Συμπεράσματα για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό


του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ

Με αφορμή τα 75 χρόνια από τη λήξη του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου

 

Η διερεύνηση της πορείας της ταξικής πάλης για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού κατά τον 20ό αιώνα είναι μια μεγάλη πρόκληση για το κομμουνιστικό κίνημα. Ταυτόχρονα είναι και υποχρέωσή του, προϋπόθεση για την ιδεολογική-πολιτική, σε αρκετές χώρες και οργανωτική, ανασύνταξή του, γενικότερα την ισχυροποίησή του, για το κέρδισμα πρωτοπόρων μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων, μαθητών-φοιτητών, για την επίδραση και προσέλκυση ό,τι πιο πρωτοπόρου διαμορφώνεται στους τομείς των επιστημών και των τεχνών. Είναι προϋπόθεση για την προετοιμασία ώστε σε επαναστατικές συνθήκες και να γίνει αποφασιστικά και να σταθεροποιηθεί η νέα επαναστατική έφοδος για την κομμουνιστική κοινωνία.

Η πείρα των επαναστατικών εξεγέρσεων στη διάρκεια του 20ού αιώνα δεν έχει ακόμη ολοκληρωτικά αποκαλυφθεί στις δυνατότητες και στις αδυναμίες ή στις δυσκολίες της. Δε θεωρούμε ότι είναι και εύκολη υπόθεση, παρόλο που το ΚΚΕ, άλλα ΚΚ, είναι προσανατολισμένα σε αυτήν την προσπάθεια. Δεν είναι τυχαίο ότι ανάλογες ιστορικές εποχές, πυκνές σε γεγονότα-σταθμούς και συνθετότητα κοινωνικών εξελίξεων –όπως η εποχή περάσματος από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό ή και πιο πίσω, από τη δουλοκτητική κυριαρχία στη φεουδαρχία– ακόμα διερευνώνται, αποκαλύπτονται κι ερμηνεύονται σημαντικά δεδομένα και διεργασίες που οδήγησαν σε ποιοτικές μεταβολές.

Η εποχή που σηματοδοτούνταν από την έναρξη του Α´ Παγκόσμιου Πολέμου (1914) ή από τη νίκη της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία (1917) εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τον Λένιν ως «εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό», για την επαναστατική ανατροπή του «ιμπεριαλισμού, ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού». Όμως οι εξελίξεις της ταξικής πάλης σε όλο τον 20ό αιώνα αποδείχτηκαν πιο σύνθετες απ’ όσο τροχιοδεικτούσαν αναμφισβήτητα περίλαμπρες νίκες, όπως της Οκτωβριανής Επανάστασης, της κατατρόπωσης των φασιστικών στρατευμάτων στο Στάλινγκραντ (1943), το μεταπολεμικό πέρασμα 8 χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, της Κινεζικής Επανάστασης (1949), της Κουβανικής (1959), της ήττας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στο Βιετνάμ (1975). Όμως η εκτεταμένη αντεπανάσταση και καπιταλιστικοποίηση προς το τέλος του αιώνα δεν ήταν ανάλογα προβλέψιμη.

Η 75η επέτειος από την αποφασιστικής σημασίας προέλαση του Κόκκινου Στρατού στο Βερολίνο είναι μια ευκαιρία για τη διατύπωση ορισμένων γενικότερων προβληματισμών στο πλαίσιο των μέχρι σήμερα κατακτημένων συλλογικών μας θέσεων.

 

ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ Α´ ΣΤΟ Β´ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

Ο Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καλλιέργησε το έδαφος των επαναστατικών συνθηκών στη Ρωσία που αρχικά οδήγησε στην ανατροπή του τσάρου (Φλεβάρης του 1917) και στη συνέχεια, σε σύγκρουση όχι μόνο με την αστική Προσωρινή Κυβέρνηση, αλλά και με μικροαστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις μέσα στα Σοβιέτ, στην επιτυχή διεξαγωγή της Σοσιαλιστικής Επανάστασης του Οκτώβρη.

Η καταρχήν νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης δεν προκάλεσε στον Λένιν, το θεωρητικό και πολιτικό ηγέτη της, τη βεβαιότητα ότι η σοσιαλιστική οικοδόμηση θα σταθεροποιούνταν στη Ρωσία, αν δεν ακολουθούσε νικηφόρα επανάσταση στη Γερμανία.

Όμως στη Γερμανία δεν υπήρξαν ανάλογες θετικές εξελίξεις. Οι εργατικές επαναστατικές εξεγέρσεις (με πιο χαρακτηριστικές το 1918 και το 1919) δεν είχαν νικηφόρα έκβαση, κυρίως για λόγους αδυναμίας ανάλογης επαναστατικής προετοιμασίας του υποκειμενικού παράγοντα. Και άλλες επαναστατικές εξεγέρσεις, π.χ. στη Φινλανδία, στην Ουγγαρία, δεν είχαν νικηφόρα έκβαση. Έτσι, η Σοβιετική Ένωση έμεινε το μόνο σοσιαλιστικό κράτος στο οποίο η εξωτερική (ιμπεριαλιστική) επίθεση/αντεπανάσταση τροφοδότησε κι ενίσχυσε τις εσωτερικές αντεπαναστατικές δυνάμεις και ενέργειες για δύο περίπου χρόνια.

Στη συνέχεια, σε περίοδο ήττας των αντεπαναστατικών δυνάμεων και σχετικής ειρήνευσης με τα καπιταλιστικά κράτη (όχι μόνο της Γερμανίας αλλά και της Αντάντ), η ΕΣΣΔ προχώρησε σε μια σειρά τακτικές διπλωματικές κινήσεις με κύριο στόχο την επιβίωση –ορισμένες ήδη με τον Λένιν στην ηγεσία του Κόμματος. Τέτοιες ήταν η συμμετοχή στο Συνέδριο της Γένοβα, η Συνθήκη του Ράπαλο με τη Γερμανία, η οποία βίωνε τις επιπτώσεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών, η προσπάθεια προσέγγισης της Κίνας και του ηγέτη του Κουμιτάνγκ Σουν Γιατ Σεν (του οποίου το όνομα δόθηκε σε πανεπιστήμιο στη Μόσχα το 1925), αλλά και άλλων «αντιιμπεριαλιστικών αντιαποικιακών δυνάμεων» –μη κομμουνιστικών– σε μια σειρά χώρες, όπως η Ινδία, η Περσία, το Αφγανιστάν, η Ν. Αφρική κλπ.

Αλλά και η επιλογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ)1 μετά από τη λήξη της ιμπεριαλιστικής επέμβασης και την ήττα των αντεπαναστατικών κινήσεων αποτελούσε μια προσωρινή προσαρμογή της σοσιαλιστικής εξουσίας και οικοδόμησης σ’ έναν αποκλειστικά καπιταλιστικό περίγυρο. Αλληλένδετη ήταν και η μετέπειτα όξυνση της ταξικής πάλης στην ΕΣΣΔ, στην προσπάθεια της εκβιομηχάνισης και της κολεκτιβοποίησης, της απομόνωσης των κουλάκων.

Η επιβίωση του πρώτου και τότε ακόμα μοναδικού σοσιαλιστικού κράτους, της Σοβιετικής Ένωσης, οπωσδήποτε χρειαζόταν αφενός τη διεθνή εργατική αλληλεγγύη, αφετέρου μια σχετικά μη επιθετική στάση καπιταλιστικών κρατών και τουλάχιστον ανοιχτών σε ορισμένες εμπορικές και διπλωματικές σχέσεις. Αυτές οι δεύτερες, ως ένα βαθμό, προέκυπταν και ως αποτέλεσμα επιλογών σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, σε συνθήκες που τα παλιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είχαν αστικοποιηθεί, ενσωματωθεί στα καπιταλιστικά κράτη.

Έτσι, όλη η πορεία της ΚΔ κατά τη δεκαετία του 1920, μέχρι την εκδήλωση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης (1929), σφραγίζεται από αυτήν τη συνθετότητα του συσχετισμού δυνάμεων: Ένα μόνο σοσιαλιστικό κράτος, ήττα επαναστατικών εργατικών εξεγέρσεων σε ευρωπαϊκά κράτη (Γερμανία, Ουγγαρία, Αυστρία), αδύναμα κομμουνιστικά κόμματα ή άλλα στους κόλπους των οποίων υπάρχουν δυνάμεις που δεν έχουν ξεκόψει από τη σοσιαλδημοκρατία. Ταυτόχρονα, σε πολλές περιπτώσεις τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ελέγχουν το συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα, ενώ με την άμεση ή έμμεση διαμεσολάβηση σοσιαλδημοκρατών προωθούνται εμπορικές σχέσεις καπιταλιστικών κρατών με τη Σοβιετική Ένωση.

Σ’ αυτό το έδαφος και η ΚΔ διαμορφώνει γραμμή για «ενιαίο εργατικό μέτωπο» και ανοίγει το δρόμο της συνεργασίας κομμουνιστών-σοσιαλδημοκρατών αρχικά «από τα κάτω», στη συνέχεια κι «από τα πάνω», καθώς και με αστικές δημοκρατικές δυνάμεις, όταν αναρριχάται ο φασισμός-ναζισμός στην Ιταλία και στη Γερμανία στη δεκαετία του 1930.

Όσο ωρίμαζε η πιθανότητα νέου πολέμου, και με δεδομένο ότι η ΕΣΣΔ θα ήταν και πάλι στόχος των αντιτιθέμενων ιμπεριαλιστικών συνασπισμών, τόσο αυξανόταν η πίεση, τόσο γινόταν προσπάθεια να περιοριστούν και να απομονωθούν οι εσωτερικοί αντίπαλοι (π.χ. αντιμετώπιση δυνάμεων της αντεπανάστασης και δολιοφθοράς), αλλά ταυτόχρονα δυνάμωναν και οι αντιφάσεις: Υιοθέτηση του Συντάγματος του 1936 που επέκτεινε το εκλογικό δικαίωμα και σε δυνάμεις αστικής καταγωγής ή αναφοράς, αλλά κυρίως άλλαζε την εκλογική βάση από εργασιακή σε εδαφική, τακτικές κινήσεις προς καπιταλιστικές κυβερνήσεις από μέρους της ΕΣΣΔ.

Οι παραπάνω εκτιμήσεις είναι συλλογικά υιοθετημένες από το ΚΚΕ και αναλυτικά παρουσιάζονται σε συνεδριακό κείμενο (18ο Συνέδριο) και ακόμα εκτενέστερα στο τετράτομο Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ (1918-1949), που έχει συζητηθεί κι εγκριθεί από Πανελλαδική Συνδιάσκεψη.

Η σύντομη υπενθύμισή τους γίνεται προκειμένου καλύτερα να κατανοηθεί το έδαφος, ο παγκόσμιος συσχετισμός δυνάμεων όταν κυοφορείται ο Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος. Σήμερα γίνεται φανερό ότι χρειάζεται μεγαλύτερη και σε βάθος διερεύνηση στο ζήτημα της πρόβλεψης εκ μέρους του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης και γενικότερα της ΚΔ για όξυνση της ταξικής πάλης, για διαμόρφωση επαναστατικών συνθηκών σε ποια χώρα ή ομάδα χωρών, σε ποια ήπειρο, μετά από τη διεθνή καπιταλιστική οικονομική κρίση του 1929-1931, τη νέα κρίση του 1937. Διαφαίνεται ο προσανατολισμός ν’ αφορά –πιο έντονα μετά από το Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο– χώρες ημιαποικιακές, αποικιακές, πολιτικά εξαρτημένες, κυρίως της Ασίας και όχι της Ευρώπης.

Ωστόσο, ο Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι γέννημα και συνέχεια του Α´ και σε μεγάλη έκταση εξελίσσεται στο ευρωπαϊκό έδαφος. Αν και οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι έγιναν από καπιταλιστικά κράτη προκειμένου να ξαναμοιράσουν τις αγορές, τις αποικίες και ημιαποικίες, στο Β´ εμπλέκεται και το μοναδικό υπάρχον σοσιαλιστικό κράτος. Εμπλέκεται ως άμεσος στόχος επίθεσης εκ μέρους του φασιστικού Άξονα, στόχος που δεν αναχαιτίζεται από το άλλο μπλοκ των καπιταλιστικών κρατών. Αντίθετα, το δεύτερο μπλοκ προσδοκούσε μια τέτοια επίθεση του πρώτου, που αφενός θα χτυπούσε τη Σοβιετική Ένωση, αφετέρου θ’ αποδυνάμωνε τη Γερμανία και θ’ ακύρωνε τις προς το πρώτο βλέψεις της. Αυτό έκφραζε και το ότι το Ην. Βασίλειο και η Γαλλία προχώρησαν στο Σύμφωνο του Μονάχου με τη Γερμανία και την Ιταλία το Σεπτέμβρη του 1938, αλλά και άλλα γεγονότα, όπως η συνειδητή καθυστέρηση (για 9 μήνες) του ανοίγματος του Δυτικού Μετώπου, με την απόβαση στη Νορμανδία.

Ως απάντηση στο Σύμφωνο του Μονάχου ήρθε μετά από ένα χρόνο η Συμφωνία Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ (Αύγουστος του 1939). Μετά από την επίθεση του φασιστικού Άξονα στη Γαλλία, τους βομβαρδισμούς στη Βρετανία, αλλά και την επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, επήλθε η συμφωνία ΕΣΣΔ - ΗΠΑ - Ην. Βασιλείου, αλλά και η απόφαση διάλυσης της ΚΔ με σκεπτικό προβληματικό, που αντικειμενικά καλλιεργούσε την αποσύνδεση του απελευθερωτικού-αντιφασιστικού ένοπλου αγώνα από την πάλη για την κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας.

Βέβαια, τελικά η Σοβιετική Ένωση έδωσε το αποφασιστικό χτύπημα στις δυνάμεις του φασιστικού Άξονα. Οι μάχες στο Στάλινγκραντ ήταν το σημείο αναφοράς στην έκβαση του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου ακόμα και από μη κομμουνιστικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από το βαθμό ταξικής πολιτικής συνειδητοποίησής τους. Στη συνέχεια, η απελευθέρωση από τον Κόκκινο Στρατό χωρών κατεχόμενων από τις δυνάμεις του Άξονα πολιτικά ενίσχυσε τις εγχώριες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις.

Δηλαδή, πλησιάζοντας προς το τέλος του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου, ήδη από το φθινόπωρο του 1944 υπάρχει μια σημαντική αλλαγή στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων: Το ένα μπλοκ του διασπασμένου διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος έχει σχεδόν ηττηθεί, η Σοβιετική Ένωση δεν είναι απομονωμένη κι έχει μεγάλη απήχηση τουλάχιστον στη διεθνή εργατική τάξη, ενώ το άλλο μπλοκ των καπιταλιστικών κρατών, με αιχμή του δόρατος ΗΠΑ - Ην. Βασίλειο, εμφανίζεται ως «δημοκρατικό»-σύμμαχο της ΕΣΣΔ, αλλά μεθοδικά εργάζεται για τη νέα αποδυνάμωσή της.

Σε αυτές τις νέες συνθήκες, η Σοβιετική Ένωση επιδίωξε ένα νέο, ευνοϊκότερο συσχετισμό δυνάμεων, κυρίως προς τα δυτικά σύνορά της.

Έτσι, οι συζητήσεις-διαπραγματεύσεις μεταξύ των ταξικά διαφορετικών σύμμαχων κρατών (ΕΣΣΔ - ΗΠΑ - Ην. Βασίλειο) δεν αφορούσαν μόνο την αντιμετώπιση των εχθρικών δυνάμεων, αλλά και την προοπτική ανακωχής με τις εμπόλεμες δυνάμεις (ποιες δυνάμεις των κρατών του Άξονα θα υπέγραφαν τις συμφωνίες, με τι όρους κλπ.). Εκ των πραγμάτων η Αντιφασιστική Συμμαχία άγγιζε και το μεταπολεμικό πολιτικό καθεστώς αυτών των χωρών.

Το βέβαιο είναι ότι η ταξική πάλη διέτρεχε την αντιπαράθεση μεταξύ της ΕΣΣΔ και των καπιταλιστικών κρατών ΗΠΑ και Ην. Βασιλείου και κατά τις διαπραγματεύσεις. Η Σοβιετική Ένωση ενδιαφερόταν οι γειτονικές της χώρες να μπουν σε διαδικασία μιας πιο σταθερής συμμαχίας μαζί της στην κατεύθυνση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ενώ οι ΗΠΑ και το Ην. Βασίλειο ενδιαφέρονταν να εξασφαλίσουν την καπιταλιστική κυριαρχία στην Ευρώπη, σε όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες, οπωσδήποτε στη Μεσόγειο, στα Βαλκάνια και ειδικότερα στην Ελλάδα.

Όπως αποδεικνύουν όλα τα μετέπειτα στοιχεία, προερχόμενα από αρχεία καπιταλιστικών κρατών, αλλά και της ΕΣΣΔ, οι ηγεσίες και οι υπηρεσίες των «συμμάχων» καπιταλιστικών κρατών, ήδη μεσούντος του πολέμου, εργάζονταν πυρετωδώς για την «επόμενη μέρα» με καθαρό ταξικό προσανατολισμό, την ισχυροποίηση του καπιταλισμού. Αυτό αφορούσε και τις στοχεύσεις τους για την ΕΣΣΔ, με σχέδια και πρακτικές διάβρωσης του σοσιαλισμού από τα μέσα, αξιοποιώντας την προσέγγιση της ΕΣΣΔ, μέσω των πολυποίκιλων διπλωματικών, στρατιωτικών, οικονομικών αντιπροσωπιών και μηχανισμών τους. Ταυτόχρονα, έθεταν τα θεμέλια νέων ιμπεριαλιστικών ενώσεων, οικονομικοπολιτικών (Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ), διακρατικών ενώσεων, όπως ΟΟΣΑ, ΟΗΕ, μέσω των οποίων θα εγκλώβιζαν τη σοβιετική εξωτερική πολιτική, ταξικά θα την απονεύρωναν. Επίσης, προετοιμάζονταν και για νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους με νέα όπλα, όπως η ατομική βόμβα, την οποία άλλωστε δοκίμασαν στην Ιαπωνία χωρίς να υπάρχει στρατιωτικός επιχειρησιακός λόγος, μόνο ως απειλή προς την ΕΣΣΔ. Αλλά και μετά από τη λήξη του πολέμου, γρήγορα πέρασαν σε πιο φανερές επιθετικές ενέργειες, π.χ. το Δόγμα Τρούμαν που ουσιαστικά σηματοδοτούσε τον «Ψυχρό Πόλεμο», το Σχέδιο Μάρσαλ για την καπιταλιστική οικονομική ανόρθωση της Ευρώπης και ειδικότερα της ΟΔΓ, ενώ στη συνέχεια ιδρύθηκε η στρατιωτικοπολιτική συμμαχία του ΝΑΤΟ. Εκμεταλλεύτηκαν τη σύγχυση ή και τον πλήρη αποπροσανατολισμό που δημιουργούσε η Αντιφασιστική Συμμαχία στη στρατηγική του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, σε δεκάδες ΚΚ των χωρών που με τον έναν ή άλλο τρόπο γνώρισαν τον πόλεμο (Ελλάδα, Ιταλία, Γαλλία, Βέλγιο, Αυστρία κλπ.), κέρδισαν χρόνο, κυρίως στην κρίσιμη για την αποσταθεροποίηση της αστικής εξουσίας περίοδο 1944-1945.

Όμως και ο οπορτουνιστικός εγκλωβισμός του κομμουνιστικού κινήματος σε κράτη όπως οι ΗΠΑ και το Ην. Βασίλειο έγινε αιτία το κομμουνιστικό κίνημα να στερηθεί την αναγκαία προλεταριακή διεθνιστική αλληλεγγύη σε κράτη με συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, όπως στην Ελλάδα και την Ιταλία. Αντίθετα, τα ΚΚ των ΗΠΑ, του Ην. Βασιλείου, της Γαλλίας έγιναν φορείς καλλιέργειας της καταστροφικής για το εργατικό κίνημα αντίληψης περί στήριξης δημοκρατικών αντιφασιστικών ή αντιμονοπωλιακών αστικών κυβερνήσεων.

Το βέβαιο είναι ότι το επαναστατικό εργατικό κίνημα βρέθηκε χωρίς επαναστατική στρατηγική κατά την έκβαση και λήξη του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου. Σε αυτό συνέβαλε και η ιδεολογικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ, ακόμη και των τακτικών ελιγμών της, για την οποία ευθύνεται και το ίδιο το ΚΚΣΕ.

Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι κάποιες από τις διαπραγματευτικές θέσεις της ΕΣΣΔ για την «επόμενη» μεταπολεμική μέρα δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική δυναμική των εξελίξεων, με αποτέλεσμα να μπορούμε πλέον να εκτιμήσουμε ότι δεν ευνοούσαν την ενίσχυση της σοσιαλιστικής προοπτικής, τόσο στην ίδια την ΕΣΣΔ όσο και σε άλλες χώρες. Τέτοιες προτάσεις ήταν, π.χ., «η καταρχήν αποδοχή της αναγκαιότητας διαμελισμού της Γερμανίας» (Φλεβάρης του 1945)2, η καταρχήν αποδοχή στη διαμεσολάβηση για συνεργασία μεταξύ των πρώτων μεταφασιστικών ή μετακατοχικών κυβερνήσεων και των εξόριστων αστικών πολιτικών δυνάμεων (π.χ. της Πολωνίας, της Γιουγκοσλαβίας), η διαπραγμάτευση για κοινό (μεταξύ Ην. Βασιλείου, ΗΠΑ, ΕΣΣΔ) έλεγχο των μεταπολεμικών πολιτικών εξελίξεων στις ηττημένες χώρες του φασιστικού Άξονα (π.χ. Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Ιταλία) ή και σε χώρες που είχαν υποστεί τη φασιστική κατοχή, όπως η Ελλάδα, η Γιουγκοσλαβία.

 

Η ΔΙΟΛΙΣΘΗΣΗ ΣΤΗΝ «ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ»

Ένα καίριο ζήτημα είναι πώς μπορεί να καθορίζεται η εξωτερική πολιτική του εργατικού κράτους της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε συνθήκες μη ευνοϊκές, δηλαδή ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, με περίγυρο ισχυρών καπιταλιστικών κρατών. Αυτό το ζήτημα σήμερα πλέον οφείλουμε να το διερευνούμε με το ψυχρό μάτι ανάλυσης των τετελεσμένων, ώστε να γίνουμε πιο διεισδυτικοί, διαλεκτικοί, λιγότερο συναισθηματικοί, εξετάζοντας σύνθετα γεγονότα με συνυπολογισμό των ιστορικών στοιχείων.

Από την ΕΣΣΔ ακολουθήθηκε μια εξωτερική πολιτική απέναντι σε καπιταλιστικά κράτη που καθοριζόταν από τις τρέχουσες ανάγκες διάσωσής της από εξωτερικούς κι εσωτερικούς εχθρούς.

Αυτό περικλείει μια αντίφαση στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες: Ο ταξικός ιδεολογικός-πολιτικός σκοπός της διάσωσης της ΕΣΣΔ ως εργατικού κράτους επιβάλλει επιλογές εξωτερικής πολιτικής που εν μέρει δε συμβαδίζουν απόλυτα με το στοιχείο της διεθνούς διάστασης της ταξικής πάλης, π.χ. μια συμφωνία ανακωχής, μια εμπορική συμφωνία, διπλωματικές σχέσεις κλπ. Βέβαια, τέτοιες κινήσεις δεν πρέπει να συνεπάγονται και άμβλυνση της ταξικής πάλης στην καπιταλιστική χώρα με την οποία συναλλάσσεται ένα σοσιαλιστικό κράτος.

Τα ζητήματα αυτά απασχόλησαν τη σοβιετική εξουσία από την πρώτη στιγμή της επικράτησής της. Όπως αναφέραμε, έγιναν πιο σύνθετα στην πορεία μετά από την ήττα των επαναστάσεων του 1918-1923 στην Ευρώπη.

Όμως και γενικότερα, η ιστορία της πάλης, μεταξύ διαφορετικών κρατών του ίδιου ταξικού χαρακτήρα, έχει να επιδείξει τακτικισμούς στην εξωτερική πολιτική. Δηλαδή βλέπουμε ότι ο προσεταιρισμός συμμάχων αποκτά συγκυριακό χαρακτήρα, συμφωνίες υπηρετούν το συμφέρον του εκάστοτε δοσμένου κράτους, αυτό διατρέχει και την Ιστορία στο 18ο και 19ο αιώνα, που δεν υπάρχει σοσιαλιστικό κράτος. Συνεχίζει όμως να διατρέχει ως τακτική την εξωτερική πολιτική των καπιταλιστικών κρατών και κατά τον 20ό αιώνα, αν και στρατηγικά η Σοβιετική Ένωση αποτελούσε σταθερά κοινό τους στόχο.

Αλλά και από το νεοσύστατο σοβιετικό κράτος είχε επιχειρηθεί ανεπιτυχώς το κλείσιμο κοινών συμφωνιών ανακωχής μεταξύ κρατών της Αντάντ, της Γερμανίας κλπ. στον Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι, δεν ήταν πρωτόγνωρη η λογική της συμφωνίας μεταξύ ταξικά αντίπαλων κρατών (ΕΣΣΔ από τη μια και Ην. Βασίλειο, ΗΠΑ, στη συνέχεια και Γαλλία από την άλλη) για την εξασφάλιση της μεταπολεμικής ειρήνης. Η διαφορά ήταν ότι τώρα στο Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο η διαπραγματευτική δύναμη της ΕΣΣΔ ήταν ισχυρότερη, ενώ ισχυρός ήταν και ο ταξικός φόβος των καπιταλιστικών κρατών για ανατρεπτικές εξελίξεις σε σειρά χωρών, μεταξύ αυτών και της Ελλάδας, της Ιταλίας. Από την πλευρά των καπιταλιστικών «συμμάχων», οι μετέπειτα εξελίξεις αποδεικνύουν ότι πίσω από τις αναγκαστικές και συγκυριακές διπλωματικές κινήσεις προετοιμαζόταν η εξαπόλυση του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου», η υποκίνηση αντεπαναστατικών δυνάμεων σε σειρά χωρών όπως Πολωνία, Ουγγαρία, Γιουγκοσλαβία, αργότερα Τσεχοσλοβακία, αλλά και η πάση θυσία εξουδετέρωση των ένοπλων λαϊκών δυνάμεων στην Ελλάδα και στην Ιταλία.

Οπωσδήποτε η κομματική και κρατική ηγεσία της ΕΣΣΔ δεν εφησύχαζε, αλλά έδωσε μεγαλύτερο από το επιβεβλημένο βάρος στην κοινή αντιμετώπιση του γερμανικού φασισμού. Χρειάζεται να διερευνηθεί αν κινήθηκε στην προβληματική λογική ότι η αποδυνάμωση της Γερμανίας (με στέρηση της πολεμικής βιομηχανίας της ή διαμελισμό κλπ.) θα ήταν παράγοντας σταθεροποίησης της ειρήνης με την επικράτηση ρεαλιστικών, «φιλειρηνικών» αντιφασιστικών δημοκρατικών αστικών κυβερνήσεων σε σειρά καπιταλιστικών κρατών.

Πολύ γρήγορα επαναβεβαιώθηκε ότι παράγοντας της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας δεν ήταν μόνο ο γερμανικός (ή ιταλικός, γιαπωνέζικος κλπ.) εθνικισμός, αλλά η γενική τάση των καπιταλιστικών κρατών για επέκταση των εδαφών τους ή τουλάχιστον της επιρροής και του ελέγχου τους για προνομιακή εκμετάλλευση φυσικών υλών και εργατικού δυναμικού εδαφών άλλων χώρων.

Γι’ αυτό άλλωστε και στις επόμενες δεκαετίες οι ΗΠΑ, το Ην. Βασίλειο, η Γαλλία υπήρξαν εξίσου πολεμικές στην Αφρική, στην Ασία, στη Λατινική Αμερική, προσπαθώντας ν’ αποφύγουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στα δικά τους εδάφη.

Φυσικά, τη μεταξύ τους διαμάχη την πλήρωναν κυρίως με αίμα, φτώχεια, προσφυγιά, μετανάστευση οι λαοί από χώρες που δεν είχαν ακόμα συγκροτήσει ισχυρά καπιταλιστικά κράτη (ημιαποικίες ή στρατιωτικές ή βασιλικές δικτατορίες που συνεργάζονταν με το ένα ή άλλο ηγετικό καπιταλιστικό κράτος). Την πλήρωναν όμως και δικά τους στρατεύματα, όπως των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.

Ήδη από τη δεκαετία του 1940, προς τη λήξη του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου, οι σοβιετικές διπλωματικές και διαπραγματευτικές κινήσεις, αλλά και η στάση απέναντι σε άλλα ΚΚ δεν ήταν απαλλαγμένες από το πρόβλημα ιδεολογικοποίησης της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ. Δηλαδή θεωρητικοποιήθηκαν στρατηγικά συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, πρόβλημα που επέδρασε αρνητικά στην εξέλιξη του διεθνούς ταξικού αγώνα για τη νίκη του σοσιαλισμού.

Το ζήτημα της εκτίμησης του συσχετισμού και με τη διαμόρφωση των κρατών όπως συγκροτήθηκαν εδαφικά μετά από το Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και της πολιτικής τους συγκρότησης εκτιμήθηκε μη ρεαλιστικά από ΚΚ, από το ίδιο το ΚΚΣΕ.

Η μη ρεαλιστική αποτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη και παγκόσμια –όχι μόνο από τη σκοπιά του συσχετισμού μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, αλλά και μεταξύ καπιταλισμού-σοσιαλισμού– αποτυπώθηκε στα ντοκουμέντα του 19ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ και στη συνέχεια των Διεθνών Συνδιασκέψεων των Κομμουνιστικών κι Εργατικών Κομμάτων. Υποτιμήθηκε ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (π.χ. του Ην. Βασιλείου, της Γαλλίας) θεωρώντας συχνά τις ηγεσίες του ως υποκινούμενες και υποτελείς των ΗΠΑ, υποτιμήθηκε η δυνατότητα της μεταπολεμικής τους ανασυγκρότησης. Υπερτιμήθηκε ο ρόλος της ΕΣΣΔ και των 8 νέων κρατών στην Ευρώπη στον παγκόσμιο συσχετισμό της ταξικής πάλης μεταξύ καπιταλισμού-σοσιαλισμού, ενώ μάλλον υποτιμήθηκε η ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης σε άλλες χώρες της Ευρώπης, π.χ. στην Ελλάδα, την Ιταλία.

Τα σοβιετικά ντοκουμέντα, τα ντοκουμέντα ΚΚ καπιταλιστικών κρατών, αλλά και των Διεθνών Διασκέψεών τους, και στις επόμενες δεκαετίες, 1950, 1960, 1970, δείχνουν το βαθύ πρόβλημα της μη ταξικής ερμηνείας του πολέμου και της ειρήνης, που αποτυπώθηκε και ως «ειρηνική συνύπαρξη» μεταξύ σοσιαλιστικών και καπιταλιστικών κρατών με αστικό δημοκρατικό πολίτευμα.

Εκπρόσωποι διάφορων οπορτουνιστικών ρευμάτων και στη χώρα μας συχνά πολεμούν τη θέση του ΚΚΕ για την έλλειψη επαναστατικής στρατηγικής του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος κατά το Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, την εκτίμησή μας για ιδεολογικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ. Ως βασικό επιχείρημα προβάλλουν το γεγονός ότι σε 8 χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης διαμορφώθηκαν στη συνέχεια «καθεστώτα Λαϊκών Δημοκρατιών», μερικά εκ των οποίων στην εξέλιξή τους θεωρήθηκαν ως μορφή επαναστατικού εργατικού κράτους, «Δικτατορίας του Προλεταριάτου». Αυτό το επιχείρημα δεν ευσταθεί, αλλά και δεν επιβεβαιώνεται ούτε από τις αρχικά δηλωμένες προγραμματικές προθέσεις αυτών των κυβερνήσεων, ούτε από τις ιστορικές εξελίξεις (σύγκρουσης εργατικών με τις αστικές δυνάμεις).

Στις Συμφωνίες ανακωχής είναι εμφανής η διαμόρφωση κυβερνήσεων μικτών (με αστικές και κομμουνιστικές δυνάμεις), με πρόγραμμα αστικοδημοκρατικό. Βέβαια, η διαπάλη οξύνθηκε πολύ γρήγορα, έγειρε προς την επαναστατική εργατική πλευρά, αλλά άφησε σημαντικά αποτυπώματα ανοχής προς καπιταλιστικές δυνάμεις: Δεν καταργήθηκε πλήρως η ξένη μισθωτή εργασία, ενώ από τη δεκαετία του 1960 γενικεύτηκε η συζήτηση περί «σοσιαλισμού με αγορά», «ιδιοσυντήρηση» των επιχειρήσεων και άλλα σχετικά. Από την άλλη, σε χώρες όπως η Ελλάδα, ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας εγκλωβίστηκε στη γραμμή συνεννόησης με αστικές αντιφασιστικές δυνάμεις σε Συμφωνίες σαν του Λιβάνου, της Καζέρτα.

Αναμφισβήτητα, στη δεκαετία που ακολούθησε οξύνθηκε η ταξική πάλη. Ο διεθνής ιμπεριαλισμός δε συμβιβάστηκε με το συσχετισμό όπως καταγράφηκε στις Συμφωνίες λήξης του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου. Η όξυνση της ταξικής πάλης αφορούσε και το εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή αποτυπώθηκε και στις Θεωρητικές Συνδιασκέψεις του ΚΚΣΕ, π.χ., για την Οικονομία (1952), στις διαδικασίες για ανάδειξη ΓΓ της ΚΕ μετά από το θάνατο του Στάλιν και αποκρυσταλλώθηκε στη δεξιά οπορτουνιστική στροφή στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956), στις παρεμβάσεις του σε σειρά ΚΚ, μεταξύ των οποίων και του ΚΚΕ (στην 6η Πλατιά Ολομέλεια του ίδιου χρόνου).

 

ΓΙΑ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η δεξιά στροφή στο ΚΚΣΕ αιτιολογήθηκε ως απαλλαγή του από την «προσωπολατρία», ενώ η αντίστοιχη στο ΚΚΕ ως «καταδίκη της σεχταριστικής γραμμής», ουσιαστικά αποκηρύσσοντας την πιο ηρωική πολιτική δράση σύγκρουσης με τις εγχώριες και ξένες αντιδραστικές δυνάμεις.

Η επικράτηση του δεξιού οπορτουνισμού συνειδητά χρησιμοποίησε την επίθεση σε ηγετικά πρόσωπα για ν’ αλλάξει το γενικό κλίμα, γνωρίζοντας ότι οι μάζες –χωρίς να είναι απαλλαγμένες και οι πρωτοπορίες, οι κομμουνιστικές δυνάμεις– έχουν την τάση να μυθοποιούν ή να δαιμονοποιούν τους ηγέτες τους, προσδίδοντάς τους σχεδόν εξολοκλήρου την ευθύνη για τις νίκες ή τις ήττες αντίστοιχα. Βέβαια, σε μεγάλο βαθμό το ίδιο κάνουν και αστικά επιτελεία για τους ηγέτες, ακριβώς γιατί αξιοποιούν αυτήν την τάση των μαζών, που τους είναι βολική για να βγαίνει αλώβητη η εξουσία τους, θυσιάζοντας ακόμα και ηγετικές τους προσωπικότητες.

Εμείς ενδιαφερόμαστε για τη σχέση της επαναστατικής ηγετικής προσωπικότητας με τις συγκεκριμένες οικονομικές - κοινωνικές - πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσεται, εξελίσσεται, δρα ως επαναστατική προσωπικότητα.

Αναμφίβολα είναι ζήτημα προς μελέτη, η θεωρητική γενίκευση του οποίου δε θα λέγαμε ότι έχει πλήρως ικανοποιητικά αναπτυχθεί, ενώ τουλάχιστον η ιστορική πείρα του ΚΚΕ και του ΚΚΣΕ προσφέρουν σημαντικό υλικό τέτοιας μελέτης, ιδιαίτερα στις κρίσιμες δεκαετίες 1930, 1940, 1950.

Στους παράγοντες προς μελέτη είναι και η ικανότητα της προσωπικότητας να θέτει σε κίνηση όλη την κομματική δύναμη, τις πρωτοπόρες δυνάμεις της εργατικής τάξης και της μαχόμενης ριζοσπαστικής διανόησης.

Με άλλα λόγια, ηγετική προσωπικότητα και συλλογική ηγεσία στον επαναστατικό αγώνα είναι από τις βασικές προϋποθέσεις για την έκβασή του.

Αποφασιστικός παράγοντας είναι και η διαλεκτική ενότητα της ταξικότητας με την επιστημονικότητα στην πολιτική, πολύ περισσότερο στον επαναστατικό πολιτικό αγώνα, σχέση που διαμεσολαβείται υποκειμενικά, επομένως διαπλέκεται με τη σχέση προσωπικότητας-συλλογικότητας στην ηγεσία.

Όσο κι αν φαίνεται παράπλευρο ή δευτερεύον ζήτημα σε σχέση με την έκβαση της πάλης ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, σε σχέση με την ένταση αυτής της πάλης κατά τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, κάθε άλλο παρά τέτοιο είναι.

Βέβαια, από τη δική μας πλευρά, το θέμα δεν εξετάζεται από τη σκοπιά των αστών που υπερτονίζουν τα χαρακτηριστικά των προσωπικοτήτων στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, π.χ., του Χίτλερ αρνητικά, του Τσόρτσιλ θετικά ή ακόμα και του Στάλιν. Ωστόσο, θα πρέπει ν’ αντιπαλεύουμε τις ανάλογες αρνητικές επιδράσεις που έχουν ως αποτέλεσμα ακόμα και στην κομμουνιστική ιστοριογραφία να συναντάμε υπερβολές έξαρσης ή καταδίκης των ιδιαίτερων προσωπικών χαρακτηριστικών ηγετών. Π.χ. και στα κομματικά ντοκουμέντα του ΚΚΣΕ συναντάμε ιδιαίτερα αρνητικές αναφορές σε σχέση με την προσωπικότητα του Ν. Ζαχαριάδη.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η επαναστατική ηγεσία, οι ξεχωριστές προσωπικότητες επαναστατών ηγετών κρίνονται πέρα από προθέσεις και διαθέσεις, από την ικανότητά τους να απαντούν σωστά προωθητικά στα κάθε φορά καθήκοντα που τίθενται μπροστά τους –σε αυτό άλλωστε εκδηλώνεται και η πρωτοπορία του Κόμματος. Από αυτήν την άποψη, στο Κόμμα των Μπολσεβίκων τέθηκε ένα σύνθετο και πρωτόγνωρο καθήκον, της μακρόχρονης επιβίωσης της επανάστασης σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης, όξυνσης της ταξικής πάλης στο εσωτερικό στην κατεύθυνση της οικοδόμησης των νέων κοινωνικών σχέσεων, ενώ ταυτόχρονα διαμορφωνόταν το κομμουνιστικό κίνημα με τις αντιφάσεις και τα προβλήματά του στην Ευρώπη και παγκόσμια, καθώς και τα διεθνή καθήκοντά του για την επικράτηση της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια ομάδα χωρών.

Όμως αυτή η ικανότητα κρίνεται από τη διαλεκτική σχέση της επαναστατικής ηγετικής προσωπικότητας με τη συλλογική λειτουργία του Κόμματος, από τη σχέση επιστημονικότητας-ταξικότητας. Σήμερα, σχεδόν 100 χρόνια μετά, μπορούμε να κρίνουμε πιο αντικειμενικά, χωρίς συναισθηματισμούς, πιο ολοκληρωμένα όλη αυτήν την προσπάθεια, με στόχο να βγάλουμε συμπεράσματα για το παρόν και το μέλλον.

 

ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ Β´ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

1. Ο Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ιμπεριαλιστικός και αυτό αφορά όλα τα καπιταλιστικά κράτη που ενεπλάκησαν σε αυτόν, ανεξάρτητα αν κάποια βαρύνονται για την έναρξή του, όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Βουλγαρία, και κάποια άλλα για τη διαμόρφωση των συνθηκών που τον επέβαλαν, όπως το Ην. Βασίλειο, η Γαλλία, οι ΗΠΑ, για τη μη αντίδραση στις πολεμικές επιθέσεις των πρώτων.

Ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου, δηλαδή ο πόλεμος μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών για το μοίρασμα των αγορών, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η φασιστική συμμαχία, ο Άξονας, επιτέθηκε και ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, το πρώτο και μόνο τότε εργατικό κράτος.

Και γι’ αυτήν την εξέλιξη ευθύνονται και τ’ άλλα καπιταλιστικά κράτη, όπως το Ην. Βασίλειο, η Γαλλία, που δεν επιτέθηκαν στη Σοβιετική Ένωση, αλλά δεν απέτρεψαν την προετοιμασία της Γερμανίας ενάντια στην ΕΣΣΔ. Το αντίθετο, τροφοδότησαν και προσδοκούσαν μια τέτοια επίθεση, για να πετύχουν την ανατροπή του εργατικού κράτους. Αυτές οι επιδιώξεις δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ο κάθε πόλεμος έχει τη δική του δυναμική, επομένως φέρνει διατάξεις και αναδιατάξεις συμμαχιών και μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, ακόμα και συγκυριακές συμμαχίες όπως των ΗΠΑ με τη Σοβιετική Ένωση από ένα σημείο και μετά, όταν η ναυτική δύναμη των ΗΠΑ δέχτηκε επίθεση από ιαπωνικές δυνάμεις (Περλ Χάρμπορ).

 

2. Η Σοβιετική Ένωση, ως εργατικό κράτος, έδινε τη μάχη όχι για την υπεράσπιση μόνο της ανεξαρτησίας της, αλλά για την υπεράσπιση του εργατικού σοσιαλιστικού της χαρακτήρα. Αυτή η υπεράσπιση αφορούσε και το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, την πάλη του να διευρυνθεί το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Από αυτήν την άποψη τα ΚΚ καπιταλιστικών χωρών μπορούσαν και έπρεπε να κατανοήσουν και να μην εναντιωθούν σε τακτικές κινήσεις της Σοβιετικής Ένωσης για να κερδίσει χρόνο (π.χ. το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ) ή να οργανώσει την άμυνα και την αντεπίθεσή της (π.χ. διαπραγματεύσεις συμφωνίας με ΗΠΑ - Ην. Βασίλειο).

Είναι θεμιτό ένα σοσιαλιστικό κράτος το οποίο κινδυνεύει –σε συνθήκες που το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα βρίσκεται σε πόλεμο, είναι διασπασμένο– να κάνει και εκείνες τις κινήσεις της εξωτερικής του πολιτικής ώστε και χρόνο να κερδίσει και καλύτερα να μπορέσει να οργανωθεί και να αντιμετωπίσει, ενδεχομένως και από κοινού με κάποιες άλλες δυνάμεις, ζητήματα των στρατιωτικών επιχειρήσεων από το άμεσα εναντίον του επιθετικό μπλοκ. Ακόμα και διαπραγματεύσεις να κάνει και κατά τη διάρκεια του πολέμου ενδεχομένως και για το θέμα της λήξης του πολέμου, των συμφωνιών ανακωχής που προϋποθέτουν διεθνείς συμβάσεις κλπ. Όλα αυτά δικαιολογούνται.

Ωστόσο, οι παράγοντες που διαμορφώνουν την «επόμενη μέρα» και αφορούν την ταξική πάλη είναι πιο σύνθετοι. Ο κάθε πόλεμος έχει και τη δική του δυναμική στο εσωτερικό της κάθε χώρας που εμπλέκεται στον πόλεμο, αρχικά είτε ως επιτιθέμενο κράτος είτε ως κατεχόμενο. Στο κατεχόμενο, π.χ., αναπτύσσεται αντίσταση, ένοπλος αγώνας, σε πολλές περιπτώσεις ο συσχετισμός αλλάζει μέσα στη διαδικασία αυτού του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα, όπως στην Ελλάδα, όπου κυρίως ηγήθηκε το ΚΚΕ και όχι η αστική τάξη της Ελλάδας. Αυτό σημαίνει ότι διαμορφώνεται μια διαδικασία που αλλάζει ο συσχετισμός της ταξικής πάλης, ανάμεσα στην εργατική τάξη και τις λαϊκές δυνάμεις από τη μια μεριά και την αστική κυρίαρχη μέχρι τότε τάξη από την άλλη. Αυτές οι αλλαγές πρέπει να παίξουν ρόλο «στη διεκδίκηση της επόμενης μέρας από ποια τάξη» και όχι μόνο ή κυρίως να καθοριστούν από διαπραγματεύσεις κρατών που κέρδισαν στον πόλεμο, στην προκείμενη περίπτωση από τα σύμμαχα, αλλά ταξικά διαφορετικά κράτη ΕΣΣΔ - ΗΠΑ - Ην. Βασιλείου. Από αυτήν την άποψη ο πρώτος λόγος της μεταπολεμικής εξέλιξης σχετίζεται με την εξέλιξη του αγώνα στο εσωτερικό της κάθε χώρας και σε αυτό πρέπει να έχουν λόγο αποφασιστικό οι εσωτερικές διεργασίες από τη σκοπιά του επαναστατικού εργατικού κινήματος, προσελκύοντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό τη διεθνιστική ταξική αλληλεγγύη του κομμουνιστικού κινήματος ή και του ή των συγκροτημένων σοσιαλιστικών κρατών.

Όμως τα στοιχεία της εξωτερικής πολιτικής ενός σοσιαλιστικού κράτους σε καμία περίπτωση δε θα έπρεπε να θεωρητικοποιούνται, να ιδεολογικοποιούνται, να γίνονται στοιχεία της στρατηγικής του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, ούτε από την πλευρά της ΕΣΣΔ, ούτε από την πλευρά των ΚΚ των καπιταλιστικών κρατών. Και στις δύο περιπτώσεις αποδυνάμωναν τη στρατηγική κατεύθυνση και την ικανότητα του κομμουνιστικού κινήματος σε κάθε καπιταλιστική χώρα.

Οι λαθεμένες ιδεολογικοποιήσεις εκ μέρους του ΚΚΣΕ και η οπορτουνιστική στάση ΚΚ σε σημαντικές καπιταλιστικές χώρες αποτελούσαν το φαύλο κύκλο που αποδυνάμωνε άμεσα και μακροπρόθεσμα το κομμουνιστικό κίνημα σε σειρά χωρών που ενεπλάκησαν στο Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο είτε ως επιτιθέμενες (π.χ. Ιταλία) είτε ως κατεχόμενες (π.χ. Ελλάδα).

Το συμπέρασμα είναι ότι η εσωτερική και διεθνής κατάσταση της ταξικής πάλης και η ικανότητα της συνειδητής πρωτοπορίας να συνυπολογίζει τη συσχέτιση και την αλληλεπίδρασή τους είναι σημαντική σε όλες τις φάσεις της επαναστατικής δραστηριότητας, τόσο κατά τη διάρκεια της επανάστασης και στα πρώτα βήματα της εδραίωσής της όσο και κατά τη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, μετά από την εδραίωση της επανάστασης και για όσο διάστημα δεν έχουν διαμορφωθεί οι κατάλληλες συνθήκες διεθνώς ώστε να μπορεί να ολοκληρωθεί η κομμουνιστική κοινωνία.

 

3. Τα κομμουνιστικά κόμματα, αν και ηγήθηκαν του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα, π.χ. στην Ελλάδα, ή του αντιφασιστικού, π.χ. στην Ιταλία, δεν μπόρεσαν να συνδέσουν αυτόν τον αγώνα με την πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας σε συνθήκες επαναστατικές. Δηλαδή σε συνθήκες που η αστική εξουσία είχε ήδη εμφανίσει βαθύτερη πολιτική κρίση, αστάθεια, είτε κατά την αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων είτε κατά την ήττα των επιτιθέμενων.

Τα ΚΚ εγκλωβίστηκαν στην αντιφασιστική γραμμή πάλης, στις εγχώριες ή άλλες (της ΕΣΣΔ) διαπραγματεύσεις για το μεταπολεμικό πολιτικό καθεστώς στη χώρα τους.

Αυτό το πρόβλημα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι για ορισμένες χώρες, π.χ. Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, η έκβαση των διαπραγματεύσεων της ΕΣΣΔ με τις ΗΠΑ - Ην. Βασίλειο έδειχνε να είναι σχετικά ευνοϊκή ή, καλύτερα, η παρουσία του Κόκκινου Στρατού εγγυήθηκε ευνοϊκή έκβαση σε νέα όξυνση της ταξικής πάλης και σε επίπεδο κυβερνήσεων ανεξάρτητα από την πρώτη σύνθεσή τους (συμμετείχαν και αστικές δυνάμεις).

Ωστόσο, παρά τη σχετικά ευνοϊκή εξέλιξη σε αυτές τις χώρες, η όλη πορεία της ταξικής πάλης, με ορισμένη ανοχή σε αστικές δυνάμεις, έβαλε την αρνητική σφραγίδα της: Δεν καταργήθηκε πλήρως η καπιταλιστική σχέση (με βάση τα Συντάγματα επιτρεπόταν η μίσθωση ξένης εργασίας μέχρι ορισμένο όριο και βέβαια με κρατικό έλεγχο για το ύψος του μισθού και τις συνθήκες εργασίας). Είχε κοινωνικό έρεισμα η δεξιά οπορτουνιστική στροφή στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, η σταδιακή επικράτηση των αγοραίων θεωριών περί σοσιαλισμού.

 

4. Και άλλες εξελίξεις, που αποτέλεσαν προϊόν του συσχετισμού μεταξύ ΕΣΣΔ - ΗΠΑ - Ην. Βασιλείου - Γαλλίας, όπως η συγκρότηση δύο κρατών στη Γερμανία, τελικά αποδείχτηκαν μη βιώσιμες (διαίρεση του Βερολίνου, ενσωμάτωση τμήματός του στην καπιταλιστική Γερμανία), τροφοδοτώντας διαρκώς αντεπαναστατικές δράσεις που εμπόδιζαν το επαναστατικό πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Αλλά και η έκβαση της ταξικής πάλης σε χώρες όπως η Ελλάδα, στον έναν ή άλλο βαθμό, επηρεάστηκε από τις αντιφάσεις της αντίληψης και πολιτικής της «ειρηνικής συνύπαρξης» του σοσιαλισμού με «δημοκρατικά» και «φιλειρηνικά» καπιταλιστικά κράτη, τα οποία θεωρούνταν ότι διέπονταν από πολιτικό ρεαλισμό.

Ο «Ψυχρός Πόλεμος», οι «θερμές» επιθέσεις των ΗΠΑ στην Κορέα, στη Μέση Ανατολή, η συγκρότηση του ΝΑΤΟ, αργότερα ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος εναντίον του Βιετνάμ γρήγορα αποκάλυψαν το πραγματικό επιθετικό πρόσωπο των ΗΠΑ που τίποτε δεν είχε να ζηλέψει από τη ναζιστική γερμανική επιθετικότητα.

Η αντικειμενική εκτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων προϋποθέτει πάντα να μην υποτιμάται ο εκμεταλλευτικός, επιθετικός χαρακτήρας της καπιταλιστικής εξουσίας ανεξάρτητα από τη μορφή του πολιτεύματος ή και τις ιδιαίτερες ιδεολογικές της αναφορές. Γι’ αυτό άλλωστε και η «δημοκρατική» ΕΕ πολεμά την καθοριστική συμβολή της ΕΣΣΔ στο Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατατάσσει με τη Γερμανία στην ίδια μοίρα, των «μη δημοκρατικών καθεστώτων», παρακάμπτοντας την τεράστια ταξική τους διαφοροποίηση, από τη μια καπιταλισμός, από την άλλη σοσιαλισμός.

 

5. Το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα πρέπει σε βάθος να συνειδητοποιήσει όλες τις πτυχές και τα συμπεράσματα από το Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, να μη φοβηθεί την αλήθεια για τις αδυναμίες και τα λάθη του, αλλά και «να μην πετάξει και το μωρό μαζί με τα νερά», δηλαδή να υπερασπίζεται το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της ΕΣΣΔ, να κρίνει την πολιτική της από τη σκοπιά της εδραίωσης, αντοχής, εμβάθυνσης των νέων κομμουνιστικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα, εγχώρια και διεθνή.

Το ΚΚΕ, εδώ και 30 χρόνια, τόλμησε και τολμά, συνεχίζει την έρευνα, τη μελέτη, τη συλλογική κομματική συζήτηση, τη συντροφική συζήτηση με άλλα ΚΚ, πάντα με στόχο την ισχυροποίηση της ταξικής πάλης για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

1. Η ΝΕΠ αποτελούσε σχέδιο οργανωμένης οπισθοχώρησης ως προς την εξάλειψη των καπιταλιστικών σχέσεων, με ελεγχόμενη ύπαρξή τους σε περιπτώσεις μικρών και μεσαίων για την εποχή τους επιχειρήσεων, με επιβίωση των καπιταλιστών της αγροτικής παραγωγής, με εισαγωγή ξένου κεφαλαίου. Αυτή η οπισθοχώρηση σχετιζόταν και με τις μεγάλες καταστροφές που έφεραν την οικονομία, δηλαδή τις υλικές προϋποθέσεις, πίσω από το 1913. Είχαν ως αποτέλεσμα την 7χρονη καθυστέρηση στη διαμόρφωση του πρώτου πεντάχρονου Κεντρικού Σχεδιασμού και την πάνω από 10 χρόνια ύπαρξη των κουλάκων.

Ο Λένιν θεωρούσε ότι για μια σειρά χώρες πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικά τέτοιου είδους μέτρα θα ήταν περιττά. Βλ. ΚΕ του ΚΚΕ, 18ο Συνέδριο ΚΚΕ. Ντοκουμέντα, σελ. 129, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2009.

2. Σχέδιο τηλεγραφήματος προς τις πρεσβείες της ΕΣΣΔ, 15.2.1945, όπως προκύπτει από το συνοδευτικό σημείωμα του Ι. Μ. Μάισκι προς τον Β. Μόλοτοφ. Το αρχειακό υλικό παρατίθεται στη σελίδα του υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας, στο: https://idd.mid.ru/-/altinskaa-konferencia?inheritRedirect=false&redirect=%2Fhome%3F