Στις σημερινές συνθήκες που δυναμώνει η λαϊκή δυσαρέσκεια και αυξάνονται δυνατότητες να ενισχυθούν η μαζικότητα και ο προσανατολισμός ενός ρεύματος αμφισβήτησης, που τον πυρήνα του συγκροτεί η επιρροή του Κόμματος στην εργατική τάξη, πρέπει να εντείνουμε τη μάχη, για να αποκτήσει αυτός ο πυρήνας ταξική, ιδεολογικοπολιτική αντοχή και μαχητικότητα απέναντι στις πολύμορφες παρεμβάσεις του κεφαλαίου, απέναντι στις αστικές πολιτικές δυνάμεις και τον οπορτουνισμό, απέναντι στη γραμμή των κοινών εθνικών συμφερόντων σε συνθήκες πολέμου.
Αυτή η δυσαρέσκεια αναπτύχθηκε και αναπτύσσεται στο έδαφος των τριγμών που δημιούργησε η πανδημία και η διαχείρισή της, οι φυσικές καταστροφές και ο ρόλος του αστικού κράτους σε αυτές, η εγκληματική πολιτική που οδήγησε στα Τέμπη και στη συγκάλυψη, στο έδαφος της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των συνεπειών της μάχης για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και της ελληνικής εμπλοκής. Αναπτύχθηκε σε συνθήκες έντασης της εκμετάλλευσης, όξυνσης όλων των προβλημάτων και των εργοδοτικών εγκλημάτων, σε συνθήκες πληθωριστικών πιέσεων και ακρίβειας και πιο φανερών πλέον αρνητικών συνεπειών για τη ζωή των εργαζομένων από την «ωρίμανση» στρατηγικών επιλογών του κεφαλαίου, της ΕΕ, της ΚΑΠ στους αγρότες, που υλοποιήθηκαν από διαδοχικές αστικές κυβερνήσεις. Τροφοδοτήθηκε από την αρνητική για το λαό πείρα, ιδιαίτερα της προηγούμενης δεκαετίας και από τις διαψευσμένες προσδοκίες.
Όμως η εργατική-λαϊκή δυσαρέσκεια παραμένει ρηχή και περιορισμένη πολιτικά. Ως αποτέλεσμα, το αστικό πολιτικό σύστημα, με τα μέσα που διαθέτει για την παγίδευση και χειραγώγηση της λαϊκής δυσαρέσκειας, επιχειρεί να δυναμώσει τις πιέσεις προσαρμογής στον αρνητικό συσχετισμό.
Σε αυτές τις συνθήκες έντασης της ιδεολογικής - πολιτικής διαμάχης μέσα στην εργατική τάξη και τα σύμμαχα λαϊκά στρώματα, η ικανότητα όλων των μελών και των στελεχών του Κόμματος κρίνεται από τη δυνατότητά τους να κλιμακώνουν την ιδεολογική - πολιτική τους παρέμβαση μέσω της προβολής της προγραμματικής μας επεξεργασίας, της ανάλογης συνθηματολογίας και των αντίστοιχων ενεργειών και της ανάδειξης συμπερασμάτων από την πείρα των ταξικών αγώνων. Έτσι μόνο μπορούν να επιτύχουν τον απεγκλωβισμό των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων από την επίδραση της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας και των φορέων της, να διαμορφώσουν όρους συσπείρωσης των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων με το Πρόγραμμα του ΚΚΕ και πάλης τους σε αντιμονοπωλιακή - αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Αντίστοιχα, η κάθε Κομματική Οργάνωση πρέπει να μετατραπεί σε κύτταρο - φορέα υλοποίησης αυτών των καθηκόντων.
Από αυτήν την άποψη, δίνουμε βάρος στα καθήκοντα της παρέμβασης του Κόμματος στο εργατικό κίνημα και στα κινήματα των σύμμαχων κοινωνικών δυνάμεων της εργατικής τάξης. Παρά τα βήματα που έχουν γίνει από το 21ο Συνέδριο, η κατάσταση προσομοιάζει με «κινούμενη άμμο». Η παρέμβασή μας χρειάζεται να αποκτήσει το απαραίτητο ιδεολογικό - πολιτικό βάθος, για να κατοχυρώσουμε τα θετικά βήματα που κατακτήσαμε και να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο πισωγυρίσματος μπροστά στην τεράστια πίεση που θα ασκηθεί αντικειμενικά τα επόμενα χρόνια στο πλαίσιο και της πολεμικής οικονομίας και προετοιμασίας και με δεδομένη την ανασύνταξη των αστικών πολιτικών δυνάμεων, ιδιαίτερα της σοσιαλδημοκρατίας.
Σήμερα, για να πραγματοποιηθεί αυτό το αναγκαίο και επιτακτικό άλμα στην παρέμβασή μας στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα απαιτούνται ορισμένες αναγκαίες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα απαιτείται:
- Η εξασφάλιση ενιαίας αντίληψης ότι στην πορεία ανασύνταξης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος αλληλεπιδρούν η δουλειά με το Πρόγραμμα του Κόμματος μέσα στο κίνημα και η συστηματική προσπάθεια να ανεβαίνει ο βαθμός οργάνωσης στα συνδικάτα, να αλλάζει ο συσχετισμός δυνάμεων στο εσωτερικό τους και να αυξάνεται η συμμετοχή των μελών τους στους αγώνες, δυναμώνοντας τον αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό της πάλης. Είναι απαραίτητο να προωθούμε συνδυασμένα όλους τους προηγούμενους στόχους που αποτελούν και προϋποθέσεις της ανασύνταξης.
- Η αυτοτελής ιδεολογική - πολιτική και οργανωτική δουλειά όλων των κομμουνιστών μέσα στην εργατική τάξη και στο συνδικαλιστικό της κίνημα με βάση το Πρόγραμμα και άλλες επεξεργασίες μας.
- Η οργανωμένη, σχεδιασμένη δουλειά και με την αντίστοιχη διάταξη δυνάμεων για τη βελτίωση της κομματικής οικοδόμησης, πρώτα απ’ όλα στους χώρους δουλειάς και στις ειδικές κατηγορίες των νεότερων ηλικιακά εργαζομένων και γυναικών.
- Η επεξεργασία και εξειδίκευση των πλαισίων πάλης και η πρωτοπόρα μαχητική δράση για τα προβλήματα των εργαζομένων.
- Η ταυτόχρονη συνεχής προσπάθεια συσπείρωσης ευρύτερων τμημάτων εργαζομένων στο πλάι του Κόμματος και της ΚΝΕ, ώστε να διευρύνεται το τμήμα αυτό που δρα πρωτοπόρα στον ιδεολογικό - πολιτικό και μαζικό αγώνα, που προετοιμάζεται ώστε να παίξει ηγετικό ρόλο στους αγώνες της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος.
Ο κομμουνιστής - συνδικαλιστής, για να είναι πρωτοπόρος ηγέτης και οργανωτής μαζών, είναι απαραίτητο να δρα πρωτοπόρα με τις ιδέες μας μέσα στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, να διαφωτίζει ευρύτερες δυνάμεις για την αναγκαιότητα και τη ρεαλιστικότητα ανατροπής του συστήματος της ταξικής αδικίας και εκμετάλλευσης, του καπιταλισμού, για την ανωτερότητα και την επικαιρότητα του σοσιαλισμού.
Στο Πρόγραμμα του Κόμματος προσδιορίζεται ότι η συσπείρωση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης με το ΚΚΕ και η προσέλκυση πρωτοπόρων τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων θα περάσει από διάφορες φάσεις. Το εργατικό κίνημα, τα κινήματα των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις και των βιοπαλαιστών αγροτών και η μορφή έκφρασης της συμμαχίας τους με αντιμονοπωλιακούς στόχους με την πρωτοπόρα δράση των δυνάμεων του ΚΚΕ, σε μη επαναστατικές συνθήκες, αποτελούν το πρόπλασμα για τη διαμόρφωση του επαναστατικού εργατικού-λαϊκού μετώπου σε επαναστατικές συνθήκες. Οι εργατικές-λαϊκές μάζες, μέσα από την πείρα της συμμετοχής τους στην οργάνωση της πάλης σε κατεύθυνση σύγκρουσης με τη στρατηγική του κεφαλαίου, θα πείθονται για την ανάγκη να πάρει η οργάνωση και η αντιπαράθεσή τους χαρακτήρα εφ’ όλης της ύλης και με όλες τις μορφές σύγκρουσης με την οικονομική, πολιτική κυριαρχία του κεφαλαίου.
Η κατανόηση πιο βαθιά και διαλεκτικά όλων των παραγόντων που συνδυασμένα πρέπει να υπηρετούν το ανέβασμα της συνειδητότητας και της οργάνωσης της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων (τη συλλογική πείρα του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, την άρρηκτη σχέση της ιδεολογικής πολιτικής δράσης με την ανάπτυξη των αγωνιστικών κινητοποιήσεων για τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εργαζομένων) αποτελούν βασικά κριτήρια εξέτασης και εκτίμησης της παρέμβασής μας αλλά και κριτήριο ωριμότητας και αντοχής στις στροφές της ταξικής πάλης.
Να κατανοούμε πιο ολοκληρωμένα τον ειδικό αναντικατάστατο καθοδηγητικό ρόλο του Κόμματος ως πρωτοπορίας της εργατικής τάξης. Να κατανοούμε και να παίρνουμε υπόψη μας ότι το συνδικαλιστικό κίνημα είναι κατώτερη βαθμίδα οργάνωσης της εργατικής τάξης. Ότι στις γραμμές του δρουν και παρεμβαίνουν όλες οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, το κράτος, η εργοδοσία. Επομένως η διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης και χειραφέτησης της εργατικής τάξης είναι πιο απαιτητική διαδικασία, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που ανεβάζουν τις απαιτήσεις της παρέμβασης του Κόμματος.
Ο κομμουνιστής και η κομμουνίστρια, δουλεύοντας πλατιά μέσα στις εργατικές-λαϊκές μάζες που μπαίνουν στην πάλη για τα δικαιώματά τους, πρωτοστατώντας σε κάθε λαϊκό πρόβλημα, να συμβάλλουν συνειδητά να συνδέεται ο οικονομικός αγώνας με την πολιτική πάλη. Να κατανοεί ότι αυτή η διαδικασία δεν γίνεται ούτε «μια κι έξω», ούτε συνθηματολογικά. Είναι συνδυασμός ιδεολογικής, πολιτικής, μαζικής, οργανωτικής παρέμβασης πριν από την εξέλιξη ενός αγώνα, κατά τη διάρκειά του και στη συνέχεια.
Απαιτεί επεξεργασία και εξειδίκευση αιτημάτων και διεκδικήσεων σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε κλάδο, που μπορούν να γίνουν κρίκοι για την ανάπτυξη του συλλογικού αγώνα, σε συνδυασμό με τη συστηματική προσπάθεια για τη διαμόρφωση ολοκληρωμένων πλαισίων πάλης, ανάδειξη μετώπων πάλης, που συμβάλλουν στην ενιαιοποίηση του αγώνα πλατύτερων τμημάτων των εργαζομένων σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση. Απαιτεί κλιμάκωση σε διεκδικήσεις, που πρέπει να μπολιάζονται με περιεχόμενο, σε πολιτική αντιπαράθεση με τις κυβερνήσεις, την εργοδοσία, τους πραγματικούς υπευθύνους, ώστε να φωτίζεται ο δρόμος της πάλης για τη λύση των προβλημάτων, για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων τους, που συνδέεται αναπόσπαστα με το δρόμο της ανατροπής.
Μόνο σ’ αυτό το δρόμο μπορούν να γίνουν υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων, να βάζουν εμπόδια στην αστική τάξη, να υπάρχουν και επιμέρους κατακτήσεις, να συνειδητοποιείται η ανάγκη του αγώνα για την εργατική εξουσία, να αναπτύσσεται και να παίρνει όλο και πιο μαζικά χαρακτηριστικά, σε συνθήκες μάλιστα πολύ οξυμένης αντιπαράθεσης στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος, αναπτύσσοντας τον δικό μας σχεδιασμό για συνεχή αντιπαράθεση και διαπάλη με τις άλλες πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις που θα επιχειρούν τον περιορισμό της πάλης σε μια ρεφορμιστική κατεύθυνση και στο συντεχνιασμό.
Το γεγονός ότι έχει δυναμώσει η εκτίμηση, η εμπιστοσύνη προς το Κόμμα από ευρύτερο τμήμα εργαζομένων και μέσα στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος, αποτελεί βάση όλης αυτής της προσπάθειας.
Η άνοδος του κύρους του Κόμματος και τα αποτελέσματα της δράσης μας στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα εκφράστηκαν και στις αρχαιρεσίες μεγάλων συνδικάτων, Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα (14 Ομοσπονδίες, 22 Εργατικά Κέντρα, ΑΔΕΔΥ, ΔΟΕ κ.α.), στη διεύρυνση των σωματείων που συσπειρώνονται γύρω από το ΠΑΜΕ και δραστηριοποιούνται στις κινητοποιήσεις των εργατικών οργανώσεων που συμμετέχουν σε αυτό.
Η σημαντική συμβολή του ΚΚΕ στη διαμόρφωση ενός ρεύματος αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής, μέσα από τη στάση του σε όλα τα μεγάλα μέτωπα, στη δράση μας μέσα στο κίνημα, πρέπει να παλεύουμε να αποκτάει βαθύτερα και πιο σταθερά χαρακτηριστικά.
Βασικό ζήτημα το επόμενο διάστημα είναι η αντιμετώπιση του αστικού σχεδίου που είναι σε εξέλιξη, με μπροστάρη το μηχανισμό του ΠΑΣΟΚ. Στόχος τους είναι οι δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ να αντιπαρατεθούν πιο αποφασιστικά με τις δυνάμεις του ΚΚΕ στην Αττική, που έχει ειδικό βάρος πανελλαδικά. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει και άλλες περιοχές, όπου παρατηρήθηκε αύξηση των δυνάμεων του Κόμματος. Με την εκπλήρωσή του επιχειρούν να αντιστρέψουν την κατάσταση, να ανακόψουν την τάση να μεγαλώνει και να βαθαίνει το ρεύμα συμπόρευσης εργαζομένων με το Κόμμα, που παίρνει και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μέσα στο κίνημα με απόσπαση εκλεγμένων και συμμετοχή στα δικά μας ψηφοδέλτια, συμπόρευση εκλεγμένων σε ΔΣ, συμπόρευση σωματείων με το ΠΑΜΕ.
Θα δυναμώσουν το επόμενο διάστημα οι παρεμβάσεις του κράτους, του κεφαλαίου και των κομμάτων του σε αυτήν την κατεύθυνση σε μια σειρά άξονες, στους οποίους πρέπει να δοθεί ιδεολογική και πολιτική βοήθεια στις δυνάμεις μας και τη μαζική τους παρέμβαση. Τέτοια προσπάθεια του αντιπάλου αποτελεί η απόπειρα να παρουσιαστεί το εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα ως «κοινωνικός εταίρος», «συνομιλητής» στη λογική της «γεφύρωσης συμφερόντων». Σε αυτήν την κατεύθυνση, εντάσσεται και η «κοινωνική συμφωνία» κυβέρνησης, εργοδοτικών ενώσεων και ΓΣΕΕ, η καλλιέργεια της γραμμής του «εθνικού συμφέροντος», της «κοινωνικής ειρήνης» και της ταξικής συνεργασίας, που εκφράζονται με ιδεολογήματα όπως «όλοι στην ίδια βάρκα είμαστε», ειδικά σε συνθήκες πολεμικής προετοιμασίας και ενδεχομένου οικονομικής κρίσης.
Οι διεργασίες που εκτυλίσσονται στο έδαφος των συνολικότερων εξελίξεων που πυροδοτήθηκαν από τη στάση της ΓΣΕΕ στον «νόμο Κεραμέως», τον απόηχο από την «κοινωνική συμφωνία» για τις ΣΣΕ, αλλά και η επίδραση της δικής μας παρέμβασης, διαμορφώνουν δυνατότητες απεγκλωβισμού δυνάμεων από την επιρροή του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού μέσα από τη σταθερή αντιπαράθεση με τις ηγεσίες τους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, χρειάζεται να προτάσσουμε τη δουλειά με το επεξεργασμένο πλαίσιο του ΠΑΜΕ, ακόμα πιο ειδικά την ανάλογη επεξεργασία ανά χώρο και κλάδο, δουλεύοντας με γνώμονα την ενίσχυση του ταξικού πόλου στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα. Μόνο έτσι μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για τη συγκρότηση ενός πανελλαδικά συντονισμένου ενιαίου κινήματος που θα εκφράζεται στις κοινές θέσεις και στόχους διεκδίκησης για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών των εργαζομένων, κόντρα στη γραμμή του συμβιβασμού και της ενσωμάτωσης του κινήματος.
Αυτή η δουλειά συμβάλλει, ώστε να δυναμώνουν και να διευρύνονται οι δεσμοί του Κόμματος με την εργατική τάξη, οι οποίοι θα δοκιμαστούν ακόμα πιο σκληρά σε συνθήκες όπου η πολεμική οικονομία και η νέα καπιταλιστική κρίση θα συνοδευτούν με αυταρχισμό, καταστολή και εργοδοτική τρομοκρατία, με διώξεις πρωτοπόρων εργαζομένων, με επιχείρηση απαγόρευσης της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης.
Ξεχωρίζουνε τα εξής στοιχεία με βάση τα συμπεράσματά μας:
Πρώτο, τη σημασία να υπάρχουν οργανωμένες δυνάμεις μέσα στους χώρους δουλειάς ως βασικός όρος για την παρέμβασή μας, για την ανάπτυξη αγώνων, για την επίδραση στους εργαζομένους με βάση την πολιτική μας.
Δεύτερο, την καθοδηγητική προσπάθεια για την εξειδίκευση της διαπάλης με βάση και τη μελέτη του χώρου.
Τρίτο, την ανάγκη αυτή η διαπάλη να διαπερνά τη διαμόρφωση των πλαισίων πάλης, ως όρος για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος.
Η μάχη για την ανασύνταξη θα κριθεί στους μεγάλους βιομηχανικούς χώρους, στις βιομηχανικές ζώνες, στους κλάδους που ιεραρχούμε, αλλά και σε κρίσιμους κλάδους που έχουμε αδύναμη κομματική και συνδικαλιστική παρουσία, στην Ενέργεια, στην Πληροφορική, στις Μεταφορές, σε χώρους της βιομηχανίας όπως εργοστάσια τροφίμων, φαρμάκου, στη χημική βιομηχανία, στη βιομηχανία επεξεργασίας έτοιμου φαγητού και τα μεγάλα catering, στα Super Market και τις μεγάλες αλυσίδες, στην αποθήκευση και τα logistics, στην ιδιωτική Υγεία.
Ο βασικός προσανατολισμός μας πρέπει να βρίσκεται στην επιδίωξη να οργανώνονται οι εργαζόμενοι με βάση το χώρο δουλειάς, ως βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση της κλαδικής οργάνωσης, ενότητας και κοινής δράσης των εργαζομένων σε επίπεδο περιοχής και σε επίπεδο κλάδου. Η πείρα επιβεβαιώνει ότι η συμμετοχή των εργαζομένων, η εξασφάλιση της συλλογικής δράσης, συζήτησης και απόφασης μέσα στους χώρους δουλειάς, σε συνδυασμό με το σωστά επεξεργασμένο πλαίσιο πάλης, είναι που εξασφάλισαν την αύξηση της εγγραφής και συμμετοχής των εργαζομένων στα επιχειρησιακά και κλαδικά σωματεία, τη συνέχεια του αγώνα, τη διαμόρφωση εστιών αντίστασης.
ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΑΣ ΣΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
Το Κόμμα έχει μεγάλη καθοδηγητική ευθύνη για τη βαθύτερη ιδεολογική δουλειά για την κατανόηση του μεταναστευτικού φαινομένου και την απόκρουση των αστικών ιδεολογημάτων και του ρατσιστικού και ξενοφοβικού δηλητηρίου, για τη σύγκρουση με την άγρια βαρβαρότητα σε βάρος των θυμάτων του πολέμου και της εξαθλίωσης, για την άνοδο των κοινών αγώνων Ελλήνων και μεταναστών και προσφύγων εργαζομένων.
Χρειάζεται ισχυρό μέτωπο ενάντια στο νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου της ΕΕ, στην όξυνση της καταστολής και του αυταρχισμού σε βάρος τους, όπως με το ρατσιστικό και απάνθρωπο νόμο της κυβέρνησης της ΝΔ για τη φυλάκιση μεταναστών, τα βάρβαρα σχέδια για τους λεγόμενους «κόμβους επιστροφής» σε χώρες της Αφρικής.
Ταυτόχρονα, η προσπάθεια προώθησης των διακρατικών δουλεμπορικών συμφωνιών για την εξασφάλιση φτηνού εργατικού δυναμικού σε μια σειρά κλάδους, μας φέρνει μπροστά σε νέα καθήκοντα από την είσοδο αυτών των ανθρώπων στη δουλειά, σε αντιπαράθεση με τα σχέδια του κεφαλαίου για περαιτέρω μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης συνολικά. Χρειάζεται να εξασφαλιστεί ο σχετικός προσανατολισμός στο εργατικό κίνημα, με την εξειδίκευση του πλαισίου πάλης (π.χ. για τα χαρτιά τους, τα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, τις συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης, την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας κ.ά.), να ασχοληθούμε πιο συστηματικά για την άνοδο της συμμετοχής των μεταναστών στα σωματεία και τους φορείς του λαϊκού κινήματος, την ανάδειξή τους σε συνδικαλιστικά στελέχη, για την προώθηση νέων μορφών οργάνωσης στο εργατικό-λαϊκό κίνημα για τους μετανάστες και πρόσφυγες, όπως με τη διεύρυνση της λειτουργίας στεκιών για Έλληνες και μετανάστες εργάτες. Να ενισχύσουμε την αυτοτελή δουλειά με το Πρόγραμμα του Κόμματος.
Να μας απασχολήσει ένα πιο συγκεκριμένο και ολοκληρωμένο σχέδιο παρεμβάσεων στη νεολαία με τη δράση της ΚΝΕ στους χώρους όπου συγκεντρώνεται νέος μεταναστευτικός πληθυσμός, όπως και στους νέους δεύτερης γενιάς, με έναν εξειδικευμένο προσανατολισμό σε συγκεκριμένες περιοχές, σε σχολεία με συντριπτική πλειοψηφία μεταναστών μαθητών κλπ.
ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ ΣΕ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ - ΑΝΤΙΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ
Έχουν γίνει βήματα στο να συνειδητοποιείται το γεγονός ότι η κοινωνική συμμαχία δεν αποτελεί απλά ένα συντονισμό διάφορων σχημάτων, που φτιάχνονται για να διευκολύνουν την άνοδο του κινήματος, αλλά συμμαχία κοινωνικών δυνάμεων στην κατεύθυνση της ανατροπής του καπιταλισμού και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.
Η υπόθεση της Κοινωνικής Συμμαχίας κατακτιέται στην πάλη για τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα σε κατεύθυνση διεκδίκησης του συνόλου των σύγχρονων αναγκών, που αντικειμενικά μπορούν να αποτελέσουν και το έδαφος της κοινής δράσης των εν δυνάμει συμμάχων κοινωνικών δυνάμεων. Αυτό επιβεβαιώθηκε από μεγάλα μέτωπα πάλης που πήραν και πανελλαδική έκφραση, όπως για το έγκλημα των Τεμπών, ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, το μέτωπο της προστασίας της υγείας του λαού, μέσα από την πάλη για την αντιμετώπιση των συνεπειών από φυσικές καταστροφές που πήραν μεγάλη διάσταση, αλλά και με το μέτωπο ενάντια στους πλειστηριασμούς - εξώσεις λαϊκών κατοικιών κ.ά.
Γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία να ανεβάσουμε το επίπεδο ικανότητας της επεξεργασίας και της προώθησης της αντικαπιταλιστικής - αντιμονοπωλιακής πάλης μέσα στο κίνημα κατά την προετοιμασία, τη διάρκεια και το τέλος ενός κύκλου αγώνων, εξετάζοντας τη συνέχεια, που θα βασίζεται στη συλλογική λειτουργία των οργάνων του κινήματος, των ΔΣ και των ΓΣ, με ευθύνη των καθοδηγητικών Οργάνων και των Κομματικών Ομάδων.
Με αυτόν τον προσανατολισμό δουλεύουν οι κομμουνίστριες και οι κομμουνιστές μέσα από τη δράση κάθε φορέα, με μπροστάρη το εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, για την ανάπτυξη ενός ενιαίου πανελλαδικά συντονισμένου κινήματος, όπου η κοινή δράση θα εκφράζεται κυρίως στους στόχους, στα αιτήματα και την αλληλεγγύη.
Νέα σημαντική πείρα διαμορφώνουμε από το αγροτικό ξέσπασμα που χαρακτηρίζεται από την εξαιρετικά μαζική συμμετοχή στα μπλόκα των αγροτών και στις δράσεις που αποφασίζει η Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων, αλλά και την παρέμβαση του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος στην κατεύθυνση υιοθέτησης και στήριξης των αιτημάτων των αγροτών, με αιχμή το «φτηνά στο χωράφι, ακριβά στο ράφι, για τα κέρδη των καπιταλιστών», την επεξεργασία πλαισίων για την οργάνωση απεργιών και συλλαλητηρίων, αξιοποιώντας και το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης με τον «προϋπολογισμό του πολέμου και της φτώχειας». Πρόκειται για σημαντική παρακαταθήκη στην προσπάθεια να στραφεί ο αγώνας από το ίδιο το εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα στο σύνολο της αντιλαϊκής πολιτικής.
Για άλλη μια φορά, επιβεβαιώθηκε ότι κρίσιμος κρίκος που μπορεί να συνδέσει αυτόν τον αγώνα είναι τα Εργατικά Κέντρα και τα μεγάλα σωματεία σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα που υπάρχουν στους νομούς. Αυτό επιβεβαιώνει η πείρα που διαμορφώθηκε με τις αγροτικές κινητοποιήσεις: Η αλλαγή των συσχετισμών σε Εργατικά Κέντρα και σε Ομοσπονδίες, η αλλαγή του συσχετισμού στον δημόσιο τομέα, που συνέβαλε ώστε με απόφαση του Συνεδρίου της ΑΔΕΔΥ να κηρυχθεί απεργία για τον κρατικό προϋπολογισμό και τη στήριξη των αγροτικών μπλόκων, όλα αυτά συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση κοινής δράσης της εργατικής τάξης με τα σύμμαχα στρώματα. Πιο αποτελεσματικά βήματα έγιναν στη Θεσσαλία, όπου κλιμακώθηκε απεργιακός πανθεσσαλικός αγώνας με τις αιχμές ενάντια στον προϋπολογισμό της κυβέρνησης, στην ΕΕ και συνολικότερα στη στρατηγική του κεφαλαίου. Σε αυτόν τον αγώνα μπήκαν εκτός από τα μπλόκα των αγροτών και άλλοι φορείς του κινήματος, αυτοαπασχολούμενων, φοιτητών και μαθητών, γυναικών.
Πρέπει να περάσει ένας τέτοιος μόνιμος προσανατολισμός δουλειάς, ειδικά στα Εργατικά Κέντρα όπου έχουμε την πλειοψηφία, σε Ομοσπονδίες με μεγαλύτερη επίδραση (π.χ. οικοδόμων, τροφίμων - ποτών, εμπορίου), σε αντίστοιχα τμήματα λαϊκών στρωμάτων, σε σωματεία που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, να μεγαλώσει η επαφή με φορείς του λαϊκού κινήματος (αγρότες, αυτοαπασχολούμενους, φοιτητές - μαθητές), με επεξεργασμένο περιεχόμενο, μορφές και πλαίσια πάλης που θα φωτίζουν τις αιτίες και την προοπτική. Σε αυτήν την κατεύθυνση συμβάλλουν οι πιο περιορισμένες κοινές δράσεις σε επίπεδο πόλης ή νομού για τα οξυμένα προβλήματα που βασανίζουν το λαό μας.
Βασικά μέτωπα πάλης που ανοίξαμε το προηγούμενο διάστημα και συνεχίζουν να αποτελούν κρίκο για τον συντονισμό και τη συσπείρωση μαζικών φορέων και ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων είναι:
- Η υπεράσπιση του εργατικού-λαϊκού εισοδήματος, των μέτρων υγείας και ασφάλειας στους χώρους εργασίας, ενάντια στην ακρίβεια, τη φοροληστεία και τα χαράτσια, κόντρα στις κατευθύνσεις της ΕΕ, των κυβερνήσεων και του κεφαλαίου για μείωση των κοινωνικών δαπανών μπροστά στη στροφή για την πολεμική οικονομία.
- Η πάλη ενάντια στην εμπλοκή της χώρας μας στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και τις συνέπειες από τη συμμετοχή της χώρας μας στους ευρωΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς.
- Ο αγώνας για αναβαθμισμένες αποκλειστικά δημόσιες και δωρεάν υπηρεσίες Υγείας, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας φροντίδας, ολόπλευρης προστασίας των παιδιών, στήριξης της αξιοπρεπούς διαβίωσης των ηλικιωμένων και των Ατόμων με Αναπηρία, των χρονίως πασχόντων.
- Ο αγώνας για αποκλειστικά δημόσιο δωρεάν σχολείο και πανεπιστήμιο, θέτοντας στο επίκεντρο το περιεχόμενο σπουδών, τα ζητήματα υποδομής, την πάλη ενάντια στους ταξικούς φραγμούς.
- Η υπεράσπιση του δικαιώματος στη στέγη, για φτηνή και ποιοτική κατοικία με ευθύνη του κράτους, κόντρα στους πλειστηριασμούς και τις κατασχέσεις, τα δυσβάσταχτα ενοίκια.
- Τα μέτρα για αντιπλημμυρική, αντιπυρική, αντισεισμική θωράκιση, για την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
- Ο αγώνας για την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό, την ψυχαγωγία, τις διακοπές κλπ.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΕΣ ΑΓΡΟΤΕΣ
Η πείρα των πρόσφατων αγροτικών κινητοποιήσεων επιβεβαιώνει ορισμένα κρίσιμα συμπεράσματα για την κομματική παρέμβαση:
- Η σημασία έγκαιρης αξιολόγησης των διαθέσεων των αγροτών στη βάση συσσωρευμένων και οξυμένων προβλημάτων. Πηγή αυτής της αξιολόγησης αποτελούν οι κομματικές δυνάμεις –οργανωμένες και συνεργαζόμενες– πρωτίστως οι αγροτοσυνδικαλιστές, η σχέση τους με ευρύτερες αγροτικές δυνάμεις, κυρίως μέσα από διαδικασίες του οργανωμένου κινήματος, π.χ. συνελεύσεις, συσκέψεις κ.ά. των Αγροτικών Συλλόγων και Ομοσπονδιών, της πανελλαδικής τους συσπείρωσης στη μορφή της ΠΕΜ.
- Η ανάληψη καλά σχεδιασμένων πρωτοβουλιών έκφρασης αγωνιστικών διαθέσεων, η αποδοχή των πρωτοβουλιών και η διαμόρφωση προγραμματισμένων κινητοποιήσεων ως σχεδιασμός - αποφάσεις των διαδικασιών του οργανωμένου αγροτικού κινήματος.
- Η επεξεργασία πλαισίου πάλης, που, αφενός αναδεικνύει τα κοινά προβλήματα - κοινές διεκδικήσεις διαφορετικών τμημάτων των αγροτών (γεωργών, κτηνοτρόφων, μελισσοκόμων, αλιέων ή και διαφορετικών τμημάτων των γεωργών με βάση την καλλιέργεια - το χώρο), αφετέρου ανάγει το επιμέρους πρόβλημα στο γενικότερο.
Η διαδικασία αυτή απαιτεί επιστημονική υποστήριξη από κομματικό επιτελείο, εκπαίδευση των κομμουνιστών αγροτοσυνδικαλιστών, συνεχή αλληλεπίδραση της κομμουνιστικής σκέψης και ανάλυσης με την εμπειρία των δυσαρεστημένων, δυνάμει μαχόμενων αγροτικών δυνάμεων.
Το καλά επεξεργασμένο πλαίσιο πάλης είναι προϋπόθεση ενοποίησης του κινήματος. Η αντιμονοπωλιακή αιχμή του είναι αυτή που αναμετριέται με την προσπάθεια να περιοριστεί ο αγώνας σε μια στενή «αντικυβερνητική κατεύθυνση», αλλά και να αντιμετωπίζεται η παρέμβαση από δυνάμεις της καπιταλιστικά οργανωμένης αγροτικής παραγωγής, που συγκυριακά μπορεί να αντιπαρατίθενται στην κυβέρνηση.
Η διαμόρφωση και στήριξη του πλαισίου πάλης, αλλά και η με μαχητικές ενέργειες προώθησή του απαιτεί συνεχώς επεξεργασμένο ιδεολογικό - πολιτικό αγώνα μέσα στο κίνημα, με δεδομένο ότι οι δυσαρεστημένες αγροτικές μάζες –όπως άλλωστε και οι εργατικές– αγωνίζονται χωρίς να αντιλαμβάνονται τις βαθύτερες κοινωνικές - οικονομικές - πολιτικές αιτίες των προβλημάτων τους. Όσο πιο μαζική είναι η λαϊκή αγροτική δυσαρέσκεια τόσο πιο έντονη είναι η διάχυση διεκδικήσεων συνδεδεμένων με απατηλές πολιτικές διεκδικήσεις, π.χ. αναζήτηση πολιτικής στήριξης της εγχώριας αγροτικής παραγωγής μέσα στην ΕΕ με σχετική αναθεώρηση της ΚΑΠ, για «εθνική διαπραγμάτευση» μέσα στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες ΝΑΤΟ, ΕΕ προς όφελος της εγχώριας βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής, με τη δήθεν «σωτηρία των αυτοαπασχολούμενων» κ.ά.
Η επιτυχημένη, όσο το δυνατό πιο διεισδυτική διεξαγωγή της ιδεολογικοπολιτικής πάλης μέσα από τις δομές και τις διαδικασίες του κινήματος απαιτεί πλούσια και επιχειρηματολογημένη, πυκνή αυτοτελή ιδεολογική - πολιτική παρέμβαση του Κόμματος. Προϋποθέσεις της είναι να διεξάγεται από περισσότερες Κομματικές και ΚΝίτικες δυνάμεις, όχι μόνο από τους κομμουνιστές αγρότες, όπου είναι περιορισμένες οι δυνάμεις μας.
Στην εμπειρία των αγροτών μετρά η έκφραση έμπρακτης αλληλεγγύης από το Κόμμα, την ΚΝΕ, με όλους τους τρόπους και τα μέσα που διαθέτουν, αλλά και από το ταξικά προσανατολισμένο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα. Αυτή η θετική εμπειρία μπορεί και πρέπει να επεκταθεί πανελλαδικά σε κάθε αγροτική περιοχή, να εμπεδωθεί και να εξελιχτεί σε φύτρα πραγματικής Κοινωνικής Συμμαχίας της εργατικής τάξης με τις λαϊκές αγροτικές δυνάμεις και τα λαϊκά τμήματα των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις.
Στοιχείο της κλιμάκωσης των αγώνων είναι και να γίνονται βήματα στη συνειδητοποίηση των αδιεξόδων του καπιταλισμού, στη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας και των προϋποθέσεων ταξικής - λαϊκής σύγκρουσης για την ανατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας - εξουσίας, για την εργατική εξουσία με τη στήριξη των βιοπαλαιστών αγροτών. Να ζυμώνεται και να συνειδητοποιείται ευρύτερα πως η κρατική στήριξη του αγροτοπαραγωγού προϋποθέτει επιστημονικό κρατικό σχεδιασμό των κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής, πως απαλλαγή του αγροτοπαραγωγού από τη μέγγενη του βιομήχανου, του εμπόρου, της τράπεζας προϋποθέτει να καταργηθεί και η αγοραπωλησία της γης. Να συνειδητοποιείται ότι «για να μη φύγει ο αγρότης από τη γη “του” που τη χρησιμοποιεί ως μέσο παραγωγής» είναι απαραίτητο να υπάρχει σοσιαλιστικό κράτος, που θα εξασφαλίζει υποδομές προστασίας από φυσικές καταστροφές, θα εισάγει νέες τεχνολογίες - μηχανήματα - οργάνωση που θα προστατεύουν παραγωγό και παραγωγή, θα ανεβάζουν το βιοτικό επίπεδο, θα αυξάνουν τον ελεύθερο χρόνο του, πλουτίζοντας τα ενδιαφέροντά του και δίνοντας διέξοδο στις αναζητήσεις μιας πολύπλευρης δράσης και ζωής. Αυτό απαιτεί και μια άλλου τύπου συνεταιριστική οργάνωση ως συμπληρωματική της σοσιαλιστικά οργανωμένης μεγάλης αγροτικής - κτηνοτροφικής μονάδας, απευθείας συνδεδεμένης με τη σοσιαλιστική βιομηχανία και το κρατικό εμπόριο.
Σε τελευταία ανάλυση, η διαφωτιστική μας δουλειά στους αγρότες να συμβάλλει, ώστε να μη φοβούνται την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, να αντιληφθούν τα πλεονεκτήματα της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας ακόμα και στη γη. Μόνο σε αυτήν τη βάση μπορεί να οικοδομείται μια αγωνιστική σχέση με αγροτικές δυνάμεις σε αντιπαράθεση και απεμπλοκή από αυταπάτες για αλλαγή κυβερνητικής πολιτικής με πολιτική στήριξη άλλων αστικών κομμάτων, σε απεμπλοκή από την αναζήτηση μιας «καλύτερης» ΚΑΠ, δήθεν προς το συμφέρον του ατομικού αγροτοπαραγωγού, κτηνοτρόφου, μελισσοκόμου, αλιέα.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ
Η δουλειά του Κόμματος στους αυτοαπασχολούμενους επαγγελματίες των πόλεων πρέπει να αναμετρηθεί με σημαντικές υποκειμενικές αδυναμίες που αφορούν:
- Τη μη συνδικαλιστική οργάνωση δυνάμεων που πολιτικά συσπειρώνονται με το Κόμμα, αλλά που οι ΚΟΒ δεν αναπτύσσουν συγκεκριμένη δουλειά ένταξής τους στο συνδικαλιστικό κίνημα.
- Τη μη χρέωση κομματικών μελών αυτοαπασχολούμενων για την ειδική συνδικαλιστική δουλειά στους αυτοαπασχολούμενους, αλλά και την εξειδικευμένη ιδεολογικοπολιτική δουλειά, ενώ συχνά αξιοποιούνται σε άλλες χρεώσεις της γενικότερης δουλειάς.
- Την έλλειψη καθοδηγητικής φροντίδας για την άσκηση και εξειδίκευση καθοδηγητικών στελεχών για τη δουλειά με τους αυτοαπασχολούμενους και κατ’ επέκταση την έλλειψη Βοηθητικών Επιτροπών στα Όργανα και την αδυναμία σωστής οργάνωσης Κομματικών Ομάδων για τους φορείς των αυτοαπασχολούμενων.
Χρειάζεται να αντιμετωπιστεί η αδυναμία σε όλους τους κλάδους αυτοαπασχολούμενων επεξεργασίας των συνεπειών της καπιταλιστικής στρατηγικής, την οποία υπηρέτησαν όλα τα αστικά κόμματα, με προσαρμογές σε κρίσιμες συνθήκες, π.χ. πανδημία. Κυρίως, η εξειδικευμένη προσαρμογή της κομματικής παρέμβασης έως τις ΚΟΒ.
Η ανάκαμψη, έστω και συγκυριακή, δημιουργεί προσδοκίες, αποπροσανατολίζει από την ανάγκη ενεργού ένταξης στη συνδικαλιστική δράση. Την ίδια στιγμή όμως δεν οδηγεί σε μια ποιότητα ζωής με ελεύθερο χρόνο, με διάθεση γενικότερης κοινωνικής δράσης.
Απ’ όλ’ αυτά προκύπτει ότι η σύνδεση της ιδεολογικής - πολιτικής δουλειάς στους αυτοαπασχολούμενους πρέπει να γίνεται στη βάση μόνιμων αντιφατικών χαρακτηριστικών τους, όπως έλλειψη ελεύθερου χρόνου, διαρκής αβεβαιότητα, εξάρτηση (μέσω πιστώσεων κλπ.) από μονοπώλια, χρέος στην εφορία, στο Ασφαλιστικό Ταμείο, αδυναμία προσαρμογής στις τεχνολογικές τσιμπίδες του εκσυγχρονισμένου φορολογικού μηχανισμού.
Η ιδεολογική - πολιτική δουλειά δεν μπορεί να είναι γενική. Πρέπει να παίρνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες σε κάθε κλάδο, στους οποίους υπάρχουν μεγάλες διαφοροποιήσεις ως προς το πώς βιώνουν την πίεση από τα μονοπώλια, τις μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις καθώς και το πώς προσλαμβάνουν τις δικές μας θέσεις αυτοαπασχολούμενοι επαγγελματίες και επιστήμονες. Για να μπορεί να γίνεται παρέμβαση με βάση το Πρόγραμμά μας προκύπτει η ανάγκη σταθερής σύνδεσης των προβλημάτων των αυτοαπασχολούμενων με τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής οικονομίας ως μόνης εναλλακτικής σε αντιπαράθεση με την καπιταλιστική οικονομία.
ΓΙΑ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΡΙΩΝ ΣΤΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΚΙΝΗΜΑ (ΟΓΕ)
Από το 21ο Συνέδριο έγιναν βήματα στη δράση των κομμουνιστριών στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα. Υπήρξε προσανατολισμός των καθοδηγητικών οργάνων για την ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών κομματικών μελών, κυρίως λόγω της πιο βαθιάς κατανόησης από τις κομμουνίστριες του χαρακτήρα της ΟΓΕ.
Έγιναν ορισμένα βήματα στην άνοδο της συσπείρωσης γυναικών εργατικής-λαϊκής ένταξης και καταγωγής στους Συλλόγους και τις Ομάδες της, στη συγκρότηση νέων Ομάδων της ΟΓΕ. Ταυτόχρονα, όμως, μεγαλώνουν και οι απαιτήσεις, ώστε να ανέβει η ικανότητα των γυναικείων κομματικών μελών να δουλεύουν με πλατύτερες μάζες γυναικών των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων, που δεν συμμετέχουν στα σωματεία και τους Συλλόγους τους. Η ουσιαστική συμμετοχή των κομμουνιστριών σε όλη τη δραστηριότητα των Γυναικείων Συλλόγων και Ομάδων της ΟΓΕ –και όχι η τυπική στις εκλογές για ΔΣ– είναι προϋπόθεση για την προσέλκυση στο κίνημα νέων δυνάμεων γυναικών.
Επιβεβαιώνεται ότι όλα αυτά συνδέονται με τη στήριξη από τα καθοδηγητικά όργανα των Κομματικών Ομάδων των Συλλόγων Γυναικών της ΟΓΕ, ώστε να ανταποκριθούν σε συνθήκες αντιφατικής εξέλιξης της συμμετοχής των γυναικών στην κοινωνική εργασία, της άρσης κάποιων ανισοτιμιών και ταυτόχρονα της διαμόρφωσης νέων ανισοτιμιών ή και ιδιαίτερων αναγκών. Ταυτόχρονα, απαιτείται προσανατολισμός για ουσιαστική συζήτηση των θέσεων για τη γυναικεία ισοτιμία, ώστε να γίνονται δύναμη διεκδικητικής δράσης για τα προβλήματα των γυναικών, που να απευθύνεται και να συσπειρώνει, να μαχητικοποιεί νέες δυνάμεις.
Η στάση των κομμουνιστριών χρειάζεται να εξασφαλίζει τακτική και ουσιαστική λειτουργία των ΔΣ των Συλλόγων και Ομάδων της ΟΓΕ και «ζωντανές» Γενικές Συνελεύσεις. Απαιτείται δημιουργικό πνεύμα από τις κομμουνίστριες, για να ξεπερνιούνται δυσκολίες που συναντούν στις συνεδριάσεις των ΔΣ, ως απόρροια και των σύγχρονων όρων εργασίας και ζωής των γυναικών, με τα ελαστικά και ακατάστατα ωράρια και με την ευθύνη των παιδιών στις πλάτες των νέων μητέρων. Απαιτείται εμπιστοσύνη στις προτάσεις - πρωτοβουλίες και ανάθεση ευθύνης σε όλα τα μέλη των ΔΣ Συλλόγων και Ομάδων.
Η πείρα δείχνει ότι χρειάζεται να ενθαρρύνονται οι γυναίκες που συσπειρώνονται να εκφράζουν απορίες, σκέψεις, προβληματισμούς, προτάσεις, για να αναπτύσσεται η διαπάλη με τις σύγχρονες αστικές και μικροαστικές αντιλήψεις για το γυναικείο ζήτημα και το φεμινιστικό κίνημα, να συνειδητοποιούνται οι ριζοσπαστικές διεκδικήσεις και τα αιτήματα, να αποφασίζονται οι αγωνιστικές πρωτοβουλίες και πολύμορφες παρεμβάσεις, που θα διευρύνουν τους δεσμούς με τις γυναίκες των λαϊκών δυνάμεων.
Εκτιμάμε ότι η κοινή δράση της ΟΓΕ με φορείς της Κοινωνικής Συμμαχίας του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, του αγροτικού, των αυτοαπασχολούμενων, του φοιτητικού, άλλων επιμέρους κινημάτων χρειάζεται να γίνει πιο ουσιαστική, ώστε να συμβάλει στην ανάπτυξη της μαζικότητας των εκδηλώσεων και των μορφών πάλης, όπως και στην καλύτερη γνώση των κοινών προβλημάτων και των αιτιών τους.