Προσυνεδριακός διάλογος


ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ

του Κώστα Μουγκογιάννη
Αχαΐα

  

Συμφωνώ με τις Θέσεις της ΚΕ για το 22ο Συνέδριο του Κόμματος. Στο επίκεντρο μπαίνει το ίδιο το Κόμμα και πώς δρούμε στις σημερινές μη επαναστατικές συνθήκες, ιδιαίτερα σε μια εποχή που η όξυνση όλων των αντιθέσεων του καπιταλιστικού συστήματος μπορεί να δημιουργήσει κατάσταση μεγάλης κίνησης μαζών, δυνατότητα ακόμη και εξεγέρσεων, ενδεχομένως και συνθηκών επαναστατικής κατάστασης, η οποία βεβαίως δημιουργείται αντικειμενικά και σε μη προβλεπόμενο χρόνο.

Με βάση αυτό εξετάζουμε τη σημερινή κατάσταση των δυνάμεών μας, με στόχο να κάνουμε πιο γρήγορα και αποτελεσματικά βήματα για την πλήρη εναρμόνιση με το επαναστατικό Πρόγραμμα και Καταστατικό του Κόμματός μας. Για ΚΚΕ πανίσχυρο, από την Κεντρική Επιτροπή, τα Όργανα Περιοχής και τα Τομεακά, μέχρι τις ΚΟΒ και τις ΟΒ.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση, θεωρώ ότι σήμερα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να κατανοηθεί ότι η πλατιά δουλειά με το Πρόγραμμα και το Καταστατικό στην εργατική τάξη και το λαό αποκτά «επείγοντα» χαρακτήρα.

Χρειάζεται να γίνει κτήμα κάθε Οργάνου, κάθε ΚΟΒ και ΟΒ, κάθε κομματικού μέλους, η ανάγκη για πλατιά διακίνηση των επαναστατικών ιδεών του Κόμματος, με σκοπό τη συγκρότηση γερών Οργανώσεων παντού, πρώτα και κύρια στους μεγάλους χώρους δουλειάς, στις εργατογειτονιές, στην ύπαιθρο.

Πάρα τα θετικά βήματα που μετρήσαμε το τελευταίο διάστημα στην Οργάνωση της Αχαΐας, καθώς το Τομεακό Γραφείο έκανε προσπάθεια να οργανώνει και να συζητά καλύτερα τα ζητήματα της στρατολογίας και της κομματικής οικοδόμησης, με προσπάθεια εξειδίκευσης ανά κλάδο (ειδικά στις Κατασκευές και τα Τρόφιμα - Ποτά), παραμένουν σημαντικές αδυναμίες, που πρέπει να ξεπεράσουμε.

Αρχικά, πρέπει η συζήτηση αυτή, το σχέδιο που καταρτίζει το Όργανο και στη συνέχεια οι ΚΟΒ, να γίνεται αντικείμενο σταθερής συζήτησης, σχεδιασμού και ελέγχου από τις ίδιες τις ΚΟΒ.

Χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, οι Γραμματείς των Τομεακών Οργάνων, αλλά και τα μέλη του, να έχουν στραμμένο το μάτι στη βοήθεια στους Γραμματείς και τα Γραφεία των ΚΟΒ, ώστε όλη η δουλειά που αναπτύσσουμε να έχει στο επίκεντρο την οργανωτική ισχυροποίηση του Κόμματος, ώστε να γίνουμε καθοδηγητικά πιο ικανοί να συνδυάζουμε την πλούσια ιδεολογική, πολιτική, αλλά και πολιτιστική παρέμβασή μας με το καθήκον της κομματικής οικοδόμησης.

Τα παραπάνω πρέπει να γίνονται χωρίς να χάνονται οι βασικές ιεραρχήσεις μας στο βιομηχανικό προλεταριάτο, τους εργαζόμενους στις καινοτόμες επιχειρήσεις κ.ο.κ.

Παραδείγματος χάριν, απασχόλησε τις συνεδριάσεις του Τομεακού Οργάνου, ότι ιδιαίτερα στις κλαδικές ΚΟΒ της Βιομηχανίας (π.χ. Τρόφιμα - Ποτά, Μέταλλο), αλλά και σε άλλες κλαδικές (π.χ. Εμποροϋπαλλήλων) αντιμετωπίζουμε το εξής ζήτημα. Ενώ τα τελευταία χρόνια καταγράφαμε άνοδο στις αρχαιρεσίες των Συνδικάτων, κερδίζαμε σταθερά περισσότερους εργαζόμενους που συμπορεύονταν με τους κομμουνιστές σε μια σειρά μάχες και ταυτόχρονα μεγάλωσε το κύρος των κομμουνιστών συνδικαλιστών στους εργαζόμενους του κλάδου, με μεγάλη δυσκολία ξεχωρίζαμε περιπτώσεις για στρατολογία και ακόμα πιο δύσκολα –αλλά και με έναν τυπικό τρόπο– ξεκινάγαμε τη συζήτηση μαζί τους για τη στρατολογία στο Κόμμα.

Εντοπίζοντας το παραπάνω και δεδομένων των δυνατοτήτων που όντως υπάρχουν, συζητήσαμε ουσιαστικά ότι η υπόθεση της οικοδόμησης και η προετοιμασία ενός νέου εργαζόμενου για να οργανωθεί στο ΚΚΕ είναι σύνθετο καθήκον. Απαιτεί προσπάθεια, με πρώτο και κύριο ζήτημα την ιδεολογική και πολιτική συζήτηση με το Πρόγραμμα και το Καταστατικό, αλλά και την ένταξη του υποψηφίου στη δράση, τη γνωριμία του με τις παραδόσεις και την ιστορία του Κόμματός μας. Αυτές είναι βασικές πλευρές που δημιουργούν προϋποθέσεις για την ένταξή του στο Κόμμα.

Με βάση αυτά, έγινε μια πρώτη, σημαντική και απαιτητική προσπάθεια, να οργανωθεί η συζήτηση με τον περίγυρό μας, με έμφαση στους πιο πρωτοπόρους, τους συνδικαλιστές που βρίσκονται δίπλα στο Κόμμα, εργάτες από μεγάλους χώρους δουλειάς και να πάμε θαρρετά να δώσουμε το Πρόγραμμα και το Καταστατικό σε όλους. Ταυτόχρονα, αναπτύξαμε ένα ιδεολογικό - πολιτικό πρόγραμμα δράσης, εντάσσοντας αυτόν τον κόσμο σε συσκέψεις, συζητώντας πλατιά την ανάγκη για οργανωτική ισχυροποίηση του ΚΚΕ στους τόπους δουλειάς, με στόχο να αυξάνονται οι εργάτες στους στρατηγικούς χώρους που θα «μπολιάζουν» την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού κομμουνισμού, που θα δίνουν την αντιπαράθεση και θα οξύνουν τη διαπάλη με την εργοδοσία και τους μηχανισμούς της.

Μέσα από αυτή την προσπάθεια είδαμε και τα αρνητικά μας, όπως ότι υπήρχε μέχρι σήμερα κόσμος, που ενώ σταθερά συμμετείχε στις δραστηριότητες του Κόμματος και χρεωνόταν δουλειά, δεν του είχαμε απευθυνθεί ποτέ για να οργανωθεί στο Κόμμα.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση βοήθησε η συγκρότηση σχολής οπαδών, με σταθερό κύκλο μαθημάτων, που παρότι για την Οργάνωση ήταν κάτι καινούργιο, ολοκληρώθηκε με επιτυχία, οι οπαδοί εξοπλίστηκαν παραπάνω, άρχισαν να φτιάχνουν τη δική τους βιβλιοθήκη με τα έργα των κλασσικών και μετρήσαμε αποτελέσματα και στη στρατολογία.

Όμως, παρά τα θετικά βήματα, απέχουμε πολύ από το να συνειδητοποιηθεί σε όλη την κλίμακα της Οργάνωσης ότι η κομματική οικοδόμηση και στρατολογία δεν είναι ένα «παράλληλο» καθήκον, ούτε υπόθεση λίγων στελεχών.

Γι’ αυτό θεωρώ ότι χρειάζεται να αναβαθμίσουμε το περιεχόμενο και τη λειτουργία των ίδιων των ΚΟΒ, δίνοντας μεγαλύτερη καθοδηγητική βοήθεια στους Γραμματείς και τα Γραφεία, ώστε να βοηθάμε την ΚΟΒ να επεξεργάζεται ζητήματα για το χώρο ευθύνης της, να συνδέει την ιδεολογική και πολιτική δουλειά με την καθημερινή δράση, έχοντας εικόνα της διαπάλης. Να καταρτίζει η ίδια σχέδιο, με στόχο να δυναμώνει η δουλειά με τη στρατηγική μας και να συγκεντρώνονται νέες δυνάμεις γύρω από το Κόμμα.

Βασική, συνεπώς, πλευρά που πρέπει να απασχολεί την ΚΟΒ σταθερά, είναι σε πόσο κόσμο διακινούμε, αλλά και συζητάμε, το Πρόγραμμα και το Καταστατικό του Κόμματος, επικεντρώνοντας την κουβέντα στα βασικά ζητήματα, στις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, τη δουλειά σε μη επαναστατικές συνθήκες (σαν τις σημερινές) για τη συγκέντρωση δυνάμεων για το σοσιαλισμό, αλλά και τον ίδιο το σοσιαλισμό και την οικοδόμησή του. Ήδη, τη συζήτηση στις ΚΟΒ έως τώρα, ιδιαίτερα στις κλαδικές και επιχειρησιακές, απασχολεί η δυσκολία που έχουμε στη συστηματική δουλειά με τον περίγυρο σ’ αυτή τη βάση.

Με δημιουργική ανησυχία οι σύντροφοι ανοίγουν ζητήματα για την ανάπτυξη ποιοτικών, πολιτικών δεσμών με τον περίγυρο, πράγμα που θεωρώ ότι χρειάζεται το επόμενο διάστημα να βρεθεί στο επίκεντρο της δουλειάς μας, ώστε οι δεσμοί μας με τους εργάτες που είναι δίπλα μας και όσους μας εμπιστεύονται, να αποτελούν βήμα συγκέντρωσης δυνάμεων για τη σοσιαλιστική προοπτική.

 

 

ΑΦΟΜΟΙΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ, ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΟΧΗ

του Γρηγόρη Μακρή
Γιάννενα

   

Στις θέσεις του 22ου Συνεδρίου του Κόμματος, μεταξύ άλλων, με απασχόλησε ιδιαίτερα το μεγάλο θέμα της αφομοίωσης. Λέγοντας αφομοίωση δεν αναφέρομαι στα στενά όρια της πρώτης περιόδου οργάνωσης ενός νέου μέλους, αλλά την συνολικότερη εξέλιξη του μέσα από την ΚΝΕ, με σκοπό την στρατολογία του στο Κόμμα.

Για αυτό είναι κρίσιμο κατά την γνώμη μου να γίνεται παντού και με κάθε τρόπο κατανοητό, ότι όταν λέμε ότι κάνουμε προσπάθεια ένα μέλος μας να αφομοιωθεί, επί της ουσίας εννοούμαι να αφομοιώνει την ίδια την στρατηγική και το πρόγραμμα του κόμματος. Να αμβλύνει τις όποιες κυρίαρχες αντιλήψεις τον έχει «ποτίσει» το σύστημα, να ενισχύει τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά, να γίνεται όλο και πιο συνειδητή η δράση του, να αλλάζει ολότελα η στάση ζωής του.

Με βάση τα παραπάνω, θα ήθελα να αναφέρω ορισμένες σκέψεις πιάνοντας μερικούς από τους πολλούς παράγοντες που παίζουν ρόλο σε αυτή τη διαδικασία και μεταξύ άλλων τους εξής:

– Την ανάγκη σταθερής και τεκμηριωμένης προβολής της προοπτικής και του στόχου για κάθε τι που κάνουμε, με σκοπό την εμπέδωση και την καλλιέργεια αντοχής.

– Την ιδιαίτερη ευθύνη των τομεακών οργάνων ως ενδιάμεσος, ιδιαίτερης ευθύνης, καθοδηγητικός κρίκος.

– Τη συστηματική και κυρίως παραδειγματική δουλειά των κομματικών μελών που είναι χρεωμένα στην ΚΝΕ, ώστε η πορεία και άλλων μελών της ΚΝΕ να είναι η οργάνωση τους στο Κόμμα.

Ξεκινώντας με το πρώτο, σε ένα σημείο των θέσεων αναγράφεται πως «…έχει σημαντική επίδραση ο σημερινός αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων, η απόσταση της τρέχουσας δουλειάς από την προοπτική, ο φόβος και η αβεβαιότητα για τις εξελίξεις στο μέλλον.» Ενώ σε άλλο σημείο, «Μπορεί να μην είναι η στιγμή του σαλπίσματος άμεσης «εφόδου», είναι όμως απαραίτητη και αναγκαία η διαφώτιση για τον σκοπό, τον στόχο, τους όρους και τις προϋποθέσεις της επαναστατικής ανατροπής».

Πολλές φορές όταν εκτιμάμε την έκβαση μιας επιτυχημένης μάχης, ιδιαίτερα όταν σε αυτή έχουν ξεχωρίσει χαρακτηριστικά όπως η μαχητικότητα, η τόλμη, η επιμονή κ.α., μεταξύ άλλων ένα από τα συμπεράσματα που εξάγουμε, είναι ότι τα παραπάνω προήλθαν χάρη στο εξής: Κατά τον ίδιο τον σχεδιασμό της μάχης καταφέραμε καθοδηγητικά, έγκαιρα να κατανοηθεί ο σκοπός, να δοθεί η μεγαλύτερη εικόνα – η σύνδεση – αυτής της μάχης ως ένα μέρος ενός συνολικότερους στόχου. Στην επιχειρηματολογία μας καταφέραμε να μην μείνουμε μόνο στα πιο άμεσα «στενά» αιτήματα της συγκεκριμένης μάχης, αλλά να τα συνδυάσουμε με την συνολικότερη πρόταση διεξόδου μας, κάνοντας δουλειά με το πρόγραμμα του κόμματος.

Το πρόβλημα είναι πως ένας τέτοιος τρόπος δουλειάς, που από την φάση του σχεδιασμού εμπεριέχει καθοδηγητικά το γιατί δίνουμε αυτή τη μάχη, που θέλουμε να φτάσουμε, τι αποτύπωμα θα αφήσει, πως συνδέεται με τον πιο μακρόπνοο σχεδιασμό μας και κύρια αναδεικνύει ότι ο στόχος του κόμματος είναι εφικτός και ρεαλιστικός, δεν γίνεται σε καθημερινή βάση. Δεν γίνεται για κάθε τι «μικρό» ή «μεγάλο». Συνήθως αφορά πιο «διακριτές» μάχες (π.χ. αρχαιρεσίες, Φεστιβάλ, οικονομική εξόρμηση) και χάνεται στην καθημερινή δουλειά των μελών και στελεχών της οργάνωσης. Η εξόρμηση, η αφισοκόλληση, η προφορική ανακοίνωση στο έτος, το γράψιμο μιας ανακοίνωσης, η βραδινή περιφρούρηση, κ.α., φαίνονται ορισμένες φορές «πολύ μικρά», ασύνδετα, άσχετα και μη βαρύνουσας σημασίας σε σχέση με τον στόχο μιας επαναστατικής οργάνωσης. Έτσι καταλήγουν να αντιμετωπίζονται ως μια δουλειά ρουτίνας, που το μέλος θα το κάνει μεν, αλλά δίχως να καταλαβαίνει και με σιγουριά, ούτε το πόσο επαναστατική πράξη είναι στο σήμερα, ούτε την καθοριστική συμβολή που το ίδιο έχει μέσα από αυτή του την πράξη.

Χρειάζεται δηλαδή, για κάθε τι που κάνει ένας μέλος μέσα στη μέρα του, να εξηγείται συνεχώς με επιμονή και υπομονή ο σκοπός, ο στόχος και η προοπτική. Με αυτόν τον τρόπο θα σπάει η αποσπασματικότητά με την οποία μπορεί να αντιλαμβάνεται τα όσα κάνει. Θα γίνεται όλο και πιο κατανοητό ότι η διέξοδος για την οποία παλεύει η οργάνωση είναι εφικτή και ρεαλιστική, γιατί το κάθε μέλος θα καταλαβαίνει πως μέρα με την μέρα υλοποιεί κομμάτι της προετοιμασίας για αυτή τη διέξοδο.

Ο βασικότερος κρίκος ώστε τα μέλη των ΚΟΒ και ΟΒ αντίστοιχα, να καθοδηγούνται ώστε να πετυχαίνουμε τα παραπάνω, είναι οι γραμματείς και καθοδηγητές, τα μέλη των Τομεακών Οργάνων, το ίδιο το όργανο. Βαραίνει βέβαια η καθοδηγητική ευθύνη των Γραφείων και Επιτροπών Περιοχής.

Όπως αναφέρεται στις θέσεις «Μια οργανωμένη ιδεολογικοπολιτική συζήτηση στο ΤΓ δεν γίνεται μόνο ή κυρίως για την «αυτό-ανάπτυξη» του οργάνου ή των στελεχών, γίνεται για να μπορεί η συζήτηση να βοηθήσει, να στηρίξει την καθοδηγητική βοήθεια στην ΚΟΒ». Υστερούμε στο να γίνεται κατανοητό και κυρίως να μπαίνει στη ζωή η παραπάνω θέση.

Είναι χαρακτηριστική για παράδειγμα η αντίληψη που συναντάμε ορισμένες φορές από στελέχη, ειδικά όταν τα όργανα συζητάνε για τις νέες αναδείξεις σε αυτά. Συγκεκριμένα η αντίληψη «να βάλουμε ένα μέλος ΟΒ στο Τομεακό για βοηθηθεί και να μαθαίνει όλα αυτά που συζητάμε εμείς στο όργανο». Δεν κατανοείται δηλαδή στην πράξη ότι τα όσα λέγονται στα όργανα, αποτελούν εργαλείο των στελεχών, ώστε οι ίδιοι να καθοδηγήσουν και να βοηθήσουν να εξελιχθεί το κάθε μέλος που έχουν στην ευθύνη τους. Το παραπάνω θεωρώ πως σχετίζεται με δυο παράγοντες. Πρώτον ότι τα ίδια τα μέλη των Τομεακών, πολλές φορές νιώθουν ανεπάρκεια στο τι πρέπει να πουν στην ΟΒ και δεύτερον δεν ξέρουν πως να το πουν. Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη των Γραμματέων των Τομεακών και των καθοδηγητών από το ΓΠ στο πως δίνουν την μέθοδο δουλειάς, μη θεωρώντας τίποτα δεδομένο. Πολλές φορές μένουμε στο «τι» πρέπει να πούμε και να κάνουμε στις ΟΒ. Αυτό όμως που χρειάζεται, ώστε να γινόμαστε λιγότερο διοικητικοί και περισσότερο επιδραστικοί και να βοηθάμε να αποκτιέται ταυτόχρονα και μέθοδος καθοδήγησης, είναι το «πως» πρέπει να το πούμε και να το κάνουμε.

Πολλές φορές το παράδειγμα μιας πράξης μπορεί να γίνει πολύ καλύτερο μάθημα από πολλές σελίδες εισηγήσεων. Χρειάζεται λοιπόν για να δώσουμε καθοδηγητικά τη σωστή μεθοδολογία στα μέλη των Τομεακών και για να εμπνέουμε με τη στάση μας τα μέλη της ΚΝΕ, ώστε να βλέπουν τον εαυτό τους ως αυριανά μέλη του Κόμματος, αντί να εξηγούμε μόνο, να δρούμε στην πράξη και εμείς οι ίδιοι μαζί τους. Να τους δείχνουμε στην πράξη πως γίνεται το κάθε τι. Να δείχνουμε στην πράξη τι «διαφορετικό» κάνει ένα μέλος του Κόμματος που είναι χρεωμένο στην ΚΝΕ, σε σχέση με ένα μέλος της ΚΝΕ. Από το αίσθημα ευθύνης που χρειάζεται να δείχνει στους όρους λειτουργίας της ΟΒ, την επίτευξη του στόχου μιας μάχης είτε λέγεται οικονομική, είτε ιδεολογική είτε εκλογική, μέχρι την τόλμη, την κομμουνιστική ηθική σε κάθε πλευρά της ζωής του, γίνοντας φάρος και παράδειγμα προς μίμηση για κάθε μέλος της ΚΝΕ.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

του Κωστή Παναγιώτου
Αθήνα

 

Οι θέσεις του συνεδρίου εμπλουτίζουν την πείρα και ενισχύουν τον προβληματισμό που αναπτύσσεται γύρω τις σύγχρονες μεταβολές στους υλικούς όρους και τις συνθήκες ζωής και εργασίας της εργατικής τάξης καθώς επίσης και την επίδρασή τους στη διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης.

Ειδικά με την ανάπτυξη μίας ομπρέλας τεχνολογιών που ενιαιοποιούνται κάτω από τον όρο Τεχνητή Νοημοσύνη, τα τελευταία χρόνια γίνεται μία προσπάθεια να εγκλωβιστούν τμήματα των εργαζομένων σε διλήμματα, όπως αν θα σημάνει το τέλος του καπιταλισμού ή η ολοκληρωτική κυριαρχία του, αν θα συμβάλει στο να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση, αν θα αναδυθεί μία νέα μορφή οργάνωσης της οικονομίας όπως ο νεφελοκαπιταλισμός, αν θα είναι το τέλος της ανθρώπινης εργασίας και της εργατικής τάξης και άλλα. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των προσεγγίσεων είναι ότι τοποθετούνται έξω από τους νόμους της καπιταλιστικής οικονομίας.

Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού όπου ένα άλμα στην ανάπτυξη των μέσων παραγωγής τροφοδοτεί μία συζήτηση για το τέλος του, όπως τον έχουμε γνωρίσει, για μία ανατροπή στις σχέσεις παραγωγής. Γνώριμη είναι η συζήτηση για την κατάργηση των εκμεταλλευτικών σχέσεων που ξεκίνησε το 2007 με την εισαγωγή των οικιακών 3d printers, παράλληλα με τη βιομηχανική τους χρήση. Το γεγονός δηλαδή ότι η κατοχή και μόνο μίας μηχανής ξεκομμένη από την παραγωγική διαδικασία θα μπορούμε να σε κάνει κεφαλαιοκράτη.

Λίγα χρόνια μετά το κίνημα «ανοικτού κώδικα» (open source), ένα ρεύμα που υπήρχε τα τέλη του 20ού αιώνα πήρε τη σκυτάλη και τροφοδότησε ξανά συζητήσεις για το τέλος του καπιταλισμού, για το «σοσιαλισμό στην πράξη» και άλλα.

Ενδεικτικό για το τι σηματοδότησε η τάση αυτή, είναι η ευρεία υιοθέτησή της από μονοπώλια όπως η Microsoft, η Google ανάμεσα σε άλλες. Συγκεκριμένα μέσα από αυτή την «ανταρσία», επιταχύνθηκε η κατασκευή των μεγάλων γλωσσικών λεξικών τα οποία αποτελούν το καύσιμο της τεχνητής νοημοσύνης, που για να αναπτυχθούν, χρειάστηκαν εκατομμύρια εργατοώρες. Ήταν τότε που η διείσδυση εκατοντάδων χιλιάδων προγραμματιστών, στη συντριπτική πλειοψηφία τους εθελοντές, εκτόξευσε και βελτίωσε την αποτελεσματικότητα και αυτοματοποίησή τους. Όταν δηλαδή το καπιταλιστικό σύστημα είχε περισσότερο από ποτέ ανάγκη από εργατικό δυναμικό σε αυτόν τον κλάδο. Σηματοδότησε δηλαδή το βάθεμα ακόμα περισσότερο της κοινωνικοποίησης της εργασίας στον κλάδο καθώς δεκάδες έως και χιλιάδες προγραμματιστές μπορεί την ίδια στιγμή να δουλεύουν πάνω στον ίδιο κώδικα, στο ίδιο project. Ενώ από την άλλη η ατομική ιδιοποίηση του αποτελέσματος ξεπέρασε πέρα από κάθε προηγούμενο.

Αγοράζοντας η Microsoft για 7,5 δισ. το Github απέκτησε πρόσβαση στο έργο εκατομμυρίων προγραμματιστών και σε πλατφόρμες όπως το Hugging Face, που φιλοξενεί περίπου 2 εκατομμύρια μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης. Μοιράζοντας παράλληλα το κόστος ανάπτυξης μέσω του εργάσιμου χρόνου που επενδύεται, ανάμεσα σε αυτή την τεράστια ποσότητα ερευνητών, προγραμματιστών, εταιριών (κυρίως start up), μειώθηκε δραστικά και ο οικονομικός πήχης για τη δημιουργία τεχνολογίας αιχμής. Αυτός ο χρόνος άλλωστε είναι που συνέβαλε στην εκτόξευση των κερδών της εταιρίας από 77,8 δισ. το 2013 οπότε και ξεκίνησε αυτή η στροφή προς το «ανοιχτό λογισμικό», σε 198,3 δισ. το 2022.

Την παραπέρα ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης οι μεγάλες πολυεθνικές κάθε άλλο παρά την εχθρεύονται. Αντιθέτως την επιδιώκουν. AI αλγόριθμοι χρησιμοποιούνται από την Amazon για τη μέγιστη δυνατή εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης βάζοντας πέναλτι στην «κακή απόδοση». Αντίστοιχα Google, Meta, Tik tok, Netflix, Spotify για να μεγιστοποιήσουν την προσοχή του χρήστη και το κέρδος από τις διαφημίσεις και άλλα.

Τμήμα της ανάπτυξης αυτής είναι και τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLM) που κατακτούν ολοένα και περισσότερο υψηλό επίπεδο, φανερώνοντας από τη μία τις δυνατότητες αξιοποίησής της σε ολοένα και περισσότερους κλάδους και από την άλλη τα όριά της αυτή τη δεδομένη στιγμή. Μπορεί λοιπόν να είναι πολύ ικανή να μελετήσει και να αναπαράγει μοτίβα, γεγονός που την καθιστά πολύ χρήσιμη στην πρόβλεψη του καιρού για τις επόμενες δυο-τρεις μέρες, αποτυγχάνει εντελώς όμως να παρουσιάσει εκτιμήσεις για το κλίμα για τις επόμενες δεκαετίες που προϋποθέτουν τη μελέτη και εφαρμογή νόμων και παραδοχών.

Σε κάθε περίπτωση, η ανθρώπινη εργασία είναι σημαντικότερη όσο ποτέ άλλοτε. Είναι ο μηχανικός λογισμικού, ο προγραμματιστής, ο χρήστης ή αντίστοιχοι ρόλοι που βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της παραγωγικής διαδικασίας, πολύ περισσότερο ρόλο παίζουν οι δικές τους αποφάσεις, η δική του εργασία στην οποία επενεργεί η τεχνητή νοημοσύνη.

Άλλωστε ο ανθρώπινος, ο λαϊκός παράγοντας πάντοτε θα είναι ο κυρίαρχος και θα αναπτύσσεται μέσα στην υλική πραγματικότητα και όχι κάποια προσομοίωση. Υποστηρικτές της «απεριόριστης δυνατότητας χειραγώγησης» που δήθεν έχουν αυτά τα συστήματα, χρησιμοποιούν το παράδειγμα της Cambridge Analytica που κατηγορείται ότι αξιοποίησε προσωπικά δεδομένα χρηστών του Facebook και άλλων πλατφορμών ώστε να επηρεάσει ένα ποσοστό του εκλογικού σώματος και να διαμορφώσει τα αποτελέσματα των αμερικάνικων εκλογών, του Brexit και άλλα. Σε ποιο βαθμό αυτό έγινε, μπορεί να μην το μάθουμε ποτέ, ξέρουμε όμως ότι καθόλου δεν κατάφεραν να περιορίσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια που εκφράστηκε με τις τεράστιες κινητοποιήσεις σε ΗΠΑ και Μ. Βρετανία.

Τέλος δεν μπορεί να μην μπαίνουν στη συζήτηση τα ιλιγγιώδη ποσά (1,5 τρισ. παγκοσμίως για το 2025) που επενδύονται σε υποδομές όπως το πρόγραμμα Stargate ύψους 500 δισ. Πρόκειται για ένα ενεργειακά αυτόνομο data center που αποδεικνύει παράλληλα και πόσο εξαρτημένη και γειωμένη στον υλικό κόσμο είναι η ψηφιακή παντοδυναμία των τεχνολογιών αυτών. Φανερώνεται όμως και το μέγεθος του πλούτου που έχει συσσωρευτεί μαζί και με τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού συστήματος να τον επενδύσει κερδοφόρα, καθώς έχει αρχίσει ανοικτά η συζήτηση για μία «φούσκα», με τα ταμεία σύνταξης και ασφάλισης των εργαζομένων να είναι στην πρώτη γραμμή των «χαμένων».

Η αλήθεια είναι ότι ο καπιταλισμός, οι νομοτέλειές του δεν χακάρονται και όλη αυτή η συζήτηση αποπροσανατολίζει από την ουσία των εξελίξεων που έχουν αναπτυχθεί στις επεξεργασίες μας, όπως για την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, την απαξίωση του κεφαλαίου ώστε να προκύψουν διέξοδοι για κερδοφόρες επενδύσεις. Ταυτόχρονα η μελέτη που μπαίνει και ως καθήκον από τις θέσεις είναι σημαντική στη συζήτηση για τη διέξοδο, για την πρότασή μας. Για την αξιοποίηση στα πλαίσια μίας άλλης οργάνωσης της κοινωνίας. Πώς θα μπορούσε να συμβάλει στον κεντρικό σχεδιασμό, στην παραγωγική διαδικασία, στην επιστήμη και μία σειρά από πλευρές της καθημερινής ζωής που τα μοτίβα παίζουν ένα ρόλο.

 

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

του Βαγγέλη Κυριακού
Αθήνα

  

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

Σε κάθε σημαντική τεχνολογική αλλαγή η αστική διανόηση προτάσσει επιχειρήματα για τη μείωση της ζωντανής εργασίας έως και την εξαφάνισή της. Συνακόλουθο συμπέρασμα είναι η υποβάθμιση του υποκειμένου της προλεταριακής επανάστασης: της εργατικής τάξης (οριζόμενης με βάση τα λενινιστικά κριτήρια)

Οι σχετικές θεωρίες επανέρχονται 30 χρόνια μετά τις απόψεις του Τζ. Ρίφκιν με την ευκαιρία των σημαντικών εξελίξεων της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ), των κβαντικών υπολογιστών και γενικότερα της πληροφορικής.

Τα 2 βασικά αστικά ρεύματα: της θεοποίησης της τεχνολογίας ως λύσης στο πρόβλημα της ταξικής πάλης και της δαιμονοποίησης της τεχνολογίας στη χαϊντεγκεριανή λογική αποτελούν τις 2 όψεις της δικαιολόγησης του δήθεν αιώνιου χαρακτήρα του καπιταλισμού ως του καλύτερου των δυνατών κόσμων.

Από τη βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα, όταν οι λουδίτες κατέστρεφαν τις μηχανές ως αιτία της ανεργίας, μέχρι τη σημερινή ανησυχία περί σημαντικής μείωσης της ζωντανής εργασίας η πραγματικότητα διαψεύδει τους αστούς στοχαστές. Για την ανεργία δεν φταίει η τεχνολογία ως ουδέτερη δύναμη, αλλά η δομική λογική του καπιταλισμού και οι καπιταλιστικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης. Η επιστήμη ως άμεση παραγωγική δύναμη και οι τεχνολογικές αλλαγές εξαφανίζουν δεξιότητες, αλλά δημιουργούν νέες. Σε τελική ανάλυση η παραγωγή απαιτεί την παρέμβαση της ζωντανής εργασίας. Στον καπιταλισμό η παραγωγή έχει κίνητρο το κέρδος, γι’ αυτό είναι ασύμβατη με την ικανοποίηση των αναγκών της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας, που υφίσταται την εκμετάλλευση.

Αν η ζωντανή εργασία εξέλειπε, το ποσοστό κέρδους ως μαθηματικός λόγος θα μηδενιζόταν, οπότε η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος θα ήταν αδύνατη (μαρξιστές οικονομολόγοι το έχουν αποδείξει και θεωρητικά εκτός από τις εμπειρικές μελέτες).

Στην αρχή του 20ού αιώνα οι τηλεφωνήτριες ήταν από τους τεχνολογικά εξελιγμένους κλάδους (και μάλιστα στην τσαρική Ρωσία επηρεάζονταν από τους μενσεβίκους ως εργατική αριστοκρατία), στην πορεία με την ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών ο κλάδος τους εξαφανίστηκε, αλλά νέες θέσεις σε άλλους υποτομείς στον κλάδο δημιουργήθηκαν. Με την ΑΙ οι απλές προγραμματιστικές εργασίες αυτοματοποιούνται, δημιουργούνται όμως νέες ανάγκες για πιο πολύπλοκο προγραμματισμό.

Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, κάθε δεκαετία χαρακτηρίζεται από κύριες αλλαγές στην τεχνολογία, π.χ. κατά χρονολογική σειρά: διαστημική και πυρηνική τεχνολογία, βιοτεχνολογία, επιστήμη υλικών και από τη δεκαετία του ’70 έχουμε την τεράστια ανάπτυξη και διάχυση της πληροφορικής στην καπιταλιστική παραγωγή κυρίες σε δευτερογενή και τριτογενή τομέα. Σε κάθε φάση οι αστοί δημοσιολόγοι από τη μία εκθείαζαν την τεχνολογική αλλαγή και ταυτόχρονα την δαιμονοποιούσαν ως αιτία των αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις και ως αιτία της ανεργίας.

Εν κατακλείδι η μόνη επανάσταση που μπορεί να υπάρξει είναι η προλεταριακή. Η υπέρβαση της ταξικής πάλης με την «επανάσταση» των ρομπότ και την ΑΙ είναι μύθος.

 

 ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Στον χάρτη των κομμάτων που αυτοαποκαλούνται κομμουνιστικά υπάρχουν κόμματα ψευδεπίγραφα, που ως κυβερνητικά εδώ και δεκαετίες προωθούν από τα πάνω την καπιταλιστική ανάπτυξη, κόμματα σοσιαλδημοκρατικά, κόμματα που υποκλίνονται στον ευρασιατικό ιμπεριαλιστικό πόλο και ένας μικρός αριθμών κομμάτων που αναφέρονται στον μαρξισμό λενινισμό και προσπαθούν να αναπτύξουν με βάση αυτόν τη συγκέντρωση δυνάμεων για την επανάσταση.

Με την καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης ο αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων είναι δεδομένος. Μοιάζει ως το κόμμα μας να είναι ένα «γαλατικό χωριό». Όμως και στις αρχές του 20ού αιώνα η επαναστατική πτέρυγα απαρτιζόταν από τους μπολσεβίκους, τους τεσνιάκους στη Βουλγαρία και ομάδες στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης (Γερμανία, Ουγγαρία, Ιταλία κλπ.). Όμως, λίγα χρόνια μετά ξέσπασε το επαναστατικό κύμα στην Ευρώπη με τη δημιουργία της ΕΣΣΔ (και την ήττα σε Γερμανία, Ουγγαρία, Ιταλία) και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο άλλες χώρες απεγκλωβίστηκαν από τον ιμπεριαλισμό.

Η ανάλυση των Θέσεων του Συνεδρίου για τη διεθνή κατάσταση αναδεικνύει με διαλεκτικό τρόπο τις δυσκολίες και τις δυνατότητες και η ιστορία δείχνει ότι οι ρωγμές του σήμερα μπορούν να γίνουν η επαναστατική υπέρβαση του αύριο, αρκεί να υπάρχει ασίγαστο μέτωπο όσον αφορά τη διατήρηση και ανάπτυξη του μαρξιστικού λενινιστικού χαρακτήρα του κόμματος στην πράξη. Η γκραμσιανή υπόδειξη ότι ο επαναστάτης πρέπει να έχει την απαισιοδοξία της γνώσης και την αισιοδοξία της θέλησης είναι επίκαιρη όσο ποτέ.

 

 

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

του Γιώργου Μαντικού
Γερμανία

  

Στις Θέσεις της ΚΕ για το 22ο Συνέδριο γίνεται αναφορά στην παρέμβαση του Κόμματος για την προστασία του Περιβάλλοντος σε σωστή κατεύθυνση και δείχνει την πρόοδο και σ’ αυτό τον τομέα.

Ο Μαρξ και ιδιαίτερα ο Ένγκελς είχαν τονίσει από νωρίς τη διαλεκτική ενότητα ανθρώπου και φύσης. Τις προηγούμενες δεκαετίες (πέρα από εξαιρέσεις Holz, Hollitscher) η παρέμβαση των κομμουνιστών διεθνώς –θεωρητικά και πρακτικά– ήταν αδύναμη, με αποτέλεσμα αστικές δυνάμεις να ελέγχουν όποιες κινητοποιήσεις αναπτύχθηκαν για το θέμα, στρέφοντας τις προφανώς στην κατεύθυνση που θέλουν.

Για το θέμα του περιβάλλοντος, χρειάζεται να αντιμετωπιστεί το προβαλλόμενο ιδεολόγημα της λεγόμενης «υποκειμενικής θεωρίας της Αξίας», που επανέρχεται από το 1980 δυναμικά. Η βάση του βρίσκεται στη θεωρία του W. Jevons (1870: «Η θεωρία της Πολιτικής Οικονομίας»), σύμφωνα με την οποία, την αξία ενός προϊόντος δεν την καθορίζει η σε αυτό περιλαμβανόμενη εργασία αλλά η χρησιμότητά του, θέση που «χτυπούσε» τη μαρξιστική θεωρία αλλά και τις θέσεις προηγούμενων οικονομολόγων όπως ο Ricardo. Πρόκειται για μια ιδεαλιστική προσέγγιση νομοτελειών της οικονομίας, που στη σημερινή εποχή του μεταμοντέρνου με την άρνηση της ύπαρξης αντικειμενικής πραγματικότητας, προσπαθεί να κυριαρχήσει σε όλα τα πεδία, και στην οικονομία. Έτσι, ανοίγει την πύλη σε θεωρίες, όπως ο αστικός δικαιωματισμός, οι συστημικές θεωρίες στην κοινωνιολογία κλπ., που στόχος τους είναι να θολώσουν το τοπίο, να σβήσουν την ταξική πάλη.

Ο Μαρξ έγραφε για μεταβλητό και σταθερό κεφάλαιο. Το πρώτο επενδύεται στο εμπόρευμα εργατική δύναμη, σαν μισθός. Το δεύτερο, σε πρώτες ύλες, μηχανές, κτήρια και ενέργεια. Αν διαιρέσει κανείς το κέρδος από αυτά τα δύο είδη του κεφαλαίου προκύπτει το ποσοστό κέρδους. Σύμφωνα με τον Μαρξ, το σταθερό κεφάλαιο μεταφέρει αμετάβλητα την αξία του στο εμπόρευμα. Το ύψος του μεταβλητού κεφαλαίου εξαρτάται, αντίθετα, από την διανομή του ύψους της νέας αξίας (του αθροίσματος από μισθό και κέρδος) μεταξύ επιχειρηματιών και εργαζόμενων.

Στον 19ο αιώνα, οι καπιταλιστές προσπαθούσαν να αποσπάσουν όσο το δυνατόν περισσότερο κέρδος με την απρόσκοπτη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης (μεγάλη εργάσιμη ημέρα, μισθοί κάτω από το ελάχιστο όριο για να επιζήσει ο εργαζόμενος). Έτσι, απειλούταν η εργατική δύναμη με καταστροφή και κατ’ επέκταση οι βάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το εργατικό κίνημα αλλά ακόμα και ορισμένοι αστοί και οπορτουνιστές αντιπάλευαν αυτή την εξέλιξη, προκειμένου να «διασώσουν» το ύψος του μεταβλητού κεφαλαίου που καταβαλλόταν με τη μορφή του μισθού. Η αύξηση της αξίας της εργατικής δύναμης σήμαινε όμως μείωση του ποσοστού κέρδους για τους καπιταλιστές. Ένας τρόπος για να αποφευχθεί αυτή η ζημιά για το κεφάλαιο, ήταν οι μείωση των εξόδων για το σταθερό κεφάλαιο, π.χ. με φθηνές πρώτες ύλες, αντικατάσταση αυτών με τεχνητές, με διαχείριση αποβλήτων που θα τα μεταφέρει στην ατμόσφαιρα, στο έδαφος, στο νερό.

Μια δεύτερη μέθοδος για σταθεροποίηση του ποσοστού κέρδους αποτελεί η αύξηση της παραγωγικότητας με χρήση μηχανών. Ένας σταθερός ή και μειούμενος αριθμός εργατών παράγει τον ίδιο αριθμό εμπορευμάτων, έτσι αντικαθίσταται μεταβλητό από σταθερό κεφάλαιο (πρόκειται για αύξηση της σχετικής υπεραξίας). Αυτό ωφελεί το κέρδος στην περίπτωση που η εξοικονόμηση σε εργατική δύναμη είναι μεγαλύτερη από τα επιπλέον έξοδα για σταθερό κεφάλαιο. Όμως έτσι φθείρονται περισσότερες ύλες.

Από τα μέσα του 20ού αιώνα μειωνόταν η δυναμική μιας τέτοιας διεξόδου. Η επιβάρυνση του περιβάλλοντος ταράζει τα θεμέλια της καπιταλιστικής παραγωγής, κατά αναλογία με την καταστροφή της εργατικής δύναμης. Η τελευταία, άλλωστε, επηρεάζεται μέσω των συνεπειών της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης στην υγεία των εργαζομένων.

Αν η μεταφορά των εξόδων στο περιβάλλον βλάπτει τα θεμέλια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τότε επεμβαίνει το αστικό κράτος για να τα περιορίσει. Όμως τέτοιες επεμβάσεις κοστίζουν και πρέπει να χρηματοδοτηθούν από τη φορολογία. Αν αυτά τα έξοδα φορτωθούν στους εργαζόμενους, μπορούν να οδηγήσουν, ανάλογα με τη δυναμική του εργατικού κινήματος, σε μείωση των κερδών, γιατί μπορεί να διεξαχθούν αγώνες για μεγαλύτερους μισθούς. Αν κληθεί να τα πληρώσει το κεφάλαιο, τότε έτσι και αλλιώς μειώνονται τα κέρδη του.

Σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν, μια λιγότερο καταστροφική διαχείριση αποβλήτων προβάλλει ως λύση για τον καπιταλισμό στην προσπάθεια να μη μειώνονται τα κέρδη του. Όπως οι μεταρρυθμίσεις του 19ου αιώνα βοήθησαν στην προστασία του μεταβλητού κεφαλαίου, έτσι η αστική πολιτική για την προστασία του περιβάλλοντος προστατεύει το σταθερό κεφάλαιο.

Το θέμα όμως της πρόσβασης στον παραγόμενο πλούτο παραμένει. Αν στον 19ο αιώνα υπήρχε πίεση στα καπιταλιστικά κέρδη από την αύξηση της τιμής της εργατικής τάξης, που μεταφέρθηκε στο περιβάλλον, δημιουργείται σήμερα το αντίθετο ρεύμα, η εργατική δύναμη θα πρέπει να γίνει πιο φθηνή. Μια μέθοδος γι’ αυτό, π.χ. στις χώρες της ΕΕ, είναι η εισαγωγή εμπορευμάτων που παράγονται σε χώρες με πιο αδύναμη καπιταλιστική βιομηχανική ανάπτυξη, με χαμηλότερους μισθούς, έτσι όμως στην ΕΕ μειώνονται θέσεις εργασίας και εξαφανίζονται ολόκληροι βιομηχανικοί κλάδοι. Ταυτόχρονα στις χώρες της μεταναστεύει φθηνή εργατική δύναμη, η οποία είναι τόσο φθηνότερη, όσο πιο αβέβαιη είναι η νομική κατάσταση των μεταναστών. Αυτό μπορεί να μειώσει ως ένα σημείο τα επιπλέον έξοδα, που θα είναι απαραίτητα στο μέλλον, αν υπάρξει πιο οικολογική χρήση του σταθερού κεφαλαίου. Όμως τα έξοδα μεταβιβάζονται έτσι στους καταναλωτές (στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα στη συντριπτική πλειοψηφία). Διαφαίνεται αυτό ήδη με τις επιπτώσεις των ΑΠΕ στο λαϊκό εισόδημα, μέσω οικολογικότερων αυτοκινήτων, φόρων για διαχείριση απορριμμάτων κλπ.

Άρα, ανεξάρτητα από απόψεις ότι «οι κίνδυνοι από την καταστροφή του περιβάλλοντος δεν είναι ταξικοί, αλλά αφορούν όλους», η πολιτική για την προστασία του περιβάλλοντος κάτω από καπιταλιστικές συνθήκες επιβαρύνει την εργατική τάξη και αντικειμενικά αποτελεί πεδίο ταξικών αντιπαραθέσεων. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ΑΠΕ δεν έχουν θέση σε μια σοσιαλιστική οικονομία. Η κεντρικά σχεδιασμένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων προς όφελος της κοινωνίας μπορεί να οδηγήσει βαθμιαία σε μείωση της χρήσης, π.χ., λιγνίτη και έτσι θα μειωθεί η εκπομπή άνθρακα στην ατμόσφαιρα, με βασική προϋπόθεση βέβαια, την εξασφάλιση της επάρκειας ενέργειας και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας. Η προστασία του περιβάλλοντος θα είναι τότε ένας βασικός παράγοντας βελτίωσης της ανθρώπινης ζωής.

Η Πολιτική Οικονομία μάς δίνει τη δυνατότητα να κοιτάξουμε πίσω από το πέπλο, που βάζουν οι αστοί και στο ζήτημα της οικολογίας. Βέβαια, μια τέτοια τοποθέτηση χρειάζεται παραπέρα επεξεργασία, μιας και το θέμα θα απασχολεί το κίνημα τα επόμενα χρόνια.

 

 

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

του Νίκου Σακελλαρίδη
συνταξιούχου ιατρού νευροχειρουργού, Νέο Ψυχικό

 

Σοσιαλισμός είναι η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Οι επιχειρήσεις στο σοσιαλισμό μπορεί να είναι δημόσιες, συνεταιριστικές και ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Οι κλασικοί έχουν περιγράψει τον επιστημονικό σοσιαλισμό ως ένα δικαιότερο και οικονομικά ανώτερο κοινωνικό σύστημα.

Προσπάθειες οικοδόμησης μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας έγιναν σε πολλές χώρες. Οι αρχές και οι νόμοι του σοσιαλισμού έχουν περιγραφεί. Η εμπειρία τους είναι χρήσιμη και πρέπει να μελετηθεί.

Είναι προφανές ότι ο παγκόσμιος σοσιαλισμός υποχωρεί τις τελευταίες δεκαετίες. Σκοπός μας είναι να μελετήσουμε την οικονομική βάση αυτής της υποχώρησης.

Ο σοσιαλισμός βρέθηκε συχνά στην κατάσταση όπου ατομικές μορφές ιδιοκτησίας είναι πιο αποτελεσματικές από δημόσιες μορφές. Υπάρχουν δύο είδη αντιδράσεων σε αυτό. Πρώτον, επιτρέπουμε στην ιδιωτική επιχειρηματικότητα να αναπτυχθεί, με αποτέλεσμα άμεση αποτελεσματικότητα, αλλά όχι σοσιαλισμός. Δεύτερον, καταργούμε τις ιδιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να διατηρήσουμε τα σοσιαλιστικά ιδεώδη. Το πρόβλημα και με τις δύο αντιδράσεις είναι ότι ο επιστημονικός σοσιαλισμός δεν είναι μόνο ένα ηθικά δικαιότερο, αλλά και ένα αποδοτικότερο σύστημα, και όταν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις τα καταφέρνουν καλύτερα, το σοσιαλιστικό σύστημα κάνει κάτι λάθος.

Ας συζητήσουμε πολύ σύντομα τη σοσιαλιστική οικονομία και κυρίως τα προβλήματά της:

Δύο βασικά ερωτήματα έχουν διατυπωθεί και χρειάζονται σαφείς απαντήσεις. Πρώτον, τι συμβαίνει με τους ανθρώπους και τις επιχειρήσεις που εργάζονται λιγότερο αποτελεσματικά από τον κανόνα; Δεύτερον, πώς ανταμείβονται οι άνθρωποι και επιχειρήσεις που εργάζονται πιο αποτελεσματικά από τον κανόνα;

Όσον αφορά τους ανθρώπους που δεν εργάζονται, είναι σαφές ότι πρέπει να απολύονται. Τι γίνεται με εκείνους που είναι λιγότερο αποδοτικοί; Μπορεί η επιχείρηση να τους απολύσει και να προσλάβει άλλους που είναι πιο αποδοτικοί; Η λογική απάντηση είναι ναι. Γενικά οι πιο αποτελεσματικοί εργαζόμενοι είναι αυτοί που παράγουν περισσότερο, άρα παίρνουν υψηλότερους μισθούς. Τέτοιοι εργαζόμενοι μπορούν να προσληφθούν από μια καλύτερη επιχείρηση, με υψηλότερα κέρδη. Η ανεργία μπορεί να ρυθμιστεί με τη μείωση των ωρών εργασίας.

Ο μισθός του εργάτη στον σοσιαλισμό δεν είναι ισοδύναμος με αυτόν στον καπιταλισμό. Δεν καθορίζεται μόνο από την αξία της εργατικής δύναμης. Συμμετέχει επίσης σε αυτό που στον καπιταλισμό είναι η υπεραξία. Ένας λόγος είναι ότι ο μισθός του πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα μέσα παραγωγής που παρέχει το κράτος.

Η αρχή είναι ότι ο καθένας λαμβάνει μισθό ανάλογα με την κοινωνική εργασία του. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: Δύο εργαζόμενοι σε τυπογραφείο εργάζονται, ο ένας σε ένα πιο σύγχρονο και ο άλλος σε ένα παλαιότερο. Αν ο μισθός καθορίζεται από το τεμάχιο, χωρίς άλλες παραμέτρους, αυτό είναι άδικο. Επί Στάλιν, για τον καθορισμό του μισθού ενός εργάτη λαμβάνονταν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των τεχνικών συνθηκών της επιχείρησης. Άλλο παράδειγμα: Ο φόρος υπολογίζεται ανάλογα με τα μέσα παραγωγής που παρέχει το κράτος στην επιχείρηση. Περισσότερα μέσα παραγωγής, υψηλότερη παραγωγικότητα, αλλά και περισσότερος φόρος.

Είναι προφανές ότι η αρχή της καλύτερης αμοιβής για καλύτερη εργασία χρησιμοποιήθηκε σε κάποιο βαθμό. Ο βαθμός αυτός ήταν ανεπαρκής. Ένα άλλο παράδειγμα: Πρέπει μια φαρμακευτική βιομηχανία να διεξάγει έρευνα για ένα νέο φάρμακο; Το κόστος είναι τεράστιο και η αβεβαιότητα των αποτελεσμάτων μεγάλη. Εάν η επιχείρηση δεν έχει άμεσο μερίδιο στα όποια κέρδη, δεν θα κάνει έρευνα. Πρέπει να υπάρχει πνευματική ιδιοκτησία μιας επιχείρησης ή ενός ατόμου, διαφορετικά δεν υπάρχει κίνητρο.

Όσον αφορά τη σχέση του κεντρικού σχεδιασμού και των αυτόνομων επιχειρήσεων στο σοσιαλισμό: Ο κεντρικός σχεδιασμός προβλέπεται από τους κλασικούς του μαρξισμού. Χρησιμοποιήθηκε όμως μια ιδιότυπη μορφή κεντρικού σχεδιασμού, κατά την οποία η κεντρική κυβέρνηση προσπαθούσε να προγραμματίσει τα πάντα.

Το σοβιετικό κράτος προγραμμάτισε επανειλημμένα οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Σε γενικές γραμμές δεν πέτυχαν τους στόχους τους και ο κύριος λόγος ήταν η περιορισμένη προοπτική από την οποία έβλεπαν τα προβλήματα. Το πενιχρό πλεόνασμα που παραχωρούνταν σε επιχειρήσεις με καλύτερες επιδόσεις ήταν προφανώς ανεπαρκές. Ακόμη και οι πιο επιτυχημένες επιχειρήσεις είχαν προβλήματα παραγωγής, διότι παρά την αυξημένη απόδοσή τους, δεν είχαν επαρκείς πρώτες ύλες από άλλες επιχειρήσεις για να συνεχίσουν. Από την άλλη πλευρά, οι αναποτελεσματικές επιχειρήσεις ελάμβαναν περισσότερους πόρους το επόμενο έτος (ως ανταμοιβή;), προκειμένου να επιτύχουν τα σχέδιά τους.

Ο κεντρικός σχεδιασμός που υπήρχε στις σοσιαλιστικές χώρες προϋπέθετε ότι όλα τα αποτελέσματα θα επιτυγχάνονταν σύμφωνα με το σχέδιο. Αυτό ήταν ουτοπικό. Στην πραγματικότητα, τα αποτελέσματα μπορούσαν να είναι καλύτερα ή χειρότερα, και όλες αυτές οι περιπτώσεις οδηγούσαν σε προβλήματα. Αυτός ο κεντρικός σχεδιασμός δεν ήταν επίσης ευαίσθητος στις διορθώσεις της αγοράς. Ο κεντρικός σχεδιασμός θα πρέπει να εκμεταλλεύεται τους οικονομικούς νόμους της κοινωνίας και συνυπάρχει με επιτυχημένες και αποτυχημένες επιχειρήσεις.

Ο νόμος της αξίας δεν καταργείται στο σοσιαλισμό. Ουσιαστικά σημαίνει ανταλλαγή προϊόντων που περιλαμβάνουν την ίδια κοινωνική εργασία και αυτό είναι καλό και συνεπάγεται διαδικασίες αυτορρύθμισης της οικονομίας. Αν κάτι έχει μεγαλύτερη ζήτηση από την προσφορά, αυξάνεται η τιμή του, αυξάνεται η παραγωγή κλπ. Φυσικά, ο νόμος της αξίας δεν είναι ο ανώτερος νόμος του σοσιαλισμού. Κλασικό παράδειγμα είναι η παραγωγή μέσων παραγωγής και βαριάς βιομηχανίας από την ΕΣΣΔ στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου η ζήτηση από τις ανάγκες του πολέμου ήταν τεράστια, αλλά αν οι τιμές αυξάνονταν, οι ανάγκες αυτές δεν θα μπορούσαν να καλυφθούν, οπότε οι τιμές παρέμεναν χαμηλές. Αλλά η παραβίαση ενός τόσο σημαντικού οικονομικού νόμου πρέπει να γίνεται με προσοχή και σπάνια.

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα υφιστάμενων σοσιαλιστικών χωρών, όπου συνυπάρχει σημαντικός βαθμός ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, όπως η Κίνα. Μπορεί ο κεντρικός σχεδιασμός να διαμορφώσει τις εξελίξεις προς τον προηγμένο σοσιαλισμό σε αυτές τις συνθήκες; Σε γενικές γραμμές, πιστεύω ότι τέτοια συστήματα μπορούν πιθανώς να δικαιολογηθούν σε χώρες που βρίσκονται στο δρόμο οικοδόμησης του σοσιαλισμού, όπως το Βιετνάμ. Αντίθετα, δεν μπορώ να το εξηγήσω σε χώρες που οικοδομούν το σοσιαλισμό, όπως η Κίνα, όπου η ύπαρξη ενός ισχυρού καπιταλιστικού τομέα εντείνει τον κίνδυνο αναπαραγωγής εγγενών καπιταλιστικών ελαττωμάτων χωρίς να παρέχει προφανή πλεονεκτήματα, τουλάχιστον αν το σοσιαλιστικό σύστημα εφαρμοστεί σωστά.

Για να ανταμείβονται οι άνθρωποι που εργάζονται πιο αποτελεσματικά από το σύνηθες στον σοσιαλισμό, η ατομική ιδιοκτησία (εκτός των μέσων παραγωγής) που βασίζεται στην εργασία του κάθε ατόμου, ενθαρρύνεται. Αυτό περιλαμβάνει όλες τις σύγχρονες μορφές οικονομικής οργάνωσης, όπως τα χρηματιστήρια κλπ. Εξάλλου, ο κομμουνισμός, «στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του», προϋποθέτει ατομικό πλούτο. Πώς αλλιώς θα μπορούσε αυτή η απαίτηση να ικανοποιηθεί πλήρως στον κομμουνισμό; Η πρόταση αυτή είναι επίσης πολιτικά σημαντικά ελκυστική.

 

 

«CONTRAPUNCTO» («ΑΝΤΙΣΤΙΞΗ») - «ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ» VS «Η ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ»

του Δρ Χρήστου Ηλ. Κολοβού
Διευθυντή Ορχήστρας

  

Συμφωνώ με τις Θέσεις του Κόμματός μας για το 22ο Συνέδριο.

Στη σελ. 47, διαβάζουμε για τη «θετική προβολή της αγωνιστικής στάσης ζωής, η καλλιέργεια του ενδιαφέροντος για όλες τις Τέχνες, τον Πολιτισμό, τη γνώση, το διάβασμα αποτελούν στοιχεία σταθερής παρέμβασης και πεδίο δράσης των Κομματικών Οργανώσεων και όχι επετειακές, αποσπασματικές πρωτοβουλίες».

H γνώση, η εκπαίδευση, η μόρφωση, η παιδεία, η κουλτούρα, η ΜΟΥΣΙΚΗ και ανάμεσα σε αυτά η κλασσική μουσική, είναι σημαντικά ζητήματα για τον επαναστάτη που θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Όλα αυτά έχουν παρονομαστή το διάβασμα, τη ΜΕΛΕΤΗ.

Καθόλου τυχαίο δεν είναι που ένα από τα πρώτα διατάγματα που υπέγραψε ο Λένιν, αφορούσε στη μουσική. Το πρώτο της νέας σοβιετικής λαϊκής εργατικής διακυβέρνησης για την τέχνη των τεχνών (12 Ιουλίου 1918), με υπογραφή του ίδιου του Βλαντίμιρ Ιλίτς, θέτει στη διάθεση του Λαού την επαγγελματική μουσική εκπαίδευση. Ας κρατήσουμε τις δύο τελευταίες λέξεις: «μουσική εκπαίδευση». Υπεύθυνο τοποθετεί τον Λουνατσάρσκυ.

Γιατί γίνεται η επανάσταση; ρωτήθηκε ο Λουνατσάρσκυ. Μόνο για το ψωμί και το φαΐ; Γίνεται με σκοπό την μουσική, απάντησε. Δηλαδή για να γίνουν κοινό κτήμα όλων των ανθρώπων αυτές οι τεράστιες πνευματικές κατακτήσεις της ανθρωπότητας στη μουσική, τη λογοτεχνία, το θέατρο. Και να μην ανήκουν μόνο στην πλουτοκρατία.

Φυσικά μια τέτοια δουλειά, κομματική και οργανωτική και δη σε ένα αχανές κράτος, όπως η ΕΣΣΔ, φαντάζει ακατόρθωτη να τελεσφορήσει. Πώς δηλαδή θα έρθουν σε επαφή, θα γνωρίσουν και θα μάθουν ουσιαστικά, τεράστιες λαϊκές μάζες τα αγαθά της κουλτούρας, πώς θα αναπτυχθούν μορφωτικά και θα φτάσουν να τα βιώνουν; Για τον Λένιν, η σοσιαλιστική οικοδόμηση προϋπέθετε αυτήν την πολιτιστική επανάσταση, παρ’ όλο που αρχικά αρκετοί κράτησαν μια επιφυλακτική έως αρνητική στάση· κατόπιν, πήγανε αντάμα. «Βγάλτε τα πιάνα στο Λαό. Δώστε τους Μπετόβεν και Τσαϊκόφσκυ», φέρεται να βροντοφωνάζει ο Λένιν.

Πώς αλλιώς θα μαθαίνανε τη μεγάλη Τέχνη ο σοβιετικός λαός και πρώτα οι ίδιοι οι επαναστάτες;

Ξεκινάει συστηματική μουσική εκπαίδευση από την αρχή του σχολείου με πρόγραμμα που δεν ξεφεύγει ούτε χιλιοστό, για τη μόρφωση όλου του Λαού. Διαβάζουμε ότι μετά το 1920 λειτουργούν περί τις 100 φιλαρμονικές, 32 κρατικά θέατρα όπερας και μπαλέτου και 24 θέατρα μουσικής κωμωδίας και οπερέτας. Στα 1956 λειτουργούν πάνω από 900 επτατάξια μουσικά σχολεία, 19 δεκατάξια, 120 μουσικά ιδρύματα, 21 ωδεία και 2 ανώτατα μουσικά ιδρύματα τύπου ωδείου. Έτσι, αποκτούν όλοι στέρεα μουσική βάση, διαμορφώνουν κριτήριο αισθητικό και γνωστικό και φτάνουν να κατανοούν και να βιώνουν βαθιά, τα μοναδικά μουσικά σοσιαλιστικά οικοδομήματα, των Σοστακόβιτς, Χατσατουριάν, Καμπαλέφσκυ κ.ά., ανάμεσα στους οποίους και ο πρωτεργάτης Βολοντιμίρ Θεμελίδης. Σε διάφορες μαγνητοσκοπήσεις υπάρχουν οι αποδείξεις. Εργάτες εργοστασίων παρακολουθούν κλαίγοντας, άλλοτε ευτυχείς, τους μεγαλύτερους μουσικούς όλων των εποχών.

Έτσι, απαντάται και το πάντα επίκαιρο ερώτημα, εάν η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Η τέχνη όχι. Μπορεί όμως να επηρεάσει εκείνους που θα τον αλλάξουν, δηλαδή την εργατική λαϊκή τάξη, τους ανθρώπους του πνεύματος, τη νεολαία.

Ίδια κατάσταση επικράτησε σε όλες τις υπόλοιπες σοσιαλιστικές χώρες. Παράδειγμα, η σοσιαλιστική Ουγγαρία· ο συνθέτης και Παιδαγωγός Ζόλταν Κόνταλυ κατάφερε να μηδενίσει τον μουσικό αναλφαβητισμό. Εργαλείο του οι χορωδίες. Καταλαβαίνουμε πόση δουλειά πνευματική χρειάζεται για να πετύχει αυτό και να μιλάμε για μια επανάσταση.

Και η δική μας πείρα επιβεβαιώνει τα παραπάνω με τον πολυπληθή κόσμο που συρρέει και αγκαλιάζει, και συναυλίες κλασικής μουσικής, που έχει διοργανώσει το πρωτοπόρο και επαναστατικό Κόμμα μας, στο πλαίσιο της οργανωμένης κομματικής δουλειάς που κάνουμε τα τελευταία χρόνια. Ένα απαιτητικό είδος μέσω του οποίου ο Λαός γεμίζει συναισθήματα, ανάταση ψυχής και αποκτά μουσικό κριτήριο και κουλτούρα. Εκ του αποτελέσματος κρίνω, ότι και αυτή η παγκόσμια κατάκτηση του ανθρώπου, ανήκει στα ισχυρά «θέλω» του Λαού.

Πρέπει να ξεπεράσουμε για να βελτιωθούμε αγκυλώσεις του τύπου «μα δεν την καταλαβαίνω εγώ την κλασική μουσική», «δεν θα έρθει ο κόσμος», «δεν ξέρει ο κόσμος τις κλασικές συμφωνίες του Θεοδωράκη και δεν θα γεμίσει την αίθουσα» κλπ.

Πρόκειται για συνολικότερο θέμα που λένε οι Θέσεις, ιδεολογικοπολιτικό, με τη γενικότερη στάση απέναντι στο διάβασμα, τη μελέτη, την επαναστατική θεωρία, τη λογοτεχνία, τον πολιτισμό, ως όπλα για το μέλος του Κόμματος, της ΚΝΕ, τους φίλους του ΚΚΕ. Αυτό πρέπει να ισχύσει και στον δικό μου τομέα της κλασικής μουσικής, που έτσι πρέπει να την βλέπουμε, επαναστατικά μορφωτικά εκπαιδευτικά και όχι ως ένα μουσειακό ακρόαμα-θέαμα (βλ. όπερα) για λίγους.

Σίγουρα βοηθά η συστηματική προώθηση από «τα πάνω», η καθοδηγητική παραίνεση και η «γραμμή» που θα κινητοποιήσει κόσμο να συμμετέχει ενεργά και με τη σειρά του αυτός ο κόσμος και τους υπόλοιπους, δηλαδή τα μη μέλη, οπαδούς και φίλους του Κόμματός μας. Και η πείρα μάς δείχνει ότι αυτό συμβαίνει κάθε φορά.

Εξόν της οφθαλμοφανούς «γραμμής» που δίνουν ο ΓΓ της ΚΕ του Κόμματος και αρκετά μέλη του ΠΓ και της ΚΕ, με την παρακολούθηση πλείστων οπερών και συμφωνικών συναυλιών, πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα μάλα και σε τακτική βάση, τα καθοδηγητικά όργανα του Κόμματος· ο «Ριζοσπάστης», η ΚΟΜΕΠ, οι εκδόσεις της «Σύγχρονης Εποχής» επιστημονικά, μουσικά ορθά και διδακτικά για την ιδεολογική κομμουνιστική μορφωτική δουλειά αξιοποιώντας και την κλασική μουσική (αρθρογραφία, εκδόσεις, διοργάνωση συναυλιών, επιστημονικά συνέδρια για την κλασική μουσική, την όπερα και την μουσική εκπαίδευση). ΜΠΟΡΟΥΜΕ.

Όταν η «γραμμή» δίνεται «από τα πάνω» ηχηρά, ο Λαός συμμετέχει, γνωρίζοντας, ότι είναι ζήτημα ιδεολογικό και παιδείας. Δεν πρέπει όμως να εφησυχάζουμε. Δεν φτάνει αυτό.

Δεν αρκεί το «από τα πάνω», όπως λένε και οι Θέσεις. Χρειάζεται να καλλιεργηθεί ρεύμα πρώτα στις γραμμές του Κόμματος που να αγκαλιάζει κάθε μέλος, κάθε ΚΝίτη-ΚΝίτισσα, κάθε φίλο του Κόμματος «για συστηματική προσπάθεια αυτομόρφωσης», για προσωπική καλλιέργεια ψυχής και πνεύματος. Πρέπει δηλαδή η σελίδα του «Πολιτισμού» του «Ριζοσπάστη», ανάμεσα στα άλλα, να πετύχουμε να διαβάζεται από ακόμα περισσότερους. Η γενική γνώση, και πάνω στον πολιτισμό, που το σύστημα περιορίζει ιδιαίτερα στη νεολαία, είναι δύναμη για την αλλαγή του κόσμου.

Είναι δηλαδή θέμα βαθιά ιδεολογικοπολιτικό, η μουσική και η γενικότερη μόρφωση της νεολαίας και του Λαού μας.

Κάποτε, η συντρόφισσα Αλέκα Παπαρήγα είχε πει: «όταν κλείνει μια τηλεόραση, ανοίγει ένα βιβλίο». Τώρα λέμε: «κλείνουμε το tik-tok» για να μάθουμε ξανά να συγκεντρωνόμαστε και να διαβάζουμε. «Βαρβαρότητα του Καπιταλισμού»… η αμορφωσιά, ενώ η μόρφωση είναι «το Πνευματικό Εμβατήριο» για την ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.

«ΠΑΝΤΑ μιλάνε ο ΜΠΕΤΟΒΕΝ κι ο ΜΠΑΧ, κι ΟΧΙ τα όπλα», σε αντίθεση («αντιστικτικά») με πρόσφατη δήλωση μεγαλοεπιχειρηματία.

 

 

ΤΟ ΚΚΕ ΩΣ ΚΟΜΜΑ ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ- ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ

του Χαράλαμπου Μωυσίδη
συγγραφέα, Πειραιάς

 

Οι Θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής για το 22ο Συνέδριο θέτουν στο επίκεντρο το ζήτημα του Κόμματος, της ιδεολογικής και οργανωτικής του ετοιμότητας, της σύνδεσής του με την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης και της πάλης για τον Σοσιαλισμό-Κομμουνισμό.

Με κεντρικό σύνθημα «ΚΚΕ δυνατό, σταθερό, παντός καιρού», οι Θέσεις επιδιώκουν να θεμελιώσουν θεωρητικά τον ρόλο του Κόμματος σε συνθήκες αναδιατάξεων του ιμπεριαλιστικού συστήματος, όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων και εθνικιστικών-αστικών ανασυγκροτήσεων.

Στις Θέσεις γίνεται προσπάθεια να συνδεθεί ο ρόλος του Κόμματος με την αναγκαιότητα της επαναστατικής πάλης, με βάση το Πρόγραμμά του.

Ο Λένιν είχε γράψει ότι «χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα» (Lenin, 1902/1961).

Ωστόσο, η θεωρία δεν μπορεί να λειτουργεί ως σύστημα αρχών στατικών, αλλά ως μεθοδολογία ανάλυσης της πραγματικότητας και κατεύθυνσης της πράξης. Η ενότητα θεωρίας και πράξης αποτελεί τον θεμέλιο τρόπο ύπαρξης ενός επαναστατικού κόμματος. Αν αυτή διαρραγεί, είτε προς τον εμπειρισμό χωρίς ανώτερη συνείδηση είτε προς τον δογματισμό χωρίς δημιουργική πράξη, τότε το κόμμα χάνει τον ιστορικό του ρόλο. Σε αυτό το σημείο οι Θέσεις κάνουν ένα βήμα, αναγνωρίζοντας την ανάγκη αντιστοίχισης της καθημερινής δράσης με το επαναστατικό Πρόγραμμα, αλλά το βήμα αυτό πρέπει να αποκτήσει πιο σαφή διαλεκτική συγκρότηση: όχι απλή εφαρμογή του Προγράμματος «από τα πάνω» στις μάζες, αλλά ανάταση της συνείδησης μέσα από την επεξεργασία των αντιφάσεων που γεννά η ταξική πραγματικότητα.

Η έννοια του «κόμματος παντός καιρού» δεν μπορεί να νοηθεί αν δεν κατανοηθεί πρώτα η έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας.

Η αναγκαιότητα στον Μαρξισμό δεν είναι μεταφυσική αναγκαιότητα αλλά συγκεκριμένη, υλική εξέλιξη των αντιθέσεων. Ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» τόνιζε ότι «η ανάπτυξη των αντιφάσεων αποτελεί τον κινητήρα της ιστορίας» (Marx, 1867/1990). Άρα, κόμμα παντός καιρού είναι εκείνο που γνωρίζει, προβλέπει, οργανώνει και γενικεύει την κίνηση των αντιθέσεων. Οι Θέσεις σωστά επιμένουν στην αναγκαιότητα ιδεολογικής σταθερότητας απέναντι σε αστικές και οπορτουνιστικές πιέσεις, αλλά η σταθερότητα χωρίς κίνηση οδηγεί σε αμυντική πολιτική. Η σταθερότητα στον Μαρξισμό δεν είναι ακινησία, αλλά συνέπεια στις αρχές με ικανότητα προσαρμογής της μορφής δράσης. Ο Λένιν το είχε ξεκαθαρίσει: «Ένα κόμμα που δεν αλλάζει τις μορφές πάλης όταν αλλάζουν οι συνθήκες, χάνει την επαναστατική του ικανότητα» (Lenin, 1920/1977). Άρα, η σταθερότητα πρέπει να συνδυάζεται με διαλεκτική ευελιξία. Η θεωρητική και ιδεολογική συγκρότηση του ΚΚΕ είναι ισχυρό πλεονέκτημα και αναγνωρίζεται και στις Θέσεις. Ωστόσο, πρέπει να αποσαφηνιστεί συνεχώς ότι η ιδεολογική καθαρότητα δεν είναι άρνηση θεωρητικής ανάπτυξης. Ο Ένγκελς προειδοποιούσε ότι «το επαναστατικό κίνημα πεθαίνει, όταν παγώνει θεωρητικά» (Engels, 1891/1977). Δεν αρκεί το Κόμμα να επαναλαμβάνει σωστά θέσεις. Πρέπει να τις αναπτύσσει, να τις ενώνει ζωντανά με τις νέες εμπειρίες της ταξικής πάλης, να παράγει θεωρητικά εργαλεία για τη νέα εποχή. Σήμερα, το κεφάλαιο αναδιαμορφώνει τον τρόπο παραγωγής, επεκτείνεται στον ψηφιακό χώρο, γενικεύει την επισφαλή εργασία και βαθαίνει την ιδεολογική χειραγώγηση μέσω ελέγχου της πληροφορίας. Αν δεν υπάρξει θεωρητική ανάπτυξη της Μαρξικής κριτικής σε αυτά τα επίπεδα, τότε διαμορφώνεται κενό. Ο Ιλιένκοφ είχε γράψει ότι «η ιδεολογία που δεν ενώνει το αφηρημένο με το συγκεκριμένο, καταλήγει είτε σε αφηρημένο δογματισμό είτε σε εμπειρική τύφλωση» (Ilyenkov, 1977). Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα: το Κόμμα πρέπει να αναπτύξει βαθύτερη θεωρητική αντίληψη της εποχής, χωρίς να χάνει την επαναστατική πυξίδα.

Ένα ακόμη σημείο που αναδεικνύουν οι Θέσεις είναι η ανάγκη οικοδόμησης δεσμών με την εργατική τάξη και ιδίως με τη νέα βάρδια της εργατικής τάξης. Αυτό είναι απολύτως ορθό, αλλά πρέπει να επισημανθεί ότι οι δεσμοί δεν οικοδομούνται μόνο με συνδικαλιστική δράση ή οικονομικούς αγώνες· απαιτείται πολιτική ανύψωση της ταξικής πάλης. Ο Λένιν στο «Τι να κάνουμε» τόνιζε ότι η σοσιαλιστική συνείδηση δεν αναπτύσσεται αυθόρμητα μέσα από την οικονομική πάλη, αλλά εισάγεται μέσα από την επαναστατική θεωρία (Lenin, 1902/1961). Η δουλειά στις εργατικές μάζες πρέπει να αποκτά βαθιά ιδεολογικά χαρακτηριστικά, να αποκαλύπτει την ουσία της εκμεταλλευτικής σχέσης, να αντιπαλεύει την αστική ιδεολογία στον τόπο δουλειάς, στη γειτονιά, στο σχολείο και στο στρατό. Χωρίς ιδεολογική πάλη, η ταξική πάλη υποβιβάζεται σε οικονομική διαπραγμάτευση.

Τέλος, οι Θέσεις σωστά θέτουν την προοπτική της σοσιαλιστικής εξουσίας. Αλλά η έννοια της σοσιαλιστικής εξουσίας δεν αφορά ένα μελλοντικό στάδιο μόνο, αλλά πρέπει να λειτουργεί ήδη από τώρα ως καθοδηγητική αρχή δράσης. Ο Μαρξ σημείωνε ότι «οι ιδέες μετατρέπονται σε υλική δύναμη όταν κατακτούν τις μάζες» (Marx, 1845/1976). Άρα, η σοσιαλιστική προοπτική δεν είναι σύνθημα μελλοντικό, αλλά πολιτική κατεύθυνση παρόντος. Το Κόμμα πρέπει να παράγει από σήμερα στοιχεία προεικόνισης της σοσιαλιστικής σχέσης: στην κομμουνιστική ηθική, στη συλλογική δράση, στη διαπαιδαγώγηση των μελών, στη συγκρότηση κοινοτήτων αγώνα, στη λαϊκή αλληλεγγύη, στη μάχη με τον ατομικισμό και την αστική ιδεολογία. Χωρίς αυθεντικό επαναστατικό ήθος, η πολιτική γραμμή παραμένει τυπική.

Συνεπώς, το ΚΚΕ ως κόμμα παντός καιρού δεν μπορεί να βασιστεί σε μια οργανωτικό-διαχειριστική αντίληψη ετοιμότητας. Η ιστορική ετοιμότητα είναι πρωτίστως θεωρητική και ιδεολογική: είναι ικανότητα ανάλυσης, πρόβλεψης και οργάνωσης της ταξικής πάλης. Είναι συνείδηση της εποχής, διαλεκτική επεξεργασία των κοινωνικών αντιφάσεων, ικανότητα σύνδεσης της θεωρίας με τη μαζική πράξη. Το ζητούμενο είναι η αποφασιστική ανάπτυξη της κομμουνιστικής συνείδησης μέσα στην εργατική τάξη. Επομένως, η συμβολή των Θέσεων θα ενισχυθεί εάν δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην ανάπτυξη της θεωρητικής λειτουργίας του Κόμματος, στη διαλεκτική μέθοδο, στη φιλοσοφική συγκρότηση των μελών και στην εσωτερική δημοκρατία της ιδεολογικής ζύμωσης. Το Κόμμα πρέπει να λειτουργεί ως ζωντανός νους της εργατικής τάξης, όχι ως επαναληπτικός μηχανισμός γραμμής. Ο Ρουμπινστάιν έγραφε ότι «η σκέψη υπάρχει πραγματικά μόνο ως κίνηση» (Rubinstein, 1957/1989). Έτσι και το Κόμμα υπάρχει πραγματικά μόνο ως διαλεκτική κίνηση.

Η θέση μου είναι καθαρή: η γραμμή των Θέσεων κινείται στη σωστή κατεύθυνση, υπηρετεί στρατηγικά τον σοσιαλιστικό σκοπό και υπερασπίζεται τον επαναστατικό χαρακτήρα του Κόμματος. Ωστόσο, χρειάζεται θεωρητική ενίσχυση, μεγαλύτερη έμφαση στη διαλεκτική μέθοδο, βαθύτερη συνειδητοποίηση της εποχής των αντιφάσεων και ανώτερη σύνδεση ιδεολογίας - πράξης. Το ΚΚΕ θα είναι πραγματικά κόμμα παντός καιρού, αν είναι κόμμα παντός επιπέδου συνείδησης: θεωρίας, πράξης, ιστορίας, οργάνωσης και επαναστατικής προοπτικής.

 

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΜΕ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

του Δημήτρη Κατσορίδα
Αθήνα

 

Στις Θέσεις του ΚΚΕ για το 22ο Συνέδριο υπάρχει ειδικό και εκτεταμένο κεφάλαιο που αφορά το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα και το ΠΑΜΕ (σελ. 78-92). Συνεχίζεται έτσι το νήμα από το 21ο Συνέδριο (2021), όπου είχε τεθεί ως προτεραιότητα η «ανασύνταξη του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος» (σελ. 80). Και παρ’ ότι εκτιμάται ότι υπάρχουν θετικά αποτελέσματα, ωστόσο ο βαθμός οργάνωσης της εργατικής τάξης στα συνδικάτα παραμένει χαμηλός και η δημιουργία νέων συνδικάτων προχωρά αργά και βασανιστικά (σελ. 81-82). Επιπλέον θεωρείται πως η Πανελλαδική Σύσκεψη του ΠΑΜΕ, τον Νοέμβρη του 2024, αποτέλεσε σταθμό, καθώς συμμετείχαν για πρώτη φορά αρκετά πρωτοβάθμια σωματεία που δεν συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ ή συντονίζονται μαζί του σε διάφορες κινητοποιήσεις.

Από τα παραπάνω –και από άλλα σημεία του συγκεκριμένου κεφαλαίου των Θέσεων– θεωρώ ότι τίθενται τόσο στο ΚΚΕ όσο και στο ΠΑΜΕ νέα και επαυξημένα, αλλά διαφορετικά καθήκοντα.

Η εργατική τάξη συγκροτήθηκε ιστορικά ως τάξη μέσω της διεκδίκησης και απόσπασης συλλογικών δικαιωμάτων, που αφορούν την κοινωνική πρόνοια και την προστασία των εργαζομένων, που επικυρώθηκαν με τη βελτίωση της εργατικής νομοθεσίας. Συνεπώς, η επίθεση που δέχονται οι δυνάμεις της εργασίας από το κεφάλαιο στοχεύει στη διάλυση της εργατικής τάξης ως συλλογικού υποκειμένου. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι αυτή η στρατηγική του κεφαλαίου περνά μέσα από τη μετατόπιση των συμβάσεων από το συλλογικό στο ατομικό επίπεδο.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Μπορεί να υπάρξει πάλη κατά της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας χωρίς την υπεράσπιση του συν-ομοσπονδιακού χαρακτήρα του συνδικαλισμού; Αν όχι, τότε δεν συνδέεται άμεσα με αυτή την πάλη και η διεκδίκηση συλλογικών εγγυήσεων για τους εργαζόμενους σε επαγγελματική και εθνική κλίμακα, μέσω της επαναθεσμοθέτησης των εθνικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και της ενίσχυσης των κλαδικών;

Ας θέσουμε κάποιους προβληματισμούς.

Πρώτον: Η ιστορία της ελληνικής εργατικής τάξης, μέσα από μακροχρόνιους αγώνες, μας κληροδότησε τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ ως ενιαίες συνδικαλιστικές οργανώσεις, στις οποίες συμμετέχουν όλοι οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες, ανεξαρτήτως αν ανήκουν ή όχι σε κάποιο ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα.

Είναι γεγονός ότι το ηγετικό επιτελείο των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, με κυρίαρχη παρουσία των ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ, ακολουθεί μια τακτική που ενσωματώνει τα συνδικάτα στις επιλογές των κρατούντων. Όμως, αυτός ο κίνδυνος δεν αντιμετωπίζεται ούτε με συνεχή πολιτική καταγγελιών περί συμβιβασμένων ηγεσιών (με τις οποίες συχνά προκηρύσσονται μαζί απεργίες, για να διαχωριστεί το ΠΑΜΕ μετά), ούτε με την αξιοποίηση αρνητικών εξελίξεων για αυτοεπιβεβαίωση (ώστε να φανεί το ΠΑΜΕ ως ο μόνος φορέας του ταξικού συνδικαλισμού), ούτε με την περιχαράκωση των δυνάμεών του στις κομματικές δυνάμεις του ΚΚΕ και στις ξεχωριστές συγκεντρώσεις, ούτε με επιλεκτική αποχή από θέσεις ευθύνης στα συνδικαλιστικά όργανα που αφήνει τα συνδικάτα σ’ αυτή την ηγεσία. Αντιμετωπίζεται, πρωτίστως, με την ενεργοποίηση των εργαζόμενων μέσα στα συνδικάτα, με την ενότητα δράσης πάνω στα κοινά προβλήματα και με την καλύτερη δυνατή οργάνωση των αγώνων.

Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι ο βασικός εχθρός είναι το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις που εφαρμόζουν αντεργατικά μέτρα. Εκεί πρέπει, κυρίως, να στρέφονται τα πυρά. Διότι, αν οι μαζικοί αγώνες είναι καλά οργανωμένοι, ενωτικοί και κυρίως στέφονται με επιτυχίες, τότε μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για γενικότερες ανακατατάξεις και αλλαγή των συσχετισμών μέσα στα συνδικάτα, και όχι το αντίστροφο. Αντιθέτως, οι διαφορετικές συγκεντρώσεις υποσκάπτουν τη μαζικοποίηση των κινητοποιήσεων, καθώς αποθαρρύνουν τη συμμετοχή των εργαζομένων σε αυτές, λόγω διχαστικών διλημμάτων, τη στιγμή που απαιτείται να συμπαρατάσσεται ενωμένο το εργατικό δυναμικό απέναντι στη σαρωτική επίθεση που δέχεται από τα αντεργατικά πυρά. Είναι βασικός κανόνας της τέχνης του πολέμου.

Δεύτερον: Τίθεται και ένα άλλο ερώτημα: Αφού το ΠΑΜΕ δεν αποτελεί ξεχωριστή συνδικαλιστική οργάνωση, ούτε συνδικαλιστική παράταξη, τότε τι ακριβώς είναι; Αντιθέτως, έχει εγγραφεί στη συνείδηση των εργαζομένων ως βραχίονας του ΚΚΕ, που συσπειρώνει μέλη και υποστηρικτές του. Άρα, ούτε μετωπικό σχήμα αποτελεί.

Βέβαια, παρ’ ότι το ΠΑΜΕ δεν επιδιώκει τη διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος, και ορθώς, εντούτοις διαπράττει το εξής λάθος: έχοντας τη λογική της δημιουργίας «ταξικών συνδικάτων» προσπαθεί να επιλύσει ένα πολιτικό πρόβλημα, που είναι η κρίση εκπροσώπησης του συνδικαλιστικού κινήματος, με οργανωτικό τρόπο (π.χ. ξεχωριστές συγκεντρώσεις, κ.λπ.). Παραβλέπει όμως ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν είναι μόνο οι ηγεσίες ή οι παρατάξεις τους, αλλά πρωτίστως η εργατική τους βάση. Εξάλλου, όπως έχει δείξει η ιστορική εμπειρία του εργατικού κινήματος, οι ταξικές δυνάμεις λειτούργησαν μέσω ευρύτερων συνδικαλιστικών συσπειρώσεων, όταν το κράτος και ο εργατοπατερισμός τις είχε θέσει εκτός του επίσημου συνδικαλισμού (περίοδος εμφυλίου έως δεκαετία 1970). Βέβαια, κάτι τέτοιο σήμερα δεν ισχύει και γι’ αυτό χρειάζεται να εντοπιστούν ποιες είναι οι επικρατέστερες αρνητικές τάσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα, ώστε να υπάρξει αποτελεσματική παρέμβαση.

Κατά τη γνώμη μου, το ΠΑΜΕ είναι αναγκαίο να επαναπροσδιορίσει τα φυσιογνωμικά του χαρακτηριστικά. Να επιδιώξει να λειτουργήσει ως συσπείρωση ευρύτερων συνδικαλιστικών δυνάμεων (συνδικάτα, παρατάξεις, σχήματα, διάφορες εργατικές κινήσεις, συσπειρώσεις συνδικαλιστών/-τριών, κ.λπ.), πέρα από τον κύκλο επιρροής του ΚΚΕ, με στόχο να συντονίσουν το βήμα τους στη βάση συγκεκριμένων θέσεων, προκειμένου να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των εργαζομένων και την ανεξαρτησία των συνδικάτων. Τέτοια παραδείγματα είναι πολλά και επιτυχημένα στην ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, όπως το Εργατικό ΕΑΜ, το ΔΗ.Σ.Κ. (1956), η Κίνηση των 115 Συνεργαζόμενων Εργατοϋπαλληλικών Οργανώσεων (1962-67), τα ΣΑΔΕΟ (1977) και η Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα (1986). Δηλαδή, ενιαιομετωπικά σχήματα, που στόχευαν στην αλλαγή των συσχετισμών δύναμης στο εσωτερικό των συνδικάτων χωρίς αποκλεισμούς.

Ένα τέτοιο ενιαιομετωπικό σχήμα δεν απαιτεί ιδεολογική ενότητα των δυνάμεων που το απαρτίζουν –κάτι αδύνατο λόγω της πολυμορφίας της εργατικής τάξης– αλλά συμφωνία σε συγκεκριμένα αιτήματα. Η παρέμβαση δε του ΚΚΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα και στο ΠΑΜΕ, όπως άλλωστε περιγράφεται στις Θέσεις [και ενδεχομένως η παρέμβαση κι άλλων πολιτικών δυνάμεων, ΔΚ], αποτελεί ζήτημα των ίδιων των πολιτικών φορέων και αφορά την ενίσχυση της ιδεολογικής τους επιρροής, η οποία θα ήταν προτιμότερο να ασκείται μακριά από ηγεμονισμούς και καπελώματα, τα οποία λειτουργούν απωθητικά για τον κόσμο της εργασίας.

Εν κατακλείδι, το ΠΑΜΕ οφείλει να απευθυνθεί στο σύνολο των εργαζομένων που επιθυμούν να αντισταθούν στην καταστροφή των δικαιωμάτων τους. Μια τέτοια κίνηση θα του προσδώσει, ουσιαστικά, το περιεχόμενο που υποδηλώνει ο τίτλος του, ώστε να γίνει πραγματικά και Πανεργατικό και Μέτωπο. Η αγωνιστικότητά του, άλλωστε, δεν αμφισβητείται.

 

 

ΝΕΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΩΡΑΚΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

του Σπύρου Θύμη
Καθηγητή Πληροφορικής / Πολιτικού Επιστήμονα, Κέρκυρα

 

«ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΣΜΟΣ»

Ο μονοθεματικός, και συχνά ανερμάτιστος και αντιεπιστημονικός, ατομικός δικαιωματισμός, όχι μόνο δεν συμβάλλει στη ριζοσπαστικοποίηση απέναντι στα ουσιαστικά κοινωνικά/ταξικά ζητήματα, αλλά αντίθετα λειτουργεί και ως ανάχωμα. Με τη συγκρότηση και προώθηση μονοθεματικών, κατακερματισμένων ομάδων συμφερόντων, χωρίς ταξικά χαρακτηριστικά, όχι μόνο αποπροσανατολίζει από τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα και τις αιτίες τους, και διοχετεύει την αγανάκτηση σε άλλες ακίνδυνες για το σύστημα επιλογές, αλλά δημιουργεί και πρόσθετες δυσκολίες για το ίδιο το Κόμμα. Το κάλπικο συστημικό δίπολο «woke/anti-woke» (μεταμοντέρνο/παραδοσιακό), το οποίο τροφοδοτείται και στις δύο του εκδοχές από τους ίδιους συστημικούς/αστικούς μηχανισμούς, επιχειρεί να «σύρει» και να εγκλωβίσει και τους εργαζομένους, αλλά και το Κόμμα, σε έναν ξένο προς την εργατική τάξη διάλογο, και σε μία συζήτηση που δεν αφορά τα ταξικά συμφέροντα των εργαζομένων αλλά μόνο επιμέρους ακίνδυνες για το σύστημα διεκδικήσεις. Σε αυτό πλαίσιο πολύ σημαντική είναι η αποδόμηση του συστημικού δικαιωματισμού (ορθότερα «δικαιωματικισμού»), η ανάδειξη του παραπάνω διπόλου ως κάλπικου, και η κριτική στη λεγομένη «συμπερίληψη», την «από τα πάνω» δηλαδή βίαιη ομαδοποίηση, αλλοίωση ή/και εξάλειψη αντικειμενικών πραγματολογικών στοιχείων.

 

ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, με την εκθετική ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ), αρκετοί συστημικοί διανοητές και μέλη των «ελίτ» μιλούν για μείωση του χρόνου εργασίας, συρρίκνωση της εργάσιμης εβδομάδας κτλ., δηλαδή ουσιαστικά για τη συρρίκνωση της ποσότητας της ζωντανής εργασίας στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία. Αυτό έχει οδηγήσει, για ακόμα μια φορά, στην προσπάθεια κατάρριψης της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας ακόμα και από Έλληνες συστημικούς οικονομολόγους (Σκυλακάκης στον Οικονομικό Ταχυδρόμο). Εκτός του προφανούς, ότι δηλαδή η ΤΝ σαν μέσο παραγωγής εντείνει ακόμα περισσότερο τις καπιταλιστικές αντιφάσεις, αναδύεται και ένα εύλογο και «καλοπροαίρετο» ερώτημα. Πώς μπορούν να προεξοφλούν λιγότερη ζωντανή εργασία ενώ γνωρίζουμε, σύμφωνα με τον Μαρξ, ότι μόνο αυτή παράγει νέα αξία για τους καπιταλιστές; Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να γίνει μια συζήτηση με σκοπό να επιβεβαιωθεί η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας και να «αναχαιτιστούν» οι προσπάθειες κατάρριψής της. Μια συζήτηση που θα αναλύει το γιατί φαίνεται, έστω και βραχυπρόθεσμα, να αναιρείται η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας, και που θα λαμβάνει υπόψη της και την πρωτοφανή ιστορικά, εξαιρετικά υψηλή πυκνότητα νεκρής εργασίας που ενσωματώνεται στην ΤΝ σαν μέσο παραγωγής, καθώς και την αντίστοιχη, παρόμοια σε τάξη μεγέθους, αύξηση της παραγωγικότητας της εναπομένουσας ζωντανής εργασίας, μέχρι, μέσο-μακροπρόθεσμα, να επανενεργοποιηθεί η τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους,

Μεγάλη συζήτηση ήδη γίνεται για το αν η ΤΝ θα μπορέσει να μετατραπεί σε Γενική ΤΝ, η οποία θα φτάσει, ή/και θα ξεπεράσει, την ανθρώπινη νοημοσύνη/διάνοια. Μια τέτοια πολύπλοκη, και φιλοσοφικά σημαντική, συζήτηση, αφενός δεν μπορεί εύκολα, και αφετέρου δεν υπάρχει λόγος, για την ώρα, να καταλήξει σε ένα «αμετάκλητο» συμπέρασμα με δεδομένο και το ότι στην παρούσα φάση, η έλλειψη «τελεσίδικου» συμπεράσματος δεν φαίνεται να επηρεάζει, πρακτικά και ουσιαστικά, τη Στρατηγική του Κόμματος. Επιπρόσθετα η ΤΝ, μέσω της διαρκούς «εκπαίδευσης» και τροφοδότησης των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων, ακόμα και να μην φτάσει ποτέ, τείνει διαρκώς να «αγγίξει» τη «μέση» ανθρώπινη νοημοσύνη, κάτι που αποδεικνύεται, συν όλων των άλλων, και από το γεγονός ότι το 2025 το προηγούμενο μοντέλο της OpenAI, ChatGpt 4.5, «πέρασε» το Test Turing, γεγονός που κάνει την παραπάνω συζήτηση περισσότερο φιλοσοφικά απαραίτητη πάρα πρακτικά, για την ώρα, αναγκαία. Μια τέτοια συζήτηση, στην οποία θα περιλαμβάνονται και έννοιες όπως η Συνείδηση, σαν «το υψηλότερο επίπεδο οργάνωσης της ύλης», αλλά και η «Κοινωνική Συνείδηση», θα πρέπει να έχει σαν γνώμονα/βάση τη θέση του Κόμματος πάνω το φιλοσοφικό δίπολο Ιδεαλισμός /Υλισμός, και ίσως και κάποιες διαλεκτικές προεκτάσεις, για το αν δηλαδή, και κατά πόσο, η συσσώρευση τεράστιας ποσότητας δεδομένων και υπολογιστικής ισχύς στην ΤΝ θα μπορούσε να οδηγήσει και σε μια νέα ποιότητα «νοημοσύνης».

Ενώ είναι ξεκάθαρη η κριτική στην Τεχνολατρεία, στο ότι δηλαδή η ύπαρξη της τεχνολογίας, από μόνη της, δεν αρκεί για να λύσει τα κοινωνικά προβλήματα και να καλύψει τις κοινωνικές ανάγκες, αφού κάτι τέτοιο εξαρτάται από το ποιος την κατέχει και με ποιο σκοπό την χρησιμοποιεί, μια παράλληλη συζήτηση, περί Τεχνοφοβίας, πρέπει να ανοίξει για το αν, και πώς, αυτή η τεχνολογία θα μπορέσει να αξιοποιηθεί σε μια Σοσιαλιστική κοινωνία. Ειδικότερα, και στα πλαίσια και της θεωρίας του «μετανθρωπισμού», θα αρχίσουν να γίνονται ευρέως διαθέσιμα μια σειρά από «δυστοπικά», αλλά υπαρκτά, επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, όπως συσκευές επαυξημένης ή/και εικονικής πραγματικότητας, ο εμφυτεύσιμος στον εγκέφαλο, μικροεπεξεργαστής (chip) της Neuralink, η «τεχνητή μήτρα» κύησης, αλλά ακόμα και αθλητικά παπούτσια που φιλοδοξούν να «υπερβούν» ανθρώπινες εξελικτικές «ατέλειες». Ανεξάρτητα από τον τωρινό τρόπο παραγωγής τους, ο οποίος προφανώς και είναι καπιταλιστικός και στοχεύει στην αύξηση της κερδοφορίας του Κεφαλαίου, και ανεξάρτητα και από τον ρόλο που κάποια από αυτά τα επιστημονικά επιτεύγματα παίζουν στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στα πλαίσια του Καπιταλισμού (π.χ. πρόσθετοι ρομποτικοί βραχίονες στο ανθρώπινο σώμα), μια επεξεργασία πρέπει να γίνει για το αν, και με ποια κριτήρια, θα μπορούσαν αυτές, ή/και παρόμοιες, τεχνολογίες να αξιοποιηθούν με όρους σύγχρονων λαϊκών αναγκών, κρατώντας τις, όχι αναγκαστικά ίσες, αλλά απαραίτητες, αποστάσεις και από την προσέγγιση που παρουσιάζει την τεχνολογία σαν «πανάκεια», αλλά και από αυτή που την προσεγγίζει με όρους ηθικού «νεολουδισμού».

Στα πλαίσια όλων των παραπάνω («δικαιωματικισμός»/«συμπερίληψη»/«μετανθρωπισμός»), αλλά και της φιλοσοφικής συζήτησης για τη διαφορά της τεχνητής με την ανθρώπινη νοημοσύνη είναι επιτακτική ανάγκη να διευκρινιστεί η ποιοτική διάκριση ανάμεσα στον Αλγόριθμο και στην ΤΝ, αλλά και κάποιες επιπλέον ηθικές και νομικές προεκτάσεις που αυτή συνεπάγεται. Ενώ ο αλγόριθμος αποτελείται από μια συγκεκριμένη, προ-προγραμματισμένη, σειρά βημάτων/εντολών η ΤΝ διαρκώς αλλάζει/«βελτιώνεται» σε σημείο μάλιστα που να «φιλοδοξεί» να γίνει, ή να «παρουσιαστεί», σαν ένας «αυτόνομος δρών» που αλληλοεπιδρά με την –ή/και ενσωματώνεται στην– κοινωνία, και αυτό είναι ένα τεράστιο ζήτημα ανεξαρτήτως της δεδομένης συστημικής μεροληψίας (biased) λόγω των περιοριστικών φίλτρων και των «επιλεκτικών» δεδομένων βάσει των οποίων «εκπαιδεύτηκε». Η περσινή αναφορά του Κ. Μητσοτάκη σε συνέδριο ότι «κάποια στιγμή, τα ρομπότ θα έχουν δικαίωμα ψήφου, αν τα αναγνωρίσουμε ως πλήρως ανεξάρτητα», καθώς και η υπουργοποίηση της εικονικής βοηθού Diella στην Κυβέρνηση του Έντι Ράμα αντανακλούν επεξεργασίες των συστημικών/αστικών επιτελείων τις οποίες το Κόμμα πρέπει να παρακολουθεί στενά.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ 22ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

της Άννας Σπανού
Νέο Ηράκλειο

 

Αγαπητοί σύντροφοι,

Η θεωρία του κομμουνισμού δεν είναι ιδεολογία, είναι επιστήμη. Γι’ αυτό ορίζεται ως επιστημονικός σοσιαλισμός. Δεν είναι πίστη, είναι γνώση. Δεν πιστεύουμε αλλά ξέρουμε. Η ιδεολογία δεν εξελίσσεται, δε βασίζεται στη σκέψη, στην απόδειξη, στην επεξεργασία, δεν προσαρμόζεται στις εκάστοτε συνθήκες. Παράδειγμα, η θρησκεία και η πίστη σε οποιοδήποτε «θεό». Το Κόμμα, όμως, σε θεωρητικό επίπεδο αξιοποιεί επιστημονικά εργαλεία και, όπως συμβαίνει σε κάθε επιστημονικό πεδίο, έχει τη δυνατότητα να προβλέπει και να επιβεβαιώνεται στις προβλέψεις του.

Δυστυχώς, όμως, αυτή η αλήθεια δε φαίνεται να διαπνέει το κείμενο των θέσεων για το συνέδριο. Σχεδόν παντού η θεωρητική επεξεργασία διατυπώνεται σαν ιδεολογική. Το πρόβλημα, σε κάθε περίπτωση, δε βρίσκεται στις λέξεις αλλά στη σκέψη. Πόσα μέλη του κόμματος δεν έχουν ριζωμένη στη σκέψη τους, ότι υπηρετούν μια ιδεολογία; Και, είναι φυσικό, αυτή η παρεξήγηση να διαπερνά την κομματική δουλειά στην επαφή της με τις εργάτριες και εργάτες.

Πολλές φορές στο παρελθόν, στη συζήτηση, μου έχει τύχει να ακούσω: «Καλά τα λέει το Κόμμα αλλά εγώ έχω διαφορετική ιδεολογία!». Ποιος μιλάει για ιδεολογία, εδώ έχουμε να κάνουμε με επιστήμη!

Γι’ αυτό προτείνω να εξαλειφθεί από τις θέσεις και κάθε επίσημο κείμενο το επίθετο «ιδεολογικός» και να αντικατασταθεί από το «επιστημονικός» ή έστω «θεωρητικός». Πιστεύω ότι έτσι θα γίνει ένα βήμα, έστω μικρό, προκειμένου να περιοριστούν προβλήματα που αφορούν σε αμφιβολίες, ταλαντεύσεις, απογοήτευσης μελών της ΚΝΕ και του Κόμματος, δίνοντας έμφαση, φυσικά, στη συστηματική αυτομόρφωση.

Σ’ ό,τι αφορά στο τελευταίο, στην αυτομόρφωση, πρέπει να επισημάνω το εξής: πολλοί, ίσως χωρίς καν να το ξέρουν, αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες (δυσλεξία, υπερκινητικότητα, έλλειψη ικανότητας συγκέντρωσης, κ.ά.). Πόσες φορές και πόσοι εργάτες - εργάτριες, παρουσιάζοντας στασιμότητα στην αυτομόρφωσή τους, δικαιολογούνται με το «δεν έχω χρόνο»; Όλες οι μαθησιακές δυσκολίες αντιμετωπίζονται με τη βοήθεια εξειδικευμένων ψυχολόγων.

 

ΑΥΤΟΜΟΡΦΩΣΗ

Όλοι ξέρουμε ότι αποτελεί θέμα τεράστιας σημασίας. Η επίτευξή της απαιτεί διαφορετικό τρόπο προσέγγισης. Κατά τη γνώμη μου, αυτός ο τρόπος είναι η οργάνωση της αυτομόρφωσης με προδιαγραφές πανεπιστημίου («ανοικτού» έστω).

Θα προσπαθήσω να κάνω την πρότασή μου όσο πιο επιγραμματικά μπορώ.

– Καθορισμός επιστημονικών πεδίων: πολιτική οικονομία, ιστορικός και διαλεκτικός υλισμός, κοινωνική ψυχολογία και ιστορία - θεωρία τεχνών (κυρίως ζωγραφικής και ποίησης).

– Οργάνωση τμημάτων: προπαρασκευαστικό, «αρχαρίων», «προχωρημένων». Αμέσως μόλις εργάτρια ή εργάτης γίνει μέλος της ΚΝΕ ή του Κόμματος, «μπαίνει στο πανεπιστήμιο».

– Ορίζεται όλη η βιβλιογραφία ταξινομημένη κατά επιστημονικό πεδίο, τμήμα και διάρκεια της κάθε φάσης αυτομόρφωσης (π.χ. 3μηνη, 6μηνη ή άλλη).

– Όλοι διδάσκονται όλα τα επιστημονικά πεδία. Δεν υπάρχει ειδίκευση.

– Κατά διαστήματα οι εργάτες παίρνουν μέρος σε σεμινάρια, όπου, εκτός των άλλων, τους ανατίθενται γραπτές εργασίες μεγάλης έκτασης με διαφορετικό θέμα για τον καθένα.

– Τελικές γραπτές εργασίες (ας τις πούμε «πτυχιακές»).

Πρόκειται για φιλόδοξο και μακρόπνοο εγχείρημα. Δύσκολο από πολλές απόψεις, όχι όμως ακατόρθωτο. Αναλογιστείτε όμως το επίτευγμα: εργάτες - διανοητές της θεωρίας μας, με αυτοπεποίθηση, που μπορούν να «σταθούν» επάξια σε οποιοδήποτε περιβάλλον, κομματικό ή εξωκομματικό, ως ηγέτες και «δάσκαλοι», ικανοί να εντάσσουν την τακτική στη στρατηγική του Κόμματος χωρίς δυσκολία, να εμπνέουν σεβασμό και να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση.

Τέλος, όλα τα παραπάνω, θέλω να πιστεύω ότι, στο βαθμό που επιτυγχάνονται, αποτελούν αντίμετρο σ’ αυτό που –εκτός των άλλων– στέρησε η αντεπανάσταση από τα παιδιά της εργατικής τάξης, τη φοίτηση, με υποτροφία του Κόμματος, στα πανεπιστήμια του σοσιαλισμού!

Ευχαριστώ για την υπομονή σας.

 

 

ΓΙΑ ΤΟ 22ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΞΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ

του Τάκη Σούλιου
Αθήνα

 

Το κείμενο των θέσεων αποτυπώνει με ενάργεια τη σημαντική πρόοδο του κόμματος σε μια σειρά ζητημάτων. Η πρόοδος αυτή, καρπός μακρόπνοης και συχνά επώδυνης διαδικασίας αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος, ξεκινά με την οριστική εγκατάλειψη της οπορτουνιστικής θεωρίας των σταδίων και των λεγόμενων λαϊκών μετώπων, την κατάκτηση της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής-αντιμονοπωλιακής στρατηγικής και του επαναστατικού προγράμματος, στοιχείων που αποτυπώθηκαν στο προγραμματικό 19ο συνέδριο. Η κατάκτηση αυτή συνιστά από μόνη της μια επαναστατική πράξη.

Ο βασικός στόχος του 22ου συνεδρίου είναι: η κατακτημένη επαναστατική στρατηγική και το επαναστατικό πρόγραμμα να βρουν αντανάκλαση στην επαναστατική δράση. Προς τούτο δεν αρκούν οι επιμέρους βελτιώσεις της οργάνωσης και της δράσης των μελών που προτείνονται στο κείμενο, κάτι που άλλωστε αποτελεί ζητούμενο όλων των συνεδρίων. Απαιτείται ένα ποιοτικό άλμα. Απαιτείται η εξέλιξη του κάθε μέλους σε σύγχρονο επαναστάτη, σε πραγματικό ηγέτη στον χώρο δράσης του. Αναγκαία συνθήκη είναι η βαθιά γνώση του χώρου παρέμβασής του, η αλληλεπίδρασή του με το περιβάλλον του, η βαθιά γνώση των θέσεων και του τρόπου δράσης των πολιτικών αντιπάλων τόσο του αστικού και ιδιαίτερα του οπορτουνιστικού στρατοπέδου.

Δεδομένου ότι κύριο καθήκον είναι η καθοδήγηση της εργατικής τάξης στην πορεία προς την επανάσταση και την εδραίωση της εξουσίας της, απαιτείται η επικέντρωση στη μελέτη της σύγχρονης εργατικής τάξης. Στο 21ο συνέδριο υπήρξε αναλυτική αναφορά στη μισθωτή εργασία και στους ανέργους. Η σημαντική αυτή προσπάθεια, που θα λάβει υπ’ όψη της την περιφερειακή διάσταση σύμφωνα με τα καθήκοντα που θέτουν οι θέσεις το επόμενο διάστημα, πρέπει να εμπλουτιστεί με μια ευρύτερη προβληματική, κυρίως θεωρητική.

Ειδικότερα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη τα εξής:

  1. Ανάπτυξη των μαρξιστικών/λενινιστικών επιχειρημάτων και κριτηρίων βάσει των οποίων τα επιμέρους τμήματα των μισθωτών υπάγονται στην εργατική τάξη, δεδομένου ότι υπάρχουν τμήματα μισθωτών που εξαιρούνται, π.χ. τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη. Να υπάρξει ειδική θεωρητική τεκμηρίωση για την υπαγωγή των εργατοϋπαλλήλων στους τομείς πέραν της υλικής παραγωγής στην εργατική τάξη, καθώς και άλλων ειδικών κατηγοριών όπως οι εργαζόμενοι με μπλοκάκι, οι εργαζόμενοι στο σπίτι κλπ.
  2. Καταγραφή της εξέλιξης του μεγέθους της εργατικής τάξης, από το 1970 και εντεύθεν, κάτι που θα επιβεβαιώσει τη σταθερή μεγέθυνση της εργατικής τάξης που πλέον προσεγγίζει το 70% του ενεργού πληθυσμού.
  3. Να αναπτυχθεί η μαρξιστική/λενινιστική επιχειρηματολογία που αιτιολογεί την υπαγωγή των ανέργων στην εργατική τάξη, καθώς στις προηγούμενες επεξεργασίες του κόμματος δεν υπάρχει καμιά σχετική θεμελίωση και οι άνεργοι απλά προστίθενται στα τμήματα της εργατικής τάξης που εργάζονται.
  4. Να αναπτυχθούν επιχειρήματα για το εάν οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούν τμήμα της εργατικής τάξης, όπως και για τα τμήματα της απασχόλησης που υπάγονται στη λεγόμενη εργατική αριστοκρατία.

Τα παραπάνω είναι απαραίτητα καθώς τα μέλη που δρουν στο πεδίο υπόκεινται σε πλήθος επιθέσεων, ειδικά από τον οπορτουνιστικό χώρο. Οι επιθέσεις αυτές έχουν σαν θέση το ότι η εργατική τάξη, προϊόντος του χρόνου, μειώνεται διαρκώς και καθίσταται μια μικρή μειοψηφία, γεγονός που αποτελεί τη δικαιολογητική βάση για την σύμπτυξη των κάθε είδους πολιτικών μετώπων με ετερόκλητα κόμματα, που έχουν σαν στόχο τη διαχείριση της καπιταλιστικής εξουσίας και τη χειραγώγηση της εργατικής τάξης.

Αναφέρω ενδεικτικά τις παρακάτω περιπτώσεις:

1η: Η εργατική τάξη μειώνεται καθώς διογκώνονται τα τμήματα της καπιταλιστικής οικονομίας πέραν της υλικής παραγωγής και ως εκ τούτου οι μισθωτοί των τμημάτων αυτών δεν υπάγονται στην εργατική τάξη. Η άποψη αυτή τροφοδοτεί με επιχειρήματα κόμματα όπως ο Σύριζα, η νέα αριστερά κλπ. Ο ισχυρισμός αυτός επικαλείται επιλεκτικά αποσπάσματα από Το Κεφάλαιο, παρά το γεγονός ότι ο Μαρξ δηλώνει ότι: «…Εάν έχουμε το δικαίωμα να διαλέξουμε ένα παράδειγμα έξω από τη σφαίρα της υλικής παραγωγής, τότε ο δάσκαλος είναι παραγωγικός εργάτης, όταν, όχι μόνον επεξεργάζεται παιδικά κεφάλια, μα τσακίζεται κι ο ίδιος στη δουλειά για να πλουτίζει ο επιχειρηματίας. Το ότι ο ίδιος έχει τοποθετήσει τα κεφάλαιά του σ΄ ένα εργοστάσιο εκπαίδευσης αντί σε ένα εργοστάσιο λουκάνικων δεν αλλάζει τίποτε στην σχέση…» (Μαρξ 1ος τόμος, σελ. 525).

2η: Η εργατική τάξη μειώνεται για δύο λόγους: 1ον διότι οι άνεργοι δεν υπάγονται στην εργατική τάξη διότι απλά δεν εργάζονται και 2ον διότι οι μισθωτοί εργάτες και υπάλληλοι που εργάζονται σε επιχειρήσεις στις οποίες δεν υπάρχει πλήρης απαλλαγή του ιδιοκτήτη από την παραγωγική διαδικασία, δεν υπάγονται στην εργατική τάξη παρ’ όλο που είναι υποκείμενα εκμετάλλευσης. ΟΙ παραπάνω θέσεις θεμελιώνονται από τους επίγονους του αλτουσεριανού «παραδείγματος» στην Ελλάδα και το περιοδικό Θέσεις, οι οποίες μάλιστα επιχειρήθηκε να επιβεβαιωθούν σε έρευνα που διενεργήθηκε για λογαριασμό της ΓΣΕΕ. [Δες: Γ. Οικονομάκης κ.ά., (2016), Η ταξική διάρθρωση και η θέση της εργατικής τάξης στην ελληνική κοινωνία, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ)]. Σύμφωνα μάλιστα με την έρευνα η εργατική τάξη συρρικνώνεται κατά το 2014 στο 14,85%.

3η: Η εργατική τάξη απομειώνεται όχι μέσω της συρρίκνωσης αλλά μέσω της διάχυσής της σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής παραγωγής. Συγκεκριμένα καθώς ο καπιταλισμός βρίσκεται στη μεταβιομηχανική φάση του και επικρατεί η «βιοπολιτική» παραγωγή, το «προϊόν» δεν παράγεται πλέον από την εργατική τάξη αλλά από το πλήθος το οποίο δεν είναι «ενικό» αλλά «πολύχρωμο όπως ο μαγικός χιτώνας του Ιωσήφ...». Φυσικό επακόλουθο είναι ο εργάσιμος χρόνος να μη διαχωρίζεται από τον ελεύθερο χρόνο και με αυτήν την έννοια η αξία που παράγεται να μην είναι μετρήσιμη, επομένως να μην μπορεί να προσδιορισθεί ο μισθός άρα ο νόμος της αξίας δεν υφίσταται ενώ η εκμετάλλευση γίνεται ασαφής. Η άποψη αυτή διακινείται από τον λεγόμενο αναρχοαυτόνομο χώρο με αντιπροσωπευτικούς εκφραστές τους Νέγκρι, Χόλογουεϊ κ.ά. Φυσικά ο κατάλογος δεν εξαντλείται στις παραπάνω περιπτώσεις καθώς εμπλουτίζεται διαρκώς με νέες καινοφανείς επεξεργασίες χειραγώγησης, όπως ο δικαιωματισμός, η «Τεχνοφεουδαρχία» του Βαρουφάκη, ο «Ολοκληρωτικός καπιταλισμός» του ΝΑΡ/Κομμουνιστική απελευθέρωση κλπ.

Η αποδόμηση των προσεγγίσεων αυτών δεν είναι πολυτέλεια, ούτε πρέπει να περιορίζεται στις αντίστοιχες επιτροπές που είναι επιφορτισμένες με αυτό το καθήκον. Δεν είναι επιπλέον επαρκής η προσπάθεια που γίνεται στα ιδεολογικά μαθήματα που πραγματοποιούνται κατά καιρούς. Απαιτείται η προσωπική προσπάθεια του κάθε μέλους, η προσωπική βαθιά μελέτη, όσο επώδυνη και εάν είναι. Μόνο έτσι θα μπορέσει να ανέβει η αυτοπεποίθηση για να πραγματοποιηθεί το ποιοτικό άλμα που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του βασικού στόχου του 22ου συνεδρίου.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

του Γιώργου Βαβίτσα
Αθήνα

 

Καθώς στον καπιταλισμό οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται σε αντίθεση με τη ζωντανή εργασία, δηλαδή η νεκρή, αντικιμενοποιημένη εργασία ορθώνεται σαν κεφάλαιο απέναντί της, τα πράγματα αποκτούν έναν μυστηριώδη, φετιχιστικό χαρακτήρα. Εμφανίζονται να έχουν ιδιότητες ξένες προς τη φυσική υπόστασή τους. Κι αυτό το φαινόμενο γενικεύεται με την ανάπτυξη της παραγωγής κι ενισχύεται ιδιαίτερα με τη μετατροπή της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη. Οι κοινωνικές σχέσεις ανεξαρτητοποιούνται σαν μια ξεχωριστή σφαίρα με τη μορφή του εποικοδομήματος σε αντίθεση με την άμεση υλική ζωή κι οι αντίστοιχες σ’ αυτή μορφές συνείδησης αποκτούν έναν αντεστραμμένο, στρεβλό, «ιδεολογικό» χαρακτήρα. Όπως έλεγε ο Μαρξ στο λόγο του στην επέτειο ίδρυσης της Εφημερίδας του Λαού το 1856 στο Λονδίνο «στις μέρες μας κάθε τι μοιάζει να κουβαλάει στα σπλάχνα του το αντίθετό του: μηχανές προικισμένες με τη θαυμαστή δύναμη να συντομεύουν και να κάνουν πιο καρποφόρα την ανθρώπινη εργασία, βλέπουμε να κάνουν τον άνθρωπο να λιμοκτονεί και να καταπονείται υπερβολικά. Οι νέες πηγές του πλούτου, λόγω κάποιας παράξενης, αλλόκοτης μαγείας μετατρέπονται σε πηγή στερήσεων. Οι θρίαμβοι της τέχνης μοιάζουν να εξαργυρώνονται με την απώλεια της προσωπικότητας του ανθρώπου.

Στο βαθμό που η ανθρωπότητα τιθασεύει τη φύση, ο άνθρωπος φαίνεται να υποδουλώνεται σε άλλους ανθρώπους ή στην ίδια του την ευτέλεια. Ακόμα και το λυτρωτικό φως της επιστήμης μοιάζει να μπορεί να φέγγει μόνο στο σκότος της αμάθειας. Όλες μας οι εφευρέσεις κι οι προόδοι μοιάζουν να προικίζουν τις υλικές δυνάμεις με πνευματική δύναμη και να υποβιβάζουν την ανθρώπινη ζωή σε μια υλική δύναμη.» Κι έτσι ζούμε το παράλογο, ενώ μέρα με τη μέρα δημιουργούνται οι όροι για να μπορούν να ζουν όλοι οι άνθρωποι έχοντας όλο και περισσότερο ελεύθερο χρόνο και να αναπτύσσονται ελεύθερα σαν άνθρωποι, να μοιάζει όλο και πιο μοιραίο να πρέπει να βυθίζεται η ανθρωπότητα στην αθλιότητα και τους πολέμους. «Κάποιοι δυσανασχετούν μ’ αυτό… Εμείς δεν αυταπατόμαστε από τη μορφή του οξυδερκούς πνεύματος που συνεχίζει να σημαδεύει όλες αυτές τις αντιφάσεις. Ξέρουμε ότι για να λειτουργήσουν σωστά οι νεότευκτες δυνάμεις της κοινωνίας χρειάζεται απλά να τις χειριστούν νεότευκτοι άνθρωποι και τέτοιοι είναι οι εργάτες».

Είναι ξεκάθαρο ότι οι απαιτήσεις από τους κομμουνιστές να φέρουν αυτό το νέο στην κοινωνία φωτίζοντας την εργατική τάξη και πετώντας το μυστικιστικό πέπλο από τις υφιστάμενες κοινωνικές σχέσεις για να συνειδητοποιήσει αυτή την πραγματική της θέση, γίνονται πολύ πιο σύνθετες σήμερα. Εν τέλει έχει να αντιπαρατεθεί μ’ έναν ολόκληρο, από αιώνες καθαγιασμένο πολιτισμό με την ευρύτερη έννοια περιλαμβάνοντας τα ήθη, τις τέχνες, την επιστήμη και τις διάφορες ιδεολογικές μορφές. Αλλά ακριβώς το ότι αυτά ορθώνονται σαν μια καταπιεστική δύναμη απέναντί της, την αναγκάζουν να εξεγερθεί εναντίον τους και να αποκτήσει τις δυνάμεις που θα της επιτρέψουν να νικήσει. Αυτές οι δυνάμεις εν μέρει εδράζονται στη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, γιατί μόνο έτσι, σαν τάξη μπορεί να αντιπαρατεθεί από θέση ισχύος στο κεφάλαιο, εν μέρει στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός όπως απαιτούν άλλωστε οι νέες παραγωγικές δυνάμεις, που χρειάζονται ολόπλευρα αναπτυγμένους ανθρώπους οι οποίοι, όπως λέει ο Μαρξ, μπορεί να προέλθουν μόνο από τους εργάτες.

Νομίζω πως αυτές οι γενικές θέσεις δίνουν το στίγμα στο χαρακτήρα που πρέπει να έχει το κόμμα για να μην αποξενωθεί από τα μέλη του κι από τις υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας και να γίνει φύτρο των νέων κοινωνικών σχέσεων. Η κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος σχετίζεται και με την αποξένωση των κομμάτων από τα μέλη τους και τους εργαζόμενους και την αδυναμία να αποκαλύψουν το φετιχιστικό χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων δείχνοντας μια πραγματική διέξοδο από τα δεινά και την κτηνωδία του καπιταλισμού.

 

 

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΗΜΕΡΑ;

του Δανιήλ Τσιορμπατζή
Βόννη Γερμανίας

 

Διαβάζοντας στις θέσεις στο πρώτο κεφάλαιο και Α.8 «Η στάση του ΔΚΚ στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους», ήρθε στο μυαλό μου η Κομιντέρν. Η ιστορία των τριών διεθνών αποδεικνύει ότι το κίνημά μας προχώρησε με γιγαντιαία βήματα όσο παρέμεινε πιστό στις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού και του προλεταριακού διεθνισμού. Αποδεικνύει επίσης ότι υπέστη σοβαρές απώλειες όταν απομακρύνθηκε από αυτές τις αρχές.

Στην ομιλία του προς το 17ο Συνέδριο του Κόμματος σχετικά με το έργο της ΚΕ του ΚΚΣΕ (Μπ) στις 26/1/1934, ο Ι. Β. Στάλιν τόνισε: «Κοιτάξτε τις χώρες που μας περιβάλλουν. Μπορείτε να βρείτε πολλά κυβερνώντα κόμματα εκεί που έχουν μια σωστή γραμμή και την εφαρμόζουν; Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν τέτοια κόμματα στον κόσμο σήμερα, γιατί όλα ζουν χωρίς προοπτικές, παλεύουν στο χάος της κρίσης και δεν βλέπουν τρόπο να βγουν από το τέλμα. Μόνο το Κόμμα μας ξέρει σε ποια κατεύθυνση να οδηγήσει την πορεία του και προχωράει με επιτυχία. Σε τι οφείλει το Κόμμα μας την υπεροχή του; Στο γεγονός ότι είναι ένα μαρξιστικό κόμμα, ένα λενινιστικό κόμμα. Το οφείλει στο γεγονός ότι καθοδηγείται στο έργο του από τη διδασκαλία του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσο παραμένουμε πιστοί σε αυτή τη διδασκαλία, όσο έχουμε αυτήν την πυξίδα, θα σημειώνουμε επιτυχίες στο έργο μας.» … «Ναι, σύντροφοι, οι επιτυχίες μας οφείλονται στο γεγονός ότι εργαστήκαμε και αγωνιστήκαμε υπό τη σημαία του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν. Εξ ου και το δεύτερο συμπέρασμα: Πρέπει να παραμείνουμε πιστοί μέχρι τέλους στη μεγάλη σημαία του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν.» Πράβντα, No. 27, 28 Γενάρη 1934, [Έργα του Στάλιν, Τόμ. 13, 1930 - Γενάρης 1934, Μόσχα 1954]

Οι επιτυχίες της Πρώτης και της Τρίτης Διεθνούς μπορούν να εξηγηθούν και από το γεγονός ότι, ενώ η Πρώτη και η Τρίτη Διεθνής είχαν παραμείνει απόλυτα πιστές στη σημαία του μαρξισμού, η Β΄ Διεθνής είχε απομακρυνθεί από αυτήν, είχε υποκύψει στην ταξική συνεργασία και τη σοσιαλδημοκρατία.

Αντλώντας διδάγματα από την ιστορία, η παραπάνω δήλωση του Στάλιν εξηγεί σχετικά με την ιδεολογία του κόμματος ότι πρόκειται για ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα. Μαρξιστικό, γιατί το κόμμα ακολουθεί τις βασικές αρχές του μαρξισμού, οι οποίες αφορούν την ιστορική και διαλεκτική υλιστική ανάλυση, την ταξική πάλη και τον σκοπό της κομμουνιστικής επανάστασης. Λενινιστικό, γιατί το κόμμα υιοθετεί τις ιδέες του Λένιν, για την οργάνωση ενός επαναστατικού κόμματος νέου τύπου της εργατικής τάξης, την επαναστατική πράξη και τη δημιουργία κράτους υπό την προλεταριακή ηγεμονία. Η καθημερινή επαναστατική δράση του κόμματος στην πράξη είναι προϊόν της εφαρμογής των διδασκαλιών αυτών των μεγάλων θεωρητικών. 

Η Κομιντέρν διαλύθηκε τον Ιούνη του 1943 επειδή είχε εκπληρώσει την ιστορική της αποστολή και είχε επιτύχει τον στόχο της, δεδομένης της ωριμότητας που είχαν αποκτήσει τα κομμουνιστικά κόμματα στις διάφορες χώρες, της αυξανόμενης πολυπλοκότητας της διεθνούς κατάστασης και του αγώνα σε κάθε χώρα ξεχωριστά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανάπτυξη του αντιφασιστικού μετώπου σε παγκόσμια κλίμακα επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την απόφαση για τη διάλυση της Κομιντέρν.

Εκείνη την εποχή, η διατήρηση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν εξαιρετικά σημαντική – όχι μόνο για τον σοβιετικό λαό, αλλά και από την άποψη ολόκληρης της ανθρωπότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, και ειδικά κάτω από το φως της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στη ΕΣΣΔ το 1991, ας θυμηθούμε τα λόγια του Στάλιν στην έβδομη διευρυμένη σύνοδο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που πραγματοποιήθηκε από τις 22 Νοέμβρη έως τις 16 Δεκέμβρη 1926 στη Μόσχα, στην ομιλία του «Ακόμα μια φορά για τη σοδιαλδημοκρατική τάση στο κόμμα μας»:

«Τι θα συνέβαινε αν το κεφάλαιο κατάφερνε να συντρίψει τη Δημοκρατία των Σοβιέτ; Θα ξεκινούσε μια εποχή της πιο μαύρης αντίδρασης σε όλες τις καπιταλιστικές και αποικιακές χώρες, θα καταπιέζονταν η εργατική τάξη και οι καταπιεσμένοι λαοί, θα εξαλείφονταν οι θέσεις του διεθνούς κομμουνισμού.». (Πравда» αριθ. 285 και 286, 9 και 10/121926), [Έργα του Στάλιν, Τόμος 9, Δεκέμβρης 1926 - Ιούλης 1927, Μόσχα, 1954]

Έτσι έγινε! Είναι σαφές, ότι με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ξεκίνησε η πιο μαύρη περίοδος αντίδρασης, ότι η εργατική τάξη και οι καταπιεσμένοι λαοί νοιώθουν σήμερα πράγματι την καπιταλιστική βαρβαρότητα στη ζωή τους και ότι ο ιμπεριαλισμός αποικίζει εκ νέου τις καταπιεσμένες χώρες.

Οι λαοί της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και οι λαοί των Λαϊκών Δημοκρατιών της Ανατολικής Ευρώπης πείνασαν και φτωχοποιήθηκαν. Οι εργατικές τάξεις των ιμπεριαλιστικών χωρών υφίστανται συνεχείς επιθέσεις, κατάργηση των εργατικών κατακτήσεων. Ο ιμπεριαλισμός εντείνει έναν αρπακτικό πόλεμο εναντίον των λαών όλου του κόσμου.

Αν, ως αποτέλεσμα της συνεργασίας των «δημοκρατικών» χωρών της Δύσης και των χιτλερικών φασιστών, η ΕΣΣΔ είχε εξαλειφθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1940, αυτή η περίοδος μαύρης αντίδρασης θα είχε ξεκινήσει 50 χρόνια νωρίτερα, με ανυπολόγιστες οδυνηρές συνέπειες για τους λαούς.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι, όταν η πλειονότητα της ηγεσίας του ΚΚΣΕ(Μ), ήταν επαναστατική, όπως αναμφίβολα ήταν κατά τη διάρκεια της ζωής του Στάλιν, οι σχέσεις μεταξύ των διάφορων κομμουνιστικών κομμάτων βασίζονταν –σε αντίθεση με σήμερα– στις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού και το κομμουνιστικό κίνημα μιλούσε με μία φωνή, ως ισχυρό παγκόσμιο κίνημα που αντιτάχθηκε στον ιμπεριαλισμό.

Με την άνοδο των οπορτουνιστικών στοιχείων στην ηγεσία του ΚΚΣΕ και του σοβιετικού κράτους έγιναν μια σειρά σοβαρά λάθη στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, το ΚΚΣΕ έχασε σταδιακά τον επαναστατι­κό καθοδηγητικό του χαρακτήρα, δημιούργησε αποκλίσεις από τις αρχές της αδελφικής αλληλεγγύης και του προλεταριακού διεθνισμού – αποκλίσεις που έφεραν στο πέρασμά τους τόση δυστυχία και καταστροφή για τους λαούς όλου του κόσμου.

Είναι δυνατόν, είτε τώρα είτε στο πολύ κοντινό μέλλον, να δημιουργηθεί μια νέα Κομμουνιστική Διεθνής που θα βασίζεται στις αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού; Προς το παρόν νομίζω δεν υπάρχουν οι συνθήκες για τη δημιουργία μιας τέτοιας κομμουνιστικής οργάνωσης. Υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες για τους κομμουνιστές να συναντώνται τακτικά, μέσω διμερών συναντήσεων και μέσω των διεθνών φόρουμ, όπως η Ευρωπαϊκή Κομμουνιστική Δράση με σκοπό την ανταλλαγή εμπειριών και τη στενή συνεργασία σε σημαντικά ζητήματα – από τα προβλήματα του πολέμου και της ειρήνης μέχρι τον αγώνα για την επαναστατική ανατροπή του ιμπεριαλισμού. Ίσως να μπορέσουμε να το καταφέρουμε αυτό, όσο ασκούμε συντροφική αλληλεγγύη, όσο εδραιώνουμε σταθερά τη ζωογόνο αρχή του Μ/Λ μεταξύ των ΚΚ όλων των χωρών.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΓΚΑΙΡΟ ΕΝΕΡΓΟ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΑΔΥΝΑΜΟΥ ΚΡΙΚΟΥ

του Παναγιώτη Κ. Κουμουνδούρου
συνταξιούχου αρχιτέκτονα, Ελληνικό

 

Με αίσθημα ευθύνης και ξέχωρης χαράς, θέλω να συμβάλλω πάλι με σχόλια στις ΘΕΣΕΙΣ του 22ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, όπως έκανα και στα προηγούμενα δυο Συνέδρια... Συμφωνώ γενικά με τις ΘΕΣΕΙΣ («Θ») της ΚΕ του ΚΚΕ. Eιδικά ότι: «Το κεντρικό θέμα του 22ου Συνεδρίου είναι το ΚΟΜΜΑ», το «Κρίσιμο ζήτημα είναι ο συνδυασμός του επαναστατικού Προγράμματός μας με την καθημερινή επαναστατική δράση, σε όλους τους τομείς, σε κάθε κρίκο της καθοδηγητικής δουλειάς»... «Θ»/σελ. 5.

Ο αναγκαίος ρόλος του κόμματος κι ο προαναφερθείς συνδυασμός χρειάζονται ώστε να εντοπισθούν έγκαιρα οι επόμενοι ιστορικοί «αδύναμοι κρίκοι», για την επαναστατική ανατροπή του αθεράπευτου καπιταλιστικού συστήματος, με εμπνευστή το Βλαδίμηρο Λένιν (1870-1924), που πρωτοδίδαξε στη Ρώσικη Επανάσταση...

Πως με τις νέες τεχνολογίες, ρομποτικής, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ, ΤΓΝ), π.χ., μπορούμε (ίσως χρειάζεται...) να επικαιροποιήσουμε και το Πρόγραμμα του 2013…, ώστε να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα πιο δημιουργικά, αποτελεσματικά, με παραδείγματα, στις καθημερινές δράσεις κι ασταμάτητους ταξικούς αγώνες... «Θ»/σελ. 7, 11, 21, 22, 42-47, 50. Μπράβο στα ρεπορτάζ Ριζοσπάστη, εκδηλώσεις για την ΤΝ...

Γιατί έτσι θα βοηθηθούν όλα τα λαϊκά στρώματα (κι η «διανόηση»…!), για να ξεκόψουν οριστικά απ’ τη σάπια αστική ιδεολογία, τον αποπροσανατολισμό, τις αυταπάτες, την αποξένωση/αλλοτρίωση, τις ψευδαισθήσεις, τα ψευτοδιλήμματα, το νεομυστικισμό, το νεοθετικισμό, τον πρακτικισμό, τη μοιρολατρία, τα ναρκωτικά, τον τζόγο, την υποκουλτούρα, όλες τις μορφές ψευτοαφιπνήσεων (π.χ. «μηδενική ανάπτυξη, αποανάπτυξη, (Ευρωπαϊκή) Πράσινη (Νέα) Συμφωνία-Μετάβαση, κλιματική αλλαγή/κρίση, δημιουργική καταστροφή/εντροπία, ατομικός δικαιωματισμός, ταυτοτισμός, εμπορευματοποίηση γέννησης/γονεϊκότητας, ρατσισμός/σεξισμός, T.I.N.A., εξαιρετισμός, WOKE ατζέντα») που καθημερινά προβάλλει επικοινωνιακά, ή επιβάλλει η κυρίαρχη τάξη μαζί με εκτεταμένη ενδοοικογενειακή βία... «Θ»/σελ. 8-10, 48, 49, 67, 68.

Να ξεσκεπαστεί ολόπλευρα, ο ιστορικός ξιπασμένος ρόλος κάθε είδους «λιτότητας», «αυτάρκειας», «πολεμικής οικονομίας» (το γνωστό «οικονομικό μοντέλο» του ναζί υπουργού οικονομικών του Χίτλερ, Χιάλμαρ Σαχτ, 1877-1970), σαν ένας ύστατος δήθεν μονόδρομος της διαρκώς επαναλαμβανόμενης (και σήμερα) αδιόρθωτης καπιταλιστικής κρίσης... «Θ»/σελ. 7-11, 87, 88.

Ποιος είναι σήμερα ο ιστορικός ρόλος της «ενεργειακής πυκνότητας» για την παγκόσμια οικονομία και ειδικά η σημασία σύγχρονων μορφών ενέργειας (...της θερμοπυρηνικής...) για σοσιαλιστική βέβαια (όχι μονοπωλιακή καταστροφική καπιταλιστική «ανάπτυξη») διευρυμένη αληθινή αναγκαία αναπαραγωγή; «Θ»/σελ. 11, 23, 24. Υπερθέρμανση Πλανήτη; Απάντηση, PLAN «C»: COMMUNISM!

Χρειαζόμαστε ένα πλήρες ιστορικό ξεσκέπασμα της αρχικής Βρετανικής αποικιοκρατικής γεωπολιτικής του Χάλφορντ Μακίντερ (1861-1947) και σήμερα της (ίδιας) Αγγλοαμερικάνικης ιμπεριαλιστικής πολιτικής (και της Ρώσικης – τι ειρωνεία!), στην Ουκρανία («...καρδιά της Ευρασίας…»), της γενοκτονίας στην Παλαιστίνη, από το κράτος-δολοφόνο Ισραήλ…! «Θ»/σελ. 12-17.

Εδώ το θέμα της λανθασμένης και αδιέξοδης στάσης του Δ.Κ.Κ., στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, έχει σίγουρα βαρύνουσες επιπτώσεις... Ο χαρακτήρας και ο ιστορικός ρόλος σήμερα 20-25 αναπτυγμένων κεφαλαιοκρατικών κρατών, θα χρειαστεί παραπέρα ολόπλευρη πολιτικοοικονομική επεξεργασία... Φυσικά η πάλη ενάντια στις ποικίλες οπορτουνιστικές, ρεφορμιστικές «πλατφόρμες-φόρουμ» (...διάφορα υβριδικά αντιδραστικά «κο-οπτάτσια»...), για έναν ψεύτικο δήθεν «δίκαιο», «ειρηνικό», «πολυπολικό κόσμο», πρέπει να συνεχιστεί αταλάντευτα... «Θ»/σελ. 17-19, 86.

Η σωστή διαπίστωση ότι το αστικό ταξικό κράτος του κεφαλαίου «εκμεταλλεύεται» τις νέες επιστημονικές-τεχνολογικές δυνατότητες, βάζει σαν ζητούμενο πως εμείς (το ΚΚΕ, η ΚΝΕ) θα αξιοποιήσουμε καλύτερα (επιστημονικά και διαλεκτικά) όλες αυτές τις νέες δυνατότητες στην καθημερινή οργανωτική δουλειά, για την πολυσχιδή προετοιμασία του κόμματος και της συνειδητοποιημένης με ανθρώπινες αξίες εργατικής τάξης, της νεολαίας και συμμάχους, για την πολυπόθητη επανάσταση… «Θ»/σελ. 39-43, 75, 76.

Το ίδιο βάρβαρο σάπιο σύστημα που συνεχώς επιμένει παντοιοτρόπως να χειραγωγεί, να διαιωνίζει, να ενσωματώνει απελπισμένους, αποτραβηγμένους (;!) «σαλτιμπάγκους» (λαμόγια), της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, της κάθε είδους «re-branded» Συριζαϊκής (1, 2, 3) κλπ. σοσιαλδημοκρατικής βρωμερής αναπαλαίωσης, της υποβόσκουσας κοτζαμπασήδικης παρασιτικής χρηματιστηριακής κοινοβουλευτικής κεντροδεξιάς, τους ξεπουλημένους εργατοπατέρες φιλοκυβερνητικών συνδικάτων (σε ΓΣΕΕ ή ΑΔΕΔΥ, για πόσο ακόμη...;), πρέπει να ξεσκεπάζεται και να αντιπαλεύεται αλύπητα καθημερινά... «Θ»/σελ. 30, 31, 80, 81. Φυσικά παρομοίως και με κάθε αντιδραστική, φασιστική, ναζιστική, Ελληνική παραλλαγή…

Στην Ομάδα Οικονομίας, να υπαχθεί Ομάδα Τεχνολογίας, Ενέργειας και Έρευνας... «Θ»/σελ. 70, 76.

Ο καθοριστικός ρόλος του Κόμματος παραμένει ένας μοναδικός αναντικατάστατος συνδετικός κρίκος του ταξικού αγώνα για την αληθινή επαναστατική ρήξη/ανατροπή, για έναν Ανώτερο Κοινωνικοποιημένο Πανανθρώπινο Σοσιαλισμό-Κομμουνισμό... «Θ»/σελ. 85-95.

Π.χ. η εξασφάλιση λαϊκής στέγης κι η αδυσώπητη πολεμική μας ενάντια στις διάφορες Προυντονικές αλαζονικές απομιμήσεις-λαθροχειρίες, δήθεν κυβερνητικές/υποκριτικές «λύσεις», όπως τις ξεσκέπασε μοναδικά ο Φρίντριχ Ένγκελς (1820-1895) στο «Ζήτημα της Κατοικίας»... «Θ»/σελ. 48, 89, 113, 114.

Η αναγκαία δράση μας για το πραγματικό περιεχόμενο της Τέχνης και του Πολιτισμού γενικά, ενάντια σε όλες τις αντιδραστικές, «μεταμοντέρνες» μορφές και πρακτικές της αστικής τάξης και των διαφόρων διεφθαρμένων οργάνων της, πρέπει να συνεχιστεί χωρίς περιστροφές... Όχι στην εμπορευματοποίηση, ιδιωτικοποίηση του Πολιτισμού, της Εκπαίδευσης, του Περιβάλλοντος, της Χωροταξίας, των Δασών, του Νερού, της Υγείας, των Μαζικών Μέσων Μεταφοράς κλπ. «Θ»/σελ. 7, 48, 114-118. Όχι στην ιδιωτικοποίηση της Δημόσιας Περιουσίας, που προωθεί κατ’ εντολή του κράτους «κορακιών» ο e-ΕΦΚΑ, για όλα τα «ακίνητά» του (των «πρώην» ασφαλιστικών μας ταμείων…), να γίνουν όλα ξενοδοχεία υπερτουρισμού..., καταστρέφοντας έτσι σκόπιμα (δολοφονώντας δημογραφικά...) τον πραγματικό ανθρώπινο Πολιτισμό, το ζωντανό Κέντρο χαράς και ευημερίας της Αθήνας, π.χ. το μοναδικό ιστορικό Διατηρητέο Μέγαρο γραφείων της ΕΣΤΑΜΕΔΕ, στην οδό Κολοκοτρώνη 4.

Χρειάζεται η σύνδεση της πραγματικής Προστασίας του Περιβάλλοντος με την πραγματική σχέση του Ανθρώπου με τη Φύση και τη (Σοσιαλιστική) διασφάλιση της ισόρροπης σχέσης Παραγωγής και Κοινωνικής Ζωής, Συλλογικής και Προσωπικής Ελευθερίας και Μοναδικότητας, το Περιβάλλον, Πολεοδομία, Αρχιτεκτονική, Μουσική, την Ποίηση, σε αντίθεση με όλες τις γνωστές ψευδεπίγραφες, παραπλανητικές, καπιταλιστικές, πολιτικές αντιπροοδευτικές «πρωτοβουλίες»... Οι «αφύσικες» κερδοσκοπικές, καταστροφικές, δολοφονικές «αμέλειες»...: Μάτι, Μάνδρα, Δαδιά, «Daniel», το έγκλημα στα Τέμπη κλπ. δεν ξεχνιούνται... «Θ»/σελ. 118-120.

Η σύνδεση όλων των «Γνωσιολογικών» και των «Οντολογικών» ζητημάτων ευρύτερα, όχι με ανορθολογισμό, ή με ιδεαλιστική, ή θεολογική «προσέγγιση», αλλά με όλα τα βασικά προβλήματα π.χ. αξιοπρεπούς εργασίας, οικονομίας, πολιτικής, κοινωνιολογίας, ενέργειας κλπ., είναι απόλυτα αναγκαία για την καθημερινή μεθοδολογική οργάνωση του ταξικού αγώνα, για την αναγκαία ιστορική ολική ανατροπή...

Η σημερινή απρόβλεπτη πολιτικοοικονομική βάρβαρη παγκόσμια ιμπεριαλιστική συγκυρία που διαρκώς χειροτερεύει, που προετοιμάζεται εντατικά παντού για ένα νέο ολέθριο 3ο Παγκόσμιο Πόλεμο, βάζει στην ημερήσια διάταξη ερώτημα πως θα ανταποκριθεί καθοριστικά το Παγκόσμιο Σοσιαλιστικό - Κομμουνιστικό Κίνημα, στο ιστορικό αυτό «μεσοδιάστημα»; Πότε θα υπάρξει ένας ή και περισσότεροι «αδύναμοι κρίκοι»; Πού, πώς θα προκύψουν (θα εντοπιστούν) αυτοί; Σε μερικά αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη που προέβλεπε αρχικά ο Καρλ Μαρξ (1818-1883), σε μερικά σχετικά υποανάπτυκτα, ή μήπως και στα δυο ταυτόχρονα;

Κλείνοντας, ξαναδιαβάζουμε τη διαλεκτική λογική, στο σαφέστατο ΕΠΙΛΟΓΟ των ΘΕΣΕΩΝ της ΚΕ του ΚΚΕ για το 22ο Συνέδριο...! «Θ»/σελ. 131. Καλή συνέχεια στους αγώνες μας, με Ψυχή, Καρδιά, Νου και Αγάπη πάντα και κάθε επιτυχία στο 22ο Συνέδριο...! Εμπρός λοιπόν όλοι-όλες μαζί, αληθινά κι ώριμα τέκνα του ΠΡΟΜΗΘΕΑ, ξεσηκωθείτε!

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΒ ΣΕ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

της Ε.Λ.

 

Συμφωνώ με το κείμενο των Θέσεων και θα εστιάσω κυρίως στο κομμάτι της ετοιμότητας των ΚΟΒ, ώστε ο σχεδιασμός και η δράση τους να ανταποκρίνονται στον επαναστατικό χαρακτήρα του Κόμματος, προγραμματικά και καταστατικά κατοχυρωμένο. Αυτό αρχικά αφορά την εσωοργανωτική λειτουργία των ΚΟΒ, την προετοιμασία και την ιδεολογικοπολιτική θωράκιση των μελών της, το χτίσιμο της αντοχής, της κομμουνιστικής αρετής και διαπαιδαγώγησης όλων μας. Πρέπει να μας απασχολήσουν ζητήματα φιλελευθερισμού και χαλαρότητας και να παίρνουμε έγκαιρα μέτρα με μεγαλύτερη υπευθυνότητα του κάθε κομματικού μέλους για την αποφυγή τους. Είτε αυτά αφορούν την έγκαιρη ενημέρωση από τον κομματικό τύπο καθημερινά, είτε τα οικονομικά του κόμματος, είτε την κατάλληλη προετοιμασία πριν τις συνεργασίες με τους γραμματείς και τα γραφεία αλλά και πριν τη συνεδρίαση των ΚΟΒ. Τα κομμάτια στις Θέσεις που αφορούν τα κομματικά στελέχη να αφομοιωθούν από κάθε κομματικό μέλος, ώστε οι ΚΟΒ και το κάθε μέλος να αποτελούν πράγματι το Κόμμα στο χώρο ευθύνης τους.

Ετοιμότητα στις ΚΟΒ σε επίπεδο κομματικής λειτουργίας σημαίνει να ενισχύεται η προσπάθεια αφομοίωσης των επεξεργασιών μας για το σύνολο της ζωής του νέου εργαζομένου και της εργατικής τάξης, ώστε να αξιοποιηθούν και να εξειδικευτεί άμεσα η συζήτηση και τα σύγχρονα αιτήματα με βάση τα μέτωπα πάλης, να γίνεται σωστή ερμηνεία της κατάστασης στους χώρους ευθύνης και πρόβλεψη νέων εξελίξεων. Ετοιμότητα στο κομμάτι της συλλογικής δράσης των ΚΟΒ, ώστε να συμβάλλουν όλα τα μέλη με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την προσωπικότητά τους στην υλοποίηση των αποφάσεων, να μην είναι «ξερές» δραστηριότητες από τα πάνω. Η προετοιμασία σε μια σειρά δραστηριότητες, γενικές συνελεύσεις σωματείων, η συμμετοχή όλων σαν μια γροθιά και όχι μόνο των μελών που έχουν καταμεριστεί σε μια συγκεκριμένη χρέωση είναι απαραίτητη. Ετοιμότητα σημαίνει ιδεολογική πολιτική θωράκιση συλλογικά, μέσα από τα μαθήματα των ΚΟΒ που δείχνουν τον δρόμο, την παρουσίαση άρθρων του Ριζοσπάστη, της ΚΟΜΕΠ, το να παρθούν συλλογικά και έγκαιρα μέτρα για την αφομοίωση των συμπερασμάτων των Δοκιμίων Ιστορίας του Κόμματος.

Δεύτερο σκέλος της ετοιμότητας, αλλά όχι δευτερεύον και άρρηκτα συνδεδεμένο με τα παραπάνω, συνιστά η δράση των ΚΟΒ στο κίνημα, η παρέμβαση στο χώρο ευθύνης συνολικά και όχι μόνο σε ένα χώρο δουλειάς, το πώς καλύτερα θα αντιμετωπίζουμε δυσκολίες/ιδιαιτερότητες που συναντάμε σε ένα πανελλαδικό επιχειρησιακό σωματείο, πώς να προσανατολίσουμε καλύτερα τη δουλειά μας σε ένα μονοπωλιακό όμιλο με μεγάλες ηλικιακές διαφορές μεταξύ των εργαζομένων, ανανέωση εργατικού δυναμικού, με έντονη διαστρωμάτωση σε όλο τον κλάδο στην Ελλάδα. Η πείρα που έχει κατακτηθεί σε πανελλαδικά σωματεία μονοπωλιακών ομίλων στην Ελλάδα, χρειάζεται να γενικευθεί και να μεταφερθεί στην Απόφαση, να αξιοποιηθούν βασικά συμπεράσματα του τρόπου δουλειάς σε επιχειρησιακές και κλαδικές ΚΟΒ. Η συνεργασία και οι δεσμοί που χτίζουν εργαζόμενοι σε διαφορετικές πόλεις δεν πρέπει να υποτιμάται, αλλά να ενισχύεται. Να μη θεωρείται δεδομένο ότι θα παρεμβαίνει μονάχα η ΚΟΒ και ο σύντροφος που είναι χρεωμένος κάπου, αλλά να γίνεται συζήτηση των εξελίξεων με όλους τους συναδέλφους που ιεραρχούμε, μεταφορά πείρας στις διαφορετικές πόλεις, προσπάθεια πρόβλεψης διαθέσεων, να ανοίξει η δραστηριότητα και να αποκτήσει πανελλαδικά χαρακτηριστικά. Έτσι θα δίνεται η μεγάλη εικόνα και θα ξεφύγει ο εργαζόμενος από την “παγιωμένη” κατάσταση που επικρατεί στον χώρο του, από το ότι δεν έχει νόημα η συλλογική διεκδίκηση να δημιουργούνται ρήγματα στην κυριαρχία του ατομικού δρόμου και της απογοήτευσης. Η πείρα από δραστηριότητες και καλέσματα που ακουμπούν στο τι απασχολεί ακόμα και με σύντομη προετοιμασία δείχνει ότι οι εργαζόμενοι συσπειρώνονται στην δράση των σωματείων, λένε τη γνώμη τους, ρωτούν, θέλουν να ακούσουν τα προβλήματα των συναδέλφων τους χτίζουν δρόμους στο να επιδράσουν οι δυνάμεις μας. Εκεί οι συνάδελφοι παίρνουν κουράγιο από την δράση του σωματείου σε άλλες ομάδες, τμήματα και πόλεις. Εκεί είδαμε πώς έγινε πράξη το σωματείο να είναι αποκούμπι των εργαζομένων για όλα τα ζητήματα, να είναι το έναυσμα για τη δημιουργική δράση και έκφραση, μέσα από την δημιουργία καλλιτεχνικής ομάδας θεάτρου και τέχνης, όπου σπάνε και στην πράξη και τα εμπόδια που βάζει η εργοδοσία. Με μεγαλύτερη αισιοδοξία και πρωτόβουλο πνεύμα να μπαίνουμε μπροστά σε τέτοιες δραστηριότητες, μέσα και από πανελλαδικές εκδηλώσεις και δράσεις που ήδη τα σωματεία έχουν στον σχεδιασμό τους ως συνέχεια των απεργιακών μαχών του προηγούμενου διαστήματος για το 13ωρο.

Όλα αυτά που ακούμε και συζητάμε καθημερινά πρέπει να είναι αντικείμενο συζήτησης στις συνεργασίες με τους καθοδηγητές, ώστε να μεταφέρεται και η πείρα μέσα στη συνεδρίαση των ΚΟΒ, να ξεχωρίζουμε κόσμο, να υπάρχει έγνοια και στενή επαφή και συνεργασία με τους συντρόφους μας σε άλλες πόλεις. Να μετριόμαστε στους δείκτες που θέτουμε και να αποτιμάμε τη δράση μας στο κίνημα, με ανανεωμένη αναλυτική καταγραφή, νέες εγγραφές, κουπόνια, να φτάνει ο καθημερινός Ριζοσπάστης στους χώρους δουλειάς κλπ. Αυτό που εκτιμάται και στις θέσεις για το τι θεωρείται εφικτό και ρεαλιστικό σήμερα σπάει κόκαλα στα μυαλά των συναδέλφων ιδιαίτερα εκεί που η αστική τάξη και οι μηχανισμοί του αστικού κράτους επιδρούν πολύμορφα και το επίπεδο της συζήτησης και οι αυταπάτες παρουσιάζονται πολύ πιο έντονες. Να μην τα θεωρούμε όλα αυτά παγιωμένα, αλλά να ανοίγουμε δρόμους στη συνείδηση των εργαζόμενων μέσα από την προοπτική που υπάρχει και πηγάζει από τα κοινά συμφέρονται αλλά και από τα κοινά προβλήματα που βιώνει η εργατική τάξη και τα σύμμαχα λαϊκά στρώματα. Να φωτίζουμε τις σημερινές κατακτήσεις του ταξικού εργατικού κινήματος, γιατί επιλέγουμε την ταξική γραμμή πάλης και τη διέξοδο που προτείνει το Κόμμα μας που δεν χωράει εφησυχασμός ούτε αναμονή.

Μπορούμε σε επίπεδο ΚΟΒ να βελτιωθούμε ποιοτικά στην καθημερινή μας δουλειά και να πείσουμε περισσότερους για την ανατροπή αυτού του σάπιου συστήματος, για την εργατική εξουσία, το σοσιαλισμό-κομμουνισμό και σε αυτό θα συμβάλλει η υλοποίηση στόχων που μετράμε με δείκτες: πόσα καταστατικά και Προγράμματα του Κόμματος διακινούμε, αν γίνεται σταθερή δουλειά και έλεγχος της στρατολογίας.

Κλείνω ευχόμενη καλές εργασίες στο 22ο συνέδριο του Κόμματος και με το μάτι στραμμένο στη δουλειά με τις θέσεις και το καταστατικό, ώστε να συμβάλλουμε στην οικοδόμηση του Κόμματος.

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

του Μιχαήλ Αγαπίου
Νέα Σμύρνη

 

«Το αυτόματο, που δημιούργησε ο καπιταλιστής για να εξασφαλίσει το μέγιστο κέρδος, στρέφεται τώρα εναντίον του και βοηθά στην υπονόμευση του ίδιου του συστήματος που το γέννησε. Ανήμπορο και αμήχανο το μονοπωλιακό κεφάλαιο, βλέπει πως οι κατακτήσεις της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης όχι μόνο δεν αμβλύνουν τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, αλλά αντίθετα τις οξύνουν. […] Ο φόβος και ο μύθος ότι το αυτόματο θα μπορούσε να γίνει κάτι παραπάνω από ένα βοηθητικό μέσο του ανθρώπου –ένας δαίμονας που οδηγεί τον άνθρωπο στον αφανισμό– είναι το αντανακλαστικό μιας κοινωνίας που παρακμάζει, ανίκανης να λύσει τα προβλήματα της επιστημονικής επανάστασης για το καλό του ανθρώπου (Φραντς Λέζερ, «Πόσο μεγάλος είναι ο άνθρωπος», 1972).

Παρόμοιες επεξεργασίες μπορεί να εντοπίσει κάποιος και στη Σοβιετική Φιλοσοφία, όπως στο πόνημα «Τεχνοκρατία και ανθρώπινα ιδεώδη στον Σοσιαλισμό» του Έβαλντ Ιλιένκοφ, στοιχείο που αποδεικνύει πως μεθοδολογικά έχει υπάρξει συλλογικός προβληματισμός (ακόμα και από την εποχή του κινήματος των Λούδων) για την αυτοματοποίηση της παραγωγής. Και όμως, δεκαετίες αργότερα, μετά από σειρά επεξεργασιών του Κόμματος για τον Σοσιαλισμό όπως τον γνωρίσαμε, τους νόμους και τις νομοτέλειες του Κομμουνιστικού Τρόπου Παραγωγής, συναντιέται από ανασφάλεια έως και αντίθεση στην κατακτημένη επιστημονική γνώση από ένα κομμάτι του δυναμικού μας. Πρόκειται για μόλις μία πλευρά που πρέπει να μας οδηγήσει σε προβληματισμό για την αντίληψή μας για το Κόμμα ως όλον. Δηλαδή πώς το Κόμμα ως συλλογικός καθοδηγητής έχει διαμορφωμένη συλλογική πείρα και επεξεργασίες που αγκαλιάζουν το σύνολο των μελών και όχι μια «ομάδα σοφών» που θα σχεδιάζει και η πλειοψηφία θα εφαρμόζει στην πράξη, με μία θολή αυτάρκεια, ότι γενικά «τα έχουμε καλά στο μυαλό μας». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τυπική αποστροφή «έχουμε Επαναστατικό Πρόγραμμα», σωστή γενικά παραδοχή, χωρίς όμως σε πολλές περιπτώσεις να προβληματιζόμαστε για το εάν ως Κομμουνιστές μπορούμε να προσεγγίσουμε τη μέθοδο, τη συμπύκνωση της Επαναστατικής Θεωρίας. Άλλο παράδειγμα είναι ότι «το Κόμμα έχει θέσεις για όλα τα ζητήματα», που σε διάφορες περιπτώσεις περιορίζεται σε αναπαραγωγή των θέσεων αυτών και όχι σε κριτική αποτίμηση, έτσι ώστε να συμβάλουμε στην πραγματική ενότητα του Κόμματος. Κριτική αποτίμηση δεν συνεπάγεται διαφωνία, όπως μπορεί να σκέφτονται κάποιοι, αλλά κυρίως ουσιαστική αντίληψη του γιατί έχουμε τη μία ή την άλλη τοποθέτηση, προσέγγιση, σκέψη, στάση.

Όπως αποτυπώνεται και στις Θέσεις, υπάρχει εμφανής επίδραση της αντεπανάστασης στην ιδεολογία. Έχει διαπεράσει τη δράση μας, το πώς οργανώνουμε τη δουλειά μας, συνολικά το πώς αντιλαμβανόμαστε όλες τις πλευρές της παρέμβασής μας, ως αντανάκλαση της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης. Η πρόσληψη ως μίας αποστεωμένης σχηματοποίησης, σαν ξεχωριστά θεωρητικής αδυναμίας, αυτού που έχει –σωστά– αποτυπωθεί προγραμματικά και ως «συγκέντρωση δυνάμεων» έχει οδηγήσει σε φαινόμενα πρακτικισμού στην καθημερινή δραστηριότητα αλλά και στην αποτίμηση των στόχων μας. Σε τελική ανάλυση, η αντίληψη του τι σημαίνει οργάνωση, καθοδήγηση, προσιδιάζει στην αντανάκλαση της θεώρησης των μαζών, που αποκρυσταλλώνεται και με τη μορφή του ανέφικτου της Επαναστατικής διαδικασίας. Είναι εύκολα αντιληπτό πως η πρωτοπορία, στο σύνολό της, που οφείλει να επιβεβαιώνει τον ρόλο της καθημερινά, χρειάζεται να σπάει αυτά τα στεγανά, να σκέφτεται και να δρα στη βάση του ότι ο επαναστατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας θα πραγματοποιηθεί και κάθε κίνησή της θα συμβάλει στην προσέγγιση ή την απομάκρυνση από αυτόν. Μπορεί να τίθεται στο 22ο Συνέδριο στο επίκεντρο το Κόμμα από τη σκοπιά του κυττάρου του, όμως, παρά τα βήματα που μπορεί να έχουν μετρηθεί με ανομοιομορφίες, τα καθήκοντα που έμπαιναν από το 21ο Συνέδριο και σχετίζονται με το πώς οι καθοδηγητικοί κρίκοι, τα Τομεακά Γραφεία, θα συμβάλουν αποφασιστικά στην αφομοίωση από τους Γραμματείς, τα Γραφεία και την ΚΟΒ, χρειάζονται μελέτη. Δεν είναι τυχαία η αναφορά σε φαινόμενα διοικητισμού, στοιχείο πραγματικό, που αναδεικνύει και την ανάγκη συνολικής αναβάθμισης της επαναστατικής θεωρίας - επαναστατικής πράξης, με την αντίστοιχη επίδραση στη διαμόρφωση της προσωπικότητας.

Μακριά από κάθε λογική εργατισμού ή τον εξωραϊσμό της εργατικής τάξης, δεν πρέπει να περνάμε στην υποτίμηση της τυπικής δυνατότητας χειραφέτησής της. Υπάρχουν περιπτώσεις προσπάθειας υπεραπλούστευσης προτσές, νόμων, σχέσεων με τη λογική ότι οι εργαζόμενοι ή τα λαϊκά στρώματα «δεν καταλαβαίνουν». Όμως η εκλαΐκευση δεν σημαίνει εκχυδαϊσμό και έκπτωση στις θέσεις μας, αλλά το αντίθετο, δηλαδή αφομοίωση των επεξεργασιών του Κόμματος και δυνατότητα αντιπαράθεσης με την αστική ιδεολογία και τα απόνερά της, με δημιουργική προσέγγιση και όχι απλά με θέση απόρριψης του καπιταλισμού.

Αυτό που λέμε διακηρυχτικά ως παρουσίαση της πρότασης εξουσίας μας είναι αναγκαίο να διαπερνά κάθε πλευρά της παρέμβασής μας στον κόσμο που μας ενδιαφέρει και δεν αφορά ένα στενό περίγυρο ή τις «κομματικές συζητήσεις», καθώς το Κομματικό Μέλος δεν έχει ξεχωριστή ιδιότητα «Κομμουνιστής», «συνδικαλιστής» ή οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ιδιότητα. Αυτή η αντίληψη συνεπάγεται αυτόματα άρνηση της επαναστατικής πράξης. Η παρουσίαση της πρότασης εξουσίας μας αφορά το τι σημαίνει ουσιαστικά επαναστατικοποίηση της συνείδησης, πρώτα και κύρια του υποκειμένου, δηλαδή του φορέα των νέων σχέσεων παραγωγής, πώς αποτυπώνεται καθημερινά στην πράξη και αναπαράγεται ότι πραγματικά μπορεί να είναι τάξη για τον εαυτό της και όχι επειδή απλά την ενημέρωσε κάποιος Κομμουνιστής. Πρακτικά παραδείγματα από τους χώρους δουλειάς υπάρχουν άπειρα. Μπορούμε να εξετάσουμε τη συμβολή μας στη μετάβαση της σκέψης του «γιατί συγκεκριμένα ο εργοδότης μου είναι κακός» στην υπόθεση τάξη εναντίον τάξης, όπως μπαίνει και από τις Θέσεις. Μπορούμε επίσης να δούμε το πώς αναθέτουμε καθήκοντα όχι μόνο στα μέλη ή τις προτάσεις στρατολογίας μας, αλλά και στους υπόλοιπους εργαζόμενους, ως απόδειξη της εμπιστοσύνης μας στις δυνατότητες της εργατικής τάξης. Μπορούμε ακόμα να εξετάσουμε το πώς ανάγουμε το βίωμα του εργαζόμενου, την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων, σε αναστοχασμό και συμπέρασμα ταξικής χειραφέτησης. Χρειάζεται να δούμε το πώς μέσα από τη λειτουργία των μορφών οργάνωσης της εργατικής τάξης, από τη χαμηλότερη, το σωματείο, μέχρι το Κόμμα, κάνουμε απτό στους εργαζόμενους ότι η νέα κοινωνία που προσπαθούμε να του περιγράψουμε δεν είναι κάποιο ρομαντικό όραμα, αλλά ενέχει τα φύτρα της στο σήμερα και είναι προϊόν επιστημονικής επεξεργασίας, όχι τυφλής βουλησιαρχίας. Πιστεύω ότι ο καθένας μπορεί να συνειδητοποιήσει τα βήματα που μπορούμε και πρέπει να μετρήσουμε σε καθεμία από τις παραπάνω πλευρές, με την ουσία να βρίσκεται στο πώς θα γίνουμε ικανότεροι. Όχι μέσα από μία στείρα ρουτίνα, με την ελπίδα ότι στερεοτυπικά θα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε καταστάσεις, αλλά με τη διαμόρφωση επαναστατικού κριτηρίου.

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

του Παναγιώτη Γρυμπιλάκου
Λέρος

 

«Σε κάθε περίπτωση, προϋπόθεση για να ανταποκρινόμαστε στις σύγχρονες απαιτήσεις της ταξικής πάλης, ήταν και είναι η θεωρητική και προγραμματική ετοιμότητα που αναπτύσσεται με τη μελέτη της πείρας και των συμπερασμάτων από την Ιστορία των ταξικών αγώνων, η οποία όμως είναι απαραίτητο να εκδηλώνεται στην καθημερινή ικανότητα ταξικής ανάλυσης των εξελίξεων, στην καθοδηγητική δράση, στην πολιτική και ιδεολογική πάλη του Κόμματος, στην εσωκομματική ζωή. Ξεχωρίζοντας σε αυτήν τη φάση ότι η όξυνση των ανταγωνισμών και η εξέλιξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου καθορίζει αποφασιστικά το συνολικό πλαίσιο δράσης, το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται η ταξική πάλη και στην Ελλάδα.» (σ. 39)

Με αφορμή το παραπάνω απόσπασμα μπορούν να εκφραστούν κάποιες σκέψεις για την επιστημονική μεθοδολογία που διαπερνάει συνολικά το κείμενο.

Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι μια εισαγωγική τοποθέτηση για τη μαρξιστική λενινιστική μεθοδολογία (i.e. διαλεκτικός υλισμός).

Ερμηνεία: η θεωρητική και προγραμματική ετοιμότητα αναφέρεται στο Λογικό μέρος της ανάλυσης που πρέπει να υιοθετηθεί από τον υποκειμενικό παράγοντα στη βάση καθαυτών των θεωρητικών αναλύσεων των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν. Η δυναμική και η ζωντάνια του διαλεκτικού υλισμού αναδεικνύεται στον βαθμό που οι αναλύσεις της μαρξιστικής-λενινιστικής παράδοσης αφομοιώνονται κατά την ανάλυση της κάθε συγκεκριμένης ιστορικής βαθμίδας ανάπτυξης του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος μέσα στον οποίο δρα ο υποκειμενικός παράγοντας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προσαρμογής, αφομοίωσης και πρωτοπόρας ανάλυσης από το ΚΚΕ είναι o εννοιολογικός προσδιορισμός της «Πολεμικής Οικονομίας» και του τρόπου με τον οποίο αυτός αναλύεται συνεχώς και εμπλουτίζεται από το Κόμμα στη βάση των διαρκών εξελίξεων και πληροφόρησης κάθε είδους από την παραγωγή των πολεμικών βιομηχανιών και τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς των εμπόλεμων κρατών ως τις αναλύσεις των δημοσιονομικών μεγεθών των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών- ΝΑΤΟ, ΕΕ κλπ. (δεν θα γίνει παραπάνω ανάλυση για την Πολεμική Οικονομία εδώ). Θέτουμε ως αναφορά ένα απόσπασμα της μαρξιστικής μεθοδολογίας όπως αποτυπώνεται στη «Μέθοδο της Πολιτικής Οικονομίας»

Ο Μαρξ αναφέρει «Κατά το διάστημα που ο νους εργάζεται αφηρημένα, μόνο θεωρητικά, το πραγματικό υποκείμενο συνεχίζει να υπάρχει, όπως πριν, έξω από το νου, στην αυτοτέλειά του. Κατά συνέπεια, και για τη θεωρητική μέθοδο το υποκείμενο, η κοινωνία θεωρείται πάντα η προϋπόθεση της παράστασης.»1

Ας θεωρηθεί η μαρξιστική διάσταση της θέσης του Κόμματος όπως αναδεικνύεται μέσα από το απόσπασμα των Θέσεων. Η θεωρητική και προγραμματική ετοιμότητα που αναπτύσσεται από το ΚΚΕ, δηλαδή η θεωρητική ανάλυση που κάνει το Κόμμα με τα σχετικά ανά κλάδο έρευνας Τμήματα της ΚΕ, αποκτά αυστηρά μαρξιστικό προσανατολισμό όταν «η κοινωνία που θεωρείται πάντα η προϋπόθεση της παράστασης» επιβεβαιώνεται στην πράξη από τη «μελέτη της πείρας και των συμπερασμάτων από την Ιστορία των ταξικών αγώνων» που αναφέρει το κείμενο της ΚΕ. Η γείωση των προγραμματικών επεξεργασιών που κάνει το Κόμμα είναι ακριβώς η τοποθέτηση της ανάλυσης πάνω στη βάση της δομής του καπιταλισμού στην εξαιρετικά επιθετική μορφή του στη δοσμένη χρονική περίοδο. Πιο αναλυτικά, χωρίς να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στο πρόβλημα του Ιστορικού-Λογικού στη διαλεκτική παράδοση, η πείρα και η μελέτη των συμπερασμάτων από την Ιστορία των ταξικών αγώνων δίνει την Ιστορική διάσταση και επιβεβαίωση της νέας, από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα μορφής του καπιταλισμού (βλέπε Άπαντα Λένιν, τόμ. 27, «Ιμπεριαλισμός το Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού») στη βάση της διαλεκτικής αλληλοσυσχέτισης-διάδρασης του Λογικού με τα αντικειμενικά και πραγματικά στοιχεία που παρατίθενται στις Θέσεις. Το λενινιστικό χαρακτηριστικό του αποσπάσματος των θέσεων αφορά την ξεκάθαρη θέση στο κείμενο έτσι ώστε η πείρα και τα συμπεράσματα της Ιστορίας των ταξικών αγώνων να συνδιαμορφώνει την ορθή κομματικά κυρίαρχη αντίληψη αναφορικά με το κύριο καθήκον όλων των μελών και στελεχών του κόμματος να είναι σε διαρκή ανατροφοδότηση δράσης - μελέτης στην καθημερινή ικανότητα ταξικής ανάλυσης των εξελίξεων από τα καθοδηγητικά όργανα και τα μέλη του κόμματος. Να διαπερνά συνολικά την εσωκομματική ζωή. Με τον τρόπο αυτό, σε πραγματικές διακριτές χρονικές στιγμές (ιστορική αλληλουχία), διαπιστώνεται η τομή ανάμεσα στο Ιστορικό και το Λογικό. Συναφώς πρέπει να διατυπωθεί ρητά και ανεξαίρετα ότι ο διαλεκτικός τρόπος σκέψης και ανάλυσης οφείλει να είναι αποκλειστικά το μόνο εργαλείο σκέψης και δράσης των κομμουνιστών, για να είναι έτοιμοι να παλέψουν ενάντια σε κάθε μορφής οπορτουνιστικά, ρεφορμιστικά κλπ. ιδεολογήματα στην καθημερινή δράση, στους χώρους δουλειάς, στα συνδικάτα, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, στις γειτονιές και στους σύλλογους και μαζικούς φορείς που συμμετέχουν. Όπως κατά τη μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό δεν υπάρχουν στάδια αλλά μόνο ρήξη και ανατροπή, με πλήρως ανάλογο τρόπο δεν πρέπει να υπάρχουν συγχύσεις και «παντρέματα» της διαλεκτικοϋλιστικής επιστημονικής θεώρησης με αστικές-ιδεαλιστικές θεωρίες παρά μόνο ξεκάθαρη αντιπαράθεση μέχρι την τελική επικράτηση της μαρξιστικής-λενινιστικής επιστημονικής μέθοδου.

Καλή δύναμη και επιτυχία στις εργασίες του 22ου Συνέδριου του Κόμματος για τους νικηφόρους αγώνες του μέλλοντος.

 

Υ.Γ. Αποκτά αυτοτελές ερευνητικό ενδιαφέρον η αποκάλυψη των μεθοδολογικών στοιχείων που είναι δυνατό να φωτιστούν σε ολόκληρο το κείμενο των θέσεων, αλλά κάτι τέτοιο ξεπερνά τα όρια του προσυνεδριακού διάλογου.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

  1. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας σελ. 339.340