ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ: ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ


του Αποστόλη Παππά

Οι εξελίξεις στο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ συνιστούν μέρος διεργασιών που συντελούνται στο σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος. Η διαχείριση της λαϊκής δυσαρέσκειας σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης επιβάλλει τη διαμόρφωση εφεδρειών ικανών να συμβάλουν στον εγκλωβισμό λαϊκών δυνάμεων και σε εναλλακτικά συμμαχικά σενάρια διακυβέρνησης. Στην Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ «Συμπεράσματα από τη δράση του Κόμματος και τα αποτελέσματα στις εθνικές εκλογές 4 Οκτώβρη 2009» επισημαίνεται ότι η στρατηγική των δυο αστικών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) είναι ίδια, «κινούνται στον ίδιο ιδεολογικοπολιτικό χώρο, οι αντιθέσεις τους είναι δευτερεύουσας σημασίας. Η οξυμένη δικομματική αντιπαράθεση, είτε με την κλασική μορφή που έχουμε γνωρίσει, είτε ως αντιπαράθεση κεντροδεξιού ή κεντροαριστερού πόλου, ο ανταγωνισμός για το ποιο από τα δυο κόμματα θα είναι στο κυβερνητικό πηδάλιο έρχεται σε αναντιστοιχία με την κοινή στρατηγική τους. Η όποια ενίσχυση του αστικού πολιτικού συστήματος επιτευχθεί θα είναι προσωρινή, επομένως και τα δυο κόμματα με την καθοδήγηση των μεντόρων τους επιχειρηματιών και το ξένο παράγοντα, θα βρεθούν πολλές φορές αντιμέτωπα μπροστά σε μια μεταμφίεση του συστήματος ώστε να κρατηθούν εγκλωβισμένες λαϊκές μάζες, μοιρολατρικές και φοβισμένες»1.

Ο ΣΥΝ από την ίδρυσή του διαμορφώθηκε ως πολιτικός φορέας του οπορτουνισμού, αφού πλειοψηφούσαν σε αυτόν πρώην στελέχη του ΚΚΕ που είχαν ομαδοποιηθεί αρχικά με θέσεις του Ευρωκομμουνισμού. Ετσι, υιοθετώντας τη σοσιαλδημοκρατική στρατηγική σε συνθήκες μεγάλης υποχώρησης του κομμουνιστικού κινήματος με τη νίκη της αντεπανάστασης, είχε να επιτελέσει από τη φύση του ένα αντιφατικό καθήκον.

Από τη μια, ως δύναμη συμβιβασμένη με την αστική εξουσία, εξέφραζε το συμβιβασμό της σε συνεργασία με την κυβερνητική σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα, κυρίως σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά και σε άλλα κινήματα. Από την άλλη έπρεπε να διατηρεί ένα «αριστερό» ακόμα «ευρωκομμουνιστικό» προφίλ, προκειμένου είτε να σπρώχνει το ΚΚΕ σε μια πολιτική γραμμή ενσωμάτωσης με όχημα την «ενότητα της αριστεράς» είτε να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά ως ανάχωμα στη σχέση του ΚΚΕ με δυνάμεις σε τάση ριζοσπαστικοποίησης. Και οι δύο λειτουργίες ήταν και είναι εξίσου αναγκαίες για το αστικό πολιτικό σύστημα.

Η αντίφαση βρίσκεται στο ότι, ενώ ο ΣΥΝ είναι ιδεολογικά συγγενικό κόμμα με το ΠΑΣΟΚ, ταυτόχρονα είναι υποχρεωμένος να αξιοποιεί την κομμουνιστική του καταγωγή για να εμφανίζεται (χωρίς επιτυχία) ως δύναμη που συνορεύει με το ΚΚΕ, ως πολιτική δύναμη με «στρατηγικό στόχο το σοσιαλισμό».

Οι οικονομικές εξελίξεις όξυναν ακόμα περισσότερο αυτή την αντίφαση, ιδιαίτερα στο βαθμό που η πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αλλά και η εξελισσόμενη καπιταλιστική οικονομική κρίση πλήττει και την κοινωνική βάση του οπορτουνισμού, μικροαστικές δυνάμεις, τμήματα της εργατικής αριστοκρατίας κλπ.

Οι αντιφάσεις του ΣΥΝ ήρθαν στην επιφάνεια υπό την πίεση δύο συγκρουόμενων παραγόντων. Από τη μια μεριά, η πίεση της ολοένα και μεγαλύτερης στρατηγικής σύμπλευσης ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Από την άλλη μεριά, η πίεση από την επαναστατική στρατηγική του ΚΚΕ, όπως διαμορφώθηκε στο προγραμματικό 15ο Συνέδριο, με το αταλάντευτο ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο στον οπορτουνισμό.

Οι αντιφάσεις αυτές του ΣΥΝ αναπόφευκτα πολλαπλασιάστηκαν με τη λειτουργία του μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, το σχήμα συμμαχίας του με άλλα οπορτουνιστικά ρεύματα που κινούνταν στο λεγόμενο «εξωκοινοβουλευτικό» χώρο (π.χ. ΚΟΕ), στελέχη που αποχώρησαν από το ΚΚΕ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 (ΚΕΔΑ), αλλά και με δυνάμεις προερχόμενες από το ΠΑΣΟΚ, όπως το ΔΗΚΚΙ.

Ο ΣΥΝ άντλησε δυνάμεις και διαμορφώθηκε ως κόμμα «πολυτασικό», αναγνωρίζοντας την αυτοτελή δράση σε οργανωμένες τάσεις - πλατφόρμες στο εσωτερικό του. Ταυτόχρονα πιεζόταν από την ανάγκη ενιαίας έκφρασης, επομένως από την τάση ισχυροποίησης της ενότητάς του.

Αυτές οι αντιφατικές τάσεις είχαν εκδηλωθεί και στις δεκαετίες του 1950, 1960 στο σχήμα της ΕΔΑ, όπου συμμετείχε το ΚΚΕ, απ’ όπου και πάλι αυτονομήθηκε το οπορτουνιστικό ρεύμα μέσα στο ΚΚΕ, που στη συνέχεια διαμορφώθηκε στο «ΚΚΕ εσωτερικού» και πολύ αργότερα εξελίχθηκε σε ΕΑΡ.

Ο τυχοδιωκτικός οργανωτικός οπορτουνισμός εκφράζεται στο γεγονός ότι εκείνο το ρεύμα (πρώην στελέχη του ΚΚΕ) που επεδίωξε να χαθεί η αυτοτελής παρουσία του ΚΚΕ μέσα στο ΣΥΝ κι έξω από αυτόν το 1991 στο όνομα των αυτοτελών «δικαιωμάτων του μέλους του ΣΥΝ» και των οργάνων του, τώρα υπερασπίζεται την αυτονομία του ΣΥΝ μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, βλέποντας να αλλάζει ο εσωτερικός συσχετισμός.

Η περίφημη πολυφωνία στις γραμμές του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται συμμαχία χωρίς αρχές μεταξύ δυνάμεων που το πιο ισχυρό συνεκτικό στοιχείο τους είναι ο αντι-ΚΚΕ χαρακτήρας τους. Οι αντιθέσεις μεταξύ αυτών των δυνάμεων στους κόλπους του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι βαθιά προγραμματικές, δεν αφορούν διαφορετικές στρατηγικές, αλλά είναι διαφορετικές αποχρώσεις της ίδιας σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής. Αφορούν επίσης διαφορετικές προσεγγίσεις είτε για το δρόμο ανασύνθεσης της σοσιαλδημοκρατίας είτε για την ανασύνθεση του ευρωκομμουνιστικού πόλου.

Σε αυτή τη φάση εμφανίζεται ισχυρή η τάση ανασύνθεσης του χώρου του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ με ενισχυμένη την ευρωκομμουνιστική του φυσιογνωμία. Σε αυτή την τάση ηγείται ο Αλέκος Αλαβάνος, αν και δε στηρίζεται από το «Αριστερό Ρεύμα» του ΣΥΝ που είχε αναλάβει αυτό το ρόλο μέσα στο ΣΥΝ. Ο Αλαβάνος βλέπει αυτή τη διαδικασία να στηρίζεται όχι μόνο στις δυνάμεις του Αριστερού Ρεύματος του ΣΥΝ, αλλά και σε άλλα σχήματα του εξωκοινοβουλευτικού χώρου (π.χ. δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: ΝΑΡ, Συσπειρώσεις, ΣΕΚ κλπ.), με τα οποία έχουν διαμορφωθεί δίαυλοι επικοινωνίας. Σε αυτή την κατεύθυνση συσπειρώνονται και οι υπόλοιπες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ (ΑΚΟΑ, ΚΟΕ, ΚΕΔΑ, ΔΕΑ κλπ.), ενώ υποστηρίζεται ανοιχτά ή συγκαλυμμένα από ένα τμήμα στελεχών της τάσης του «Αριστερού Ρεύματος» στο ΣΥΝ (π.χ. Λαφαζάνης, Στρατούλης). Ηδη διαμορφώθηκε πολιτική διακήρυξη, την οποία υπογράφει ο Αλαβάνος και στελέχη άλλων συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ, που δημοσιοποιήθηκε στις 8 Φλεβάρη 2010, ενώ σε αυτή την κατεύθυνση κυκλοφόρησε εφημερίδα με τίτλο «Δρόμος της αριστεράς», ως κοινή πρωτοβουλία των ΚΕΔΑ και ΚΟΕ.

Το ιδεολογικοπολιτικό στίγμα αυτού του εγχειρήματος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια σύγχρονη αναβίωση πολιτικών θέσεων και ιδεολογικών αντιλήψεων των αναθεωρητικών ρευμάτων που διαμορφώθηκαν στους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος: αναθεώρηση του μαρξισμού, υιοθέτηση της σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής με τις σημαίες όμως του κομμουνισμού. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού στα ΚΚ της Δυτικής Ευρώπης, τα οπορτουνιστικά ρεύματα που κυριάρχησαν σε ΚΚ που βρίσκονταν στην εξουσία σε χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τις δεκαετίες του 1950 και 1960 κλπ.

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναφερόταν σε άρθρο της εφημερίδας «Εποχή» στις 13 Δεκέμβρη 2009:

«Οταν φτιαχνόταν ο Συνασπισμός, η Αριστερά είχε να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Σήμερα, με την παγκόσμια καπιταλιστική και οικολογική κρίση από τη μια, τις εξεγέρσεις και την αναθέρμανση του ενδιαφέροντας για την κομμουνιστική υπόθεση από την άλλη, τα ερωτήματα και οι δυνατότητες δεν είναι πλέον τα ίδια»2.

Επίσης στην ίδια εφημερίδα ο Θανάσης Βακαλιός, σε άρθρο του στις 3 Γενάρη 2010, υποστηρίζει τους «εθνικούς δρόμους για το σοσιαλισμό», δηλαδή τις οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις στη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα σε διάκριση από το «σταλινισμό». Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η αριστερά που αρνείται δογματικά το παρελθόν της δεν έχει μέλλον»και ότι η αποτίμηση της ιστορικής διαδρομής των σοσιαλιστικών χωρών δεν μπορεί να γίνεται με μοναδικό κριτήριο «το σοβιετικό σταλινισμό». Αναφερόμενος χαρακτηριστικά στην Ουγγαρία, σημειώνει ότι «ο κανταρικός σοσιαλισμός δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί με εκείνον του Τσαουσέσκου, αλλά ούτε με το σοβιετικό σοσιαλισμό»3. Ετσι γίνεται προσπάθεια διαχωρισμού από τις θέσεις που απορρίπτουν συνολικά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, ώστε να εμφανιστεί ως αντικειμενικός κριτής της. Ταυτόχρονα επιδιώκεται να αναβιώσουν οι θέσεις των οπορτουνιστικών παρεκκλίσεων και των «σοσιαλισμών με εθνικά χρώματα» ως απάντηση και στις θέσεις που έχει διατυπώσει το ΚΚΕ με την απόφαση του 18ου Συνεδρίου του. Επιδιώκεται να συγκαλυφθεί ο ρόλος που έπαιξε ο αναθεωρητισμός και ο οπορτουνισμός στην ισχυροποίηση των δυνάμεων της αντεπανάστασης.

Η κρίση μέσα στο ΣΥΝ κορυφώθηκε στη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας στις 27 Γενάρη 2010, όταν τα στελέχη του Αριστερού Ρεύματος διαφώνησαν με την πρόταση Τσίπρα για έκτακτο συνέδριο του ΣΥΝ, ενώ για το ίδιο θέμα η Ανανεωτική Πτέρυγα αποχώρησε.

Ακόμα και στο εσωτερικό των ρευμάτων δεν υπάρχει ενιαία στάση, γεγονός που αναδεικνύει τη συνθετότητα της αντιπαράθεσης στην οποία επιδρούν και άλλοι παράγοντες. Το γεγονός αυτό δυσκολεύει την επίτευξη συμβιβασμών, απειλώντας ακόμα και την ενότητα του ΣΥΝ.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ηγετικά στελέχη του Αριστερού Ρεύματος, παρά τη διαφωνία τους για συνέδριο, δήλωσαν ότι δε θα θέσουν εμπόδια στην ΚΠΕ για να αποφασίσει έκτακτο συνέδριο, αλλά και η διαφοροποίηση του Παπαδημούλη από την Ανανεωτική Πτέρυγα και η τοποθέτησή του υπέρ διεξαγωγής του συνεδρίου.

Στις ανακατατάξεις αυτές επιδρούν γενικότερες αντιθέσεις στους κόλπους της αστικής τάξης σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, π.χ. αντιπαράθεση εθνικιστικών και κοσμοπολίτικων θέσεων, αντιφάσεις των επιλογών των διεθνών συμμαχιών της αστικής τάξης σε συνθήκες όξυνσης των αντιθέσεων μεταξύ ευρώ - δολαρίου, μεταξύ ΗΠΑ και γαλλογερμανικού άξονα ως προς την ενεργειακή πολιτική κλπ., ενώ πριμοδοτούνται από τμήματα της αστικής τάξης ως διεργασίες που μπορούν να συμβάλουν στην ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας, με στόχο την αποτελεσματικότερη πίεση απέναντι στο ΚΚΕ.

Η Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ για το εκλογικό αποτέλεσμα στις 4 Οκτώβρη 2009 υπογραμμίζει ότι ανοικτά ή συγκαλυμμένα, στις αντιπαραθέσεις των διαφόρων τάσεων και μερίδων του οπορτουνισμού πλανάται το ερώτημα: «σε σύμπλευση με τη σοσιαλδημοκρατία, άρα ανάχωμα συνολικά απέναντι σε κάθε πνεύμα αφύπνισης και ριζοσπαστισμού ή ανάχωμα απέναντι στο ΚΚΕ»4.

Στο κείμενο που ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να εστιάσουμε στην κριτική των βασικών θέσεων της προσπάθειας «αριστερής ανασύνθεσης» του οπορτουνιστικού χώρου.

ΓΙΑ ΤΟ «ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ» ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Αιχμή της αντιπαράθεσης στο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί το ζήτημα εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα μετεξελιχθεί σε ενιαίο πολιτικό φορέα ή αν θα παραμείνει συμμαχία πολιτικών δυνάμεων, με αλλαγές όμως στο οργανωτικό του σχήμα.

Οι εκφραστές της λεγόμενης «ανασύνθεσης» του ΣΥΡΙΖΑ επισημαίνουν ότι είναι αναγκαίο ένα σχήμα με ενιαίο οργανωτικό και πολιτικό χαρακτήρα, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί ο χαρακτήρας του ως δύναμη που συσπειρώνει «σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αντικαπιταλιστές», ως «αριστερή αντιπολίτευση στο ΠΑΣΟΚ», ως «αντικαπιταλιστική, αντισυστημική δύναμη»,ικανή να συντελέσει στην «αλλαγή στο συσχετισμό στην αριστερά», να υπερκεράσει δηλαδή το ΚΚΕ. Οδηγό για μια τέτοια προσπάθεια αποτελούν ευρωπαϊκά παραδείγματα, όπως το «Αριστερό Μπλοκ» της Πορτογαλίας που προέκυψε από συγχώνευση τροτσκιστικών, μαοϊκών και άλλων οπορτουνιστικών ομάδων σε ενιαίο πολιτικό σχηματισμό.

Αυτό το ζήτημα προκάλεσε και την οξεία αντιπαράθεση ανάμεσα στην «Ανανεωτική Πτέρυγα» και την πλειοψηφία του ΣΥΝ (κυρίως το Αριστερό Ρεύμα). Η «Ανανεωτική Πτέρυγα» με το Σπύρο Λυκούδη κατέθεσε κείμενο, στο οποίο κατηγορηματικά αρνείται την «έννοια του μέλους του ΣΥΡΙΖΑ» και την οργανωτική δομή που παραπέμπει σε κόμμα (τοπικές επιτροπές, καθοδηγητικά όργανα κ.ά.):

«1. Ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει αυτό για το οποίο συγκροτήθηκε, δηλαδή μια ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ αυτόνομων κομμάτων και κινήσεων της Αριστεράς, που σήμερα είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ η προσπάθεια για συνάντησή του με το χώρο των Οικολόγων Πράσινων και πολιτών που αναφέρονται στο Δημοκρατικό Σοσιαλισμό.

2. Πολιτική συμμαχία δε σημαίνει ιδεολογική ταύτιση (άλλωστε αυτό αποκλείεται να υπάρξει μεταξύ των σημερινών συνιστωσών) αλλά απαιτεί Πολιτική Συμφωνία στις εκτιμήσεις, τους στόχους και την πολιτική πρακτική της Αριστεράς από τους εταίρους του σχήματος. Επομένως, απαιτείται άμεση, σοβαρή, σε βάθος και ειλικρινής πολιτική συζήτηση μεταξύ των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ για την πολιτική πλατφόρμα του σχήματος»5.

Σε αυτή τη θέση παραμένει με σταθερότητα η «Ανανεωτική Πτέρυγα», απειλώντας ακόμη και με διάσπαση του ΣΥΝ.

Ο Αλ. Τσίπρας και ένα μεγάλο μέρος του «Αριστερού Ρεύματος» που συγκροτούν την πλειοψηφία στην ΚΠΕ προσπάθησαν με συμβιβασμούς και ισορροπίες, στο κείμενο που ενέκριναν και κατέθεσαν στο ΣΥΡΙΖΑ, να διασφαλίσουν την ενότητα του ΣΥΝ, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ. Ετσι το κείμενο του ΣΥΝ για το ΣΥΡΙΖΑ αποδεχόταν την έννοια του μέλους του ΣΥΡΙΖΑ, με τον όρο ότι όλα τα μέλη των συνιστωσών άμεσα θεωρούνται μέλη του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να υπάρχει έγκριση από τις Τοπικές Οργανώσεις του, όπως πρότειναν οι συνιστώσες. Επίσης πρότεινε να αναγνωριστούν ως ανώτερα όργανα η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη και η Γραμματεία. Πρόκειται για μεσοβέζικη απόρριψη των προτάσεων των συνιστωσών που συμμετέχουν στην Πανελλαδική Συντονιστική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ (πλην του ΔΗΚΚΙ), που ανεξάρτητα από διατυπώσεις που χρησιμοποιούσαν («πολιτικός σχηματισμός», «ανασύνθεση της συμμαχίας», «επανίδρυση») συνέκλιναν στη μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε ενιαίο πολιτικό φορέα.

Η αντίφαση αυτής της προσπάθειας φαίνεται χαρακτηριστικά στις τοποθετήσεις που ακολουθούν.

Στις 4 Νοέμβρη 2009, σε ρεπορτάζ της εφημερίδας «Η Αυγή» με τίτλο «Αλ. Τσίπρας: Ενιαίος φορέας με δημοκρατική λειτουργία ή πολιτική συμμαχία» αναφέρεται ότι: «Ο Αλ. Τσίπρας δήλωσε ότι είναι ανοιχτός στο ενδεχόμενο μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ σε έναν δημοκρατικό φορέα, αρκεί “να φτιάξουμε ένα κόμμα δημοκρατικό, που θα έχει δημοκρατία στη βάση και δημοκρατία στην κορυφή”, προτείνοντας στους επόμενους μήνες να συζητηθεί και ο πολιτικός προσανατολισμός. […] Με βάση όλα τα παραπάνω ο Αλ. Τσίπρας διαπίστωσε ότι υπάρχουν δύο εκδοχές για το ΣΥΡΙΖΑ: “Η εκδοχή ότι μετεξελίσσεται σε έναν ενιαίο πολιτικό φορέα, δημοκρατικό και η εκδοχή ότι παραμένει συμμαχία, πολιτική συμμαχία, η οποία αποφασίζει στη βάση της συναίνεσης και συζητά ανοικτά τη διαδικασία της δημοκρατικής λειτουργίας της”»6.

Ο Αλ. Τσίπρας, στην ομιλία του στην 3η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ στις 27 Νοέμβρη 2009, σημείωνε:

«Εχουμε αποδεχθεί όλοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κάτι περισσότερο από πολιτική συμμαχία, αλλά κάτι λιγότερο από πολιτικό κόμμα.

Μια πολιτική συμμαχία περιορίζεται εκ των πραγμάτων στα όρια που θέτει η πολιτική αυτονομία των συνιστωσών της.

Ενας πολιτικός φορέας μπορεί να προχωρήσει πιο μακριά, αλλά χρειάζεται τα φυσιογνωμικά, πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά που θα τον ενοποιούν […]

Θεωρώ ότι αργά ή γρήγορα, ανεξάρτητα από τα όποια οργανωτικά μέτρα που θα αποφασίσουμε σε αυτή τη συνδιάσκεψη, θα αναγκαστούμε να προχωρήσουμε είτε προς τη μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση»7.

Τελικά η 3η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, που δεν είχε αποφασιστικό χαρακτήρα, κατέληξε σε ένα κείμενο-απόφαση, προϊόν συμβιβασμού ανάμεσα στο ΣΥΝ και τις συνιστώσες.

Η αντιπαράθεση στις γραμμές του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ οξύνθηκε μετά την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, επιτείνοντας ακόμη περισσότερο τις αντιφάσεις. Ο Αλ. Τσίπρας, σε μια προσπάθεια να διατηρήσει τις ισορροπίες, υιοθέτησε την πρόταση διοργάνωσης εκτάκτου συνεδρίου του ΣΥΝ, ενώ για το χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ δήλωσε στην «Αυγή», στις 24 Γενάρη 2010: «…πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μαζικός χώρος, όπου οι συνιστώσες ανταγωνίζονται για τον έλεγχο των αποφάσεων και της πολιτικής γραμμής. Η γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να καθορίζεται με αποκλειστικό κριτήριο την ευρύτερη δυνατή συναίνεση. Επίσης, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι χώρος ιδεολογικής καθαρότητας. Είναι χώρος πολιτικής ενότητας και κοινής δράσης και η πολιτική του παρέμβαση καθορίζεται με άξονα ένα μίνιμουμ πρόγραμμα κοινής δράσης, που να μπορεί να χωρέσει τις ευρύτερες δυνατές δυνάμεις, από τον οικολογικό χώρο μέχρι την αντινεοφιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία. Ταυτόχρονα η πολιτική δράση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να δεσμεύει ούτε και να περιορίζει την πολιτική δράση καθεμιάς από τις συνιστώσες»8. Στη συνέντευξη αυτή ο Τσίπρας σημείωνε ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμιά σκέψη για μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα με όργανα αποφασιστικού χαρακτήρα, αλλά επίσης ότι είναι κάτι παραπάνω από μια πολιτική συμμαχία, στο βαθμό που στις γραμμές του εντάσσονται ανένταχτοι.

Ο Αλ. Αλαβάνος, τόσο στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη όσο και στην συνέντευξή του στην «Ελευθεροτυπία» στις 20 Δεκέμβρη 2009, επανειλημμένα υποστήριξε την ανάγκη συγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ ως ενιαίου πολιτικού φορέα, δηλώνοντας ότι: «Για μένα η περίοδος του Συνασπισμού, με τις όμορφες και δύσκολες στιγμές της έχει ολοκληρωθεί. […]. Το ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη στιγμή δεν τον βλέπω ως κόμμα. Φοβάμαι τις ετικέτες. Οταν βάλεις μια ετικέτα κάπου, βάζεις ένα ζωντανό οργανισμό να προσαρμοστεί στους κανόνες της. Βλέπω το ΣΥΡΙΖΑ ως ένα καινοτόμο, πρωτότυπο, πρωτοποριακό εγχείρημα. Μέχρι πριν ένα χρόνο ήταν το καμάρι της αντικαπιταλιστικής Ευρώπης. Τον βλέπω ως ένα χώρο σε εξέλιξη. Δε χρειάζεται να μπει σε καλούπια. Είναι ένας χώρος που θέλει δημοκρατία. Θέλει συμμετοχή των μελών, θέλει αναγνώριση της ιδιότητας του μέλους, θέλει τοπικές και κλαδικές κινήσεις, οι οποίες θα έχουν πλήρη ευθύνη στο χώρο τους, θέλει οριζόντια συνεργασία, θέλει σώματα αντιπροσώπων με πλήρη ευθύνη να εκλέγουν την ηγεσία τους και να επιλέγουν τις κατευθυντήριες γραμμές για τα χρόνια που έρχονται […] Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι για καιρό σε ένα σταυροδρόμι […] Να επανακτήσει πάλι δυναμισμό, αυτοπεποίθηση, εκτίμηση μέσα στην κοινωνία. Να επανακτήσει το αξιακό του φορτίο, το ηθικό πλεονέκτημα και να προχωρήσει σε αιχμηρές πρωτοβουλίες που θα τον ξαναφέρουν πρωταγωνιστή των εξελίξεων»9.

Αυτό που επιχειρείται δεν είναι φυσικά η δημιουργία ενός νέου «κομμουνιστικού κόμματος», όπως κατηγορεί η Ανανεωτική Πτέρυγα τον Αλ. Αλαβάνο, αλλά το κατάλληλο ιδεολογικό-πολιτικό μείγμα που θα κατοχυρώνει την προσπάθεια «αριστερής» αναβάπτισης της σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής του οπορτουνισμού.

Είναι άξιες προσοχής οι επισημάνσεις του Αλ. Αλαβάνου σχετικά με τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ο ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικός φορέας. Ο Αλ. Αλαβάνος, σε συνέντευξή του στον «Αγγελιοφόρο» στις 7 Φλεβάρη του 2010, στο ερώτημα εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να είναι ενιαίος πολιτικός οργανισμός ή χαλαρή συμμαχία, απαντά με αοριστία, την οποία παρουσιάζει ως καινοτομία:

«Να είναι δημοκρατικός. Να απελευθερωθεί από τη γραφειοκρατία. Δεν χρειάζονται ετικέτες - “κόμμα”, “συμμαχία” ή οτιδήποτε άλλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα πρωτότυπο εγχείρημα εν κινήσει, ένα ρεύμα της κοινωνίας»10.

Στην ίδια λογική κινείται και το κείμενο θέσεων που παρουσίασε ο Αλ. Αλαβάνος σε συνέντευξη στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, στις 8 Φλεβάρη 2010:

«Το έχουμε βιώσει από πικρές εμπειρίες στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Για να υπάρξει ένα απελευθερωτικό εγχείρημα, χρειάζεται ένας χώρος ελευθερίας. Για να πραγματοποιηθεί ένας δημοκρατικός στόχος, χρειάζεται ένα προωθημένο δημοκρατικό και συγχρόνως αποτελεσματικό μέσο.

Είμαστε αποφασιστικά ταγμένοι υπέρ ενός ΣΥΡΙΖΑ πολύπλευρου, ενωτικού, με δημοκρατική συγκρότηση και δημοκρατική λειτουργία.

Γιατί η Δημοκρατία είναι η απεριόριστη δυνατότητα μαζικής, αλλά και ατομικής συμμετοχής στη δράση, τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της πολιτικής που θα επιτρέψει την είσοδο στο προσκήνιο όλων εκείνων που αυτή την στιγμή παραμένουν στο περιθώριο απογοητευμένοι.

Γιατί η Δημοκρατία είναι η μόνη προστασία από τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.

Γιατί μόνο η Δημοκρατία μπορεί να εγγυηθεί σε έναν ευρύ αριστερό χώρο τις συντροφικές σχέσεις των μελών και των φίλων, μπορεί να εγγυηθεί τη δημιουργία τοπικών οργανώσεων με πλήρεις ευθύνες, με συλλογικά σώματα που να φέρουν την τελική αρμοδιότητα για τον καθορισμό την πολιτικής μας, όπως είναι και το καθολικό αίτημα του κόσμου της αριστεράς»11.

Με την αοριστία και την αταξική αναφορά στη «δημοκρατία» σε αντιπαράθεση με τη γραφειοκρατία, συγκαλύπτει την παντελή έλλειψη αντιμονοπωλιακού, αντιιμπεριαλιστικού προσανατολισμού.

Tο σύνθημα της «δημοκρατικής λειτουργίας» αξιοποιείται ως όχημα για την οργανωτική ενοποίηση, αφού σύμφωνα με αυτή την άποψη, η λειτουργία μέσω συνιστωσών δεν εξασφαλίζει την «απεριόριστη συμμετοχή» όλων των μελών του ΣΥΡΙΖΑ. Το εγχείρημα αυτό όμως έχει και βαθύτερους στόχους: Δεν αποσκοπεί μόνο στο να αμφισβητήσει τη σημερινή δομή και λειτουργία του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά στο να προωθήσει την αντίληψη για την αναγκαιότητα ενός πολιτικού φορέα «των μελών και των φίλων του», «χώρου ελευθερίας» σε αντίθεση με κάθε μορφής συγκεντρωτική λειτουργία. Αποτελεί την «αριστερή» εκδοχή διεργασιών στο αστικό πολιτικό σύστημα με στόχο την κινητικότητα στο εσωτερικό και μεταξύ των κομμάτων. Σιγοντάρει «εξ αριστερών» την τάση ενίσχυσης του αρχηγικού χαρακτήρα κομμάτων αστικού τύπου που προωθήθηκε με την επίφαση της «συμμετοχικής δημοκρατίας» (π.χ. πρόσφατη εκλογή Σαμαρά στη ΝΔ από τη «βάση»). Ο οργανωτικός οπορτουνισμός σιγοντάρει αυτή την τάση στο όνομα μιας οργανωτικής δομής πιο σύγχρονης, δημοκρατικής και ελκτικής, ιδιαίτερα σε τμήματα της νεολαίας με μικρή πολιτική και κοινωνική πείρα, στα οποία κυριαρχούν «ελευθεριάζουσες» απόψεις. Αξιοποιείται η πολεμική ενάντια στο Κομμουνιστικό Κόμμα νέου τύπου, ως «κόμμα φρούριο», «απολίθωμα», «γραφειοκρατικό» κλπ.

Η αμφισβήτηση της αναγκαιότητας ύπαρξης και δράσης του ΚΚ νέου τύπου είναι καίριας σημασίας για την υπόσταση αλλά και την εδραίωση του οπορτουνισμού. Η ίδια η ιστορική πείρα του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας, με την ΕΔΑ των δεκαετιών 1950 και 1960 και με το «Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου» στις αρχές της δεκαετίας του 1990, έδειξε ότι η πολιτική συμμαχία χρησιμοποιείται για την ισχυροποίηση του οπορτουνισμού, για την υποχώρηση της ταξικής πάλης όταν δε στηρίζεται στην κοινωνική συμμαχία, όταν το ΚΚ δεν έχει αφομοιωμένη επαναστατική στρατηγική, ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο στον οπορτουνισμό και μέσα στο κίνημα.

Η ιστορική πείρα έχει αποδείξει ότι τέτοιου είδους πολιτικοί σχηματισμοί, ακόμα και με τη συμμετοχή κομμουνιστών, δεν μπορούσαν να εκφράσουν τα γενικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, ενώ εγκλώβιζαν τα ΚΚ με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αναπτύξουν αυτοτελή ιδεολογική και πολιτική δράση σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές. Επιβεβαιώνεται ότι η εργατική τάξη χρειάζεται Κομμουνιστικό Κόμμα διδαγμένο από την ιστορική πείρα της ταξικής πάλης, με οργανωτική λειτουργία αλλά και σύνδεση με τις μάζες, με περιεχόμενο και πολιτική συμμαχίας που συνδέεται με την επαναστατική στρατηγική του.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΑΣΟΚ

Τόσο η προεκλογική περίοδος όσο και η ομιλία του Αλ. Τσίπρα στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ ήταν χαρακτηριστική για τη στάση του ΣΥΝ απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνησή του. Η κριτική που ασκείται στο ΠΑΣΟΚ είναι ότι αθετεί τις προεκλογικές του δεσμεύσεις, ενδίδει στις πιέσεις των τραπεζιτών, αδυνατεί να διαμορφώσει διαφορετική πολιτική από αυτή της ΝΔ. Μάλιστα στη συζήτηση στη Βουλή για το θέμα της διαφθοράς, ο πρόεδρος του ΣΥΝ έκανε κριτική για ατολμία στην προώθηση μιας σειράς μέτρων στο όνομα της καταπολέμησης της διαφθοράς. Είναι χαρακτηριστικό της ενδοτικότητάς του στο σύστημα το γεγονός ότι ζήτησε μέτρα στενότερου και αμεσότερου ελέγχου της λειτουργίας των κομμάτων από το αστικό κράτος, με συνταγματική κατοχύρωσή τους: «Μπορούμε να συμφωνήσουμε στην αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών; Μπορούμε να συμφωνήσουμε στην αλλαγή του νόμου περί χρηματοδότησης των κομμάτων, για τις εκλογικές δαπάνες; Για την αποτροπή δωροδοκίας σε περιπτώσεις προμηθειών του δημοσίου; Για την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης; Αν μπορούμε, έστω και αργά, θα είναι ένα θετικό βήμα. Σας ζητάμε μάλιστα να δεσμευτείτε ώστε στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση όλα αυτά που μπορούν να γίνουν πράξη, να μην μείνουν στα χαρτιά»12.

Στα πλαίσια του ΣΥΝ τα βασικά στελέχη της «Ανανεωτικής Πτέρυγας» υιοθετούν γραμμή κριτικής στήριξης της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Ο Δ. Χατζησωκράτης, σε άρθρο του στην «Κυριακάτικη Αυγή» στην 1 Νοέμβρη 2009, σημείωνε ότι υπήρχε ένα ρεύμα προσδοκιών από τη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και ότι: «Εμείς, ως ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά πρέπει να “κολυμπήσουμε” στο ρεύμα αυτό. Να οικοδομήσουμε σχέσεις εμπιστοσύνης με τον κόσμο αυτόν που αναμένει την υλοποίηση των υπεσχημένων αλλαγών. Να είμαστε αυτοί που θα μορφοποιούμε τους επί μέρους στόχους, θα αναδεικνύουμε τα αναγκαία βήματα και αυτοί που θα μπορούμε να καλούμε σε αγώνα για υποχρέωση ένταξής τους στην κυβερνητική πολιτική ατζέντα και το κυριότερο για την πραγμάτωσή τους». Είναι χαρακτηριστικές και πιο πρόσφατες δηλώσεις του ίδιου: «Κατώτερη των προσδοκιών και των περιστάσεων αποδεικνύεται η κυβερνητική πρακτική και το έργο των πρώτων 100 ημερών. Πολύ πίσω από τις προσδοκίες που έχουν επενδυθεί από μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού. Πέρα από μεγάλες εξαγγελίες προθέσεων υπήρξαν μικρές παρεμβάσεις και έργα»13.

Η κατεύθυνση της «προγραμματικής αντιπολίτευσης», όπως χαρακτηρίζεται η στάση της ηγεσίας του ΣΥΝ απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, δέχεται κριτική ως αναβίωση της «κεντροαριστεράς». Ο Αλ. Αλαβάνος, σε συνέντευξη στον «Αγγελιοφόρο της Κυριακής», στο ερώτημα εάν είναι αρκετή μια προγραμματική αντιπολίτευση, απάντησε: «Καλά, αστειεύεστε; Εδώ κατεδαφίζεται το κοινωνικό κράτος, γίνεται επιδρομή στη φτωχολογιά, οι αγρότες της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδας έχουν αφεθεί στην τύχη τους κι εσείς μου μιλάτε για Αριστερά προγραμματικής αντιπολίτευσης; Χρειάζεται μπαϊπάς και μου μιλάτε για ασπιρίνη;»14.

Παρά όμως τις οξείες εκφράσεις και τις διακηρύξεις για «κινηματική αντιπολίτευση», στην πραγματικότητα η κριτική αυτή στους κόλπους του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν πρεσβεύει αντιμονοπωλιακή αντιιμπεριαλιστική τοποθέτηση απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και το χαρακτήρα του ως κόμμα. Πρεσβεύει διαφορετική τακτική απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνησή του, εξαπατώντας πιο φτωχά εργατικά και λαϊκά στρώματα που πλήττονται από την κυβερνητική πολιτική. Η κριτική που ασκείται στο ΠΑΣΟΚ από το ρεύμα της «ανασύνθεσης» του ΣΥΡΙΖΑ έχει πολλές ομοιότητες με την κριτική που ασκείται μέσα στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ από τμήματα ηγετικών στελεχών του. Αυτά διαφοροποιούνται σε ορισμένες κατευθύνσεις της πολιτικής της κυβέρνησης, π.χ. στέκονται με επιφύλαξη απέναντι στη λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη», κριτικά απέναντι στις κατευθύνσεις της ΕΕ για δημοσιονομική σταθερότητα, ενώ υποστηρίζουν ένα πιο «επεκτατικό» μίγμα (νεοκεϋνσιανής, σοσιαλδημοκρατικής) διαχείρισης. Είναι χαρακτηριστικές οι τοποθετήσεις του Χρ. Παπουτσή στη συνέντευξή του στην «Κυριακάτικη Αυγή», στις 24 Γενάρη 2010, όπου παρουσιάζεται ως «εκφραστής της “φιλολαϊκής” γραμμήςστο ΠΑΣΟΚ»: «Μπορεί ορισμένοι ναπιέζουν την κυβέρνηση να ακολουθήσει την ίδια πολιτική με τη ΝΔ, αλλά ο Γ. Παπανδρέου είναι αποφασισμένος να προχωρήσουμε σε μια χρηστή και ορθολογική δημοσιονομική διαχείριση, με μείωση του χρέους και του ελλείμματος […] Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές επιδιώκουν να μεγιστοποιούν το κέρδος τους επενδύοντας ακόμη και στην επιδείνωση της οικονομικής θέσης της Ελλάδας» Οσο για το Σύμφωνο Σταθεροποίησης και Ανάπτυξης, επαναλαμβάνει ότι «δεναφοράμόνο τη διαχείριση τωνδημοσιονομικών. Δεν αφορά μόνο αριθμούς. Υπάρχει και ένα δεύτερο σκέλος, για το οποίο αδιαφορούμε εδώ στην Ελλάδα. Είναι η Ανάπτυξη. Γιατί σε περιόδους κρίσης δεν μπορείς να βγεις από την κρίση εάν δεν ενισχύσεις αυτούς που θα πυροδοτήσουν την ανάπτυξη, δηλαδή τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τα μικρομεσαία εισοδήματα, τους ανθρώπους που είναι εργαζόμενοι, που είναι οι φτωχοί, αυτοί δηλαδή που είναι οι πελάτες των μικρών καταστημάτων της αγοράς»15. Επίσης χαρακτηριστική είναι η ανακοίνωση της λεγόμενης «Αριστερής Πρωτοβουλίας» (ομάδας μέσα στο ΠΑΣΟΚ με επικεφαλής το Γιώργο Παναγιωτακόπουλο, ο οποίος ως υποψήφιος Γραμματέας του Εθνικού Συμβουλίου του κόμματος συγκέντρωσε το 41% των μελών του Εθνικού Συμβουλίου) με αφορμή τα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση: «Η Αριστερή ΠρωτοβουλίαΠΑΣΟΚοφείλει να υπενθυμίσειότιτο ΠΑΣΟΚ ιδρύθηκε γιανα υπηρετεί τολαό και την πατρίδα. Γι’ αυτό καλεί τον εργαζόμενο λαό, τους μικρομεσαίους, τους αγρότες, τους νέους, τους διανοούμενους να αναλάβουν εποικοδομητικές πρωτοβουλίες για την έξοδο από την κρίση. Καλεί επίσης το ιστορικό ΠΑΣΟΚ να αναλάβει τις ευθύνες του»16.

Η βασική κατεύθυνση αυτής της κριτικής είναι ότι το ΠΑΣΟΚ ξεκόβει από τις φιλολαϊκές παραδόσεις του, υποκύπτει στις αγορές, στους διεθνείς οργανισμούς, υιοθετεί τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Ετσι ο Αλ. Αλαβάνος σε συνέντευξη στις 25 Γενάρη 2010 υποστηρίζει: «Η γονυκλισία στους καρδινάλιους της ΕΕ δεν έχει σχέση με την διαπραγματευτική αντίληψη των πρώτων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα. Είναι έξω από την ιδρυτική κουλτούρα του σοσιαλιστικού χώρου για κοινωνικό κράτος, για ισότητα και δικαιοσύνη, για λαϊκή κυριαρχία και τη σοσιαλιστική, τότε, συμμετοχή στο εργατικό και αγροτικό κίνημα»17. Σε άλλη συνέντευξή του στον «Αγγελιοφόρο της Κυριακής» δήλωνε: «Αλλη κυβέρνηση ψήφισε ο ελληνικός λαός στις τελευταίες εκλογές, άλλη έχει σήμερα. Ο επικεφαλής, τα πρόσωπα, βέβαια, είναι τα ίδια. Τα προγράμματα, όμως, δεν έχουν καμία σχέση. Μιλούσαν για πράσινη ανάπτυξη και πάμε για υπανάπτυξη»18.

Αλλά και ο Π. Λαφαζάνης, σε άρθρο του στην «Κυριακάτικη Αυγή» στις 24 Γενάρη 2010, έγραφε: «Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, όχι απλώς υπαναχωρεί από τις περιορισμένες, έτσι κι αλλιώς, δεσμεύσεις της, αλλά και πραγματοποιεί την τέλεια και απόλυτη στροφή, ενώ γίνεται και επικίνδυνη αφού έχει μεταβληθεί σε άθυρμα και εκτελεστικό όργανο των αγορών»19.

Επιδιώκοντας γέφυρες με τμήμα του ΠΑΣΟΚ που δυσαρεστείται επιφανειακά από την πολιτική της κυβέρνησης, ο Αλ. Αλαβάνος δήλωνε στην 3η Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ: «Δεν ταυτίζουμε το ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ. Δεν αγνοούμε τις διαφοροποιήσεις του σε οικολογικά ή θεσμικά θέματα. Δεν κρίνουμε προθέσεις. Βλέπουμε όμως πολύ καλά ότι κινείται μέσα σε ασφυκτικά όρια που έχει θέσει το εγχώριο και ευρωπαϊκό κατεστημένο […] Είναι ανάγκη η επαναπροσέγγιση με τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ που η Αριστερά βρέθηκε μαζί του σε αγώνες ενάντια στις κυβερνήσεις Καραμανλή»20.

Επίσης και στη διακήρυξη που παρουσίασε ο Αλ. Αλαβάνος στις 8 Φλεβάρη 2010 τονίζεται: «Αισθανόμαστε σύντροφοι με ένα πολύ μεγάλο τμήμα του σοσιαλιστικού χώρου που διαφωνεί με τις κεντρικές πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης. Κάθε βήμα αποστασιοποίησής τους από την πολιτική της κυβέρνησης είναι ένα βήμα ουσιαστικής προσέγγισης προς την αριστερά»21.

Αυτή η παραδοχή του είναι χαρακτηριστική της γραμμής αντιπαράθεσης με το ΠΑΣΟΚ. Οχι μόνο δε συμβάλλει στη ριζοσπαστικοποίηση εργατικών και λαϊκών μαζών που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ βοηθώντας αυτές να εγκαταλείψουν τη σοσιαλδημοκρατία, αλλά αντίθετα καλλιεργεί αυταπάτες για την κυβερνητική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, για δυνατότητα αλλαγής της πολιτικής του, ανασυγκρότησης του σοσιαλδημοκρατικού χώρου σε φιλολαϊκή κατεύθυνση. Συγκαλύπτεται ο αστικός χαρακτήρας του ΠΑΣΟΚ και της σοσιαλδημοκρατίας ως δύναμης που υπηρετεί τα μονοπώλια, εγχώρια και ξένα, τη συνολική στρατηγική του κεφαλαίου, σπρώχνοντας λαϊκά στρώματα να στοιχηθούν πίσω από αστικές δυνάμεις στα πλαίσια ενδοαστικών αντιπαραθέσεων.

ΓΙΑ ΤΟ «ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ»

Ως αιχμή αναδεικνύεται το ζήτημα της στάσης απέναντι στο «Σύμφωνο Σταθερότητας».

Ο Αλ. Αλαβάνος, στην ομιλία του στην 3η Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ, έθεσε θέμα «ανατροπής της Συνθήκης του Μάαστριχτ», η στήριξη της οποίας αποτελούσε άλλωστε σημαντική επιλογή του ΣΥΝ στις αρχές της δεκαετίας του 1990, επιλογή που εξελίχθηκε σε αχίλλειο πτέρνα του οπορτουνισμού στην αντιπαράθεσή του με το ΚΚΕ.

Είναι χαρακτηριστικές οι εξής τοποθετήσεις: «Η πραγματική κυβέρνηση δεν είναι στην Αθήνα. Είναι στις Βρυξέλλες. Εδώ βρίσκεται ο γόρδιος δεσμός, στην πολιτική της χώρας […] Δεν είναι δυνατόν, σήμερα, τις ώρες της “επιτήρησης” να μιλάμε σε εργάτες και αγρότες για ένα ΣΥΡΙΖΑ του “ευρωπαϊσμού”.[…] Δεν είναι δυνατόν τα μέλη και οι φίλοι μας να είναι αιχμάλωτοι μιας μικρής ομάδας επαγγελματικών στελεχών μιας συνιστώσας που ακόμη δεν έχουν αισθανθεί την ευθύνη τους από την υπερψήφιση του Μάαστριχτ […] Η δική μας πολιτική για την Ευρώπη δεν έχει καμία σχέση με τον ευρωπαϊσμό […] Η Ελλάδα είναι σήμερα η πιο προβληματική χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι ο αδύνατος κρίκος της […] Μπορούμε να φέρουμε ένα μοναδικό απελευθερωτικό άνεμο σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτή είναι η ευρωπαϊκή ταυτότητα της Ελλάδας»22.

Στην ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και η τοποθέτηση στη συνέντευξη τύπου που παραχώρησε ο Αλ. Αλαβάνος στις 25 Γενάρη 2010, καθορίζοντας τα 10 σημεία-άξονες πάνω στα οποία κινείται και η διακήρυξη της 8ης του Φλεβάρη που δόθηκε στη δημοσιότητα με την υπογραφή στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και του ίδιου του Αλαβάνου.

Είναι χαρακτηριστικά τα εξής αποσπάσματα: «Οι κυβερνήσεις της Ελλάδας είναι υποταγμένες σε τελεσίγραφα, εκβιασμούς των Βρυξελλών και υπερεθνικών καπιταλιστικών κέντρων […] Η διακυβέρνηση της χώρας περνά σε ακραίους κύκλους ενός επιθετικού και εκδικητικού καπιταλισμού […] Δεν υπάρχει κυβέρνηση με αίσθημα εθνικής αξιοπρέπειας, με ισχυρό διαπραγματευτικό μέτωπο, αντιστάσεις, στήριξη στο λαό, με στρατηγική ανασυγκρότησης της χώρας έξω από τις νεοφιλελεύθερες επιλογές […] Το Σύμφωνο Σταθερότητας είναι ο γόρδιος δεσμός για την πορεία της χώρας και την τύχη των εργαζομένων […] Η Ελλάδα αναδείχνεται πια ο “αδύνατος κρίκος” της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Είναι ο γόρδιος δεσμός για την τύχη του Συμφώνου Σταθερότητας […] Είναι δυνατό με την ίδια παρέμβαση της κοινωνίας να ξεκινήσει από την Ελλάδα ένα υπόδειγμα αντίστασης και ανατροπής της σκληρής ταξικής στρατηγικής των Βρυξελλών, που θα ευαισθητοποιεί όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς[…]Δημοψήφισμα για το Σύμφωνο Σταθερότητας για να εξασφαλισθεί μια ισχυρή διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας […] Καμιά επένδυση σε περιφερειακό δημοτικό επίπεδο, αναπτυξιακή, περιβαλλοντική, οικολογική, δεν μπορεί να υπάρξει με τις υπαγορεύσεις του Συμφώνου Σταθερότητας […] Στην Ελλάδα σήμερα υπάρχει επειγόντως η ανάγκη αλλά και οι δυνατότητες για τη δημιουργία ενός Μετώπου ανατροπής των δουλειών από το Σύμφωνο Σταθερότητας […] Για μια πορεία ανόρθωσης και αναγέννησης της χώρας με επίκεντρο τις ανάγκες της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, νεολαίας, εργαζομένων και ανέργων, συνταξιούχων […] Να ανοίξει ο δρόμος με κατεύθυνση αριστερή, σοσιαλιστική, για μια Ελλάδα της εργασίας, της αναδιανομής του πλούτου, της κοινωνικής δικαιοσύνης. Για μια άλλη Ευρώπη, της ειρήνης, της αλληλεγγύης, των λαών»23.

Σε αντίστοιχη κατεύθυνση βρίσκονται και οι τοποθετήσεις του Π. Λαφαζάνη, όπως αποτυπώνονται σε άρθρο του στην «Αυγή», στις 24 Γενάρη 2010:

«Η Ελλάδα έχει περιέλθει σε μια νέα ιδιόμορφη “κατοχή” από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές και το διευθυντήριο της ΕΕ. Η Ελλάδα τείνει να ξεπέσει σε “μισοαποικία” […] Το Πρόγραμμα Σταθερότητας επιβάλλει ένα “νεοαποικιακό καθεστώς”, ακυρώνει κάθε ίχνος αστικού δημοκρατισμού, είναι πρόγραμμα αποσταθεροποίησης, ύφεσης, ιδιωτικοποιήσεων, φτώχειας και ανεργίας. Πρέπει να πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων»24.

Σε αυτά τα πλαίσια με πρωτοβουλία ορισμένων συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ (ΚΟΕ, ΔΕΑ, ΚΕΔΑ κλπ.) διοργανώνονται εκδηλώσεις που θέτουν ως βασικό ζήτημα το σύνθημα του «δημοψηφίσματος για το Σύμφωνο Σταθερότητας».

Tα τμήματα του οπορτουνισμού, που αναδεικνύουν το ζήτημα του Συμφώνου Σταθερότητας ως κομβικό, δε θέτουν ζήτημα σε σχέση με την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ, στο πλαίσιο της οποίας διαμορφώνεται το Σύμφωνο Σταθερότητας. Αντίθετα, στη συνέντευξη στον «Αγγελιοφόρο της Κυριακής», απαντώντας στο επιχείρημα ότι η Ελλάδα θα είχε βουλιάξει εάν σήμερα είχε ως νόμισμα τη δραχμή, ο Αλ. Αλαβάνος απάντησε: «Ποιος μίλησε για δραχμή; Η Αριστερά πάει μπροστά, δεν πάει πίσω. Η Ελλάδα είναι οικονομικά ο “αδύναμος κρίκος” της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η Ελλάδα θα γίνει γι’ αυτούς και πολιτικά ο “αδύναμος κρίκος”. Εδώ μπορεί να ηττηθεί κατά κράτος όχι μόνον το Πρόγραμμα Σταθερότητας της κυβέρνησης, αλλά συνολικά το Σύμφωνο Σταθερότητας της ΕΕ. Η κυβέρνηση οφείλει να κάνει δημοψήφισμα. Να δούμε το αποτέλεσμα. Σε τι προσβλέπουμε; Να αλλάξει όλο το αντιδραστικό πλαίσιο στον ευρωπαϊκό χώρο. Να υπάρχει ανάπτυξη αντί για κερδοσκοπία, ενίσχυση αντί για κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους. Να υπάρχει αλληλεγγύη αντί για τη λεηλασία από τη μαφία των “αγορών”»25.

Δηλαδή επικεντρώνεται όλη η αντιπαράθεση στο Σύμφωνο Σταθερότητας, σ’ ένα συγκεκριμένο εργαλείο της Ενιαίας Νομισματικής Πολιτικής στην Ευρωζώνη, το οποίο είναι προϊόν ισορροπιών μιας δοσμένης περιόδου. Στην ίδια λογική, η όποια αναφορά στην κερδοσκοπία επικεντρώνεται στις υπάρχουσες ρυθμίσεις στην κυκλοφορία του κεφαλαίου. Καμιά αναφορά στις σχέσεις ιδιοκτησίας, στα μονοπώλια που καθορίζουν την καπιταλιστική παραγωγή με κριτήριο το κέρδος. Στο απυρόβλητο η ΕΕ των μονοπωλίων. Αλλά αυτές οι θέσεις δεν αποτελούν ελληνική πρωτοτυπία.

Στην ΕΕ, μετά την εκδήλωση της πρόσφατης συγχρονισμένης και βαθιάς κρίσης υπερπαραγωγής, δεν ήταν λίγες οι φωνές αμφισβήτησης του Συμφώνου Σταθερότητας, ζητώντας την αναθεώρησή του. Σε δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», στις 3 Ιούνη 2009, αναφέρεται ότι «η Γαλλία ζητάει ένα πιο ήπιο Σύμφωνο Σταθερότητας». Για το ζήτημα του Συμφώνου Σταθερότητας επίσης εξελίχθηκε γαλλογερμανική αντιπαράθεση στο συμβούλιο υπουργών οικονομίας της Ευρωζώνης, στις 4 Ιούνη του 2009, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η εφημερίδα «Καθημερινή». Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Κέρδος», τον Ιούνη του 2009, ο σημερινός υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου υποστήριζε: «Αυτό που θέτουμε σε αμφισβήτηση είναι το συγκεκριμένο Σύμφωνο Σταθερότητας ως έχει σήμερα και τον τρόπο εφαρμογής του. Το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα θεωρεί πως πρέπει να ενισχυθεί το σκέλος της ανάπτυξης, ενώ ο νομπελίστας Paul Krugman χαρακτήρισε παραλογισμό την εμμονή στη τήρηση του συγκεκριμένου Συμφώνου στις παρούσες συνθήκες κρίσης. Ζητάμε την αναθεώρηση του Συμφώνου, πρώτον, διότι είναι παράλογο να εξισώνονται και να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όλων των ειδών τα ελλείμματα, αυτά που οφείλονται σε σπατάλες ή κακοδιαχείριση με αυτά που οφείλονται σε επενδύσεις»26.

Η συγχρονισμένη κρίση επιτάχυνε και έκανε πιο φανερή την από καιρό κυοφορούμενη τάση αλλαγής του συσχετισμού ανάμεσα στις καπιταλιστικές δυνάμεις, την ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ τους. Εγινε πιο φανερή και οξυμμένη η αντίθεση μεταξύ ευρώ - δολαρίου. Σε αυτή εντάσσεται και η συζήτηση για το μέλλον της ευρωζώνης και της θέσης της Ελλάδας σε αυτή, προερχόμενη από παράγοντες του αγγλοαμερικανικού κέντρου. Και βέβαια δεν απευθύνεται στο ΚΚΕ το άρθρο του Γ. Προβόπουλου, όπου αναφέρεται: «Κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών κάποιοι σχολιαστές υποστηρίζουν ότι η ευρωζώνη θα καταρρεύσει. Βάσει αυτού του επιχειρήματος, υποστηρίζεται ότι η δημοσιονομική κρίση στην Ελλάδα θα οδηγήσει την χώρα εκτός ευρωζώνης» […] Αυτοί που υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα θα πρέπει να φύγει από την ευρωζώνη είναι σαν τις σειρήνες του Ομήρου. Η Ελλάδα δεν θα υποκύψει σε αυτά τα κελεύσματα, αλλά θα εφαρμόσει τα απαραίτητα, τολμηρά μέτρα. Το μέλλον της οικονομίας της είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το μέλλον της ευρωζώνης»27.

Ιδιαίτερα θα πρέπει να σταθούμε στα συνθήματα περί «κατοχής», «νεοαποικιακής» και «μισοαποικιακής» Ελλάδας, περί ακύρωσης κάθε ίχνους δημοκρατισμού, περί υποανάπτυξης κλπ. Εχει αποδειχθεί ιστορικά ότι ο οπορτουνισμός με ευκολία περνά από εθνικιστικές σε κοσμοπολίτικες θέσεις και το αντίστροφο. Πρόκειται για συνειδητή παραπλανητική επιστροφή σε ιστορικά ξεπερασμένες και αποδεδειγμένα λαθεμένες αναλύσεις του κομμουνιστικού κινήματος της δεκαετίας του 1960, στη βάση των οποίων είχε υιοθετηθεί οπορτουνιστική προγραμματική επεξεργασία περί συμμαχίας της εργατικής τάξης με τμήματα της λεγόμενης «πατριωτικής αστικής τάξης» (προγραμματική διακήρυξη του ΚΚΕ το 1957 και πρόγραμμα του 8ου Συνεδρίου του ΚΚΕ). Οι θέσεις αυτές ουσιαστικά ρίχνουν νερό στο μύλο της αστικής και ιδιαίτερα της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας, ότι αν δεν παρθούν σκληρά μέτρα στο όνομα της κρίσης τίθεται σε αμφισβήτηση η «εθνική κυριαρχία της Ελλάδας». Είναι βεβαίως γεγονός ότι η τυπική ισότητα των κρατών-μελών μέσα στο ευρωενωσιακό εποικοδόμημα επισκιάζεται από την πρακτική του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, δηλαδή από τη δύναμη του ισχυρότερου. Ετσι το ελληνικό κράτος δεν έχει τη δύναμη επιβολής των συμφερόντων του ή περιθώρια χειρισμών που διαθέτουν κράτη με ηγετική θέση στην ΕΕ (π.χ. Γερμανία, Γαλλία κλπ.).

Από την άλλη μεριά, ό,τι παρουσιάζεται ως πίεση της ΕΕ προς την ελληνική κυβέρνηση -περιορισμός των δημοσιονομικών εξόδων με μέτρα περιορισμού του λαϊκού εισοδήματος και των κοινωνικών παροχών- είναι εξίσου στόχος και των ισχυρότερων οικονομιών της ΕΕ και των ενώσεων βιομηχάνων, τραπεζών, εφοπλιστών στην Ελλάδα. Βεβαίως κάθε αστική πολιτική έχει τις αντιφάσεις της, προκαλεί όξυνση των ταξικών αντιθέσεων και αναζήτηση εναλλακτικών μορφών στη χειραγώγηση των λαϊκών δυνάμεων. Αυτή την αναζήτηση αντικατοπτρίζουν οι διαφωνίες μεταξύ αστικών κομμάτων και εντός αυτών, αλλά με ιδεολογικές προεκτάσεις σε κόμματα με συμπληρωματικό ρόλο ως προς τα κυβερνητικά αστικά, όπως ο ΛΑ.Ο.Σ. από τη μια μεριά και ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη. Οι κατευθύνσεις του Προγράμματος Σταθερότητας αποτελούσαν πάγιους στόχους του ελληνικού κεφαλαίου, προγραμματικές θέσεις των αστικών πολιτικών κομμάτων, διακηρυγμένες διεκδικήσεις των ελληνικών μονοπωλίων, πολλά χρόνια πριν την εκδήλωση της κρίσης.

Αυτές τις δυνάμεις δε θίγουν οι θέσεις του ρεύματος «ανασυγκρότησης» του ΣΥΡΙΖΑ, γι’ αυτό λείπει η παραμικρή αναφορά στα εγχώρια μονοπώλια, ενώ αντίθετα ως εχθρός αναγορεύονται οι άγνωστες και απρόσωπες κερδοσκοπικές διεθνείς αγορές.

Επίσης αποπροσανατολιστική είναι η κριτική περί αντιαναπτυξιακής ή υποαναπτυξιακής πολιτικής, το δίλημμα «ανάπτυξη ή κερδοσκοπία». Ανάπτυξη και κερδοσκοπία στον καπιταλισμό πάνε μαζί, δεν μπορεί να νοηθεί καπιταλιστική ανάπτυξη έξω από το κίνητρο της όσο δυνατόν μεγαλύτερης κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Πίσω από τέτοια ψευτοδιλήμματα κρύβονται αντιθέσεις στο μοίρασμα της υπεραξίας. Ετσι συγκαλύπτεται η πραγματική αναπτυξιακή διέξοδος για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, που είναι σε αντίθεση, σύγκρουση, ρήξη με τα μονοπώλια, με κάθε κυβέρνηση και διακρατική ιμπεριαλιστική τους ένωση, ανεξάρτητα από τους φορείς ή τα Σύμφωνά της.

Οι θέσεις και αυτού του ρεύματος, όπως και του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ συνολικά, αφήνουν ανέγγιχτο τον ταξικό χαρακτήρα της ΕΕ, καλλιεργούν την αποπροσανατολιστική υπεράσπιση μιας μορφής συγκρότησης της ευρωενωσιακής συμμαχίας των μονοπωλίων και των κρατών τους έναντι άλλης ή έναντι άλλου ιμπεριαλιστικού κέντρου.

Το ζήτημα που τίθεται από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων είναι η απόρριψη κάθε μορφής της ΕΕ και κάθε ιμπεριαλιστικού κέντρου.

Η «ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ» ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Οι βασικές επεξεργασίες του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ για τη διέξοδο από την οικονομική κρίση στηρίζονται στην αναβίωση νεοκεϋνσιανών πολιτικών.

Για το περιεχόμενο της πρότασης του οπορτουνισμού για την «αριστερή απάντηση στην κρίση», είναι αποκαλυπτικό άρθρο του Αλέκου Καλύβη, μέλους της ΚΠΕ του ΣΥΝ: «Αυτή είναι μια κρίση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού [...] απαιτούνται ριζικοί μετασχηματισμοί με ορίζοντα το σοσιαλισμό», ενώ η πολιτική διεξόδου πρέπει να στηρίζεται «σε επαναπροσδιορισμό και νέα ιεράρχηση των στόχων, θέτοντας ως κύριους στόχους τη μείωση της ανεργίας, την αναδιανομή εισοδημάτων και το δραστικό περιορισμό των ανισοτήτων, την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, θέτοντας δηλαδή ως κριτήριο κίνησης της οικονομίας την κάλυψη των αναγκών του κόσμου της εργασίας. Αυτό προϋποθέτει ένα διαφορετικό πρότυπο παραγωγικής ανάπτυξης με ενισχυμένο το ρόλο ενός σύγχρονου δημόσιου και κοινωνικού τομέα, με χτύπημα της παραοικονομίας. Ετσι θα δημιουργηθούν μαζί με την αναδιανομή μέσω της φορολογίας, νέοι πόροι ώστε να μειωθεί στην πορεία (7-10 χρόνια) και το έλλειμμα και το χρέος»28.

Τα στελέχη που πρωτοστατούν στην ανασύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ εκφράζονται με αντισυστημική φρασεολογία σε σχέση με την προοπτική διεξόδου από την κρίση.

Επίσης ο Π. Λαφαζάνης υποστηρίζει ότι: «Η καπιταλιστική κρίση δεν είναι μια απλή κυκλική, αλλά μεγάλη, διαρθρωτική και πολυσύνθετη […] Υπάρχουν δύο δρόμοι διεξόδου: είτε ο αναπτυγμένος καπιταλισμός θα σπρώχνει τον πλανήτη σε άνευ προηγουμένου συντηρητισμό, είτε η αριστερά θα βρει τη δύναμη να κλονίσει αυτό το σύστημα με στρατηγική για ένα νέο σοσιαλισμό […] Χρειάζεται ένας νέος ταξικός διεθνισμός μακριά από τον κοσμοπολιτισμό και στροφή σε μια εθνική και ευρωπαϊκή στρατηγική προοδευτικής ανατροπής και σοσιαλιστικής μετάβασης, με προσήλωση στο κοινωνικό και ταξικό πεδίο»29.

Η πολιτική διεξόδου από την κρίση, σύμφωνα με το στέλεχος του ΣΥΝ, προϋποθέτει ένα «νέο, σύγχρονο και επιθετικό προοδευτικό πρόγραμμα ρήξης και μετάβασης στο σοσιαλισμό» και την πρωτοβουλία του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ για τη δημιουργία ενός κοινωνικού μετώπου εξόδου από την κρίση που «θα λαμβάνει διαστάσεις εθνικής ανόρθωσης».

Το κείμενο που παρουσίασε ο Αλ. Αλαβάνος στις 8 Φλεβάρη διακηρύσσει: «να προωθήσουμε έναν σαφή στρατηγικό στόχο, ένα πρόγραμμα βαθύτατων αλλαγών, που αμφισβητεί άμεσα και έμπρακτα την θεσμοποιημένη κοινωνική αδικία και στη θέση της να αντιπροτείνουμε μια δημιουργική πορεία ισότητας, δημοκρατίας και αλληλεγγύης […] στην προοπτική για το Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα!»30.

Η χρήση του όρου «σοσιαλισμός» από την πλευρά του οπορτουνισμού δείχνει την πίεση που δέχεται από την πολιτική του ΚΚΕ. Αυτό που προτείνεται επί της ουσίας είναι ένα πλαίσιο κρατικών ρυθμιστικών παρεμβάσεων, μέσω των οποίων θα προωθείται η «αναδιανομή του πλούτου», η άμβλυνση ανισοτήτων και η κοινωνική προστασία. Αποσπάται έτσι τεχνητά η πολιτική από την οικονομία και υποστηρίζεται ένας «ανθρώπινος» καπιταλισμός. Συγκαλύπτεται ότι η πολιτική διαχείρισης του καπιταλισμού δεν μπορεί παρά να υποτάσσεται στους νόμους της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, ότι το αστικό κράτος δεν μπορεί παρά να εξυπηρετεί την καπιταλιστική ανάπτυξη και επομένως την κερδοφορία του κεφαλαίου. Επίσης συγκαλύπτεται ότι τα αίτια της κρίσης βρίσκονται στην ίδια τη φύση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και όχι στην κρίση μιας νεοφιλελεύθερης ή άλλης περισσότερο άμεσα παρεμβατικής διαχείρισης. Η πηγή της κρίσης μπορεί να στερέψει μόνο με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, με την εξάλειψη της αναρχίας και της ανισομετρίας της καπιταλιστικής παραγωγής, στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και του κεντρικού σχεδιασμού της παραγωγής για την ολοένα διευρυνόμενη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών.

Σε καμιά χώρα και από κανένα κόμμα που διακήρυσσε το σοσιαλισμό δεν άνοιξε ο δρόμος προς αυτόν με μια πολιτική της λεγόμενης «μικτής οικονομίας», δηλαδή με συνύπαρξη ιδιωτικών και κρατικών μονοπωλίων, ώστε μέσω των δεύτερων και του «κράτους πρόνοιας» να γίνεται σταδιακά «αναδιανομή του πλούτου».

Ο κύκλος της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης έδωσε τη θέση του στο φιλελεύθερο, ακόμα και σε χώρες όπως η Σουηδία. Αλλά και όπου κομμουνιστικά κόμματα εξουσίας σταδιακά υιοθέτησαν και εφάρμοσαν τη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση, άνοιξαν το δρόμο για ενίσχυση των καπιταλιστικών σχέσεων, για ανατροπή των όποιων γενικευμένων κοινωνικών κατακτήσεων.

Ο «νέος σοσιαλισμός» ή «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ξαναζέσταμα παλιών σοσιαλδημοκρατικών θέσεων για μετεξέλιξη του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό μέσω μιας πολιτικής κρατικών παρεμβάσεων.

Ο ΣΤΟΧΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ»

Οι παραπάνω αναπροσαρμογές στην τακτική του οπορτουνισμού επιχειρείται να αξιοποιηθούν για να ασκηθεί πιο αποτελεσματική πίεση στο ΚΚΕ με σκοπό τον παραγκωνισμό του. Σε αυτή τη βάση αναπροσαρμόζεται ανάλογα η φρασεολογία με τις διόλου τυχαίες αναφορές περί «κοινωνικού Μετώπου». Σκοπός της προσπάθειας είναι φραστικά να δημιουργηθούν συνειρμοί περί πολιτικής σύμπλευσης με το ΚΚΕ, περί εμφάνισης πόλου εν δυνάμει συμμαχικού με το ΚΚΕ. Αυτό το σκοπό υπηρετεί και ο τίτλος της διακήρυξης της σχετικής πρωτοβουλίας του Αλ. Αλαβάνου: «Για να αλλάξουμε τα πράγματα. Για μια νέα κοινωνική πλειοψηφία με επίκεντρο την Αριστερά. Για ένα Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής».

Ο Αλ. Αλαβάνος προτείνει ένα μέτωπο, όπου θα συναντηθούν δυνάμεις από το ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, τους Οικολόγους, τον εξωκοινοβουλευτικό χώρο και το ΠΑΣΟΚ: «Είμαστε έτοιμοι να συναντηθούμε με ολόκληρη τη ριζοσπαστική αριστερά, με συντρόφισσες και συντρόφους του ΚΚΕ και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που έχουν διαρκή και γόνιμη παρουσία στο κίνημα […] Μπορούμε να συναντηθούμε με φίλες και φίλους αυθεντικών ριζοσπαστικών οικολογικών πρωτοβουλιών[…]Στόχος μας ένα “Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής”. Στηριγμένο στον ενωμένο ξανά κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ. Ανοικτό στον ευρύτερο αριστερό και προοδευτικό χώρο, φιλόξενο σε όσους από το χώρο του ΠΑΣΟΚ έχουν τις ίδιες αγωνίες»31.

Σε αντιστοιχία με την πρόταση Αλαβάνου για συγκρότηση Μετώπου, ο Λαφαζάνης προτείνει την ανάγκη δημιουργίας ενός «κοινωνικού μετώπου που θα συγκεντρώνει υπό την ηγεμονία της σημερινής εργατικής τάξης τα μικρομεσαία στρώματα των πόλεων και της περιφέρειας και το οποίο θα περιλαμβάνει σύγχρονα αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, αφού θα θίγει την ουσία του συστήματος της διεθνούς εκμετάλλευσης…»32.

Εχει σημασία να σημειώσουμε ότι αυτές οι δυνάμεις το προηγούμενο διάστημα λοιδορούσαν την ηγεμονία της εργατικής τάξης, αμφισβητούσαν ακόμα και την ύπαρξή της, ενώ αναζητούσαν νέα κοινωνικά υποκείμενα.

Πρόκειται για ριζοσπαστικοφανείς και αριστεροφανείς φραστικές οπορτουνιστικές προσαρμογές σε συνθήκες που ακόμα και κέντρα του ιμπεριαλισμού αναγκάζονται να παραδεχθούν τα οξυμένα προβλήματα στην καπιταλιστική παραγωγή και τον κίνδυνο πολιτικής αποσταθεροποίησης. Σε περίοδο που το κίνημα υποχωρεί, ο οπορτουνισμός στηρίζει χωρίς κανένα δισταγμό, με τον ένα ή τον άλλο πιο άμεσο τρόπο, την αστική ιδεολογία, την αντικομμουνιστική και αντισοσιαλιστική εκστρατεία. Σε περιόδους που το κίνημα ετοιμάζεται να αντεπιτεθεί, τότε δε διστάζει να ασκεί κριτική στα αστικά κόμματα, να ασκεί κριτική στη διαχείριση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων εξουσίας και να παρουσιάζεται ως η συνεπής σοσιαλδημοκρατική δύναμη.

Είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι ο χαρακτηρισμός αυτών των δυνάμεων ως οπορτουνιστικών προκύπτει από το γεγονός ότι πρόκειται για δυνάμεις που ξέκοψαν από τις γραμμές του κομμουνιστικού κόμματος αφού προσπάθησαν σε διάφορες φάσεις της ιστορίας του να το μεταλλάξουν σε σοσιαλδημοκρατικό. Αυτό είναι βασικό χαρακτηριστικό αυτών των δυνάμεων, καθορίζει το ρόλο τους ως φορέων της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα και της σοσιαλδημοκρατικής μετάλλαξης του κομμουνιστικού κινήματος. Υπάρχει μεγάλη ιστορική πείρα που επιβεβαιώνει το γεγονός ότι προϋπόθεση για να μπορέσει η εργατική τάξη να τραβήξει κάτω από την ηγεμονία της τα φτωχά λαϊκά στρώματα σε αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση είναι η ήττα του οπορτουνισμού και όχι η συμμαχία μαζί του.

Το «κοινωνικό Μέτωπο» που προτείνεται αποτελεί μια καμουφλαρισμένη «αντινεοφιλελεύθερη συμμαχία», μια νέα «ενότητα της Αριστεράς» σε περίοδο απώλειας της αξιοπιστίας της και αποτυχίας του συμμαχικού σχήματός της, του ΣΥΡΙΖΑ, με στόχο να υπερκεράσει το ΚΚΕ. Η προσπάθεια, όπως φαίνεται και από τις θέσεις σε βασικά ζητήματα (στάση απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, την ΕΕ, πρόταση διεξόδου από την οικονομική κρίση, χαρακτήρας της εξουσίας κλπ.), είναι η συγκέντρωση, η αναζωογόνηση του φθαρμένου ευρωκομμουνισμού - σοσιαλδημοκρατισμού κι όχι η χειραφέτηση εργατικών - λαϊκών δυνάμεων από την αστική ιδεολογία και πολιτική. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σε όλη την προεκλογική περίοδο οι δυνάμεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ είχαν ως κύριο σύνθημα την ήττα της ΝΔ.

Το ΚΚΕ, στο Πρόγραμμα που ψηφίστηκε στο 15ο Συνέδριό του αλλά και στα συνέδρια που ακολούθησαν, θέτει συγκεκριμένα τα χαρακτηριστικά και τις προϋποθέσεις της κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου. Επισημαίνεται στην απόφαση για το ΑΑΔ Μέτωπο στο 16ο Συνέδριο του ΚΚΕ: «Για τη συγκρότηση του ΑΑΔΜ δεν αρκεί η κοινή δράση, που βασίζεται σε κοινές ή παραπλήσιες αντιλήψεις για μεγάλα και επίκαιρα προβλήματα, η γραμμή άμυνας στην επίθεση που δέχεται ολομέτωπα ο λαός μας. Απαιτείται να υπάρχει και ένα επίπεδο συμφωνίας στη γενική γραμμή κατεύθυνσης για τη λύση των προβλημάτων, που θα εκφράζεται στο προγραμματικό πλαίσιο για τη λαϊκή οικονομία και τη λαϊκή εξουσία»33.

Η απόφαση του 17ου Συνεδρίου επίσης σημειώνει ότι: «Για τη συγκρότηση του Μετώπου, απαιτείται να υπάρχει και ένα επίπεδο συμφωνίας με προγραμματικές κατευθύνσεις και στόχους πάλης, που να έχουν εσωτερική συνοχή και ιεράρχηση σε αντιμονοπωλιακή αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση. Το Μέτωπο προβάλλει στο λαό ότι είναι αναγκαίο να επιβληθούν στο επίπεδο της εξουσίας τα συμφέροντα των εκμεταλλευομένων, καταπιεσμένων λαϊκών δυνάμεων. Το Μέτωπο πρέπει να έχει πρόταση προς το λαό και στο επίπεδο της εξουσίας»34.

Ιδιαίτερα για το ζήτημα της εξουσίας και πώς πρέπει να εμπεδώνεται τόσο στη λαϊκή συνείδηση όσο και στους αγώνες, η πολιτική απόφαση του 18ου Συνεδρίου τονίζει:

«…το αίτημα για πολιτική αλλαγή πρέπει να ξεπεράσει την αντίληψη για κυβερνητική αλλαγή και να τείνει να κατανοείται ως αλλαγή ταξική στο επίπεδο της εξουσίας.

Να αρχίσει και σε μαζικό επίπεδο να γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα σε μια κυβέρνηση που εκλέγεται από το λαό και στηρίζει το σύστημα, από μια κυβέρνηση που είναι λαϊκή, γιατί εκφράζει την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα και είναι “προϊόν” της νίκης του λαού σε βάρος της αστικής εξουσίας και της κυριαρχίας των μονοπωλίων»35.

Ιδιαίτερα σήμερα που κάτω από προϋποθέσεις, λόγω της οικονομικής κρίσης, είναι δυνατό η λαϊκή δυσαρέσκεια να μετατραπεί σε μοχλό ανάπτυξης της ταξικής πάλης, νέες δυνάμεις να προσεγγίσουν το ΚΚΕ και να δυναμώσει το κίνημα σε αντιιμπεριαλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, αντικειμενικά τίθεται το ερώτημα αν ο οπορτουνισμός μπορεί να επιτελέσει το σκοπό του με τη μορφή που έχει σήμερα. Το πώς θα εξελιχθεί η αντιπαράθεση στις γραμμές του είναι θέμα που θα φανεί στο επόμενο διάστημα ενδεχομένως και πιο μακροπρόθεσμα.

Ανεξάρτητα όμως από τις εξελίξεις, γίνεται αναγκαία η ανάπτυξη του ιδεολογικοπολιτικού μετώπου με τον οπορτουνισμό και μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, ιδιαίτερα ως προς το στόχο της εξουσίας. Να αποκαλύπτεται ο ρόλος του οπορτουνισμού στην ενίσχυση της δυνατότητας του ΠΑΣΟΚ να σπέρνει αυταπάτες, αναμονές, αντικομμουνισμό.

Πιο αποφασιστικά να ζυμώνονται οι θέσεις για την αναγκαιότητα σύγκρουσης και ρήξης με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ολα τα μέτωπα πάλης, π.χ. παιδείας, υγείας, αγροτών, να συνδέονται άμεσα με την πάλη για την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων στην Ελλάδα ως μοναδική συμβολή στο διεθνιστικό αγώνα της εργατικής τάξης στην Ευρώπη.

Με όπλο τις αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου να προβάλλουμε πιο πλατιά στις εργατικές μάζες που προσεγγίζουν το ΚΚΕ την αντίληψή μας για το σοσιαλισμό μέσα από την πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, αποκαλύπτοντας το ρόλο που έπαιξαν στην ήττα του οι αγοραίες πολιτικές που αναπτύχθηκαν στη βάση των οπορτουνιστικών παρεκκλίσεων. Να προβάλλουμε όλα τα δεδομένα που δείχνουν την ωριμότητα των υλικών συνθηκών για το σοσιαλισμό.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Αποστόλης Παππάς είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ «Συμπεράσματα από τη δράση του Κόμματος και τα αποτελέσματα στις εθνικές εκλογές 4 Οκτώβρη 2009», δες παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ, σελ. 197.

2. Δημοσθένη Παπαδάτου - Αναγνωστόπουλου: «Ο Συνασπισμός ως μέρος -και όχι εμπόδιο- της ανασύνθεσης της Αριστεράς», εφημερίδα «Η Εποχή», ένθετο «Εντός Εποχής», 13 Δεκέμβρη 2009.

3. Θανάση Βακαλιού: «Η Αριστερά που αρνείται δογματικά το παρελθόν της δεν έχει μέλλον», εφημερίδα «Η Εποχή», 3 Γενάρη 2010.

4. Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ «Συμπεράσματα από τη δράση του Κόμματος και τα αποτελέσματα στις εθνικές εκλογές 4 Οκτώβρη 2009», δες παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ σελ. 197.

5. «Να παραμείνει ο ΣΥΡΙΖΑ μια πολιτική συμμαχία αυτόνομων κομμάτων και κινήσεων της Αριστεράς», κείμενο της «Ανανεωτικής Πτέρυγας» που κατατέθηκε για συζήτηση στο ΣΥΝ στις 9 Νοέμβρη 2009, ιστοσελίδα www.ananeotiki.gr

6. «Ο Αλέξης Τσίπρας για το ΣΥΡΙΖΑ», ρεπορτάζ της εφημερίδας «Η Αυγή», 4 Νοέμβρη 2009.

7. Αλ. Τσίπρας, ομιλία στην 3η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ, 27 Νοέμβρη 2009, www.syn.gr

8. Συνέντευξη του Αλ. Τσίπρα στην εφημερίδα «Η Αυγή της Κυριακής», 24 Γενάρη 2010.

9. Συνέντευξη Αλ. Αλαβάνου στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 20 Δεκέμβρη 2009.

10. Συνέντευξη Αλ. Αλαβάνου στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος της Κυριακής», 7 Φλεβάρη 2010.

11. Κείμενο που παρουσίασε ο Α. Αλαβάνος στη συνέντευξη τύπου στις 8 Φλεβάρη στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ , ιστοσελίδα:http://syrizaedyap.wordpress.com

12. Ομιλία του Αλ. Τσίπρα στην προ ημερήσιας διάταξης συζήτηση των πολιτικών αρχηγών στη Βουλή με θέμα τη διαφάνεια, ιστοσελίδα: www.syn.gr

13. Δ. Χατζησωκράτης, άρθρο με τίτλο: «Αριστερή προγραμματική αντιπολίτευση», εφημερίδα «Η Αυγή της Κυριακής», 1 Νοέμβρη 2009.

14. Συνέντευξη Αλ. Αλαβάνου στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος της Κυριακής», 7 Φλεβάρη 2010.

15. Συνέντευξη του Χρ. Παπουτσή στη εφημερίδα «Η Αυγή της Κυριακής», 24 Γενάρη 2010.

16. Δελτίου Τύπου της «Αριστερής Πρωτοβουλίας» του ΠΑΣΟΚ, 3 Φλεβάρη 2010 ιστοσελίδα www.sosialismos.gr

17. Συνέντευξη Τύπου του Αλ. Αλαβάνου, 24 Γενάρη 2010.

18. Συνέντευξη Αλ.Αλαβάνου στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος της Κυριακής», 7 Φλεβάρη 2010.

19. Π. Λαφαζάνης «Πλαστά διλήμματα και πραγματικές προκλήσεις», εφημερίδα «Κυριακάτικη Αυγή», 24 Γενάρη 2010.

20. Ομιλία του Αλ. Αλαβάνου στην 3η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ.

21. Κείμενο που παρουσίασε ο Α. Αλαβάνος στη συνέντευξη τύπου στις 8 Φλεβάρη στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, http://syrizaedyap.wordpress.com

22. Ομιλία του Αλ. Αλαβάνου στην 3η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ.

23. Συνέντευξη Τύπου του Αλ. Αλαβάνου, 24 Γενάρη 2010.

24. Π. Λαφαζάνης, «Πλαστά διλήμματα και πραγματικές προκλήσεις» , εφημερίδα «Η Αυγή της Κυριακής», 24 Γενάρη 2010.

25. Συνέντευξη Αλ.Αλαβάνου στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος της Κυριακής», 7 Φλεβάρη 2010.

26. Συνέντευξη Γ. Παπακωνσταντίνου στην εφημερίδα «Κέρδος», 5 Ιούνη 2009.

27. Γ. Προβόπουλος, άρθρο στην εφημερίδα «Financial Times», 21 Γενάρη 2010.

28. Αλ. Καλύβης , «Υπάρχει αριστερή απάντηση στην κρίση», εφημερίδα «Η Αυγή της Κυριακής», 31 Γενάρη 2010.

29. Π. Λαφαζάνης, «Πλαστά διλήμματα και πραγματικές προκλήσεις», εφημερίδα «Η Αυγή της Κυριακής», 24 Γενάρη 2010.

30. Κείμενο που παρουσίασε ο Αλ. Αλαβάνος στη συνέντευξη τύπου στις 8 Φλεβάρη στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, http:// syrizaedyap.wordpress.com

31. Κείμενο που παρουσίασε ο Α. Αλαβάνος στην συνέντευξη τύπου στις 8 Φλεβάρη στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ , http:// syrizaedyap.wordpress.com

32. Π. Λαφαζάνης «Πλαστά διλήμματα και πραγματικές προκλήσεις» , εφημερίδα «Η Αυγή της Κυριακής», 24 Γενάρη 2010.

33. «Απόφαση του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο», «16ο Συνέδριο ΚΚΕ, Ντοκουμέντα», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, 2001, σελ. 90.

34. «Απόφαση του 17ου Συνεδρίου του ΚΚΕ», «17ο Συνέδριο ΚΚΕ, Ντοκουμέντα», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, 2005, σελ. 90.

35. «Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ», «18ο Συνέδριο ΚΚΕ, Ντοκουμέντα», έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, 2009, σελ. 94.