πνευματικών κοινωνικών αναγκών του λαού.

Το αντίπαλο στρατόπεδο που αρχικά τουλάχιστον δεν ήταν κατ’ ανάγκη κακοπροαίρετο, υποστήριζε ότι μπορούμε και πρέπει να παίξουμε με «όρους αγοράς» για να τονώσουμε την παραγωγή, ότι ο κεντρικός σχεδιασμός και η ενίσχυσή του δε μπορεί να επιλύσει τα όποια προβλήματα, αντίθετα θα πρέπει να χαλαρώσει. Σε γενικές γραμμές υποστήριζε ότι θα πρέπει κατά κάποιο τρόπο να χρησιμοποιήσουμε και νόμους του καπιταλισμού.

Μετά το θάνατο του Στάλιν η λογική των «αγοραίων» γίνεται σιγά-σιγά κυρίαρχη στο ΚΚΣΕ. Με το 20ό Συνέδριο φαίνεται ακόμη περισσότερο η τάση αυτή, εκφράζεται όλο και περισσότερο η δεξιά οπορτουνίστικη παρέκκλιση στις γραμμές του κόμματος. Η συνεπής μαρξιστική-λενινιστική τάση μέσα στο ΚΚΣΕ απομονώθηκε. Το ίδιο και οι θέσεις που διατύπωνε αυτή για μέτρα προς την αντίθετη κατεύθυνση (ενίσχυση-ενδυνάμωση του κεντρικού σχεδιασμού).

4. ΟΙ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΙΓΚΙΝ» ΣΕ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

Το γερό χτύπημα δίνεται με τις «μεταρρυθμίσεις του Κοσίγκιν» στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Οι «μεταρρυθμίσεις» αυτές οδήγησαν στην περαιτέρω ενίσχυση των εμπορευματικών σχέσεων και αδυνάτησαν τον κεντρικό σχεδιασμό αντί να τον τονώσουν όπως έπρεπε.

Τα διάφορα μηχανήματα, εργαλεία, τρακτέρ παύουν να αποτελούν πλέον κοινωνική ιδιοκτησία και παραχωρούνται, πωλούνται στους συνεταιρισμούς ως εμπορεύματα. Μειώνεται το ποσοστό της παραγωγής που οι συνεταιρισμοί πρέπει να παραδίδουν στο κράτος ώστε να γίνεται κεντρικά σχεδιασμένα η διανομή και αυξάνεται το ποσοστό που οι συνεταιρισμοί μπορούν να διαθέτουν ελεύθερα στην «αγορά». Οσο για τις τιμές, αυτές δεν καθορίζονται πλέον από το κράτος, αλλά «ελεύθερα» από τους συνεταιρισμούς. Πατώντας πάνω στην έλλειψη τροφίμων (που έρχεται τώρα ως συνέπεια των μέτρων αυτών), κάνει την εμφάνισή της η «μαύρη» αγορά και η παραοικονομία.

Παρόμοια μέτρα πάρθηκαν και στον τομέα της Βιομηχανίας. Οι επιχειρήσεις άρχισαν πλέον να λειτουργούν με κριτήριο αποδοτικότητας το «κέρδος». «Αποδοτικές» και «αποτελεσματικές», είναι πλέον όσες επιχειρήσεις είναι πιο κερδοφόρες. Στους διευθυντές των επιχειρήσεων δόθηκαν ως κίνητρα τα διάφορα «πριμ» και «μπόνους». Οι βιομηχανικές μονάδες άρχισαν να λειτουργούν ως «ιδιοσυντήρητες» , έξω από τα πλαίσια του κεντρικού σχεδιασμού και να ανταγωνίζονται η μία την άλλη. Ο κεντρικός σχεδιασμός χαλάρωνε όλο και περισσότερο. Οι αλλαγές αυτές όχι μόνο δεν έλυσαν τα όποια προβλήματα υπήρχαν, αλλά αντίθετα τα όξυναν και περισσότερο, δικαιώνοντας έτσι το στρατόπεδο του Ι. Στάλιν.

Υποτιμήθηκε η ταξική πάλη και κυρίως στο επίπεδο των ιδεών. Εκαναν την εμφάνισή τους μέσα στις γραμμές του ΚΚΣΕ στοιχεία αντιδραστικά που πλούτισαν από τη νέα αυτή κατάσταση. Τα στρώματα αυτά, που επεδίωκαν και ανοιχτά πλέον την καπιταλιστική παλινόρθωση, εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία του συνεπούς τμήματος του ΚΚΣΕ να αντιληφθεί τα πράγματα έγκαιρα και σωστά, αλλά και το γεγονός ότι οι λαϊκές μάζες δεν είχαν τους δεσμούς που έπρεπε με το κόμμα και ήταν γενικά αδιάφορες. Ο ρόλος των σοβιέτ αδυνάτιζε συνεχώς και οι μάζες απομακρύνονταν ολοένα και περισσότερο από τον εργατικό-λαϊκό έλεγχο. Στη συνέχεια, υποτιμήθηκε η αναγκαιότητα της «δικτατορίας του προλεταριάτου» και διατυπώθηκαν οι θέσεις για το «παλλαϊκό κράτος». Εγινε η λανθασμένη εκτίμηση πως η ταξική πάλη στο σοσιαλισμό δεν οξύνεται και πως οι όποιες αντιθέσεις εμφανίζονται κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση δε μπορούν να εξελιχθούν σε ανταγωνιστικές. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση δε θα πρέπει να υπάρχουν διαστήματα εφησυχασμού και χαλάρωσης. Η Σοσιαλιστική οικοδόμηση δε μπορεί να λειτουργήσει ως ένα «καλούπι» μέσα από το οποίο, όπως και να χει, τα πράγματα θα πάνε από μόνα τους προς τη σωστή κατεύθυνση. Αντιθέτως, θα πρέπει να μεριμνούμε διαρκώς έως ότου οι όποιες αντιθέσεις, κοινωνικές ανισότητες κλπ., τα όποια προβλήματα θα συναντήσουμε να εξαλειφθούν πλήρως. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τη συγκρότηση μιας οικονομίας λαϊκής, που είναι κεντρικά σχεδιασμένη και με την αποδυνάμωση των εμπορευματικών σχέσεων και της επίδρασης νόμων όπως αυτού του νόμου της αξίας.

* Ο Τρύφωνας Λεμοντζόγλου είναι μέλος της ΟΒ Λογιστικής-Χρηματοοικονομικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθήνας.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

του Θωμά Κασσελούρη*

Aγαπητοί σύντροφοι. Μελετώντας τις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 18ο Συνέδριο στο θέμα του σοσιαλισμού, μου γεννήθηκε η ανάγκη να βγάλω από το συρτάρι παλιές σημειώσεις και να τις ξανακοιτάξω, όταν με το μακαρίτη Γ. Μωραΐτη στο ΚΜΕ συζητούσαμε τις «μεθοδολογικές αρχές του Πολυτεχνικού Σχολείου». Κρίνω σκόπιμο λοιπόν, να πάρω μέρος στον προσυνεδριακό διάλογο και να συμβάλω σε αυτόν, στο μέτρο του δυνατού, γύρω από θέματα για τα οποία μπορεί να έχω υπεύθυνη γνώμη, όπως αυτή του Πολυτεχνικού Σχολείου. Η απουσία όμως από τις Θέσεις ζητημάτων που άπτονται με το θέμα αυτό, δυσκολεύει το εν λόγω εγχείρημα, συνεπώς θα τοποθετηθώ μέσα στο γενικό πνεύμα αυτών κι αναγκαστικά από αποσπάσματα των κλασικών κι από τη διαθέσιμη σε εμένα βιβλιογραφία. Πιο συγκεκριμένα και συνοπτικά:

Οι κλασικοί όταν αναφέρονται στην Πολυτεχνική Εκπαίδευση την αντιλαμβάνονται ως ενότητα εργασίας και εκπαίδευσης στην προοπτική της αταξικής κομμουνιστικής κοινωνίας, όπου θα ισχύει ίση υποχρέωση εργασίας για όλους. Με την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τα άμεσα μέτρα που θα ακολουθήσουν θα αντιμετωπιστούν οι «αλλοτριωτικές πλευρές» της παραγωγικής εργασίας και η εκπαίδευση σε συνδυασμό με την εργασία θα λειτουργεί απελευθερωτικά. Στο Μανιφέστο (1848) οι Μαρξ- Ενγκελς, στην τελευταία θέση, ανάμεσα στα 10 επείγοντα μέτρα που το προλεταριάτο επιβάλλεται να πάρει έπειτα από την κατάκτηση της εξουσίας, προτείνουν: «Δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση για όλα τα παιδιά. Κατάργηση της εργασίας των παιδιών στα εργοστάσια με τη σημερινή μορφή. Συνδυασμός της εκπαίδευσης με την υλική παραγωγή»1. Στην Κριτική του προγράμματος της Γκότα (1875) ο Μαρξ τοποθετεί το ζήτημα της «τεχνικής» - «πολυτεχνικής» εκπαίδευσης, ως ουσιαστικό στοιχείο όχι μονάχα για το χτύπημα της παιδικής εργασίας αλλά και για την οικοδόμηση της νέας κομμουνιστικής κοινωνίας: «Η παράγραφος για τα σχολειά θα ’πρεπε τουλάχιστο να ζητά τεχνικές σχολές (θεωρητικές και πραχτικές) σε σύνδεση με το δημοτικό σχολειό»2 και «Η έγκαιρη σύνδεση της παραγωγικής δουλειάς με τα μαθήματα είναι ένα από τα πιο ισχυρά μέσα για τη μετατροπή της σημερινής κοινωνίας»3. Στο Κεφάλαιο επισημαίνονται ότι «...η αναπόφευκτη κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη θα καταχτήσει και για την τεχνολογική εκπαίδευση θεωρητικά και πραχτικά τη θέση που της ανήκει στα εργατικά σχολειά» (Σ.Ε., τ. Α΄, 2005, 506) και λίγο πριν, «Οπως μπορούμε να το δούμε αυτό λεπτομερειακά στον Οουεν, από το εργοστασιακό σύστημα βλάστησε το φύτρο της αγωγής του μέλλοντος όπου θα συνδυάζει για όλα τα παιδιά πέρα από μιαν ορισμένη ηλικία την παραγωγική εργασία με την εκπαίδευση, τη γυμναστική, όχι μόνο σαν μέθοδο για την αύξηση της κοινωνικής παραγωγής, μα και σαν μοναδική μέθοδο για τη δημιουργία ολόπλευρα αναπτυγμένων ανθρώπων» (ό.π. 501). Οι παραπάνω πρώτες νύξεις του Μαρξ τονίζουν την ανάγκη δημιουργίας ανθρώπων ολόπλευρα ανεπτυγμένων, και επισημαίνουν ταυτόχρονα ότι η κοινωνική διαίρεση της ζωντανής ανθρώπινης εργασίας που έχει παραχθεί ιστορικά, περιλαμβάνει τη διαίρεση όχι μόνο της κοινωνίας σε τάξεις, αλλά και του ίδιου του ατόμου. Η πολυτεχνική εκπαίδευση του ανθρώπου, η πλέρια μόρφωσή του πρέπει να θεωρούνται απαραίτητες προϋποθέσεις για να μην είναι ο άνθρωπος τμηματικός, μονόπλευρος, να έχει ιστορική αυτοσυνείδηση και στον κομμουνισμό να ξεπεράσει η ανθρώπινη προσωπικότητα τον ιστορικά διαμορφωμένο διχασμό της (πνευματική και χειρωνακτική εργασία, αποξένωση).

Ο Λένιν, συνεχίζοντας το έργο των κλασικών, θεωρούσε ότι στις συνθήκες οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας πρέπει να υπάρχει μια βαθιά συνάρτηση της σχολικής γνώσης με την παραγωγική εργασία και τη γενική θεωρητική μόρφωση με σκοπό την πολύπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου. Προσανατόλιζε το σχολείο προς τον τομέα της πρακτικής δουλειάς, γιατί σε εκείνες τις δύσκολες συνθήκες, η αναδιοργάνωση της βιομηχανίας, της γεωργίας και των άλλων τομέων κοινωνικής δραστηριότητας ήταν άμεσα αναγκαίες. Θεμελίωσε στην πράξη την αρχή της διαλεκτικής σύνδεσης μεταξύ της πρακτικής και θεωρητικής κατάρτισης του νέου ανθρώπου, τη σημασία που έχει η εργασία στην κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση, τα βασικά γνωρίσματα της κομμουνιστικής ηθικής και τον ιδιαίτερο ρόλο που κατέχει ο σχολικός λειτουργός στην ανύψωση του μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου του λαού. Σχετικά με τη δουλειά του Λαϊκού Επιτροπάτου Παιδείας και σε σχέση με το θέμα της ενότητας του Πολυτεχνικού Σχολείου και της πρώιμης εξειδίκευσης σημείωνε: «Οι κρίσεις για “πολυτεχνική ή μονοτεχνική μόρφωση” […] είναι ριζικά λαθεμένες, και για έναν κομμουνιστή εντελώς απαράδεκτες, δείχνουν και άγνοια του προγράμματος και εντελώς κούφια “μανία” με αφηρημένα συνθήματα. Αν είμαστε αναγκασμένοι να μειώσουμε προσωρινά το όριο ηλικίας (του περάσματος από τη γενική πολυτεχνική στην επαγγελματική- πολυτεχνική μόρφωση) από τα 17 χρόνια στα 15, “το Κόμμα πρέπει να θεωρεί” αυτή τη μείωση του ορίου ηλικίας “αποκλειστικά” (σημείο 1ο των οδηγιών της ΚΕ) σαν πρακτική ανάγκη, σαν προσωρινό μέτρο που προκάλεσε “η φτώχεια και η ερήμωση της χώρας” [...] “ασχολούμαστε με κούφιες “γενικές συζητήσεις και αφηρημένα συνθήματα”, ενώ δεν ξέρουμε να χρησιμοποιούμε γενικά τους ικανούς δασκάλους και ειδικά τους ικανούς μηχανικούς και γεωπόνους για την τεχνική μόρφωση, να χρησιμοποιούμε τα εργοστάσια, τα σοβχόζ και τα υποφερτά οργανωμένα νοικοκυριά και τους ηλεκτρικούς σταθμούς για την πολυτεχνική μόρφωση»4.

Τα παραπάνω αποσπάσματα ελλοχεύουν τον κίνδυνο που πάντα κρύβει η «τσιτατολογία», δηλαδή, την ερμηνεία όχι της αντικειμενικής πραγματικότητας αλλά μιας πλευράς αυτής. Θεωρώ όμως ότι μια πλήρης ανάλυση για το τι συνέβη στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες πρέπει να περιλαμβάνει και τον τομέα αυτό, ό,τι δηλαδή σχετίζεται με το Πολυτεχνικό Σχολείο των σοσιαλιστικών χωρών, διότι αυτό κλήθηκε να σηκώσει ένα μεγάλο βάρος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της διαμόρφωσης της σοσιαλιστικής προσωπικότητας. Αξονες αυτής της αναζήτησης θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να είναι τα εξής: α) Περαιτέρω μελέτη των αναμφισβήτητων ιστορικών κατακτήσεων της σοσιαλιστικής κοινωνίας και ειδικά του σοβιετικού εκπαιδευτικού συστήματος (π.χ. χτύπημα αναλφαβητισμού, ίση πρόσβαση στην εκπαίδευση των δύο φύλων, σεβασμός της γλώσσας των εθνοτήτων, βλ. και ΘΕΣΕΙΣ, σελ. 2, παραγρ. 5), β) τα διάφορα στάδια ανάπτυξής του, τα προβλήματα και οι αναπόφευκτες κρίσεις που αυτό αντιμετώπισε (το «σχολείο πάλης» του Λένιν, διαλεκτική σχέση σοσιαλιστικής οικονομίας και πολυτεχνικής εκπαίδευσης, ανάπτυξη επαναστατικής συνείδησης, αρχές ενότητας, περιεχομένου, διδακτικής και διαπαιδαγωγητικής εργασίας, τα Αναλυτικά Προγράμματα του 1964, 1982, το πρόβλημα της «ειδίκευσης» και γ) το σπουδαίο έργο των μαρξιστών παιδαγωγών, ψυχολόγων και ακαδημαϊκών (π.χ. Κρούπσκαγια, Λουνατσάρκι, Λεπεσίνσκι, Μακαρένκο, Βιγκότσκι, Λούρια, Μπλόνσκι…). Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η αστική παιδαγωγική και ψυχολογία φιλτράρουν συνεχώς από το Πολυτεχνικό Σχολείο ιδέες και πρακτικές (βλ. «Ενιαίο Σχολείο» και η σύνδεσή του με την καπιταλιστική αγορά, κοινωνικοπολιτισμικές θεωρίες, κονστρουκτιβισμός) κι αποτελούν σημαντικούς τομείς των αστικών κοινωνικών θεωριών, οι οποίες και εξακολουθούν να στέκονται στο εποικοδόμημα του αστικού κράτους σε δυναμική θέση.

Προσωπικά, μου έχουν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, οι επισημάνσεις συντρόφων που είχαν την ευκαιρία να διδάξουν ή να εκπαιδευτούν στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες: Τα παιδιά, οι έφηβοι, οι φοιτητές, οι νέοι επιστήμονες κι ανάλογα με την ηλικία τους, μάθαιναν «απέξω» την ιστορία του ανθρώπινου γένους και στο σοβιετικό ειδικά σχολείο τονίζονταν η σπουδαιότητα της γνώσης της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ποίησης, της ξένης γλώσσας, των μαθηματικών, της ιστορίας- ανθρωπολογίας, της φυσικής- χημείας- βιολογίας, της τέχνης, ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την κατανόηση του κόσμου και της θέσης του ατόμου στο κοινωνικό προτσές. Αλλά και η ίδια η σοβιετική παιδαγωγική και ψυχολογία, έπαιρναν υπόψη τους τα πορίσματα του αστικού εκπαιδευτικού συστήματος και τα αναλυτικά προγράμματα του Πολυτεχνικού Σχολείου ήταν διαρθρωμένα με ό,τι το πιο σύγχρονο και επιστημονικά τεκμηριωμένο υπήρχε. Δεν υποτιμούσαν, αντίθετα επιδεικνύονταν σεβασμός στα τεράστια επιτεύγματα της αστικής κοινωνίας, στα σπουδαία ρεύματα σκέψης και τις μεγάλες προσωπικότητες που έδρασαν, από την εποχή κιόλας που η αστική τάξη ήταν προοδευτική («Homo Universalis», «Εγκυκλοπαίδεια…», Ρουσώ, Ντιντερό, «Ναπολεόντια Μεταρρύθμιση», Πεσταλότσι, Ερβαρτος, «Σχολείο Εργασίας» Ντιούι, Κερχενστάινερ, «Νέα Αγωγή», Μοντεσόρι …). Γενικότερα, το κοινωνικό σύστημα με το οποίο ο σοσιαλισμός συνυπήρχε κι αντιπάλευε, έχει πίσω του ιστορία αιώνων, «δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να επαναστατικοποιεί αδιάκοπα τα εργαλεία παραγωγής» και για να το ανατρέψεις δεν πρέπει μόνο να το αφορίζεις, αλλά να το μάθεις και να το σεβαστείς, ως ένα στάδιο ανάπτυξης της ανθρωπότητας.

Εν κατακλείδι, το Πολυτεχνικό Σχολείο και γενικότερα η Πολυτεχνική Αγωγή, συνδέθηκε άμεσα με το όραμα της σοσιαλιστικής κοινωνίας για κοινωνική δικαιοσύνη και με την επίτευξη του στόχου για ανατροπή της ανισότητας και της εκμετάλλευσης. Παρείχε γενική μόρφωση και επαγγελματική κατάρτιση, συνέδεσε τη θεωρία με την πράξη, τα νέα τεχνολογικά μαθήματα με την εργασία των μαθητών στο χώρο της παραγωγικής διαδικασίας.

Για τους παραπάνω λόγους πιστεύω ότι η συζήτηση για το σοσιαλισμό, είναι επίκαιρη κι αναγκαία όσο ποτέ, και ειλικρινά, αξίζουν συγχαρητήρια στο ΚΚΕ, που την ανοίγει σε περιόδους όπου κυριαρχεί η θεωρητική και ερευνητική ένδεια στο χώρο των κοινωνικών επιστημών. Επιπρόσθετα, θεωρώ, ότι σε αυτό το πλαίσιο αναζήτησης και σε σχέση με το Πολυτεχνικό Σχολείο, πρέπει να πάρουμε υπόψη αυτό που έλεγε ο Μαρξ στο Γράμμα στον Μπράκε «κάθε βήμα του πραγματικού κινήματος είναι πιο σπουδαίο από μια δωδεκάδα προγράμματα». Και ίσως τα λόγια του Λένιν, τα οποία συχνά-πυκνά μας υπενθύμιζε ο Γ. Μωραΐτης στο ΚΜΕ, να έχουν απόλυτη ισχύ στις μέρες μας: «Μ’ αυτή την έννοια το απόλυτο σύνθημά μας πρέπει να είναι: λιγότερη “καθοδήγηση”, περισσότερη πρακτική δουλειά, δηλαδή λιγότερες γενικές συζητήσεις, περισσότερα γεγονότα και μάλιστα ελεγμένα, που να δείχνουν σε τι πράγμα, κάτω από ποιους όρους, σε τι βαθμό τραβάμε μπροστά ή μένουμε ακίνητοι, ή υποχωρούμε. Ο κομμουνιστής- καθοδηγητής, που διόρθωσε τα προγράμματα διδασκαλίας…, που έγραψε ένα καλό διδακτικό εγχειρίδιο, που πέτυχε μια έστω ασήμαντη, μα εφαρμοσμένη στην πράξη βελτίωση του περιεχομένου της δουλειάς, των συνθηκών δουλειάς, δέκα, εκατό, χιλίων ειδικών παιδαγωγών- να, αυτός είναι ένα πραγματικός καθοδηγητής. Ενώ ο κομμουνιστής που συζητάει για “καθοδήγηση»”και δεν ξέρει να προσαρμόσει τους ειδικούς στην πρακτική δουλειά, δεν ξέρει να τους κάνει να πετύχουν στην πράξη, δεν ξέρει να χρησιμοποιήσει την πρακτική πείρα εκατοντάδων και εκατοντάδων δασκάλων, αυτός ο κομμουνιστής δεν αξίζει τίποτε».

Καλή επιτυχία στις εργασίες του Συνέδριου.

* Ο Θωμάς Κασσελούρης είναι εκπαιδευτικός, Δρ Κοινωνιολογίας.
1. Μαρξ - Ενγκελς: «Διαλεχτά Εργα», εκδ. «Γνώσεις», 1988, τ. Α΄, σελ. 43-44.
2. Μαρξ - Ενγκελς: «Διαλεχτά Εργα», εκδ. «Γνώσεις», 1988, τ. Β΄, σελ. 26.
3. Μαρξ - Ενγκελς: «Διαλεχτά Εργα», εκδ. «Γνώσεις», 1988, τ. Β΄, σελ. 28.
4. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» τ.42, σελ. 323 και 326.

 

ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ «ΔΙΑΚΡΙΤΟΣ ΠΟΛΟΣ» Ή «ΕΝΙΑΙΟ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ»;

του Δημήτρη Σουλιωτάκη*

H πρόσκληση της ΚΕ του ΚΚΕ να συμβάλλουμε ώστε οι Θέσεις για το 18ο Συνέδριο «…Να εμπλουτιστούν τα ντοκουμέντα του συνεδρίου με συμπεράσματα φωτισμένα από τη λαϊκή πείρα όλων εκείνων που προσβλέπουν σε ριζική αλλαγή, που θέλουν να αντισταθούν για να δυσκολέψουν το πέρασμα νέων αντιδραστικών μέτρων, να δοκιμάσουν τη δύναμη της λαϊκής αντίστασης και αντεπίθεσης» δεν αφήνει αδιάφορο κανένα αγωνιστή.

Ενα μικρό λιθαράκι στον προβληματισμό που αναπτύσσεται, αποτελούν οι επόμενες σκέψεις που καταθέτω στον προσυνεδριακό διάλογο.

Πιστεύω ότι η αυτοδιάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) και στη συνέχεια του Διεθνούς Γραφείου Πληροφοριών (Κομινφόρμ) της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς (Προφιντέρν), της Κομμουνιστικής Διεθνούς των Νέων, της Διεθνούς Γραμματείας των Γυναικών, της Κόκκινης Βοήθειας, της Διεθνούς τωνΑθλητών κλπ., αποτέλεσαν (μαζί με πολλούς άλλους παράγοντες) ένα, αλλά πολύ σημαντικό παράγοντα των ανατροπών στην ΕΣΣΔ και τις Σοσιαλιστικές χώρες.

Η διάλυσή τους συνέβαλε ουσιαστικά στην αποσύνθεση και των τριών επαναστατικών δυνάμεων του προηγούμενου αιώνα:

- του Παγκόσμιου Σοσιαλιστικού Συστήματος,

- του Εθνικοαπελευθερωτικού Κινήματος των χωρών του «τρίτου κόσμου» και,

- των Κομμουνιστικών Κομμάτων των καπιταλιστικών χωρών.

Τι άφησε όμως πίσω της η αποσύνθεση του Σοσιαλιστικού συστήματος και των άλλων επαναστατικών δυνάμεων; Τι λένε τα στοιχεία:

Από τη διάλυση της ΕΣΣΔ και του ΚΚΣΕ προήλθαν 16 νέες χώρες και 3 αυτόνομες περιοχές στις οποίες δημιουργήθηκαν μετά από αλλεπάλληλες συγχωνεύσεις, διασπάσεις και ..πραξικοπήματα, δύο Ενώσεις Κομμουνιστικών Κομμάτων και συνολικά …31(!) ΚΚ. Στη μία (Ενωση), που επικεφαλής της είναι αυτός ο ανεκδιήγητος Γκ. Ζιουγκάνοφ - αφού «έφαγε» στη στροφή τον Ο. Σένιν, - συμμετέχουν 18 ΚΚ, εκ των οποίων τα 4 είναι εκτός νόμου.

Στην άλλη Ενωση με επικεφαλής τον άλλο ανεκδιήγητο Β. Τιούλκιν συμμετέχουν 15 ΚΚ και 4 οργανώσεις περιοχής(!!!) ενός ΚΚ που μετέχει στην …άλλη Ενωση(!!!).

Ενα μάλιστα απ’ αυτά, το ΚΚ Μολδαβίας, βρίσκεται στην κυβέρνηση και υπερασπίζεται με ζήλο την καπιταλιστική παλινόρθωση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 31 συνολικά ΚΚ τα 12 από αυτά είναι είτε εκτός νόμου είτε μισοπαράνομα, ενώ ελάχιστα απ’ αυτά διατηρούν Μ-Λ χαρακτηριστικά και σχεδόν όλα βρίσκονται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.

Από τις 6 χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας (εκτός ΕΣΣΔ) μια χώρα ενοποιήθηκε (Γερμανία) και μια άλλη διασπάστηκε σε δύο (Τσεχία, Σλοβακία), στις οποίες δημιουργήθηκαν 9 KK, εκ των οποίων κανένα ουσιαστικά δεν βρίσκεται σε νομιμότητα, ενώ μια Νεολαία (ΚΕΝ) υπόκειται σε απίστευτες διώξεις.

Από τις 2 χώρες της Ευρώπης που θεωρούσαμε με μια ευρεία έννοια σοσιαλιστικές και δεν ανήκαν στο σύμφωνο της Βαρσοβίας (Αλβανία, ΟΔ Γιουγκοσλαβίας) μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας προήλθαν συνολικά 8 χώρες και ένα προτεκτοράτο, στις οποίες δημιουργήθηκαν 9 ΚΚ, τα περισσότερα εκ των οποίων συναντούμε μόνο στα χαρτιά. Απ’ αυτά μόνο δύο φαίνεται να διατηρούν κάποια Μ-Λ χαρακτηριστικά.

Από τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου που θεωρούσαμε σοσιαλιστικές (Κούβα, Κίνα, Βιετνάμ, Β. Κορέα) παρέμειναν ως είχαν και πριν το 1991 και είναι και οι μόνες χώρες που στην εξουσία βρίσκονται ΚΚ. Αν εξαιρέσουμε την Κούβα -που κι εδώ …παίζεται, αφού από τη μια δεν είναι βέβαιο αν θα αντέξει στις πιέσεις του ιμπεριαλισμού αλλά και από την άλλη το ίδιο το ΚΚ Κούβας ταλαντεύεται όσον αφορά το δρόμο που τελικά θα ακολουθήσει (τρόπος αντικατάστασης Φ. Κάστρο, συμμετοχή στις διασκέψεις του ΚΕΑ, μέλος της «ομάδας εργασίας» στο φόρουμ των οπορτουνιστών του …Σάο Πάολο κλπ.)- τα συγκεκριμένα ΚΚ βρίσκονται επικεφαλής της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, κανένα από αυτά δε διατήρησε Μ-Λ χαρακτηριστικά και ενσωματώθηκαν στο σύστημα.

Εστω όμως κι έτσι, η υπεράσπιση της Κούβας προβάλλει σήμερα σαν κύριο και επιτακτικό διεθνιστικό καθήκον.

Η διάλυση του Σοσιαλιστικού στρατοπέδου αποκάλυψε ότι πάνω στη σαθρή οικονομική βάση της αγοράς που επικράτησε βαθμιαία πριν ακόμα από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ μέχρι και την περεστρόικα, νομοτελειακά οικοδομήθηκε ένα εξίσου σαθρό εποικοδόμημα όπου τα κυρίαρχα φαινόμενα που εμφανίστηκαν δε μας επιτρέπουν να ισχυριστούμε ότι διακρινόταν από κομμουνιστική ηθική.

Εκκολαπτήριο για να αναπτυχθούν αυτά τα φαινόμενα, αποτέλεσαν η Ακαδημία Επιστημών και το Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΕΣΣΔ, αλλά και το ίδιο το ΚΚΣΕ. Η απαξίωση των κανόνων λειτουργίας του κόμματος νέου τύπου, η αποξένωση από τις μάζες, η στρεβλή αντίληψη της αλληλεγγύης και του προλεταριακού διεθνισμού, και η αυτονόμηση αυτών των ιδρυμάτων από το κόμμα, δημιούργησε το θεωρητικό υπόβαθρο των ανατροπών.

Μέσα στους κόλπους τους φώλιασε, εκκολάφθηκε και αναπτύχθηκε ο εκφυλισμός κάθε ηθικής αξίας. Από τον αλκοολισμό μέχρι και την εγκληματικότητα.

Και ενώ ο Μαρξ και ο Λένιν επεξεργάστηκαν θεωρητικά το θέμα της οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης και οι ίδιοι υλοποίησαν μέχρις ένα σημείο τις επεξεργασίες τους (Παρισινή Κομμούνα, Οκτωβριανή Επανάσταση), τα Ιδρύματα αυτά λειτούργησαν ακριβώς αντίθετα προς αυτή την κατεύθυνση. Εφτασαν ακόμα και στο σημείο να αποκρύπτουν και να μην εκτυπώνουν σημαντικά έργα των κλασικών και ιδιαίτερα του Λένιν, αλλά και το αρχείο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (σήμερα το διαχειρίζεται ιδιωτική εταιρεία), αποκρύβοντάς τα από τους λαούς και τους ερευνητές για προφανείς λόγους. Ανάλογη πορεία είχαν και τα διάφορα Ερευνητικά Κέντρα στις καπιταλιστικές χώρες.

Παραθέτουμε ακόμα ορισμένα στοιχεία από τον καπιταλιστικό κόσμο που επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό μας περί τραγωδίας του Κομμουνιστικού Κινήματος. Από τις 9 χώρες και αυτόνομες περιοχές της Ευρώπης που δεν βρίσκονται στην ΕΕ (υπολογίζουμε εδώ την Τουρκία και τη Γροιλανδία που ήταν στην ΕΕ και αποχώρησε) σαν χώρες παρέμειναν όπως ήταν και πριν το ’91, σε 7 απ’ αυτές δεν υπάρχει κανένα ΚΚ, στη Νορβηγία 1 και στην Τουρκία 1 ΚΚ και 2 κόμματα της «Αριστεράς» που παίρνουν κατά καιρούς μέρος στις διεθνείς συνδιασκέψεις και τα οποία δρουν κάτω από ημινόμιμες συνθήκες, αλλά με πολλές διώξεις.

Από τις 17 χώρες της Ευρώπης που ανήκουν στην ΕΕ (τις 10 υπόλοιπες χώρες της ΕΕ των «27» δεν τις λαμβάνουμε εδώ υπ’ υπόψιν μας γιατί τις αναφέρουμε πιο πάνω) παρέμειναν όπως ήταν και στις οποίες δραστηριοποιούνται 25 ΚΚ.

Σ’ αυτά διακρίναμε 6 ΚΚ με Μ-Λ χαρακτηριστικά, 8 οπορτουνιστικά, 7 που είναι υπό διάλυση και δεν έχουν καμιά δραστηριότητα και 4 που είναι «αυτόνομα» μέσα στις χώρες τους (Ισπανία - Βέλγιο).

Κύριο χαρακτηριστικό εδώ είναι η χρεοκοπία του Ευρωκομμουνισμού, κύριου φορέα του οπορτουνισμού στην Ευρώπη. Ειδικά στις χώρες της Γαλλίας, της Ιταλίας και Ισπανίας η χρεοκοπία του οπορτουνισμού πιθανότατα να είναι και οριστική.

Κάνουμε ειδική αναφορά στο ΑΚΕΛ που ενώ ξεκίνησε σαν «αδελφό» Μ-Λ κόμμα, όλο και περισσότερο ολισθαίνει στον οπορτουνισμό (ταλάντευση στο δημοψήφισμα, παρατηρητής στο ΚΕΑ, σχέση με Μ. Α. Ταλάτ, θέσεις για την ΕΕ κλπ.) και ανεξάρτητα από το κυρίαρχο ζήτημα της Εθνικής οντότητας της Κύπρου σαν χώρας, η εκτίμησή μας είναι ότι η ενσωμάτωσή του στο σύστημα έχει οριστικοποιηθεί.

Λόγω του περιορισμένου χώρου που έχουμε στη διάθεσή μας, δε θα προχωρήσουμε σε παρουσίαση στοιχείων ΚΚ από χώρες των άλλων ηπείρων. Θα περιοριστούμε να κάνουμε μια γενική σύνοψη, παρουσιάζοντας ορισμένα στοιχεία για τα ΚΚ που συμμετέχουν στις Διεθνείς Διασκέψεις, στις οποίες πραγματικά γίνεται μια σημαντική προσπάθεια -με πρωτεργάτη το ΚΚΕ- διεθνούς συντονισμού και κοινής δράσης του Κομμουνιστικού Κινήματος.

Από τις 222 χώρες του πλανήτη (ΟΗΕ και μη) μόνο 86 απ’ αυτές (ποσοστό 39,0%) συμμετέχουν στον ένα ή στον άλλο βαθμό στις διεθνείς συνδιασκέψεις (πληθυσμιακά βέβαια είναι κατά πολύ μεγαλύτερο).

Ουσιαστικά σε 136 χώρες είτε δεν υπάρχει κανένα ΚΚ είτε είναι «στα χαρτιά» είτε κάποια είναι εκτός νόμου ή είναι διαλυμένα

Οι 86 χώρες που συμμετέχουν κατά καιρούς στις διάφορες Διασκέψεις παίρνουν μέρος (εκ περιτροπής!) με 112 ΚΚ, εκ των οποίων 66 χώρες συμμετέχουν με 1 ΚΚ, 16 χώρες με 2, 3 χώρες με 3 και 1 χώρα (Ισπανία) με 4! Φαίνεται όμως ότι τελικά μόλις 70 ΚΚ περίπου απ’ αυτά παίρνουν μέρος σε μια πιο μόνιμη βάση (βλέπε συμμετοχές Αθήνα, Λισσαβόνα, Μινσκ, Σάο Πάολο).

Αλλά και από αυτά τα 112 ΚΚ (ή 70 αν προτιμάτε) που συμμετέχουν, τα 32 από αυτά παίρνουν μέρος ή προσκαλούν τα ίδια το ΚΕΑ στις διάφορες διασκέψεις τους, ενώ μόνο 10 - 15 περίπου ΚΚ μπορούμε να πούμε ότι διατηρούν κάποια Μ-Λ χαρακτηριστικά

Και ενώ λίγο-πολύ από τη συμμετοχή τους σε αυτές τις συνδιασκέψεις φαίνεται ότι στα περισσότερα ζητήματα έχουν περίπου συμφωνήσει, μελετώντας τις θέσεις τους και τις δραστηριότητές τους σε «εθνικό» επίπεδο μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ούτε δρουν σαν Μ-Λ κόμματα και ούτε τιμούν και την υπογραφή τους.

Βέβαια οι Διασκέψεις αυτές των ΚΚ δεν είναι καινούριες. Τις είχαμε ξανασυναντήσει με μια προβληματική Διεθνούς και με ίδιες περίπου μορφές και περίβλημα, στις παγκόσμιες Διασκέψεις των ΚΚ το 1957, το 1960 και το 1969 και αργότερα. Και βέβαια ούτε διέβλεψαν και ούτε συνέβαλαν στην αποτροπή των ανατροπών. Παρά την παγκόσμια διάσταση τους και την προσπάθεια να αναπαράγουν τα ήθη μιας Διεθνούς, αυτές οι αναλαμπές δεν είχαν ουσιαστική απήχηση στο κομμουνιστικό κίνημα και δεν έχουν πλέον επιρροή στην εσωτερική εξέλιξη των κομμάτων. Υπερβολικά διαφοροποιημένο, αντιφατικό λόγω των διασπάσεων και της επίδρασης του οπορτουνισμού, το κομμουνιστικό κίνημα απέχει πολύ από την εποχή της Διεθνούς, αν και αναζητά έναν νέο διεθνισμό και νέους συνδετικούς δεσμούς ανάμεσα του.

Ακόμα πιο τραγική είναι η κατάσταση που επικρατεί στο χώρο της νεολαίας. Ενώ κατακτήθηκε μια υποτυπώδης μορφή ενότητας κάτω από την ομπρέλα της ΠΟΔΝ, βρίσκεται πολύ μακριά από την επιτυχία της παγκόσμιας οργάνωσής της. Θλιβερό παράδειγμα αποτελεί η άρνηση της Κομμουνιστικής Νεολαίας Λευκορωσίας που κάτω από την πίεση υποχρεώθηκε να πάρει πίσω την δέσμευσή της για την οργάνωση του Παγκόσμιου Φεστιβάλ της Νεολαίας και Φοιτητών.

Η ανατροπή του Σοσιαλισμού παρέσυρε και το Εθνικοαπελευθερωτικό και Αντιαποικιοκρατικό Κίνημα και από επαναστατική δύναμη μετατράπηκε σε ένα αντιδραστικό Φονταμενταλιστικό κίνημα, όπου κυρίως στις Μουσουλμανικές χώρες εγκαθιδρύθηκαν τα πιο αντιδραστικά θεοκρατικά καθεστώτα, ενώ σε πολλές αποικίες, τη θέση της αποικιοκρατίας πήρε ο ιμπεριαλισμός. Σήμερα πάνω από 20 χώρες εξακολουθούν να βιώνουν τις συνέπειές της.

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση του διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος που προσπαθήσαμε να περιγράψουμε -και σε αυτή τη φάση- έχουμε το θρίαμβο της ενότητας του Ιμπεριαλισμού σε οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Δεκάδες οργανώσεις που ξεκινούν από τον ΟΗΕ, τις διάφορες περιφερειακές ενώσεις, τις διάφορες G7, G8, G15, G20 την ΕΕ, το ΔΝΤ, τον ΠΟΕ, το ΝΑΤΟ, τις ΜΚΟ κλπ. (ουκ έστιν όνομα και αριθμός) συστήνονται και δουλεύουν για τον Ιμπεριαλισμό. Η τρέχουσα διεθνής καπιταλιστική κρίση αποκάλυψε αυτή την ενότητα σε όλο της το μεγαλείο.

Με βάση τα παραπάνω, θεωρώ ότι η ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, μπαίνει σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, πολύ επιτακτικά. Δεν μπορεί να στηρίζεται απλώς στην προέλευση ή την κοινή ονομασία των κομμάτων. Αυτή πρέπει να στηρίζεται στην ενίσχυση του συντονισμού, της κοινής δράσης, στην πολιτική και ιδεολογική ενότητα, στη βάση του μαρξισμού-λενινισμού, του προλεταριακού διεθνισμού και της ενιαίας καθοδήγησης.

Εχοντας επίγνωση των δυσκολιών, προτείνω στο 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ να υιοθετήσει την άποψη για ανασύσταση της Κομμουνιστικής Διεθνούς και να προτείνει -σε μια επόμενη Διάσκεψη των ΚΚ- τη σύσταση ειδικής προπαρασκευαστικής επιτροπής που θα συντάξει τους όρους εισδοχής (ανάλογη με τους 21 όρους της 3ης Διεθνούς) στη νέα Κομμουνιστική Διεθνή.

Μια τέτοια πρόταση που δε θα πρέπει να λάβει υπόψιν της το συσχετισμό, θα αποτελέσει μια ακόμα -τη σημαντικότερη κατά τη γνώμη μου- συνεισφορά του ΚΚΕ στο παγκόσμιο Κομμουνιστικό Κίνημα.

Τέλος, δε θα θεωρηθεί ιεροσυλία αν μου επιτραπεί να παραφράσω τα λόγια του Ενγκελς στο γράμμα του (12-17 του Σεπτέμβρη 1874) στον Ζόργκε -τότε Γενικό Γραμματέα της 1ης Διεθνούς- και να στείλω τούτες τις σκέψεις προς το 18ο Συνέδριο:

«...οι παλιές Διεθνείς έτσι ή αλλιώς, τέλειωσαν. Κι αυτό είναι καλό. Ανήκαν στην περίοδο της πρώτης και δεύτερης απόπειρας εγκαθίδρυσης των αρχών του Κομμουνισμού. Για πολλά χρόνια οι Διεθνείς κυριάρχησαν στην παγκόσμια ιστορία προς μια πλευρά -προς την πλευρά που βρίσκεται το μέλλον- και μπορεί να κοιτάζουν με περηφάνια το έργο που έκαναν.

Ομως με την παλιά τους μορφή, έχουν πια ξεπεραστεί. Για να δημιουργηθεί μια νέα Διεθνής με τον τρόπο της παλιάς, μια ένωση όλων των προλεταριακών κομμάτων όλων των χωρών, θα χρειαζόταν μια γενική κατάπνιξη του εργατικού κινήματος, όπως έγινε στην περίοδο 1989 - 1991.

Πιστεύω ότι η επόμενη Διεθνής - ύστερα από πολλά χρόνια επίδρασης των έργων των Μαρξ - Ενγκελς - Λένιν και της πείρας που έχει συσσωρευτεί, θα είναι καθαρά κομμουνιστική και θα διακηρύττει άμεσα τις αρχές μας».

 

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

«Η ιστορία των 3 Διεθνών» - Ουίλιαμ Φόστερ, εκδ. «Γνώσεις».

«Η Κομμουνιστική Διεθνής» - Θέσεις και καταστατικό όπως ψηφίστηκαν στο Β΄ Συνέδριο, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

«Το Πρόγραμμα του ΚΚΕ», στα ντοκουμέντα του 15ου Συνεδρίου του ΚΚΕ.

«Τα ντοκουμέντα του 17ου Συνεδρίου του ΚΚΕ».

«Εκτιμήσεις και προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή Σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη. Η αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού», Nτοκουμέντα της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ 15-16.7.1995.

Αλ. Παπαρήγα, «Επίκαιρες σκέψεις στα 80 χρόνια από την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς», ΚΟΜΕΠ τ.6/1999.

«Αφιέρωμα στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα», ΚΟΜΕΠ τ.1/2000.

Αρθρογραφία του «Ρ» για την «Κομμουνιστική Διεθνή», τις εξελίξεις στο διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, και ειδικά τα άρθρα του Ελισαίου Βαγενά.

Αρθρογραφία του «Ρ» σχετικά με τις διεθνείς συναντήσεις των Κομμουνιστικών και Εργατικών κομμάτων.

* Ο Δημήτρης Σουλιωτάκης είναι ιδιωτικός υπάλληλος.

 

Το διαδίκτυο και οι επίσημες ιστοσελίδες των ΚΚ (με κάθε επιφύλαξη).

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ 2ο ΘΕΜΑ - ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

του Γιώργου Βαβίτσα*

Δεν είναι παράλογο να αναζητούμε τις αιτίες των ανατροπών στην οικονομία, αλλά τελικά να καταφεύγουμε στην πολιτική για να ερμηνεύσουμε την κίνηση της οικονομίας; Οχι. Το παράλογο αυτό είναι το παράλογο της ίδιας της πολιτικής οικονομίας. Αλλά κι αυτό το παράλογο υφίσταται μόνο στο βαθμό που θέλουμε να χωρίσουμε με τη βία τις δύο πλευρές, αντί να δούμε τον εσωτερικό τους δεσμό. Τότε, όταν τις ανάγουμε στην ενότητα τους, φαίνεται ότι αυτές δεν είναι παρά η έκφραση του πραγματικού χωρισμού του ανθρώπου από την εργασία του, ακριβώς επειδή ο δεσμός τους υπάρχει μόνο στην αμοιβαία εχθρότητά τους.

Η πολιτική οικονομία που γεννήθηκε ως η επιστήμη του πλουτισμού και της απάτης, πέθανε με τις ανατροπές απόλυτα συνεπής ως προς τις αρχές της, θυσιάζοντας την επιστήμη για τον πλουτισμό και την απάτη.

Δεν είναι μήπως οι ανατροπές η ολοκλήρωση της πιο απάνθρωπης αντίληψης για τον άνθρωπο, η μεγαλύτερη ταπείνωσή του, ακριβώς επειδή τον ταπεινώνει σ’ αυτό χάρη στο οποίο είναι πραγματικά άνθρωπος; Την εργασία; Μήπως είδε η πολιτική οικονομία ποτέ στην εργασία κάτι περισσότερο από πρακτική ανάγκη;

Η βάση της πολιτικής οικονομίας είναι η αποξένωση του ανθρώπου από την εργασία του. Είναι η θεωρητική έκφραση της. Το εμπειρικό αυτό δεδομένο, το προϊόν της αντιφατικής εξέλιξης του ανθρώπου, της αντιφατικής μορφής εξωτερίκευσης των ουσιαστικών δυνάμεων του μέσα από την ιστορία, η πολιτική οικονομία το εκφράζει με τη μορφή νόμων, σχέσεων. Οσο πιο επεξεργασμένη και πλήρης γίνεται η συστηματοποίηση τους τόσο πιο αδύναμος κι ανήμπορος στέκει ο άνθρωπος μπροστά στις ίδιες του τις δυνάμεις και όσο πιο ανήμπορος γίνεται από τις ίδιες τις δυνάμεις του, τόσο πιο μυστήρια και δεσποτικά τον καταπιέζουν αυτοί οι νόμοι. Επειδή αυτοί οι νόμοι υφίστανται σαν τέτοιοι μόνο γιατί αποτελούν γενίκευση και αντανάκλαση της αποξένωσης του ανθρώπου από την εργασία του, η λύτρωση από την κυριαρχία τους πάνω του εμφανίζεται σαν το φανταστικό καθήκον χειραφέτησης από ιδέες, δόγματα. Αμα το πραγματικό είναι μου, η συγκεκριμένη ύπαρξή μου είναι εξαρχής μη πραγματικά και οι νόμοι της πολιτικής οικονομίας είναι η θεωρητική απόδειξη της μη πραγματικότητάς τους, τότε και η αλήθεια της ύπαρξής μου πρέπει να είναι φανταστική. Θα κινείται σε μια σφαίρα ιδεών που θα αφήνουν άθικτη την άμεση ύπαρξή μου.

Ετσι φανταζόμαστε ότι ο σοσιαλισμός ανατράπηκε λόγω στρεβλώσεων. Τι όμως οδήγησε στις στρεβλώσεις; Ποια ήταν τα κίνητρα των ιδεατών κινήτρων των προδοτών; Σ’ αυτό ποτέ δεν παίρνουμε απάντηση.

Ας θέσουμε όμως το ερώτημα. Τα δεδομένα δείχνουν ότι στο σοσιαλισμό ακόμα και μέχρι το τέλος οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονταν πιο γρήγορα απ’ ότι στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Η άνοδος της παραγωγικότητας ήταν μεγαλύτερη. Δεν έρχεται αυτό σε αντίφαση με τη βασική θέση του Μαρξ ότι ένας κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός έχει δικαίωμα ύπαρξης μόνο όσο δεν έχει μετατραπεί σε δεσμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων; Δε θα έπρεπε να πεθάνει ο καπιταλισμός αντί για το σοσιαλισμό;

Ή θα πρέπει να απορρίψουμε το Μαρξ ολόκληρο μ’ αυτή τη θέση, γιατί πρόκειται για θεμέλιο της θεωρίας του. Αν όμως το κάνουμε θα φτάσουμε σε μεγαλύτερο παραλογισμό, αφού αυτή η θέση έχει μια πολύ γενική θεμελίωση. Αλλιώς ο μόνος τρόπος να βγούμε από την αντίφαση είναι:

1. Να δεχτούμε την άποψη ότι ο σοσιαλισμός σαν σοσιαλισμός έφτασε τα ιστορικά όρια του, δηλ. να εφαρμόσουμε και σ’ αυτόν τη γενική θέση του Μαρξ και

2. ότι ο σοσιαλισμός είναι αδιανόητος χωρίς τον καπιταλισμό, μπορεί να νοηθεί μόνο σαν κομμουνισμός που κουβαλάει πάνω του το αντίθετο του ακόμα και κατά συνέπεια το τέλος του φέρνει αναπόφευκτα και το τέλος του καπιταλισμού.

Δεν είναι δηλ. τα λάθη στην οικοδόμηση, η παραδρομή από τον ορθό δρόμο που οδήγησαν στην «ήττα», αλλά πρόκειται για την ωρίμανση της εσωτερικής, της ουσιαστικής αντίθεσης του, της μετατροπής της σε αντίφαση. Είμαστε αναγκασμένοι να ανάγουμε το αντικείμενο μας στις αντιφάσεις του, να δούμε σ’ αυτές όχι το αποτέλεσμα εξωτερικών ως προς το αντικείμενο επιδράσεων, αλλά να τις βγάλουμε από την ίδια τη φύση του αντικειμένου. Δεν αντέφασκε ο σοσιαλισμός στην ουσία του, η ουσία του σοσιαλισμού ήρθε σε αντίφαση με την παραπέρα εξέλιξη.

Ποια είναι όμως η βασική αντίθεση του σοσιαλισμού η λύση της οποίας οδηγεί στον κομμουνισμό; Αν πούμε ότι είναι αυτή μεταξύ κεντρικού σχεδιασμού και αγοραίων, εμπορευματικών σχέσεων, ξεχνάμε ότι ο κοινωνικός προσδιορισμός του κεντρικού σχεδιασμού, ότι ο σχεδιασμός είναι άμεση ιδιότητα, κοινωνικός προσδιορισμός ενός ιδιαίτερου τμήματος ακόμα της κοινωνίας, συνεπάγεται ότι το υπόλοιπο τμήμα της θα βρίσκεται αναγκαστικά σε αντίθεση προς αυτό, ο ιδιαίτερος κοινωνικός καθορισμός της θα είναι ο αγοραίος χαρακτήρας του. Η μία πλευρά προϋποθέτει την άλλη. Η λύση προφανώς είναι οι σχέσεις της κοινωνίας να μην είναι στην αμεσότητα τους ιδιότητες των ατόμων. Αντίθετα, η ιδιότητα των σχέσεων να είναι ότι εκφράζουν σχέσεις ατόμων.

Παρόμοια η ενίσχυση του ρόλου του κέρδους φαίνεται σαν παραβίαση των σοσιαλιστικών σχέσεων. Ξεχνάμε όμως ότι το κέρδος εδώ είναι το μέρος εκείνο του προϊόντος που δεν επιστρέφει (αν αφαιρέσουμε το πριμ κτλ.) στους δημιουργούς του άμεσα, με βάση την προσφορά εργασίας, αλλά αποτελεί τη βάση για να ικανοποιηθούν οι κοινωνικές ανάγκες με βάση τις ίδιες. Δε βλέπουμε το αλλαγμένο περιεχόμενο που εκφράζουν αυτές οι μορφές. Τι άλλο είναι το κέρδος εδώ από την έκφραση της αποτελεσματικότητας της εργασίας, και επειδή η εργασία εδώ είναι κοινωνική, υποταγμένη στον ενιαίο έλεγχο της κοινωνίας αναγκαστικά θα πρέπει να εκφράζεται στη γενική της μορφή σαν χρόνος εργασίας γενικά; Ο γενικός χρόνος εργασίας γίνεται αξία όχι λόγω της γενίκευσης, της αφαίρεσης, αλλά επειδή λειτουργεί ανεξάρτητα και υποτάσσει την εργασία. Διαφορετικά και η σκέψη, η γενίκευση σαν γενίκευση θα ήταν αξία. Η αξία σαν αξία.

Αν η εφαρμογή της επιστήμης κάνει το αποτέλεσμα της παραγωγής να εξαρτάται όλο και λιγότερο από τον άμεσο χρόνο εργασίας, αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι η κοινωνία δεν πρέπει να υπολογίζει με την μεγαλύτερη αυστηρότητα το πόσο άμεσο χρόνο εργασίας χρειάζεται για το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα. Ισα-ίσα. Η μέγιστη δυνατή εφαρμογή της επιστήμης προϋποθέτει τη μέγιστη ανάπτυξη όλων των μελών της κοινωνίας αντί ένα μέρος της να θυσιάζεται για να αναπτυχθεί το υπόλοιπο, άρα η εξοικονόμηση του χρόνου αποκτάει για πρώτη φορά την πραγματικά ανθρώπινη σημασία της.

Αν αντιπαραθέσουμε τη συνεταιριστική στην κοινωνική μορφή ιδιοκτησίας κι απ’ αυτό συμπεράνουμε ότι η αντίθεση του σοσιαλισμού συνίσταται σ’ αυτήν μεταξύ των εμπορευματοχρηματικών και των σχέσεων του κεντρικού σχεδιασμού, ανάγουμε με μηχανιστικό τρόπο μια ανώτερη μορφή σχέσης, του ενιαίου σχεδιασμού σε μια υποταγμένη μορφή. Μια αναλογία από τη φύση: Ενα αέριο αποτελείται από δισεκατομμύρια σωματίδια. Η στοιχειώδης μορφή κίνησης, η βασική αλληλεπίδραση είναι οι μηχανικές κρούσεις μεταξύ δύο σωματιδίων. Στο αέριο δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο από τα σωματίδια και τη στοιχειώδη αλληλεπίδραση τους, τη μηχανική κρούση. Ωστόσο όταν περάσουμε από δύο σε 30 δισεκατομμύρια σωματίδια, στο αέριο δηλαδή, εμφανίζονται καινούργιες ιδιότητες, νέα μορφή αλληλεπίδρασης, η θερμοκρασία και η πίεση, που αποτελούν ακριβώς την αλληλεπίδραση που συνιστά το αέριο. Αυτή όμως είναι ποιοτικά διαφορετική από αυτήν των κρούσεων παρ’ όλο που την περιέχει.

Εδώ έχουμε ένα παράδειγμα της άρνησης της άρνησης, που σημαίνει και διατήρηση στοιχείων του παλιού, σε υποταγμένη μορφή όμως. Ετσι ο σοσιαλισμός αν και φαίνεται να αποτελείται από άπειρες εμπορικές, χρηματικές πράξεις, αυτές δεν εξηγούν τη βασική μορφή κίνησης του, που είναι ο σχεδιασμός. Οι δύο μορφές δεν είναι ισοδύναμες. Η ενίσχυση των εμπορευματικών σχέσεων δεν σημαίνει αναίρεση η μείωση του σχεδιασμού, είναι μάλλον ο τρόπος ύπαρξης, πραγματοποίησης του. Αλλού βρίσκεται η βασική αντίθεση του σοσιαλισμού.

Είναι μεταξύ της ανθρώπινης ιδιοποίησης του πλούτου, του αντικειμενικού κόσμου και των ιστορικών φραγμών γι’ αυτήν.

Ο σοσιαλισμός δεν μπορούσε παρά να γεννηθεί σε μια καθυστερημένη χώρα, με σχετικά αδύναμη αστική τάξη και πολιτικό οικοδόμημα. Αυτό που για πολλούς θεωρείται ως ανωμαλία της ιστορίας, είναι ουσιαστικό γνώρισμα του σοσιαλισμού. Στο εσωτερικό η υλική βάση εκκίνησης του ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, στο εξωτερικό η σχετική καθυστέρηση αυτής της βάσης.

Αν από τη μια στο εσωτερικό έπρεπε να ολοκληρώσει πρώτα τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας για να σταθεί ζωντανός, η κυριαρχία των υλικών όρων και της δραστηριότητας των παραγωγών πάνω στους ίδιους που απέρρεε από την ολοκλήρωση αυτή εμφανίζονταν προς τα έξω σαν η αιώνια, από τη φύση των πραγμάτων κυριαρχία των υλικών όρων της αντικειμενοποιημένης πάνω στη ζωντανή εργασία. «Η διαίρεση που υφίσταται ο άνθρωπος στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας είναι η διαίρεση της ανθρώπινης δραστηριότητας στην ίδια της την κοινωνική ουσία. Αντίθετα από την εξειδίκευση είναι μια μεταβατική, ιστορική κατάσταση. Η εξειδίκευση είναι η διαίρεση των ειδών εργασίας κατά το αντικείμενο τους που εκφράζει άμεσα την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τη βοηθάει. Η ποικιλία αυτών των ειδών αντιστοιχεί στο βαθμό που ο άνθρωπος ιδιοποιήθηκε τη φύση και αυξάνεται με την ανάπτυξη του. Στις ταξικές κοινωνίες όμως η εξειδίκευση δεν πραγματώνεται σαν εξειδίκευση καθολικών δραστηριοτήτων αφού βρίσκεται κάτω από την επιρροή του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Αυτός την ανθρώπινη δραστηριότητα τη διασπάει σε πράξεις και επιμέρους λειτουργίες που καμία τους δεν φέρει πια στον εαυτό της το χαρακτήρα αυτής της δραστηριότητας και δεν αποτελεί τον τρόπο αναπαραγωγής από το άτομο των κοινωνικών σχέσεων του, του πολιτισμού, του πνευματικού πλούτου του κόσμου του και της προσωπικότητάς του. Αυτές οι επιμέρους πράξεις δεν διαθέτουν δική τους λογική και νόημα. Η αναγκαιότητα τους εμφανίζεται αποκλειστικά σαν οι απαιτήσεις που επιβάλλει εξωτερικά το σύστημα του καταμερισμού της εργασίας. Τέτοια είναι η διαίρεση της υλικής και πνευματικής, της εκτελεστικής και της διευθυντικής εργασίας, των πρακτικών και ιδεολογικών λειτουργιών. Ο κοινωνικός καταμερισμός εκδηλώνεται με την απομόνωση και ανεξαρτητοποίηση της υλικής παραγωγής, της επιστήμης, της τέχνης κτλ καθώς και με τον εσωτερικό διχασμό τους. … Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο για το ότι ο καταμερισμός στενεύει έως την έσχατη παραμόρφωση την εξειδίκευση, ούτε για το ότι τον άνθρωπο τον αλυσοδένει σε ένα καθορισμένο επάγγελμα, αλλά για το ότι ο άνθρωπος δεν εντάσσεται στις κοινωνικές σχέσεις σαν προσωπικότητα άλλα σαν μιας καθορισμένης ποιότητας εργατική δύναμη, σαν φορέας συγκεκριμένης λειτουργίας. Εκτελεί έναν ρόλο που του επιβάλλεται εξωτερικά» (από ουγγρικό φιλοσοφικό λεξικό).

Χαρακτηριστικό σημείο της εκμηχάνισης, σαν της υλικής βάσης του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, είναι ότι η υποταγή της ζωντανής στη νεκρή εργασία γίνεται μια τεχνική διαστροφή, όπου η παραγωγικότητα της εργασίας που εξαρτάται από τον πλούτο των αντικειμενικών όρων παρουσιάζεται σαν κατόρθωμα των όρων αυτών ή μάλλον αυτό πηγάζει από την αντιθετική και αποξενωμένη μορφή με την οποία αυτοί οι όροι ορθώνονται απέναντι στην ζωντανή εργασία. Η κυριαρχία των υλικών όρων στο εσωτερικό λόγω του κεφαλαιοκρατικού περιβλήματος στο εξωτερικό εμφανίζονταν σαν αιώνια, φυσική ιδιότητα του κεφαλαίου λόγω της ιστορικά κληρονομημένης ανωτερότητας της παραγωγικότητας του κεφαλαίου (και της καταλήστευσης των αδύναμων χωρών), όπως και το κεφάλαιο σαν ιδέα, έννοια, εμφανίζονταν τόσο περισσότερο κυρίαρχο όσο αυξάνονταν η κυριαρχία των υλικών όρων στο εσωτερικό.

Η ανατροπές είναι η λύση της αντίφασης αυτής με αντιφατική μορφή. Είναι το βίαιο ξεπέρασμα των φραγμών του σοσιαλισμού σαν μιας παγκόσμιας διαδικασίας, η μετατροπή τους σε αντίφαση που όμως απαιτεί κα τη λύση της και το πέρασμα της ανθρωπότητας σε ένα ανώτερο στάδιο.

Ιστορικά το κεφάλαιο το μεγαλύτερο πλήγμα το δέχτηκε ακριβώς με τις ανατροπές. Απλά κατέρρευσε το μυστικοποιημένο περίβλημα των παραγωγικών σχέσεων. Η καταστροφή και ο μαρασμός που πλήττουν τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες μιλάν από μόνες τους. Αυτό που εμφανίζονταν σαν φυσικό προνόμιο του κεφαλαίου αποκαλύπτεται τώρα σαν μια ψευδαίσθηση. Ή όπως λέει ο Μαρξ η ανθρωπότητα για να αποχωριστεί με εύθυμο τρόπο το παρελθόν της μετά τον πρώτο τραγικό θάνατό του το ανασταίνει για μια τελευταία φορά σαν κωμωδία.

* Ο Γιώργος Βαβίτσας είναι μέλος της ΚΟΒ Κουκάκι.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 4η ΑΠΟ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

του Γιώργου Μαγγανά*

Στο κείμενο των Θέσεων της ΚΕ για το σοσιαλισμό (θέση 4) αναφέρεται: «Θεωρούμε λαθεμένη την προσέγγιση που μιλώντας για “μεταβατικές κοινωνίες” προσδίδει αυτοτελή χαρακτηριστικά και μακρόχρονη ύπαρξη στην περίοδο “μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό”…».

Ο Κ. Μαρξ στην Κριτική του προγράμματος της Γκότα τοποθετεί το ζήτημα ως εξής: «Ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική και κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής ανατροπής της μιας στην άλλη. Και σε αυτή την περίοδο αντιστοιχεί μια πολιτική μεταβατική περίοδος, που το κράτος της δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου»1.

Ο Λένιν, σχολιάζοντας το παραπάνω απόσπασμα, προφανώς δεν παρερμήνευε το Μαρξ λέγοντας: «…ο Μαρξ μιλούσε για ολόκληρη περίοδο δικτατορίας του προλεταριάτου, σαν περίοδο μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό»2. Υπογράμμιζε: «…ο σ. Ρίκοφ λέει πως ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δεν υπάρχει μεταβατική περίοδος. Αυτό δεν είναι σωστό. Είναι ρήξη με το μαρξισμό»3. Η ταύτιση, επομένως, της μεταβατικής περιόδου με το σοσιαλισμό είτε η απόδοση στο σοσιαλισμό μεταβατικού χαρακτήρα είναι θεωρητικό λάθος. Ο σοσιαλισμός είναι φάση του κομμουνιστικού σχηματισμού και φυσικά εξελίσσεται, όπως και η ανώτερη βαθμίδα του. Στην αντίθετη περίπτωση καθετί το ζωντανό είναι μεταβατικό - ο προμονοπωλιακός καπιταλισμός είναι η μεταβατική περίοδος προς τον ιμπεριαλισμό κ.ο.κ. Η μεταβατική περίοδος είναι η επιστημονική κατηγορία που αποδίδει το πέρασμα της ανθρώπινης κοινωνίας από σχηματισμό σε σχηματισμό και ως τέτοια έχει και αυτοτελή χαρακτηριστικά και μακρόχρονη διάρκεια. Μέχρι την ολοκλήρωσή της, το πέρασμα είναι αναστρέψιμο.

Το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου αντιστοιχεί στη μεταβατική περίοδο. «… θα ήταν η μεγαλύτερη ανοησία και ο πιο παράλογος ουτοπισμός να νομίζουμε ότι χωρίς εξαναγκασμό και χωρίς δικτατορία μπορεί να περάσουμε από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό»4. Εδώ γίνεται σαφές ότι το κράτος αντιστοιχεί στη μεταβατική περίοδο και όχι σε οποιοδήποτε στάδιο του κομμουνιστικού σχηματισμού, κατά τον οποίο απονεκρώνεται. Ετσι, και επειδή «Σοσιαλισμός σημαίνει εξάλειψη των τάξεων... Οι τάξεις έμειναν και θα μείνουν στην εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η δικτατορία θα είναι περιττή, όταν εξαλειφθούν οι τάξεις. Μα αυτές δεν θα εξαλειφθούν χωρίς τη δικτατορία του προλεταριάτου»5, δεν μπορεί να υπάρχει «σοσιαλιστικό κράτος» με την έννοια που δίνει στο κράτος ο ιστορικός υλισμός.

«Η κοινωνία, εφόσον παραμένει η ταξική διαφορά ανάμεσα στον εργάτη και στον αγρότη, δεν είναι ούτε κομμουνιστική, ούτε σοσιαλιστική κοινωνία. Φυσικά, κατά την ερμηνεία της λέξης σοσιαλισμός με μια ορισμένη έννοια, μπορεί κανείς να ονομάσει την κοινωνία αυτή σοσιαλιστική, αυτό όμως θα είναι μια σοφιστεία, μια διαμάχη για τις λέξεις»6.

Ποιες όμως είναι οι λειτουργίες της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου, ώστε να επιτευχθεί η μετάβαση στην πρώτη φάση της αταξικής κοινωνίας, το σοσιαλισμό;

«Είναι φανερό ότι για την ολοκληρωτική κατάργηση των τάξεων πρέπει όχι μόνο να ανατραπούν οι εκμεταλλευτές, οι τσιφλικάδες και οι καπιταλιστές, όχι μόνο να καταργηθεί η ιδιοκτησία τους, πρέπει ακόμη να καταργηθεί και κάθε ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, πρέπει να εξαλειφθεί τόσο η διαφορά ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, όσο και η διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους της σωματικής και στους ανθρώπους της πνευματικής εργασίας. Αυτό είναι έργο πολύ μακρόχρονο. Για να συντελεστεί χρειάζεται ένα τεράστιο βήμα προς τα μπρος στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, χρειάζεται να υπερνικηθεί η αντίσταση … των πολυάριθμων υπολειμμάτων της μικροπαραγωγής, πρέπει να υπερνικηθεί η τεράστια δύναμη της συνήθειας και της αδράνειας που συνδέεται μ’ αυτά τα υπολείμματα»7. Και ο Λένιν συμπληρώνει: «Μήπως η ταξική πάλη στην εποχή του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό δεν συνίσταται στην περιφρούρηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης από τη δράκα, τις ομάδες, τα στρώματα εργατών που γαντζώνονται πεισματάρικα από τις παραδόσεις (συνήθειες) του καπιταλισμού και εξακολουθούν να βλέπουν το Σοβιετικό κράτος όπως και πρώτα: να προσφέρουν “σ’ αυτό” όσο το δυνατό λιγότερη και χειρότερη δουλειά και να απομυζούν “απ’ αυτό” όσο το δυνατό περισσότερα χρήματα…»8.

Η δικτατορία του προλεταριάτου πρέπει να περάσει «από το απλούστατο καθήκον της παραπέρα απαλλοτρίωσης των καπιταλιστών στο πολύ πιο σύνθετο και δύσκολο καθήκον της δημιουργίας τέτοιων συνθηκών, ώστε να μην μπορεί ούτε να υπάρχει, ούτε να ξαναεμφανιστεί η αστική τάξη. Είναι φανερό πως το καθήκον αυτό είναι ασύγκριτα ανώτερο, και χωρίς την εκπλήρωσή του δεν θα έχουμε ακόμη σοσιαλισμό»9. Η αστική τάξη ξαναεμφανίστηκε, το καθήκον δεν εκπληρώθηκε, άρα, κατά το θεμελιωτή του σοβιετικού κράτους, δεν είχαμε ακόμη σοσιαλισμό. Με άλλα λόγια το «ποιος - ποιον» δε λύθηκε όπως και όταν εμείς νομίζαμε και θέλαμε, αλλά όπως και όταν το καθόρισαν οι συνθήκες.

Ο Λένιν συνεχίζει: «Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι σε τελευταία ανάλυση το σπουδαιότερο, το κυριότερο για τη νίκη του νέου κοινωνικού καθεστώτος. Ο καπιταλισμός δημιούργησε μιαν άγνωστη για τη δουλοπαροικία παραγωγικότητα της εργασίας. Ο καπιταλισμός μπορεί να νικηθεί τελειωτικά και θα νικηθεί τελειωτικά, γιατί ο σοσιαλισμός δημιουργεί μια νέα, πολύ ανώτερη παραγωγικότητα της εργασίας. Αυτό είναι πολύ δύσκολο και μακροχρόνιο έργο, όμως άρχισε και αυτό είναι το κυριότερο»10. Η παραγωγικότητα της εργασίας στη βιομηχανία της ΕΣΣΔ, παρόλο που αυξανόταν συνεχώς, έφτασε το 1975 στο 55% αυτής των ΗΠΑ. «Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας απαιτεί πριν απ’ όλα να εξασφαλιστεί η υλική βάση της μεγάλης βιομηχανίας… Ενας άλλος όρος για να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας είναι… η ανύψωση του μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου των λαϊκών μαζών»11.

Η μεταβατική περίοδος είναι μια μακροχρόνια διαδικασία: «Το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό αποτελεί ολόκληρη ιστορική εποχή»12. «Κι εμείς ζούμε την πιο δύσκολη, την πιο βασανιστική περίοδο του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό - την περίοδο, που σε όλες τις χώρες θα είναι αναπόφευκτα μακρόχρονη, πολύ μακρόχρονη, γιατί, το ξαναλέω, σε κάθε επιτυχία της καταπιεζόμενης τάξης, οι καταπιεστές απαντούν με νέες και νέες απόπειρες αντίστασης, ανατροπής της εξουσίας της καταπιεζόμενης τάξης»13. «Η δημιουργία όμως νέων μορφών κοινωνικής πειθαρχίας είναι δουλειά δεκαετιών. Ακόμη και ο καπιταλισμός χρειάστηκε πολλές δεκαετίες για να μετατρέψει την παλιά οργάνωση σε νέα. Το να περιμένουν από μας και να καλλιεργούν στους εργάτες και τους αγρότες την ιδέα ότι εμείς μπορούμε μέσα σε σύντομο διάστημα να αλλάξουμε την οργάνωση της εργασίας, αυτό είναι από θεωρητική άποψη μια καθαρή ανοησία»14.

Ο Λένιν τόνιζε τη διεθνή διάσταση του ζητήματος της μετάβασης στο σοσιαλισμό: «Αν θα είμασταν μόνοι μας δεν θα μπορούσαμε να εκπληρώσουμε αυτό το καθήκον ως το τέλος και με ειρηνικό τρόπο, γιατί στην ουσία το καθήκον αυτό είναι διεθνές»15. «Μόλις τώρα κάναμε τα πρώτα βήματα για να αποτινάξουμε εντελώς τον καπιταλισμό και να αρχίσουμε το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Δεν ξέρουμε και δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσα μεταβατικά στάδια θα έχουμε ακόμη για το σοσιαλισμό. Αυτό εξαρτάται από το πότε θα αρχίσει στις πραγματικές της διαστάσεις η ευρωπαϊκή σοσιαλιστική επανάσταση, από το πόσο εύκολα, γρήγορα ή αργά θα νικήσει τους εχθρούς της και θα βγει στον ομαλό δρόμο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης»16.

Τέλος, στη σύντομη αυτή παράθεση αποσπασμάτων, νομίζω ότι αξίζει να περιληφθεί και το ακόλουθο: «Κατά το πέρασμα από την καπιταλιστική κοινωνία στη σοσιαλιστική, είναι απολύτως αδύνατο να κάνουμε χωρίς νόμισμα είτε να το αντικαταστήσουμε με νέο σε σύντομο χρονικό διάστημα»17.

Ο Λένιν όρισε πολύ συγκεκριμένα τα χαρακτηριστικά και τις νομοτέλειες της μεταβατικής περιόδου. Για ένα λενινιστικό κόμμα έχει ζωτική σημασία το να επιβεβαιώνει τις θέσεις των κλασικών με την πείρα της πρακτικής. Εάν κάποιες από αυτές δεν επαληθεύονται από τη ζωή, αυτό πρέπει και να καταδειχθεί και να εξηγηθεί. Αυτό που εμείς οφείλουμε να κάνουμε, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε ιστορικά τη μεταβατική σοβιετική κοινωνία και να αποκαλύψουμε τις αιτίες της ανατροπής της, είναι να ακολουθήσουμε τη μέθοδο του Λένιν, να εξακριβώσουμε το πώς και μέχρι ποιο βαθμό προχώρησαν οι διαδικασίες που περιγράφει, τι, πότε και γιατί τις εξέτρεψε και τις σταμάτησε, αποφεύγοντας την επιφανειακή περιοδολόγηση και την αντίστοιχη απόδοση καθοριστικών, δήθεν, για την εξέλιξη της ιστορίας, ευθυνών σε άτομα, προδότες κλπ. ακατονόμαστα. Η προδοσία είναι πάντοτε ένα στοιχείο της πολιτικής, αλλά ποτέ, ως τώρα, δεν τιμήθηκε τόσο από τους μαρξιστές, ώστε να θεωρηθεί δημιουργός της ιστορίας.

Ο Λένιν καθορίζει τα ζητούμενα της μεταβατικής περιόδου, που, με τη σειρά τους, περιγράφουν τις ομάδες αντιθέσεων που κινούν τη σοβιετική κοινωνία. Σε τελική ανάλυση όλες αυτές οι αντιθέσεις πηγάζουν από τη βασική αντίθεση κάθε κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού - την αντίθεση ανάμεσα στις αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής. Η επαναστατική κατάργηση της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, το «απλούστατο», ανατρέπει τη σχέση παραγωγικών δυνάμεων - σχέσεων παραγωγής, μετατρέποντας τις δεύτερες στο δυναμικό στοιχείο του δίπολου επειδή: πρώτον, η κοινωνική ιδιοκτησία αποτελεί μια νομική έκφραση, ένα θεσμικά κατοχυρωμένο δικαίωμα και όχι ακόμη, και για μια μακρά χρονική περίοδο, εσωτερική αναγκαιότητα της ανάπτυξης του νέου τρόπου παραγωγής και δεύτερον, το στοιχείο που πρέπει να αναπτυχθεί, για να αποκατασταθεί σε ανώτερο επίπεδο η σχετική ισορροπία αυτού του δίπολου, είναι οι παραγωγικές δυνάμεις. Από εδώ προκύπτει η ανάγκη της αλματώδους ανάπτυξής τους. Για το λόγο αυτό και μέχρι οι παραγωγικές δυνάμεις να αντιστοιχηθούν με τις νέες ανώτερες σχέσεις παραγωγής, τις τελευταίες δεν θα είναι σε θέση να τις στηρίζουν και να τις αναπαράγουν οι υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις, που ακόμα δεν βρίσκονται στο απαιτούμενο επίπεδο ανάπτυξης, όπως περιγράφεται σε πολλά σημεία και στο κείμενο των Θέσεων, συνεπώς, οι σχέσεις παραγωγής δεν θα είναι σε θέση να αυτοαναπαράγονται, ως εσωτερική αναγκαιότητα ενός αμετάκλητα εδραιωμένου τρόπου παραγωγής, θα επιβάλλονται θεσμικά από το κράτος στο όνομα και προς το συμφέρον της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Σε αυτό το σύστημα αντιφάσεων εδράζονται τα εγγενή φαινόμενα, που αφορούν την εξέλιξη της μεταβατικής σοβιετικής οικονομίας, όπως η διαμεσολαβημένη σχέση του κάθε μέλους της κοινωνίας με τα μέσα παραγωγής, η έμμεσα κοινωνική εργασία, η τυπική λειτουργία του βασικού οικονομικού νόμου του σοσιαλισμού, η εμπορευματικότητα και η δράση του νόμου της αξίας. Πιο συγκεκριμένα, η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν μπορούσε σε αυτή τη φάση να πραγματοποιείται παρά μόνο ως κρατική, επομένως η εργασία δεν μπορούσε ακόμα να είναι άμεσα κοινωνική - ίση αμοιβή για ίση εργασία, χωρίς διάκριση μεταξύ απλής και σύνθετης, ατομικής και κοινωνικά μέσης. Από εδώ και με αναγκαίο τρόπο προκύπτει η τυπική (μέσω παραλλαγμένων αξιακών κατηγοριών) λειτουργία του βασικού οικονομικού νόμου του σοσιαλισμού (ανάπτυξη της παραγωγής για την πληρέστερη κάλυψη των διευρυνόμενων αναγκών), η τυπική λειτουργία του νόμου της σοσιαλιστικής κατανομής (από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με την ποσότητα -αργότερα και ποιότητα- άραγε από πού κι ως πού επιτρέπεται να μπει από το παράθυρο ο κοινωνικός, χαρακτηριστικά εμπορευματικός, προσδιορισμός της μέσης, αφηρημένης και της σύνθετης εργασίας σε μια σοσιαλιστική κοινωνία όπου κυριαρχεί η άμεσα κοινωνική εργασία) και ο εμπορευματικός χαρακτήρας της παραγωγής, που δεν αίρεται με τη μερική εξάλειψη των χρηματικών δοσοληψιών, ιδιαίτερα ανάμεσα στις κρατικές επιχειρήσεις (κάτι που άλλωστε συμβαίνει και στο εσωτερικό των μονοπωλιακών ενώσεων και όχι μόνο), αλλά αναπαράγεται από την ανάγκη καθορισμού του κόστους, δηλαδή της δαπάνης παρελθούσας και ζωντανής εργασίας, ώστε να γίνει δυνατή η, εξαιρετικής σημασίας για τη μεταβατική περίοδο, καταγραφή και ο έλεγχος.

Πρέπει ακόμα να ληφθεί υπόψη, ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλιστική επανάσταση δεν άρχισε στις «πραγματικές της διαστάσεις» και δε βγήκε «στον ομαλό δρόμο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης», ως αποτέλεσμα σειράς παραγόντων, κυρίως της ανασύνταξης του ιμπεριαλιστικού συστήματος μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Η διαδικασία ανάπτυξης και διαλεκτικής επίλυσης αυτών των αντιφάσεων δεν μπορεί να είναι ούτε ευθύγραμμη ούτε, περισσότερο, ενιαία. Σε άλλους τομείς θα υπάρξουν ταχύτερες εξελίξεις, σε άλλους καθυστερήσεις. Αλλού οι ποσοτικές συσσωρεύσεις θα οδηγήσουν στο άλμα και αλλού ακόμα όχι. Αντικειμενικά, οι αλλαγές στη βάση της κοινωνίας θα επιδράσουν στο εποικοδόμημα, και μέσα από αυτό το πρίσμα πρέπει να εξεταστούν οι διαδικασίες και αλλαγές στο πολιτικό σύστημα. Η διαφορά σοσιαλισμού - κομμουνισμού συνίσταται στο διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που στην πρώτη περίπτωση επιβάλλουν τον ένα νόμο κατανομής - σύμφωνα με την προσφορά και στη δεύτερη τον άλλο - σύμφωνα με τις ανάγκες. Ολα τα φαινόμενα, που εμείς είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, αφορούν τη μεταβατική περίοδο και δεν μπορούν να αποδίδονται άμεσα στον κομμουνιστικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό. Τα πρώτα βήματα της απελευθερωμένης από το κεφάλαιο κοινωνίας έδειξαν την τεράστια δημιουργική δυναμική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και τα αρνητικά του παλιού, που συνέχιζε να επιβιώνει στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Οι αιτίες της ανατροπής των σοσιαλιστικών καθεστώτων μένει να μελετηθούν, αξιοποιώντας όλες τις υπάρχουσες δυνατότητες και την όποια δουλειά έχει γίνει ως τώρα, στη βάση της αδιαμφισβήτητης και αισιόδοξης πραγματικότητας, ότι ποτέ και πουθενά στην ανθρώπινη ιστορία δεν παλινδρόμησε κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός.

* Ο Γιώργος Μαγγανάς είναι μέλος της Γραμματείας του ΚΜΕ.
1. Κ. Μαρξ: «Διαλεχτά Εργα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 2, σελ. 24.
2. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 38, σελ. 386. Επίσης, στον τ. 39, σελ. 453, ο Λένιν γράφει: «Η δικτατορία του προλεταριάτου σαν νέα μορφή της ταξικής πάλης, του περάσματος (του μεταβατικού σταδίου της κοινωνίας) από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό».
3. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 31, σελ. 363.
4. Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 36, σελ. 194, επίσης στο ίδιο σελ. 199 και τ. 31, σελ. 180.
5. Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 39, σελ. 276 και 279. Δες επίσης την αντίστοιχη θέση για την ταξική πάλη στον τ. 39, σελ. 15, στον τ. 39, σελ. 385 και 387, στον τ. 35, σελ. 192.
6. Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 38, σελ. 353 - 354.
7. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 39, σελ. 15. Δες επίσης ό.π., 
σελ. 277.
8. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 37, σελ. 90.
9. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 36, σελ. 175.
10. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 39, σελ. 21.
11. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 36, σελ. 188.
12. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 37, σελ. 263.
13. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 36, σελ. 442.
14. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 40, σελ. 305 - 306.
15. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 34, σελ. 224.
16. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 36, σελ. 48, δες ακόμη τις σχετικές θέσεις του Λένιν στο τρίτο πανρωσικό συνέδριο των σοβιέτ, τ. 35, σελ. 
278 - 279.
17. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 36, σελ. 134.

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

του Γιώργου Γαζή

1. ΓΕΝΙΚΑ

Κατά τη γνώμη μου οι θέσεις του κόμματος για το σοσιαλισμό αποτελούν μια εμπεριστατωμένη ανάλυση για τις αιτίες που οδήγησαν στην ανατροπή του. Θα ήθελα με τη σειρά μου να σταθώ σε ορισμένα σημεία.

2. ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΑΛΙΝ

Οι θέσεις ορθά πραγματεύονται την ιστορία του σοσιαλισμού χωρίς ιδιαίτερες αναφορές σε κανένα όνομα ηγέτη της ΕΣΣΔ. Οταν αναλύουμε την ιστορία και προσπαθούμε να βγάλουμε συμπεράσματα δεν πρέπει να επικεντρωνόμαστε στα πρόσωπα αλλά στα γεγονότα, τις τάσεις και στις αποφάσεις που καθορίζουν το τελικό αποτέλεσμα. Επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι στη σημερινή εποχή η συζήτηση πάνω σε γεγονότα που συνέβηκαν πριν από 60-70 χρόνια σε μεγάλο βαθμό αποπροσανατολίζει από το τι θέλουν και γιατί παλεύουν οι κομμουνιστές σήμερα.

Από την άλλη μεριά δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε την αστική προπαγάνδα που χρησιμοποιεί μία βασική μέθοδο της εκκλησίας για να περάσει τη γραμμή της. Δαιμονοποιώντας τον Στάλιν κάνει ότι ακριβώς έκανε και το χριστιανικό ιερατείο πριν από 2000 χρόνια με τους θεούς και τις θεές της παλιάς θρησκείας σε όλη την Ευρώπη μετατρέποντας τους σε δαίμονες, στοιχειά και μάγισσες για να αποσπάσει το λαό από την επιρροή τους Ετσι η αστική προπαγάνδα έχει φτάσει στο σημείο να συγκρίνει τον Στάλιν με τον Χίτλερ σε δολιότητα και αριθμό θυμάτων. Τα υποτιθέμενα εκατομμύρια των θυμάτων του Στάλιν δεν είναι τυχαίος αριθμός. Είναι απαραίτητο στοιχείο στην αστική προπαγάνδα για να εξισωθεί ο κομμουνισμός με το φασισμό. Η ΕΣΣΔ και οι υπόλοιπες σοσιαλιστικές χώρες δεν πρέπει να απέχουν πολύ από την χριστιανική κόλαση στη συνείδηση του κόσμου. Το μήνυμα αυτό είναι εύκολα αφομοιώσιμο από τις πλατιές μάζες των εργαζομένων που σήμερα βρίσκονται κάτω από τον καπιταλιστικό ζυγό και οδηγεί αυτόματα στη δαιμονοποίηση και του αγώνα για το σοσιαλισμό.

Συνεπώς η αστική προπαγάνδα θα οδηγήσει εντέλει τη συζήτηση γύρω από τον Στάλιν όπως ήδη δείχνουν οι πρώτες αναγνώσεις των θέσεων. για το Σοσιαλισμό από τον αστικό τύπο. Συμμάχους σε αυτή την προσπάθεια θα βρει πολλούς από την μικροαστική αριστερά (ΣΥΝ, ΝΑΡ κλπ.). Η γνώμη μου είναι ότι το Κόμμα πρέπει να είναι έτοιμο να απαντήσει.

3. ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ1

Η συγκεκριμένη παρέμβαση συνοψίζει σε μεγάλο βαθμό την τροτσκιστική επιχειρηματολογία αναφορικά με τον Στάλιν και την ΕΣΣΔ. Συγκεκριμένα:

- Ο Στάλιν έρχεται σε αντιδιαστολή με τον Λένιν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμό σε μία χώρα.

- Κατηγορείται σαν ο ηγέτης της γραφειοκρατίας.

- Είναι ο υπεύθυνος για τις «άδικες» διώξεις του 1936-38.

Για τη δυνατότητα οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα ή σε μία ομάδα χωρών για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν νομίζω ότι χρειάζεται ιδιαίτερη επιχειρηματολογία. Ο Λενινισμός ορίζεται σαν ο μαρξισμός της εποχής μας ακριβώς επειδή με βάση το νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης καταλήγει ότι είναι δυνατή η αρχική επικράτηση του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα. Αλλά πέρα από την τσιτατολογία αν η επανάσταση επικρατήσει σε μία χώρα/περιοχή στον κόσμο και ο υπόλοιπος κόσμος δεν ακολουθήσει τι θα πρέπει να γίνει; Να παραδώσει εξουσία και όπλα ή να κάνει ότι μπορεί ώστε με εφαλτήριο τη συγκεκριμένη χώρα να επικρατήσει ο σοσιαλισμός και στον υπόλοιπο κόσμο. Ούτε ο Λένιν ούτε ο Στάλιν εγκατέλειψαν ποτέ το στόχο της παγκόσμιας επανάστασης που όμως δεν έρχεται μέσα από ευχές αλλά μέσα από σκληρό αγώνα. Τελικά η παγκόσμια ιστορία δείχνει ότι η επανάσταση ξεκίνησε το 1917 στην τσαρική Ρωσία και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80 είχε επεκταθεί στο 1/3 σχεδόν της υφηλίου με την αποφασιστική υποστήριξη του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους της ΕΣΣΔ τόσο ένοπλα (Αν. Ευρώπη, Β.Κορέα) όσο υλικά και ιδεολογικά (Κίνα, Βιετνάμ, Κούβα, κλπ.).

Οι διώξεις, πιο ορθά οι εκκαθαρίσεις του 1936-38 ήταν η αντίδραση του Κόμματος και της ηγεσίας του στη σοβιετική γραφειοκρατία. Η γραφειοκρατία ήταν είναι και θα είναι απότοκο της μη διάλυσης του κράτους. Το σοσιαλιστικό κράτος όμως είναι απαραίτητο σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και εσωτερικής ταξικής πάλης και φέρνει μαζί του σαν αναγκαίο κακό την γραφειοκρατία. Η σοβιετική γραφειοκρατία αν και χρήσιμη είναι επίσης επικίνδυνη όπως απέδειξε ιδιαίτερα η μετά Στάλιν εποχή. Η ηγεσία του ΚΚΣΕ και ο Στάλιν ειδικότερα ήταν πάντα σε επαγρύπνηση για τον κίνδυνο της γραφειοκρατίας και πέρα από τα άλλα μέσα για τον περιορισμό του φαινομένου χρησιμοποιούσαν τις εκκαθαρίσεις σαν μέσο καταστολής της γραφειοκρατίας τόσο στο κράτος όσο και στο κόμμα. Οι εκκαθαρίσεις του 1936-38 δεν είχαν σα στόχο τον απλό πολίτη αλλά το στελεχικό δυναμικό του κράτους και του κόμματος. Στην πλειοψηφία τους οι κατηγορίες αφορούσαν οικονομικά εγκλήματα (εργασιακό σαμποτάζ, κλοπές υλικού, κακοδιαχείριση, κακοδιοίκηση κλπ.) αλλά και αλκοολισμός, βιασμοί και άλλα ποινικά αδικήματα.

Ενα παράδειγμα πιστεύω ότι φωτίζει τι ακριβώς συνέβη στην ΕΣΣΔ εκείνα τα χρόνια:

Ο Τ. Ι. Κοβάλεφ ήταν Γραμματέας της ΚΟ περιοχής Μπέλι. Ηταν πρώην λευκοφρουρός που με το τέλος του εμφυλίου κατάφερε να γίνει μέλος του κόμματος. Πολλές καταγγελίες ήδη από τις αρχές του ’30 έφταναν στα παραπάνω κομματικά όργανα ωστόσο ποτέ κανείς δεν κινήθηκε εναντίον του. Μία από τις κατηγορίες ήταν ότι πλαστογραφούσε τις στατιστικές της σοδειάς. Είχε την κάλυψη από τους ανώτερους του στην κομητεία. Οταν οι καταγγελίες έφτασαν στην ΚΕΕ το 1936 η αδερφή του Λένιν, Μαρίνα Ουλιάνοβα έστειλε σειρά από γράμματα στους ανώτερους του Κοβάλεφ οι οποίοι άνηκαν όμως στο ίδιο δίκτυο διαφθοράς με αυτόν και έτσι δεν έπαιρνε απαντήσεις. Τελικά η ΚΕΕ έστειλε κάποιον ονόματι Γκολοβατσένκο στην περιοχή για να ερευνήσει την υπόθεση που κατέληξε στην εκδίωξη και τελικά εκτέλεση του Κοβάλεφ2.

Στην αντίστοιχη περιγραφή από τον R. Conquest3 ωστόσο, ο Κοβάλεφ παρουσιάζεται σαν αθώο θύμα τον οποίο εξόντωσαν ανελέητοι απεσταλμένοι από τη Μόσχα κατηγορώντας τον σαν τροτσκιστή.

Αγνοώ αν το όνομα του βρίσκεται σήμερα σε κάποια λίστα τροτσκιστών-θυμάτων του Στάλιν αλλά δε νομίζω ότι κανείς θα είχε αντίρρηση για την εκκαθάριση του από τις τάξεις του κόμματος και του κρατικού μηχανισμού. Επρεπε όμως και να τον εκτελέσουν; Οσο και αν η βία είναι γενικά αποκρουστική είναι όμως απαραίτητη για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής εξουσίας. Οι πλαστογραφημένες στατιστικές και η κλοπή για ίδιο όφελος της σοδειάς είχε σαν αποτέλεσμα χιλιάδες θανάτους από την πείνα στις αρχές του’30. Ο συγκεκριμένος κλέφτης δεν ήταν μόνο κλέφτης αλλά και συνειδητός φονιάς και η μόνη λύση ήταν η εξόντωση του. Ενα άλλο παράδειγμα είναι επίσης διαφωτιστικό.

Ο Μπ. Β. Καμίνσκι γεννήθηκε το 1899 στο Βιτέμπσκ της Λευκορωσίας από Πολωνό πατέρα και μητέρα Γερμανικής καταγωγής. Είχε σπουδάσει μηχανικός και μιλούσε άπταιστα γερμανικά. Υποπτος για κατασκοπία υπέρ των Γερμανών οδηγήθηκε το 1935 σε γκουλάγκ. Απελευθερώθηκε λίγο πριν τη γερμανική εισβολή. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ήταν επικεφαλής της δοσιλογικής πολιτοφυλακής του Λόκοτ που εξαιτίας της αγριότητας με την οποία αντιμετώπιζε τους κόκκινους παρτιζάνους τέθηκε υπό τη διοίκηση της 216 Μεραρχίας πεζικού της Βέρμαχτ. Στην περιοχή ευθύνης του κατήργησε τα κολχόζ και μοίρασε τη γη στους στρατιώτες του και άνοιξε τους χριστιανικούς ναούς.4

Επίσης η λέξη κουλάκος στα ρώσικα δεν σημαίνει πλούσιος χωρικός αλλά προέρχεται από τη λέξη γροθιά ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο φερόντουσαν στους μουζίκους. Συνεπώς οι εκκαθαρίσεις εκείνης της περιόδου ήταν η μόνη άμυνα της σοσιαλιστικής εξουσίας ενάντια σε εκείνους που άπλωναν το χέρι τους στο υπερ-προϊόν που με τόσο κόπο παρήγαγε η εργατική τάξη και οι κολχοζνίκοι.

Οι Δίκες της Μόσχας ήταν η απάντηση της δικτατορίας του προλεταριάτου στο κέντρο εκείνο που προετοίμαζε πραξικόπημα για την ανατροπή της. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω τον Τρότσκι στο βιβλίο του η Προδομένη επανάσταση το 1936 που καλούσε σε «επαναστατική βία» για την ανατροπή της «σοβιετικής γραφειοκρατίας» όπως αποκαλούσε τότε την ηγεσία του ΚΚΣΕ αλλά και δικαιολογούσε τη χρήση της ατομικής τρομοκρατίας για τον παραπάνω σκοπό. Επίσης θυμίζω τον Α. Α. Βλάσοφ, υποστράτηγο του Κόκκινου Στρατού που παραδόθηκε στους ναζί τον Ιούλιο του 1942 σχηματίζοντας στρατιωτικό τμήμα που πολέμησε μαζί με τους ναζιστές ενάντια στην πατρίδα του.

Το γεγονός ότι 3 μόλις χρόνια μετά το θάνατο του Στάλιν έγινε δυνατή τόσο μία αντι-σοσιαλιστική στροφή στην οικονομία αλλά και μία χωρίς αρχές επίθεση στην πολιτική της προηγούμενης τριακονταετίας δείχνει ότι στρώματα εχθρικά στο σοσιαλισμό είχαν διεισδύσει προ πολλού τόσο στον κομματικό όσο και στον κρατικό μηχανισμό. Η βασικότερη αιτία είναι ότι παρ’ όλες τις προπολεμικές εκκαθαρίσεις ο Β΄ ΠΠ είχε τρεις σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στον υποκειμενικό παράγοντα:

- Η τιτάνια προσπάθεια στον Β΄ ΠΠ υποχρέωσε σε συμμαχία με αστικές αντικομμουνιστικές δυνάμεις και θεσμούς που ωστόσο είχαν αντιγερμανική θέση (αναβάθμιση της εκκλησίας, αλλαγή του εθνικού ύμνου, κατάργηση του πολιτικού επίτροπου, διάλυσης της Γ΄ Διεθνούς κλπ.).

- Ο στρατός κατέστη ισχυρός πλέον πολιτικός παράγοντας (και ο όποιος ρόλος ορισμένων ηγετών του στις μετέπειτα εξελίξεις).

- Οι τεράστιες απώλειες του κομματικού ιστού με αποτέλεσμα στο 19ο Συνέδριο λιγότερο από το 15% των μελών ήταν μέλη πριν το 1941!!!

4. ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ Ή ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Η κινητήρια δύναμη της ιστορίας είναι ο ταξικός αγώνας. Συνεπώς η παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της ταξικής πάλης και της επικράτησης της αντεπανάστασης. Η αντεπανάσταση με τη σειρά της υποδεικνύει την ύπαρξη είτε ήδη διαμορφωμένης είτε υπό διαμόρφωση αστικής τάξης και κεφαλαίου. Επίσης αποδεικνύει ότι το ανατραπέν καθεστώς δεν ήταν κάποια μορφή καπιταλισμού αλλά σοσιαλισμός.

Εύκολα μπορούμε να αντιπαραβάλουμε το παράδειγμα της ΕΣΣΔ με αυτό της Κίνας και της Γιουγκοσλαβίας. Στην περίπτωση της ΕΣΣΔ η παλινόρθωση του καπιταλισμού δεν ήταν εφικτή αν δεν ανατρέπονταν το σύστημα των Σοβιέτ, ο κεντρικός σχεδιασμός και δεν τίθονταν σε παρανομία κι’ αυτό το διαβρωμένο ΚΚΣΕ. Αντίθετα και στην Κίνα και στη Γιουγκοσλαβία όπου οι σχέσεις παραγωγής δεν ήταν σοσιαλιστικές η επιβολή ανοικτά της ατομικής ιδιοκτησίας δεν χρειάστηκε παρά λίγες νομικές μετατροπές ενώ τα κατ’ όνομα κομμουνιστικά κόμματα διατήρησαν την εξουσία είτε διατηρώντας τον τίτλο (Κίνα) είτε μετονομαζόμενα.

5. ΜΕΤΑ ΤΟ 20όΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΙ;

Το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ δικαίως θεωρείται μία στροφή που άνοιξε εντέλει το δρόμο στην καπιταλιστική παλινόρθωση. Ωστόσο η ΕΣΣΔ μέχρι και το 1989 παρέμεινε σοσιαλιστική. Η στροφή αυτή δεν ήταν ούτε νομοτελειακή ούτε μη αναστρέψιμη. Χρειάστηκε μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε μέρος από τα κοινωνικά εκείνα στρώματα που διεκδικούσαν ένα μεγαλύτερο κομμάτι από αυτό που τους αναλογούσε από το σοσιαλιστικό υπερ-προϊόν να μετατραπούν σε αστική τάξη και να διεκδικήσουν ανοικτά την ιδιωτικοποίηση των μέσων παραγωγής. Επίσης στη συνείδηση της εργατικής τάξης της ΕΣΣΔ ο σοσιαλισμός ήταν βαθιά ριζωμένος πράγμα που οδήγησε και τον Γκορμπατσόφ ακόμα να επικαλείται τον Λένιν και να διαφημίζει την πολιτική του ανατροπής του σοσιαλισμού σαν περισσότερο σοσιαλισμό.

Κάτω από το πρίσμα αυτό θα πρέπει να εξετάζουμε την ιστορία της ΕΣΣΔ από το 1956 ως το 1989 και ορθά ο αντισοβιετισμός εκείνων των χρόνων καταδικάζεται σαν αντικομμουνισμός.

6. ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

Η παραγωγικότητα της εργασίας στο σοσιαλισμό είναι ο αποφασιστικός αντικειμενικός παράγοντας για την παγκόσμια επικράτησή του. Ο βασικός λόγος που η κούρσα των εξοπλισμών γονάτισε οικονομικά την ΕΣΣΔ και όχι τις ΗΠΑ ήταν η διαφορά στην παραγωγικότητα μεταξύ των δύο οικονομιών. Επίσης μεγάλο μέρος της διαφοράς στο επίπεδο της ατομικής κατανάλωσης οφείλεται στη διαφορά της παραγωγικότητας.

Γενικά η παραγωγικότητα εξαρτάται από το βαθμό εκμηχάνισης της παραγωγικής διαδικασίας, από τη μόρφωση και κατάρτιση της εργατικής δύναμης και από την πειθαρχία στο χώρο εργασίας. Στον καπιταλισμό ο ανταγωνισμός οδηγεί σε αντικατάσταση του σταθερού κεφαλαίου με ρυθμό μεγαλύτερο από αυτό που επιβάλει η φυσική του φθορά. Ετσι με αντίτιμο τη σπατάλη φυσικών πόρων και την αυξημένη ανεργία η τεχνολογική βάση του καπιταλισμού ανανεώνεται με ταχύτερο ρυθμό από ότι σε μία κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία. Ενώ ο καπιταλισμός είναι σε θέση να εκβιάζει την πειθαρχία στο χώρο της εργασίας με βασικότερο όλων το φόβο της ανεργίας, ο σοσιαλισμός είναι υποχρεωμένος να αναζητά τη συνειδητή πειθαρχία χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά θετικά κίνητρα και σχεδόν ποτέ αρνητικά (με εξαίρεση την περίοδο του πολεμικού κομμουνισμού).

Συνεπώς σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης η προτεραιότητα της υποδιαίρεσης Ι είναι υποχρεωτική στο σοσιαλισμό. Σε διαφορετική περίπτωση και σε βάθος χρόνου θα βρίσκεται σε δυσμενή θέση απέναντι στο καπιταλιστικό στρατόπεδο. Το πρόβλημα σαφώς δεν περιορίζεται στον τομέα των στρατιωτικών εξοπλισμών αλλά διαχέεται σε όλους τους τομείς και κλάδους της οικονομίας. Η, για την επιβίωση του σοσιαλισμού υποχρεωτική εξίσωση των αμυντικών δαπανών με δεδομένη τη χαμηλότερη παραγωγικότητα οδηγεί σε ελλείψεις και υπανάπτυξη σε άλλους τομείς. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε αυξημένες ανάγκες εισαγωγών (κυρίως τεχνολογίας αλλά και τελικών προϊόντων) αλλά και δανεισμού. Οι μόνες όμως πηγές έξω από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο είναι οι καπιταλιστικές χώρες με ότι αυτό σημαίνει σε κάθε είδους πιέσεις.

1. Γ. Ρούσση - «Ριζοσπάστης» 2.11.2008.
2. Getty, J. Arch and Roberta Manning . Stalinist Terror: New Perspectives. Cambridge Univ. Press 1993 (R. Manning  The Great Purges in the Belyi Raion).
3. Conquest Robert. The Great Terror: a Reassessment – Oxford University Press 1990.
4. Στρατιωτική Ιστορία τ. 145, σελ. 96.

 

ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ Ή ΣΤΑΛΙΝΙΣΜΟΣ;

του Παναγιώτη Γαβάνα*

Oι σταλινικές αντιλήψεις στο Κόμμα έχουν βαθιές ρίζες, δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Απ’ τη διάσπασή του όμως το 1991 άρχισαν πάλι να εμφανίζονται δειλά, για να μορφοποιηθούν σταδιακά σ’ αυτό που γνωρίζουμε σήμερα. Οι αντιλήψεις αυτές αντλούν τη δύναμή τους από πραγματικά γεγονότα - γι’ αυτό ακριβώς και οι υποστηρικτές τους εμφανίζονται «δικαιωμένοι» στις απόψεις τους. Μόνο που για να γίνουν πιστευτές πρέπει πρώτα να απολυτοποιηθούν συγκεκριμένες πλευρές της αντικειμενικής πραγματικότητας, κατακρεουργώντας την υλιστική διαλεκτική με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη μαρξιστική θεωρία και την πολιτική πρακτική. Η επιχειρηματολογία στην οποία στηρίζονται οι απόψεις αυτές περιστρέφεται σήμερα κυρίως γύρω από δύο άξονες:

α) Το σοβιετικό σύστημα δεν ηττήθηκε επί Στάλιν αλλά την περίοδο μετά από αυτόν. Αυτό είναι γεγονός. Για το λόγο αυτό γίνεται κάθε προσπάθεια ώστε η σταλινική περίοδος να μείνει έξω απ’ τη μαρξιστική κριτική. Ομως κάθε ιστορική εποχή έχει την προϊστορία της, δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης. Κι απ’ το νυστέρι της υλιστικής διαλεκτικής, η οποία αποτελεί την καρδιά του μαρξισμού, δε μένουν και δεν μπορούν να μείνουν στο απυρόβλητο άτομα, ομάδες ή κοινωνικά συστήματα. Οποιος αρνείται να δεχτεί αυτή την απλή αλήθεια, χάνει το δικαίωμα να επικαλείται το όνομα του Μαρξ!

β) Τόσο στην ήττα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όσο και στη σοσιαλδημοκρατικοποίηση μιας σειράς κομμουνιστικών κομμάτων πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε ο δεξιός οπορτουνισμός. Και αυτό είναι γεγονός. Ποιος το αμφισβητεί; Αν στο παραπάνω προστεθούν και η αρνητική πείρα που αποκόμισε το ΚΚΕ απ’ τη συμμετοχή του στο ΣΥΝ, η υποταγή μιας σειράς πρώην στελεχών μπροστά στον ιδεολογικό και ταξικό αντίπαλο και η πολιτική πρακτική του σημερινού σοσιαλδημοκρατικού ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, τότε το «γλυκό έδεσε» (βεβαίως, για μια στοιχειώδη αυτοκριτική της ΚΕ η οποία ψήφιζε για κυβερνήσεις συνεργασίας το 1990/91, ακόμα περιμένουμε).

Στη συνέχεια θα σταθώ στο πρώτο ζήτημα, μιας και αυτό απαιτεί ο προσυνεδριακός διάλογος.

Οι αιτίες της ήττας του αυτοονομαζόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» βρίσκονται στις αδυναμίες και τα λάθη ενός συστήματος που πάνω του έφερε τη σφραγίδα του Στάλιν. Σαν αντικειμενικές συνθήκες οι οποίες συνετέλεσαν στη διαμόρφωση του σταλινισμού μπορούν να ειδωθούν:

- Η ιστορική/πολιτισμική καθυστέρηση της Ρωσίας.

- Η ιμπεριαλιστική επέμβαση και περικύκλωση.

Ο εξαναγκασμός για μια γρήγορη ανοικοδόμηση της αμυντικής βιομηχανίας και η φασιστική επιδρομή κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με όλες τις συνέπειες.

- Η άμυνα της σοβιετικής εξουσίας και η ανάπτυξη της Σοβιετικής Ενωσης σε δεύτερη παγκόσμια δύναμη οι οποίες συνδέθηκαν με το όνομα του Στάλιν, δυνάμωσαν την υπόληψή του, σκέπασαν όμως τα εγκλήματα που έπληξαν όχι σε τελευταία ανάλυση το ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε ακόμη η παρουσίαση και αυτοπροβολή του σαν συνεχιστή της λενινιστικής κληρονομιάς.

Ολα αυτά σταθεροποίησαν την πίστη στο «αλάθητο» του Στάλιν, απ’ το οποίο επωφελήθηκαν και οι εκάστοτε επίγονοί του. Ετσι και μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ το μονοπώλιο της αλήθειας παρέμεινε στην εκάστοτε κομματική καθοδήγηση, η οποία μόνη της αποφάσιζε τι είναι μαρξισμός. Οι γνώμες που απόκλιναν κηλιδώνονταν παραπέρα, οι συζητήσεις αποκρούονταν, οι κριτικές απόψεις παραποιούνταν σαν αποστασία και συχνά καταδιώκονταν ακόμη και σαν εγκληματική πράξη. Η κριτική επεξεργασία εγκαταλείφθηκε και επί Χρουτσώφ και στην καλύτερη περίπτωση υπηρέτησε στην εξουδετέρωση άβολων ανταγωνιστών στο μηχανισμό εξουσίας (Μολότωφ, Μαλένκοφ, Καγκάνοβιτς). Στο όνομα όμως του «αντισταλινισμού» εφαρμόσθηκαν και επί Γκορμπατσώφ σταλινικές πρακτικές: Ετσι, μερικές αποκαλύψεις είχαν σαν στόχο την παραίτηση μετά από εξαναγκασμό πάνω από 100 εκλεγμένων μελών της ΚΕ το 1988. Δεν πρόκειται για οξύμωρο σχήμα: ο οπορτουνισμός της ηγεσίας του ΚΚΣΕ δε θα είχε σαν εναλλακτική λύση απέναντι στο σταλινισμό καμιά προοπτική ακόμα και μετά το θάνατο του Στάλιν, επειδή η εξουσιαστική συνείδηση του σταλινισμού ήταν αποτυπωμένη και στους επιγόνους του.

Απ’ την πάλη ενάντια στο «σταλινισμό» και ό,τι από δω προέκυψε, κέρδισαν σε μεγάλο βαθμό οι δυνάμεις της καπιταλιστικής παλινόρθωσης μια ηθική-πολιτική νομιμότητα, η οποία οδήγησε στην ήττα του κρατικού σοσιαλισμού. Ο «αντισταλινισμός» επομένως της γκορμπατσωφικής ηγεσίας χρησιμοποιήθηκε σαν άλλοθι για την ανοιχτή λιποταξία απ’ τις θέσεις του κλασικού μαρξισμού, και είχε τόση σχέση με το μαρξισμό, όσο και η φωτιά με το νερό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι σταλινικές αντιλήψεις «δικαιώνονται». Ο,τι δεν είναι «άσπρο» δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι είναι «μαύρο»!

Ο σταλινισμός δεν παρέμεινε μόνο σοβιετικό φαινόμενο. Οι μέθοδές του επέδρασαν τόσο στις χώρες του ευρωπαϊκού «υπαρκτού σοσιαλισμού» όσο και στα κομμουνιστικά κόμματα των καπιταλιστικών χωρών. Το σταλινικό φαινόμενο δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να ανάγεται απ’ την κρατικά εξασκούμενη τρομοκρατία, παρ’ όλο που η κατασταλτικά κατανοούμενη εξουσία ανήκει στα βασικά του γνωρίσματα, αλλά ούτε και απ’ την προσωπολατρία. Το φαινόμενο τούτο είναι πιο σύνθετο. Παρ’ όλο που μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ένας ορισμός του σταλινισμού, θα προσπαθήσουμε να διατυπώσουμε τα βασικά του χαρακτηριστικά με όλες τις αδυναμίες που μπορεί να εμπεριέχει η διατύπωση ενός ορισμού. Χωρίς τη βαθειά ανάλυση και κατανόηση των χαρακτηριστικών αυτών, θα ανακυκλώνονται διαρκώς τα ίδια λάθη και οι πιθανότητες σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της χώρας μας είναι πρακτικά μηδαμινές.

Με την έννοια «σταλινισμός» κατανοούμε:

- Μια αναγωγή της έννοιας του σοσιαλισμού, η οποία βλέπει την πραγματοποίηση του στόχου της δημιουργίας νέων σχέσεων εξουσίας κάτω απ’ την καθοδήγηση ενός κόμματος που κατανοούσε τον εαυτό του σαν μαρξιστικό, την κρατική ιδιοκτησία και τον κεντρικό σχεδιασμό και παραβλέπει όλα τα περιεχόμενα του σοσιαλισμού, τις δημοκρατικές, ουμανιστικές και ηθικές του βάσεις. Εδώ ανήκουν και οι μεγάλες ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, οι οποίες αντί να «αρθούν διαλεκτικά» διαγράφτηκαν με μια μονοκοντυλιά.

- Μια έννοια για την πολιτική εξουσία, όπου ένα κόμμα εξασκεί την εξουσία στο όνομα της εργατικής τάξης, χωρίς την πάλη για μια διαρκή νομιμοποίηση της εξουσίας του μέσω των μαζών της τάξης, μια εξουσία η οποία κατά προτεραιότητα στηρίζεται στην καταπίεση διαφορετικών απόψεων αντί στη θεωρητική αναμέτρηση και πειθώ, και στην έσχατη περίπτωση δέχεται την ανοιχτή τρομοκρατία ακόμη και ενάντια στη δική του ταξική βάση και τους στενούς του συναγωνιστές.

- Μια αντίληψη για τη σοσιαλιστική ιδιοκτησία, η οποία βρίσκει την ανώτερη μορφή της στην κρατική ιδιοκτησία, η οποία διευθύνεται κεντρικά-γραφειοκρατικά χωρίς να συντελεί στην άρση της αποξένωσης αλλά στο παραπέρα βάθεμά της.

- Ενα γραφειοκρατικό σχεδιασμό, ο οποίος πρακτικά πνίγει κάθε απόπειρα συν-σκέψης και συνδιαμόρφωσης από τους εργαζόμενους, δυναμώνει τις δυσαναλογίες μέσω μιας μετατόπισης του κέντρου βάρους και περιφρόνησης των οικονομικών κριτηρίων, εμποδίζοντας την ανάπτυξη της βασικής παραγωγικής δύναμης, του ανθρώπου.

- Ενα μονοπώλιο της αλήθειας μιας ολιγαρχικά δομημένης καθοδήγησης αποκομμένης απ’ τις μάζες, η οποία περιφράσσεται όλο και περισσότερο απ’ την κριτική, εμποδίζοντας κάθε εναλλακτική συζήτηση.

- Μια αντίληψη για τη θεωρία, η οποία βασίζεται πάνω σε δογματοποιημένα αποσπάσματα (τσιτάτα) του μαρξισμού τα οποία καταχράται για να νομιμοποιήσει την κάθε φορά πολιτική της στροφή. Επιστημονική θεωρία χωρίς διαπάλη απόψεων είναι αδιανόητη!

- Μια αντίληψη για την ιστορία, η οποία ξεκινά από μια «μη αντιστροφή» της ιστορίας, στερώντας την από μια κριτική επανεξέταση της θεωρίας μέσω της ιστορικής πρακτικής, θεωρώντας τη συζήτηση για τα λάθη σαν περιττή επειδή «τα λάθη υπερβαίνονται στην κίνηση προς τα μπρος», ξεθωριάζοντας κριτικές πλευρές της ιστορίας με μια λαθεμένα κατανοημένη κομματικότητα, κηλιδώνοντας άτομα και ομάδες, αντί να εκτιμήσει την επίδρασή τους αντικειμενικά.

- Μια αντίληψη για το Κόμμα, στο οποίο η ενότητα θέλησης και δράσης δε βασίζεται σε μια ανοιχτή συζήτηση των προβλημάτων και των εναλλακτικών ιδεών, αλλά στην υποταγή και πειθαρχία σε ένα κομματικό σώμα, το οποίο κάτω απ’ την έννοια της απαγόρευσης της φράξιας επιβάλλει πρακτικά μια απαγόρευση της συζήτησης (η γκραμσιανή αντίληψη για το Κόμμα σαν «συλλογικό διανοούμενο» πάει περίπατο).

- Μια κεντρικά καθορισμένη πολιτική προσώπων στο Κόμμα και στο κράτος, στην οποία η κατοχή των λειτουργιών και θέσεων εξαρτάται απ’ την ευμένεια της καθοδήγησης και την ετοιμότητα για υποταγή, η οποία δεν απαιτεί ικανότητα κριτικής αλλά μετριότητα, ετοιμότητα προσαρμογής και υποκρισίας, βλέποντας τη δημοκρατική νομιμότητα από τα κάτω αποκλειστικά σαν ενέργεια τυπικής συγκατάθεσης των ήδη παρμένων αποφάσεων από τα «πάνω». (Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής στελεχών είναι σήμερα ορατά στο σύνολο όλων εκείνων που στράφηκαν στα αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα).

- Μια αντίληψη για τη διεθνιστική αλληλεγγύη, η οποία δε βασίζεται πάνω σε συντροφική συζήτηση κοινών ή διαφορετικών απόψεων, αλλά στην άνευ όρων αποδοχή ακόμη και της λαθεμένης πολιτικής ενός αδελφού κόμματος.

Χωρίς μια κριτική στο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, το οποίο αυτοονομαζόταν «υπαρκτός σοσιαλισμός», ο μαρξισμός δεν έχει προοπτική τόσο σαν πολιτική θεωρία όσο και σαν επαναστατική πολιτική πρακτική. Η επιθυμία να ξεπεραστεί η παρούσα κρίση όσο το δυνατό χωρίς ρήξεις, αντιστοιχεί σε ανικανότητα του μαρξιστικού κόμματος να εφαρμόζει πάνω στον εαυτό του τη διαλεκτική. Το Κόμμα διατρέχει έτσι τον κίνδυνο να μετατραπεί σε σέχτα και να απομονωθεί από το πραγματικό κοινωνικό κίνημα. Παραπέρα, όταν η εργατική τάξη καταχτήσει την εξουσία είναι υπαρκτός ο κίνδυνος, να «διορθώνει» με μέτρα κρατικού εξαναγκασμού τη δυσαναλογία μεταξύ της αυτεπίγνωσής του και της πραγματικής κοινωνικής του επιρροής. Στις κοινωνίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» η λύση αυτής της αντίθεσης οδήγησε στη θεοποίηση του κράτους, στην κήρυξη μιας διαρκούς κατάστασης εκτάκτου ανάγκης για την οποία προειδοποιούσε ο Γκράμσι. Από ένα πολιτικό κίνημα, το οποίο τη ρύθμιση μέσω του κρατικού καταναγκασμού ήθελε να την αντικαταστήσει όλο και περισσότερο με την αυτορρύθμιση των συνεταιρισμένων ατόμων, προέκυψε ένα κίνημα, το οποίο έβλεπε την κρατικοποίηση της κοινωνίας σαν σκοπό της επανάστασης. Οι συνέπειες είναι γνωστές: απορρόφηση των κομμουνιστικών κομμάτων απ’ το κράτος, αμέτρητα εγκλήματα στο όνομα του σοσιαλισμού, καταδίκη της εργατικής τάξης σε ανικανότητα ηγεμονίας. Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί και η απουσία εναλλακτικών λύσεων/προτάσεων για σημαντικά κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα και όχι μόνο, η οποία σχετίζεται με μια μονοδιάστατη σκέψη, βραχυκυκλωμένη ανάμεσα σε δίπολα, όπως: «άσπρο-μαύρο», «φίλος-εχθρός». Ετσι δόγματα όπως «όποιος δεν είναι φίλος μου είναι εχθρός μου» ή «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου» βρίσκουν εδώ πλήρη εφαρμογή (ο γερο-Χέγκελ εξοβελίζεται στην κόλαση).

Οταν αργότερα φθάσαμε στα γεγονότα του 1989/90 η αποξένωση των εργαζομένων απ’ τους μηχανισμούς εξουσίας ήταν τόσο βαθειά που ένα μέρος τους στράφηκε ενάντια στο «κράτος του», ενώ το μεγαλύτερο παρέμεινε απαθές εφαρμόζοντας πιστά αυτό που του δίδαξαν τόσα χρόνια οι εκπαιδευτές του. Ο Μαρξ για μια ακόμη φορά πήρε εκδίκηση, μόνο που τώρα (τι ειρωνεία!) στράφηκε ενάντια σε όλους εκείνους που επικαλούνταν το όνομά του, ένα τμήμα των οποίων ανήκει σήμερα στη νέα αστική τάξη!

Η λαθεμένη θέση για «όξυνση της ταξικής πάλης στο σοσιαλισμό» που προβάλλεται σε μια σειρά κείμενα της ΚΕ, η υπόκλισή της μπροστά στο «κράτος-μολώχ», στο «κράτος-νυχτοφύλακα», δείχνουν ότι δεν έχει διδαχτεί απ’ την πράξη. Το γεγονός και μόνο -για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα- ότι επικαλείται σαν αποδεικτικό στοιχείο έκθεση του πρεσβευτή των ΗΠΑ στη Μόσχα Τζόζεφ Ντέιβις για να δικαιολογήσει την εκτέλεση του Μπουχάριν, ανεξάρτητα απ’ την άποψη που μπορεί να έχει κανείς γι’ αυτόν, δείχνει το λιγότερο ανευθυνότητα! Η ανικανότητα διάκρισης μεταξύ επαναστατικής βίας και σταλινικής τρομοκρατίας είναι ένα απ’ τα σημεία που χαρακτηρίζουν το κείμενο των «Θέσεων». Η ΚΕ δεν φαίνεται να έχει συνειδητοποιήσει ότι βάζει το Κόμμα σε νέες περιπέτειες, στέλνοντας για μια ακόμη φορά στελέχη, μέλη και φίλους του Κόμματος στην αγκαλιά της σοσιαλδημοκρατίας και του αριστερισμού.

Το πώς φθάσαμε μέχρι εδώ είναι γνωστό: Σχετίζεται με μια γνώριμη πρακτική που ακολουθείται για θεμελιώδη ζητήματα θεωρίας, η οποία έγκειται αφ’ ενός στην υπαρκτή τάση «να τελειώνουμε» με αυτά τα ζητήματα, αφ’ ετέρου στην προσπάθεια μέσα από τα έντυπα του Κόμματος να προβάλλονται συγκεκριμένες αντιλήψεις επιλεκτικά, χωρίς ποτέ να έχει υπάρξει διάλογος στο όνομα μιας λαθεμένα κατανοημένης «ενότητας», στη συνέχεια το κομματικό σώμα αφού τις έχει ήδη εσωτερικεύσει, καλείται να τοποθετηθεί σε μια σειρά από αυτές τις απόψεις οι οποίες εμπεριέχονται πλέον στις «Θέσεις» της ΚΕ. Για το λόγο αυτό και η έκκληση του Γιώργου Ρούση, ότι «αποτελεί υποχρέωση όλων των κομματικών μελών να τοποθετηθούν δημόσια» («Ριζοσπάστης», 2.11.2008), είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα πέσει στο κενό. Απλούστατα, επειδή τα μέλη του Κόμματος σε προτεινόμενα ζητήματα, έχουν ήδη διαμορφώσει άποψη. Ο,τι έσπειρε κανείς αυτό θερίζει!

Αν το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ δεν επανεκτιμήσει μια σειρά ζητήματα που θέτουν οι «Θέσεις της ΚΕ για το σοσιαλισμό», τότε το Κόμμα κινδυνεύει να αποξενωθεί από ένα ολόκληρο κόσμο. Το αν η αποξένωση αυτή μελλοντικά θα γίνεται παραδεκτή ανοιχτά ή θα επικυρώνεται αθέλητα υποχωρώντας σε μια σέχτα, δεν έχει διαφορά για τη διαλεκτική-υλιστική ανάλυση, η οποία δε στηρίζεται σε ομολογίες και ευσεβείς πόθους, αλλά στα πρακτικά αποτελέσματα μιας συγκεκριμένης πολιτικής.

* Ο Παναγιώτης Γαβάνας είναι μηχανολόγος - εκπαιδευτικός.

 

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ΣΤΟΝ 20ό ΑΙΩΝΑ

του Δημήτρη Καταϊφτσή*

Eίναι αναμφίβολο ότι το ΚΚΕ αποτελεί ένα από τα ελάχιστα ΚΚ της Ευρώπης, το οποίο ξεχωρίζει για την ιδιότυπη στάση του απέναντι στο μεγαλόπνοο εγχείρημα της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού» στον 20ό αιώνα. Παρά το γεγονός ότι οι ατέλειωτες συζητήσεις ανάμεσα στα μέλη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, στους φίλους, πιστούς και άσπονδους του Κόμματος, για την υιοθέτηση μιας συλλογικής, θετικής, αρνητικής ή και ουδέτερης στάσης σχετικά με την περίοδο 1917-1953 κατέληγαν στην επικράτηση του ουδέτερου πυρήνα, οι Θέσεις για το σοσιαλισμό στον 20ό αιώνα, που έδωσε στη δημοσιότητα το ΚΚΕ, σηματοδοτούν μια στροφή προς την υιοθέτηση ενός αδιαμφισβήτητα ενθαρρυντικού κλίματος για τους υποστηρικτές της σκληροπυρηνικής γραμμής.

Στη βάση της, η ανάλυση, η οποία πραγματοποιείται στις Θέσεις για το Σοσιαλισμό στον 20ό αιώνα, είναι οικονομικής φύσεως. Δε θα διαφωνήσει κανείς ότι η περίοδος από το 1917 έως και το 1953 (περίοδος «οικοδόμησης του σοσιαλισμού») αποδεικνύεται εξαιρετικά σημαντική, από τη στιγμή και μόνο που η Ρωσία, από ένα κράτος αμόρφωτων αγροτών, μετατρέπεται σε παγκόσμια δύναμη, όπου η μόρφωση των μαζών και η συνεχής εκπαίδευση πάνω στα μαρξιστικά πρότυπα και το σοσιαλιστικό τρόπο αγωγής και παραγωγής χαρακτηρίζουν τις αρετές του νέου σοβιετικού πολίτη, πρότυπο για κάθε καταπιεσμένο άνθρωπο σε κάθε γωνιά της γης. Εντούτοις, το τίμημα για όλο αυτό το εγχείρημα είναι συντριπτικά βαρύ. Υπό αυτό το πρίσμα θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια σύντομη κριτική ανάλυση ορισμένων από τις Θέσεις, περισσότερο ανθρωποκεντρική στη δομή της και λιγότερο πολιτικοοικονομική. Πριν περάσουμε όμως σε αυτό, είναι αναγκαίο να τονίσουμε τη σημασία της περιόδου 1917-1953 στη διαμόρφωση του ιδεολογικού προφίλ του ΚΚΕ.

Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί το γεγονός ότι η περίοδος μετά το θάνατο του Λένιν (και μέχρι το 1953) έχει αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη ως σταλινική περίοδος ή απλά «σταλινισμός». Οφείλουμε να επαναλάβουμε ότι μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και την επικράτηση του Χρουστσιόφ, κατακεραυνώθηκε η πολιτική σκέψη του Στάλιν, καταδικάστηκαν οι μέθοδοι, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση των εχθρών του Κόμματος και ξεκίνησε μια διαδικασία αποκατάστασης των θυμάτων, ενόχων ή αθώων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ένα μεγάλο μέρος των ΚΚ του κόσμου θα αναθεωρήσει τη στάση του για τα γεγονότα της σταλινικής περιόδου και θα συνταχτεί με την πολιτική της αποσταλινοποίησης. Το ΚΚΕ παρότι τότε κινήθηκε προς την ίδια κατεύθυνση, βρίσκεται σήμερα σε μια κρίσιμη διαδικασία αναθεώρησης της στάσης του, μέσω της παραδοχής ότι «με τις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου (1956), το ΚΚΣΕ στράφηκε προς τον οπορτουνισμό». Πρακτικά, με την υιοθέτηση της συγκεκριμένης θέσης που οδηγεί στη «σταλινοποίηση» της γραμμής του, το ΚΚΕ ρισκάρει σοβαρά να διευρύνει το ιδεολογικό του χάσμα με την υπόλοιπη αριστερά, χάνοντας ίσως και την τελευταία ευκαιρία προσέγγισής της σε ένα θεωρητικό πάντα πεδίο, το οποίο προφανώς μεταφράζεται σε απώλεια εν δυνάμει ψηφοφόρων.

Πραγματοποιώντας μια σύντομη ιστορική ανάλυση της περιόδου και ταυτόχρονα μια κριτική στις Θέσεις, θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε εάν το ΚΚΕ πράττει ορθά, έστω κι αν το τίμημα ίσως είναι η πολιτική απομόνωση.

Ο δυτικός ακαδημαϊκός λόγος παρουσιάζει εδώ και χρόνια ένα κατηγορητήριο σε βάρος του Στάλιν και του φαινομένου του «σταλινισμού», το οποίο χωρίζεται σε τρεις άξονες: α) πολιτική της κολεκτιβοποίησης/ εκκαθάριση των κουλάκων, β) Μεγάλος Τρόμος και Δίκες της Μόσχας, γ) εκτοπισμοί εθνοτήτων. Δε χρειάζεται να πραγματοποιήσουμε καμία εισαγωγή καθότι ο βασικός κορμός και των τριών θεμάτων είναι ήδη γνωστός. Ας δούμε όμως κάποιες παραμέτρους, οι οποίες ίσως να είναι άγνωστες σε αρκετούς που έχουν μελετήσει τις Θέσεις.

ΚΟΛΕΚΤΙΒΟΠΟΙΗΣΗ - ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΤΩΝ ΚΟΥΛΑΚΩΝ ΩΣ ΤΑΞΗ

Η πολιτική της κολεκτιβοποίησης χαρακτηρίζεται από την κρατικοποίηση του μεγαλύτερου μέρους της αγροτικής γης, με τη δημιουργία των κολχόζ, βάζοντας ένα τέλος στην περίοδο της ΝΕΠ, όπου οι όροι παραγωγής παρέμεναν «καπιταλιστικοί»1. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όπου ξεκινά η κολεκτιβοποίηση, οι μεγαλογαιοκτήμονες και οι φεουδάρχες έχουν ουσιαστικά εξαφανιστεί από τη Ρωσία, καθότι η πλειοψηφία τους διώχτηκε την περίοδο του εμφυλίου (1918- 1921), ενώ οι περιουσίες τους έχουν απαλλοτριωθεί από τη σοβιετική εξουσία. Οι «πλούσιοι αγρότες», οι οποίοι αποτελούν το βασικό μοχλό της αντεπανάστασης στην ύπαιθρο, έτσι όπως αναφέρονται στις θέσεις του ΚΚΕ, αλλά και στα σοβιετικά αρχεία είναι οι λεγόμενοι κουλάκοι.

Ηταν όντως;

Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1928-1933, η ταυτότητα «κουλάκος» έχει γίνει εξαιρετικά αυθαίρετη και παρά τα διατάγματα περί «εκκαθάρισης των κουλάκων ως τάξη» διώκονται όλοι οι αγρότες οι οποίοι αντιδρούν στην πολιτική της κολεκτιβοποίησης, πολλές φορές δικαιολογημένα, από τη στιγμή που χάνουν και τους τελευταίους πόρους επιβίωσης. Οι αντιφρονούντες αγρότες είναι μεσαίοι, «πλούσιοι», αλλά και φτωχοί. Ποιος είναι όμως ο φτωχός και ποιος ο πλούσιος αγρότης στη δεκαετία του 1920; Πριν το 1928, η πλειοψηφία των γεωργικών νοικοκυριών ανήκουν στη μεσαία τάξη2, οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της ΝΕΠ, θα ευημερήσουν. Πόσο κουλάκος («πλούσιος») λοιπόν θεωρούνταν ένας αγρότης, ο οποίος είχε στη δούλεψή του έστω και έναν εργαζόμενο στα χωράφια του ή αυτός που ήταν μυλωνάς ή αυτός που ασχολούνταν με την κτηνοτροφία; Και με ποιο κριτήριο η σοβιετική εξουσία άσκησε αυτή την καμπάνια εκκαθάρισής τους; Δε λείπουν φυσικά και οι περιπτώσεις αγροτών, οι οποίοι διατηρούσαν μικροεξουσίες στα χωριά - κατασκευασμένες όμως περισσότερο σε σχέσεις συγγένειας και λιγότερο ταξικές και οι οποίοι προσπάθησαν να εξεγερθούν εναντίον της σταλινικής ηγεσίας (κι όχι της σοβιετικής στη βάση της), ακόμη και με βίαια μέσα, κάτι που καθιστούσε τη δίωξή τους «δικαιολογημένη».

Σε γενικές γραμμές, αναφορικά με το ζήτημα των κουλάκων, πολλοί από τους οποίους απόκτησαν μικροπεριουσίες την περίοδο της ΝΕΠ3, τις περισσότερες φορές με την προσωπική τους εργασία, και ύστερα υπήρξαν θύματα διώξεων4, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: Το ΚΚΕ οφείλει να αναθεωρήσει τη στάση του, έτσι όπως διατυπώνεται στις Θέσεις. Η διόρθωση ή τουλάχιστο η επανεξέταση του συνωνύμου: κουλάκοι=αστική τάξη του χωριού, πλουτοκρατία κτλ., είναι αναγκαία, καθώς είναι αφελές σήμερα να δικαιολογούνται με προχειρότητα οι διώξεις σε βάρος ανθρώπων, οι οποίοι απλά βρέθηκαν στο λάθος χρόνο στο λάθος τόπο, έρμαια δύο διαφορετικών κρατικών πολιτικών στην ύπαιθρο (ΝΕΠ- κολεκτιβοποίηση).

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΤΡΟΜΟΣ

Ο Μεγάλος Τρόμος δεν είναι μια έννοια που την εφεύραν οι δυτικοί ακαδημαϊκοί άδικα. Το κλίμα τρομοκρατίας που επικρατούσε στην ΕΣΣΔ την περίοδο 1936-1938 δεν είναι αστική κατασκευή, από τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν αμέτρητες μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τις διώξεις, όντας ή μη αντεπαναστάτες. Σε μια ανθρωποκεντρική ανάλυση δεν έχει σημασία μόνο ο σκοπός για τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι διώξεις τη συγκεκριμένη περίοδο, αλλά και ο πόνος των ανθρώπων που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο βρέθηκαν ενώπιον δικαστηρίων, εκτελέστηκαν ως εχθροί του λαού ή βίωσαν την εμπειρία των στρατοπέδων αναμόρφωσης5. Ενα σοσιαλιστικό κράτος οφείλει να σέβεται τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών του και να μην τις καταπατεί. Και εδώ απαγορεύεται να μιλάμε για αριθμούς και να κοκορευόμαστε ότι εκτελέστηκαν λιγότεροι απ’ ότι έλεγε π.χ. ο R. Conquest ή ο R. Medvedev6. Σημασία για ένα ΚΚ του 21ου αιώνα είναι να δείχνει έναν χαρακτήρα ανθρώπινο για να εμπνέει τον απλό άνθρωπο, τον απλό εργαζόμενο, χωρίς να επικαλείται κατ’ εξακολούθηση την ιστορικά «αναγκαία χρήση βίας». Η βία είναι συστατικό στοιχείο μιας Επανάστασης ή μιας αντεπανάστασης, όπου και ακολουθεί ένοπλη σύγκρουση. Η περίπτωση των διώξεων της συγκεκριμένης περιόδου (1936-1938) είναι τελείως διαφορετική, από τη στιγμή που η βία, ψυχολογική και σωματική, ασκήθηκε χωρίς την ύπαρξη ουσιαστικής αντίστασης και με την απουσία του φαινόμενου σύγκρουσης δύο ή περισσότερων αντιμαχόμενων μπλοκ7. Η ΚΕ του ΚΚΣΕ, έχοντας ουσιαστικά σχεδόν τον απόλυτο έλεγχο των οργάνων επιβολής της τάξης (NKVD-GPOU), εκκαθάρισε σε ένα εξαιρετικά βραχύ χρονικό διάστημα, όλους όσους θεωρούσε επικίνδυνους ή «εχθρούς του λαού». Σύμφωνα με τη λογική των Θέσεων, θα μπορούσαμε άραγε να ισχυριστούμε ότι η αποκατάσταση των περισσοτέρων από αυτούς, μετά το θάνατο του Στάλιν ήταν προδοσία;

Σχετικά με όλα τα παραπάνω, δεν είναι καθόλου ευχάριστη η διαπίστωση ότι οι Θέσεις παρουσιάζουν σημαντικές ελλείψεις και δυστυχώς μια έρευνα στηριζόμενη σε σοβιετικό αρχειακό υλικό (η χρήση του οποίου δε θα έχει αποσπασματικό χαρακτήρα) δεν έχει προς το παρόν πραγματοποιηθεί από το Τμήμα Ιστορίας του Κόμματος. Η εκπόνησή της θα ικανοποιούσε όλους εμάς που πιστεύουμε ακόμη ότι το ΚΚΕ έχει διάθεση να αναζητήσει την ουσία των ζητημάτων αυτών, αποφεύγοντας γενικότητες και αφορισμούς.

ΕΚΤΟΠΙΣΜΟΙ ΛΑΩΝ

Τρίτο και τελευταίο ζήτημα αποτελεί αυτό των εκτοπίσεων των εθνοτήτων. Ο Αν. Γκίκας, που ασχολήθηκε στο βιβλίο του με τις μετεγκαταστάσεις των ελληνικών πληθυσμών της ΕΣΣΔ, μας δίνει αξιόλογες, αλλά αποσπασματικές πληροφορίες για το θέμα. Οι μετακινήσεις πληθυσμών, οι οποίες είχαν ήδη ξεκινήσει από το 1920, είναι ένα ζήτημα πραγματικά καυτό, αποτελώντας τον τρίτο άξονα δαιμονοποίησης της σταλινικής περιόδου από τη Δύση, ζήτημα, η σημασία του οποίου υποβαθμίζεται στις Θέσεις του ΚΚΕ. Εκατομμύρια άνθρωποι μεταφέρθηκαν χωρίς τη θέλησή τους σε περιοχές ιδιαίτερα δύσκολες για επιβίωση, ενώ πάρα πολλοί βρήκαν το θάνατο εξαιτίας των κακουχιών. Για τους μελετητές της κοινωνικής και προφορικής ιστορίας ούτε εδώ έχουνε μείζονα σημασία τα νούμερα, ειδικά εάν λάβουμε υπόψη μας ότι ο ανθρώπινος πόνος και ο ξεριζωμός δεν μετριέται με αριθμούς. Για το ΚΚΕ, το ζήτημα των εκτοπισμών/μετεγκαταστάσεων των εθνοτήτων στην ΕΣΣΔ δεν έχει σημασία μόνο για τη γνωστική του συνεισφορά στην αξιολόγηση συγκεκριμένων στρατηγικών της σοβιετικής εξουσίας, από τη στιγμή μάλιστα που στερείται ουσιαστικών επιχειρημάτων η θεωρία περί «τιμωρημένων λαών»8 και κατά συνέπεια και η προσέγγιση των πληθυσμιακών μετακινήσεων με όρους ψυχοπαθολογίας9, αλλά και για την επικοινωνιακή του πολιτική με τους παλιννοστούντες από τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, στις προφορικές μαρτυρίες αρκετών εκ των οποίων δηλώνεται άμεσα η πικρία τους για τον ξεριζωμό τους10. Και σε αυτή την περίπτωση λοιπόν, αυτό το οποίο θα όφειλε να πράξει το ΚΚΕ είναι η υιοθέτηση ενός Λόγου, ο οποίος να βασίζεται στην κατανόηση των ανθρώπων που είδαν και το «άσχημο πρόσωπο» της ΕΣΣΔ, αγκαλιάζοντας, παρά απομακρύνοντάς τους - χρησιμοποιώντας εύκολα προσχήματα.

Ο ξεριζωμός ή η εξορία, οι διώξεις, λαϊκές περισσότερο, παρά ακαδημαϊκές έννοιες, μιλάνε στους απλούς ανθρώπους από μόνες τους, ενώ η χρήση ενός ξύλινου λόγου δε μετράει παρά αρνητικά. Μέσα από την ουσία της ιστορίας κι όχι των αποσπασματικών ερμηνειών της μπορεί το ΚΚΕ να επαναπροσεγγίσει τους ανθρώπους, όχι μόνο της διανόησης και της μισθωτής εργασίας, αλλά και τους βαρύτατα πληγωμένους από τη σοβιετική εμπειρία.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Berelowitch A. - Danilov V., Sovetskaia derevnia glazami VTsK- OGPU- NKVD (1918-1939): dokoumenty i materialy v 4 tomakh, t.3 (1930-34), M, ROSSPEN, 2003.

Bougai N. F., Kotsonis A.N., Obiazat NKVD…vyselit grekov, M., Insan, 1999.

Carr E., Ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, Αθήνα, εκδ. «Υποδομή», 1977.

Conquest R., The Harvest of Sorrow: Soviet Collectivization and the Terror-Famine, Oxford University Press, 1968.

Conquest R., The Great Terror, Oxford University Press, 1990.

Danilov V., Krestianskaia Revolioutsiia v Rossii (1902-1922). Dokoumenty i Materialy, Tampov, Redaktsionno-izd. Otdel, 1994.

Danilov V., Manning R., Tragedia sovetskoi derevni: kollektivizatsiia i raskoulatchivanie. Dokoumenty i materialy v 5 T., M, Rosspen, 2002.

Davies R.W., Wheatcroft S.G., The industrialization of Soviet Russia V: The years of hunger (Soviet agriculturem 1931-1933), Palgrave Macmillan, 2004.

Djoukha I., Gretcheskaia operatsiia, St-Petersburg, Aleteia, 2006.

Djoukha I, Spetsechelony idout na Vostok, St- Petersburg, Aleteia, 2008.

Dreyfus M., Le siècle des communismes, Paris, Les éditions de l’Atelier- Editions Ouvrières, 2000.

Furet F., Le passé d’une illusion, Paris, Ed. Robert Laffont, S.A., 1995.

Goutchinova E-B., Pomnit nelzia zabyt. Antropologiia deportatsionnoi travmy kalmykov, Stuttgart, ibidem- Vedrlag, 2005.

Ioannidi N., 1949 god, Soukhoumi, 1996.

Kataiftsis D., Les révoltes des femmes lors de la collectivisation de l’agriculture en URSS et le cas des régions nationales, Mémoire de Master, Univ. Paris IV.

Lewin M., “Who was the soviet kulak?”, Soviet studies, Nov. 1996, vol. 18, n. 2.

Mondon H., Nous autres paysans : Lettres aux Soviets (1925-1931), Ed. Verdier, 2004.

Nekritch A., The Punished Peoples, NY, W. W. Norton and Company, 1978.

Polian P., Against their will: The History and Geography of Forced Migrations in the USSR, NY, CEU Press, 2004.

Sokolov A. K., Obchtchestvo i vlast 1930-e gg.: Povestvovanie v dokoumentakh, M., ROSSPEN, 1998.

Thurston R., Life and terror in Stalin’s Russia, London: Yale university press, 1996.

Viola L., Peasant rebels under Stalin, NY, Oxford University Press, 1996.

Werth N., Moullec G., Rapports secrets soviétiques : La société russe dans les documents confidentiels (1921-1991), Paris, Gallimard, 1994.

Αναστάση Γκίκα: «Οι Ελληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2007.

 

Σημειώσεις:

* Ο Δημήτρης Καταϊφτσής είναι ιστορικός - υποψήφιος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Παρισίου, Paris IV - Sorbonne.
1. Κι αυτό είναι σχετικό από τη στιγμή που δεν υπήρχε πλέον μια κυρίαρχη παραγωγική δύναμη να ελέγχει το μεγάλο αγροτικό κεφάλαιο.
2. Seredniaki.
3. Πολιτική μεταρρυθμίσεων την οποία εισήγαγε ο ίδιος ο Λένιν.
4. Συμπεριλαμβανομένης και της φυσικής εξόντωσής τους.
5. Ή συγκέντρωσης, εδώ δεν έχουν σημασία οι έννοιες.
6. Εξάλλου, η προσπάθεια από αρκετούς δυτικούς ακαδημαϊκούς να προσθέσουν τον αριθμό αυτών που βρήκαν το θάνατο στα στρατόπεδα ή στη διαδρομή προς αυτά, αυτών που πέθαναν εξαιτίας των λιμών στην Ουκρανία, αυτών που εκτελέστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 1917-1953 και γενικότερα όσων δε βρήκαν φυσικό θάνατο, αλλά υπήρξαν θύματα πολιτικών αποφάσεων και μετά να υπολογίζεται ένα μπιλιέτο με το σύνολο των θυμάτων του «σταλινισμού», πέφτει στο κενό από τη στιγμή που οι ανθρώπινες απώλειες είχαν διαφορετικές αφετηρίες και παρουσιάζουν ποιοτικές διαφορές, κάτι που καθιστά εσφαλμένη την οποιαδήποτε προσπάθεια τσουβαλοποίησής τους.
7. Οπως έγινε στο Ρωσικό Εμφύλιο (1918-1921).
8. Βλ. Necritch, The punished people.
   9. Θεωρίες τύπου: ο Στάλιν δε συμπαθούσε τους Τάταρους, ο Μπέρια αντιπαθούσε τους Ελληνες γι’ αυτό και εκτοπίστηκαν κτλ.
10. Βλ. Ελληνες της Αμπχαζίας.

 

Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙ ΤΗΝ ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΠΡΙΝ ΤΟ 1917, ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ ΘΑ ΤΟΝ ΚΥΝΗΓΑΕΙ

του Στέλιου Διαβολάκη*

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Παρά την ήττα που είχε το σοσιαλιστικό κίνημα και που αυτή εγκαινιάστηκε με το 20ό και 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και που αποτέλεσαν την αιτία να δημιουργηθεί το έδαφος που οδήγησε στην ανατροπή του σοσιαλισμού, ο ιμπεριαλισμός ποτέ δεν μπόρεσε (ούτε και σήμερα) να ξαναβρεί την αυτοπεποίθηση που είχε πριν το 1917. Το φάντασμα της δικτατορίας του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ τον κυνηγάει.

Η τεράστια συνεισφορά του ρωσικού μπολσεβικισμού (Λένιν-Στάλιν) 1903-1953 συνίσταται στο ότι:

Καταφέρθηκε ένα ισχυρότατο πλήγμα στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα με τον κόκκινο Οκτώβρη του 1917.

Γκρεμίστηκε ο ιμπεριαλιστικός μύθος ότι δήθεν «κομμουνιστές δεν μπορούν να χτίσουν αλλά μόνο να χαλάσουν».

Συντρίφθηκε στρατιωτικά ο γερμανικός ιμπεριαλισμός και η πρώσσικη αλαζονεία το 1945. Σαν αποτέλεσμα της συντριβής του γερμανικού ιμπεριαλισμού εγκαθιδρύθηκε η δικτατορία του προλεταριάτου για μια δεκαετία σε αρκετές χώρες της Κεντρικής Ανατολικής Ευρώπης. Βοηθήθηκαν οι λαοί της Ασίας, να καταφέρουν ισχυρά πλήγματα στο δυτικό ιμπεριαλισμό. Μετά τη στρατιωτική ήττα της Ιαπωνίας στη Μαντζουρία, το 1945, από το σοβιετικό στρατό, ακολούθησε η μεγάλη νίκη του κινέζικου λαού το 1949, που ήταν καίριο πλήγμα στους Αγγλο-αμερικάνους ιμπεριαλιστές. Επίσης ακολούθησαν οι νίκες στη Βόρεια Κορέα (1945-1948) και το Βόρειο Βιετνάμ (1954-55), το διώξιμο των Ιαπώνων και Γάλλων από τις δυο αυτές χώρες.

Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ ΑΙΤΙΕΣ ΝΙΚΗΣ ΤΗΣ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Παρά τις τρομερές καταστροφές και τις βαριές ανθρώπινες απώλειες των δυο παγκοσμίων πολέμων και του εμφυλίου, η ΕΣΣΔ το 1945 είχε περίπου τα 3/5 της βιομηχανίας του 1940, δηλαδή είχε πενταπλάσια βιομηχανική δύναμη από την ανώτερη προεπαναστατική (του 1913). Η παραγωγή σιτηρών στα 1944-1945 ήταν τα 2/3 της προεπαναστατικής παραγωγής-ρεκόρ του 1913, δηλαδή στο ήμισυ της παραγωγής του 1940. Το 1948 η σοβιετική βιομηχανία θα ανέβει κατά 25% και θα φθάσει το ανώτερο προπολεμικό επίπεδο του 1940. Το 1913, με βάση το 100 για την τσαρική Ρωσία, οι ΗΠΑ είχαν δείκτη βιομηχανίας 800, η Γερμανία 400, η Αγγλία 250 και η Γαλλία 150-200. Το 1948 η ΕΣΣΔ ήταν δεύτερη, αφήνοντας πίσω τη Γαλλία, την Αγγλία και τη νικημένη Γερμανία. Ο σοσιαλισμός έχει ήδη αποδείξει την ανωτερότητά του με τους υψηλούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγής, η σοσιαλιστική ΕΣΣΔ έδειξε την ποιοτική ανωτερότητα του σοσιαλισμού στην οικονομία1.

Την ίδια περίοδο 1947-1948 το οικονομικό επίπεδο στις λαϊκές δημοκρατίες φτάνει στα προπολεμικά επίπεδα (1936-1939) μετά την ανόρθωση των καταστροφών του πολέμου. Θα ακολουθήσουν και εκεί πεντάχρονα σχέδια ανάπτυξης (μόνο το 1ο πεντάχρονο στις λαϊκές δημοκρατίες είναι μπολσεβίκικο).

Ομως η ταξική πάλη μεταξύ του μαρξισμού-λενινισμού και των υπολειμμάτων της αστικής ιδεολογίας συνεχιζόταν και μετά την εξαφάνισή της, τόσο στην ΕΣΣΔ (1935-1936) όσο και στις δυτικοανατολικές χώρες της Ευρώπης (1948), γιατί στην πλειοψηφία της γης κυριαρχούσε η αστική τάξη. Εξάλλου ο ιμπεριαλιστικός περίγυρος, ιδιαίτερα μετά το 1945, όταν οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, που δε γνώρισαν πόλεμο στο έδαφός τους, συγκέντρωσαν τα 2/3 της παγκόσμιας καπιταλιστικής παραγωγής, είχαν υπό τις διαταγές τους όλο σχεδόν τον καπιταλιστικό κόσμο και συνέχεια πίεζε και αναζωογονούσε στοιχεία αντεπαναστατικής ιδεολογίας, τόσο μέσα στην ΕΣΣΔ, όσο και στις δυτικοανατολικές χώρες. Γι’ αυτό ο Στάλιν τόνιζε ήδη το 1937 «όσο προχωράμε στο σοσιαλισμό οξύνεται η ταξική πάλη μεταξύ του μαρξισμού-λενινισμού και των υπολειμμάτων της αστικής ιδεολογίας». Μετά τον πόλεμο τα κομμουνιστικά κόμματα είχαν πενταπλάσια μέλη σε σχέση με τη δεκαετία του 1930. Αυτό το γεγονός εξέφραζε τη μεγάλη άνοδο του κύρους των κομμουνιστικών ιδεών λόγω και της αντιφασιστικής πάλης αλλά έφερνε και ορισμένα αρνητικά μαζί του. Μικροαστικά στοιχεία μπήκαν σε σημαντικούς αριθμούς (ιδιαίτερα) σε κόμματα της Δυτικής Ευρώπης, καινούργια μέλη εντάχθηκαν στο κόμμα το 1945, μέσα σ’ αυτούς και δεκάδες χιλιάδες αριβίστες. Στο 19ο Συνέδριο του Μπολσεβίκικου κόμματος (Οκτώβρης 1952) ο Γ. Μάλενκοφ στην κεντρική κομματική εισήγηση θα πει: (Μετά τον πόλεμο) το κόμμα δεν μπορούσε να μην προσέξει ότι η γρήγορη αύξηση της δύναμής του, έχει και τα μειονεκτήματά της, οδηγεί σε κάποια πτώση του επιπέδου της πολιτικής συνείδησης, μέσα στις γραμμές των μελών του κόμματος. Μερικά στελέχη, γοητευμένα από τις επιτυχίες, αρχίζουν να ξεχνούν ότι οι εχθροί του Σοβιετικού κράτους, επιδιώκουν επίμονα να μας στέλνουν τους πράκτορες, να χρησιμοποιούν για τους βρώμικους σκοπούς τους τα ασταθή στοιχεία της σοβιετικής κοινωνίας2.

Ο Μάλενκοφ ήταν απ’ αυτούς που εκκαθαρίστηκαν μαζί με τους Μόλοτοφ, Σεπίλοφ, Καγκάνοβιτς, το καλοκαίρι του 1957 από τον Χρουστσιόφ και την ομάδα του. Οι Χρουστσιοφικοί μετά το 1956, από τη μια διέγραψαν εκατοντάδες χιλιάδες επαναστάτες και από την άλλη στρατολόγησαν 7.000.000 νέα μέλη ως το 1961.

ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ

Το Φλεβάρη 1952 ο ΣΤΑΛΙΝ γράφει «τις παρατηρήσεις πάνω σε οικονομικά ζητήματα». Τον Απρίλη, Μάη και Σεπτέμβρη 1952 απαντά δημόσια σε επιστολές. Ο Στάλιν αναφέρεται σε πολύ σοβαρά ζητήματα. Υπενθυμίζει κατ’ αρχήν ότι «η σοβιετική εξουσία είχε χρέος να καταργήσει κάθε εκμετάλλευση και όχι ν’ αλλάξει μια μορφή εκμετάλλευσης με μια άλλη, όπως γινόταν στις παλιές επαναστάσεις». Και έπρεπε «η σοβιετική εξουσία να δημιουργήσει από το μηδέν νέες σοσιαλιστικές μορφές οικονομίας». Και προσθέτει: «Οι νόμοι της πολιτικής οικονομίας στο σοσιαλισμό, είναι νόμοι αντικειμενικοί, που αντανακλούν τη νομοτέλεια των εξελίξεων της οικονομικής ζωής, που πραγματοποιούνται ανεξάρτητα από τη θέλησή μας». Πιο κάτω, απαντώντας σε κρυπτοαναθεωρητικές απόψεις, προσθέτει «σφαίρα ενέργειας του νόμου της αξίας, είναι στη χώρα μας αυστηρά περιορισμένη και ο νόμος της αξίας δεν μπορεί στο δικό μας καθεστώς, να παίξει το ρόλο του ρυθμιστή της παραγωγής… Λένε ότι ο νόμος της αξίας (αυτό αφορά τους αναθεωρητές) είναι ένας σταθερός νόμος, υποχρεωτικός για όλες τις περιόδους της ιστορικής εξέλιξης… Αυτό είναι ολότελα λάθος. Η αξία, όπως και ο νόμος της αξίας, είναι μία ιστορική έννοια, συνδεδεμένη με την ύπαρξη της εμπορευματικής παραγωγής. Με την εξαφάνιση της εμπορευματικής παραγωγής θα εξαφανιστούν και η αξία με τις μορφές της και ο νόμος της αξίας.

Σε άλλο κείμενό του, απάντηση στους οικονομολόγους Σανίνα και Βένζερ, ο Στάλιν διαφωνεί κάθετα με την πρόταση να πουληθούν οι μηχανοτρακτερικοί σταθμοί (που είναι κρατικοί) στα κολχόζ σαν ιδιοκτησία τους. Λέει: «Οι σ.σ. Σανίνα και Βένζερ κάνουν ένα βήμα πίσω προς την καθυστέρηση και κάνουν την απόπειρα να στρέψουν προς τα πίσω τον τροχό της Ιστορίας»3.

Η ΔΕΞΙΑ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ

Οταν πέθανε ο Στάλιν, στις 5 Μάρτη 1953, τα αναθεωρητικά στοιχεία θεώρησαν ότι βρήκαν την ευκαιρία να δράσουν. Η αναθεωρητική φράξια ήταν συγκροτημένη, ενώ τα επαναστατικά στοιχεία στην ηγεσία του ΚΚΣΕ φάνηκε ότι δεν κατάλαβαν «που πήγαινε το πράγμα». Μετά την «παραίτηση του Μαλένκοφ, για λόγους υγείας, στην ολομέλεια της ΚΕ τον Αύγουστο - Σεπτέμβρη 1953, αναδείχθηκε Γραμματέας του ΚΚΣΕ ο Χρουστσιόφ. Την άνοιξη του 1955 οι Χρουστσιόφ, Μικογιάν, Φρούτσεβα, Σουσλόφ και άλλοι αναθεωρητές κάνουν το πρώτο μεγάλο δεξιό ιδεολογικό βήμα. Αποκαθιστούν τις σχέσεις με τον Τίτο.

Τα γεγονότα θα εξελιχθούν ραγδαία. Το Μάρτη του 1954 ο Τολιάτι και η δεξιά καθοδήγηση του ΙΚΚ διαγράφει όλη την παλιά φρουρά, απομακρύνθηκε ο Σέκια. Στη θέση του Σέκια ο Τολιάτι ανέδειξε τον Αμεντόζα (τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 θα είναι φανατικός ευρωκομμουνιστής).

Στα άλλα κόμματα οι αναθεωρητές αρχίζουν να κινούνται. Στην Ουγγαρία ο αναθεωρητής ηγέτης Νάγκι, το καλοκαίρι του 1953, γίνεται Πρωθυπουργός. Στην Πολωνία ο Γκομούλκα αναρριχάται στην ηγεσία του κόμματος. Το ίδιο έγινε με τους αναθεωρητές και στα άλλα ανατολικά κράτη.

Στη δεκαετία του 1980 ο οπορτουνισμός με την περεστρόικα του Γκορμπατσόφ διέλυσαν την Κομινφόρμ, έκαναν το μονομερή αφοπλισμό, τη μη σωστή λειτουργία του Συμφώνου Οικονομικής Αλληλοβοήθειας και τη διάλυσή του. Οπως και τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Τότε που η στρατηγική του ΝΑΤΟ και της ΕΟΚ αναπτυσσόταν μέσα στις καπιταλιστικές χώρες. Ετσι ολοκληρώθηκε το μεγάλο δεξιό ιδεολογικό βήμα.

ΜΕΡΙΚΑ ΠΡΩΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Μετά το θάνατο του Στάλιν, το 1953, έλειψε «ο ιθύνων νους» της επανάστασης, ο συνδετικός κρίκος που συνένωνε τα μπολσεβίκικα στοιχεία στον αγώνα για την προώθηση του σοσιαλισμού και για το χτύπημα των αναθεωρητών. Τα γεγονότα (μετά το Μάρτη1953) θα μπορούσαν κάλλιστα να εξελιχθούν αλλιώς. Υπήρχαν επαναστάτες στην ηγεσία, υπήρχε μία εργατική τάξη που πίστευε στην επανάσταση και ήξερε ότι ο σοσιαλισμός τής είχε δώσει πολλά. Δυνατότητες παρά πέρα ανάπτυξης της επανάστασης (και μάλιστα με μια μεγάλη προοδευτική εκκαθάριση που θα τσάκιζε τα γραφειοκρατικά, μικροαστικά και αναθεωρητικά αποστήματα) υπήρχαν.

Τελικά τα επαναστατικά στοιχεία έμειναν για αρκετό καιρό σε σύγχυση και όταν συγκροτήθηκαν και αποπειράθηκαν να χτυπήσουν τους αναθεωρητές, ήταν πια αργά. Με την απάτη, την υποκριτική «αφοσίωση» στο σοσιαλισμό αλλά και με στήριγμα στα πολυάριθμα στρώματα που επηρεάζονταν από τις μικροαστικές αυταπάτες (πολλοί διανοούμενοι, ένα τμήμα αγροτών) και στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό, οι αναθεωρητές επικράτησαν και άρχισαν το γκρέμισμα των σοσιαλιστικών παραγωγικών σχέσεων.

* Ο Σταύρος Διαβολάκης είναι μέλος της ΚΟΒ Αμφιάλης.
1. Βλέπε έκθεση δράσης ΚΕ ΚΚ Μπολσεβίκων από το Μάλενκοφ, έκδοση ΚΕ του ΚΚΕ, πίνακας σελ. 8.
2. Βλέπε εισήγηση Μάλενκοφ στο 19ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, έκδοση ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 88-89 και 92-93.
3. Βλέπε Στάλιν: «Οικονομικά Προβλήματα του Σοσιαλισμού» εκδ. «Μνήμη», 1977, 
σελ. 6-9.

 

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤ

του Κώστα Ντουντουλάκη*

Σε γενικές γραμμές συμφωνώ με βασικές διαπιστώσεις των Θέσεων για τις μετά το 20ό Συνέδριο οικονομικές - πολιτικές που έδρασαν αποδομητικά προς την ως τότε προσπάθεια σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αυτό που όμως δεν προσεγγίζεται και αφήνει αναπάντητα μεγάλα ερωτηματικά είναι, όπως διαπιστώνουν δεκάδες αρθρογράφοι του Διαλόγου, το πώς «ξαφνικά» από το 1956 ή λίγο νωρίτερα, ξεστράτισε σταδιακά(;) αυτή η πορεία. Πώς δημιουργήθηκε και από πότε άρχισε αυτό να γίνεται, η ξεκομμένη από την εργατική τάξη ηγετική κάστα που δημιούργησε το «1956» και την «περεστρόικα»; Ποια η κοινωνική βάση της; Γιατί το προλεταριάτο δεν έβαλε στη θέση, ούτε το 1956 ούτε ποτέ ως την «περεστρόικα» και μετά, τη διεφθαρμένη, αδίστακτη κάστα που οδήγησε στην ανοικτή καπιταλιστική παλινόρθωση; Γιατί δεν ξεσηκώθηκε καν μαζικά (έστω και όχι νικηφόρα) εναντίον της; Ποια τάξη που έχει την εξουσία την παραδίδει χωρίς λυσσώδη κυριολεκτικά αντίσταση; Υπήρξε ποτέ τέτοια περίπτωση στην παγκόσμια ιστορία;

Διαφωνώ ριζικά με τον τροτσκισμό, θεωρώντας ότι παίζει διαλυτικό ρόλο στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Ειδικά σήμερα έχει καταντήσει ένα μικροαστικό ρεύμα, με άπειρες μεταξύ τους πολυδιασπάσεις, που στήριξε φανατικά σαν τέτοιο με όλες του τις αποχρώσεις την περεστρόικα ως δήθεν «σοσιαλιστική πολιτιστική επανάσταση» (που έκανε η διεφθαρμένη «γραφειοκρατική ελίτ» όπως την αποκαλούσε … αυτοαναιρώντας τον εαυτό της). Ελλείψει όμως δυστυχώς άλλης πηγής από μέρους μου, θεωρώ ενδεικτικά μερικά στοιχεία που η «Αριστερή Αντιπολίτευση» και συγκεκριμένα οι Ρακόφσκι («Οι επαγγελματικοί κίνδυνοι της εξουσίας») και Τρότσκι («Προδομένη Επανάσταση») επισήμαναν γύρω στα 1928 ο πρώτος, το 1935 ο δεύτερος:

Ρακόφσκι: «Τι αντιπροσωπεύει μια τάξη που περνά στην επίθεση; Εναν ανώτατο βαθμό ενότητας και συνοχής. Κάθε νοοτροπία επαγγελματική ή κλίκας ή προσωπικά συμφέροντα, περνάνε σε δεύτερη μοίρα […]. Οταν η τάξη παίρνει την εξουσία, ένα μέρος της γίνεται ο φορέας αυτής της εξουσίας. Ετσι γεννιέται η γραφειοκρατία. Σ’ ένα σοσιαλιστικό κράτος όπου η καπιταλιστική συσσώρευση απαγορεύεται, αυτή η διαφοροποίηση αρχίζει σαν λειτουργική για τα στελέχη του διευθύνοντος κόμματος. Στη συνέχεια γίνεται κοινωνική. Αναφέρομαι εδώ στην κοινωνική θέση ενός κομμουνιστή που έχει στη διάθεσή του αυτοκίνητο, καλό διαμέρισμα, κανονικές άδειες και που παίρνει τον ανώτατο μισθό που καθορίζει το κόμμα. Αυτή η θέση διαφέρει από τη θέση του κομμουνιστή που εργάζεται στα ανθρακωρυχεία και παίρνει μισθό 50-60 ρούβλια το μήνα. Οσο για τους υπαλλήλους και τους εργάτες, ξέρετε ότι είναι χωρισμένοι σε 18 διαφορετικές κατηγορίες […]. Η εργατική τάξη και το Κόμμα - όχι πια φυσικά αλλά ηθικά - δεν είναι πια ό,τι ήταν πριν 10 χρόνια. Ο αγωνιστής του 1918 δύσκολα θα αναγνωρίσει τον εαυτό του στο πρόσωπο του αγωνιστή του 1928. Μια βαθιά αλλαγή πραγματοποιήθηκε στην ανατομία και στη φυσιολογία της εργατικής τάξης […]. Δεν μπορούμε να φανταστούμε πως ζούνε οι άνθρωποι που μερικές φορές λίγα βήματα απέχουν από εμάς […]. Δεν μπορώ να κατηγορήσω την εξουσία των Σοβιέτ επικαλούμενος το ότι δεν μπόρεσε να εξαλείψει τη θλιβερή κληρονομιά του τσαρικού και καπιταλιστικού καθεστώτος. Αλλά στην εποχή μας ανακαλύπτουμε πως στο σώμα της εργατικής τάξης υπάρχουν ρωγμές όπου η μπουρζουαζία μπορεί να βάζει σφήνες … Ενας διευθυντής εργοστασίου, ενεργώντας σαν σατράπης, παρά την προλεταριακή του προέλευση, παρά το ότι είναι κομμουνιστής, δεν θα ενσαρκώσει στα μάτια των εργατών τα καλύτερα χαρακτηριστικά του προλεταριάτου. Η γραφειοκρατία των Σοβιέτ και του Κόμματος αποτελεί γεγονός καινούριας υφής. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις, για συμπεριφορά ενός συντρόφου, αλλά μάλλον για μια νέα κοινωνική κατηγορία…». Και μερικά στοιχεία από το δεύτερο που, ναι μεν δε συμμεριζόμαστε τα συμπεράσματά του για βασικά ζητήματα, αλλά τα στοιχεία που παραθέτει (και δε διαψεύστηκαν ποτέ) είναι σημαντικότατα. Εξάλλου, ήταν από τους τρεις βασικότερους ηγέτες της Επανάστασης (και του Κόμματος και του Κράτους των Σοβιέτ) μερικά χρόνια μετά την Επανάσταση. Ο Λένιν «κατάφερνε» να συγκρατεί σε κατεύθυνση προς όφελος της επανάστασης, του Κόμματος και της ΕΣΣΔ σημειωτέο, τους μετέπειτα θανάσιμους αντίπαλους, το Στάλιν και τον Τρότσκι, που περιγράφει τα «αδικαιολόγητα για τη θέση του Γραμματέα της ΚΕ» ελαττώματα και ελλείψεις και των δυο τους (και πολύ περισσότερο βέβαια του Μπουχάριν κλπ.) στην «Πολιτική Διαθήκη» του (Γράμμα προς το Συνέδριο) που δυστυχώς αγνοήθηκε από την ηγετική ελίτ (και από τους δυο κρινόμενους φυσικά τότε). Αν ο Λένιν είχε εισακουσθεί τότε (για 3μελή Γραμματεία, όχι θέση Γραμματέα, διεύρυνση της ΚΕ με εργατικά στελέχη, εσωκομματική δημοκρατία, πάλη κατά των γραφειοκρατικών στρεβλώσεων κλπ.) ίσως η μοίρα της ΕΣΣΔ και του σοσιαλισμού να ήταν πολύ διαφορετική

Στοιχεία λοιπόν του 1935: «Συχνά βλέπουμε στα σοβιετικά έργα να καταδικάζουν το “γραφειοκρατισμό” … Οι καταδίκες αυτές διατυπώνονται πάντα από τους ανώτερους ενάντια στους κατώτερους. Εκείνο όμως που δε θα βρούμε πουθενά, είναι μια μελέτη αφιερωμένη στη γραφειοκρατία - κύκλο διευθυντικό, στο αριθμητικό της μέγεθος, στα προνόμιά της και στις ορέξεις της, στη σύνθεσή της, στη μερίδα από το εθνικό εισόδημα που απορροφά. Η γραφειοκρατία μολαταύτα υπάρχει απ’ όλες αυτές τις απόψεις. Και το ότι κρύβει τόσο προσεκτικά τη φυσιογνωμία της, δείχνει πως έχει μια συνείδηση “τάξης” διευθυντικής, που όμως της λείπει ακόμη η αυτοπεποίθηση για ό,τι αφορά το δικαίωμά της πάνω στην εξουσία». [Αυτή την «αυτοπεποίθηση» σίγουρα την είχε εδραιώσει μετά το θάνατο του Στάλιν ή μάλλον νωρίτερα και την εκδήλωσε αρχικά το 1956, στην ολοκληρωμένη μορφή της πια, με την «περεστρόικα» που βασικός στόχος της ήταν «περισσότερη, αποκεντρωμένη εξουσία στους διευθυντές» και που ο (δολοφονηθείς απ’ αυτήν κατά πολλούς ερευνητές) Αντρόπωφ πήγε να το ανατρέψει με το στόχο που έθεσε: «η εξουσία στις κολεκτίβες των εργαζομένων» … Δυστυχώς οι ηγεσίες όλων των ΚΚ τότε, δεν έβλεπαν την ολοφάνερη τεράστια διαπάλη. Ούτε το τι ήταν περεστρόικα. Αρχικά όλα τα ΚΚ την εκθείαζαν. Πόσο χαμηλό το ιδεολογικό επίπεδο των ηγεσιών τους, ενώ χιλιάδες (μειοψηφία βέβαια στο σύνολο των μελών…) απλά μέλη βλέπαμε το ολοφάνερο και πολλοί το φωνάζαμε ανοικτά και δημόσια!!!].

Παραθέτουμε μερικά συγκεκριμένα στοιχεία κατά τον Τρότσκι: «Τα κεντρικά γραφεία του Κράτους είχαν 55.000 πρόσωπα στις 30-11-1933, που ανήκαν στο διευθυντικό προσωπικό. Ο αριθμός αυτός, που μεγάλωσε στο μεταξύ, δεν περιλαμβάνει τις υπηρεσίες του στρατού, του στόλου, της Γκεπεου, τη διεύθυνση συνεταιρισμών που ονομάζονται εταιρείες, Αεροπορίας, Χημείας κ.α. Εκτός από τα κεντρικά γραφεία, κάθε Δημοκρατία έχει τον ιδιαίτερο κυβερνητικό της μηχανισμό. Παράλληλα υπάρχει το ισχυρό επιτελείο του Κόμματος. Χωρίς υπερβολή είναι 400.000 ψυχές ο διευθυντικός κύκλος της ΕΣΣΔ. Μπορεί σήμερα (1935) να φτάνουν το μισό εκατομμύριο. Δεν πρόκειται για απλούς υπαλλήλους αλλά για ανώτερους, για τους “αρχηγούς” που αποτελούνε τη διευθυντική κάστα στην κυριολεξία του όρου…

Το ανώτερο αυτό διευθυντικό στρώμα υποστηρίζεται από μια βαρειά διοικητική πυραμίδα με πλατειά και πολύεδρη βάση. Οι Εκτελεστικές Επιτροπές που διοικούνε τα περιφερειακά σοβιέτ, αυτά των πόλεων και των διαμερισμάτων, τα παράλληλα όργανα του κόμματος, των συνδικάτων, της Κομσομόλ, των μεταφορών κλπ. θα δίνουν ένα αριθμό 2 εκατομμυρίων σε αυτή την κατηγορία. Και μη ξεχνούμε ακόμη τους προέδρους των σοβιέτ σε 600.000 κωμοπόλεις και χωριά. Η διεύθυνση των βιομηχανικών επιχειρήσεων ήτανε το 1933 στα χέρια 17.000 διευθυντών και υποδιευθυντών. Το διοικητικό και τεχνικό προσωπικό στα εργοστάσια, μεταλλεία κλπ. μαζί με το κατώτερο υπαλληλικό προσωπικό ως τους αρχιεργάτες ήταν 250.000 ψυχές … Η επίσημη στατιστική βρίσκει για το 1933 πάνω από 860.000 διοικητικά πρόσωπα και ειδικούς στη σοβιετική οικονομία». Και τελικά: «Πρέπει να λογαριάσουμε από 5 έως 6 εκατομμύρια ψυχές την κοινωνική κατηγορία που, χωρίς να προσφέρει καμιά άμεση παραγωγική εργασία, διευθύνει, άρχει, μοιράζει τιμωρίες και αμοιβές. Μέσα σ’ όλη αυτή τη μάζα οι κομμουνιστές είναι σε αναλογία από 20 έως 90%. Συνολικά 1,5 έως 2 εκατομμύρια άνθρωποι. Αυτός είναι ο σκελετός, η ραχοκοκαλιά της εξουσίας. Οι ίδιοι άνθρωποι κάνουνε το σκελετό του Κόμματος και της Κομσομόλ…». Καθώς τόγραφε ο Ρακόφσκι το 1930, 80 εκατομμύρια ρούβλια, από ένα συνολικό προϋπολογισμό 400 εκατομμύρια ρούβλια για τα συνδικάτα, καταβροχθίζονται από τα γραφεία. Επρόκειτο για νόμιμο μόνο προϋπολογισμό εξόδων. Γιατί η ηγεσία των συνδικάτων δέχεται από τη γραφειοκρατία της βιομηχανίας σαν δείγμα φιλίας δώρα σε χρήμα, κατοικίες, μέσα συγκοινωνίας κλπ.». [Αυτά που όλος ο κόσμος γνώριζε ότι υπήρχαν σαν προνόμια της «νομενκλατούρας», επαυξημένα φυσικά, τις τελευταίες δεκαετίες, ως το 1990, αλλά οι κομμουνιστές δεν(;) τα βλέπαμε!!!].

Η εργατική και η κολχόζνικη αριστοκρατία είναι ισάριθμη με τη γραφειοκρατία. Μαζί με τις οικογένειές τους λοιπόν, τα δυο αυτά κοινωνικά στρώματα είναι γύρω στους 20-25 εκατομμύρια άνθρωποι». Και σε σύνδεση με αυτά τα στοιχεία, ας θυμηθούμε ότι το Σύνταγμα του 1936 ΚΑΤΑΡΓΗΣΕ ΤΑ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΣΟΒΙΕΤ ΩΣ ΜΟΡΦΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΜΕ «ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ». Ηταν η πρώτη θεσμική, επίσημα εκφρασμένη νίκη της «νομενκλατούρας» ή «γραφειοκρατίας» ή όπως αλλοιώς μπορεί να ονομαστεί η προνομιούχα, μη ελεγχόμενη από την εργατική τάξη, με ισόβια (και κληρονομικά) προνόμια, διοικητική και κυρίαρχη οικονομικά και πολιτικά κάστα. Τότε και όχι μόνο μετά το 1956, για πρώτη φορά, η ηγεσία της ΕΣΣΔ διακηρύσσει ότι το προλεταριακό κράτος γίνεται «κράτος όλου του λαού», ότι δηλαδή δεν υπάρχουν πια τάξεις στην ΕΣΣΔ. Τότε αναδείχθηκαν εξάλλου όλα τα στελέχη (όχι μόνο ο Χρουστσιόφ και οι περί αυτόν, που δεν θα μπορούσαν, αν δεν εξέφραζαν το σύνολο της εκφυλιζόμενης ηγετικής κάστας, να πισωγυρίσουν το σοσιαλισμό…) όλη η ηγεσία του ΚΚΣΕ και της ΕΣΣΔ. («Τότε» εννοώ την περίοδο εκείνη, όχι μόνο μια χρονιά). Διαλύοντας τα Σοβιέτ το Σύνταγμα του 1936, διέλυσε την εργατική τάξη μέσα στη μάζα του πληθυσμού, ενώ το ζητούμενο ήταν η ουσιαστικοποίηση της εξουσίας τους, η απογραφειοκρατικοποίησή τους, η μετατροπή τους σε αυθεντικά όργανα της «Δικτατορίας του Προλεταριάτου» ικανά να ελέγχουν και το Κόμμα τους, τα κομματικά στελέχη και μέλη από σφετερισμούς και καταχρήσεις εξουσίας, φαινόμενα οικογενειοκρατίας, προνόμια κλπ.

Σημειωτέο, πως ενώ και μέσα στην εργατική τάξη υπήρχε μεγάλη διαφοροποίηση τμημάτων της (εργατική αριστοκρατία, ειδικευμένοι εργάτες, ανειδίκευτοι κλπ.) στο Κόμμα, υπήρχε ακόμα πιο έντονη διαφοροποίηση (εργατική αριστοκρατία, διευθυντικά στελέχη, απλοί εργάτες που όμως σπάνια έφταναν σε στελεχικές θέσεις, διανοούμενοι, κολχόζνικοι κλπ.) …

Τέλος, είναι βαθύτατα αντιδιαλεκτική και αντιμαρξιστική η άποψη ότι «ένα κόμμα εκφράζει κάθε τάξη». Η μαρξιστική άποψη είναι πως οι τάξεις είναι ανομοιογενείς, σπαράσσονται από εσωτερικούς ανταγωνισμούς (συμφέροντα διαφόρων στρωμάτων και κλάδων αφ’ ενός, αντιτιθέμενες τακτικές και στόχοι αφετέρου κάθε μερίδας ή κάποιων μερίδων σε σχέση με άλλες) και στους κοινούς σκοπούς των φτάνουνε μέσα από διαπάλη συμφερόντων και επιδιώξεων των συνιστωσών τους. Το κάθε κόμμα στην ουσία είναι κατά κάποιο τρόπο «επιτελείο μερίδας μιας τάξης». Εξάλλου η ίδια η ζωή και η ιστορία αυτό δείχνει ξεκάθαρα. Μόνο ένα αστικό ή μικροαστικό ή επικαλούμενο την εργατική τάξη ή τα «λαϊκά στρώματα» κόμμα υπάρχει σε κάθε χώρα; Και στη σημερινή Ρωσία, μόνο ένα Κομμουνιστικό Κόμμα (με καλές σχέσεις μάλιστα με το ΚΚΕ) υπάρχει; Μήπως το ένα από τα δυο είναι «αστικό» κόμμα; Αλλο ζήτημα πως, κατά τη γνώμη μου, μπορεί το ένα να έχει σωστότερη τακτική και στρατηγική.

Ο Λένιν, ακόμα και την απαγόρευση των κομμάτων των μικροαστών κλπ. την έβλεπε σαν προσωρινό μέτρο, εξαιτίας της αντεπαναστατικής τους στάσης. Δεν είχε την αντιδιαλεκτική - αντιυλιστική άποψη πως καταργώντας ένα κόμμα καταργείς και τα ταξικά συμφέροντα, την τάξη ή τα στρώματα που εκφράζει αυτό. Οι αριβίστες, οι μικροαστοί, οι αντικομμουνιστές, μην έχοντας άλλη επιλογή εξάλλου, μπήκαν, όποτε βρήκαν ευκαιρία μαζικά στο ΚΚΣΕ και σταδιακά εκτόπισαν τους αγνούς κομμουνιστές. Ο,τι δεν επιτρεπόταν να γίνεται στο φως της μέρας, γινόταν υπόγεια και στο σκοτάδι. Μέσα από το κόμμα και τους θεσμούς του «Κράτους όλου του λαού» στο οποίο οι απλοί εργάτες δεν είχαν σταδιακά, ειδικά από το 1930-1936 καμιά απολύτως εξουσία (μόνο τις γνωστές σοσιαλιστικές κατακτήσεις, που όμως αμαυρώνονταν από τα εξοργιστικά προνόμια μιας χλιδάτης και πολυάριθμης ανεξέλεγκτης προνομιούχας κάστας. Δεν είχε την εξουσία η εργατική τάξη, ή έστω πλατύτερα, τα «λαϊκά στρώματα», ούτε το 1956 ούτε το 1990. Την είχε χάσει προ πολλού ….

Υπήρχε μια δικτατορία της προνομιούχας κάστας. Που ήταν όμως υποχρεωμένη να διατηρεί σοσιαλιστικές κατακτήσεις (καθολικό δικαίωμα εργασίας, υγείας, παιδείας κλπ.) με παράλληλη υπερδιόγκωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Ακόμα και μεταξύ των εργαζομένων στη βιομηχανία υπήρχαν ανισότητες μισθών σαν αυτές που είχαν οι εργάτες στις καπιταλιστικές χώρες. Μια καθαρίστρια έπαιρνε γύρω στα 100 ρούβλια το μήνα το 1980-90, ένας ειδικευμένος εργάτης πάνω από 600, ένας πανεπιστημιακός γύρω στα 1000, διευθυντικό στέλεχος περισσότερα και με διάφορα προκλητικά «μπόνους», με «ντάτσες» κλπ., κλπ.

Προς τι λοιπόν η απορία «γιατί η εργατική τάξη, έμεινε απαθής το 1956, το 1970, το 1980 ή 1990;… Αν είχε την εξουσία της, το δικό της κράτος, το δικό της στρατό, την ελεγχόμενη απ’ αυτήν οικονομία, θα τολμούσε καν κανείς να επιχειρήσει να την ανατρέψει;

Απλά, η νέα τάξη που είχε από τη δεκαετία του ’30 μέρος(;) της εξουσίας αρχικά, όλη την εξουσία σταδιακά σε πολιτικό - θεσμικό επίπεδο, συνέτριψε εντελώς πια μετά το 1980-1990 τα τελευταία θεσμικά κατάλοιπα σοσιαλιστικής προσπάθειας και κατακτήσεων της επανάστασης του 1917.

Και το έγκλημα της διάλυσης (αντί ανασυγκρότησης) της Κομμουνιστικής Διεθνούς; (Το 1943, μη ξεχνάμε…). Και γιατί, έστω μεταπολεμικά δεν θέλησε ποτέ ο Στάλιν να την ανασυστήσει; Τι σήμαινε αυτό;…

* Ο Κώστας Ντουντουλάκης είναι δάσκαλος.

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

του Στέλιου Ορφανού*

1. Είναι ιστορική η προσφορά του ΚΚΕ στο κομμουνιστικό κίνημα γιατί βάζει στη συζήτηση για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση το νόμο της αξίας και γενικότερα τους οικονομικούς νόμους του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Συμφωνώ με τη θέση της ΚΕ και με το «συνεπές» ρεύμα στην οικονομία, υπό τον Στάλιν, έναντι του οπορτουνιστικού ρεύματος που προϋπήρχε και επικράτησε στο 20ό Συνέδριο, οδηγώντας στον εκφυλισμό του ΚΚΣΕ και στην ανατροπή του σοσιαλισμού. Ομως η θέση της ΚΕ για τα δυο ρεύματα δεν τεκμηριώνεται θεωρητικά. Στηρίζεται στη «διαίσθηση», προκύπτει «εκ του αποτελέσματος» (θέση 20).

2. Σωστά επισημαίνεται (θέση 21) ότι το εργατικό, κομμουνιστικό κίνημα του 20ού αιώνα, που ανέτρεψε τον καπιταλισμό και πήρε την εξουσία για πάνω από 70 χρόνια στην ΕΣΣΔ, ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΕΠΕ-ΞΕΡΓΑΣΤΕΙ ΘΕΩΡΙΑ για τους νόμους κίνησης του κομμουνιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Θεωρία της Πολιτικής Οικονομίας του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, θα έλεγα ειδικότερα.

Οι Μαρξ - Εγκελς - Λένιν επεξεργάστηκαν την Πολιτική Οικονομία του καπιταλισμού, που μαζί με τη μαρξιστική φιλοσοφία και τη θεωρία της ταξικής πάλης (επιστημονικός σοσιαλισμός) ήταν και είναι θεωρητικός οδηγός της εργατικής τάξης για την ανατροπή του καπιταλισμού. Ομως θεωρία της Πολιτικής Οικονομίας του σοσιαλισμού-κομμουνισμού δεν επεξεργάστηκε κανείς1 ολοκληρωμένα - απ’ ό,τι διαπιστώνουμε σήμερα. Ούτε ατομικά, ούτε συλλογικά (με την επιφύλαξη ότι η γνώση μας περιορίζεται στις ελάχιστες σχετικές ελληνικές μεταφράσεις). Το «Eγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της ΕΣΣΔ» που ξεκίνησε να γράφεται το 1950-52 δεν κάλυψε αυτό το κενό. Το «συνεπές» μαρξιστικό ρεύμα έδωσε αποσπασματικές απαντήσεις στα νέα ζητήματα της σοσιαλιστικής πραγματικότητας, δεν προχώρησε σε θεωρητική γενίκευση.

3. Αυτό δεν δικαιολογείται από τις δυσκολίες μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Η θεωρία των Μαρξ- Εγκελς- Λένιν μέσα σε παρόμοιες δυσκολίες της ταξικής πάλης γεννήθηκε.

Κύριο εφόδιο της εργατικής τάξης που νίκησε, ήταν ο ενθουσιασμός, το ταξικό ένστικτο. Ομως ο ενθουσιασμός ξεφουσκώνει. Η νέα εξουσία πατά στο κενό χωρίς συνολικά επεξεργασμένη οικονομική θεωρία. Σ’ αυτό το κενό βρήκε έδαφος η επικράτηση των οπορτουνιστικών αντιλήψεων και η ανατροπή. Η εργατική εξουσία άρχισε να εκφυλίζεται στο πεδίο της οικονομίας.

Η ΚΕ σωστά επισημαίνει τα παραπάνω, αλλά δεν προχωρεί στο «δια ταύτα»:

Υπάρχει επιτακτική ανάγκη επεξεργασίας Οικονομικής θεωρίας του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.

Αυτό ξεφεύγει από τις δυνατότητες ενός Συνεδρίου, ή όσο ενός προσυνεδριακού άρθρου, αλλά και από τις προσωπικές μου δυνατότητες. Ξεχωρίζω όμως δύο σημεία που θεωρώ βασικά.

4. Πρώτο: Δεν συμφωνώ ότι το κύριο στο ξεκίνημα του νέου τρόπου παραγωγής είναι ότι «κοινωνικοποιούνται τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, αλλά αρχικά παραμένουν μορφές ατομικής και ομαδικής ιδιοκτησίας…» (θέση 2 και 5).

Η νέα εξουσία οφείλει εξ αρχής να ελέγξει τις βασικές συγκεντρωμένες παραγωγικές δυνάμεις. Αυτό δεν λύνει το αν θα είναι καπιταλιστικός ή σοσιαλιστικός ο χαρακτήρας του τρόπου παραγωγής.

Ταυτόχρονα θεωρείται ως εξ αρχής δεδομένο, χωρίς ιδιαίτερη ανάλυση, ότι «αρχικά … ο νέος τρόπος παραγωγής … επικρατεί … με την ολοκληρωτική κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων, της σχέσης κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας» (θέση 3). Πώς έγινε αυτή η κατάργηση που είναι το ζητούμενο;

Εκεί που παραμένουν μορφές ατομικής και ομαδικής ιδιοκτησίας, δεν προκύπτει αυτόματα η κατάργηση μίσθωσης ξένης εργατικής δύναμη.

Αυτή η αντίληψη όσο κι αν θεωρηθεί «συνεπής», δεν διαφέρει πολύ από την οπορτουνιστική. Και οι δυο καταλήγουν στα πλαίσια της δικτατορίας του προλεταριάτου, να αποδέχονται θεωρητικά τη συνύπαρξη για ένα διάστημα (μικρό ή μεγάλο δεν έχει τόση σημασία) σοσιαλιστικών και καπιταλιστικών σχέσεων.

5. Από άποψη οικονομίας το κύριο βήμα για τη διαμόρφωση του σοσιαλιστικού-κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής δεν μπορεί να είναι κανένα άλλο παρά η ολοκληρωτική κατάργηση της μίσθωσης ξένης εργατικής δύναμης, η οριστική εξαίρεση της εργατικής δύναμης από τον κόσμο των εμπορευμάτων. Η κατάργηση της «αγοράς εργασίας», της «ελευθερίας» του εργάτη να πουλά και του οποιουδήποτε να αγοράζει την εργατική δύναμη. Η εργασία είναι υποχρέωση.

Στην Οικονομική θεωρία και στην πράξη του σοσιαλισμού- κομμουνισμού θα ξεχωρίζει από την αρχή ολοκάθαρα η εργατική δύναμη του ανθρώπου ως η βασική παραγωγική δύναμη, διαφορετική από ΟΛΕΣ τις άλλες παραγωγικές δυνάμεις που είναι προϊόντα της ανθρώπινης εργασίας.

Ο κεντρικός σχεδιασμός επιβάλλεται να ξεκινά από την ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων που συνδέονται με την αυτήν, δηλ., την πλήρη προστασία, ανάπτυξη και αξιοποίηση της ικανότητας ΟΛΩΝ των ανθρώπων για εργασία: στην παραγωγή, εκπαίδευση, κατάρτιση, εργασιακή εμπειρία, υγεία, «κομμουνιστική στάση» απέναντι στην εργασία κ.α. Σε οτιδήποτε δηλ., συνδέεται με την οργάνωση της κοινωνικής εργασίας. Αυτός είναι ο πρώτος και κύριος τομέας παραγωγικών σχέσεων του σοσιαλισμού. Δεν πρόκειται απλά για κάλυψη των λαϊκών αναγκών. Είναι η κοινωνική ευθύνη για την παραγωγή και αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, του ίδιου του ανθρώπου. Δεν έχει καμία σχέση ούτε με την εμπορευματική παραγωγή, ούτε με τον καπιταλισμό και την Πολιτική του Οικονομία.

Για το σχεδιασμό επιβάλλεται φυσικά η εκτεταμένη χρήση των πιο σύγχρονων και εξελιγμένων μεθόδων των επιστημών και της τεχνολογίας.

Στο νέο σύστημα η ατομική εργατική δύναμη θα διατίθεται εξ αρχής κάτω από τον απόλυτο έλεγχο της εργατικής εξουσίας. Και από «πάνω» και από «κάτω» - από το κράτος και το κίνημα. Με αυτή την έννοια, διαλεκτικά, η ατομική ικανότητα για εργασία γίνεται άμεσα κοινωνική.

Η κυριαρχία της εργατικής τάξης θα εξασφαλίζεται με πολιτικές και μέτρα για τη συνεχή αναδιαμόρφωση και αναδιαπαιδαγώγηση ολόκληρης της κοινωνίας στα μέτρα της εργατικής τάξης, μιας τάξης ολοένα πιο ικανής να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις προς όφελός της.

Με την «εξαφάνιση» του «ελεύθερου εργάτη» το όποιο κεφάλαιο, όποιας μορφής και μεγέθους, χάνει την ικανότητα αναπαραγωγής και κερδοφορίας. Παύει να είναι κεφάλαιο, μετατρέπεται για τον ιδιοκτήτη του σε νεκρό μέσο θησαυρισμού.

Θέμα συνύπαρξης σοσιαλιστικών και καπιταλιστικών σχέσεων δεν μπαίνει. Η ανοχή σε τέτοια μορφή ιδιοκτησίας -που συνεπάγεται σε ιδιοκτησία πάνω στα προϊόντα της-, δεν είναι τόσο ότι κινδυνεύει να οδηγήσει σε αναβίωση του καπιταλισμού, όσο ότι βάζει δυσκολίες και εμπόδια στο σχεδιασμό. Για να ξεπεραστούν επιβάλλεται σταδιακή κατάργηση κάθε ατομικής και ομαδικής ιδιοκτησίας σε όλα τα μέσα παραγωγής, η επιστράτευση και της τελευταίας εφεδρείας για την κάλυψη των λαϊκών αναγκών. Μετά από το κεφάλαιο, θα απαγορευτεί σταδιακά και ο ατομικός θησαυρισμός και κάθε άλλος τρόπος απόκτησης προσωπικού εισοδήματος εκτός από την εργασία.

Το μεγάλο πρόβλημα στο σοσιαλισμό, που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με συνεχείς αναπροσαρμογές, βελτιώσεις και ανατροπές είναι το «μέτρο» της εργασίας, ο «χρόνος» ως μέτρο της εργασίας και η αμοιβή της εργασίας. Καμιά σχέση με τον καπιταλισμό όπου ο μισθός έχει να κάμει μόνο με την αναπλήρωση της εργατικής δύναμης που καταναλώθηκε. Στο σοσιαλισμό η αμοιβή έχει να κάμει με το αποτέλεσμα της εργασίας από άποψη ποσότητας αλλά και ποιότητας. Ο χρόνος εργασίας (θέση 6) που είναι μέτρο της ατομικής συνεισφοράς καθενός στην κοινωνική παραγωγή, άρα και βάση υπολογισμού της αμοιβής, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ισοπεδωτικά με ίση αμοιβή για άνιση εργασία. Ισα-ίσα ένα σύστημα κοινωνικής αξιολόγησης της απόδοσης της δουλειάς του καθενός με αντικειμενικά κριτήρια και η αντιστοίχηση της αμοιβής με την ποσότητα και την ποιότητα της δουλειάς θα είναι το καλύτερο κίνητρο για τη διαπαιδαγώγηση στην «κομμουνιστική στάση» απέναντι στην εργασία.

6. Προφανώς χρειάζεται να εξεταστεί παραπέρα η σχέση Οικονομικής θεωρίας και τακτικής της νέας εργατικής εξουσίας. Συνδέονται διαλεκτικά, αλλά δεν ταυτίζονται. Θεωρώ πως μετά την κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων, η μορφή, ο ρυθμός και η έκταση κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής είναι θέμα τακτικής της σοσιαλιστικής εξουσίας. Δεν αφορούν στην Οικονομική θεωρία. Η τακτική περιλαμβάνει ελιγμούς, συμβιβασμούς, μέτρα πολιτικής, υπολογίζει τους ταξικούς και πολιτικούς συσχετισμούς, τις παραδόσεις, τις εθνικές ιδιομορφίες, το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων, το επίπεδο της ίδιας της εργατικής δύναμης που η εργατική εξουσία αρχικά την παίρνει όπως αναπτύχθηκε στον καπιταλισμό. Η ΝΕΠ δεν ήταν εφαρμογή της Οικονομικής θεωρίας. Ηταν τακτική. Το ίδιο η συνεταιριστικοποίηση αργότερα. Η ενδεχόμενη προσωρινή ανοχή σε μορφές ατομικής ή ομαδικής ιδιοκτησίας, δεν μπορεί να ενταχθεί στην Οικονομική θεωρία του σοσιαλισμού. Οι Οικονομικοί νόμοι του σοσιαλισμού εκδηλώνονται μέσα από ταχτικές, συσχετισμούς και εθνικές ιδιομορφίες, αλλά δεν υποτάσσονται σ’ αυτούς.

7. Δεύτερο: Αντίθετα με τη σχετική υποτίμηση της κατάργησης των καπιταλιστικών σχέσεων, υπάρχει υπερτίμηση, άγχος και σύγχυση για την κατάργηση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Με αφορμή διατυπώσεις του Μαρξ (θέση 7 για το χρηματικό κεφάλαιο), θεωρείται «παράδοξο» η διατήρησή τους στην ΕΣΣΔ και άλλες σοσιαλιστικές χώρες και αναζητείται η θεωρητική εξήγηση.

Ο Μαρξ μιλούσε για το θέμα2. Ο Στάλιν σωστά επανέλαβε στα «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην EΣΣΔ», σελ. 39: «Δεν πρέπει κανείς να εξομοιώνει την εμπορευματική παραγωγή με την καπιταλιστική παραγωγή. Είναι δυο διαφορετικά πράγματα […]. Η εμπορευματική παραγωγή οδηγεί στον καπιταλισμό μονάχα […] όταν η εργατική δύναμη προσφέρεται στην αγορά σαν εμπόρευμα…». Ταυτόχρονα μιλούσε για περιορισμένη δράση του νόμου της αξίας που την απέδιδε -κατά τη γνώμη μου λαθεμένα- στη συνύπαρξη κρατικού και συνεταιριστικού τομέα (θέση 17) και στο εξωτερικό εμπόριο.

Η Οικονομική θεωρία του σοσιαλισμού θα είναι άρνηση και συνέχεια της Πολιτικής Οικονομίας του καπιταλισμού. Η εξαίρεση από τον κόσμο των εμπορευμάτων της εργατικής δύναμης, (του ΜΟΝΟΥ δημιουργού αξιών στον καπιταλισμό), διαφοροποιεί αυτόματα ποιοτικά ΟΛΟ τον υπόλοιπο κόσμο των εμπορευμάτων, που δεν θα είναι παρά τα νεκρά αποκρυσταλλώματα της εργασίας του ανθρώπου.

Μετά την κατάργηση του εμπορεύματος «εργατική δύναμη», πιστεύω ότι το θέμα των υπόλοιπων εμπορευμάτων είναι απλό. Τα προϊόντα εργασίας δεν παύουν στο σοσιαλισμό -παρά τον κοινωνικό χαρακτήρα της ατομικής εργασίας- να παράγονται από τους άμεσους παραγωγούς ως αξίες χρήσης κυρίως για άλλους εργαζόμενους (έστω κι αν αυτό δεν γίνεται με ανταλλαγή αλλά κατανομή), ούτε παύουν να είναι αποκρυσταλλώματα μετρήσιμης ανθρώπινης εργασίας, δηλαδή αξίες - κόστος. Γι’ αυτό διατηρούνται συνολικά, γενικά οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις «στη μορφή και όχι στο περιεχόμενο» –έστω κι όταν δεν θα υπάρχει ούτε ατομική ιδιοκτησία ούτε ανταλλαγή όπως στον καπιταλισμό- ως άρνηση και συνέχεια ταυτόχρονα των αντίστοιχων σχέσεων στον καπιταλισμό. Αυτό ούτε κακό είναι ούτε καπιταλιστικό. Ούτε οδηγεί κατ’ ανάγκη σε αποδοχή του «ρυθμιστικού ρόλου» της όποιας «αγοράς» σε βάρος του κεντρικού σχεδιασμού.

Ο σχεδιασμός σ’ αυτό το δεύτερο τομέα των παραγωγικών σχέσεων που συνδέονται με την παραγωγή, κατανομή και κατανάλωση των προϊόντων της εργασίας [είτε της Ι είτε της ΙΙ Υποδιαίρεσης, με κριτήριο και στόχο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών που προσδιορίζονται (θέση 6) με βάση το επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων] δεν κρύβει μεγάλα μυστικά, ούτε είναι τόσο σημαντικός από άποψη Οικονομίας. Τεχνικά όμως δεν είναι απλή υπόθεση. Υπολογισμοί με εκατομμύρια ανθρώπους, προϊόντα και ανάγκες, είναι ένα τεράστιο, σύνθετο τεχνικό πρόβλημα και η λύση του απαιτεί επιστράτευση των πιο σύγχρονων επιστημονικών μεθόδων.

Ως προς το χρήμα, αν καταργηθεί η λειτουργία του ως κεφάλαιο ή μέσο θησαυρισμού γιατί να μην κυκλοφορεί ως μέσο υπολογισμού της αξίας των προϊόντων;

Στην παραγωγή, στην κατανομή και κατανάλωση των προϊόντων της εργασίας, υπάρχει ανάγκη ακριβούς υπολογισμού του ενσωματωμένου σε κάθε προϊόν χρόνου εργασίας (αξία - κόστος), ώστε -όπως έλεγε ο Μαρξ- με τα «χάρτινα εντάλματα» που θα έπαιρνε ο καθένας από την αμοιβή της εργασίας του, να γνωρίζει ποια ποσότητα προϊόντων δικαιούται να πάρει από τις «αποθήκες» με τα «αποθέματα ειδών κατανάλωσης». Τα χάρτινα εντάλματα είναι χρήμα στη μορφή, αλλά όχι στο περιεχόμενο. Οι τιμές (δηλ. η αξία εκφρασμένη σε χρήμα ) καθορίζονται από τον κεντρικό σχεδιασμό, αλλά με όσο γίνεται αντικειμενικό και ευέλικτο υπολογισμό της αξίας.

Θα είναι συνεχής η διαδικασία μείωσης της αξίας και των τιμών με την άνοδο της παραγωγικότητας και του όγκου της παραγωγής, Οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις δεν καταργούνται. Απονεκρώνονται σ’ ένα μακρινό μέλλον, στο βαθμό που όλα τα προϊόντα θα υπάρχουν σε αφθονία, με ελάχιστο ή μηδενικό κόστος παραγωγής (αξία).

8. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Πολιτική Οικονομία του σοσιαλισμού-κομμουνισμού θα έχει δυο τομείς με αντικείμενο τις παραγωγικές σχέσεις που συνδέονται με:

Α) Την ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου ως κύριας παραγωγικής δύναμης.

Β) Την παραγωγή, κατανομή, κατανάλωση των προϊόντων.

Μόνο στο 2ο τομέα εκδηλώνεται καθολικά ο νόμος της αξίας, υπάρχουν εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, ως άρνηση και συνέχεια των μορφών τους στον καπιταλισμό, με μεταλλαγμένο περιεχόμενο.

Ο σχεδιασμός και στους δύο τομείς δεν αναφέρεται στις παραγωγικές δυνάμεις, αλλά αποκλειστικά στις παραγωγικές σχέσεις, στο πώς μέσα από την ανάπτυξη της παραγωγής αξιοποιείται πλήρως η εργατική δύναμη, καλύπτονται πληρέστερα οι λαϊκές ανάγκες (από άποψη ποσότητας, ποιότητας, χρόνου και κόστους της παραγωγής). Είναι εύκολη η σύγχυση. Στην ΕΣΣΔ εκδηλώθηκαν τεράστιες θεωρητικές συγχύσεις στους οικονομολόγους στη δεκαετία του 1920-1930. Στην προσπάθεια σχεδιασμού των πεντάχρονων πλάνων στην οικονομία, συζητούσαν αν το αντικείμενο της Οικονομίας είναι και οι παραγωγικές δυνάμεις ή μόνο οι παραγωγικές σχέσεις!3. Θεωρητικά ζητήματα λυμένα από το Μαρξ.

9. Θεωρώ πως το ΚΚΕ πρέπει να συνεχίσει τη συζήτηση που άνοιξε, να επικεντρώσει στην επεξεργασία της οικονομικής θεωρίας του σοσιαλισμού. Να μην υποτιμούμε ότι η δημιουργική ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας έχει μείνει πολλά χρόνια πίσω. Είχε κενά επί Στάλιν, ανακόπηκε με την επικράτηση οπορτουνιστικών αντιλήψεων στο 20ό Συνέδριο, δεν φάνηκε να ξανασηκώνει κεφάλι στην ιδεολογική πάλη που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια στην ΕΣΣΔ. Παρόμοια προβλήματα γνώρισαν οι οικονομίες άλλων σοσιαλιστικών χωρών. Η ανάπτυξη Οικονομικής θεωρίας του σοσιαλισμού είναι συνολικά αναγκαία για την ενότητα και το προχώρημα της επαναστατικής διαδικασίας στην εποχή μας. Για το ξεπέρασμα της κρίσης, την ενότητα και την ανάπτυξη του κομμουνιστικού - εργατικού κινήματος, ενάντια στον οπορτουνισμό.

* Ο Στέλιος Ορφανός είναι μέλος της ΝΕ Ηρακλείου.
1. Ο Ενγκελς στο «Αντι-Ντίρινγκ» (σελ. 191, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 2006) αναφέρει: «Η πολιτική οικονομία σαν επιστήμη . . . πρέπει, ωστόσο, να δημιουργηθεί ακόμα. Ο,τι έχουμε μέχρι τώρα από άποψη οικονομικής επιστήμης, περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη γένεση και την εξέλιξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής».
2. «...Διαφορετικά έχει το ζήτημα με το κεφάλαιο. Επειδή υπάρχει η κυκλοφορία των εμπορευμάτων και του χρήματος δε σημαίνει καθόλου ότι υπάρχουν οι ιστορικοί όροι ύπαρξής του. Το κεφάλαιο γεννιέται μόνο εκεί όπου ο κάτοχος μέσων παραγωγής και μέσων συντήρησης βρίσκει στην αγορά τον ελεύθερο εργάτη σαν πουλητή της εργατικής του δύναμης και αυτός ο ένας ιστορικός όρος περικλείνει μέσα του μιαν ολόκληρη παγκόσμια ιστορία», Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1, σελ. 183.
3. «Συζήτηση για θέματα πολιτικής οικονομίας στα τέλη της πρώτης δεκαετίας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

του Δημήτρη Α. Κατσορίδα

Oι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό, εν όψει του 18ου Συνεδρίου, προσφέρουν μια ευκαιρία για συζήτηση των ζητημάτων που αφορούν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και την εξουσία της εργατικής τάξης, αλλά και για τη στάση του ΚΚΕ απέναντι τόσο στη δική του διαδρομή όσο και σε αυτή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και ιδιαίτερα για τη στήριξη που παρείχε στην ΕΣΣΔ και τα άλλα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης.

Κατ’ αρχάς, ως ένα πρώτο γενικό συμπέρασμα που μπορούμε να διατυπώσουμε, σχετικά με τη ρωσική Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση του 1917, είναι ότι η μόνη επιλογή που έχει η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα για να επιλύσουν τα προβλήματά τους είναι να πάρουν την τύχη στα χέρια τους, καταλαμβάνοντας την εξουσία. Επιπροσθέτως, ένα από τα θετικά αποτελέσματα της Οκτωβριανής Επανάστασης είναι ότι εμφανίστηκαν και ενισχύθηκαν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, αποσυντέθηκε η αποικιοκρατία και ξεκίνησαν μια σειρά από μεταρρυθμίσεις στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Παρ’ όλ’ αυτά, η Οκτωβριανή Επανάσταση έμεινε ημιτελής. Η μετάβασή της από τον καπιταλισμό προς το σοσιαλισμό μπλόκαρε εξαιτίας των ηττών της επανάστασης στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, προκαλώντας την ασφυκτική απομόνωση του πρώτου εργατικού κράτους, σε μια φτωχή οικονομικά και πολιτιστικά χώρα, όπως ήταν τότε το σοβιετικό κράτος. Αυτά όλα συνέτειναν με τη σειρά τους στην ανάπτυξη του προνομιούχου παρασιτικού στρώματος της γραφειοκρατίας, στην απονέκρωση της εργατικής δημοκρατίας, στην εξουσία των «ειδικών» στις κρατικές επιχειρήσεις,1 στην αποστέωση των σοβιέτ, στη γιγάντωση του κράτους και στη μαζική καταστολή. Και όλ’ αυτά, επενδύθηκαν θεωρητικά μέσω της αντίληψης που ανέπτυξε ο Στάλιν, του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα», αντί της απονέκρωσης του κράτους, της σοσιαλιστικής δημοκρατίας και της διεθνιστικής δράσης των εργατών για την επικράτηση της επανάστασης και σε άλλες χώρες.

Το καθεστώς που σταθεροποιήθηκε μετά το θάνατο του Λένιν, ενώ στη θεωρία διακήρυσσε το σοσιαλισμό, η πρακτική του όμως ήταν ασύμβατη με το σοσιαλισμό. Κατήργησε τις πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες. Την εξουσία σφετερίστηκε η γραφειοκρατία, αφαιρώντας την από την εργατική τάξη. Καταργήθηκε το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση. Το κόστος της υποχρεωτικής κολεκτιβοποίησης και εκβιομηχάνισης ήταν υπερβολικό, με αποτέλεσμα το βίαιο ξεριζωμό εκατομμυρίων αγροτών από τις εστίες τους. Ολ’ αυτά δυσφήμησαν τα ιδανικά του σοσιαλισμού.

Ομως, αυτές ήταν οι εσωτερικές αντιφάσεις που το 1989 οδήγησαν στην κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των άλλων κρατών του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Αντίθετα, οι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό δε λένε τίποτε για την αντιγραφειοκρατική πάλη των μαζών στην ΕΣΣΔ και στα άλλα μετακαπιταλιστικά κράτη, ούτε για την ιδεολογική πάλη που διεξαγόταν στο εσωτερικό αυτών των χωρών, αλλά και στο εσωτερικό των Κομμουνιστικών Κομμάτων.2 Απεναντίας αποκαθιστούν το σταλινισμό ως «Το συνεπές ρεύμα της μαρξιστικής διανόησης και πολιτικής…» (Θέση 17), χαρακτηρίζοντας ως οπορτουνιστικές ομάδες μέσα στο ΚΚ των μπολσεβίκων, τους τροτσκιστές και τους μπουχαρινικούς (Θέση 27), χωρίς να μπαίνουν καν στον κόπο να παρουσιάσουν τις απόψεις των αντιπολιτευόμενων τάσεων. Ουσιαστικά, οι Θέσεις της ΚΕ, για πρώτη φορά, υιοθετούν απόψεις, οι οποίες αποτελούν θέσεις του μ-λ (βλέπε μαοϊκού) κινήματος.

Σ’ αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι η πτώση των εν λόγω καθεστώτων δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας ήττας πολεμικής, ούτε πολιτικών επαναστάσεων σοσιαλιστικής κατεύθυνσης στο εσωτερικό αυτών των κρατών. Αντίθετα, τα καθεστώτα αυτά κατέρρευσαν για τους εξής δύο βασικούς λόγους:

Πρώτον, η γραφειοκρατική διοίκηση ενός τεράστιου οικονομικού κρατικού οργανισμού δεν έδινε τη δυνατότητα στην εργατική τάξη και γενικά στο λαό να έχει λόγο στις αποφάσεις που τον αφορούσαν. Η ΕΣΣΔ και τα υπόλοιπα καθεστώτα των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης ήταν αλλοτριωτικά και οι εργαζόμενοι ήταν αποξενωμένοι από την εργασία τους. Δεν κατάργησαν τις κοινωνικές σχέσεις εκμετάλλευσης, εφόσον το κοινωνικό υπερπροϊόν εξακολουθούσε να το ιδιοποιείται η άρχουσα γραφειοκρατία. Κατά συνέπεια, δεν είχε καταργηθεί ούτε η ταξική συγκρότηση της κοινωνίας και άρα ούτε η αντίθεση μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας. Με λίγα λόγια η εργατική τάξη είχε χάσει την εξουσία.

Ο δεύτερος λόγος ήταν εξαιτίας της πίεσης που δέχονταν από το καπιταλιστικό περιβάλλον και τις επαφές που ανέπτυξαν με τον καπιταλιστικό κόσμο μέσω του οικονομικού κόστους των εξοπλισμών, των νέων τεχνολογιών, της υψηλότερης παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας του καπιταλισμού και την πληθώρα καταναλωτικών αγαθών της Δύσης.

Από τα προαναφερθέντα μπορούμε κατ’ αρχάς να διαπιστώσουμε πόσο λαθεμένη ήταν η θεωρία του «χτισίματος του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα» και πόσο ορθή ήταν η κριτική που άσκησε η Αριστερή Αντιπολίτευση, προβλέποντας και προειδοποιώντας ταυτόχρονα, πως αν η ΕΣΣΔ παραμείνει απομονωμένη και δεν υπάρξει νίκη του προλεταριάτου στη Δύση, ως τη μόνη ικανή να προφυλάξει τη Σοβιετική Ενωση από την αστική παλινόρθωση και να της εξασφαλίσει τη δυνατότητα να φέρει εις πέρας τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, αργά ή γρήγορα θα απορροφηθεί από τον καπιταλιστικό περίγυρο. Ο Τρότσκι, κάνοντας κριτική στις βασικές θέσεις του σχεδίου Προγράμματος του 6ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, έλεγε τα εξής: «Με τους αριθμούς των εξαγωγών και των εισαγωγών, ο καπιταλιστικός κόσμος μας δείχνει πως έχει κι άλλα μέσα για να αντιδράσει εκτός από τη στρατιωτική επέμβαση. Αφού η παραγωγικότητα της εργασίας και του κοινωνικού συστήματος στο σύνολό του μετριέται με τους όρους της αγοράς με βάση τις τιμές, η σοβιετική οικονομία απειλείται περισσότερο από μια επέμβαση φτηνών καπιταλιστικών εμπορευμάτων παρά από μια στρατιωτική επέμβαση.

...τότε διερωτάται κανείς: είναι δυνατό να συντριβούμε από μια στρατιωτική επέμβαση; Ναι, γιατί ο εχθρός είναι άπειρα πιο ισχυρός από τεχνική άποψη. Ο Μπουχάριν δεν αποδέχεται την υπεροχή των παραγωγικών δυνάμεων παρά μόνο από την τεχνικο-στρατιωτική τους πλευρά. Δε θέλει να καταλάβει ότι το τρακτέρ του Φορντ είναι το ίδιο επικίνδυνο όσο και το κανόνι του Κρεζώ, με τη διαφορά ότι το τελευταίο δεν μπορεί να δράσει παρά από χρόνο σε χρόνο, ενώ το πρώτο εξασκεί μια αδιάκοπη πίεση πάνω μας. Κι επιπλέον το τρακτέρ γνωρίζει πως έχει πίσω του σαν τελευταία αφετηρία το κανόνι»3.

Στην πραγματικότητα, το κριτήριο που έθετε η Αριστερή Αντιπολίτευση, όσον αφορά την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, είναι η διαρκής αύξηση των σοσιαλιστικών στοιχείων στην κοινωνία, η οποία προέκυπτε από την ανάγκη να ενισχυθεί η εκβιομηχάνιση, έτσι ώστε να δυναμώσει η βάση της εργατικής εξουσίας στη Σοβιετική Ενωση. Δηλαδή, έβλεπε την επανάσταση εκτεταμένη σε μεγάλη χρονική περίοδο, μέχρις ότου δημιουργηθούν οι σοσιαλιστικές βάσεις στην κοινωνία (υλικοτεχνική υποδομή, πολιτιστικό επίπεδο, ανάπτυξη της εργατικής δημοκρατίας). Ομως, αυτό θα γινόταν μ’ έναν τρόπο σταδιακό και πάνω απ’ όλα, κάτω από τη δημοκρατική εξουσία των εργαζομένων.

Αντίθετα, η λύση που εφαρμόστηκε και εμπεριεχόταν στο πρώτο Πεντάχρονο Πλάνο, το οποίο εγκρίθηκε την άνοιξη του 1929 από το συνέδριο του ΚΚΣΕ και από το 5ο Συνέδριο των Σοβιέτ, προέβλεπε έναν αρκετά υψηλό ρυθμό βιομηχανικής ανάπτυξης άνω του 20%. Ετσι, το φθινόπωρο του ίδιου έτους ο Στάλιν επιβάλλει την πολιτική της εκβιομηχάνισης και της βίαιης κολεκτιβοποίησης της γεωργίας. Ο ρυθμός αύξησης της βιομηχανικής παραγωγής ανέβηκε από 20% σε 30-40%, ενώ ταυτόχρονα στη σφαίρα της κολεκτιβοποίησης αποφασίστηκε να ολοκληρωθεί το Πεντάχρονο Πλάνο σε ενάμιση χρόνο. Σε σύνδεση μ’ αυτό ανακηρύχτηκε μια νέα πολιτική για την ύπαιθρο: η μετάβαση προς την εξαφάνιση των κουλάκων ως τάξης, η οποία εφαρμόστηκε με πολλή σκληρότητα. Ο Στάλιν, δίνοντας υπόσταση στην πολιτική του «μεγάλου άλματος» στη βιομηχανική ανάπτυξη, υπολόγιζε στην απόσπαση «συνεισφορών» από την αγροτιά ώστε να δημιουργηθεί η βιομηχανία μεγάλης κλίμακας.4 Οπως ήταν λογικό να συμβεί σ’ αυτήν την περίπτωση, η εν λόγω πολιτική δεν μπορούσε παρά να συνοδεύεται από τη μεγάλη εντατικοποίηση της χρήσης καταναγκασμού και βίας απέναντι σε ολόκληρο τον πληθυσμό. Από εκεί απορρέει και η θέση του Στάλιν περί αναπόφευκτης εντατικοποίησης της ταξικής πάλης και ότι η Αντιπολίτευση ασκείται από πλευράς των ταξικών εχθρών.

Οι διαβόητες Δίκες της Μόσχας, την περίοδο 1936-38, ήταν το αποκορύφωμα του σταλινισμού να κόψει κάθε δεσμό με τις μπολσεβίκικες παραδόσεις. Σε αυτές τις δίκες κατηγορήθηκε για προδοσία και εκτελέστηκε όλη η παλιά γενιά των μπολσεβίκων που συμμετείχε στην Οκτωβριανή Επανάσταση (Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Μπουχάριν, Ρίκοφ, Τόμσκι, Ράντεκ, Ρακόφσκι, Πιατακόφ, Σμιρνόφ, Κίροφ, Αντόνοφ-Οβσέγενκο, ο Τρότσκι, ο στρατηγός Τουχατσέφσκι και πολλοί άλλοι). Στους κατηγορούμενους συμπεριλαμβάνονταν όλα τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου επί εποχής Λένιν. Ο εισαγγελέας Βισίνσκι, ο οποίος μέχρι το 1921 ανήκε στη δεξιά πτέρυγα του κόμματος των Μενσεβίκων, έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα χιλιάδες αγωνιστές, με μόνο κατηγορητήριο τις ψεύτικες ομολογίες, οι οποίες αποσπάστηκαν κατόπιν άσκησης φυσικής και ψυχολογικής βίας. Ακόμη και στενοί συνεργάτες του Στάλιν, όπως ο Ορτζονικίτζε, οδηγήθηκε στην αυτοκτονία, στις 18.2.1937, αφού προηγουμένως ο Στάλιν είχε τουφεκίσει τον αδελφό του. Επιπλέον, το 70% των μελών της Κεντρικής Επιτροπής που είχε εκλεγεί τον Ιανουάριο του 1934, εξοντώθηκε, ενώ στις αρχές του 1937 υπήρχαν πάνω από 1.500.000 παλιά μέλη του κόμματος που είχαν διαγραφεί από το 1922 και μετά, κυρίως κατά τη δεκαετία του 1930.

Ετσι, η εκκαθάριση του κόμματος άνοιξε τον δρόμο σε μια νέα γενιά της νομενκλατούρας, η οποία όχι μόνο δεν είχε καμιά σχέση με τις μπολσεβίκικες παραδόσεις και την Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά συνόδευσε και διεύρυνε σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας τις ανατροπές που γέννησε η βίαιη εκβιομηχάνιση και κολεκτιβοποίηση. Οταν λοιπόν πραγματοποιήθηκε το 18ο Συνέδριο του κόμματος, το 1939, αυτό έγινε στα ερείπια του παλιού μπολσεβίκικου κόμματος. Από τα 1.589.000 μέλη, μόνο το 0,3% από αυτά, δηλαδή περίπου 5.000 μέλη είχαν προσχωρήσει πριν από το 1917, ενώ 1% (δηλαδή, 16.000 μέλη) προσχώρησαν το 1917 και ένα 10% των μελών προσχώρησαν τα έτη 1918-1920.5

Ομως, ο σοσιαλισμός δεν δημιουργείται με διαταγές, ούτε από «τα πάνω», αλλά προκύπτει μέσα από τα οργανωμένα εργατικά συμβούλια, από το χώρο της παραγωγής μέχρι το εθνικό επίπεδο. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει την ελευθερία ύπαρξης και λειτουργίας διαφορετικών κομμάτων, οργανώσεων, τάσεων και συνδικάτων, καθώς επίσης του δικαιώματος στην απεργία και την κατοχύρωση της ελευθερίας του Τύπου. Με λίγα λόγια, δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες. Το κράτος δεν ταυτίζεται με την κοινωνία, διότι από τη φύση του είναι όργανο κυριαρχίας και εξαναγκασμού. Αντίθετα, ο σοσιαλισμός είναι έργο ζωντανό και δημιουργικό των «από κάτω» και γι’ αυτό είναι απαραίτητη η πλήρης ελευθερία στη δράση τους. Η εργατική τάξη, με την ελευθερία των κινήσεων που πρέπει να διαθέτει, είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να αποτρέψει την επέκταση της οικονομίας της αγοράς, η οποία κατ’ ανάγκη θα υπάρχει στη διαδικασία μετάβασης. Η ιδέα ότι η αγορά, δηλαδή οι εμπορευματικές σχέσεις, μπορεί να καταργηθούν με διατάγματα είναι ουτοπία. Αντίθετα, όταν η εξουσία περάσει στα χέρια της εργατικής τάξης, χάρη στη σωστή πολιτική που θα εφαρμόζεται, θα προωθείται η αφθονία των προϊόντων κατανάλωσης. Οσο πιο πολύ θα αυξάνεται η αφθονία των αγαθών τόσο αυτά θα καθίστανται χωρίς αξία, και άρα θα εκλείψουν σταδιακά οι εμπορευματικές σχέσεις.

Κατά συνέπεια, για να μην υπονομευθεί η σοσιαλιστική οικονομία στη μεταβατική περίοδο, οι σχέσεις της αγοράς θα πρέπει να παρακολουθούνται και να ελέγχονται από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Το συγκεντρωτικό μοντέλο απέδειξε ότι δεν έχει δυνατότητες επιτυχίας. Αντίθετα, η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, όπου η ιδιοκτησία ανήκει σε όλη την κοινωνία, και συνακόλουθα η γενικευμένη κοινωνική αυτοδιαχείριση σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής,6 προωθούν τις δυνάμεις της σοσιαλιστικής επανάστασης. Διότι, πρεσβεύουν τη βαθμιαία μεταμόρφωση όλων των κοινωνικών σχέσεων και βλέπουν την ουσία του σοσιαλισμού στην πρωτοβουλία των λαϊκών δυνάμεων και στην απελευθέρωση της εργασίας.

Ο σοσιαλισμός καλείται να δημιουργήσει μια νέα ποιοτική μεταβολή. Εναν διαφορετικό πολιτισμό. Μια νέα κουλτούρα, νέα κοινωνική ηθική, πρωτοφανέρωτες μορφές ευτυχισμένης ζωής. Η κατάργηση του κράτους είτε αστικού είτε γραφειοκρατικού είναι πρωταρχικό στοιχείο. Διότι, η ολοκληρωτική εξαφάνιση των εμπορευματικών σχέσεων θα συμβεί παράλληλα με την εξαφάνιση του κράτους, δηλαδή με την εδραίωση του σοσιαλισμού παγκοσμίως.

Ο σοσιαλισμός που οραματιζόμαστε είναι αντίθετος με αυτόν που γνωρίσαμε, ο οποίος διαιώνιζε την αλλοτρίωση της εργατικής τάξης, ταύτιζε το κόμμα με το κράτος, καθιέρωσε το μονοκομματικό σύστημα διακυβέρνησης, απομάκρυνε την εργατική τάξη από τις αποφάσεις για την παραγωγή, τη διανομή της υπεραξίας και την οργάνωση της οικονομίας και υπέτασσε τους εργαζόμενους σε ένα απρόσωπο κράτος, καταδικάζοντάς τους σε παθητικότητα για τη λήψη των αποφάσεων που αφορούσαν τη ζωή τους.

Αυτό που γνωρίσαμε δεν ήταν σοσιαλισμός. Ηταν ο σφετερισμός της εξουσίας της εργατικής τάξης από την άρχουσα γραφειοκρατία. Η καπιταλιστική παλινόρθωση προωθήθηκε από την ίδια την άρχουσα γραφειοκρατική κάστα και ήταν το αποτέλεσμα της ίδιας της φύσης αυτού του καθεστώτος: της στενότητας των αγαθών και της κατάπνιξης της εργατικής δημοκρατίας. Τα πάντα διευθύνονταν από το κόμμα και το κράτος, από την παραγωγή μέχρι τα ζητήματα του πολιτισμού, τα οποία είχαν το μονοπώλιο των αποφάσεων στο όνομα της εργατικής τάξης.

Γι’ αυτό ακριβώς οι λαοί δεν υπερασπίστηκαν αυτά τα καθεστώτα. Και αυτό είναι ένας επιπρόσθετος λόγος της κατάρρευσής τους: το γεγονός, δηλαδή, ότι στα μάτια των λαών ταυτίστηκε ο σοσιαλισμός με αυτόν που επικρατούσε στη Σοβιετική Ενωση και αλλού, συμπαρασύροντας μαζί του κάθε φωνή που μιλούσε στο όνομα του πραγματικού σοσιαλισμού.

Υπό αυτές τις συνθήκες η ανασυγκρότηση της Αριστεράς γίνεται έργο δύσκολο επειδή οι σοσιαλιστικές ιδέες δυσφημίστηκαν τόσο από τη σοσιαλδημοκρατία όσο και από τον σταλινισμό. Εργο δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο, επειδή οι μηχανισμοί της αγοράς, οι ιδιωτικοποιήσεις, η ανεργία, η φτώχεια, η οικολογική κρίση και ο καταναλωτισμός θα τείνουν να δημιουργούν καινούρια ταξικά συμφέροντα, υποχρεώνοντας το πιο πρωτοπόρο τμήμα να αναζητήσει, ξανά, τις γνήσιες σοσιαλιστικές ιδέες και να συνδεθεί με το νήμα και το νόημα της Οκτωβριανής Επανάστασης.

1. Οι διευθυντές, ενώ υποτίθεται ότι ήταν εκλεγμένοι από τα σοβιέτ στις συνελεύσεις των εργοστασίων, στην πράξη ήταν ανώτερα κομματικά στελέχη που διορίζονταν κατόπιν κομματικής υπόδειξης. Επειδή, τα πενταετή πλάνα χρειάζονταν εξειδικευμένα και έμπειρα κομματικά στελέχη για τη διοίκηση των κρατικών επιχειρήσεων, ήδη, σχεδόν 10 χρόνια μετά την επανάσταση είχε δημιουργηθεί η νέα νομενκλατούρα. Ανάλογη εξέλιξη υπήρξε και στα αντίστοιχα σοβιέτ των στρατιωτών και των αγροτών. 
2. Σχετικά με αυτά, ενδεικτικά αναφέρω τα εξής βιβλία: α) Αλεξάνδρα Κολοντάι: «Η Εργατική Αντιπολίτευση», εκδ. «Αρδην», Αθήνα 2008, β) «Η Πλατφόρμα της Ενωμένης Αντιπολίτευσης» (1927), εκδ. «Αλλαγή», Αθήνα 1985, γ) Μιχαήλ Ράιμαν: «Εν ονόματι του Μαρξ. Εντεκα ντοκουμέντα που άλλαξαν την πορεία του αληθινού σοσιαλισμού», εκδ. «Γλάρος», Αθήνα 1983, δ) Σ. Μπετελέμ: «Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ 1917-1930», εκδ. «Κέδρος», Αθήνα 2005, τόμοι δύο.
3. Λ. Τρότσκι: «Η Τρίτη Διεθνής μετά τον Λένιν», εκδ. «Αλλαγή», Αθήνα 1979, τ. 1, 
σελ. 64-65.
4. Βλέπε Π. Βολομπούγιεφ: «Η Σοβιετική Ενωση στη δεκαετία του 1930: Το πείραμα του εκσυγχρονισμού της κοινωνίας από τον Στάλιν». Εισήγηση στη δεύτερη σύνοδο του «Συμποσίου ’90», το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 22-27 Οκτώβρη 1991.
5. Για περισσότερα δες το βιβλίο του Jean-Jacques Marie, «Στάλιν», εκδ. «Οδυσσέας’, Αθήνα 2003, σελ. 447-548, από όπου αντλήθηκαν τα προαναφερθέντα στοιχεία. Επίσης, το βιβλίο του Μίκλος Κουν, «Μπουχάριν. Από την ηγεσία των Μπολσεβίκων στο εκτελεστικό απόσπασμα», εκδ. «Θεμέλιο», Αθήνα 2007.
6. Δες Μ. Ράπτη: «Αυτοδιαχείριση-Σοσιαλισμός», εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 2006.