Οι εξελίξεις στο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ συνιστούν μέρος διεργασιών που συντελούνται στο σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος. Η διαχείριση της λαϊκής δυσαρέσκειας σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης επιβάλλει τη διαμόρφωση εφεδρειών ικανών να συμβάλουν στον εγκλωβισμό λαϊκών δυνάμεων και σε εναλλακτικά συμμαχικά σενάρια διακυβέρνησης. Στην Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ «Συμπεράσματα από τη δράση του Κόμματος και τα αποτελέσματα στις εθνικές εκλογές 4 Οκτώβρη 2009» επισημαίνεται ότι η στρατηγική των δυο αστικών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) είναι ίδια, «κινούνται στον ίδιο ιδεολογικοπολιτικό χώρο, οι αντιθέσεις τους είναι δευτερεύουσας σημασίας. Η οξυμένη δικομματική αντιπαράθεση, είτε με την κλασική μορφή που έχουμε γνωρίσει, είτε ως αντιπαράθεση κεντροδεξιού ή κεντροαριστερού πόλου, ο ανταγωνισμός για το ποιο από τα δυο κόμματα θα είναι στο κυβερνητικό πηδάλιο έρχεται σε αναντιστοιχία με την κοινή στρατηγική τους. Η όποια ενίσχυση του αστικού πολιτικού συστήματος επιτευχθεί θα είναι προσωρινή, επομένως και τα δυο κόμματα με την καθοδήγηση των μεντόρων τους επιχειρηματιών και το ξένο παράγοντα, θα βρεθούν πολλές φορές αντιμέτωπα μπροστά σε μια μεταμφίεση του συστήματος ώστε να κρατηθούν εγκλωβισμένες λαϊκές μάζες, μοιρολατρικές και φοβισμένες»1.
Ο ΣΥΝ από την ίδρυσή του διαμορφώθηκε ως πολιτικός φορέας του οπορτουνισμού, αφού πλειοψηφούσαν σε αυτόν πρώην στελέχη του ΚΚΕ που είχαν ομαδοποιηθεί αρχικά με θέσεις του Ευρωκομμουνισμού. Ετσι, υιοθετώντας τη σοσιαλδημοκρατική στρατηγική σε συνθήκες μεγάλης υποχώρησης του κομμουνιστικού κινήματος με τη νίκη της αντεπανάστασης, είχε να επιτελέσει από τη φύση του ένα αντιφατικό καθήκον.
Από τη μια, ως δύναμη συμβιβασμένη με την αστική εξουσία, εξέφραζε το συμβιβασμό της σε συνεργασία με την κυβερνητική σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα, κυρίως σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά και σε άλλα κινήματα. Από την άλλη έπρεπε να διατηρεί ένα «αριστερό» ακόμα «ευρωκομμουνιστικό» προφίλ, προκειμένου είτε να σπρώχνει το ΚΚΕ σε μια πολιτική γραμμή ενσωμάτωσης με όχημα την «ενότητα της αριστεράς» είτε να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά ως ανάχωμα στη σχέση του ΚΚΕ με δυνάμεις σε τάση ριζοσπαστικοποίησης. Και οι δύο λειτουργίες ήταν και είναι εξίσου αναγκαίες για το αστικό πολιτικό σύστημα.
Η αντίφαση βρίσκεται στο ότι, ενώ ο ΣΥΝ είναι ιδεολογικά συγγενικό κόμμα με το ΠΑΣΟΚ, ταυτόχρονα είναι υποχρεωμένος να αξιοποιεί την κομμουνιστική του καταγωγή για να εμφανίζεται (χωρίς επιτυχία) ως δύναμη που συνορεύει με το ΚΚΕ, ως πολιτική δύναμη με «στρατηγικό στόχο το σοσιαλισμό».
Οι οικονομικές εξελίξεις όξυναν ακόμα περισσότερο αυτή την αντίφαση, ιδιαίτερα στο βαθμό που η πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αλλά και η εξελισσόμενη καπιταλιστική οικονομική κρίση πλήττει και την κοινωνική βάση του οπορτουνισμού, μικροαστικές δυνάμεις, τμήματα της εργατικής αριστοκρατίας κλπ.
Οι αντιφάσεις του ΣΥΝ ήρθαν στην επιφάνεια υπό την πίεση δύο συγκρουόμενων παραγόντων. Από τη μια μεριά, η πίεση της ολοένα και μεγαλύτερης στρατηγικής σύμπλευσης ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Από την άλλη μεριά, η πίεση από την επαναστατική στρατηγική του ΚΚΕ, όπως διαμορφώθηκε στο προγραμματικό 15ο Συνέδριο, με το αταλάντευτο ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο στον οπορτουνισμό.
Οι αντιφάσεις αυτές του ΣΥΝ αναπόφευκτα πολλαπλασιάστηκαν με τη λειτουργία του μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, το σχήμα συμμαχίας του με άλλα οπορτουνιστικά ρεύματα που κινούνταν στο λεγόμενο «εξωκοινοβουλευτικό» χώρο (π.χ. ΚΟΕ), στελέχη που αποχώρησαν από το ΚΚΕ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 (ΚΕΔΑ), αλλά και με δυνάμεις προερχόμενες από το ΠΑΣΟΚ, όπως το ΔΗΚΚΙ.
Ο ΣΥΝ άντλησε δυνάμεις και διαμορφώθηκε ως κόμμα «πολυτασικό», αναγνωρίζοντας την αυτοτελή δράση σε οργανωμένες τάσεις - πλατφόρμες στο εσωτερικό του. Ταυτόχρονα πιεζόταν από την ανάγκη ενιαίας έκφρασης, επομένως από την τάση ισχυροποίησης της ενότητάς του.
Αυτές οι αντιφατικές τάσεις είχαν εκδηλωθεί και στις δεκαετίες του 1950, 1960 στο σχήμα της ΕΔΑ, όπου συμμετείχε το ΚΚΕ, απ’ όπου και πάλι αυτονομήθηκε το οπορτουνιστικό ρεύμα μέσα στο ΚΚΕ, που στη συνέχεια διαμορφώθηκε στο «ΚΚΕ εσωτερικού» και πολύ αργότερα εξελίχθηκε σε ΕΑΡ.
Ο τυχοδιωκτικός οργανωτικός οπορτουνισμός εκφράζεται στο γεγονός ότι εκείνο το ρεύμα (πρώην στελέχη του ΚΚΕ) που επεδίωξε να χαθεί η αυτοτελής παρουσία του ΚΚΕ μέσα στο ΣΥΝ κι έξω από αυτόν το 1991 στο όνομα των αυτοτελών «δικαιωμάτων του μέλους του ΣΥΝ» και των οργάνων του, τώρα υπερασπίζεται την αυτονομία του ΣΥΝ μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, βλέποντας να αλλάζει ο εσωτερικός συσχετισμός.
Η περίφημη πολυφωνία στις γραμμές του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται συμμαχία χωρίς αρχές μεταξύ δυνάμεων που το πιο ισχυρό συνεκτικό στοιχείο τους είναι ο αντι-ΚΚΕ χαρακτήρας τους. Οι αντιθέσεις μεταξύ αυτών των δυνάμεων στους κόλπους του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι βαθιά προγραμματικές, δεν αφορούν διαφορετικές στρατηγικές, αλλά είναι διαφορετικές αποχρώσεις της ίδιας σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής. Αφορούν επίσης διαφορετικές προσεγγίσεις είτε για το δρόμο ανασύνθεσης της σοσιαλδημοκρατίας είτε για την ανασύνθεση του ευρωκομμουνιστικού πόλου.
Σε αυτή τη φάση εμφανίζεται ισχυρή η τάση ανασύνθεσης του χώρου του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ με ενισχυμένη την ευρωκομμουνιστική του φυσιογνωμία. Σε αυτή την τάση ηγείται ο Αλέκος Αλαβάνος, αν και δε στηρίζεται από το «Αριστερό Ρεύμα» του ΣΥΝ που είχε αναλάβει αυτό το ρόλο μέσα στο ΣΥΝ. Ο Αλαβάνος βλέπει αυτή τη διαδικασία να στηρίζεται όχι μόνο στις δυνάμεις του Αριστερού Ρεύματος του ΣΥΝ, αλλά και σε άλλα σχήματα του εξωκοινοβουλευτικού χώρου (π.χ. δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: ΝΑΡ, Συσπειρώσεις, ΣΕΚ κλπ.), με τα οποία έχουν διαμορφωθεί δίαυλοι επικοινωνίας. Σε αυτή την κατεύθυνση συσπειρώνονται και οι υπόλοιπες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ (ΑΚΟΑ, ΚΟΕ, ΚΕΔΑ, ΔΕΑ κλπ.), ενώ υποστηρίζεται ανοιχτά ή συγκαλυμμένα από ένα τμήμα στελεχών της τάσης του «Αριστερού Ρεύματος» στο ΣΥΝ (π.χ. Λαφαζάνης, Στρατούλης). Ηδη διαμορφώθηκε πολιτική διακήρυξη, την οποία υπογράφει ο Αλαβάνος και στελέχη άλλων συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ, που δημοσιοποιήθηκε στις 8 Φλεβάρη 2010, ενώ σε αυτή την κατεύθυνση κυκλοφόρησε εφημερίδα με τίτλο «Δρόμος της αριστεράς», ως κοινή πρωτοβουλία των ΚΕΔΑ και ΚΟΕ.
Το ιδεολογικοπολιτικό στίγμα αυτού του εγχειρήματος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια σύγχρονη αναβίωση πολιτικών θέσεων και ιδεολογικών αντιλήψεων των αναθεωρητικών ρευμάτων που διαμορφώθηκαν στους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος: αναθεώρηση του μαρξισμού, υιοθέτηση της σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής με τις σημαίες όμως του κομμουνισμού. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού στα ΚΚ της Δυτικής Ευρώπης, τα οπορτουνιστικά ρεύματα που κυριάρχησαν σε ΚΚ που βρίσκονταν στην εξουσία σε χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τις δεκαετίες του 1950 και 1960 κλπ.
Είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναφερόταν σε άρθρο της εφημερίδας «Εποχή» στις 13 Δεκέμβρη 2009:
«Οταν φτιαχνόταν ο Συνασπισμός, η Αριστερά είχε να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Σήμερα, με την παγκόσμια καπιταλιστική και οικολογική κρίση από τη μια, τις εξεγέρσεις και την αναθέρμανση του ενδιαφέροντας για την κομμουνιστική υπόθεση από την άλλη, τα ερωτήματα και οι δυνατότητες δεν είναι πλέον τα ίδια»2.
Επίσης στην ίδια εφημερίδα ο Θανάσης Βακαλιός, σε άρθρο του στις 3 Γενάρη 2010, υποστηρίζει τους «εθνικούς δρόμους για το σοσιαλισμό», δηλαδή τις οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις στη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα σε διάκριση από το «σταλινισμό». Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η αριστερά που αρνείται δογματικά το παρελθόν της δεν έχει μέλλον»και ότι η αποτίμηση της ιστορικής διαδρομής των σοσιαλιστικών χωρών δεν μπορεί να γίνεται με μοναδικό κριτήριο «το σοβιετικό σταλινισμό». Αναφερόμενος χαρακτηριστικά στην Ουγγαρία, σημειώνει ότι «ο κανταρικός σοσιαλισμός δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί με εκείνον του Τσαουσέσκου, αλλά ούτε με το σοβιετικό σοσιαλισμό»3. Ετσι γίνεται προσπάθεια διαχωρισμού από τις θέσεις που απορρίπτουν συνολικά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, ώστε να εμφανιστεί ως αντικειμενικός κριτής της. Ταυτόχρονα επιδιώκεται να αναβιώσουν οι θέσεις των οπορτουνιστικών παρεκκλίσεων και των «σοσιαλισμών με εθνικά χρώματα» ως απάντηση και στις θέσεις που έχει διατυπώσει το ΚΚΕ με την απόφαση του 18ου Συνεδρίου του. Επιδιώκεται να συγκαλυφθεί ο ρόλος που έπαιξε ο αναθεωρητισμός και ο οπορτουνισμός στην ισχυροποίηση των δυνάμεων της αντεπανάστασης.
Η κρίση μέσα στο ΣΥΝ κορυφώθηκε στη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας στις 27 Γενάρη 2010, όταν τα στελέχη του Αριστερού Ρεύματος διαφώνησαν με την πρόταση Τσίπρα για έκτακτο συνέδριο του ΣΥΝ, ενώ για το ίδιο θέμα η Ανανεωτική Πτέρυγα αποχώρησε.
Ακόμα και στο εσωτερικό των ρευμάτων δεν υπάρχει ενιαία στάση, γεγονός που αναδεικνύει τη συνθετότητα της αντιπαράθεσης στην οποία επιδρούν και άλλοι παράγοντες. Το γεγονός αυτό δυσκολεύει την επίτευξη συμβιβασμών, απειλώντας ακόμα και την ενότητα του ΣΥΝ.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ηγετικά στελέχη του Αριστερού Ρεύματος, παρά τη διαφωνία τους για συνέδριο, δήλωσαν ότι δε θα θέσουν εμπόδια στην ΚΠΕ για να αποφασίσει έκτακτο συνέδριο, αλλά και η διαφοροποίηση του Παπαδημούλη από την Ανανεωτική Πτέρυγα και η τοποθέτησή του υπέρ διεξαγωγής του συνεδρίου.
Στις ανακατατάξεις αυτές επιδρούν γενικότερες αντιθέσεις στους κόλπους της αστικής τάξης σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, π.χ. αντιπαράθεση εθνικιστικών και κοσμοπολίτικων θέσεων, αντιφάσεις των επιλογών των διεθνών συμμαχιών της αστικής τάξης σε συνθήκες όξυνσης των αντιθέσεων μεταξύ ευρώ - δολαρίου, μεταξύ ΗΠΑ και γαλλογερμανικού άξονα ως προς την ενεργειακή πολιτική κλπ., ενώ πριμοδοτούνται από τμήματα της αστικής τάξης ως διεργασίες που μπορούν να συμβάλουν στην ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας, με στόχο την αποτελεσματικότερη πίεση απέναντι στο ΚΚΕ.
Η Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ για το εκλογικό αποτέλεσμα στις 4 Οκτώβρη 2009 υπογραμμίζει ότι ανοικτά ή συγκαλυμμένα, στις αντιπαραθέσεις των διαφόρων τάσεων και μερίδων του οπορτουνισμού πλανάται το ερώτημα: «σε σύμπλευση με τη σοσιαλδημοκρατία, άρα ανάχωμα συνολικά απέναντι σε κάθε πνεύμα αφύπνισης και ριζοσπαστισμού ή ανάχωμα απέναντι στο ΚΚΕ»4.
Στο κείμενο που ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να εστιάσουμε στην κριτική των βασικών θέσεων της προσπάθειας «αριστερής ανασύνθεσης» του οπορτουνιστικού χώρου.