Η δουλειά για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος είναι σήμερα μια σύνθετη και σκληρή μάχη σε όλα τα επίπεδα. Η συνθετότητα αυτής της μάχης έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αφού στις πιο σταθερές δυσκολίες που απορρέουν από την οικονομική, ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης έχουν προστεθεί οι δυσκολίες που απορρέουν από τις βαριές συνέπειες της πιο βαθιάς μεταπολεμικής οικονομικής κρίσης και της μακρόχρονης υποχώρησης του πολιτικού και συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος διεθνώς.
Οι συνθήκες αυτές αναδεικνύουν τη δυσκολία της πάλης των κομμουνιστών για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Στο έδαφος των καθημερινών προβλημάτων και αγώνων που αναπτύσσονται ενάντια σε πλευρές της κυρίαρχης πολιτικής, οι κομμουνιστές αναπτύσσουν στο συνδικαλιστικό κίνημα μια παρέμβαση η οποία δημιουργεί εύφορο έδαφος για τη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας σύγκρουσης και ανατροπής της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας κι εξουσίας, με άλλα λόγια για την ανάπτυξη της αντικαπιταλιστικής πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης.
Αυτή η παρέμβαση δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπόψη της τη σημερινή πραγματικότητα της εργατικής συνείδησης. Μόνο έτσι άλλωστε θα μπορέσει να την επηρεάσει σε θετική κατεύθυνση. Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση για την ευστοχία αυτής της παρέμβασης είναι η κατάκτηση μιας όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικής «εικόνας» της κατάστασης στο συνδικαλιστικό κίνημα των εργαζομένων, του συσχετισμού μεταξύ των δυνάμεων που παρεμβαίνουν σε αυτό, της έκτασης της επιρροής του ταξικού πόλου που εκφράζεται στις δυνάμεις που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ.
Τα στοιχεία τα οποία παρατίθενται στη συνέχεια του άρθρου προσπαθούν να δώσουν μια γενική εικόνα των παραπάνω. Πρόκειται για στοιχεία τα οποία δόθηκαν ως βοηθητικό υλικό στα μέλη της ΚΕ και τα υπόλοιπα στελέχη που συμμετείχαν στην πρόσφατη διευρυμένη σύνοδο της ΚΕ, με θέμα: «Η πορεία ανασύνταξης του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος και της ανάπτυξης της κομματικής οικοδόμησης στην εργατική τάξη».
Από την αρχή πρέπει να σημειωθεί ότι κάποια στοιχεία και ποσοστά που παρατίθενται έχουν μεταβληθεί σήμερα σε σχέση με την ημερομηνία καταγραφής και υπολογισμού τους. Έτσι, για παράδειγμα, στις περισσότερες περιπτώσεις τα συγκεντρωτικά στοιχεία για τον ιδιωτικό και τον κρατικό τομέα αντλούνται από τα δύο τελευταία συνέδρια της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, με το τελευταίο (35ο) συνέδριό τους να έχει λάβει χώρα το 2013 και το προτελευταίο (34ο) το 2010. Επίσης πολλά ακόμα στοιχεία, π.χ. κάποια δεδομένα από πρωτοβάθμια σωματεία, αντιστοιχούν στη συγκέντρωση των σχετικών δεδομένων, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί το 2014. Ωστόσο, από το 2013 και το 2014 μέχρι σήμερα δεν έχουν συντελεστεί ριζικές αλλαγές στο συνδικαλιστικό κίνημα και κατ’ επέκταση τα στοιχεία που ακολουθούν –παρόλο που δεν μπορούν να προσεγγιστούν ως ακριβής αποτύπωση της σημερινής κατάστασης– μπορούν ν’ αποδώσουν τις γενικές τάσεις σε αυτό1.
Πριν περάσουμε όμως στα καθαυτά στοιχεία, θα παρουσιάσουμε κάποια βασικά σχόλια και συμπεράσματα που βοηθούν την καλύτερη παρακολούθηση των ποσοτικών στοιχείων που ακολουθούν:
1. Ας δούμε καταρχάς κάποια γενικά στοιχεία για το βαθμό συμμετοχής των εργαζομένων στα συνδικάτα. Το συνολικό ποσοστό αυτής της συμμετοχής στο σύνολο των εργαζομένων –όπως καταγράφεται τόσο από τα στοιχειά των συνεδρίων της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ όσο και από τις αρχαιρεσίες των πρωτοβάθμιων σωματείων στους κλάδους– δεν ξεπερνά το 25% και αυτό είναι από τα βασικότερα προβλήματα, αν όχι το πιο βασικό.
Πιο συγκεκριμένα, στον ιδιωτικό τομέα το γενικό ποσοστό συμμετοχής δεν ξεπερνά το 20%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στον κρατικό τομέα κυμαίνεται τα τελευταία χρόνια γύρω στο 35%. Όσον αφορά, τώρα, τους ψηφίσαντες για αντιπροσώπους σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, αυτοί βαίνουν μειούμενοι μεταξύ των δύο τελευταίων συνεδρίων (από το 2010 στο 2013), τάση που αποτυπώνεται και στη συμμετοχή στα πρωτοβάθμια σωματεία.
Αυτή η μείωση της συμμετοχής σε αρχαιρεσίες σε ιδιωτικό και κρατικό τομέα αποτυπώνει μεταξύ άλλων τις συνέπειες της κρίσης (σημαντική μείωση των θέσεων εργασίας και στους δύο τομείς, σημαντική αύξηση του αριθμού των αποχωρήσεων και συνταξιοδοτήσεων κλπ.), καθώς και το γεγονός ότι σε πολλά σωματεία και των δύο τομέων δε γίνονται αποδεκτοί εργαζόμενοι μέσω εργολάβων, προγραμμάτων κλπ. (πρόκειται για κατηγορίες εργαζομένων που έχουν αυξήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια το ποσοστό τους στο σύνολο των εργαζομένων). Η τάση, μάλιστα, γενίκευσης του φαινομένου της ποικιλομορφίας των εργασιακών σχέσεων μέσα στον ίδιο εργασιακό χώρο (η οποία ενισχύεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, ανεξαρτήτως της φάσης του οικονομικού κύκλου) δημιουργεί από μόνη της επιπλέον δυσκολίες στη συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων. Τέλος, σε αυτήν τη μείωση δεν μπορεί παρά να συμβάλλει και ο αρνητικός ρόλος του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, καθώς και προβλήματα που συνδέονται με την ουσιαστική λειτουργία των συνδικάτων και των δεσμών τους με τους εργαζόμενους.
Παρόλ’ αυτά, η σωστή κατανόηση των παραπάνω στοιχείων απαιτεί δύο σχόλια: Το πρώτο είναι ότι τα ποσοστά της πραγματικής συμμετοχής των εργαζομένων στα συνδικάτα (συμμετοχή σε πρωτοβουλίες τους, σε ΓΣ κλπ.) είναι αρκετά μικρότερα από τα ποσοστά συμμετοχής σε εκλογές (ιδιαίτερα στον κρατικό τομέα). Το δεύτερο είναι ότι ακόμα και τα ίδια τα ποσοστά συμμετοχής στις αρχαιρεσίες είναι μικρότερα από τα επίσημα στοιχεία, για μια σειρά λόγους. Ένας τέτοιος βασικός λόγος είναι το γεγονός ότι σε αρκετές περιπτώσεις η εργοδοσία, σε συνδυασμό με τον εργοδοτικό-κυβερνητικό συνδικαλισμό, παρουσιάζουν «στα χαρτιά» πολύ μεγαλύτερο αριθμό συμμετεχόντων σε αρχαιρεσίες από αυτούς που πραγματικά προσήλθαν σε αυτές, με στόχο να αναδείξουν περισσότερους αντιπροσώπους στα Εργατικά Κέντρα, τις Ομοσπονδίες και τη ΓΣΕΕ. Χαρακτηριστικό γι’ αυτήν την αλλοίωση είναι, για παράδειγμα, ότι σε κάποια Εργατικά Κέντρα (π.χ. Εργατικά Κέντρα Φαρσάλων, Ναυπλίου, Ορεστιάδας, Ευρυτανίας, Άργους), ενώ από τη μία τα μέλη εμφανίζονται να είναι μερικές 10άδες (και ακόμα λιγότεροι οι συμμετέχοντες στη δράση), από την άλλη παρουσιάζονται χιλιάδες ψηφίσαντες.
Γενικά, υπάρχει υποχώρηση στην οργάνωση των εργαζομένων και στη συμμετοχή τους στις αρχαιρεσίες των σωματείων, ιδιαίτερα της νέας βάρδιας, των γυναικών και των μεταναστών. Παρόλ’ αυτά, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε το γεγονός ότι σε πολλούς κλάδους και σωματεία (Ιδιωτικοί Υπάλληλοι, Επισιτισμός-Τουρισμός, Φάρμακο, Τηλεπικοινωνίες, Τύπος-Χαρτί) έχουμε μεγάλη αναπλήρωση των απωλειών, γεγονός που δεν είναι ούτε μικρό, ούτε εύκολο την περίοδο που διανύουμε. Η ένταξη στα συνδικάτα αυτήν την περίοδο, και ιδιαίτερα νέων, γυναικών και μεταναστών, είναι μια σύνθετη, σκληρή, ιδεολογική, οργανωτική μάχη. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι ο κύριος όγκος αυτών που μπήκαν και αναπλήρωσαν τις απώλειες, προσδίδοντας και θετικό πρόσημο μεταβολής σε αρκετά σωματεία και κλάδους, είναι κατά βάση νέοι σε ηλικία άνθρωποι.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι το μεγάλο πρόβλημα της οργάνωσης της εργατικής τάξης παραμένει, όμως έχουμε είσοδο νέων μαζών στα συνδικάτα (νέων ηλικιακά), αλλά μικρότερη από τις απώλειες και πίσω από τις ανάγκες.
2. Όσον αφορά τη λειτουργία των συνδικάτων, πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα σε αυτά που κυριαρχεί ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός και σε αυτά που ανήκουν στη δύναμη του ΠΑΜΕ.
Η λειτουργία μεγάλου αριθμού συνδικάτων, όπου πλειοψηφεί ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός, έχει χειροτερεύσει. Έχει εδραιωθεί παραπέρα η τάση ενσωμάτωσης, συμβιβασμού και στήριξης των αντιλαϊκών πολιτικών, ενώ έχει μειωθεί ακόμα περισσότερο το κύρος και η εμπιστοσύνη των εργαζομένων σ’ ένα μεγάλο μέρος από αυτά. Ένας σημαντικός αριθμός από αυτά είναι «σφραγίδες», χωρίς μέλη, χωρίς επαφή με τους εργαζόμενους, χωρίς μαζικές δημοκρατικές διαδικασίες. Επίσης, αρκετά συνδικάτα λειτουργούν ως γραφεία προσωπικού των εργοδοτών και αποτελούν κομμάτι του πολυπλόκαμου μηχανισμού χειραγώγησης και υποταγής των εργαζομένων στα συμφέροντά τους.
Από την άλλη μεριά, η πλειοψηφία των συνδικάτων που ανήκουν στη δύναμη του ΠΑΜΕ έχουν σημειώσει βήματα στη λειτουργία τους, στην επαφή τους με τους εργαζόμενους και τους χώρους δουλειάς, με σωματειακές επιτροπές και συσκέψεις κατά χώρο, με περισσότερες και πιο καλά οργανωμένες Γενικές Συνελεύσεις. Τα θετικά βήματα αντανακλώνται και στο περιεχόμενο της δράσης τους, το οποίο επεκτείνεται σε μεγαλύτερο μέρος των ζητημάτων που απασχολούν τους εργαζόμενους, ενώ έχουν αυξηθεί και οι πρωτοβουλίες γύρω από αυτά τα ζητήματα. Αντίστοιχα, τα συνδικάτα αυτά έχουν εμπλουτίσει και προσαρμόσει τις μορφές δράσης τους με κριτήριο τη συμμετοχ των εργαζομένων, παρότι παραμένουν βασικά προβλήματα και σε ορισμένες περιπτώσεις σημειώνεται και υποχώρηση.
Ένα άλλο στοιχείο που αφορά τη λειτουργία των σωματείων είναι ότι συνεχίζεται ο οργανωτικός κατακερματισμός και η πολυδιάσπαση. Για παράδειγμα, στον κλάδο των Τροφίμων-Ποτών υπάρχουν 8 Ομοσπονδίες, από τις οποίες μόνο οι 2 εντάσσονται στη δύναμη του ΠΑΜΕ. Ή στον κλάδο των Μεταφορών είναι δεκάδες τα σωματεία ανά επιχείρηση (π.χ. αστικές συγκοινωνίες στην Αθήνα) χωρίς το ΠΑΜΕ να έχει πλειοψηφία σε κανένα από αυτά.
Επίσης, την ίδια στιγμή που το κύριο ζητούμενο είναι η αύξηση της οργάνωσης των εργαζομένων, υπάρχουν μεγάλοι εργασιακοί χώροι με εκατοντάδες εργαζόμενους χωρίς σωματείο. Στόχος μας είναι να εξαντλούμε τις προσπάθειές μας για την ίδρυση επιχειρησιακών σωματείων, σε συνδυασμό με την οργάνωση των εργαζομένων στο κλαδικό συνδικάτο.
3. Όσον αφορά την αντιπαράθεση στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος, πρέπει καταρχάς να ξεκαθαριστεί ότι η παρέμβαση των ταξικών δυνάμεων συγκρούεται και αντιμάχεται τόσο τους εργοδότες όσο και το αστικό κράτος, οι οποίοι από κοινού θέλουν την εργατική τάξη ανοργάνωτη ή με «ελεγχόμενη» συμμετοχή κι έχουν ενιαίο μέτωπο ενάντια στο Κόμμα και το ΠΑΜΕ.
Ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός, που τον συναποτελούν οι παρατάξεις της ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ και του ΜΕΤΑ –παρά τις απώλειες και τη μείωση του κύρους του– παραμένει ισχυρός, ενώ οι οπορτουνιστικές δυνάμεις (ΑΝΤΑΡΣΥΑ κλπ.) διατηρούν τις δυνάμεις τους. Το γεγονός αυτό αποτελεί, μαζί με τη χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα, το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα για το συνδικαλιστικό κίνημα και την ικανότητά του ν’ αμυνθεί και ν’ αντεπιτεθεί απέναντι στους εργοδότες, τις κυβερνήσεις, τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς.
Παρά την υπαρκτή ιδεολογική διαφοροποίηση των δυνάμεων του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού και το διακριτό προπαγανδιστικό στίγμα της κάθε δύναμης, στην επιχειρηματολογία και τη στάση τους συντείνουν στην αποδοχή τόσο των θεμελιακών στοιχείων της ιδεολογίας και πολιτικής της αστικής τάξης όσο και των κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (π.χ. στάση απέναντι στην καπιταλιστική ιδιοκτησία, στην καπιταλιστική ανάπτυξη, στην κυβερνητική εναλλαγή στο πλαίσιο του συστήματος). Ο εργοδοτικός-κυβερνητικός συνδικαλισμός λειτουργεί ως πέμπτη φάλαγγα στις γραμμές της εργατικής τάξης, όχι μόνο γιατί σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί ως προέκταση του εργοδοτικού και κρατικού μηχανισμού, αλλά κυρίως γιατί αναπαράγει και διαδίδει στις γραμμές της εργατικής τάξης όλη την ιδεολογική και πολιτική επιχειρηματολογία, τα διλήμματα και τους εκβιασμούς των μονοπωλίων, του αστικού κράτους και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις.
Από την άλλη, η παρέμβαση των οπορτουνιστικών δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα δυσχεραίνει τη συγκέντρωση δυνάμεων απέναντι στην κυρίαρχη πολιτική, ενώ πολλές φορές αξιοποιείται ως ο πιο κατάλληλος «αγωγός» περάσματος μιας σειράς επιλογών της αστικής τάξης. Χαρακτηριστικός γι’ αυτό το τελευταίο είναι ο ρόλος των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο συνδικαλιστικό κίνημα. Συντέλεσαν στην κυριαρχία στις «πλατείες των αγανακτισμένων» της λογικής «έξω τα κόμματα - έξω τα συνδικάτα», αποτέλεσαν βασικό συνδικαλιστικό στήριγμα της προσπάθειας ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση, ενώ ακόμα και μετά από την επίτευξη αυτής της κυβερνητικής εναλλαγής αποτέλεσαν βασικό συνδικαλιστικό στήριγμα της αστικής διαπραγμάτευσης, ψηφίζοντας σε ΔΣ και ΓΣ ακόμα και τη συμμετοχή στα φιλοκυβερνητικά συλλαλητήρια. Χαρακτηριστικό του ρόλου των οπορτουνιστικών δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι το γεγονός ότι σε πολλά σωματεία –ιδιαίτερα του κρατικού τομέα– «κατέβαιναν» και «κατεβαίνουν» σε κοινά «πλαίσια» με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η σύμπλευσή τους φτάνει μέχρι το βαθμό να σχηματίζουν κοινά ψηφοδέλτια (με πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα το χώρο των εκπαιδευτικών) και να κάνουν προτάσεις για σχηματισμό «αριστερών προεδρείων» μαζί με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ. Η σύμπλευση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στο συνδικαλιστικό κίνημα επεκτείνεται και στην από κοινού εχθρότητά τους απέναντι στο ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ.
Ας δούμε όμως λίγο πιο συγκεκριμένα τους εκλογικούς συσχετισμούς που διαμορφώνονται στο συνδικαλιστικό κίνημα τα τελευταία χρόνια. Τα στοιχεία που ακολουθούν είναι από τ’ αποτελέσματα των αρχαιρεσιών σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ (βλ. Πίνακες 3 και 4 στη συνέχεια), τα οποία όμως πρέπει να έχουμε υπόψη ότι δεν αποτυπώνουν πιστά τις τάσεις στο επίπεδο των πρωτοβάθμιων σωματείων.
Η ΠΑΣΚΕ παρουσιάζει μεταξύ των δύο τελευταίων συνεδρίων των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ μείωση τόσο στον ιδιωτικό (από 47,32 σε 33,87%) όσο και –ακόμα περισσότερο– στον κρατικό τομέα (από 44,65 σε 25,14%). Στη μείωση στη ΓΣΕΕ συντέλεσε και η αποχώρηση ενός τμήματος από την ΠΑΣΚΕ στο 35ο Συνέδριο και η συγκρότηση της παράταξης ΕΜΕΙΣ, η οποία συγκέντρωσε το 7,47% των ψήφων. Ταυτόχρονα, η ΠΑΣΚΕ αποτελεί το βασικό τροφοδότη του ΜΕΤΑ σε στελέχη και ψήφους. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα έχουμε μετατόπιση ολόκληρων συνδυασμών της ΠΑΣΚΕ στο ΜΕΤΑ. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στον κρατικό τομέα, όπου ένα κομμάτι της στο τελευταίο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ μετατοπίστηκε στο ΜΕΤΑ. Επίσης, σε αρκετούς χώρους αλλάζει ονομασίες και πρόσωπα, κρατώντας βεβαία την ουσία των θέσεών της.
Αυτό που πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, είναι ότι, παρά τις απώλειές της, η ΠΑΣΚΕ παραμένει ο βασικός πυλώνας του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, ιδιαίτερα στον κρατικό τομέα και τις πρώην ΔΕΚΟ. Εξακολουθεί να έχει την πλειοψηφία σε μεγάλες Ομοσπονδίες κι Εργατικά Κέντρα, σε ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, εκμεταλλευόμενη και τους δεσμούς της με την εργοδοσία, τις διοικήσεις των επιχειρήσεων, τις πρώην ΔΕΚΟ, το κράτος και τα ευρωπαϊκά συνδικάτα.
Η ΔΑΚΕ σημειώνει σταθερότητα στον ιδιωτικό τομέα (από 24,27 σε 24,29%) και μείωση στον κρατικό τομέα (από 28,02 σε 22,10%). Συγκράτησε δυνάμεις αξιοποιώντας τα προηγούμενα χρόνια τη διακυβέρνηση της ΝΔ, αλλά και τους δεσμούς της με την εργοδοσία. Μαζί με την ΠΑΣΚΕ συγκροτούν το βασικό κορμό του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού. Προβλήματα συνοχής εμφανίζει το τελευταίο διάστημα κυρίως στον κρατικό τομέα, γεγονός στο οποίο συντέλεσε και η απώλεια της διακυβέρνησης.
Το ΜΕΤΑ, όπως μετονομάστηκαν οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στο συνδικαλιστικό κίνημα, σημειώνει αύξηση των δυνάμεών του τόσο στον ιδιωτικό (από 5,96 σε 10,28%) όσο και στον κρατικό τομέα (από 9,97% σε 16,47%). Επισημαίνουμε επίσης ότι, ακόμα και μετά από την άνοδό της στα συνέδρια του 2013, η συνδικαλιστική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από την πολιτική του επιρροή. Επίσης, ιδιαίτερη σημασία για τα παραπάνω ποσοστά έχει ότι καταγράφηκαν την περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση. Το επόμενο (36ο) συνέδριο των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ θα είναι το πρώτο που θ’ αποτυπώσει σε κάποιο βαθμό την πραγματική μεταβολή της συνδικαλιστικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ από την κυβερνητική διαχείριση που ασκεί από το Γενάρη του 2015.
Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ σε μια σειρά κλάδους εκλέγουν αντιπροσώπους μέσα από ενιαία ψηφοδέλτια με την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ και με τη στήριξη της εργοδοσίας (χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα σούπερ μάρκετ και οι ναυτιλιακοί υπάλληλοι). Επίσης, μετά από ένα διάστημα συνύπαρξης ΣΥΡΙΖΑ και ΛΑΕ στο ΜΕΤΑ, δημιουργείται τώρα νέα παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ με την ονομασία «ΣΥΜΜΑΧΙΑ».
Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι οποίες αποτελούν και το βασικό κορμό της παρέμβασης του οπορτουνισμού στο συνδικαλιστικό κίνημα (μαζί με τις δυνάμεις της ΛΑΕ), παρουσιάζουν μικρή αύξηση των δυνάμεών τους στον ιδιωτικό τομέα (κερδίζοντας 2 ψήφους στις εκλογές της ΓΣΕΕ), παραμένοντας ωστόσο με μικρές δυνάμεις. Στο χώρο του κρατικού τομέα, όπου έχουν πιο συγκροτημένη παρουσία, παρουσίασαν μείωση των δυνάμεών τους (από 11,40 σε 9,82%), πιεζόμενοι από την ανοδική τάση της συνδικαλιστικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ με τον οποίο σε μεγάλο βαθμό αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία. Στο χώρο των εκπαιδευτικών του κρατικού τομέα και ιδιαίτερα των δασκάλων, ωστόσο, διατηρούν σημαντική δύναμη και αύξησαν τις δυνάμεις τους, οδηγώντας μάλιστα τον κλάδο σε αγώνες που, λόγω του τρόπου οργάνωσης και των αιτημάτων τους, αντί να βοηθήσουν, οδήγησαν στον παραπέρα εκφυλισμό του κινήματος.
Όσον αφορά την εκλογική επιρροή των δυνάμεων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, παρουσίασαν αύξηση τόσο στον ιδιωτικό (από 20,57 σε 21,96%) όσο και στον κρατικό τομέα (από 11,40 σε 13,15%). Σε αντίθεση με τις δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, το ΠΑΜΕ έχει εδραιωθεί στη συνείδηση ευρύτερων εργατικών μαζών ως ο αγωνιστικός πόλος στο συνδικαλιστικό κίνημα, έχει ανεβάσει το κύρος του μέσα στους εργαζόμενους. Επίσης, την ίδια στιγμή που ο εργοδοτικός-κυβερνητικός συνδικαλισμός εκτός από το κύρος του χάνει και τη δυνατότητα κινητοποίησης εργαζομένων που σε κάποιο βαθμό είχε παλιότερα, το ΠΑΜΕ έχει αυξήσει –αν και όχι θεαματικά– τη δυνατότητά του να κινητοποιεί εργαζόμενους σε αγωνιστική γραμμή σύγκρουσης, όπως έδειξαν και οι αγωνιστικές πρωτοβουλίες που πήρε.
Ιδιαίτερα στην εξαιρετικά δύσκολη περίοδο της μαζικής εναπόθεσης ελπίδων στο ΣΥΡΙΖΑ για το ξεπέρασμα των συνεπειών της καπιταλιστικής κρίσης, που επέφερε νέα γενική αποδυνάμωση των συνδικάτων στη χώρα μας –με παρόμοιες τάσεις να κυριαρχούν την ίδια περίοδο γι’ άλλους λόγους και στην Ευρώπη– το ΠΑΜΕ συγκράτησε και σε αρκετούς κλάδους ενίσχυσε τις δυνάμεις του. Η μικρή αύξησή του θα ήταν μεγαλύτερη αν η καπιταλιστική κρίση δε συρρίκνωνε απότομα κάποιους κλάδους (με συνέπεια και τη μείωση των ψηφισάντων σε αυτούς) όπου το ΠΑΜΕ είχε σημαντικές δυνάμεις, όπως οι κλάδοι των Οικοδόμων, του Μετάλλου, της Κλωστοϋφαντουργίας, του Καπνού.
Από την άποψη των ποσοστών, τα ψηφοδέλτια που στηρίζονται από το ΠΑΜΕ συσπειρώνουν το 1/3 των συνδικαλισμένων εργαζομένων (για μια σειρά λόγους που έχουν αναφερθεί και θ’ αναφερθούν και στη συνέχεια τα εκλογικά ποσοστά του ΠΑΜΕ σε Ομοσπονδίες κι Εργατικά Κέντρα δεν αποτυπώνουν το πραγματικό ποσοστό των συνδικαλισμένων εργαζομένων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ). Εκτός από το ποσοτικό στοιχείο, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι πρόκειται για το πιο οργανωμένο, μαχητικό, πειθαρχημένο και ταξικά προσανατολισμένο τμήμα της εργατικής τάξης.
Όχι μόνο από τα στοιχεία των συσχετισμών, αλλά και από τους αγώνες (τόσο τους κλαδικούς όσο και τους γενικούς), επιβεβαιώνεται ότι υπάρχει ένα σημαντικό κομμάτι των εργαζόμενων που, ανεξάρτητα από το βαθμό κατανόησης, συμφωνεί σε γενικές γραμμές με τη γραμμή πάλης που εκφράζει το ΠΑΜΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα. Ως ένα βαθμό, αυτοί οι εργαζόμενοι απορρίπτουν το επιχείρημα ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη θα τους ευνοήσει, αρνούνται τους ιμπεριαλιστικούς μονόδρομους, δεν υποτάσσονται στην τρομοκρατία και τις κάθε είδους πιέσεις κι εκβιασμούς, δείχνουν αντοχή.
Το κομμάτι αυτό των εργαζομένων, τόσο συνολικά όσο και σε κάθε κλάδο, αποτελεί την απαραίτητη κρίσιμη μάζα για την αναγκαία κι επείγουσα ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.
Στους πίνακες που ακολουθούν, τ’ αριθμητικά δεδομένα αποτυπώνουν το συσχετισμό στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.