Αρχές του 602, λίγο μετά την αποπομπή της επιτροπής αξιωματικών από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο και τη σύγκλητο, ο στρατός που διαχείμαζε πέρα από το Δούναβη άρχισε να στασιάζει ανακηρύσσοντας αυτοκράτορα τον Φωκά, έναν απλό εκατόνταρχο από την επιτροπή διαμαρτυρίας του τέλους του 601.
Η ΛΑΪΚΗ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 602
Ενώ η επαναστατημένη στρατιά βάδιζε προς την Κωνσταντινούπολη το Νοέμβρη του ίδιου έτους, η στάση του στρατού εξελίχτηκε σε γενική εξέγερση στην πρωτεύουσα. Τα πλήθη λοιδορούν δημόσια αυτοκράτορα και πατριάρχη1 και πυρπολούν, όπως το 532, μέγαρα συγκλητικών2. Ο αριστοκράτης αυτοκράτορας επιχειρεί να επιστρατεύσει τους δήμους για να αμυνθούν στα τείχη, αλλά Πράσινοι (1.200) και Βένετοι (900), πέρα από το ότι είναι ολιγάριθμοι, δεν υπακούουν, βγαίνουν από την Πόλη για να προϋπαντήσουν τους στρατιώτες-επαναστάτες και η συναδέλφωση λαού και στρατού παίρνει πανηγυρικό χαρακτήρα στα προάστια. Ο Μαυρίκιος δραπετεύει κρυφά, συλλαμβάνεται με τους γιους του κι εκτελούνται όλοι με συνοπτικές διαδικασίες. Αρχίζουν διώξεις και βασιλεύει επαναστατική τρομοκρατία (όρος γνωστός στη Γαλλική αστική Επανάσταση ως Terreur). Οι πηγές της εποχής αποκαλούν ό,τι συμβαίνει «συμφορά» κι «επίσημα ατυχήματα», σε αντίθεση με την προηγούμενη νομιμότητα, δηλαδή τη φρικιαστική κατάσταση λιμού και χρεών επί Μαυρίκιου, που αποκαλούν «ευδαιμονία»3.
Στην πραγματικότητα, η πληβειακή-στρατιωτική εξέγερση του 602 δίνει στην αρχαιοπρεπή συγκλητική άρχουσα τάξη το χτύπημα που δεν είχε κατορθώσει να της δώσει η αρχαιοπρεπής Στάση του Νίκα του 532. Ένας στρατός αποτελούμενος από ελεύθερους αγρότες ήταν ικανός να πετύχει τώρα –έστω και προσωρινά– ό,τι δεν είχε κατορθώσει εβδομήντα χρόνια νωρίτερα μια πληβειακή εξέγερση σε μια μεγάλη πόλη4. Θα μπορούσε ακόμα να ειπωθεί σχηματικά ότι η επανάσταση του 602, που φέρνουν σε πέρας οι ένοπλοι ελεύθεροι αγρότες, είναι η πύλη από την οποία το Βυζάντιο μπαίνει στο Μεσαίωνα.
Όπως ήταν φυσικό να συμβεί, στη διάρκεια της οκτάχρονης (Νοέμβρης 602 - Οκτώβρης 610) βασιλείας του πρώτου μη-πατρίκιου αυτοκράτορα, του εκατόνταρχου Φωκά που καταλύει με τα όπλα την καθεστηκυία τάξη (γι’ αυτό και οι πηγές θα την αποκαλέσουν τυραννίδα), το Βυζάντιο εμφανίζει τη γνωστή εικόνα μιας κοινωνίας σε εμφύλιο πόλεμο, όπου η επανάσταση βρίσκεται περικυκλωμένη από ένα ολοκληρωτικά εχθρικό περιβάλλον, γι’ αυτό και χρειάζεται ειρήνη στα διάφορα πολεμικά μέτωπα, ειρήνη που επιδιώκει ακόμα και με χρηματικές και εδαφικές παραχωρήσεις.
Όπως όμως επίσης συμβαίνει σε όλες τις εποχές στη διάρκεια επαναστατικών ανατροπών, η άρχουσα τάξη που ανατρέπεται συνηθίζει να καταφεύγει στους εξωτερικούς εχθρούς και να τους χρησιμοποιεί ενάντια στην πατρίδα της για να καταλάβει και πάλι την εξουσία. Ήδη από το 603, ο στρατηγός Ναρσής εξεγείρεται στη Μεσοποταμία και γράφει πρὸς Χοσρόην τὸν βασιλέα Περσῶν ἀθροῖσαι δυνάμεις καὶ κατὰ Ῥωμαίων συστήσασθαι πόλεμον5. Το συμπέρασμα για την επανάσταση είναι ότι η άρχουσα τάξη πρέπει να εξουδετερωθεί. Από το 605 κι εξής αναφέρονται εκτελέσεις αυτοκρατορικών συγγενών και αξιωματούχων6, κάτι που επιφέρει την αντίδραση της συγκλητικής άρχουσας τάξης, όχι τώρα στη Μεσοποταμία, αλλά στην Καρχηδόνα της Αφρικής, όπου θα εξεγερθεί ο έξαρχος Ηράκλειος και θα στείλει τον ομώνυμο γιο του με στρατό και στόλο στην Κωνσταντινούπολη.
Η επικράτηση του Ηράκλειου το 610 δεν είναι τίποτε άλλο, παρά παλινόρθωση της συγκλητικής αριστοκρατίας και οι εξόριστοι ἄρχοντες υποδέχονται πανηγυρικά το στόλο-σωτήρα τους από την Αφρική7. Ο Φωκάς πιάστηκε, αποκεφαλίστηκε και το σώμα του κάηκε δημόσια. Η επανάσταση του 602 ανατράπηκε και η συγκλητική αριστοκρατία επανήλθε στην εξουσία, τώρα πιο προσεκτική, καθώς οι τωρινές συνθήκες δεν ήταν όμοιες με τις παλιές. Οι αυστηρές ανακρίσεις που διεξάγονται σε όλο τον επαρχιακό στρατό για να βρεθούν επαναστάτες του 602 ανακαλύπτουν μόνο δύο (!) ύποπτους8 κι ένας τέτοιος στρατός ασφαλώς και δεν εμπνέει εμπιστοσύνη στην άρχουσα τάξη.
ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑΣΚΑΤΑ ΤΟΝ 7ο ΑΙΩΝΑ
Διαφορετικές, όμως, είναι και οι κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν. Ήδη στα τέλη του 6ου αιώνα είναι σα να εξαφανίζονται περίπου τα όρια ανάμεσα στην ύπαιθρο και στην πόλη. Τώρα, καθώς η πτώση των μικρών πόλεων έχει αυξήσει την απόσταση ανάμεσα στις λίγες μεγάλες πόλεις που απομένουν όρθιες, μεγαλώνει και η εξάρτησή τους από την άμεση ενδοχώρα τους, πέρα από την οποία εκτείνεται terra incognita (άγνωστη γη) όπου υπάρχουν μόνο κτήματα πλουσίων κι ερημιά9, καθώς οι κάποτε περίφημοι ρωμαϊκοί δρόμοι δεν επισκευάζονται πια. Το χαμηλό βιοτικό επίπεδο του κατώτερου στρώματος της κοινωνίας που ζει στην ύπαιθρο όπου αρχίζει να κυριαρχεί η ελεύθερη εργασία, σκληρή και δύσκολη, οδηγεί στο στενό δέσιμο των ανθρώπων με τα τοπικά συμφέροντα, στη μεσαιωνική εγκαρτέρηση και άγνοια για τα μεγάλα ζητήματα που ξεπερνούν το χαμηλό πνευματικό ορίζοντα της εποχής10.
Το κυρίαρχο, λοιπόν, κοινωνικό πρόβλημα που τίθεται από τον 7ο αιώνα κι εξής και, φυσικά, μετά την ανατροπή της πληβειακής-στρατιωτικής επανάστασης του 602, εντοπίζεται στην επικείμενη και αναπόφευκτη ταξική αντιπαράθεση ανάμεσα σε αυτήν την τεράστια αγροτοποιημένη πληθυσμιακή βάση της κοινωνίας και σε αυτήν την πρωτοβυζαντινή άρχουσα τάξη που σχηματίστηκε από την παρακμή της δουλοκτησίας, την πτώση των αρχαίων πόλεων και την ενσωμάτωση του ανώτερου κλήρου στην αρχαιοπρεπή άρχουσα τάξη11. Με δοσμένες τις μεσαιωνικές συνθήκες, μια αντιπαράθεση τέτοιας τεράστιας έκτασης και βάθους θα ήταν μακρόχρονη, άλλοτε βίαια και άλλοτε σοβούσα.
Οι πρώιμες μεσαιωνικές συνθήκες απεικονίζονται στο Νόμο Γεωργικό12 (ΝΓ). Πρόκειται για ένα μοναδικό για την εποχή κείμενο που χρονολογείται κάπου ανάμεσα στα μέσα του 6ου και τα τέλη του 7ου αιώνα. Απεικονίζει τις σχέσεις στο βυζαντινό χωριό (χωρίον στο κείμενο) όπου επικρατεί η ελεύθερη εργασία, καθώς δούλοι αναφέρονται στο κείμενο μόνο ευκαιριακά13 και είναι εμφανώς πολύ πιο ολιγάριθμοι από τους ελεύθερους γεωργούς, καθένας από τους οποίους καλλιεργεί τὸν ἴδιον ἀγρὸν14 που προέρχεται από τον μερισμόν15, που γίνεται κατά διαστήματα, ενώ παράλληλα υπάρχουν και τόποι κοινοί16, δηλαδή τόποι που καλλιεργούνται για κοινό όφελος. Οι ἀπορήσαντες γεωργοὶ που βρίσκονται σε ανάγκη συνάπτουν, ανάλογα με τις ανάγκες τους, ισότιμα σύμφωνα με τους συγχωριανούς τους17. Πρόκειται για διατάξεις που αφορούν ελεύθερους γεωργούς, χωρίς την παραμικρή μνεία κολόνων.
Σε αυτές τις συνθήκες, το πλείστο μέρος του στρατού προέρχεται από αυτά τα ελεύθερα χωριά που περιγράφει ο Νόμος Γεωργικός18. Ακριβώς λοιπόν στις αρχές του 7ου αιώνα, την εποχή δηλαδή που η συγκλητική άρχουσα τάξη παλινορθώνεται στην εξουσία, προβάλλει στο προσκήνιο και ο στρατός της επαρχίας που την είχε ανατρέψει προσωρινά το 602. Τον 7ο αιώνα, ένας ισχυρός στρατός είναι περισσότερο από απαραίτητος, καθώς τα βυζαντινά εδάφη ακρωτηριάζονται συστηματικά από τους Πέρσες και στη συνέχεια από τους Άραβες σε Ανατολή, Αφρική και Αρμενία, από τους Αβάρους και τους Σλάβους στα Βαλκάνια και από τους Λογγοβάρδους στην Ιταλία. Παράλληλα, μετά την παλινόρθωσή της από τον Ηράκλειο το 610 και τις ανακρίσεις για εντοπισμό επαναστατών, η συγκλητική άρχουσα τάξη έχει αφήσει το στρατό στις διαταγές του αυτοκράτορα, που τον θεωρεί δικό της.
Στην πράξη, αυτό θα αποδειχτεί μισή αλήθεια19. Ήδη από το 627, ο Ηράκλειος επευφημείται μόνο από τὸν λαὸν τῆς πόλεως20 και όχι όπως το 610 στην Άβυδο από τους αριστοκράτες. Το 635, μεγάλες στρατιωτικές μονάδες στην Παλαιστίνη τὸν Ἡράκλειον ἀπεκήρυξαν21. Το 638, οι σχέσεις του αυτοκράτορα με την ορθόδοξη συγκλητική αριστοκρατία ψυχραίνονται, καθώς ο Ηράκλειος κηρύσσεται αιρετικός (μονοθελητής!)22, έχοντας προφανώς έρθει κατά τις εκστρατείες του στην Ανατολή σε επαφή με τις –μονοφυσιτικής καταγωγής– πεποιθήσεις των τοπικών πληθυσμών (όπως παλιότερα οι Ζήνων και Αναστάσιος).
Με το θάνατο του Ηράκλειου το 641, η σύγκλητος βρίσκεται μπροστά στο φαινόμενο ο στρατός να ευνοεί τον εγγονό του, Κώνσταντα Β΄. Καὶ τὸν λαὸν εἰς τὴν ἑαυτοῦ εὔνοιαν μετήνεγκεν, λέει ο Θεοφάνης23 για τον Κώνσταντα (642-668) και το συγκλονιστικό γεγονός στη μνεία αυτή έγκειται στο ότι ο όρος λαὸς θα σημαίνει στο εξής ο στρατός, αποδίδοντας έτσι με απλότητα και σαφήνεια την έκφραση των διεκδικήσεων του απλού λαού από το στρατό των ελεύθερων γεωργών της αγροτοποιημένης βυζαντινής επαρχίας.
Σε ό,τι αφορά τον δῆμον των πόλεων, όσο αυτές υπήρχαν ακόμα, οι βυζαντινοί συγγραφείς είχαν πάντα εκτιμήσεις από περιφρονητικές και απαξιωτικές, έως ανοιχτά εχθρικές24.
Καθώς η συγκλητική άρχουσα τάξη κυριαρχεί πάντα στην πρωτεύουσα (ο όρος οἱ Βυζάντιοι25 σημαίνει τώρα την πρωτευουσιάνικη κυρίαρχη κοινωνική ομάδα), ενώ ο στρατός της επαρχίας (λαὸς ή θεματικός στρατός, από τη λέξη θέμα)26 υπερασπίζει τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, η ταξική αντιπαράθεση εντοπίζεται ανάμεσα στους Βυζαντίους και στον λαὸν που διοικείται από τους διαδοχικούς αυτοκράτορες. Σύμμαχοι των Βυζαντίων είναι διοικητές απόμακρων περιοχών, όπως ο διοικητής της Αφρικής που εξεγείρεται εναντίον του Κώνσταντα το 647/64827 και της Αρμενίας που εξεγείρεται το 65228. Ο Κώνστανς ελέγχει σταθερά στρατό και οικονομία29 και οι αριστοκρατικές απόπειρες ναυαγούν, αλλά οι πηγές αναφέρουν ότι ο Κώνστανς εμισήθη ὑπὸ τῶν Βυζαντίων, αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα και να τεθεί επικεφαλής του στρατού και του στόλου ως τα τέλη της ζωής του.
Εκλεκτός των αγροτών-στρατιωτών κι επιπλέον αιρετικός μονοθελητής, όπως και ο παππούς του Ηράκλειος στα τελευταία του χρόνια, ο Κώνστανς Β΄θα δολοφονηθεί στις Συρακούσες της Σικελίας το 668 και, σύμφωνα με τη μαρτυρία του μεταγενέστερου Πάπα Γρηγόριου Β΄(715-731), στη δολοφονία του συμμετείχαν έμμεσα και οι ορθόδοξοι επίσκοποι της Σικελίας που τον κατηγόρησαν για αιρετικό στους αξιωματικούς του30. Δύο έμπιστοι στρατηγοί του που επιχείρησαν να εξεγερθούν δολοφονήθηκαν και αυτοί, και η ορθόδοξη άρχουσα τάξη των Βυζαντίων ανακήρυξε αυτοκράτορα το νεαρό φερέφωνό της και γιο του Κώνσταντα Β΄, Κωνσταντίνο Δ΄(668-685), φιλοαριστοκράτη και ορθόδοξο. Όπως ήταν φυσικό, η μνήμη του Κώνσταντα καταδικάστηκε από την Εκκλησία.
Ο στρατός/λαός όμως υπάρχει, έστω και ακέφαλος. Το 669 εκπρόσωποι του στρατού των Ανατολικών παρουσιάζονται στην Κωνσταντινούπολη, όπως οι εκπρόσωποι της στρατιάς του Δούναβη το 601, και ζητούν ακρόαση. Ενώ οι εκπρόσωποι του 601 είχαν –τουλάχιστον– διωχτεί άπρακτοι, τώρα, με πρόσχημα είσελθεῖν εἰς τὴν πόλιν καὶ μετἀ τῆς συγκλήτου βουλεύσασθαι καὶ ποιῆσαι τὸ θέλημα αὐτῶν31, ο Κωνσταντίνος Δ΄τους φουρκίζει (ανασκολοπισμός). Η άρχουσα τάξη του 669 δείχνεται ακόμα πιο ανάλγητη απέναντι στο στρατό της επαρχίας απ’ ό,τι το 601, καθώς το ταξικό της ένστικτο έδειχνε ότι ο κίνδυνος πλησίαζε. Έτσι, ο αυτοκράτοράς της Κωνσταντίνος Δ΄δεν αρκείται στον ανασκολοπισμό του 669, αλλά το 680, με πρόσχημα ευτελές (λουτροθεραπεία!), εγκαταλείπει απότομα τις μεγάλες μονάδες του στρατού στο Δούναβη (στα βόρεια του οποίου έχουν εμφανιστεί οι Βούλγαροι) για την Κωνσταντινούπολη, όπου η 6η Οικουμενική Σύνοδος καταδικάζει μονοφυσίτες, μονοθελητές κλπ., ανάμεσα στους οποίους τον πατέρα του Κώνσταντα και τον προπάππο του Ηράκλειο. Πρόκειται για μια νέα νίκη της ορθόδοξης συγκλητικής άρχουσας τάξης32 που, καθώς ο 7ος αιώνας έδειχνε να τελειώνει και στο θρόνο ανέβαινε ο γιος του Κωνσταντίνου, o Ιουστινιανός Β΄ (685-695) –το ίδιο ορθόδοξος με τον πατέρα του– έμοιαζε να είναι απόρθητη κι αιωνόβια.
Ωστόσο, το πρόβλημα για τη συγκλητική άρχουσα τάξη ήταν το γεγονός ότι ανάμεσα σε αυτήν και στους εξωτερικούς εχθρούς βρισκόταν ο επαρχιακός λαός-στρατός, τα συμφέροντα του οποίου εκφράστηκαν τελικά από τον Ιουστινιανό Β΄. Για τον Ιουστινιανό Β΄λέει μια πηγή: Σκότωσε τόσο πολλούς, ώστε οι ευγενείς και οι άρχοντες παρ’ ολίγο να εξαλειφθούν από την αυτοκρατορία33, ενώ άλλη πηγή προσθέτει: Δήμευε και σκότωνε τους περιφανέστερους34 και συμπληρώνει μια τρίτη: Όχι μόνο τους άρχοντες και τους αξιωματούχους, αλλά καταδίκαζε απροσχημάτιστα και τους εύπορους και τους κρεμούσε ανάβοντας φωτιές από κάτω35. Μια τόσο απρόσμενη για την άρχουσα τάξη εχθρική πολιτική έχει ως συνέπεια ένα ολιγαρχικό πραξικόπημα υπό τον πατριάρχη Καλλίνικο36, που ανατρέπει τον Ιουστινιανό Β΄το έτος 695 ανεβάζοντας στο θρόνο τον αριστοκράτη στρατηγό Λεόντιο (695-698). Ο Ιουστινιανός εξορίζεται στην Κριμαία.
Τώρα, αρχίζει μια εποχή όπου κυριαρχούν οι αλλεπάλληλες ανατροπές αυτοκρατόρων κι επικρατεί ο νόμος των όπλων που τα κείμενα αποκαλούν τυραννίδα37 και, όπως διατείνεται ο μεταγενέστερος πατριάρχης Νικηφόρος, παραμελήθηκαν οι κρατικές υποθέσεις, αφανίστηκε ἡ τῶν λόγων παίδευσις και, γενικά, κατέρρευσε η παραδοσιακή τάξη πραγμάτων.
Σε ό,τι αφορά την κατάρρευση της πρωτοβυζαντινής κοινωνικής ιεραρχίας, ο Νικηφόρος είχε δίκιο, καθώς άρχιζε το τελικό στάδιο αγωνίας της συγκλητικής άρχουσας τάξης. Σε ό,τι όμως αφορά τη διοικητική κατάσταση38, πρόκειται, απλούστατα, για το ότι ήδη από την εποχή του Ηράκλειου ο αυτοκρατορικός θεσμός, διοικητικός ρυθμιστής του πολιτεύματος, δοκιμάζεται ανάμεσα στην παραδοσιακή άρχουσα τάξη που δε θέλει να πεθάνει και στον αγροτικό λαό-στρατό που είναι αναμφισβήτητα η ανερχόμενη δύναμη στην κοινωνία. Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται ο ρόλος της αυτοκρατορικής προσωπικότητας και οι επιλογές της (με τη συγκλητική άρχουσα τάξη ή με το λαό-στρατό;) και, επειδή οι πηγές της εποχής δε διέπονται από επιστημονική ιστορική αντίληψη, φαίνεται σαν όλα να οφείλονται σε προσωπικές επιλογές των αυτοκρατόρων.
Ως το 695 που αναγορεύεται αυτοκράτορας ο αριστοκράτης Λεόντιος, ο μόνος εκπρόσωπος του επαρχιακού στρατού που είχε ανέλθει στο θρόνο ήταν ο εκατόνταρχος Φωκάς (ο οποίος είχε επίσης χαρακτηριστεί τύραννος) το 602. Ωστόσο, το 698 στόλος και στρατός στασιάζουν στην Κρήτη κι επικρατούν σχετικά εύκολα στην Κωνσταντινούπολη39. Προκύπτει νέα, ανεξέλεγκτη από την άρχουσα τάξη στρατοκρατία και νέος μεσαίος αξιωματικός (o δρουγγάριος Αψίμαρος-Τιβέριος Γ΄698-705) στο θρόνο. Παραδοσιακοί αριστοκράτες καταφεύγουν στα μοναστήρια για να σώσουν τις περιουσίες τους ή εξορίζονται σε απόμακρα σημεία ή ακόμα παραδίδουν στους Άραβες ακραίες επαρχίες (όπως τη Λαζική και τμήματα της Αρμενίας)40, ενώ λαμβάνουν χώρα αποστασίες ανάλογες με αυτές που είχαν πραγματοποιηθεί από το 602 κι εξής. Έτσι, ο επαρχιακός στρατός των ελεύθερων γεωργών αποδεικνύει έμπρακτα ότι είναι πραγματικός εκπρόσωπος των λαϊκών μαζών, από τις οποίες προέρχεται.
Όταν ο Ιουστινιανός Β΄επιστρέφει αιφνιδιαστικά από την εξορία του το 705 με βουλγαρική βοήθεια και θανατώνει τον Λεόντιο και τον Τιβέριο Γ΄, επέρχεται νέα απότομη μεταβολή. Σε αυτήν τη δεύτερη περίοδο της βασιλείας του (705-711), έχουμε επανάληψη της πρώτης όσον αφορά τουλάχιστον το διωγμό των αριστοκρατών. Ο Ιουστινιανός Β΄θα αναδειχτεί σε πανθομολογούμενο ηγέτη μεγάλων αγροτικών στρατών41, ανεξάρτητα από τα μέτρια αποτελέσματα στο πεδίο της μάχης που θα προκαλέσουν και νέα ανατροπή του.
Έτσι, η βασιλεία του Ιουστινιανού Β΄, όπως κι εκείνη του Φωκά έναν αιώνα πριν, θα δώσει το στίγμα μιας κοινωνίας που κυριαρχείται από μια άρχουσα τάξη αναχρονιστική, που κατορθώνει να επιζεί ακόμα. Ωστόσο, τόσο η βασιλεία του πληβείου Φωκά όσο και αυτή του αυτοκρατορικού γόνου Ιουστινιανού Β΄πιστοποιούν ότι η ορθοδοξία της άρχουσας τάξης δεν μπορεί πια να αποτρέψει την ανάρρηση ηγεμόνων που στοιχίζονται σε κάποιο βαθμό με την πλατιά βάση της κοινωνίας, δηλαδή τις μεγάλες και φτωχές αγροτικές μάζες που είναι όμως ένοπλες κι έχουν τώρα όλο και πιο μεγάλο ρόλο στο ζήτημα της κρατικής εξουσίας42.
Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΣΑΥΡΩΝ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ
Μετά τη δεύτερη ανατροπή του Ιουστινιανού Β΄το 711, ο αγροτικός στρατός στασιάζει συνεχώς ως το 717, οπότε θα ανεβάσει στο θρόνο έναν παλιό σπαθάριο (μεσαίος αξιωματικός) του Ιουστινιανού Β΄, τον Λέοντα Γ΄ή Λέοντα Ίσαυρο (717-741)43. Πρόκειται για ένα γεγονός με βαρύτητα, καθώς αυτή η τρίτη –μετά από τον Φωκά και τον Ιουστινιανό Β΄– ανατροπή από την εξουσία της αρχαιογενούς συγκλητικής άρχουσας τάξης αντιπαραθέτει αντικειμενικά στο νικητή αγροτικό στρατό της επαρχίας το τελευταίο τμήμα της συγκλητικής αριστοκρατίας, δηλαδή την ηγεσία του κλήρου, επίσκοπους και μοναστήρια.
Έτσι, αρχίζει μια περίοδος που, συμβατικά, αποκαλείται Εικονομαχία, και που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά πάλη ανάμεσα στο στρατό της επαρχίας και τον κλήρο44, κάτι που ο αρχηγός της ηγεσίας του κλήρου Πάπας Γρηγόριος Β΄(715-731) θα εκφράσει ως εξής, γράφοντας στον Λέοντα Γ΄: Τιμωρεῖς καὶ τυραννεῖς ἡμῖν στρατιωτικῇ καὶ σαρκικῇ χειρί45, θεωρώντας μάλιστα τους απλούς στρατιώτες (ταπεινοὶ λαοὶ) εξαπατημένους από τον αυτοκράτορα46, που σε κάθε ευγενή ή εὐσεβὴ (ο όρος στις εκκλησιαστικές πηγές της εποχής σημαίνει αυτόν που δωρίζει την περιουσία του στην Εκκλησία) δημεύει τὸν οἶκον αύτοῦ καἰ γυμνοῖ ἢ φουρκίζει ἢ ἀποκεφαλίζει, ἢ ἐξορίζει47.
Η δυναστεία των Ισαύρων εκπροσωπεί πρώτ’ απ’ όλα τα συμφέροντα του στρατού της επαρχίας. Η κοινωνία, ολοκληρωτικά αγροτοποιημένη και απομονωμένη από τα πολλά πολεμικά μέτωπα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, διαιρείται σε δύο αόριστες κατηγορίες ανθρώπων: Από τη μια πλευρά, τοὺς ἐν τέλει ή ἄρχοντες ή πολιτευομένους και, από την άλλη, τὸ λοιπὸν τοῦ λαοῦ μέρος ή τὸ πλῆθoς τῶν ἀνθρώπων48. Η νίκη της επιστρατευμένης αγροτικής κοινότητας πάνω στην παλιά, μεγάλη ιδιοκτησία της γης απεικονίζεται σχηματικά στο Βίο του αγίου Φιλαρέτου, όπου αναφέρεται ότι η μεγάλη περιουσία του πάμπλουτου γαιοκτήμονα Φιλάρετου διανέμεται από τους στρατιώτες των γειτονικών χωριών είτε με το καλό (παρακλητικῶς) είτε με τη βία των όπλων (τυραννικῶς)49.
Σε κρατικό επίπεδο, λίγο μετά το 750 εμφανίζεται για τα μοναστήρια ο όρος κοίνωσις (=κοινωνικοποίηση) στην οποία προβαίνει ο νικηφόρος σε όλα τα μέτωπα στρατός του Κωνσταντίνου Ε΄(741-775), γιου του Λέοντος Γ΄. Οι εκκλησιαστικές πηγές της εποχής αναφέρουν ως κοινωνικοποιημένες τις μονές αγίας Ευφημίας, Δαλμάτου, Καλλιστράτου, Δίου, Μαξιμίνου, Φλώρου50, Αυξεντίου51 κ.ά. Τα δημόσια ταμεία είναι τώρα γεμάτα και τα ίδια κείμενα παρομοιάζουν τον Κωνσταντίνο Ε΄με τον Μίδα!52 Τα τρόφιμα όμως και, γενικά, τα αγροτικά προϊόντα είναι πάμφθηνα στην αγορά της Κωνσταντινούπολης53, ενώ χιλιάδες εργάτες και τεχνίτες από διάφορες επαρχίες δουλεύουν σε δημόσια έργα54. Η βαθμιαία παρακμασμένη υπό την κυριαρχία της συγκλητικής άρχουσας τάξης πρωτεύουσα του 8ου αιώνα, με τον πληθυσμό της πολύ μειωμένο, αρχίζει να ξαναπαίρνει πνοή και ζωή, καθώς μια νέα κοινωνία βρίσκεται σε ανοδική πορεία.
Από το 602, οπότε ο αγροτικός στρατός είχε ανατρέψει τη συγκλητική άρχουσα τάξη για πρώτη φορά, έως το 775, οπότε πεθαίνει ο δεύτερος εικονομάχος και μοναχομάχος Κωνσταντίνος Ε΄κι εμφανίζεται το πρόπλασμα της νέας κοινωνίας, η χρονική απόσταση είναι τόσο μεγάλη όσο και οι αλλαγές: Τώρα, η αρχαιογενής συγκλητική άρχουσα τάξη έχει χάσει οριστικά την εξουσία, ενώ ο κλήρος έχει υποστεί απώλειες, κύρια περιουσιακές, χωρίς ωστόσο να χάσει την αντικειμενικά ακλόνητη θέση του που διατήρησε σε ολόκληρο το Μεσαίωνα.
Αυτό που είχε συμβεί ήταν ότι στην κορυφή της κοινωνίας βρισκόταν τώρα και η ηγεσία του αγροτικού στρατού, για την οποία δεν υπήρχε άλλη λύση από το συμβιβασμό με τον κλήρο. Εξάλλου, αν οι νίκες πάνω στους εξωτερικούς εχθρούς είχαν οδηγήσει στην κοινωνική κορυφή τους στρατιωτικούς, η οικονομική ευημερία καθιστούσε τα μέτρα ενάντια στην εκκλησιαστική περιουσία χωρίς νόημα. Έτσι, επέρχεται συμβιβασμός ανάμεσα στις δύο αυτές ισχυρές κοινωνικές ομάδες που θα αποτελέσουν στο εξής τον πυρήνα της νέας άρχουσας τάξης. Φυσικά, όλα είναι ακόμα υπό διαμόρφωση με αργούς μεσαιωνικούς ρυθμούς κοινωνικής εξέλιξης, αλλά η επιβολή της νέας άρχουσας τάξης (ηγεσίες στρατού και κλήρου) είναι τόσο εμφανής, ώστε ο λίγο μεταγενέστερος αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄(802-811) να χαρακτηρίζει τους αυτοκράτορες μετά το 775 ως ἀκυβερνήτους55.
Αρχικά, επί Λέοντος Δ΄(775-780), επιστρέφονται στους μοναχούς επισκοπές που είχαν καταλάβει οι στρατιωτικοί, με παράλληλη αύξηση της δύναμης του στρατού56. Ὁ δὲ βασιλεὺς Λέων … ἐξευμενίσατο τὸν λαὸν καὶ τοὺς ἐν τέλει57, λέει ο Θεοφάνης. Η «ισορροπία» αυτή δεν είναι παρά αρχή ριζικής μεταβολής, καθώς από το 780/782 αρχίζουν αυτομολίες δυσαρεστημένων στρατηγών στους Άραβες, ενώ το 784 η μονή Φλώρου, που θεωρείτο λάφυρο του στρατού του Κωνσταντίνου Ε΄, τώρα είναι τόπος πατριαρχικής ανάπαυσης58.
Επί του νεαρού Κωνσταντίνου ΣΤ΄(780-797), τα πράγματα θα φτάσουν σε σημείο που η μητέρα του Ειρήνη (που στην αρχή ήταν επίτροπος και συμβασιλέας του 10χρονου Κωνσταντίνου και στη συνέχεια τον τύφλωσε και κυβέρνησε μόνη της το διάστημα 797-802) να διαθέτει στρατὸν ἴδιον καὶ ἄρχοντας πειθηνίους αὐτῇ59, ενώ ένας Βίος αγίου θα χαρακτηρίσει την εποχή αυτή αἰσχύνην τῶν παρακρατησάντων αἱρετικῶν ἀνδραρίων (=ευνούχων) τὴν βασιλείαν60.
ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΑΡΜΕΝΙΑΚΩΝ
Πέρα από αποσκιρτήσεις στρατηγών, η γενική δυσαρέσκεια δείχνει να έχει ως φορείς μεσαίους αξιωματικούς, αποκλεισμένους από τη σύμπραξη στρατηγών κι επισκόπων. Μεσαίοι αξιωματικοί και απόστρατοι εξεγείρονται ήδη από το 780 χωρίς επιτυχία61, ενώ κάποια τάγματα επιχειρούν, το ίδιο ανεπιτυχώς, να εμποδίσουν με τα όπλα τη σύγκληση της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου το 78662 η οποία αποτέλεσε το επιστέγασμα του θριάμβου των εικονόφιλων. Ενώ, όμως, η διοίκηση των μεγάλων μονάδων δείχνει να υπακούει στη νέα άρχουσα τάξη, η επιρροή των μεσαίων αξιωματικών (κύρια τουρμάρχες και δρουγγάριοι) μοιάζει να εξαντλείται σε τοπικό επίπεδο, όπως θα δείξει το κίνημα των Αρμενιάκων (790-794)63, μιας από τις λιγότερο επαναστατικές μεγάλες μονάδες της επαρχίας ως τότε.
Το Σεπτέμβρη του 790, οι Αρμενιάκοι στρατιώτες αρνούνται να δώσουν τον όρκο πίστης στην Ειρήνη που δίνουν όλες οι μονάδες, καθαιρούν το στρατηγό τους και διορίζουν (προβάλλονται) στη θέση του ένα σπαθάριο, τον Αλέξιο Μουσουλέμ64. Η πράξη τους αυτή κινητοποιεί σχεδόν ολόκληρο το στρατό της επαρχίας και κάποιους παλιούς έμπιστους αξιωματούχους του Κωνσταντίνου Ε΄να αποσκιρτήσουν από την Ειρήνη65. Η ανώτατη ηγεσία όμως του στρατού ανήκει στον Κωνσταντίνο ΣΤ΄, ο οποίος ωθείται, ίσως σκόπιμα, σε μεγάλη ήττα από τους Βούλγαρους το καλοκαίρι του 792, όπου χάνονται οι παλιοί συνεργάτες του Κωνσταντίνου Ε΄.
Όσοι πιστεύουν ότι ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄θα έχει την ίδια εικονομαχική πολιτική με τον παππού του, Κωνσταντίνο Ε΄, τιμωρούνται με σωματικές ποινές66, η Ειρήνη επανέρχεται δριμύτερη, ο εκλεκτός των Αρμενιάκων Αλέξιος Μουσουλέμ τυφλώνεται, τώρα όμως οι Αρμενιάκοι φυλακίζουν το στρατηγό που τους επιβάλλει η Κωνσταντινούπολη67 κι εξεγείρονται σύσσωμοι. Η μοίρα τους διαγράφεται τραγική, καθώς εναντίον τους εκστρατεύει ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄μετὰ καὶ πάντων των λοιπῶν θεμάτων68. Θανατώνεται η ηγεσία της εξέγερσης, ενώ το σύνολο του στρατού των Αρμενιάκων υφίσταται ατιμωτική ποινή και πόμπευση και, έτσι, λήγει η πιο σοβαρή ως τότε απειλή για την εξουσία της ηγεσίας του στρατού και του κλήρου (794).
Η ταξική ιδιομορφία της εποχής έγκειται στο ότι το λαϊκό κίνημα επιζητούσε κι επιδίωκε ισχυρό αυτοκρατορικό θεσμό, επειδή Λέων Γ΄και Κωνσταντίνος Ε΄είχαν έμπρακτα αποδειχτεί ισχυροί ηγεμόνες εκτοπίζοντας από την εξουσία την καταγόμενη από τη δουλοκτητική αρχαιότητα συγκλητική άρχουσα τάξη, αποδυναμώνοντας το κοσμικό της σκέλος και περιορίζοντας το εκκλησιαστικό. Οι δύο όμως αυτοί ισχυροί αυτοκράτορες ήταν γέννημα του επαρχιακού στρατού και σαν τέτοιοι κυβέρνησαν επί 75 χρόνια, ενώ οι απόγονοί τους, δέσμιοι της εκκολαπτόμενης νέας άρχουσας τάξης (ηγεσία του στρατού και του κλήρου), που μόλις τότε συνειδητοποιούσε ότι κατείχε την εξουσία και, φυσικά, της ήταν αδύνατο να στοιχηθεί με τους λαϊκούς πόθους. Έτσι, κατέληγαν ἀκυβέρνητοι, όπως τους χαρακτήρισε αργότερα ο Νικηφόρος Α΄, ένας γνήσια φιλολαϊκός ηγεμόνας69, που δεν μπορούσε όμως να καταλάβει (όπως εξάλλου κανένας, τότε) ότι οι μεσαιωνικές συνθήκες, που μόλις άρχιζαν να κατακτούν την κοινωνία, δεν ευνοούσαν μια ισχυρή συγκεντρωτική κρατική εξουσία, αλλά, αντίθετα, ισχυροποίηση μεμονωμένων μελών της άρχουσας τάξης, κάτι που συνεπάγεται φυγόκεντρες τάσεις.
H ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΩΝ ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ 9ο ΑΙΩΝΑ
Aν στα χρόνια μετά το 775 πιστοποιείται σύμπραξη των ηγεσιών στρατού και κλήρου στην κορυφή της κοινωνίας70, κατά τη βασιλεία του Νικηφόρου Α΄(802-811) πιστοποιείται η ύπαρξη παροίκων71, μιας νέας κοινωνικής ομάδας αγροτών προσδεμένων στη γη κατά τα μεσαιωνικά πρότυπα (κάτι ανάλογο με τους κολόνους της πρώιμης εποχής), που θα αυξάνει με την πάροδο του χρόνου. Αυτό συνεπάγεται τη βαθμιαία διάλυση της ελεύθερης αγροτικής κοινότητας και τη μετατροπή της σε φεουδαρχική εκμετάλλευση. Κύριο χαρακτηριστικό του 9ου αιώνα που μόλις ανέτελλε είναι η αγωνιώδης προσπάθεια κάποιων αυτοκρατόρων να αντιπαλέψουν την όλο και ανερχόμενη ισχύ της νέας άρχουσας τάξης, που αποτελείται από τις ηγεσίες του στρατού και του κλήρου.
Όπως φαίνεται, ο Νικηφόρος Α΄επιθυμούσε όχι μόνο τοὺς στρατιωτικοὺς ἄρχοντας δουλικῶς χρᾶσθαι τοῖς ἐπισκόποις καὶ τοῖς κληρικοῖς… αλλά επιπλέον ...καὶ τὰ τῶν ἐκκλησιῶν ἱερὰ κοινοῦσθαι ἄξιον ἐδογμάτιζεν72, προσπαθούσε δηλαδή να διασπάσει τη σύμπραξη των ηγεσιών στρατού και κλήρου και να επαναλάβει τις κοινωνικοποιήσεις του Κωνσταντίνου Ε΄και, βεβαίως, η Χρονογραφία του Θεοφάνη δεν παύει να τον αποκαλεί τύραννο73. Για κακή της τύχη, κάποιοι Βίοι αγίων της εποχής αποκαλούν τον Νικηφόρο Α΄φιλόπτωχο και φιλομόναχο74, δηλαδή ορθόδοξο, κάτι που σημαίνει ότι εικονομαχικό πρόσχημα για φιλολαϊκά μέτρα δεν ήταν πια απαραίτητο, όπως ήταν επί Κωνσταντίνου Ε΄. Το 803, ένα αναχρονιστικού τύπου πραξικόπημα εναντίον του υπό ένα συγκλητικό75 στρατηγό εξανεμίζεται κυριολεκτικά, καθώς οι υφιστάμενοί του αυτομολούν στον Νικηφόρο Α΄. Σύμφωνα πάντα με τον Θεοφάνη, για να εξουδετερώσει το πραξικόπημα, ο Νικηφόρος στηρίχτηκε και στους Παυλικιανούς76, μια σέκτα που, ανάμεσα σε πολλά, πρέσβευε και την κοινοκτημοσύνη και γι’ αυτό αποκλήθηκε «άκρα αριστερά των εικονομάχων»77, καθώς, πράγματι, επί Λέοντος Γ΄και Κωνσταντίνου Ε΄, οι Παυλικιανοί ήταν θρησκευτικά ανεκτοί και πολιτικά αποδεκτοί78. Μόλις ο Νικηφόρος Α΄χάνεται στη βουλγαρική εκστρατεία του 811, η άρχουσα τάξη που ανεβάζει στο θρόνο τον ορθόδοξο Μιχαήλ Α΄(811-813) επιδίδεται σε μαζικές σφαγές Παυλικιανών79.
Οι παραχωρήσεις της ηγεσίας του στρατού προς τον ανώτερο κλήρο, τον οποίο είχε προηγουμένως καταπολεμήσει με σχετική επιτυχία, φαίνεται ότι καταλήγουν στο να αφαιρέσουν βαθμιαία τη λαϊκή βάση της παράταξής της, την ελεύθερη αγροτική κοινότητα που είχε επιδείξει μεγάλη σταθερότητα όσο καιρό προστατευόταν από τους στρατιωτικούς που προέρχονταν από αυτή80. Με την εμφάνιση, όμως, των παροίκων, αρχίζει να εμφανίζεται κοινωνική διαφοροποίηση μέσα στους κόλπους της κοινότητας, χωρίς βέβαια να έχουν ακόμα ξεχωρίσει οι βιοτέχνες από τους αγρότες, καθώς μάλιστα τώρα δεν υπάρχουν ανθηρές πόλεις στην επαρχία. Η διαδικασία όμως της ταξικής διαφοροποίησης βρίσκεται σε εξέλιξη, οι πάροικοι αρχίζουν να παίρνουν τη θέση των ελεύθερων γεωργών, αρκετές ιδιοκτησίες μεγεθύνονται σε βάρος των μικρών και ήδη ο Νόμος Γεωργικός τον 7ο αιώνα έκανε λόγο για ἀπορήσαντας γεωργούς81. Με τους ελεύθερους γεωργούς να μεταβάλλονται σε παροίκους, επαναλαμβάνεται τον 9ο αιώνα μια διαδικασία που είχε συμβεί στο τέλος της Αρχαιότητας (από το 250 ως το 450 περίπου) με βαθμιαία μετατροπή των τότε ελεύθερων γεωργών σε κολόνους.
Αν οι βαθμιαίες, αλλά βαθιές αυτές μεταβολές στη βάση της κοινωνίας δεν ήταν δυνατό να γίνουν εύκολα αντιληπτές τότε, εκείνο που άρχιζε να προδιαγράφεται αρκετά καθαρά στην κορυφή της κοινωνίας ήταν ότι η κεντρική αυτοκρατορική εξουσία άρχιζε ήδη να υποσκελίζεται και να υπερφαλαγγίζεται από τη σύμπλευση ανώτατων στρατιωτικών και κληρικών, που, σε θρησκευτικό επίπεδο, εμφανιζόταν σα σύμπλευση εικονομάχων και εικονολατρών. Γι’ αυτό και ο οξύνους Νικηφόρος Α΄–που επέμενε ἐντρεχῶς ἄρχειν82 (να διοικεί με στιβαρότητα)– είχε επιχειρήσει να υποτάξει την άρχουσα τάξη, κάτι που προξενούσε φρίκη στον ευσεβή χρονογράφο Θεοφάνη83. Ανάλογη είναι και η στάση του Λέοντος Ε΄(813-820) που αυτοτιτλοφορείται –όψιμα– μιμητής των εικονομάχων (διόριζε ἀριστίνδην πάντας ἀλλ’ οὐ κατὰ πλοῦτον τιμῶν84), με αποτέλεσμα να δολοφονηθεί άγρια. Ούτε οι στρατιωτικοί, ούτε οι κληρικοί παράγοντες μπορούσαν να ανεχτούν πρωτοβουλίες που θα κλόνιζαν τη συνοχή που είχαν πετύχει.
Έτσι, με την άνοδο στο θρόνο του Μιχαήλ Β΄(820-829) που συμφιλιώνει εικονομάχους και εικονολάτρες85, ξεσπάει μια τρομερή αγροτική εξέγερση που θα διαρκέσει σχεδόν τρία χρόνια (821-823) και τρία χρόνια είναι πολύς χρόνος με μεσαιωνικούς ρυθμούς. Πρόκειται για έναν ταξικό εμφύλιο πόλεμο: Δοῦλοι κατὰ δεσποτῶν καὶ στρατιώτης κατὰ ταξεώτου καὶ λοχαγὸς κατὰ στρατηγέτου τὴν χεῖρα φονῶσαν καθώπλιζεν, λένε οι πηγές της εποχής86, ορισμένες από τις οποίες εκφράζονται για τους εξεγερμένους με μεγάλη εμπάθεια87. Όπως συμβαίνει σε τέτοιου είδους εμφύλιους πολέμους, οι εξεγερμένοι προσπαθούν με όλες τους τις δυνάμεις (μέχρι και τον επαρχιακό στόλο καταλαμβάνουν) να κατακτήσουν την κατεξοχήν πόλη της εποχής, την Κωνσταντινούπολη, αποφεύγοντας έτσι τη διαιώνιση της κυριαρχίας τους στην ύπαιθρο88. Η εξέγερση καταπνίγεται έχοντας προηγουμένως κατατρομοκρατήσει την ενοποιημένη απέναντι στο λαό νέα βυζαντινή άρχουσα τάξη, που αναγγέλλει θριαμβευτικά την καταστολή της ανταρσίας στο δυτικό αυτοκράτορα, γιο του Καρλομάγνου, Λουδοβίκο Α΄(814-840).
Μετά την κατάπνιξη της μεγάλης αγροτικής εξέγερσης (η οποία αποκαλείται συνήθως «του Θωμά του Σλάβου», από το όνομα του ηγέτη της) και καθώς η άρχουσα τάξη δείχνει παντοδύναμη, οι λαϊκοί αιρετικοί Παυλικιανοί (συμμετείχαν στην αγροτική εξέγερση), το κίνημα των οποίων είχε αναπτυχθεί στο μεταξύ89, αποσύρονται μαζικά προς τα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας. Παρακάμπτοντας τις όψιμες εικονομαχικές αντιδράσεις του αυτοκράτορα Θεόφιλου (829-842) και κηρύσσοντας τη νίκη της ορθοδοξίας (εικονολατρίας) το 843, η νέα άρχουσα τάξη επιδίδεται σε έναν απηνή διωγμό των Παυλικιανών, διωγμό που πήρε καθαρά τη μορφή τακτικού πολέμου με αρχηγούς αριστοκράτες πολέμαρχους υπό την πνευματική καθοδήγηση του επιφανούς πατριάρχη Φώτιου (858-867), που έγραψε μάλιστα και ένα ειδικό αντιρρητικό σύγγραμμα για να καταπολεμήσει τὸ βδελυκτὸν τοῦτο καὶ νεοφανὲς τῶν Παυλικιανῶν σύστημα, όπως ισχυρίζεται90. Ο ιδιαίτερα μορφωμένος και από αριστοκρατική γενιά πατριάρχης έδειχνε να καταλαβαίνει ότι έπρεπε να καταδικάσει ένα ολόκληρο κοινωνικό σύστημα. Προς τα μέσα του 9ου αιώνα οι ηγεσίες στρατού και κλήρου έχουν ήδη σχηματίσει τη νέα βυζαντινή άρχουσα τάξη, μια αριστοκρατία91 που, στο μέτρο που υποτάσσει το μικρό ελεύθερο καλλιεργητή της αγροτικής κοινότητας, βαδίζει προς τη φεουδαρχοποίηση.
Διηγούμενος το 824 στο δυτικό αυτοκράτορα Λουδοβίκο Α΄(815-840) την καταστολή της τεράστιας τρίχρονης αγροτικής εξέγερσης, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Β΄έγραφε ότι βρίσκεται στο θρόνο με έγκριση της αριστοκρατίας σύσσωμης (αναφέρονται ο πατριάρχης, οι συγκλητικοί, οι πατρίκιοι και οι ευγενείς92) και από αυτό προκύπτει καθαρά ότι ο εμφύλιος πόλεμος για τον οποίο μιλούν τα κείμενα της εποχής είχε οξύτατο ταξικό περιεχόμενο και ότι όλα τα υπόλοιπα έπονται. Πραγματικά, ήδη πριν τα μέσα του 9ου αιώνα, το να λέγεται κανείς, π.χ., Σκληρός, Βρυέννιος, Ωορύφας, Κατακύλας, Βαβούτζικος, Κοντομύτης, Αργυρός, Μαλεΐνος, Μωροχαρζἀνιος, Φωκάς κ.ά. (τότε εμφανίζονται για πρώτη φορά αυτά τα μετέπειτα αριστοκρατικά βυζαντινά επίθετα93) σημαίνει αυτόματα ότι κατέχει μια περίοπτη θέση στην κοινωνία, αλλά το κυριότερο είναι ότι, όπως παρατηρήθηκε94, ανάμεσα σ’ αυτούς τους νεόκοπους αριστοκράτες –που σε κάποιες αγιολογικές πηγές αποκαλούνται ήδη εὐπατρίδαι ή ακόμα μέγα δυνάμενοι– εμφανίζεται και αναπτύσσεται σχετικά γρήγορα μια συντροφικότητα που καταλήγει να γίνει κάτι σα διαπιστευτήριο συμμετοχής στη διακυβέρνηση του κράτους, έξω από τα κρατικά όργανα εξουσίας. Και όπως η νέα αυτή, καθαρά μεσαιωνική βυζαντινή άρχουσα τάξη των ηγεσιών στρατού και κλήρου βρίσκεται σε ανοδική πορεία, δεν υπάρχει χώρος για αγροτικά κινήματα μεγάλης έκτασης, όπως ήταν αυτό των ετών 821-823 και που μια μεταγενέστερη πηγή αποκαλεί στεναγμό τῶν πενήτων95.
Δείγμα της ανοδικής πορείας της νέας αριστοκρατίας στην κοινωνία είναι το ότι ήδη από τις αρχές του 9ου αιώνα αρχίζουν να επισκευάζονται τα τείχη κάποιων πόλεων που είχαν καταπέσει96. Η κοινωνία παραμένει συνολικά αγροτική (ίσως ακόμα και κατά 90%) με εξαίρεση, βέβαια, την Κωνσταντινούπολη, ενώ την πλειοψηφία του πληθυσμού αποτελούν οι πτωχοί ελεύθεροι που οι πηγές αποκαλούν επίσης συνήθως οἱ πένητες97 και που στρατεύονται98. Προς τα μέσα όμως του 9ου αιώνα, πάντα σύμφωνα με τις πηγές, οι στρατιώτες δείχνουν να φτωχαίνουν99 και το φαινόμενο αυτό συνδέεται με τη βαθμιαία πρόσδεση των ελεύθερων αγροτών στη γη100, γι’ αυτό και ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄είχε ήδη επιχειρήσει, έστω και έμμεσα, να ανακουφίσει τους φτωχούς101.
Με δοσμένη την πρόσφατη βίαιη καταστολή του μεγαλύτερου αγροτικού κινήματος που γνώρισε ποτέ η βυζαντινή ιστορία, αυτή η όλο και μεγαλύτερη αντικατάσταση της ελεύθερης εργασίας από την εργασία των νέων –προσδεδεμένων στη γη– αγροτών, των παροίκων, θα μεταβάλει νομοτελειακά και το χαρακτήρα των κοινωνικών αντιπαραθέσεων μετά από τα μέσα του 9ου αιώνα. Αρκεί μόνο να σημειωθεί ότι ως τις πρώτες δεκαετίες του 10ου αιώνα ο πένης θα παραλληλίζεται με το δούλο102 και, όπως είναι φυσικό να συμβαίνει, η αντίδραση μιας συγκεντρωτικής κρατικής εξουσίας, όπως η βυζαντινή, απέναντι στις τέτοιες τάσεις μιας ανερχόμενης αριστοκρατίας της γης στην πορεία προς τη φεουδαρχοποίηση θα ήταν ανταγωνιστική, όχι βέβαια προστατεύοντας την ελεύθερη αγροτιά, αλλά υποτάσσοντάς την για λογαριασμό της αυτοκρατορικής κρατικής εξουσίας103.
Κι επειδή η πορεία προς τη φεουδαρχοποίηση είναι νομοτελειακή για όλες τις μεσαιωνικές κοινωνίες (το ζήτημα σε ποιο βαθμό ολοκληρώνεται είναι ποσοτικό και όχι ποιοτικό χαρακτηριστικό), βασικό επιστημονικό ζήτημα είναι το πότε ακριβώς η αρχαιογενής και συγκεντρωτική αυτή βυζαντινή αυτοκρατορική εξουσία θα πέσει ολοκληρωτικά στα χέρια των αριστοκρατών φεουδαρχών, η ανάπτυξη κι εξέλιξη των οποίων παρουσιάζει ιδιάζουσες συμπεριφορές από τα μέσα του 9ου αιώνα κι εξής. Εννοείται ότι απέναντι στο λαϊκό κίνημα –που κι αυτό θα περιμένει αρκετά ώσπου να βρει νέους τρόπους έκφρασης– τόσο η φεουδαρχική αριστοκρατία όσο και η κρατική εξουσία επιφυλάσσουν μια άτεγκτη αναλγησία.
Οι απηνέστατοι διωγμοί ενάντια στους Παυλικιανούς επαναλαμβάνονται σε μεγάλη έκταση μετά τη λήξη της δεύτερης και πιο ήπιας φάσης της εικονομαχίας που είχε διαρκέσει το διάστημα 815-843. Σε κοινωνικό επίπεδο, αυτό αποδεικνύει μια τρίτη και οριστική προσέγγιση ανάμεσα στις δύο μερίδες της νέας άρχουσας τάξης (η πρώτη ήταν το 787, η δεύτερη το 821-823). Με πρόσχημα την επαναφορά των αιρετικών στην Ορθοδοξία, οι διωγμοί κορυφώνονται στο μέτρο που οι Παυλικιανοί αποσύρονται προς τα ανατολικά σύνορα104.
Σύμφωνα με τους Συνεχιστές του Θεοφάνη105, τα θύματα της θεάρεστης στρατιωτικής επιχείρησης του έτους 856 ήταν περίπου 100.000, καθώς τα βυζαντινά στρατεύματα άλλους σταύρωναν (ξύλῳ ἀνήρτων), άλλους έσφαζαν (ξίφει παρεδίδουν) και άλλους τους έπνιγαν στη θάλασσα (τοὺς δὲ τῷ θαλάσσης βυθῷ), ενώ οι όποιες περιουσίες τους τῷ βασιλικῷ ταμιείῳ ἤγετο καὶ εἰσεκομίζετο. Αποτέλεσμα ήταν ότι όσοι κατόρθωσαν να επιζήσουν προσχώρησαν στους Άραβες και, έτσι, το ανατολικό σύνορο έγινε ακόμα πιο εχθρικό106, ώστε με τους Παυλικιανούς να ασχοληθούν και οι αριστοκρατικοί κύκλοι των ανακτόρων διαχρονικά, καθώς ο κάτω από την ασφυκτική επιρροή τους νεότατος αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄ (843-867) επιθυμούσε να αρχίσει τις εκστρατείες του… με εμφύλιους πολέμους107.
Θα μπορούσε εδώ να εξειδικευτεί η ρήση του Ένγκελς (σύμφωνα με την οποία «κάθε κοινωνικό και πολιτικό κίνημα ήταν αναγκασμένο να πάρει θρησκευτική μορφή, επειδή ο Μεσαίωνας υπέταξε στη θεολογία όλες τις άλλες ιδεολογικές μορφές»108), αφού το δογματικό ήταν το κατάλληλο πρόσχημα για να συνασπιστούν οι όποιες μερίδες της κάθε φορά άρχουσας τάξης για την κατάπνιξη του λαϊκού κινήματος. Η διαπίστωση ενισχύεται ανάμεσα στα άλλα και από το ότι οι δολοφόνοι του Μιχαήλ Γ΄, που ανέτρεψαν τη δυναστεία του το 867 και σηματοδότησαν τη μεγαλύτερη ακμή που γνώρισε ποτέ η Βυζαντινή Αυτοκρατορία (η λεγόμενη Μακεδονική δυναστεία), ακολούθησαν ως προς το μαζικό λαϊκό κίνημα την ίδια εξοντωτική πολιτική, ανεξάρτητα από ενδοταξικές έριδες, μηχανορραφίες και συνωμοσίες που ενυπάρχουν συνήθως σε κάθε φεουδαρχική ή οδεύουσα προς τη φεουδαρχία άρχουσα τάξη. Η ιδιομορφία της εποχής, που ορίζεται συμβατικά να αρχίζει το 867 με τη Μακεδονική δυναστεία, έγκειται στο ότι η νέα αριστοκρατία που φεουδαρχοποιείται βαθμιαία109 προσεταιρίζεται τμήματα του αγροτικού πληθυσμού που εξεγείρονται ενάντια στην κεντρική εξουσία, έτσι ώστε οι στρατιωτικοί φεουδάρχες της επαρχίας να δείχνουν ότι διαθέτουν σημαντικό λαϊκό έρεισμα.
Οι μεσαιωνικές ιστορίες δεν ασχολούνται με το φαινόμενο μιας πολυάνθρωπης πόλης υπό αριστοκρατική φεουδαρχική διακυβέρνηση επειδή, απλούστατα, το φαινόμενο της Κωνσταντινούπολης (ιδιαίτερα από τον 9ο αιώνα) είναι μοναδικό. Εκεί κυβερνούσαν τότε οι δυνατοὶ και περιφανεῖς110, οι μείζονες τῆς συγκλήτου111, γένη ἔνδοξα καὶ μεγάλα112 με επικεφαλής το αριστοκρατικό γένος των Παφλαγόνων της Αμοριανής δυναστείας (820-867), στην οποία περιλαμβανόταν επίσης και ο πλούσιος, μορφωμένος και πολυπράγμων πατριάρχης Φώτιος (858-867), σύμφωνα με τις πηγές113 που, κάπως αναπάντεχα, αναφέρουν και το αποτέλεσμα αυτής της διακυβέρνησης ως εξής: Ἐγίνοντο καταβοήσεις τε καὶ διαγγογυσμοὶ κατὰ τοῦ βασιλέως (πρόκειται πάντα για τον αδύναμο Μιχαήλ Γ΄) παρά τε τῆς συγκλήτου βουλῆς καὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ παρὰ πάντων σχεδὸν … ἔτι δὲ καὶ παρὰ τῶν στρατευμάτων καὶ παντὸς τοῦ πλήθους τοῦ ἀστικοῦ που οδηγούσαν σε ἐπανάστασιν ἢ ἀπόστασιν παρὰ τοῦ πλήθους114 και, όταν η μεσαιωνική πηγή αναφέρει πλήθους ἀστικοῦ, δεν εννοεί την αστική τάξη που δεν υπήρχε τότε, αλλά τον ἀστικὸν καὶ βάναυσον ὄχλον της μεγάλης πρωτεύουσας, όπως λέει πιο κάτω115, δηλαδή τα λαϊκά στρώματα.
Σε τέτοιες περιπτώσεις υπερβασιών εκ μέρους της άρχουσας τάξης που προξενούσαν μεγάλη λαϊκή αγανάκτηση, συνηθισμένος τρόπος αντίδρασης της άρχουσας τάξης ήταν η εναλλαγή προσώπων στην κεντρική εξουσία, alias (ή αλλιώς) η δολοφονία του αυτοκράτορα, ώστε να μη διαταραχτεί σε κάτι η ισχύουσα κοινωνική τάξη, δοσμένη από το Θεό. Έτσι πιστεύουν οι πηγές ότι έγινε η δολοφονία του Μιχαήλ Γ΄από τον Βασίλειο Α΄το 867, όπως το διατυπώνουν: Θεοῦ συνεφαπτομένου.
ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΑΚΜΗΣΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ (ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ)
Η κρατική εξουσία μπορεί να είχε περάσει σε μια διαφορετική δυναστεία και, έτσι, να μην έπραττε πια υπό την καθοδήγηση της παφλαγονικής ομάδας της αριστοκρατίας, αλλά παρέμενε σταθερά πρόμαχος της καθεστηκυίας τάξης, δηλαδή της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης.
Σύμφωνα με την πηγή που τον εξυμνεί116, ο πρώτος εκπρόσωπος της Μακεδονικής δυναστείας, ο Βασίλειος Α΄(867-886), θα επιδείξει «πρόνοια για σταθεροποίηση των υπηκόων, ώστε κανείς να μην επηρεάζεται από κανένα, να υπάρχει ελεημοσύνη προς τους πένητες, δικαιοσύνη και ισότητα, ούτε ο κατώτερος να δυναστεύεται από τον ανώτερο, ούτε ο εξέχων να κατηγορείται και να διαβάλλεται από το φτωχό» και επίσης: «Ο πένης να αγκαλιάζεται σαν αδελφός και ο κοινωνικά ανώτερος (ὁ ὑπερέχων) να ευλογείται σαν πατέρας και σωτήρας». Δείγμα αυτής της ολοκληρωτικά μεσαιωνικής δικαιικής διάκρισης είναι το ότι υμνείται διά μακρών η πάμπλουτη γριά Δανιηλίς που είχε βοηθήσει τον Βασίλειο Α΄πριν την άνοδό του στο θρόνο (πλουτοκράτωρ στο κείμενο117).
Για το λόγο αυτό, ο Βασίλειος Α΄θα χρειαστεί περισσότερο από δέκα χρόνια, περίπου ως το 878, και τουλάχιστον τέσσερις εκστρατείες ἁπάσας χώρας ἐν αἰχμαλωσίαις καὶ πυρπολήσεσιν ἐρειπώσας ώσπου να υποτάξει τους Παυλικιανούς στο ανατολικό σύνορο118, χωρίς όμως να κατορθώσει να τους εξοντώσει, καθώς το κίνημά τους θα μεταφυτευτεί αργότερα στη Βουλγαρία ως Βογόμιλοι. Εκτός από τους Παυλικιανούς, στη διάρκεια της βασιλείας του θα δεινοπαθήσουν και οι Εβραίοι (χωρίς αποτέλεσμα, όπως φαίνεται, αφού όσο κι αν βαφτίζονταν με το ζόρι δε μετατρέπονταν ουσιαστικά σε χριστιανούς)119, ενώ οι αριστοκράτες στρατηγοί που αρχίζουν ήδη να εξεγείρονται εναντίον του, συνειδητοποιώντας ότι η νέα κεντρική εξουσία σταθεροποιείται, ακολουθούνται από στῖφος άποφράδων ἀνθρώπων καὶ δυσσεβῶν120.
Η νέα κρατική εξουσία της Μακεδονικής δυναστείας θα έχει ως μόνιμο στόχο την εξουδετέρωση των όποιων φυγόκεντρων τάσεων από την πλευρά των αριστοκρατών της επαρχίας που όλο και ισχυροποιούνται αποβλέποντας σε ελευθερία κινήσεων απέναντι στο κράτος, και οι τάσεις προς φεουδαρχοποίηση όλο και αυξάνονται121. Σαν απάντηση, οι αυτοκράτορες απόγονοι του Βασίλειου Α΄θα δημιουργήσουν νέους γαιοκτήμονες από τoυς νομιμόφρονες σ’ αυτούς υπαλλήλους της πρωτεύουσας, που αποκαλούνται στα κείμενα της εποχής οἱ κατὰ τὴν βασιλίδα (πόλιν) δυνατοί122.
Επί Λέοντος ΣΤ΄(886-912), γιου του Βασίλειου Α΄ οι πάμπλουτοι πρωτευουσιάνοι (που συνήθως συνωμοτούν) εμφανίζονται να αδικούν συστηματικά το λαό. Αυτό φαίνεται και από τα λόγια ενός μοναχού ο οποίος, απευθυνόμενος στον Λέοντα ΣΤ΄και θεωρώντας τον επικεφαλής των πρωτευουσιάνων, αναφέρει: «Σὺ γὰρ κύρι ὁ μέγας … καλῶς ποιεῖς ἐπὶ κακώσει καὶ θλίψει τῶν ὁμοιοπαθῶν σοι ἀνθρώπων έπεκτεινόμενος, οὐδὲν ἕτερον διορθούμενος, ἢ τὴν σὴν θέλησιν ἐπ’ὀργῇ καὶ χόλῳ ἐκπληρῶν»123. («Εσύ, κύριε, είσαι ο αυτοκράτορας … ό,τι κι αν κάνεις που βλάπτει καίρια τους υπηκόους σου δεν καταφέρνεις τίποτε άλλο παρά να ικανοποιείς τη θέλησή σου για θυμό και οργή»).
Στις αρχές του 10ου αιώνα, η κοινωνική απόσταση ανάμεσα στο λαό και την άρχουσα τάξη που απεχθάνεται και φοβάται τον όχλο (ἀγύρται λαοὶ, ὅσον δημῶδες καὶ ἀγυρτῶδες)124 έχει μεγαλώσει πολύ. Στο επίπεδο όμως της αντιπαράθεσης μέσα στο πλαίσιο της άρχουσας τάξης, η δυναστεία, που προσπαθεί να δημιουργήσει μια δική της παράταξη γαιοκτημόνων (είτε με τους δυνατοὺς κατὰ τὴν βασιλίδα είτε με τους Καππαδόκες γαιοκτήμονες που προσεταιρίζεται βαθμιαία), νομοθετεί με πρόθεση να πείσει ότι κάθε τοπική αυτοδιοίκηση έχει πάψει να υφίσταται και τα πάντα τώρα ορίζονται και διοικούνται από τον αυτοκράτορα125.
Ο προερχόμενος από την Αρχαιότητα συγκεντρωτικός αυτοκρατορικός θεσμός μοιάζει να συνειδητοποιεί ότι η ανερχόμενη μεσαιωνική άρχουσα τάξη θα περιορίσει μοιραία την απόλυτη εξουσία του και αμύνεται. Είναι ευνόητο ότι η κρατική εξουσία που έχει το προνόμιο να νομοθετεί μαζί με τους δικούς της γαιοκτήμονες-δυνατούς θα είναι εκείνη που θα παίξει το ρόλο του προστάτη των φτωχών-πενήτων, μιλώντας περί ευσπλαχνίας, δικαιοσύνης κλπ.126 Εξίσου νομοτελειακό όμως είναι και το ότι η κεντρική εξουσία δεν έχει άλλο τρόπο στη διάθεσή της, παρά να προσπαθήσει να εμποδίσει την κυριαρχία των αντιπάλων της φεουδαρχών στην ύπαιθρο, υποτάσσοντας για λογαριασμό του κράτους την αγροτιά και προσδένοντάς την στη γη (δημοσιακοὶ πάροικοι)127. Ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενες ομάδες της άρχουσας τάξης, η βασική παραγωγική τάξη της κοινωνίας, που είναι η αγροτιά, βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας και συνήθως αντιδρά ασυντόνιστα.
Ήδη οι προσδεμένοι στη γη πάροικοι αρχίζουν να ακολουθούν μια μερίδα φεουδαρχών ενάντια σε μια άλλη, όπως συνέβη το 866/867, οπότε δύο ευγενείς στρατηγοί (Συμβάτιος και Γεώργιος Πηγάνης), ακολουθούμενοι από πλήθη128, εξεγείρονται ενάντια στο ότι έγινε συναυτοκράτορας ο Βασίλειος Α΄. Δεν αποκλείεται το ίδιο να συνέβη και στην ανταρσία του ευγενούς Κωνσταντίνου Δούκα το 913 ενάντια στους επίτροπους/αντιβασιλείς του ανήλικου Κωνσταντίνου Ζ΄(913-959)129. Ό,τι μπορεί να διαπιστωθεί είναι ότι, μετά από πολύ καιρό και για πρώτη φορά μετά από τη μεγάλη αγροτική εξέγερση στα χρόνια 821-823, επανέρχεται, και μάλιστα στις νομικές πηγές, ὁ πολὺς στεναγμὸς τῶν πενήτων130. Αυτό θα συμβεί το 934, ακριβώς μετά από μια νέα «μεγάλη» αγροτική εξέγερση131 που εκδηλώθηκε στη ΒΔ Μικρά Ασία το 932, υπό την ηγεσία κάποιου Βασίλειου Χαλκόχειρος. Οι πηγές αναφέρουν ότι ο πλάνος Βασίλειος, ταπεινής καταγωγής, ξεσήκωσε μεγάλην ἀνταρσίαν ενάντια στον αυτοκράτορα Ρωμανό Λακαπηνό (920-944). Επειδή λέγεται καθαρά ότι το κίνημα συγκέντρωσε πολλοὺς τῶν ἀγυρτευόντων, αλλά κανένα μεγάλο όνομα, και ότι ο ηγέτης της «μεγάλης ανταρσίας» ήταν πληβείος (γι’ αυτό και όταν καταπνίγηκε η εξέγερση, ο Χαλκόχειρ παραδόθηκε στην πυρά στην Κωνσταντινούπολη) προκύπτει ότι τουλάχιστον η εξουσία –αν όχι η άρχουσα τάξη στο σύνολό της– πρέπει να αντιλήφθηκε το διαχρονικό στεναγμό των πενήτων που αναφέρουν οι πηγές.
Αλλά αυτό δεν ήταν το πρώτο δείγμα λαϊκής δυσαρέσκειας. Ήδη, από τα χρόνια 915-920 οἱ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἀθηνῶν οἰκήτορες είχαν εξεγερθεί ενάντια στην «απληστία» του τοπικού διοικητή και τον είχαν σκοτώσει με λιθοβολισμό μέσα στον ίδιο τον Παρθενώνα132. Λίγο αργότερα (το 922 ή 923) αναφέρεται νέα άνταρσία και τυραννὶς στη Χαλδία (Πόντος), που καταπνίγεται με ένοπλη στρατιωτική επέμβαση133. Η συγκέντρωση της γης σε όλο και λιγότερα χέρια σε συνδυασμό με άγρια φορολογία είχε οδηγήσει τότε στη Νεαρά του έτους 928: Στην πώληση γης από τους αγρότες (τις πιο πολλές φορές αναγκαστική λόγω πτώχευσης) ο αυτοκράτορας Ρωμανός Λακαπηνός (870-948) θέσπιζε την προτίμηση των συγγενών και των γειτόνων-ομοτελών αγροτών (ὁμοτελεῖς = αυτοί που πληρώνουν μαζί όμοιο φόρο) στην πώληση γης από τους αγρότες134 και Βίοι αγίων αναφέρουν για το έτος 930 πένητας ἐκ τῶν προσοικούντων ἀγροίκων135.
Το μέτρο ήταν επιεικώς ανεπαρκές για να εμποδίσει την ιδιοποίηση της αγροτικής-κοινοτικής ιδιοκτησίας από τους γαιοκτήμονες, σε σημείο που η «μεγάλη ανταρσία» του 932 να είναι αυτονόητη, με συνέχεια μια άλλη εξέγερση, τώρα, στην αγροτική Μάνη το 934,136 κάτι που οδήγησε στη δημοσίευση ενός νέου νόμου το 934 που διακηρύσσει ότι πρόθεσή του είναι ὡς μὴ καταδυναστεύεσθαι πένητα137.
Ο επιδιωκόμενος σκοπός ήταν ο πλούσιος να μην μπορεί να εισχωρήσει στο χωριό και να αρχίσει να αγοράζει κτήματα πενήτων ώσπου το χωριό να μετατραπεί σε ιδιωτική (φεουδαρχική) περιουσία. Έτσι –λέει η Νεαρά του 934– μεγαλώνει η δυστυχία των επαιτών που, ανάμεσα στα άλλα δεινά, εντάσσονται στις τάξεις τῶν συνόντων τὰς ἐπαναστάσεις138. Ωστόσο, οι Συνεχιστές του Θεοφάνη ισχυρίζονται ότι ακριβώς επί Ρωμανού Λακαπηνού οι ἐλεεινοὶ καὶ ἄθλιοι πένητες είχαν υποστεί ἀδικίας καὶ ζημίας από τους στρατηγούς, πρωτονοταρίους, στρατιώτες και ιππότες139, δηλαδή από την αριστοκρατία της επαρχίας. Οι δυνατοὶ προσκτῶνται προάστεια καθ’ ἁρπαγήν140.
Όπως μάλιστα διατείνεται μια Νεαρά του Κωνσταντίνου Ζ΄(945-959) το 947, στην Κεντρική Μικρασία (θέμα Ανατολικών) η ἀπορία τοῦ λαοῦ συνδυαζόταν με την τυραννίδα τῶν δυνατῶν, ενώ στη Δυτική Μικρασία (θέμα Θρακησίων) οι δυνατοὶ καὶ ὑπερέχοντες δεν είχαν φτάσει ακόμα στο σημείο εκμετάλλευσης που βρίσκονταν τα πράγματα στο θέμα Ανατολικών141. Έτσι, ο Κωνσταντίνος Ζ΄, γνήσιος εφαρμοστής της κοινωνικής πολιτικής των προγόνων του Βασίλειου Α΄και Λέοντος ΣΤ΄, έστειλε πιστούς σ’ αυτόν επιθεωρητές που κατόρθωσαν να περιορίσουν την περιουσία των πλούσιων γαιοκτημόνων σε μικρό βαθμό142, παρόλο που η Νεαρά του 947 όριζε ρητά: Κοινὴ ἀπόφασις … γέγονεν, ὥστε ἀναμφιβόλως καὶ ἀνυπερθέτως πάντας ἀπελαθῆναι τοὺς ἀπὸ τῆς είρημένης νομοθεσίας ἀγοράζειν κωλυομένους143. Επίσης, το 962 μια Νεαρά του Ρωμανού Β΄(959-963), διαπιστώνοντας ότι πολλοί στρατιώτες που κατείχαν κτήματα είχαν καταντήσει είς ἐσχάτην ἀπορίαν και τα είχαν εγκαταλείψει, όριζε ότι τη ζημιά έπρεπε να την πληρώσουν αυτοί που τους είχαν διώξει144.
Η έστω και αναποτελεσματική απόπειρα των αυτοκρατόρων της Μακεδονικής δυναστείας να προσφέρουν κάποια ανακούφιση στην ελεύθερη αγροτιά ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, ακριβώς επειδή οι συνθήκες ευνοούσαν αντικειμενικά το σχηματισμό μεγάλων έγγειων ιδιοκτησιών με παράλληλη πρόσδεση των ελεύθερων γεωργών στη γη. Πρόκειται για μια πορεία προς τη φεουδαρχοποίηση μέσω της δημιουργίας όλο και περισσότερων παροίκων και, συνεπώς, μιας συνεχώς αυξανόμενης αριθμητικής μείωσης του στρατού των ελεύθερων αγροτών.
Η μείωση του αριθμού συμβάδιζε με μείωση της προσωπικότητας: Στη στρατιωτική πραγματεία Περὶ πολέμου παραδρομῆς (19.6) αναφέρεται ότι οι στρατιώτες δέρνονται και μαστιγώνονται (αἰσχύνομαι γὰρ εἰπεῖν καὶ τύπτεσθαι τοὺς τοιούτους ἄνδρας … (19.7): Δεῖ δὲ αὐτοὺς μηδὲ … ἀτιμοῦσθαι καὶ ὡς ἀνδράποδα κατασύρεσθαι καὶ μαστίζεσθαι)145. Ένα μόλις χρόνο μετά από τη Νεαρά του 962, στρατιώτης που πέταξε από κούραση την ασπίδα του σε δύσβατη πορεία διατάσσεται από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Β΄Φωκά, γόνο συνεχώς ανερχόμενης φεουδαρχικής οικογένειας, να δαρθεί και να ρινοκοπηθεί. Όταν ο λοχαγός του διστάζει να εκτελέσει την ασυνήθιστα σκληρή διαταγή, ρινοκοπείται ο ίδιος146. Στο στράτευμα επικρατεί όλο και περισσότερο φεουδαρχική ατμόσφαιρα και, σε τέτοιες συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο για το λαϊκό κίνημα να επιχειρήσει να εκφραστεί μαζικά, καθώς η ως τότε σχετική ομοιογένειά του έχει αρχίσει να διασπάται.
Η εξάχρονη βασιλεία του Νικηφόρου Φωκά (963-969) –που διαδεχόμενος κάπως ανορθόδοξα τον Ρωμανό Β΄γίνεται, σύμφωνα με τον Ιωάννη Σκυλίτζη, μισητὸς παρὰ παντὸς ἀνθρώπου καὶ πάντες ἐδίψων τὴν αὐτοῦ θεάσασθαι καταστροφὴν147, ενώ στην πρωτεύουσα βασιλεύουν διαφθορά, αισχροκέρδεια στα τρόφιμα και βάναυση κατατρομοκράτηση του λαού από ομαδικές αυθαιρεσίες αγροίκων στρατιωτών (soldateska)148– αποτελεί την πρώτη, βραχύχρονη απόπειρα της φεουδαρχικής αριστοκρατίας της επαρχίας149 να κατακτήσει την κεντρική εξουσία, ενώ ταυτόχρονα εγκαινιάζει την ανοιχτή εχθρότητα της οικογένειας αυτής με τη νόμιμη από το 867 δυναστεία του Βασίλειου Α΄.
Κατά τα άλλα, με ψυχωφελή παραδείγματα από την Καινή Διαθήκη (οι πλούσιοι δεν κληρονομούν τη βασιλεία των ουρανών κλπ.), ο Νικηφόρος Φωκάς σε μια Νεαρά το 964150 προσπαθεί να εμποδίσει την αύξηση της περιουσίας των μοναστηριών που είναι τεράστια, ενώ το 966/967 μια άλλη Νεαρά του –γνήσιο δείγμα του ποια κοινωνική τάξη ευνοεί– εξειδικεύει την προτίμηση στην αγοραπωλησία γης: Αν οι προηγούμενες ρυθμίσεις έδιναν προτίμηση αγοράς στους συγγενείς και ομοτελείς, τώρα η Νεαρά του Νικηφόρου Φωκά όριζε ότι σε περίπτωση εκποίησης κτημάτων των δυνατῶν, προτιμᾶσθαι τῶν πενήτων τοὺς δυνατοὺς, ενώ οι στρατιώτες εξομοιώνονται στο κείμενο με τους πένητες151. Δε χρειάζεται να εξηγηθεί για ποιο λόγο ο αυτοκράτορας αυτός έγινε μισητός σε σχέση με τους γνήσιους εκπροσώπους της δυναστείας που προσπαθούσαν, μάταια βεβαίως, να ανακόψουν την πορεία της κοινωνίας προς τη φεουδαρχοποίηση.
Η για αποκλειστικά πολιτικούς λόγους ανατροπή του με δολοφονία από το συγγενή του, Ιωάννη Τζιμισκή (969-976), έφερε μια αισθητή ελάφρυνση της ως τότε ογκούμενης γενικής λαϊκής αγανάκτησης (στα τελευταία τρία χρόνια της κακοδιοίκησης του Νικηφόρου Φωκά είχε ξεσπάσει και λιμός152) με κάποια μερικά πρόσκαιρα μέτρα, καθώς τη μισή από τη μεγάλη οικογενειακή του περιουσία ο Τζιμισκής τοῖς ὁμόροις καὶ ἀγχιτέρμοσι γεωργοῖς ἀφῆκε διανείμασθαι, ενώ την άλλη μισή σε λεπροκομείο με γενναιόδωρα φιλοδωρήματα σε χρυσάφι και φορολογική ατέλεια στην ιδιαίτερη πατρίδα του (θέμα Αρμενιάκων)153. Αντιμετώπισε, φυσικά, την εχθρότητα των έκπτωτων Φωκάδων154 και πέθανε δηλητηριασμένος το 976, όταν παρατήρησε ότι τεράστιες εκτάσεις γης στις ανατολικές επαρχίες είχαν περιέλθει στον Βασίλειο Λακαπηνό, νόθο του Ρωμανού Λακαπηνού και παντοδύναμου επί Νικηφόρου Φωκά, και ότι αυτό σήμαινε κίνδυνο γι’ αυτόν και για τη δυναστεία που είχε παλινορθώσει155.
Οι τεράστιες ιδιοκτησίες γης, ιδιαίτερα στις ανατολικές επαρχίες, ήταν μια ανησυχητική πραγματικότητα. Κατά την πρώτη εκστρατεία του Βασίλειου Β΄(976-1025) ενάντια στους Βουλγάρους το 986, αναφέρεται ότι σ’ αυτήν έλαβαν μέρος και οι ἑῷοι δυνάσται156, χρησιμοποιώντας έναν όρο που –πέρα από τη γνωστή σημασία του– υποδηλώνει και ένταση [δυνάστης σημαίνει κάτι περισσότερο από γαιοκτήμονας, εμπεριέχει και την άσκηση εξουσίας, όπως και ο όρος μεγιστᾶνες (μηνιῶντες!), που χρησιμοποιείται λίγο παρακάτω157) και ήταν εύλογο να προκαλεί ανησυχία σε ένα συγκεντρωτικό αυτοκρατορικό θεσμό, όπως το βυζαντινό. Ήδη, πολλές χωρίων κοινότητες περιέρχονταν στους δυνατούς.
Το έτος 996 ο Βασίλειος Β΄εξέδωσε μια μακροσκελή Νεαρά, δημοσιευμένη σήμερα σε δύο παραλλαγές, στις οποίες σώθηκε158. Σε αυτή στηλιτεύει και περιορίζει την πλεονεξία και ασυδοσία που είχαν οι δυνατοί απέναντι στους πένητες να προσπορίζονται ολόκληρα ελεύθερα χωριά με τα εισοδήματά τους, καταγγέλλει ανάμεσα στους δυνατούς Μαλεΐνους και Φωκάδες (ήδη υπό διωγμό για δυναστικούς λόγους) κι εντοπίζει κάποιον που υπήγαγε βαθμιαία ολόκληρο το χωριό του στην κοινωνικοοικονομική του κυριαρχία μετατρέποντάς το σε φεουδαρχική εκμετάλλευση, ως εξής:
Καὶ γὰρ εὕρομεν τὸν Φιλοκάλην γενόμενον μὲν κατ’ ἀρχὰς τῶν εὐτελῶν καὶ τῶν χωριτῶν ἕνα, ὕστερον δὲ τῶν περιδόξων καὶ πλουσίων, ὃς, ἕως μὲν ὑπῆρχε τῶν κάτω, συνετέλει τοῖς ἑαυτοῦ συγχωρίταις καὶ οὐδὲν αὐτοῖς ἐκαινοτόμει. ἀφ’ οὗ δὲ τοῦτον εἰς τιμὴν ὁ θεὸς ἀνῆξεν ἑβδομαρίου, εἶτα κοιτωνίτου καὶ μετὰ ταῦτα πρωτοβεστιαρίου, τὸ ὅλον ἐκ τοῦ κατ’ ὀλίγον ἐκράτησε χωρίον καὶ προάστειον ἴδιον ἐποίησεν ἐναλλάξας καὶ τὴν ἐπωνυμίαν τοῦ χωρίου159.
(Και βρήκαμε τον Φιλοκάλη που στην αρχή ήταν ένας από τους φτωχούς χωρικούς και στη συνέχεια ένδοξος και πλούσιος, ο οποίος όσο ανήκε στην κάτω τάξη πλήρωνε όμοιο φόρο με τους συγχωριανούς του και δεν έκανε τίποτα το ιδιαίτερο και από τότε που ο Θεός τον αξίωσε να γίνει εβδομαδάριος, μετά κοιτωνίτης και μετά πρωτοβεστιάριος σιγά-σιγά αγόρασε όλα τα κτήματα του χωριού, το οποίο μετέβαλε σε δικό του κτήμα αλλάζοντας ακόμα και το όνομά του).
Ακολουθεί άμεση και δραστική η αυτοκρατορική απάντηση:
Ὅθεν καὶ ἡ βασιλεία ἡμῶν κατὰ τὸν τὀπον διαβαίνουσα καὶ τὸ πρᾶγμα ἐγκλήσει τῶν πενήτων διαγνοῦσα τὰ τούτου οἰκήματα πολυτελῆ ὄντα κατέστρεψεν ἕως ἐδάφους, καὶ τοῖς πένησι τὰ ἑαυτῶν ἀποδέδωκεν, ἐκείνῳ δὲ κατέλιπεν ὅπερ ἐξ ἀρχῆς εῖχε δημόσιον καὶ τῶν χωριτῶν ἕνα πάλιν αὐτὸν ἐποίησεν160.
(Συνεπώς η μεγαλειότητά μας, που περνούσε από αυτόν τον τόπο και διέγνωσε το τι συνέβαινε από παράπονα των φτωχών, κατεδάφισε αμέσως τα πολυτελή οικήματα του Φιλοκάλη κι έδωσε πίσω στους φτωχούς αυτά που τους ανήκαν. Στον ίδιο δε τον Φιλοκάλη άφησε ό,τι δημόσιο κτήμα είχε από την αρχή και τον μετέτρεψε πάλι σε έναν από τους χωρικούς).
Η νομοθεσία του Βασίλειου Β΄δε νοείται χωρίς τη θέσπιση του περίφημου νόμου για το ἀλληλέγγυον. Όπως μαθαίνουμε από τον Σκυλίτζη, για το έτος 1002161 ο αυτοκράτορας δόγμα ἐξέθετο, τὰς τῶν ἀπολωλότων ταπεινῶν συντελείας τελεῖσθαι παρὰ τῶν δυνατῶν, κάτι που, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Εκκλησίας [πατριάρχης Σέργιος, (1001-1019), επίσκοποι και μοναστήρια], κάτι που υποδηλώνει ποιοι ήταν οι δυνατοὶ που θα έπρεπε τώρα να πληρώνουν τους φόρους των φτωχών νεκρών. Ως το θάνατό του το 1019, ο πατριάρχης Σέργιος εκλιπαρούσε τον αυτοκράτορα σβέσαι τὸ άλληλέγγυον162 που, με δοσμένες τις τάσεις των καιρών, είναι αξιοθαύμαστο το ότι κατόρθωσε να διατηρηθεί μόλις μέχρι τη βασιλεία του Ρωμανού Γ΄(1028-1034), ο οποίος ἐξέκοψε καὶ τέλεον ἀπεῤῥίζωσε τὸ ἀλληλέγγυον163. Σε ό,τι αφορά τον Βασίλειο Β΄που παραχωρούσε ἀνακωχὴν και ὑπερημερίαν ταῖς ἀπαιτήσεσι φειδοῖ τῶν πενήτων μὴ ἐγκαίρως ἀπαιτεῖσθαι τὰς δημοσίας εἰσπραττομένου τὰς συντελείας164 και ασφαλώς δε γνώριζε ότι η μεγέθυνση της φεουδαρχικού τύπου ιδιοκτησίας ήταν νομοτέλεια στα χρόνια της βασιλείας του, έμεινε στην Ιστορία όχι μόνο ως πολέμαρχος, αλλά και ως προστάτης των πενήτων που τον δόξαζαν165.
Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗ ΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΧΙΛΙΕΤΗΡΙΔΩΝ
Από το 867, οπότε η Μακεδονική δυναστεία είχε φτάσει στην εξουσία, η πορεία της κοινωνίας προς τη φεουδαρχοποίηση επιβραδυνόταν από το πάντα ισχυρό κράτος, ενώ οι εξεγέρσεις-σφετερισμοί των φεουδαρχών της επαρχίας απορροφούσαν και αφομοίωναν ως ένα βαθμό το αγροτικό κίνημα.
Καθώς στη στροφή από το 10ο στον 11ο αιώνα η πάντα πολυεθνική αυτοκρατορία έχει μεγεθυνθεί εδαφικά, τα αγροτικά κινήματα χωρίς επικεφαλής τους ένα μεγάλο γαιοκτήμονα αρχίζουν να έχουν και έντονο εθνοτικό χαρακτήρα (π.χ., Σέρβοι το 1039/1040166, Βούλγαροι το 1040167, όπως παλιότερα, το 934, στη Μάνη168 και αργότερα, το 1066, οι Βλάχοι στη Θεσσαλία169). Παράλληλα, το κράτος φορολογεί όλο και περισσότερο τους ελεύθερους αγρότες που συνεχώς λιγοστεύουν, καθώς όλο και περισσότεροι προσδένονται στη γη και μεταβάλλονται σε παροίκους170. Η Κωνσταντινούπολη ήταν σχεδόν πάντα γεμάτη από πένητες και είναι γνωστά τα μέτρα που πήρε ο Ρωμανός Λακαπηνός στη διάρκεια της βασιλείας του για να μην υποφέρουν οι πένητες από το χειμωνιάτικο κρύο (δημιουργία στεγάστρων, στοών, ανοιχτές εκκλησίες τη νύχτα, κάποια συσσίτια)171. Η πρωτεύουσα, που δείχνει μάλιστα να ευημερεί σε καιρούς εδαφικών προσαρτήσεων, προσελκύει πολλούς ακτήμονες-πένητες που είτε ψάχνουν για δουλειά (πορτιέρηδες, εργάτες στα αμπέλια, ζωέμποροι, μανάβηδες, φουρνάρηδες, σιδηρουργοί, κηπουροί, μπαλωματήδες, γυρολόγοι, όλοι σχεδόν αγράμματοι, σύμφωνα με τον ποιητή Χριστόφορο Μυτιληναίο172) είτε προσπαθούν να αποφύγουν τους φοροεισπράκτορες, μάστιγα της επαρχίας.
Από το 10ο στον 11ο αιώνα, η βιοτεχνία ξεχωρίζει διακριτά από την αγροτική παραγωγή και οι τεχνίτες αρχίζουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην κοινωνική ζωή της πρωτεύουσας, όπου συγκρούονται δύο πτέρυγες της άρχουσας τάξης. Προσπαθώντας να αποκτήσει όσο γίνεται περισσότερους υπαλλήλους προκειμένου να αντιμετωπίσει τη συνεχώς ισχυρότερη στρατιωτική αριστοκρατία της επαρχίας, το κράτος επαναδραστηριοποιεί τη σύγκλητο της Κωνσταντινούπολης, θεσμό που για τρεις τουλάχιστον αιώνες είχε ατονήσει σημαντικά173 και το τοπίο συμπληρώνεται από την όλο και μεγαλύτερη επιρροή της επίσης πολυπληθούς Εκκλησίας (πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης), της οποίας τα σύνορα, ιδιαίτερα μετά από τον εκχριστιανισμό της Ρωσίας (στα τέλη του 10ου αιώνα), είναι ευρύτερα από τα πολιτικά σύνορα της Αυτοκρατορίας.
Οι διαδοχικοί αυτοκράτορες μετά από τον Βασίλειο Β΄Κωνσταντίνος Η΄(1025-1028), Ρωμανός Γ΄(1028-1034) και Μιχαήλ Δ΄(1034-1041) ήταν και οι τρεις τους ανοιχτά και απροσχημάτιστα προστάτες της πρωτευουσιάνικης πολιτικής συγκλητικής αριστοκρατίας. Οι δύο τελευταίοι μάλιστα, ο Ρωμανός Γ΄και ο Μιχαήλ Δ΄, είχαν διαδοχικά νυμφευτεί την κόρη του πρώτου, του Κωνσταντίνου Η΄, την πορφυρογέννητη (δηλαδή γεννημένη ενώ ο πατέρας της ήταν ήδη αυτοκράτορας) Ζωή (η οποία γεννήθηκε γύρω στα 978, ενώ ο Κωνσταντίνος ήταν συναυτοκράτορας από το 962), που μετά το θάνατο του πατέρα της παντρευόταν και ανέβαζε στο θρόνο όποιον νόμιζε.
Η ασκούμενη πολιτική όμως παρέμενε η ίδια γνωστή πολιτική της Μακεδονικής δυναστείας, η οποία συνίστατο στη στενή εποπτεία των κινήσεων της αντίπαλης παράταξης της φεουδαρχικής αντιπολίτευσης της επαρχίας. Έτσι, το Δεκέμβρη του 1041 η Ζωή ανέβασε στο θρόνο τον ανιψιό του Μιχαήλ Δ΄, τον Μιχαήλ Ε΄(τότε καίσαρα Μιχαήλ), δραστήριον δοκοῦντα καὶ περὶ τὰ πράγματα δεξιόν174. Ο Μιχαήλ Ε΄είχε το χαρακτηριστικό επώνυμο Καλαφάτης, το οποίο είχε αποκτήσει επειδή ο πατέρας του πισσάριζε τα πλοία πριν τα ρίξουν στη θάλασσα175. Πρόκειται για έναν αυτοκράτορα πολύ ταπεινής καταγωγής αφού, όπως λέει ο πιο μορφωμένος άνθρωπος της εποχής, Μιχαήλ Ψελλός, το σόι της μάνας του δεν ήταν καλύτερο από το σόι του πατέρα του176.
Αυτός, λοιπόν, ο ταπεινής καταγωγής Μιχαήλ Καλαφάτης (Ε΄) έμελλε να προκαλέσει μια τεράστια τριήμερη λαϊκή εξέγερση (19-21 Απρίλη 1042), τη μεγαλύτερη που γνώρισε ποτέ η Κωνσταντινούπολη μετά από την περιβόητη Στάση του Νίκα πέντε αιώνες νωρίτερα. Η εξέγερση προκλήθηκε από την οργή του λαού για την απόφαση του Μιχαήλ Ε΄να εξορίσει τη Ζωή. Ο λαός τον κατηγόρησε ότι «έδειξε αχαριστία προς τους ευεργετήσαντας», δηλαδή τη Ζωή177.
Ο γενναίος στρατηγός Κατακαλών Κεκαυμένος178 –γράφοντας γύρω στο 1078 για τα δραματικά γεγονότα του Απρίλη του 1042 στα οποία πήρε μέρος, χωρίς όμως και να διευκρινίζει ποια ήταν και η τελική δική του στάση– σημειώνει:
Εἶδον γὰρ τὸν ἀποβασιλέα κῦρ Μιχαὴλ τὸν γεγονότα ποτε καίσαρα πρωὶ μὲν ἡλίου ἀνίσχοντος κραταιὸν ὄντα βασιλέα, πρὸς τρίτην δὲ ὥραν τῆς ἡμέρας ἐλεεινόν, ἔρημον καὶ τυφλὸν.
(Διότι τον πρώην βασιλέα, κυρ-Μιχαήλ, που ήταν παλιά καίσαρας, τον είδα στην ανατολή του ηλίου ισχυρό αυτοκράτορα και κατά τη δύση τον είδα ελεεινό, έρημο και τυφλό).
Σε τελείως αντίθετη κατεύθυνση, ο Μιχαήλ Ψελλός, αυτός ο ύπατος των φιλοσόφων και μελλοντικός πρόεδρος της συγκλήτου, επιτίθεται στον Μιχαήλ Ε΄κι επευφημεί το θείο του, Μιχαήλ Δ΄, επειδή οὔ τι τῶν καθεστώτων ἠλλοίωσε και διοικούσε την Αυτοκρατορία κάθε μέρα σαν χτες. Δεν εισηγήθηκε ούτε μια καινοτομία, δεν κατάργησε ούτε έναν παλιό νόμο, δεν έδιωξε ούτε έναν συγκλητικό179. Εδώ, ο πλατωνικός φιλόσοφος εκφράζεται όπως όλοι οι συντηρητικοί σε όλες τις εποχές: Η συντήρηση του χτες βρίσκει έτσι στον Ψελλό έναν από τους κορυφαίους εκφραστές της.
Αλλά ο ίδιος ο Ψελλός εξηγεί τι εννοεί: Όταν έγιναν καθαρές οι προθέσεις του νεοανακηρυγμένου αυτοκράτορα Μιχαήλ Ε΄να μεταρρυθμίσει –σε αντίθεση με το θείο του– τα πάντα, όταν ὑπήκοον ὡς ἀληθῶς ἐνδείξασθαι τὸ άρχόμενον τοὺς μὲν πολλοὺς τῶν ἐν τέλει παῦσαι τῶν συνήθων ἐξουσιῶν, ἐλευθερίαν δὲ τῷ δήμῳ μνηστεύεσθαι180 (άρχισε να αναδεικνύει τον εξουσιαζόμενο λαό σε πραγματικούς υπηκόους, να παύει τα παλαιότερα μέλη της άρχουσας τάξης από τις συνήθεις εξουσίες που ασκούσαν και να παντρεύει την ελευθερία με το λαό), τότε, βεβαίως, η σύγκλητος άρχισε να δυσανασχετεί. Το ότι ο λαϊκός αυτοκράτορας είχε κακές προθέσεις για τους ἐν τέλει έγινε φανερό όταν εξόρισε τον ως τότε πανίσχυρο υπερυπουργό, άγριο φορομπήχτη και λαϊκό εφιάλτη, Ιωάννη Ορφανοτρόφο181, κατά την αποχώρηση του οποίου από τη σύγκλητο τον συνόδευσε πολύ τι πλῆθος τῆς συγκλήτου βουλῆς182, σε ένδειξη (ταξικής) αλληλεγγύης.
Ακόμα πιο ενδεικτική για την οργή της άρχουσας τάξη απέναντι στον Μιχαήλ Ε΄ήταν η στάση κατά τα αιματηρά γεγονότα των τριών ημερών του σεβάσμιου πατριάρχη Αλέξιου Στουδίτη (1025-1043), οι άκρως συντηρητικές πεποιθήσεις του οποίου ταυτίζονταν με εκείνες των ἐν τέλει183 και τον οποίο, όπως φαίνεται, ο Μιχαήλ Ε΄επιχείρησε στην πορεία να συλλάβει, χωρίς επιτυχία184.
Αυτό που μάλλον κατανοούσε σωστά η ηγεσία της άρχουσας τάξης (τουλάχιστον της συγκλητικής παράταξης) ήταν ότι ο τυχάρπαστος Μιχαήλ Ε΄, που αρχίζει να αποκαλύπτεται από τα κείμενα της εποχής σαν ένας ικανός κοινωνικός και διοικητικός μεταρρυθμιστής, θα προχωρούσε και στην τελική πραξικοπηματική απομάκρυνση της αυτοκράτειρας Ζωής. Γι’ αυτό και ο πληβείος αυτοκράτορας προσεταιριζόταν τα καλύτερα λαϊκά στοιχεία (τὸν ἀπόλεκτον δῆμον τῆς πόλεως) και όσους ασχολούνταν με επαγγέλματα της αγοράς (καί ὅσοι τῆς ἀγοραίου τύρβης), καθώς και όσους είχαν χειρωνακτικά επαγγέλματα (ἢ τῶν βαναύσων τεχνῶν)185. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς μέσα από τους τόσο περιφρονητικούς για το λαό χαρακτηρισμούς του Ψελλού ότι ο Μιχαήλ Ε΄Καλαφάτης προσπαθούσε να προσεταιριστεί τα εμποροβιοτεχνικά λαϊκά στρώματα της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή το πιο δραστήριο και οργανωμένο τμήμα του λαού της πρωτεύουσας, στην προσπάθειά του να πολεμήσει την παραδοσιακή τάξη της εξουσίας186. Γι’ αυτό, ίσως, ο Ψελλός παραπονιέται ότι στη δύσκολη και άναρχη εποχή που ζούσε δεν υπήρχαν ούτε Περικλήδες, ούτε Θεμιστοκλήδες αλλά μόνον ἀτιμότατοι Σπάρτακοι187!!!