Η εναλλαγή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με αυτήν της ΝΔ τα προηγούμενα χρόνια απέδειξε για ακόμα μια φορά ότι τα φιλελεύθερα και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποτελούν «τα δύο πρόσωπα του Ιανού» του αστικού πολιτικού συστήματος. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει το ένα κόμμα, έρχεται να υλοποιήσει το άλλο.
Η κυβερνητική εναλλαγή παίρνει όλο και πιο καθαρά χαρακτηριστικά σκυταλοδρομίας ανάμεσα στα αστικά κόμματα. Παρά τη φαινομενική και συχνά οξυμένη φραστική αντιπαράθεση μεταξύ κυβέρνησης και υπόλοιπης αστικής αντιπολίτευσης, εκφράζεται με διάφορους τρόπους το κλίμα συναίνεσης, στη Βουλή με κοινή στάση απέναντι σε στρατηγικής σημασίας νομοσχέδια και τροπολογίες, με φιλοφρονήσεις του ενός για το νομοθετικό έργο του άλλου.
Γίνεται πιο καθαρό σήμερα ότι υπάρχει σύμπλευση του συνόλου των αστικών κομμάτων σε βασικές στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης.
Κρίνουμε τα αστικά κόμματα με βάση το πρόγραμμα, τον χαρακτήρα, τη δράση τους, τη στάση στήριξης στο καπιταλιστικό σύστημα, τις περιφερειακές και διεθνείς συμμαχίες τους, τη στάση τους απέναντι στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, την πολιτική τους απέναντι στην εργατική τάξη, στα λαϊκά στρώματα, στο εργατικό - λαϊκό κίνημα. Οι διαφορές τους μπορεί να οδηγούν σε εντάσεις και να προκαλούν σε μερικές περιπτώσεις δυσκολίες στη σταθερότητα ενός κυβερνητικού σχήματος, παρ’ όλα αυτά αποτελούν στήριγμα του συστήματος και παράγοντα διατήρησης και επιδείνωσης του συσχετισμού δυνάμεων, εμφανιζόμενα ορισμένα ως η εναλλακτική λύση κλπ. Ευνοούν την απρόσκοπτη συνέχιση και ένταση της αντιλαϊκής πολιτικής με την εναλλαγή στην κυβέρνηση, είτε μονοκομματικών είτε κυβερνήσεων συνεργασίας.
Όλα τα αστικά κόμματα, και πρώτα απ’ όλα η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ, ενιαία υιοθετούν:
- Τη στήριξη της ανάκαμψης της οικονομίας με βάση σχέδιο κρατικής παρέμβασης για την «πράσινη ανάπτυξη», με έμφαση στον τομέα της Ενέργειας (ενεργειακή μετάβαση - κλείσιμο λιγνιτικών μονάδων κλπ.). Την ίδια ώρα που «κόπτονται» για το περιβάλλον, από κοινού ψηφίζουν μια σειρά από νομοσχέδια με σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις,
παραδίδοντας δάση, βουνά, θάλασσες, ελεύθερους χώρους στους επιχειρηματικούς ομίλους, στηρίζοντας ανάλογες επενδύσεις (π.χ. Ελληνικό), συντηρούν εγκλήματα στη διαχείριση απορριμμάτων (π.χ. ΧΥΤΑ Φυλής).
- Την προώθηση της λεγόμενης «ψηφιακής μετάβασης», δηλαδή την αξιοποίηση των ψηφιακών δυνατοτήτων στις δομές και τις υπηρεσίες του αστικού κράτους, με στόχο κυρίως τη διευκόλυνση των επιχειρηματικών ομίλων, αλλά και για την ταχύτερη και πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση και καταστολή των εργατικών - λαϊκών δυνάμεων, την παρέμβαση στη λειτουργία των οργανώσεων του κινήματος.
- Την προώθηση αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις με κύριο μοχλό τη διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου σύμφωνα με τις ανάγκες του κεφαλαίου, μεταξύ αυτών και της τηλεργασίας.
- Την πολιτική της «ενεργής εξωτερικής πολιτικής» στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, της στρατηγικής συμμαχίας με τις ΗΠΑ.
- Το πλαίσιο των σημαντικών αλλαγών στην κατεύθυνση της πιο οργανικής σύνδεσης της Δημοτικής και Περιφερειακής Διοίκησης με τα κεντρικά όργανα και τους κεντρικούς κρατικούς σχεδιασμούς, με βάση ανάλογες δομικές αναπροσαρμογές της ΕΕ τα προηγούμενα χρόνια, που σχετίζονταν και με τη λειτουργία των ευρωενωσιακών προγραμμάτων. Τον ειδικό ρόλο που αναλαμβάνουν σε πολιτικές διαχείρισης της ακραίας φτώχειας, της μακροχρόνιας ανεργίας με στόχο την κοινωνική συναίνεση.
Η εργατική τάξη, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι αγρότες, οι γυναίκες των λαϊκών οικογενειών, οι νέοι και οι νέες βρίσκονται αντιμέτωποι με νέες προσπάθειες χειραγώγησης, παραπλάνησης, καλλιέργειας της μοιρολατρίας και των αυταπατών, με τη διάδοση από τη μια κοσμοπολίτικων ουτοπικών αντιλήψεων ή από την άλλη εθνικιστικών, ρατσιστικών και αντικομμουνιστικών θέσεων.
Στόχος όλης αυτής της εκστρατείας είναι να μπαίνουν εμπόδια σε όποιες τάσεις εργατικής - λαϊκής ριζοσπαστικοποίησης διαμορφώνονται, να μη συναντιούνται με την αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή πάλη, με την προοπτική της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος.
Το ΚΚΕ έχει ευθύνη με όλες του τις δυνάμεις να διεξάγει ολοκληρωμένα, αποτελεσματικά, τεκμηριωμένα ιδεολογική - πολιτική πάλη ενάντια:
– Στην προσπάθεια ιδιαίτερα της κυβέρνησης της ΝΔ, διάφορων αστικών επιτελείων, εκπροσώπων του κεφαλαίου να εμφανίσουν ως σύγχρονες και προοδευτικές τις βασικές στρατηγικές επιλογές του συστήματος, την προώθηση των αντεργατικών αναδιαρθρώσεων.
– Στην επιχείρηση να ντυθεί ιδεολογικά, με το πρόσχημα της «ασφάλειας» και της υπεράσπισης των ατομικών δικαιωμάτων, η ένταση της καταστολής και του αυταρχισμού, που εκφράζει τη συνολική τάση αντιδραστικής θωράκισης του συστήματος απέναντι στις δικές του αντιφάσεις και αντιθέσεις, αλλά και στις προβλέψεις για ένταση της λαϊκής δυσαρέσκειας.
– Στην ένταση της προσπάθειας του κράτους και της εργοδοσίας για την ενίσχυση των στοιχείων διάσπασης στους κόλπους της εργατικής τάξης με βάση μορφωτικές, μισθολογικές, ηλικιακές διαφορές, τη διαφορετική εθνική προέλευση, θρησκεία, χρώμα, φύλο, αξιοποιώντας σε αυτήν την κατεύθυνση και νέες μεθόδους εκμετάλλευσης, την πλατιά καθιέρωση ατομικών συμβάσεων, τη διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου.
– Στην προσπάθεια αναπαλαίωσης των παραδοσιακών αστικών πολιτικών και ιδεολογικών διαχωρισμών, όπως «δεξιά - αντιδεξιά», «συντήρηση - πρόοδος», «κεντροδεξιά - κεντροαριστερά», «συντηρητικός νεοφιλελευθερισμός - προοδευτικός αντινεοφιλελευθερισμός» κλπ.
– Στη θέση που προβάλλει η σοσιαλδημοκρατία, ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ, ότι είναι δυνατή μια φιλολαϊκή, «ήπια», «προοδευτική» εφαρμογή πολιτικών που στηρίζουν τις βασικές στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης. Στην παραλλαγμένη θέση που εκφράζει το ΜέΡΑ25, που ουσιαστικά αποσπά ζητήματα της κυκλοφορίας του χρηματικού κεφαλαίου από την καπιταλιστική σχέση ιδιοκτησίας, ανάγει ζητήματα διαχείρισης δανείων - χρεών - νομίσματος αποκλειστικά σε ζήτημα ευρωενωσιακής πολιτικής, ενώ πρόκειται για κυβερνητική πολιτική με στόχο να εξασφαλίζει ευρύτερη εργατική - λαϊκή συναίνεση σε αυτούς τους στόχους και την ανάλογη «κοινωνική συνοχή».
– Στην ουσία της πολιτικής των Δημοκρατικών του Μπάιντεν στις ΗΠΑ που προβάλλεται ως πρότυπο «δημοκρατικής μεταρρύθμισης» του συστήματος, αλλά και των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Αξιοποιούμε γενικότερα την ευρωπαϊκή και διεθνή πείρα που αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διαχείριση των αντιλαϊκών στόχων του κεφαλαίου.
– Στην προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να αξιοποιήσει στη μάχη για την κυβερνητική εναλλαγή την όποια λαϊκή δυσαρέσκεια και αγωνιστική αντίδραση στην πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ, ενώ ταυτόχρονα «απευθύνεται» προς την αστική τάξη ως πιο χρήσιμος και ικανός διαχειριστής. Να αναδειχτούν τα πεπραγμένα του ως κυβέρνησης όλη την περίοδο 2015 - 2019 που ξεμπροστιάζουν τις όποιες σήμερα «φιλολαϊκές» διακηρύξεις του. Να αποκαλυφθούν και τα πεπραγμένα του ως αντιπολίτευσης: Στηρίζει τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, τα προαπαιτούμενα των δεσμεύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης, τα ληστρικά για τον λαό σχέδια της «πράσινης ανάπτυξης», την πολιτική εμπλοκής στα ιμπεριαλιστικά σχέδια. Αν με τις αντιμνημονιακές κορόνες του έφτασε να εφαρμόζει μνημόνια, με διακηρύξεις σαν τις σημερινές είναι φανερό τι πρόκειται να κάνει σε μελλοντική διακυβέρνηση.
Επίσης, το ΚΚΕ με την πάλη του:
– Αποκαλύπτει την ουσία της γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία μπορεί να εκφραστεί και από άλλες, σοσιαλδημοκρατικού και οπορτουνιστικού χαρακτήρα, πολιτικές δυνάμεις. Τη συνολικότερη, δηλαδή, προσπάθεια ενίσχυσης ενός ρεύματος σοσιαλδημοκρατικής ανανέωσης πατώντας πάνω στη δυσαρέσκεια και τη φθορά της κυβέρνησης, στο έδαφος των πιο φανερών επιπτώσεων από την πανδημία.
– Συγκρούεται με τις αυταπάτες ότι υπάρχει μια συνεπής φιλολαϊκή «ρεαλιστική» εναλλακτική πρόταση «δημοκρατικής εμβάθυνσης» της ΕΕ, με «ισότιμη» ανάληψη ευθύνης από τα ισχυρότερα κράτη-μέλη για τα δημοσιονομικά ελλείματα, που προβάλλουν δυνάμεις όπως το ΜέΡΑ 25. Με τις «θεωρίες» περί «χρεο-δουλοπαροικίας» και «μετακαπιταλισμού» που δήθεν ευθύνονται για την αντεργατική επίθεση, βγάζοντας έτσι λάδι το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Με τις αντιλήψεις που αναπαράγουν τις λογικές που αρνούνται ουσιαστικά την πάλη σε εθνικό επίπεδο, θεωρούν ξεπερασμένα τα αιτήματα αποδέσμευσης από το ΝΑΤΟ, προβάλλοντας το στόχο «αυτο-διάλυσής του».
– Αντιπαρατίθεται με κάθε εκδοχή αναβίωσης μιας νέας «αριστερής σοσιαλδημοκρατίας», ενός «ΣΥΡΙΖΑ του 2010 και 2012», αναβίωσης της γραμμής της «αριστερής διακυβέρνησης» που δήθεν «αυτήν τη φορά δεν θα συμβιβαστεί», «θα εφαρμόσει ένα αυθεντικό μεταβατικό κεϊνσιανό πρόγραμμα», «θα έρθει σε αντιπαράθεση με επιλογές της ΕΕ και έτσι θα ανοίξει τον δρόμο για ριζικές ανατροπές, ακόμα και για τη σοσιαλιστική προοπτική», που προβάλλουν διάφορες οπορτουνιστικές δυνάμεις.
– Αντιπαρατίθεται σταθερά με ακροδεξιές, εθνικιστικές και φασιστικές δυνάμεις [π.χ. Ελληνική Λύση, εναπομείνασα Χρυσή Αυγή (ΧΑ), Εθνική Λαϊκή Συνείδηση (ΕΛΑΣΥΝ), Έλληνες για την Πατρίδα (ΕΛΛΗΝΕΣ ΓΤΠ), Ελεύθεροι Άνθρωποι κ.ά.] που παρά την καταδίκη της Χρυσής Αυγής συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται, αξιοποιούνται ως δυνάμεις κρούσης σε βάρος ιδιαίτερα νεολαιίστικων κινητοποιήσεων, αναπαράγουν τον σκοταδισμό και τον ανορθολογισμό, επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τις εξελίξεις στα Ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, την υλοποίηση της Συμφωνίας των Πρεσπών και τις εξελίξεις στο Προσφυγικό για να διευρύνουν την επιρροή τους.
Βάζουμε συγκεκριμένους στόχους με το κάλεσμα για συμπόρευση με το ΚΚΕ. Επιδιώκουμε να αγκαλιάσουμε χιλιάδες εργαζόμενους, απ’ όλες τις λαϊκές δυνάμεις, να τους εμπνεύσουμε με την πολιτική μας, να ενισχύσουμε τους ιδεολογικούς - πολιτικούς μας δεσμούς, για να ενταχθούν στην καθημερινή πάλη, σε όλες τις πολιτικές μάχες (στις βουλευτικές εκλογές κλπ.) μαζί με το Κόμμα, σε όλες τις μορφές του καθημερινού αγώνα, στην απεργία, στο συλλαλητήριο, στις αρχαιρεσίες στα σωματεία.
Η σκέψη μας βρίσκεται και στους χιλιάδες Έλληνες μετανάστες και άλλους Έλληνες του εξωτερικού, αυτούς που αγωνιούν για την πορεία της χώρας και του λαού μας, όλους όσοι ζουν, δουλεύουν και σπουδάζουν σε χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής, της Αυστραλίας κ.α. Το ΚΚΕ τους αντιμετωπίζει πριν απ’ όλα ως εργάτες, εργαζόμενους επιστήμονες ή φοιτητές που έχουν κοινά συμφέροντα, μιας και ζουν τις εμπειρίες και τα προβλήματα σε άλλα καπιταλιστικά κράτη. Σε αντίθεση με το ΚΚΕ, τα αστικά κόμματα διαχρονικά με την πολιτική τους βρέθηκαν ενάντια στα συμφέροντά τους και –όπως έδειξε το θέμα της ψήφου των αποδήμων– τους βλέπουν και τώρα εκλογικά, ψηφοθηρικά.
Οι Έλληνες μετανάστες μπορούν με τη δράση τους να βοηθήσουν στην ανάκαμψη και τον ταξικό προσανατολισμό του κινήματος στις χώρες που ζουν, ενισχύοντας τους δεσμούς τους με το εργατικό - λαϊκό κίνημα της χώρας μας.
Σήμερα υπάρχουν αρκετές εργατικές - λαϊκές δυνάμεις, μισθωτοί, αυτοαπασχολούμενοι της πόλης, αγρότες, επιστήμονες, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, που προβληματίζονται όλα τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο και για την πολιτική της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ. Δοκίμασαν τις συνέπειες μιας βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης, την πολιτική εμπειρία της λεγόμενης «αριστερής διακυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ, της παλιάς και νέας σοσιαλδημοκρατίας, του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και των πολέμων, του ρόλου της ΕΕ, του ΔΝΤ, του ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, γνωρίζουν και εκτιμούν τον ρόλο του Κόμματος στον αγώνα, χωρίς να είναι ίσως έτοιμοι ακόμα να υιοθετήσουν ή να συμφωνήσουν σε βασικές προγραμματικές θέσεις του Κόμματος.
Το ΚΚΕ μπορεί και πρέπει να προσεγγίσει όλες αυτές τις δυνάμεις, να συζητάει συστηματικά μαζί τους τις θέσεις του, να μελετά τις δικές τους απόψεις και παρατηρήσεις, να επιδιώκει να δράσουν μέσα στις γραμμές του κινήματος, στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, στην κοινωνική συμμαχία, σε άλλες αγωνιστικές μορφές δράσης. Το ΚΚΕ επιδρά πιο ουσιαστικά με την πολιτική και το Πρόγραμμά του. Είναι καθήκον που αφορά όλα τα καθοδηγητικά όργανα του Κόμματος, από την ΚΕ έως τα Γραφεία των ΚΟΒ και όλες τις ΚΟΒ. Εφόδιό μας είναι οι θέσεις και οι επεξεργασίες μας, η πείρα που έχουμε συσσωρεύσει και που αποδεικνύουν την ουτοπία των αντιλήψεων για ένα μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα και την πιθανότητα μια κοινοβουλευτική κυβέρνηση να ανοίξει τον δρόμο της επαναστατικής διαδικασίας που θα οδηγήσει στην ανατροπή του καπιταλισμού.
Το ΚΚΕ με τη στρατηγική του, τις επεξεργασίες και τη δράση του συμβάλλει στον απεγκλωβισμό εργατικών - λαϊκών δυνάμεων από τις ψευδαισθήσεις για τη δυνατότητα φιλολαϊκής πολιτικής από κυβέρνηση «αριστερών» ή «προοδευτικών» δυνάμεων που με τη συμμετοχή μάλιστα των κομμουνιστών μπορεί να φέρει τον λαό πιο κοντά στη ριζική αλλαγή. Απαντά στο ιδεολόγημα ότι το ΚΚΕ με τη στρατηγική του για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας δεν προσφέρει, δήθεν, «άμεση πολιτική λύση» υπέρ του λαού. Αναδεικνύει τις ιστορικές αλλά και πρόσφατες αρνητικές εμπειρίες από την υιοθέτηση αυτής της πολιτικής σε όλον τον 20ό αιώνα και στις πρώτες δεκαετίες του 21ου.
Αντίθετα, η γραμμή της «άμεσης πολιτικής λύσης» το μόνο που πέτυχε ήταν η παρεμπόδιση της ριζοσπαστικοποίησης εργατικών - λαϊκών δυνάμεων, το σμπαράλιασμα του κινήματος, η ενσωμάτωση ΚΚ στο σύστημα, η απώλεια της ευκαιρίας της αποφασιστικής σύγκρουσης σε δοσμένες συνθήκες.
Το ΚΚΕ απαντά στις ανάγκες και στα προβλήματα του λαού με τη θέση και τη δράση του για την αναζωογόνηση της ταξικής πάλης, την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, την κοινωνική συμμαχία που παλεύει να αποσπάσει κατακτήσεις, συγκεντρώνει και μαζικοποιεί δυνάμεις, ώστε να ενισχύεται ο αγώνας για την πραγματική ανατροπή, την εργατική εξουσία.
Το ΚΚΕ έχει σήμερα, πολύ περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο, ισχυρές αποδείξεις που εδράζονται και στις εμπειρίες του ελληνικού λαού, των λαών στην Ευρώπη, παγκόσμια. Έχει τη δυνατότητα να πείσει, να επιδράσει, να προβληματίσει για τη σημασία που έχει ο καθημερινός αγώνας για τα οξυμένα λαϊκά προβλήματα να κατευθύνεται και να εντάσσεται στον αγώνα για την εργατική εξουσία, σε αντίθεση με τη λογική του δήθεν «μικρότερου κακού» που οδηγεί στον αφοπλισμό του εργατικού - λαϊκού κινήματος, στην υποχώρηση και χειραγώγηση. Είναι απαραίτητη και πολύτιμη η ανάδειξη της ιστορικής πείρας, μέσα και από τη μελέτη του Δοκιμίου Ιστορίας του Κόμματος, βεβαίως και άλλες σύγχρονες επεξεργασίες.
Το ΚΚΕ δεν υποτιμά τον εξαιρετικά αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων, επεξεργάζεται την εξειδίκευση της στρατηγικής για την ανάπτυξη του ταξικού αγώνα ανά χώρο, ανά τμήμα της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων, με επίκεντρο την προβολή και διεκδίκηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών, με αναπόσπαστο στόχο η ανερχόμενη λαϊκή πάλη να διαφοροποιεί θετικά το συσχετισμό, στοιχείο του οποίου είναι και η απόρριψη του «ρεαλισμού» της ενσωμάτωσης και υποταγής του κινήματος.
Πιο συστηματικά και σε βάθος χρειάζεται να παρακολουθούμε ως Κόμμα την παρέμβαση των αστικών δυνάμεων στην Τοπική Διοίκηση. Να μπει η δράση τους στο στόχαστρο και τις διεκδικήσεις του εργατικού - λαϊκού κινήματος. Από αυτήν τη σκοπιά μεγαλώνει και η ευθύνη των κομματικών Οργάνων για μια πιο ουσιαστική και ολόπλευρη καθοδήγηση των εκπροσώπων μας στα όργανα Τοπικής Διοίκησης. Οι εκλεγμένοι κομμουνιστές, όπως και οι συνεργαζόμενοι με αυτούς και σε βάρος αυτού του αρνητικού συσχετισμού, αγωνίζονται για την ανακούφιση των λαϊκών οικογενειών με την ανάπτυξη της πάλης και των διεκδικήσεών τους.
Η άνοδος της ιδεολογικής στάθμης του Κόμματος, και της συλλογικής και της ατομικής, η συνεχής μελέτη και αφομοίωση των επεξεργασιών, η βελτίωση της καθοδηγητικής δουλειάς και της λειτουργίας των ΚΟΒ, με ουσιαστική ενίσχυση της συλλογικότητας, της κριτικής και της αυτοκριτικής, αποτελούν βασικό όρο ώστε να αποκτήσουμε μεγαλύτερη ικανότητα, επιτελικότητα, αποτελεσματικότητα, για να μπορούμε να δρούμε από κοινού με εργατικές - λαϊκές δυνάμεις που δεν συμφωνούν με το Πρόγραμμά μας, να συμβάλλουμε στην οργάνωση του αγώνα σε όλες τις συνθήκες, σε καμπές, είτε ανόδου είτε προσωρινής υποχώρησης.
Αποτελεί βασικό όρο για να διεξάγουμε την ιδεολογική πάλη με πιο εύστοχο, εκλαϊκευτικό τρόπο, να ωθούμε με τις θέσεις και την αγωνιστική πρωτοπόρα στάση μας σε μεγαλύτερη λαϊκή πρωτοβουλία και μαχητικότητα. Να οικοδομούμε γερές ΚΟΒ και γερές Οργανώσεις της ΚΝΕ σε όλους τους κρίσιμους χώρους δουλειάς, εκπαίδευσης, σε κλάδους σημαντικούς, σε εργατικές - λαϊκές γειτονιές.
Σήμερα, μπορούμε να πρωτοστατήσουμε, με καλύτερους όρους, ώστε να κατανοείται πλατύτερα η αναξιοποίητη ακόμα πραγματική δύναμη του κοινού οργανωμένου αγώνα της εργατικής τάξης και των λαϊκών τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων, όπως επίσης των νέων και των γυναικών, ενάντια στην προπαγάνδα και την ίδια την πολιτική της παθητικότητας, της αδράνειας, της μοιρολατρίας, της ενσωμάτωσης, ενάντια σε όλες τις αυταπάτες ότι το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να εξανθρωπιστεί.