ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΔΙΕΘΝΗ. ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ


της Ελένης Μπέλλου

Για το ΚΚΕ αποτελεί θέση αρχής η αναγκαιότητα να εκφραστεί ενιαία και διακριτά σε διεθνές επίπεδο η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Θεωρητική βάση αυτής της αρχής, θεμελιωμένη από τους Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς, αποτελεί η διεθνής δραστηριότητα και διάσταση του κεφαλαίου, στην οποία εν συντομία θα ανατρέξουμε υπό το φως και των μέχρι σήμερα εξελίξεων.

Το κεφάλαιο για ν’ αναπαραχθεί ως οικονομική-κοινωνική σχέση έχει ήδη υπερβεί τα «εθνικά-κρατικά» όρια, τα οποία έθεσε ως πολιτική εξουσία προκειμένου να εδραιωθεί και να κυριαρχήσει πλήρως απέναντι στις φεουδαρχικές σχέσεις, να καταργήσει τη στενότητα της φυσικής οικονομίας και της τοπικής αγοράς, της βιοτεχνικής παραγωγής.

Το φαινόμενο του διεθνούς εμπορίου και της μετοχικής εταιρίας, τα οποία είχε αναλύσει ο Μαρξ, πήραν νέες διαστάσεις και χαρακτηριστικά από το τέλος του 19ου αιώνα και κυρίως στον 20ό αιώνα, με την εκτεταμένη εξαγωγή κεφαλαίων για άμεσες ξένες επενδύσεις, την εκτεταμένη διεθνική συγκρότηση των χρηματιστηρίων και άλλων αγορών χρηματικού κεφαλαίου (π.χ. Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ κλπ.) και τη διεθνικότητα στη μετοχική σύνθεση επενδυτικών εταιριών.

Σε αυτή τη βάση, μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και παρά τη συνεχιζόμενη οξύτητα στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (μεταξύ των επιχειρήσεων και μεταξύ των κρατών), διαμορφώθηκαν πιο ισχυρά κέντρα επεξεργασίας ενιαίας στρατηγικής του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος ενάντια στην εργατική τάξη και στην επαναστατική οργάνωση και δράση της ως κίνημα μέσα στα καπιταλιστικά κράτη και πολύ περισσότερο ενάντια στην εξουσία της στα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Τέτοια κέντρα παραγωγής ενιαίας στρατηγικής και δράσης του διεθνούς κεφαλαίου αφορούσαν και το συντονισμό στη λήψη αποφάσεων (π.χ. G-7 που σήμερα έχει διευρυνθεί σε G-20) και σε όργανα άμεσης οικονομικής (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΠΟΕ κλπ.) και στρατιωτικής (ΝΑΤΟ, Ευρωστρατός κλπ.) επιβολής.

Βεβαίως, η καπιταλιστική ανισομετρία και ο ανταγωνισμός, σύμφυτα του συστήματος, οδηγούν τόσο σε ουσιαστικές αλλαγές στο συσχετισμό μέσα σε αυτά τα κέντρα, όσο και στην παράλληλη συγκρότηση άλλων περιφερειακών (π.χ. ΕΕ, ALCA, ALBA, MERCOSUR, ASEAN, Συμμαχία της Σαγκάης κλπ.). Σε όλα αυτά τα κέντρα, που εκφράζουν την ενότητα της εξουσίας του κεφαλαίου απέναντι στην αντίπαλη εργατική τάξη πέρα από την εθνική της συγκρότηση, εξασφαλίζεται η συνέχεια, ανεξάρτητα από την ιδεολογική-πολιτική απόχρωση των εκάστοτε κυβερνητικών σχημάτων στο κάθε καπιταλιστικό κράτος.

Μια χαρακτηριστική αποτύπωση αυτής της πραγματικότητας είναι η σύνθεση της γνωστής ως «Λέσχης Μπίλντερμπεργκ», όπου «κεκλεισμένων των θυρών» διαβουλεύονται βιομήχανοι, εφοπλιστές, τραπεζίτες, διπλωμάτες, στρατιωτικοί, οικονομολόγοι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι όλων των αστικών ρευμάτων απ’ όλον τον κόσμο.

Παράλληλα, τόσο τα αστικά πολιτικά ρεύματα όσο και οι φυσικοί φορείς του κεφαλαίου είναι οργανωμένοι σε διεθνείς και περιφερειακές ενώσεις.

Ποια τάξη δεν έχει τη διεθνική της έκφραση απέναντι στην εθνοκρατικά αλλά και διεθνικά οργανωμένη καπιταλιστική εξουσία; Η εργατική τάξη.

Πέραν λοιπόν της προφανούς αναγκαιότητας, το προς εξέταση ζήτημα είναι οι αιτίες, τα προβλήματα στην προώθηση της διεθνικής οργάνωσης της ιδεολογικής και πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης.

Κατά τη γνώμη του ΚΚΕ, το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως οργανωτικό, αλλά ιδεολογικό-θεωρητικό, το οποίο βεβαίως αντανακλά διάσπαση της εργατικής τάξης και σ’ εθνικό επίπεδο. Αυτό που έχει διασαλευθεί και προέχει ως ανάγκη ν’ αποκατασταθεί είναι η ιδεολογική ενότητα για την ανασυγκρότηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Προέχει ως καθήκον για όλα τα ΚΚ που -ανεξάρτητα από τον τίτλο τους- έχουν την απαραίτητη εργατική σύνθεση, στη βάση και στα καθοδηγητικά όργανα, που εξασφαλίζει τη θέληση της εργατικής πρωτοπορίας για οργανωμένη σύγκρουση και όχι συμβιβασμό με την καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Η βαθιά ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, όπως εκδηλώθηκε περίπου τα τελευταία 25 χρόνια, έχει τις ρίζες της σε πολύ βαθύτερο παρελθόν, πολλών δεκαετιών. Το ΚΚΕ εκτιμά ότι η διασάλευση της ιδεολογικής ενότητας επήλθε από τη σταδιακή ενίσχυση και εξάπλωση του αναθεωρητισμού. Βεβαίως, αυτό που συντελέστηκε σε επίπεδο συνείδησης, ο αναθεωρητισμός, ήταν αντανάκλαση των κοινωνικών-οικονομικών εξελίξεων που είχαν συντελεστεί: Τμήματα της εργατικής τάξης στις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικά κοινωνίες γνώρισαν καλύτερους μισθούς και συνθήκες ζωής εξαιτίας των υπερκερδών που εξασφάλιζε το κεφάλαιο στη χώρα τους, έχοντας π.χ. το μονοπώλιο στο εξωτερικό εμπόριο (η Αγγλία μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα), τη δυνατότητα εκμετάλλευσης πρώτων υλών και φθηνής εργατικής δύναμης σε πιο καθυστερημένες κοινωνίες. Παιδιά εκτεταμένων τέτοιων τμημάτων της εργατικής τάξης και μάλιστα της «εργατικής αριστοκρατίας» στο συνδικαλιστικό και πολιτικό κίνημα, αφομοιώθηκαν από την αστική ιδεολογία μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, εντάχθηκαν στους διευρυμένους κρατικούς μηχανισμούς: είτε στις αστικές κρατικές «υπηρεσίες» (παιδείας, υγείας, πρόνοιας) είτε στους καθαρά διοικητικούς μηχανισμούς (εφορίες, νομαρχίες, τοπικά όργανα του αστικού κράτους, οργανισμούς διαχείρισης δημόσιας κινητής και ακίνητης περιουσίας κλπ.) είτε σε κρατικές ή ημικρατικές επιχειρήσεις (τραπεζών, «κοινής ωφέλειας» - ενέργειας, ύδρευσης, τηλεπικοινωνιών-βιομηχανικών, τουριστικών κι άλλων μονάδων).

Η εξαγορά τμημάτων της εργατικής τάξης και μάλιστα σε δυναμικούς κλάδους της καπιταλιστικής βιομηχανίας συντελέστηκε σε συνδυασμό με την εκτεταμένη εξαγορά επιστημόνων, ταξικά προερχόμενων από την εργατική τάξη, δηλαδή ήταν αλληλένδετα φαινόμενα η διεύρυνση της κοινωνικής βάσης του οπορτουνισμού και η ισχυροποίηση του αναθεωρητισμού. Η δυνατότητα της αστικής πολιτικής να εξαγοράσει διευρυμένα τμήματα της εργατικής τάξης εξυπηρετούσε τον πολιτικό της στόχο για διάβρωση του εργατικού κινήματος, εκτροπή του από το στρατηγικό στόχο της σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ευρώπη, γενικότερα στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό και μάλιστα σε συνθήκες βελτίωσης του διεθνούς συσχετισμού υπέρ των δυνάμεων του σοσιαλισμού προς τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο αναθεωρητισμός και ο οπορτουνισμός σε ΚΚ ισχυρών καπιταλιστικών κρατών άσκησε πίεση και στα ΚΚ εξουσίας, σε εξαιρετικά σύνθετες συνθήκες:

α) Διεθνούς συγκυρίας (π.χ. πρωτοπορίας των ΗΠΑ στην κατασκευή ατομικής βόμβας, πολιτικής «ψυχρού πολέμου» ενάντια στην ΕΣΣΔ αμέσως μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου), όπου οι απώλειες του καπιταλισμού δεν συνεκτιμήθηκαν αντικειμενικά σε συνδυασμό με τις δυνατότητες ανάκτησης θέσεών του.

β) Αδυναμιών και ελλείψεων στη διαμόρφωση στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, αφού σε αρκετές περιπτώσεις -και μάλιστα καθοριστικής σημασίας- αυτονομήθηκαν τα μέτωπα πάλης κατά της ξένης κατοχής και του χιτλερικού άξονα από την πάλη για την εργατική εξουσία.

γ) Η ΕΣΣΔ αντιμετώπιζε πρωτόγνωρα θεωρητικά και πρακτικά καθήκοντα (π.χ. στον περιορισμό και την εξάλειψη των εμπορευματικών σχέσεων, αλλά και της αντίθεσης μεταξύ πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας, στην ανάπτυξη της επιτελικότητας της εργασίας στα τμήματα παραγωγής της σοσιαλιστικής βιομηχανίας, στην εκτεταμένη εργατική συμμετοχή στις υποθέσεις οργάνωσης - διοίκησης παραγωγής, υπηρεσιών, στον εργατικό έλεγχο της διεύθυνσης και γενικότερα των ανώτερων οργάνων εξουσίας). Η ταξική πάλη για τη σοσιαλιστική ανάπτυξη έμπαινε σε νέα φάση.

Ο αναθεωρητισμός και ο οπορτουνισμός διάβρωσε ανεπίστρεπτα ΚΚ εξουσίας, με αποτέλεσμα να ηγηθούν αντεπαναστατικών ανατροπών, βίαιης ή ελεγχόμενης καπιταλιστικής παλινόρθωσης, διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Αλλο ρεύμα αναθεωρητισμού και οπορτουνισμού, το γνωστό ως «ευρωκομμουνισμός», διάβρωσε το εργατικό κίνημα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες και συνεχίζει να το διαβρώνει, αφενός διατηρώντας τα κομμουνιστικά σύμβολα, αφετέρου συγκροτώντας οπορτουνιστική ευρωπαϊκή οργάνωση, το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ). Το ΚΕΑ αξιοποιεί και υποδαυλίζει υπαρκτές αδυναμίες και δυσκολίες σε ΚΚ π.χ. της Λατινικής Αμερικής ή της Ασίας, δυσκολίες που προέρχονται από τη συγκριτική καθυστέρηση στην ανάπτυξη του καπιταλισμού σε αυτές τις χώρες. Το ΚΕΑ «σπρώχνει» σε γραμμή συμμαχίας ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό μαζί με αστικές πολιτικές δυνάμεις άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων (π.χ. ΕΕ) ως δήθεν σύμμαχων δυνάμεων.

Στις σημερινές συνθήκες, ΚΚ σε χώρες όπου η αστική εξουσία διεκδικεί αναβάθμισή της στο συσχετισμό σ’ επίπεδο ηπείρου ή και παγκόσμια, βρίσκονται αντιμέτωπα με την εξής πρόκληση: Να επεξεργαστούν τη στρατηγική τους συνειδητοποιώντας και υπερβαίνοντας τα προβλήματα στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος με τα οποία αναπτύχθηκαν.

Μπροστά σε όλα τα ΚΚ με διακηρυγμένη προσήλωση στην κομμουνιστική ιδεολογία, το μαρξισμό-λενινισμό, δηλαδή στον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης για κοινωνική πρόοδο και στην αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, στην αναγκαιότητα της πολιτικής επανάστασης και της επαναστατικής εργατικής εξουσίας (δικτατορία του προλεταριάτου), προβάλλουν ως ιεραρχημένα καθήκοντα:

1. Η βαθιά μελέτη και διάδοση της κομμουνιστικής ιδεολογίας, με εκδόσεις των έργων των θεμελιωτών της σε όλες τις γλώσσες, με κομματικές σχολές για οργανωμένη μαρξιστική μόρφωση των στελεχών πρώτα απ’ όλα, επέκταση στα μέλη, ανάλογη δουλειά με τα στελέχη των Κομμουνιστικών Νεολαιών.

2. Διαμόρφωση κομμουνιστικής διανόησης, δηλαδή επιστημόνων-στελεχών του κόμματος με μαρξιστική παιδεία, αλλά και ανάλογη παιδεία και εκπαίδευση εργατικών στελεχών με ικανότητες πνευματικής εργασίας. Μέσω της κομμουνιστικής διανόησης το κάθε ΚΚ μελετά επιστημονικά κι όχι μόνο γνωρίζει εμπειρικά την κοινωνική-οικονομική και πολιτική κατάσταση στη χώρα του, τη θέση της στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, τις διεθνείς σχέσεις της, μελέτη που η επιστημονικότητά της στηρίζεται στην κομμουνιστική ιδεολογία, γι’ αυτό η επιστημονικότητα δε συγκρούεται με την ταξικότητα.

Για να μην εξελιχθούν τα ΚΚ σε ομήρους της αστικής διανόησης, οφείλουν να ξεπεράσουν μια ορισμένη έμπρακτη υποτίμηση της ιδεολογικής και θεωρητικής δουλειάς, μια ροπή προς τον πρακτικισμό, μια τάση να αναθέτουν τη θεωρητική εργασία σε καταμερισμό εκτός των καθοδηγητικών οργάνων. Ο αναγκαίος καταμερισμός πρέπει να υπάρχει στην ίδια την ΚΕ και τα αποτελέσματα της θεωρητικής εργασίας να είναι αντικείμενο συζήτησης και υιοθέτησής τους από την ΚΕ, με τάση να επεκτείνεται η συζήτηση και η ανάληψη ευθύνης σε όλα τα όργανα και στις ΚΟΒ, αντίστοιχα και στην Κομμουνιστική Νεολαία.

Η δημιουργική αφομοίωση της επαναστατικής κομμουνιστικής θεωρίας περιλαμβάνει τόσο την ανάγκη της αφομοίωσής της όσο και της ανάπτυξής της, αφού εξελίσσεται η κοινωνική κίνηση και η ταξική πάλη.

Οσο αλήθεια είναι ότι ήταν πολύ μπροστά η επαναστατική θεωρία που θεμελίωσαν οι Μαρξ-Ενγκελς, που ανέπτυξε ο Λένιν κυρίως ως προς τη θεωρία για το κόμμα, την επανάσταση, το εργατικό κράτος, γι’ αυτό κι έδωσε μεγάλη ώθηση στην επαναστατική πράξη, τόσο αλήθεια είναι και ότι αντικειμενικά δεν περιλαμβάνει γενικεύσεις για εξελίξεις, φαινόμενα που δεν είχαν ολοκληρωθεί πριν ένα και ενάμιση αιώνα. Ομως τέτοια φαινόμενα μπορούν σήμερα να ερμηνευτούν λαθεμένα και να συμπαρασύρουν ένα ΚΚ σε γραμμή σύμπλευσης με τμήματα της αστικής τάξης. Δηλαδή, το καθήκον ανάπτυξης της επαναστατικής θεωρίας είναι αλληλένδετο με το καθήκον επεξεργασίας επαναστατικής στρατηγικής.

Σήμερα υπάρχει η θεωρητική βάση για στρατηγική τοποθέτηση ΚΚ απέναντι σε φαινόμενα, όπως οι οικονομικές, στρατιωτικές, πολιτικές ενώσεις καπιταλιστικών κρατών, όπως είναι η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, το ΔΝΤ κλπ., σε άλλα φαινόμενα, όπως της εργατικής αριστοκρατίας. Υπάρχει η θεωρητική βάση για να απορριφθούν αστικές θεωρητικές προσεγγίσεις περί «τέλους της εργατικής τάξης», «τέλους της ταξικής πάλης», περί «ξεπεράσματος τόσο του καπιταλισμού, όσο και του σοσιαλισμού» γιατί δήθεν «η νέα κοινωνία είναι η μεταβιομηχανική» ή ιδεολογήματα για οικονομική κρίση εξαιτίας του «καζινοκαπιταλισμού» ως παρέκκλιση από το βιομηχανικό καπιταλισμό κι άλλα.

Παρ’ όλα αυτά, επειδή δεν είναι αφομοιωμένη αυτή η θεωρητική βάση, βρίσκουν έδαφος παλιές αναθεωρητικές θέσεις ως δήθεν «σύγχρονες», με αποτέλεσμα να προκαλούν ιδεολογικές συγχύσεις και προβλήματα στρατηγικής σε ΚΚ.

Ο σύγχρονος οπορτουνισμός προβάλλει ως γραμμή συσπείρωσης την εναντίωση στο «υπερκέρδος», παρουσιάζοντάς το ως φαινόμενο παρέκκλισης από το βιομηχανικό κέρδος, από την «υγιή» καπιταλιστική ανάπτυξη. Αρκεί ν’ ανατρέξουμε σε έργα του Ενγκελς για τις οικονομικές κρίσεις στην Αγγλία στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, για να διαπιστώσουμε την παλαιότητα του φαινομένου, αλλά και των αστικών αντιλήψεων που σήμερα προβάλλονται ως «σύγχρονη αριστερή σκέψη που αντανακλά νέα κοινωνική πραγματικότητα».

Σε αυτή τη βάση προβάλλεται ως δήθεν «σύγχρονη στρατηγική» η αντίληψη ότι «το ΚΚ ως ηγετική δύναμη της αριστεράς θα πρέπει να συσπειρώσει τις διασπαρμένες δυνάμεις της σ’ έναν πόλο διεκδίκησης μιας αριστερής διακυβέρνησης». Αυτή η προβληματική στρατηγική γραμμή είναι αρνητικά δοκιμασμένη τόσο στο βαθύτερο παρελθόν του 20ού αιώνα όσο και στο πιο πρόσφατο της τελευταίας 20ετίας. Αφετηρία του έχει τη λαθεμένη αντίληψη των συμμαχιών, που δίνει προτεραιότητα στη συμμαχία από τα πάνω, με πολιτικές δυνάμεις που αντιπροσωπεύουν τον οπορτουνισμό μέσα στο επαναστατικό εργατικό κίνημα, γι’ αυτό ως στρατηγικό τους στόχο προσδιορίζουν την αλλαγή του συσχετισμού στο αστικό κοινοβούλιο για την ανάδειξη μιας κυβέρνησης που δεν μπορεί και δεν επιδιώκει τη σύγκρουση με την καπιταλιστική κυριαρχία.

Η πολιτική συμμαχιών ενός ΚΚ, δηλαδή της εργατικής τάξης με καταπιεζόμενα κοινωνικά στρώματα, δεν μπορεί να στοχεύει στην ουτοπική πολιτική μεταρρύθμιση από το μονοπωλιακό στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό. Μπορεί και πρέπει να είναι συμμαχία που κινεί τα λαϊκά μεσαία στρώματα στη συσπείρωση και πάλη για ρήξη με τα μονοπώλια, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις τους, να είναι γραμμή ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα στην πάλη για το σοσιαλισμό, έστω κι αν δε θέτει τη συνειδητοποίηση και πλέρια αποδοχή του από τις σύμμαχες κοινωνικές δυνάμεις. Ακόμη και αν ο στόχος της εξουσίας, π.χ. «λαϊκή εξουσία» και οι ανάλογες οικονομικές σχέσεις, «λαϊκή οικονομία», δίνονται πιο αδρά, όπως γίνεται στο Αντιμονοπωλιακό - Αντιιμπεριαλιστικό Μέτωπο πάλης του ΚΚΕ, δε δικαιολογούνται συγχύσεις για ενδιάμεσο στάδιο εξουσίας.

Σε αυτό το ζήτημα στρατηγικής υπάρχει αναγκαιότητα συναντίληψης μεταξύ των ΚΚ που δρουν σε καπιταλιστικές κοινωνίες, ανεξάρτητα από τη θέση τους στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα. Αυτή η μεγάλη αλήθεια έχει διατυπωθεί το 1887 από το Φρ. Ενγκελς, στον Πρόλογό του για την αμερικανική έκδοση του έργου «Η κατάσταση της εργατικής τάξης»: «Το τελικό πρόγραμμα του αμερικάνικου προλεταριάτου πρέπει να είναι και θα είναι το ίδιο με το πρόγραμμα που έχει υιοθετηθεί τώρα απ’ το συνολικό μαχητικό προλεταριάτο της Ευρώπης, το ίδιο με το πρόγραμμα του γερμανο-αμερικάνικου σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος»1. Αυτή τη θέση διατύπωσε ενώ αναφερόταν στις ιστορικές διαφορές της καπιταλιστικής ανάπτυξης στις ΗΠΑ, στη Γερμανία, στην Αγγλία, στη Γαλλία.

Βεβαίως υπάρχουν και φαινόμενα, η ιστορική διεύρυνση των οποίων δεν έχει ακόμα οδηγήσει σε θεωρητικές γενικεύσεις από τη σκοπιά της ενιαίας στρατηγικής ενάντια στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Από αυτή την άποψη δυσκολεύουν περισσότερο τη στρατηγική επεξεργασία ΚΚ. Ενα τέτοιο ζήτημα αποτελεί η θέση ΚΚ απέναντι σε κίνημα εθνότητας ακόμα μη αφομοιωμένης από την κυρίαρχη αστική τάξη ενός ενιαίου κράτους ή αντίστροφα η θέση ΚΚ για κίνημα αυτονόμησης εθνότητας. Και ένα τέτοιο ζήτημα απασχόλησε για πολλά χρόνια το ΚΚΕ σε σχέση με τον ελληνοκυπριακό πληθυσμό, ενώ απασχολεί το αδελφό και φιλοξενούν κόμμα (το τουρκικό ΚΚ) σε σχέση με τον κουρδικό πληθυσμό.

Η αναγκαιότητα και προώθηση της διεθνούς επαναστατικής κομμουνιστικής στρατηγικής, της προοπτικής μιας νέας κομμουνιστικής Διεθνούς εξυπηρετείται, κατά την άποψη του ΚΚΕ, και από τέτοιου είδους θεωρητικές και στρατηγικές αναζητήσεις, στις οποίες σύντομα θα σταθώ:

Κυρίως κατά τους 18ο και 19ο αιώνες, με τη συγκρότηση των καπιταλιστικών κρατών διαμορφώθηκε όχι μόνο η εθνική έκφραση του φυσικού φορέα της καπιταλιστικής σχέσης, δηλαδή η αντίστοιχη αστική τάξη, π.χ. της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ελλάδας κλπ., αλλά και η αντίστοιχη εργατική τάξη.

Ανάλογα με την προκαπιταλιστική κληρονομιά και τις ιστορικές ιδιαιτερότητες στην πορεία των αστικών επαναστάσεων και στη συγκρότηση των καπιταλιστικών κρατών, τα αντίστοιχα κράτη συνέβαλαν στην περισσότερο ή λιγότερο «ομαλή» συγχώνευση εθνοτήτων, στη διαμόρφωση μιας περισσότερο ή λιγότερο συμπαγούς εθνικής συνείδησης. Οπου καθυστέρησε η καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας με την αντίστοιχη συγκρότηση καπιταλιστικών κρατών, όπου επιβίωσαν για μεγαλύτερη χρονική περίοδο αυτοκρατορίες που συνένωναν φεουδαρχικές εξουσίες, όπως η Οθωμανική Αυτοκρατορία, το πέρασμα στην καπιταλιστική συγκρότηση δεν οδήγησε σε εξομάλυνση των εθνικών διαφορών από τη σκοπιά των ενιαίων συμφερόντων του κεφαλαίου. Σε αυτή τη βάση αναπτύχθηκαν αποσχιστικά κινήματα που βρήκαν τη στήριξη κάποιων καπιταλιστικών κρατών ή δέχτηκαν την πολεμική άλλων, ανάλογα με το πώς διαμορφώνονταν οι αντιθέσεις και οι συμμαχίες τους στη νομοτελειακή τάση ανταγωνισμού για το μοίρασμα των αγορών.

Στην αντιδραστική εποχή του καπιταλισμού, με σαφή πλέον στρατηγικό διαχωρισμό της εργατικής από την αντίστοιχη αστική τάξη κι ανεξάρτητα από την εθνοτική της προέλευση, τη γλωσσική και άλλη πολιτιστική κληρονομιά της, στη διαμόρφωση των θέσεων του ΚΚ θεωρούμε ότι πρέπει να κυριαρχεί το ταξικό κριτήριο, η ενότητα της εργατικής τάξης απέναντι στην αστική τάξη, ανεξάρτητα αν η δεύτερη παρουσιάζεται εθνικά διασπασμένη.

Θεωρούμε ισχύουσα και επίκαιρη την εξής θέση του Φρ. Ενγκελς:

«Οι κομμουνιστές […] Δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου ως συνόλου.

Δεν διακηρύσσουν ξεχωριστές αρχές, σύμφωνα με τις οποίες θα ήθελαν να φτιάξουν το εργατικό κίνημα.

Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα εργατικά κόμματα μόνο κατά τούτο: ότι από τη μία μεριά στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλεταρίων τονίζουν και επιβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σε όλο το προλεταριάτο ανεξαρτήτως εθνικότητας. Από την άλλη μεριά ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολό του.

Στην πράξη λοιπόν οι κομμουνιστές είναι το πιο αποφασιστικό τμήμα των εργατικών κομμάτων όλων των χωρών, το τμήμα που τα κινεί πάντα προς τα μπροστά. Θεωρητικά προπορεύονται της υπόλοιπης μάζας του προλεταριάτου λόγω της σωστής αντίληψης για τις συνθήκες, την πορεία και τα γενικά αποτελέσματα του προλεταριακού κινήματος…

Παλεύουν λοιπόν για την επίτευξη των στόχων και των συμφερόντων που άμεσα βρίσκονται μπροστά τους αλλά στο σημερινό κίνημα υπερασπίζονται ταυτόχρονα το μέλλον του κινήματος»2.

Με αυτό το κριτήριο τοποθετείται το ΚΚΕ π.χ. για τα συμφέροντα όχι μόνο της ελληνοκυπριακής αλλά και της τουρκοκυπριακής εργατικής τάξης, διαχωρίζοντάς τες από την ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή αστική τάξη. Με το ίδιο κριτήριο το ΚΚΕ εκπροσωπεί την αλληλεγγύη της ελληνικής εργατικής τάξης με την τουρκική (αλλά και την κουρδική, αρμενική ή όποιας άλλης εθνότητας) εργατική τάξη, πέραν των διαφορών των αντίστοιχων αστικών τάξεων, είτε έχουν ολοκληρώσει την εξουσία τους (ελληνική, τουρκική) είτε όχι (κουρδική). Αρα το καθοριστικό είναι τα διαφορετικά τμήματα της εργατικής τάξης που αντικειμενικά είναι συγκροτημένα στο πλαίσιο μιας καπιταλιστικής κρατικής οντότητας να ενωθούν στη στρατηγική ανατροπής της, για την κατάργηση τόσο της εθνοτικά κυρίαρχης αστικής τάξης όσο και αυτής που υφίσταται ορισμένο περιορισμό. Δηλαδή, αν και η διαμόρφωση των εθνικών αστικών κρατών, περίπου μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, αποτέλεσε πρόοδο στην ιστορία της κοινωνικής ανάπτυξης, σήμερα, σε συνθήκες καπιταλιστικής κυριαρχίας σε διεθνές επίπεδο, αποσχίσεις εθνοτήτων και συγκρότηση νέων καπιταλιστικών κρατών δεν έχουν να δώσουν τίποτα το θετικό στο εργατικό κίνημα, παρά μόνο να φέρουν αναδιάταξη στο συσχετισμό μεταξύ των καπιταλιστικών δυνάμεων.

Επομένως, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στην εποχή του Λένιν, στην πολυεθνική τσαρική αυτοκρατορία, αλλά και σε κάθε αστικό -περισσότερο ή λιγότερο εθνοτικά ομογενοποιημένο- κράτος, σήμερα ισχύει ότι και ο πατριωτισμός και ο διεθνισμός έχουν ταξικό χαρακτήρα, καπιταλιστικό ή εργατικό, καθορισμένο δηλαδή από τις δύο βασικές τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι και για τα μεσαία στρώματα δεν μπορεί να υπάρξει πατριωτισμός που διαχωρίζεται μόνο από το μονοπωλιακό κοσμοπολιτισμό (διεθνισμό). Τα μεσαία στρώματα υποχρεωτικά θα συντάσσονται είτε με τον πατριωτισμό του κεφαλαίου που εμπεριέχει την αντίφαση ανάμεσα στην υπεράσπιση της εθνοκρατικής συγκρότησής του και του κοσμοπολιτισμού του είτε με τον εργατικό πατριωτισμό που εμπεριέχει χωρίς αντιφάσεις τη διεθνιστική εργατική αλληλεγγύη (προλεταριακός διεθνισμός).

Ο αντικειμενικός ηγετικός ρόλος της εργατικής τάξης στην πάλη για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης -επομένως και στην κατάργηση των εθνικών αντιθέσεων- στην πράξη υλοποιείται στο βαθμό που το επαναστατικό εργατικό κίνημα, μετουσιωμένο σε ΚΚ, συνειδητά οδηγεί τα λαϊκά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων σε κοινή δράση με την εργατική τάξη ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία, στο βαθμό που επίσης εξασφαλίζει κοινή δράση με την εργατική τάξη όμορων κρατών, σ’ επίπεδο ηπείρου και διεθνώς. Σε αυτή τη βάση το κάθε ΚΚ, προωθώντας την επαναστατική πάλη στη χώρα του, παίρνει πρωτοβουλίες και συμμετέχει σε πρωτοβουλίες άλλων ΚΚ που ωθούν την ιδεολογική, πολιτική ενότητα. Μέσα σε αυτή τη δράση είναι και η αξιοποίηση μορφών δοκιμασμένων στο παρελθόν, όπως κοινές διακηρύξεις - τοποθετήσεις σε κοινά προβλήματα της διεθνούς εργατικής τάξης, αλλά και έμπρακτη αλληλεγγύη σε οξυμένα προβλήματα της εργατικής τάξης σε μια χώρα, κοινές ενέργειες διαφώτισης, αλλά και κινητοποίησης, κοινές πρωτοβουλίες διάδοσης της κομμουνιστικής ιδεολογίας, ανάπτυξης της επαναστατικής θεωρίας με ανάλογες κομματικές σχολές, σεμινάρια, εκδόσεις κλπ. Πρόκειται για πράξεις ώθησης και της οργανωτικής ενότητας.

Το οργανωτικό σχήμα μιας κομμουνιστικής διεθνούς οργάνωσης δεν μπορεί να είναι εγκεφαλικό γέννημα σε συνθήκες που δεν έχει ωριμάσει η ιδεολογική και πολιτική ενότητα ανάμεσα σε ΚΚ ξεχωριστών χωρών, μερικές φορές δεν έχει ωριμάσει και μέσα στην ίδια τη χώρα, όπου υπάρχουν περισσότερα από ένα ΚΚ. Μια τέτοια ωριμότητα προϋποθέτει την ενιαία αδιάλλακτη αντιμετώπιση του οπορτουνισμού ως εχθρού μέσα στις γραμμές του κινήματος κι όχι την ανοχή του ως πολιτικού φορέα συνεργασίας σε «μίνιμουμ πρόγραμμα».

Η βαθύτερη μελέτη των προηγούμενων Διεθνών και ιδιαίτερα της Γ΄, της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αναμφίβολα θα δώσει συμπεράσματα αναγκαία για την ιδεολογική και στρατηγική ανασυγκρότηση και αναζωογόνηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Το βέβαιο είναι ότι η νέα οργανωτική έκφραση αυτής της ενότητας θα πρέπει να αντανακλά αυτή την ωρίμανση. Με αυτή την έννοια θα είναι διαφορετική από την οργανωτική έκφραση της Γ΄ Διεθνούς που στηρίχτηκε στην παγκόσμιας εμβέλειας επαναστατική νίκη του ΠΚΚ(μπ) στη Ρωσία και στην άμεση επίδραση που άσκησε σε επαναστατικές δυνάμεις παλιών και υποταγμένων στο σύστημα σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, δυνάμεις που δε διαχωρίστηκαν πλέρια από τη «σοσιαλδημοκρατία» και κυρίως που δεν μπόρεσαν να διαχωριστούν με επιτυχία μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, ώστε να κερδίσουν τα πιο μαχόμενα τμήματα της εργατικής τάξης. Αλλά αυτές και άλλες είναι πλευρές της ιστορικής έρευνας για τις οποίες επιφυλασσόμαστε σε μια πιο εξειδικευμένη συζήτηση.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Παρέμβαση της Ελένης Μπέλλου, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, στο Συμπόσιο για την 90χρονη επέτειο του Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που διοργανώνεται από το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κέντρο Ερευνών στις 27-28 Νοέμβρη 2010, στην Κωνσταντινούπολη.

1. Marx Engels Werke, τ. 21, σελ. 335-343, Marx Engels Collected Works, τ. 26, σελ. 434-442.

2. Marx Engels Werke, τ. 21, σελ. 335-343, Marx Engels Collected Works, τ. 26, σελ. 434-442.