Ο Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καλλιέργησε το έδαφος των επαναστατικών συνθηκών στη Ρωσία που αρχικά οδήγησε στην ανατροπή του τσάρου (Φλεβάρης του 1917) και στη συνέχεια, σε σύγκρουση όχι μόνο με την αστική Προσωρινή Κυβέρνηση, αλλά και με μικροαστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις μέσα στα Σοβιέτ, στην επιτυχή διεξαγωγή της Σοσιαλιστικής Επανάστασης του Οκτώβρη.
Η καταρχήν νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης δεν προκάλεσε στον Λένιν, το θεωρητικό και πολιτικό ηγέτη της, τη βεβαιότητα ότι η σοσιαλιστική οικοδόμηση θα σταθεροποιούνταν στη Ρωσία, αν δεν ακολουθούσε νικηφόρα επανάσταση στη Γερμανία.
Όμως στη Γερμανία δεν υπήρξαν ανάλογες θετικές εξελίξεις. Οι εργατικές επαναστατικές εξεγέρσεις (με πιο χαρακτηριστικές το 1918 και το 1919) δεν είχαν νικηφόρα έκβαση, κυρίως για λόγους αδυναμίας ανάλογης επαναστατικής προετοιμασίας του υποκειμενικού παράγοντα. Και άλλες επαναστατικές εξεγέρσεις, π.χ. στη Φινλανδία, στην Ουγγαρία, δεν είχαν νικηφόρα έκβαση. Έτσι, η Σοβιετική Ένωση έμεινε το μόνο σοσιαλιστικό κράτος στο οποίο η εξωτερική (ιμπεριαλιστική) επίθεση/αντεπανάσταση τροφοδότησε κι ενίσχυσε τις εσωτερικές αντεπαναστατικές δυνάμεις και ενέργειες για δύο περίπου χρόνια.
Στη συνέχεια, σε περίοδο ήττας των αντεπαναστατικών δυνάμεων και σχετικής ειρήνευσης με τα καπιταλιστικά κράτη (όχι μόνο της Γερμανίας αλλά και της Αντάντ), η ΕΣΣΔ προχώρησε σε μια σειρά τακτικές διπλωματικές κινήσεις με κύριο στόχο την επιβίωση –ορισμένες ήδη με τον Λένιν στην ηγεσία του Κόμματος. Τέτοιες ήταν η συμμετοχή στο Συνέδριο της Γένοβα, η Συνθήκη του Ράπαλο με τη Γερμανία, η οποία βίωνε τις επιπτώσεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών, η προσπάθεια προσέγγισης της Κίνας και του ηγέτη του Κουμιτάνγκ Σουν Γιατ Σεν (του οποίου το όνομα δόθηκε σε πανεπιστήμιο στη Μόσχα το 1925), αλλά και άλλων «αντιιμπεριαλιστικών αντιαποικιακών δυνάμεων» –μη κομμουνιστικών– σε μια σειρά χώρες, όπως η Ινδία, η Περσία, το Αφγανιστάν, η Ν. Αφρική κλπ.
Αλλά και η επιλογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ)1 μετά από τη λήξη της ιμπεριαλιστικής επέμβασης και την ήττα των αντεπαναστατικών κινήσεων αποτελούσε μια προσωρινή προσαρμογή της σοσιαλιστικής εξουσίας και οικοδόμησης σ’ έναν αποκλειστικά καπιταλιστικό περίγυρο. Αλληλένδετη ήταν και η μετέπειτα όξυνση της ταξικής πάλης στην ΕΣΣΔ, στην προσπάθεια της εκβιομηχάνισης και της κολεκτιβοποίησης, της απομόνωσης των κουλάκων.
Η επιβίωση του πρώτου και τότε ακόμα μοναδικού σοσιαλιστικού κράτους, της Σοβιετικής Ένωσης, οπωσδήποτε χρειαζόταν αφενός τη διεθνή εργατική αλληλεγγύη, αφετέρου μια σχετικά μη επιθετική στάση καπιταλιστικών κρατών και τουλάχιστον ανοιχτών σε ορισμένες εμπορικές και διπλωματικές σχέσεις. Αυτές οι δεύτερες, ως ένα βαθμό, προέκυπταν και ως αποτέλεσμα επιλογών σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, σε συνθήκες που τα παλιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είχαν αστικοποιηθεί, ενσωματωθεί στα καπιταλιστικά κράτη.
Έτσι, όλη η πορεία της ΚΔ κατά τη δεκαετία του 1920, μέχρι την εκδήλωση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης (1929), σφραγίζεται από αυτήν τη συνθετότητα του συσχετισμού δυνάμεων: Ένα μόνο σοσιαλιστικό κράτος, ήττα επαναστατικών εργατικών εξεγέρσεων σε ευρωπαϊκά κράτη (Γερμανία, Ουγγαρία, Αυστρία), αδύναμα κομμουνιστικά κόμματα ή άλλα στους κόλπους των οποίων υπάρχουν δυνάμεις που δεν έχουν ξεκόψει από τη σοσιαλδημοκρατία. Ταυτόχρονα, σε πολλές περιπτώσεις τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ελέγχουν το συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα, ενώ με την άμεση ή έμμεση διαμεσολάβηση σοσιαλδημοκρατών προωθούνται εμπορικές σχέσεις καπιταλιστικών κρατών με τη Σοβιετική Ένωση.
Σ’ αυτό το έδαφος και η ΚΔ διαμορφώνει γραμμή για «ενιαίο εργατικό μέτωπο» και ανοίγει το δρόμο της συνεργασίας κομμουνιστών-σοσιαλδημοκρατών αρχικά «από τα κάτω», στη συνέχεια κι «από τα πάνω», καθώς και με αστικές δημοκρατικές δυνάμεις, όταν αναρριχάται ο φασισμός-ναζισμός στην Ιταλία και στη Γερμανία στη δεκαετία του 1930.
Όσο ωρίμαζε η πιθανότητα νέου πολέμου, και με δεδομένο ότι η ΕΣΣΔ θα ήταν και πάλι στόχος των αντιτιθέμενων ιμπεριαλιστικών συνασπισμών, τόσο αυξανόταν η πίεση, τόσο γινόταν προσπάθεια να περιοριστούν και να απομονωθούν οι εσωτερικοί αντίπαλοι (π.χ. αντιμετώπιση δυνάμεων της αντεπανάστασης και δολιοφθοράς), αλλά ταυτόχρονα δυνάμωναν και οι αντιφάσεις: Υιοθέτηση του Συντάγματος του 1936 που επέκτεινε το εκλογικό δικαίωμα και σε δυνάμεις αστικής καταγωγής ή αναφοράς, αλλά κυρίως άλλαζε την εκλογική βάση από εργασιακή σε εδαφική, τακτικές κινήσεις προς καπιταλιστικές κυβερνήσεις από μέρους της ΕΣΣΔ.
Οι παραπάνω εκτιμήσεις είναι συλλογικά υιοθετημένες από το ΚΚΕ και αναλυτικά παρουσιάζονται σε συνεδριακό κείμενο (18ο Συνέδριο) και ακόμα εκτενέστερα στο τετράτομο Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ (1918-1949), που έχει συζητηθεί κι εγκριθεί από Πανελλαδική Συνδιάσκεψη.
Η σύντομη υπενθύμισή τους γίνεται προκειμένου καλύτερα να κατανοηθεί το έδαφος, ο παγκόσμιος συσχετισμός δυνάμεων όταν κυοφορείται ο Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος. Σήμερα γίνεται φανερό ότι χρειάζεται μεγαλύτερη και σε βάθος διερεύνηση στο ζήτημα της πρόβλεψης εκ μέρους του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης και γενικότερα της ΚΔ για όξυνση της ταξικής πάλης, για διαμόρφωση επαναστατικών συνθηκών σε ποια χώρα ή ομάδα χωρών, σε ποια ήπειρο, μετά από τη διεθνή καπιταλιστική οικονομική κρίση του 1929-1931, τη νέα κρίση του 1937. Διαφαίνεται ο προσανατολισμός ν’ αφορά –πιο έντονα μετά από το Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο– χώρες ημιαποικιακές, αποικιακές, πολιτικά εξαρτημένες, κυρίως της Ασίας και όχι της Ευρώπης.
Ωστόσο, ο Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι γέννημα και συνέχεια του Α´ και σε μεγάλη έκταση εξελίσσεται στο ευρωπαϊκό έδαφος. Αν και οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι έγιναν από καπιταλιστικά κράτη προκειμένου να ξαναμοιράσουν τις αγορές, τις αποικίες και ημιαποικίες, στο Β´ εμπλέκεται και το μοναδικό υπάρχον σοσιαλιστικό κράτος. Εμπλέκεται ως άμεσος στόχος επίθεσης εκ μέρους του φασιστικού Άξονα, στόχος που δεν αναχαιτίζεται από το άλλο μπλοκ των καπιταλιστικών κρατών. Αντίθετα, το δεύτερο μπλοκ προσδοκούσε μια τέτοια επίθεση του πρώτου, που αφενός θα χτυπούσε τη Σοβιετική Ένωση, αφετέρου θ’ αποδυνάμωνε τη Γερμανία και θ’ ακύρωνε τις προς το πρώτο βλέψεις της. Αυτό έκφραζε και το ότι το Ην. Βασίλειο και η Γαλλία προχώρησαν στο Σύμφωνο του Μονάχου με τη Γερμανία και την Ιταλία το Σεπτέμβρη του 1938, αλλά και άλλα γεγονότα, όπως η συνειδητή καθυστέρηση (για 9 μήνες) του ανοίγματος του Δυτικού Μετώπου, με την απόβαση στη Νορμανδία.
Ως απάντηση στο Σύμφωνο του Μονάχου ήρθε μετά από ένα χρόνο η Συμφωνία Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ (Αύγουστος του 1939). Μετά από την επίθεση του φασιστικού Άξονα στη Γαλλία, τους βομβαρδισμούς στη Βρετανία, αλλά και την επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, επήλθε η συμφωνία ΕΣΣΔ - ΗΠΑ - Ην. Βασιλείου, αλλά και η απόφαση διάλυσης της ΚΔ με σκεπτικό προβληματικό, που αντικειμενικά καλλιεργούσε την αποσύνδεση του απελευθερωτικού-αντιφασιστικού ένοπλου αγώνα από την πάλη για την κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας.
Βέβαια, τελικά η Σοβιετική Ένωση έδωσε το αποφασιστικό χτύπημα στις δυνάμεις του φασιστικού Άξονα. Οι μάχες στο Στάλινγκραντ ήταν το σημείο αναφοράς στην έκβαση του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου ακόμα και από μη κομμουνιστικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από το βαθμό ταξικής πολιτικής συνειδητοποίησής τους. Στη συνέχεια, η απελευθέρωση από τον Κόκκινο Στρατό χωρών κατεχόμενων από τις δυνάμεις του Άξονα πολιτικά ενίσχυσε τις εγχώριες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις.
Δηλαδή, πλησιάζοντας προς το τέλος του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου, ήδη από το φθινόπωρο του 1944 υπάρχει μια σημαντική αλλαγή στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων: Το ένα μπλοκ του διασπασμένου διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος έχει σχεδόν ηττηθεί, η Σοβιετική Ένωση δεν είναι απομονωμένη κι έχει μεγάλη απήχηση τουλάχιστον στη διεθνή εργατική τάξη, ενώ το άλλο μπλοκ των καπιταλιστικών κρατών, με αιχμή του δόρατος ΗΠΑ - Ην. Βασίλειο, εμφανίζεται ως «δημοκρατικό»-σύμμαχο της ΕΣΣΔ, αλλά μεθοδικά εργάζεται για τη νέα αποδυνάμωσή της.
Σε αυτές τις νέες συνθήκες, η Σοβιετική Ένωση επιδίωξε ένα νέο, ευνοϊκότερο συσχετισμό δυνάμεων, κυρίως προς τα δυτικά σύνορά της.
Έτσι, οι συζητήσεις-διαπραγματεύσεις μεταξύ των ταξικά διαφορετικών σύμμαχων κρατών (ΕΣΣΔ - ΗΠΑ - Ην. Βασίλειο) δεν αφορούσαν μόνο την αντιμετώπιση των εχθρικών δυνάμεων, αλλά και την προοπτική ανακωχής με τις εμπόλεμες δυνάμεις (ποιες δυνάμεις των κρατών του Άξονα θα υπέγραφαν τις συμφωνίες, με τι όρους κλπ.). Εκ των πραγμάτων η Αντιφασιστική Συμμαχία άγγιζε και το μεταπολεμικό πολιτικό καθεστώς αυτών των χωρών.
Το βέβαιο είναι ότι η ταξική πάλη διέτρεχε την αντιπαράθεση μεταξύ της ΕΣΣΔ και των καπιταλιστικών κρατών ΗΠΑ και Ην. Βασιλείου και κατά τις διαπραγματεύσεις. Η Σοβιετική Ένωση ενδιαφερόταν οι γειτονικές της χώρες να μπουν σε διαδικασία μιας πιο σταθερής συμμαχίας μαζί της στην κατεύθυνση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ενώ οι ΗΠΑ και το Ην. Βασίλειο ενδιαφέρονταν να εξασφαλίσουν την καπιταλιστική κυριαρχία στην Ευρώπη, σε όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες, οπωσδήποτε στη Μεσόγειο, στα Βαλκάνια και ειδικότερα στην Ελλάδα.
Όπως αποδεικνύουν όλα τα μετέπειτα στοιχεία, προερχόμενα από αρχεία καπιταλιστικών κρατών, αλλά και της ΕΣΣΔ, οι ηγεσίες και οι υπηρεσίες των «συμμάχων» καπιταλιστικών κρατών, ήδη μεσούντος του πολέμου, εργάζονταν πυρετωδώς για την «επόμενη μέρα» με καθαρό ταξικό προσανατολισμό, την ισχυροποίηση του καπιταλισμού. Αυτό αφορούσε και τις στοχεύσεις τους για την ΕΣΣΔ, με σχέδια και πρακτικές διάβρωσης του σοσιαλισμού από τα μέσα, αξιοποιώντας την προσέγγιση της ΕΣΣΔ, μέσω των πολυποίκιλων διπλωματικών, στρατιωτικών, οικονομικών αντιπροσωπιών και μηχανισμών τους. Ταυτόχρονα, έθεταν τα θεμέλια νέων ιμπεριαλιστικών ενώσεων, οικονομικοπολιτικών (Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ), διακρατικών ενώσεων, όπως ΟΟΣΑ, ΟΗΕ, μέσω των οποίων θα εγκλώβιζαν τη σοβιετική εξωτερική πολιτική, ταξικά θα την απονεύρωναν. Επίσης, προετοιμάζονταν και για νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους με νέα όπλα, όπως η ατομική βόμβα, την οποία άλλωστε δοκίμασαν στην Ιαπωνία χωρίς να υπάρχει στρατιωτικός επιχειρησιακός λόγος, μόνο ως απειλή προς την ΕΣΣΔ. Αλλά και μετά από τη λήξη του πολέμου, γρήγορα πέρασαν σε πιο φανερές επιθετικές ενέργειες, π.χ. το Δόγμα Τρούμαν που ουσιαστικά σηματοδοτούσε τον «Ψυχρό Πόλεμο», το Σχέδιο Μάρσαλ για την καπιταλιστική οικονομική ανόρθωση της Ευρώπης και ειδικότερα της ΟΔΓ, ενώ στη συνέχεια ιδρύθηκε η στρατιωτικοπολιτική συμμαχία του ΝΑΤΟ. Εκμεταλλεύτηκαν τη σύγχυση ή και τον πλήρη αποπροσανατολισμό που δημιουργούσε η Αντιφασιστική Συμμαχία στη στρατηγική του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, σε δεκάδες ΚΚ των χωρών που με τον έναν ή άλλο τρόπο γνώρισαν τον πόλεμο (Ελλάδα, Ιταλία, Γαλλία, Βέλγιο, Αυστρία κλπ.), κέρδισαν χρόνο, κυρίως στην κρίσιμη για την αποσταθεροποίηση της αστικής εξουσίας περίοδο 1944-1945.
Όμως και ο οπορτουνιστικός εγκλωβισμός του κομμουνιστικού κινήματος σε κράτη όπως οι ΗΠΑ και το Ην. Βασίλειο έγινε αιτία το κομμουνιστικό κίνημα να στερηθεί την αναγκαία προλεταριακή διεθνιστική αλληλεγγύη σε κράτη με συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, όπως στην Ελλάδα και την Ιταλία. Αντίθετα, τα ΚΚ των ΗΠΑ, του Ην. Βασιλείου, της Γαλλίας έγιναν φορείς καλλιέργειας της καταστροφικής για το εργατικό κίνημα αντίληψης περί στήριξης δημοκρατικών αντιφασιστικών ή αντιμονοπωλιακών αστικών κυβερνήσεων.
Το βέβαιο είναι ότι το επαναστατικό εργατικό κίνημα βρέθηκε χωρίς επαναστατική στρατηγική κατά την έκβαση και λήξη του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου. Σε αυτό συνέβαλε και η ιδεολογικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ, ακόμη και των τακτικών ελιγμών της, για την οποία ευθύνεται και το ίδιο το ΚΚΣΕ.
Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι κάποιες από τις διαπραγματευτικές θέσεις της ΕΣΣΔ για την «επόμενη» μεταπολεμική μέρα δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική δυναμική των εξελίξεων, με αποτέλεσμα να μπορούμε πλέον να εκτιμήσουμε ότι δεν ευνοούσαν την ενίσχυση της σοσιαλιστικής προοπτικής, τόσο στην ίδια την ΕΣΣΔ όσο και σε άλλες χώρες. Τέτοιες προτάσεις ήταν, π.χ., «η καταρχήν αποδοχή της αναγκαιότητας διαμελισμού της Γερμανίας» (Φλεβάρης του 1945)2, η καταρχήν αποδοχή στη διαμεσολάβηση για συνεργασία μεταξύ των πρώτων μεταφασιστικών ή μετακατοχικών κυβερνήσεων και των εξόριστων αστικών πολιτικών δυνάμεων (π.χ. της Πολωνίας, της Γιουγκοσλαβίας), η διαπραγμάτευση για κοινό (μεταξύ Ην. Βασιλείου, ΗΠΑ, ΕΣΣΔ) έλεγχο των μεταπολεμικών πολιτικών εξελίξεων στις ηττημένες χώρες του φασιστικού Άξονα (π.χ. Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Ιταλία) ή και σε χώρες που είχαν υποστεί τη φασιστική κατοχή, όπως η Ελλάδα, η Γιουγκοσλαβία.