Το ΚΚΕ, ως ιδεολογική, πολιτική, οργανωμένη πρωτοπορία της εργατικής τάξης, αποτελεί την καθοδηγήτρια δύναμη, τόσο της επαναστατικής διαδικασίας για την ανατροπή του καπιταλισμού, όσο και της ίδιας της επαναστατικής εργατικής εξουσίας στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Δικαιώνει τον επαναστατικό του ρόλο, εφόσον έμπρακτα εκφράζει τα γενικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, ηγείται της αντικαπιταλιστικής - αντιμονοπωλιακής συμμαχίας και πάλης για την ανατροπή του καπιταλισμού, εκφράζει τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη συνέχεια.
Η βελτίωση της αυτοτελούς ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης του Κόμματος στην εργατική τάξη τα χρόνια που πέρασαν εκφράστηκε και με τη βελτίωση των στόχων οικοδόμησης, τη διαμόρφωση νέων βαθύτερων δεσμών με τμήματα εργαζομένων σε κρίσιμους κλάδους ή σε τόπους κατοικίας, το αδιαμφισβήτητο γεγονός της ανόδου της εκλογικής επιρροής, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου συγκεντρώνονται μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης. Ωστόσο, αυτή η προσπάθεια απέχει ακόμα από τις μεγάλες απαιτήσεις που έχει έτσι ώστε να επιτυγχάνεται σταθερή και διευρυνόμενη συσπείρωση πρωτοπόρων εργαζομένων ιδιαίτερα νεότερων ηλικιακά και σε κρίσιμους στρατηγικούς κλάδους με το Κόμμα και το Πρόγραμμά του.
Απαιτείται πολύπλευρη προσπάθεια, ώστε να οξύνεται το ταξικό κριτήριο σε ευρύτερες δυνάμεις εργαζομένων σε σχέση με τις πολιτικές εξελίξεις, την πολιτική του αστικού κράτους, τη στάση του κεφαλαίου, των διάφορων ιμπεριαλιστικών οργανισμών όπου συμμετέχει το αστικό κράτος. Η δουλειά του Κόμματος στην εργατική τάξη πρέπει να συμβάλλει ώστε να αναδεικνύεται ο αντικειμενικά πρωτοπόρος ρόλος της στην κοινωνία, ως φορέας των νέων σοσιαλιστικών - κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, ως φορέας δηλαδή της νέας οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης.
Αυτή η προσπάθεια πρέπει να παίρνει υπόψη της και αλλαγές στη σύνθεση της εργατικής τάξης, ότι ένα μεγαλύτερο τμήμα της, σχετικά με το παρελθόν, είναι πιο μορφωμένο, έχει ακόμα και πανεπιστημιακές σπουδές, που μαζί με τις δυνατότητες που διαμορφώνει για μια πιο ανεβασμένη ιδεολογική δουλειά είναι ταυτόχρονα πιο ευάλωτο σε αστικές και μικροαστικές αντιλήψεις και επιδράσεις. Είναι ζήτημα που απαιτεί συγκεκριμένη δουλειά από το ίδιο το Κόμμα στη νεολαία και ειδικά στην ΚΝΕ, τη στιγμή μάλιστα που πλέον έχει στενή σχέση ο ΣΕΒ, μέσω ειδικών συμφωνιών, με τα ΑΕΙ.
Άλλο ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει είναι η μεγάλη κινητικότητα που υπάρχει και ότι ένα μεγάλο τμήμα ιδιαίτερα νέων εργαζομένων κινείται από κλάδο σε κλάδο, από επάγγελμα σε επάγγελμα και αυτό εμφανίζεται πολλές φορές και ως επιλογή. Το ζήτημα αυτό δεν επιδρά μόνο στη συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων, αλλά και στο πώς διαμορφώνεται συνείδηση της ταξικής θέσης. Ιδιαίτερα, χρειάζεται ενίσχυση το τμήμα της ιδεολογικής κομματικής δουλειάς που αφορά στον ιστορικό υλισμό για τις τάξεις και την ταξική πάλη, την κίνηση της Ιστορίας, των κοινωνιών κ.λπ.
Ταυτόχρονα, χρειάζεται να παίρνουμε υπόψη ότι ένα σημαντικό τμήμα της είναι πρώτης ή δεύτερης γενιάς μεταναστών ειδικά σε ορισμένους κλάδους της οικονομίας. Γεγονός που διαμορφώνει ακόμα πιο μεγάλες απαιτήσεις με δεδομένο ότι, εκτός όλων των άλλων, η ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση του Κόμματος αναμετριέται και με άλλες δυσκολίες που αφορούν πολιτιστικές, θρησκευτικές αντιλήψεις, παγιωμένες προκαταλήψεις κ.λπ., αφού πολλές φορές προέρχονται από χώρες με πιο αδύναμο εργατικό κίνημα, με ανυπαρξία κομμουνιστικών κομμάτων ή έχουν διαστρεβλωμένη αντίληψη για τον σοσιαλισμό - κομμουνισμό.
Χρειάζεται να πυκνώσουν οι πρωτοβουλίες και οι παρεμβάσεις του Κόμματος αυτοτελώς απευθυνόμενες στην εργατική τάξη, παίρνοντας υπόψη αυτές τις σχετικά νεότερες συνθήκες, αν και αρκετά από αυτά τα ζητήματα τα εντοπίζουμε εδώ και χρόνια τώρα. Καλύτερα πρέπει να αφομοιωθεί στις κομματικές δυνάμεις το ζήτημα που έχουμε θέσει και σε προηγούμενα Συνέδρια, ότι δηλαδή η δουλειά του Κόμματος στην εργατική τάξη δεν αφορά αποκλειστικά την παρέμβαση των κομμουνιστών μέσα στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, που αναμφισβήτητα αποτελεί σχολείο εκπαίδευσης για την οργάνωση, τον αγώνα, τη σύγκρουση με τον αντίπαλο με προοπτική το μέλλον του κινήματος. Αφορά την αυτοτελή δουλειά και ιεράρχηση στην εργατική τάξη με το σύνολο των ζητημάτων, των όρων ζωής μέσα στον καπιταλισμό, την προσπάθεια να μην αποσπάται το σύνολο των προβλημάτων που βιώνουν από το ζήτημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και οργάνωσης της παραγωγής και της κοινωνίας συνολικά.
Α. ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΑΠΑΛΗΣ
Το 21ο Συνέδριο έθετε με σαφήνεια τις προτεραιότητες της δουλειάς μας στην κατεύθυνση της ανασύνταξης του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος και το περιεχόμενο της δουλειάς μας σε αυτό «…ως την προετοιμασία και ανάπτυξη της ικανότητας δράσης του να αντιπαρατεθεί με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα, σε συμμαχία με τα λαϊκά τμήματα των αυτοαπασχολουμένων της πόλης και της υπαίθρου που παλεύουν για την επιβίωσή τους, ενάντια στην επεξεργασμένη στρατηγική του κεφαλαίου και της καπιταλιστικής εξουσίας».
1. Πού βρισκόμαστε σήμερα
Έχει δυναμώσει η εκτίμηση, η εμπιστοσύνη προς το Κόμμα από ευρύτερο τμήμα εργαζομένων και μέσα στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος.
Υπήρξε σημαντική η συμβολή του Κόμματος στην εργατική τάξη και στο συνδικαλιστικό κίνημα, για τη διαμόρφωση του ρεύματος αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής. Αυτό το ρεύμα άρχισε να ενισχύεται μέσα στις συνθήκες της πανδημίας με τη συνολική στάση του Κόμματος και τη δράση μας στο κίνημα και διευρύνθηκε όλη την επόμενη περίοδο μέχρι σήμερα.
Βέβαια, συνεχίζει να κυριαρχεί, ιδιαίτερα στα ηγετικά συνδικαλιστικά όργανα (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ), στην πλειοψηφία των δευτεροβάθμιων οργάνων, σε Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα, η γραμμή της ενσωμάτωσης στο σύστημα, της ταξικής συνεργασίας. Όλη αυτήν την τετραετία στήριξαν την κυβέρνηση της ΝΔ ώστε να περάσει μεγάλης σημασίας για το κεφάλαιο αντεργατικά μέτρα.
Η στάση τους αυτή έχει αναγνωριστεί από την κυβέρνηση της ΝΔ, την εργοδοσία, την ίδια την ΕΕ που εξαίρει τη συμβολή τους στην κατάργηση του 8ώρου και του 5ημέρου στην Ελλάδα και τη γιγάντωση της ευελιξίας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις στις ηγεσίες αυτές εμφανίζονται κρισιακά φαινόμενα όξυνσης των αντιθέσεων μεταξύ των παρατάξεων και των ομάδων που συνθέτουν τις πλειοψηφίες στις διοικήσεις, φαινόμενα σήψης, συναλλαγής με το κράτος και την εργοδοσία. Αυτά τα φαινόμενα έχουν μεγαλώσει την απαξίωση και αποστροφή σε ορισμένα τμήματα εργαζομένων.
Όμως σε συνθήκες όξυνσης της επίθεσης του κεφαλαίου στην εργατική τάξη, εμπλοκής της χώρας μας στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και έντονων διεργασιών ειδικά στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, η αντιπαράθεσή μας με τις δυνάμεις τους στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις.
Η συνθετότητα σχετίζεται και με το γεγονός ότι σε αυτήν τη φάση επιδιώκουν να αντιπαρατεθούν με τις δυνάμεις μας, στα μεγάλα αστικά κέντρα και ειδικά στην Αττική, διαβλέποντας ότι ισχυροποιείται ένα ρεύμα κοινής δράσης συνδικάτων και μαζικών φορέων που συσπειρώνονται στις πρωτοβουλίες και στα μέτωπα πάλης που ανοίγει το ΠΑΜΕ, ότι συνεχώς ενισχύονται οι δυνάμεις μας στις αρχαιρεσίες. Βασικά θέλουν, ως μηχανισμός του συστήματος, να ανακόψουν ένα ρεύμα συμπόρευσης με το ΚΚΕ, που με ορισμένες δυνάμεις παίρνει πιο συνειδητά χαρακτηριστικά. Διαβλέπουν τον κίνδυνο, αυτό το ρεύμα να μεγαλώσει και να βαθύνει.
Για να το καταφέρουν αυτό πρέπει να παίρνουν υπόψη και ορισμένες διεκδικήσεις των εργαζομένων, δεν μπορούν να ξεκοπούν τελείως από τα πραγματικά προβλήματα, όπως το να επανέλθουν κάποιες Συλλογικές Συμβάσεις ή να επιστραφούν τα δώρα στους δημοσίους υπαλλήλους. Άλλωστε, προϋπόθεση για να εκτελούν την αποστολή της ενσωμάτωσης είναι και να υιοθετούν κάποια από τα αιτήματα των εργαζομένων, για να τα αξιοποιούν στην προώθηση του κοινωνικού εταιρισμού, της ταξικής συνεργασίας και της κυβερνητικής εναλλαγής. Αυτό που δεν αλλάζει είναι συνεχώς να στηρίζουν την πολιτική που διευρύνει το χάσμα ανάμεσα σε νέες κοινωνικές ανάγκες και στην ικανοποίησή τους παρά τις υλικές δυνατότητες.
Η αντιπαράθεση με αυτές τις δυνάμεις γίνεται εφ’ όλης της ύλης, στρατηγικά και όχι πάνω σε ορισμένα αιτήματα που κάτω από την όξυνση των προβλημάτων των εργαζομένων και την απήχηση του ταξικού κινήματος μπορεί να ψελλίζουν. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτά τα οικονομικά αιτήματα πρέπει να αποκαλύπτεται η πολιτική ενσωμάτωσης και η στρατηγική συμφωνία που έχουν στις αστικές επιδιώξεις, η «αλλεργία» στις συλλογικές, μαζικές διαδικασίες, η υπονόμευση της ταξικής διεκδίκησης, η προώθηση του κοινωνικού εταιρισμού, η συνεπής αντιπαράθεσή τους με την ταξική πάλη και η παρεμπόδισή της.
Εκτιμάμε ότι έχουμε θετικά αποτελέσματα σε βασικούς δείκτες της ανασύνταξης (πρωτοπόρα δράση, μαζικοποίηση συνδικάτων, αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων, αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή γραμμή πάλης) και στην πρακτική δράση σε μεγάλα μέτωπα για την κοινωνική συμμαχία. Υπάρχει βελτίωση στον συσχετισμό στο τμήμα των εργαζομένων που είναι οργανωμένο στα συνδικάτα. Όμως ο βαθμός οργάνωσης συνολικά της εργατικής τάξης στις γραμμές των συνδικάτων παραμένει μικρός, η δημιουργία νέων συνδικάτων συνεχίζει να είναι αργή και βασανιστική. Από την πανδημία και μετά, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, περιορίστηκε η γενική πτώση της συμμετοχής των εργαζομένων στα σωματεία και είχαμε μικρή άνοδο στις αρχαιρεσίες των σωματείων, περίπου στο 4%, θα εκφραστεί στα επόμενα συνέδρια της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Εκφράζει τις διαθέσεις ορισμένων τμημάτων εργαζομένων, μέσα στη γενική επίθεση να στηριχτούν στη συλλογική οργάνωση.
Ψηφοδέλτια που συγκροτούν οι δυνάμεις μας σε δεκάδες πρωτοβάθμια σωματεία κατέκτησαν την αυτοδυναμία ή την πρώτη θέση, όπως και σε μεγάλα δευτεροβάθμια συνδικάτα, Εργατικά Κέντρα (π.χ. Πειραιάς, Τρίκαλα, Εύβοια, Κέρκυρα, Λιβαδειά) και Ομοσπονδίες (π.χ. Ιδιωτικοί Υπάλληλοι, Δάσκαλοι, νοσοκομειακοί γιατροί). Οι θέσεις που κατακτάμε στο συνδικαλιστικό κίνημα μάς δίνουν τη δυνατότητα με καλύτερους όρους να σχεδιάζουμε τη δουλειά μας για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, να τις αξιοποιούμε για να οξύνουμε την ταξική πάλη, να έχουμε την πρωτοβουλία για την οργάνωση του αγώνα με το ταξικό αγωνιστικό πλαίσιο διεκδικήσεων.
Η βελτίωση που σημειώνεται στον συσχετισμό εκφράζει διεργασίες στις εργατικές - λαϊκές συνειδήσεις και είναι αποτέλεσμα σκληρής, πολύχρονης δουλειάς των κομμουνιστών. Δεν πρέπει να δημιουργούν εφησυχασμό και να θολώνουν τα κριτήριά μας για τον συσχετισμό. Για εμάς κριτήριο του συσχετισμού είναι η ριζική αλλαγή της κατάστασης στα πρωτοβάθμια, πρώτα απ’ όλα, σωματεία με τη συσπείρωση των εργαζομένων στη λειτουργία και τη δράση τους, την άνοδο στην οργάνωση των εργαζομένων, την ίδρυση νέων σωματείων, την ενίσχυση του αντικαπιταλιστικού προσανατολισμού της πάλης, τη γενικότερη επίδραση της πολιτικής του ΚΚΕ, της αντίληψής του για τον ρόλο της εργατικής τάξης ως επαναστατικής δύναμης για τον σοσιαλισμό.
Σε κρίσιμους στρατηγικής σημασίας κλάδους της οικονομίας που ιεραρχούμε, όπως η Ενέργεια και οι Μεταφορές, δεν έχει αντιστραφεί η κατάσταση. Στα αποτελέσματα των αρχαιρεσιών σε αυτούς τους κλάδους έχουμε στασιμότητα και υποχώρηση κάτω και από το βάρος υποκειμενικών αδυναμιών.
Στον Δημόσιο Τομέα και στις μεγάλες Ομοσπονδίες της ΑΔΕΔΥ έχουμε μια μεγάλη άνοδο της συνδικαλιστικής μας επιρροής, η οποία προήλθε από τη μεγάλη δυσαρέσκεια που διαμορφώθηκε από το χτύπημα πολλών δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων, από όλες τις κυβερνήσεις. Απέναντι σε όλα αυτά, οι δυνάμεις μας μπήκαν μπροστά, οργάνωσαν τον αγώνα με σωστό πλαίσιο διεκδικήσεων, αναγνωρίστηκαν ως η μόνη δύναμη που προειδοποιούσε για τις αντιδραστικές αλλαγές και αγωνίζεται απέναντι σε αυτές. Όμως αυτή η πορεία δεν χωρά επανάπαυση. Ο κρατικός μηχανισμός έχει μεγάλη δύναμη να ενσωματώνει. Τα αποτελέσματα που κατακτάμε στις αρχαιρεσίες δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένα αν δεν δυναμώσει αποφασιστικά η ιδεολογική και πολιτική παρέμβαση του Κόμματος. Αν δεν δυναμώσουν αποφασιστικά οι οργανωμένες δυνάμεις του Κόμματος μέσα στον κρατικό μηχανισμό, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος πισωγυρίσματος και του συνδικαλιστικού συσχετισμού, ιδιαίτερα στον βαθμό που ανασυγκροτείται η σοσιαλδημοκρατία. Ταυτόχρονα, παίρνουμε υπόψη τις ανησυχίες της κυβέρνησης, της εργοδοσίας, των στελεχών του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού για τα θετικά βήματα που καταγράφει το ΠΑΜΕ. Είναι σίγουρο ότι θα πάρουν πρόσθετα μέτρα, με στόχο να περιχαρακώσουν και να αποκόψουν δυνάμεις που προσεγγίζουν το ΚΚΕ και τα ταξικά σωματεία.
2. Δυναμώνουν οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις
Δυνάμωσε ο προσανατολισμός για «δουλειά από τα κάτω», η προσπάθεια να τραβάμε δυνάμεις στην οργάνωση της πάλης, αλλά και στην κατεύθυνση του αγώνα, όπως μέσα από τις Γενικές Συνελεύσεις και τις μαζικές διαδικασίες, τον συντονισμό της δράσης των συνδικάτων μέσα από συσκέψεις, όπως η σύσκεψη της 5ης Οκτώβρη του 2021 και η Πανελλαδική Σύσκεψη του ΠΑΜΕ τον Ιούλη του 2022.
Η Πανελλαδική Σύσκεψη του ΠΑΜΕ τον Νοέμβρη του 2024 αποτελεί πραγματικό σταθμό, με συμμετοχή 663 συνδικάτων και Επιτροπών Αγώνα καθώς και 80 Συνταξιουχικών Σωματείων, συνολικά, τα περισσότερα από την ίδρυσή του το 1999. Μεγάλωσε η στεφάνη σωματείων και γύρω από το ΠΑΜΕ που δραστηριοποιούνται σε όλες αυτές τις κινητοποιήσεις.
Στην Πανελλαδική Σύσκεψη του ΠΑΜΕ το 2024 συμμετείχαν για πρώτη φορά 151 σωματεία που δεν συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, το 2016 είχαν πάρει μέρος 66 τέτοια σωματεία. Με πάνω από 230 σωματεία που δεν συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ έχουμε συντονιστεί σε διάφορες κινητοποιήσεις τα τελευταία 3 χρόνια.
Η παρέμβαση του Κόμματος, του ΠΑΜΕ, ήταν σημαντική στην ανάπτυξη των αγωνιστικών πρωτοβουλιών και των κινητοποιήσεων που έγιναν κόντρα στην εργοδοσία, στο κράτος, στην κυβέρνηση της ΝΔ και τα άλλα κόμματα του κεφαλαίου, στις ηγεσίες της ΓΣΣΕ και της ΑΔΕΔΥ. Έγιναν σε έναν σημαντικό βαθμό πιο διακριτά το πλαίσιο και ο προσανατολισμός της πάλης που προωθήσαμε μέσα στο κίνημα, γεγονός που επιδρά σε ευρύτερα τμήματα εργαζομένων.
Από το προηγούμενο Συνέδριο του Κόμματος, έγιναν 3 μαζικές πανελλαδικές - πανεργατικές απεργίες χωρίς απόφαση της ΓΣΕΕ. Μάλιστα, στην απεργία στις 28 Φλεβάρη του 2024 πετύχαμε και τον μεγαλύτερο αριθμό δευτεροβάθμιων συνδικάτων που αποφάσισαν τη συμμετοχή τους σε απεργία χωρίς τη ΓΣΕΕ (22 Ομοσπονδίες του ιδιωτικού τομέα και 37 Εργατικά Κέντρα).
Όλες οι πανελλαδικές απεργίες που έγιναν αυτά τα τέσσερα χρόνια, είτε έπαιρναν απόφαση η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ είτε όχι, έγιναν κάτω από την αγωνιστική πίεση των πρωτοβουλιών του ΠΑΜΕ και τη συσπείρωση που διαμορφωνόταν με Ομοσπονδίες, Εργατικά Κέντρα και Συνδικάτα με επεξεργασμένο συλλογικά περιεχόμενο και πλαίσιο πάλης για καλύτερους μισθούς και συντάξεις, για την επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, για μέτρα ενάντια στην ακρίβεια, ενάντια στον νόμο Γεωργιάδη που επέβαλε τις 13 ώρες δουλειάς σε πάνω από έναν εργοδότη και τώρα τον νόμο Κεραμέως για 13ωρη δουλειά σε έναν εργοδότη κ.ά., αλλά και για το έγκλημα των Τεμπών, κόντρα στη γραμμή υπεράσπισης της στρατηγικής και του κέρδους των επιχειρηματικών ομίλων.
Το έγκλημα στα Τέμπη έδωσε μια μεγάλη ώθηση στην απότομη άνοδο της διαμαρτυρίας μαζών απέναντι στην κυβέρνηση. Το εργατικό - λαϊκό και νεολαιίστικο ξέσπασμα για το έγκλημα των Τεμπών βρέθηκε στην «κορυφή» μιας ευρύτερης εργατικής - λαϊκής αγανάκτησης και δυσαρέσκειας, ανησυχίας και προβληματισμού για το μέλλον, που τροφοδοτείται συνολικά από τα αδιέξοδα σε όλη τη ζωή των εργαζομένων και του λαού. Αφορά στην ένταση της εκμετάλλευσης, στην επίθεση στο εργατικό - λαϊκό εισόδημα, με την ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς και υψηλούς φόρους, την άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκονται κρίσιμες κοινωνικές υπηρεσίες και υποδομές, όπως η Παιδεία, η Υγεία, η προστασία από φυσικά φαινόμενα και καταστροφές, αλλά τροφοδοτείται και από την αμηχανία και το φόβο από τις διεθνείς εξελίξεις και την εμπλοκή της χώρας μας στα πολεμικά μέτωπα. Η αστική τάξη παρεμβαίνει στις διεργασίες που συντελούνται στην ταξική και πολιτική συνειδητοποίηση των λαϊκών δυνάμεων, με στόχο να ελέγχει τη δυσαρέσκεια και την αγανάκτηση, για να μην πάρει αυτή, κάτω από την οργανωμένη παρέμβαση του ΚΚΕ, πιο μαζικά, αγωνιστικά, αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά.
Όλη αυτήν την περίοδο, οργανώθηκαν μεγάλες κλαδικές και τοπικές κινητοποιήσεις για την υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Ξεχωρίζουν οι πολλές κλαδικές απεργίες των οικοδόμων, που κατάφεραν αυτήν την περίοδο να υπογράψουν δύο κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) και ορισμένες εργοταξιακές. Οι απεργίες των μεταλλεργατών στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη για την υπογραφή ΣΣΕ και η συντονισμένη απεργία μεταλλεργατών - ναυτεργατών - λιμενεργατών στο λιμάνι του Πειραιά με επίκεντρο τα μέτρα υγείας και ασφάλειας. Κινητοποιήσεις για το ίδιο περιεχόμενο σε μία περίοδο με εκτίναξη των εργατικών ατυχημάτων πραγματοποιήθηκαν σε σειρά από εργασιακούς χώρους έπειτα από θανάτους και τραυματισμούς εργαζομένων. Σημαντικές ήταν οι Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις που υπογράφτηκαν μέσα από την πάλη των σωματείων σε μια σειρά από κλάδους (Τρόφιμα - Ποτά, Μέταλλο, Χημική Βιομηχανία, Χρηματοπιστωτικό κ.α.), η αγωνιστική δράση που αναπτύχθηκε ενάντια σε απολύσεις, στην αλλαγή εργασιακών σχέσεων και ωραρίων με μικρές αλλά σημαντικές νίκες των εργαζομένων.
Με πρωτοβουλία των δυνάμεών μας στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα οργανώθηκαν και μεγάλα συλλαλητήρια συνταξιούχων που διεύρυναν τη συσπείρωση σωματείων με τη Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα που έχει επιτευχθεί με πρωτοβουλία της Ομοσπονδίας Συνταξιούχων ΙΚΑ.
Οι αγώνες στη ΛΑΡΚΟ, στην COSCO, στην «E-FOOD», στα «Μεταλλεία Χαλκιδικής», στα «Πετρέλαια», στα «Λιπάσματα Καβάλας», στη «Μαλαματίνα» ανέδειξαν τη δύναμη της οργάνωσης των εργατών, γνώρισαν μεγάλη αλληλεγγύη, έγιναν σημείο αναφοράς για ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις.
Αναγνωρίζεται πλατιά η πρωτοπόρα δράση των μελών και φίλων του ΚΚΕ και της ΚΝΕ στο θέμα της υπεράσπισης της δημόσιας και δωρεάν Υγείας όπως και συνολικά στον χώρο της Εκπαίδευσης ενάντια σε όλη τη γραμμή της εμπορευματοποίησης και της ιδιωτικοποίησης. Εκφράστηκε θετική αλλαγή του συσχετισμού στο συνδικαλιστικό κίνημα των υγειονομικών στα δημόσια νοσοκομεία, των εκπαιδευτικών στη Δημόσια Εκπαίδευση και στους Φοιτητικούς Συλλόγους, στην ένταση και το περιεχόμενο των αγώνων της περιόδου.
3. Καθοριστικός ο ρόλος του Κόμματος στη διαπάλη για το τι κίνημα, τι ταξικός αγώνας απαιτείται σήμερα
Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν τον καθοριστικό ρόλο του Κόμματός μας, της οργανωμένης ιδεολογικοπολιτικής πρωτοπορίας μέσα σε έναν χώρο δουλειάς και κατ’ επέκταση την καθοριστική σημασία της οργάνωσης. Δυνάμωσε η ικανότητά μας σε ορισμένους χώρους, όπου είμαστε μειοψηφία στα ΔΣ, να δουλεύουμε με επεξεργασμένο πλαίσιο διεκδικήσεων και γραμμή αντιπαράθεσης, στοιχείο όμως που έχει πολλά περιθώρια, αφού στην πλειοψηφία των κλάδων υστερούμε να δουλεύουμε με τέτοιον προσανατολισμό. Αντίστοιχα, μετά από χρόνια έγιναν δυο κλαδικές απεργίες στα Τρόφιμα - Ποτά για την υπογραφή Κλαδικής ΣΣΕ, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη να δουλέψουμε ακόμα πιο αποφασιστικά για την ανάπτυξη κομματικών και συνδικαλιστικών υποδομών με επίκεντρο τους χώρους δουλειάς. Στις σημερινές συνθήκες, η κυβέρνηση και η εργοδοσία δεν πρόκειται να κάνουν την παραμικρή υποχώρηση. Ακόμα και για τις πιο στοιχειώδεις κατακτήσεις, όπως το να ακυρωθεί μια απόλυση, απαιτείται συσπείρωση και αποφασιστική δράση των εργαζομένων. Ο ρόλος των κομμουνιστών μέσα στους χώρους δουλειάς είναι καθοριστικός. Αν δεν υπήρχε αυτή η δράση, αν δεν υπήρχε η καθοριστική συμβολή του ΠΑΜΕ και των ταξικών συνδικάτων, η υποχώρηση θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη.
Για να μπορέσει κι ένας αγώνας να έχει ευρύτερη επίδραση, να συμβάλλει στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων, να διαμορφώνει προϋποθέσεις για ανατροπές, πρέπει να «ανοίγει» ο ορίζοντάς του, να κάνει βήματα στην κατεύθυνση της αντεπίθεσης, να δυναμώνει ο αντικαπιταλιστικός προσανατολισμός του, να συμβάλλει δηλαδή στη συνειδητοποίηση των όρων και των προϋποθέσεων για τη σύγκρουση με την καπιταλιστική εξουσία, για την προετοιμασία της επαναστατικής στρατιάς, καθήκον που προωθείται και στις σημερινές μη επαναστατικές συνθήκες.
Αυτός ο στόχος δεν προωθείται αυθόρμητα από τις ίδιες τις αγανακτισμένες εργατικές δυνάμεις, ακόμα κι όταν εμφανίζουν ανεβασμένες διαθέσεις κινητοποίησης με μαζικότητα ή και σε μορφές πάλης. Προϋποθέτει συνεχή ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση του Κόμματος με γερές Οργανώσεις σε όλους τους μαζικούς χώρους δουλειάς, σε όλους τους στρατηγικής σημασίας κλάδους. Απαιτείται συνεχής και σκληρή ιδεολογικοπολιτική πάλη, ώστε μια επιμέρους ή και γενικότερη κινητοποίηση να γίνει κρίκος στον αγώνα για τη συνειδητοποίηση και τη συγκέντρωση δυνάμεων για την επαναστατική ανατροπή κι όχι κρίκος στην αλυσίδα των ψευδαισθήσεων και αυταπατών που οδηγούν ουσιαστικά στην ενσωμάτωση στο σύστημα.
Η προώθηση αυτής της γραμμής στο συνδικαλιστικό κίνημα απαιτεί από τους κομμουνιστές την ικανότητα ανάλογης επεξεργασίας με κατάλληλες μορφές και τρόπους σε όλη τη διαδικασία, την προετοιμασία ενός αγώνα, τη διεξαγωγή του αλλά πολύ περισσότερο στη συζήτηση των συμπερασμάτων. Απαιτείται να ανέβουν η ικανότητα, η ευθύνη, η συλλογικότητα των καθοδηγητικών Οργάνων και των Κομματικών Ομάδων σε όλη την κλίμακα στην επεξεργασία των πλαισίων πάλης και της τακτικής μας στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα. Κυρίως να εκφραστεί στην ικανότητα διαμόρφωσης ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την ανάπτυξη κρίσιμων μετώπων πάλης για τη συσπείρωση, κινητοποίηση, αλλά και τον προσανατολισμό των εργαζομένων.
Παρεμβαίνουμε και διαμορφώνουμε πλαίσιο πάλης σε όλα τα ζητήματα που προκύπτουν από τις ίδιες τις εξελίξεις και αφορούν τη ζωή των εργαζομένων. Ανοίγουμε τα ζητήματα με όρους αντεπίθεσης και όχι απλώς άμυνας, αναδεικνύοντας τον πραγματικό αντίπαλο, το ίδιο το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, που εκφράζεται σε όλες τις πλευρές της ζωής των εργαζομένων.
Οι συνέπειες από την πολύχρονη εφαρμογή των ιδιωτικοποιήσεων, των περικοπών κρατικών δαπανών για κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά και οι συνέπειες από τη στήριξη του ελληνικού κράτους στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, σε συνδυασμό με τη σχετικά πολύχρονη θητεία της ΝΔ στην κυβέρνηση, σε συνδυασμό με τις συνέπειες της αντεπανάστασης και το συνολικό πισωγύρισμα, δημιουργούν έδαφος, για να δυναμώσει ένα «ρεύμα» ρεφορμισμού που καλλιεργείται από τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού, που ουσιαστικά επιδιώκουν το εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα να γίνει όχημα στην αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος, βάζοντας πλάτη στην ανάδειξή τους στην αστική κυβέρνηση που θα αντικαταστήσει τη ΝΔ. Τα συνθήματα της «επανακρατικοποίησης», «των μέτρων αντιμετώπισης της ακρίβειας, ενάντια στην αισχροκέρδεια», της πίεσης για «εξανθρωπισμό του ΝΑΤΟ» κ.ά. προβάλλονται ως εναλλακτική «προοδευτική», «αριστερή» κυβερνητική πολιτική, ακόμα και με ρόλο μεταβατικό για την ήττα του καπιταλισμού, ενώ πρόκειται για καθαρά αποπροσανατολιστικά πολιτικά αιτήματα που ταυτόχρονα συνοδεύονται από επίθεση στο Κόμμα για «κηδεμόνευση» του κινήματος ή για «πολιτικοποίησή» του.
Ορισμένες δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού προβάλλουν τη γραμμή στήριξης της Ρωσίας και της Κίνας απέναντι στις ΗΠΑ και την ΕΕ, ως μέσο για την «ήττα του ΝΑΤΟ», «ήττα της ΟΝΕ» ή και «έξοδο από την ΕΕ», καλλιεργώντας αυταπάτες σχετικά με τον χαρακτήρα αυτών ή άλλων ιμπεριαλιστικών ενώσεων. Το ίδιο όσον αφορά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αφού καλούν το εργατικό κίνημα σε συμμαχία με μέρος αστικών δυνάμεων στην κατεύθυνση αναβίωσης της γραμμής των «αντιφασιστικών μετώπων». Οι θέσεις αυτές μάλιστα εμφανίζονται ως «συγκρουσιακές», σε αντίθεση με τη γραμμή του ΚΚΕ που διαστρεβλώνεται ως «συμβιβασμένη με το σύστημα», που δήθεν «τα παραπέμπει όλα στην επανάσταση και τον σοσιαλισμό».
Η επίδραση και πίεση αυτών των θέσεων σε ριζοσπαστικές δυνάμεις στο εργατικό κίνημα σημαίνει ουσιαστικά την αναβίωση με νέα μορφή της λογικής των σταδίων και της στρατηγικής πρότασης που επικαλείται την «ενότητα στο πρόβλημα» ως γραμμή συσπείρωσης. Μια γραμμή που έχει καταδικαστεί και ξεπεραστεί από την ίδια τη ζωή, από την πείρα της ταξικής πάλης, για αυτό έχει απορριφθεί από το Κόμμα μας στην προγραμματική του επεξεργασία, με τις αποφάσεις των Συνεδρίων του, στην καθημερινή δράση μας στη βάση της στρατηγικής μας. Θέτουμε στο επίκεντρο της συζήτησης ότι στο πιεστικό ερώτημα «τι να γίνει άμεσα», η απάντηση είναι ότι πρέπει να δυναμώσουν η συζήτηση και η δράση για τη συγκέντρωση δυνάμεων, η πάλη για τα μέτωπα που βγάζουν οι ίδιες οι εξελίξεις, με πολιτική ταξικής σύγκρουσης που ωριμάζει τις εργατικές συνειδήσεις, ώστε να δώσουν αποφασιστικά τη μάχη για ριζικές ανατροπές στην οικονομία και την πολιτική εξουσία. Σε αυτήν την κατεύθυνση, το κύριο είναι να συστηματοποιηθεί, να πυκνώσει η ιδεολογική - πολιτική μας παρέμβαση προς τους –συνδικαλισμένους και μη– εργαζόμενους, ειδικότερα σε όσους και όσες συσπειρώνονται στο κίνημα, να ενταθεί η διαπάλη μέσα σε αυτούς, αλλά κυρίως η αυτοτελής δράση του Κόμματος. Στα ψηφοδέλτιά μας συσπειρώνονται χιλιάδες αγωνιστές. Προτεραιότητα αποκτά το κέρδισμα του μεγαλύτερου μέρους τους με τη στρατηγική του Κόμματος, η ωρίμανση των πρωτοπόρων ως κομμουνιστών και η σχεδιασμένη ένταξή τους στο Κόμμα.
Προϋπόθεση είναι να αφομοιώνεται καλύτερα και πιο έμπρακτα στη δουλειά μεγαλύτερου τμήματος στελεχών και μελών του Κόμματος η Απόφαση της ΚΕ για ανέβασμα του ιδεολογικοπολιτικού υποβάθρου, με συστηματική προσπάθεια αυτομόρφωσης, με αφομοίωση των συλλογικά επεξεργασμένων θέσεών μας, η ανάπτυξη της ετοιμότητας, της ικανότητας δράσης σε όλες τις συνθήκες, μέσα στις οποίες οφείλουμε να έχουμε μαχητική και κλιμακούμενη παρέμβαση, συστηματική προβολή της στρατηγικής και των θέσεών μας για όλα τα μεγάλα ζητήματα της ζωής των μισθωτών, των παιδιών τους, την οργάνωση της πάλης και τη συσπείρωση περισσότερων δυνάμεων.
Κρίσιμο ζήτημα για την καθοδηγητική δουλειά είναι η εκτίμηση των διαθέσεων των μαζών. Η ικανότητα όμως να εκτιμάμε σωστά τις διαθέσεις, πώς σκέφτονται πλατιά η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα δεν αρκεί και για την ουσιαστική παρέμβαση, την εξασφάλιση κάθε δυνατότητας για τον ταξικό προσανατολισμό στη διάθεση κινητοποίησης. Τα κομματικά όργανα και τα στελέχη δεν είναι παρατηρητές και αξιολογητές «διαθέσεων», αλλά απαιτείται να βλέπουν πώς επιδρά η δική μας παρέμβαση και στη διαμόρφωσή τους αλλά και πώς τις παίρνουν υπόψη τους, όχι για να υποταχθούν σε αυτές αλλά για να τις ανεβάσουν –όσο αυτό είναι δυνατό– σε συγκεκριμένη ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.
Μια νέα εκδήλωση οικονομικής κρίσης, και μάλιστα σε συνθήκες στροφής στην πολεμική οικονομία, θα συνοδευτεί από νέες ανακατατάξεις στην κλαδική διάρθρωση, νέες επιπτώσεις στους εργαζόμενους, από νέα αντιλαϊκά μέτρα στα εργασιακά, ασφαλιστικά και συνδικαλιστικά δικαιώματά τους, ένταση της φοροληστείας και αρπαγή των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, άνοδο των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και περαιτέρω περικοπές των δαπανών για Υγεία, Παιδεία, κοινωνικές παροχές, νέα επίθεση σε μισθολογικά δικαιώματα και στις Συλλογικές Συμβάσεις, παραπέρα ιδιωτικοποιήσεις σε κρίσιμες υποδομές, στο νερό, στην Ενέργεια, στις Μεταφορές. Θα δυσκολέψει συνολικά την όποια μικρή έστω σήμερα ικανοποίηση αναγκών, ρίχνοντας κι άλλο την τιμή της εργατικής δύναμης σε σχέση πάντα με τις τεράστιες αυξήσεις σε τιμές εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Θα δημιουργήσει και θα αυξήσει κατακόρυφα τις μόνιμες βλάβες υγείας, με την ένταση της εκμετάλλευσης, με την αύξηση του απλήρωτου εργάσιμου χρόνου.
Ταυτόχρονα, η στροφή στην πολεμική οικονομία θα συνοδευτεί από αυταρχισμό, ως κρατική καταστολή και εργοδοτική τρομοκρατία, περιορισμό και απαγόρευση της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης, διώξεις πρωτοπόρων εργαζομένων καθώς επίσης και προσπάθεια ενσωμάτωσης, με υλικούς όρους, εργαζομένων στους στόχους της πολεμικής βιομηχανίας. Κρίσιμο θέμα είναι το Κόμμα να είναι σε ετοιμότητα και επαγρύπνηση, με την πρωτοπόρα δράση του, με τη δράση των κομμουνιστών στο εργατικό - λαϊκό κίνημα να καλλιεργεί την αλληλεγγύη, τη μαζική λαϊκή πάλη, τη μαχητική αντιμετώπιση των απαγορεύσεων, δυναμώνοντας το κύρος του παραδείγματος που εμπνέει, διώχνει τον φόβο, παρακινεί για δράση.
Το κύριο για τη δουλειά του Κόμματος στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα είναι να γίνουν πιο αποφασιστικά και μεγάλα βήματα στην πορεία ανασύνταξης του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, στην ισχυροποίηση της αντικαπιταλιστικής - αντιμονοπωλιακής γραμμής πάλης. Για ένα κίνημα που δεν θα υποτάσσεται στη στρατηγική του κεφαλαίου, των αστικών κυβερνήσεων, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Δεν θα υποτάσσεται στη γραμμή «τα κεφάλια μέσα» και στη στήριξη των «εθνικών» στόχων του κεφαλαίου. Δεν θα συνταχθεί με τους εκμεταλλευτές του για να γίνουν αυτοί ισχυρότεροι. Κίνημα, το οποίο θα συμβάλει με τη διεθνιστική δράση και αλληλεγγύη να μη διαχωριστούν οι εργάτες όλου του κόσμου, παίρνοντας το μέρος του ενός ή του άλλου ληστή του πλούτου που παράγουν. Αυτό χρειάζεται να εκφραστεί και με την ενίσχυση της σχεδιασμένης παρέμβασής μας στους μετανάστες, για την άνοδο του βαθμού οργάνωσης των μεταναστών στα συνδικάτα, την ενεργή συμμετοχή τους, την ανάδειξη και εκλογή τους στα Διοικητικά Συμβούλια των συνδικάτων όλων των βαθμίδων.
Τα βήματα που έχουν πραγματοποιηθεί σε μια σειρά κλάδους πρέπει να επιταχυνθούν. Να αναδεικνύεται ο πραγματικός, άδικος, ταξικός χαρακτήρας του αστικού κράτους, ενός κράτους, ικανού μόνο για να προστατεύει τα κέρδη και την εκμετάλλευση από τους καπιταλιστές. Από αυτήν την επιδίωξη πηγάζει ο βάρβαρος και αντιλαϊκός, δολοφονικός χαρακτήρας του είτε σε καιρό πολέμου είτε σε καιρό ειρήνης, που δεν αλλάζει και δεν εξανθρωπίζεται, μόνο ανατρέπεται. Ένα κίνημα που θα έχει σταθερό μέτωπο με τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό σε ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ και σε άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις, με τη γραμμή της ταξικής συνεργασίας και της «κοινωνικής ειρήνης» που ενισχύουν τη χειραγώγηση και την εκμετάλλευση των εργαζομένων.
Συνολικά, το ΚΚΕ, με τα στελέχη και τα μέλη του παλεύουν δραστήρια για την ανασύνταξη του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, για αυξήσεις στους μισθούς και Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, για σύγχρονες κοινωνικές υπηρεσίες, Παιδεία και Υγεία - Πρόνοια, με βάση τις δυνατότητες που διαμορφώνει η ανάπτυξη της επιστήμης, ασφαλείς και αναβαθμισμένες, αποκλειστικά κρατικές μαζικές μεταφορές με γνώμονα τις λαϊκές ανάγκες και όχι το καπιταλιστικό κέρδος, νερό κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα, λαϊκή στέγη και όχι πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας και επαγγελματικής στέγης, για ζωή ολόκληρη και όχι με δόσεις, με ελεύθερο χρόνο, για φυσική αγωγή και αθλητισμό, για πολιτισμό και ψυχαγωγία, για διακοπές για όλους τους εργαζόμενους, για την απεμπλοκή της χώρας μας από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ένα κίνημα που θα καλλιεργεί την οργανωμένη απειθαρχία και την αγωνιστική αναμέτρηση τόσο με την πολιτική του κεφαλαίου όσο και με την προσπάθεια το κίνημα να γίνεται σκαλοπάτι της αστικής κυβερνητικής εναλλαγής, να συμβάλλει στην ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα για την αποφασιστική σύγκρουση και ρήξη με την εκμεταλλευτική εξουσία. Σε αυτήν την κατεύθυνση, η ενίσχυση και διεύρυνση του ΠΑΜΕ, ως ταξικού πόλου στο συνδικαλιστικό κίνημα, είναι σημαντική για να συγκροτηθεί ένα πανελλαδικά συντονισμένο, ενιαίο κίνημα, με κοινές θέσεις και στόχους διεκδίκησης, για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών των εργαζομένων.
Κεντρικό καθοδηγητικό πρόβλημα και καθήκον παραμένει η ιδεολογικοπολιτική βοήθεια προς τα στελέχη και μέλη που δρουν στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος, η βοήθεια προς τις Κομματικές Ομάδες. Η λειτουργία πολλών Κομματικών Ομάδων είναι τυπική, συνεδριάζουν λίγο πριν από το ΔΣ των σωματείων και πολλές φορές με το ίδιο περιεχόμενο. Η δουλειά ορισμένων Κομματικών Ομάδων, ο τρόπος που δουλεύουμε με πολλούς πρωτοπόρους αγωνιστές, που είναι στα συνδικαλιστικά μας ψηφοδέλτια, δεν βαθαίνει στον προσανατολισμό και στο περιεχόμενο με το Πρόγραμμα του Κόμματος, δυσκολεύονται στην εξειδίκευση της δουλειάς και στην επεξεργασία της στρατηγικής μας σε κάθε κλάδο.
Η καθοδήγηση των Κομματικών Ομάδων εργατικών σωματείων, Εργατικών Κέντρων χρειάζεται να προσανατολίζει στην εκτίμηση της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, με αντίστοιχα μέτρα για την άνοδό της. Η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα παραμένει πολύ πίσω από το ποσοστό των μισθωτών γυναικών στο σύνολο των μισθωτών, παρά ορισμένα βήματα βελτίωσης σε αρχαιρεσίες πρωτοβάθμιων σωματείων ορισμένων κλάδων. Με βάση τον σταθερό έλεγχο, οι Κομματικές Ομάδες των Εργατικών Κέντρων, Ομοσπονδιών, εργατικών σωματείων, χρειάζεται να προσανατολίζονται σε μέτρα που αφορούν στη βελτίωση του περιεχομένου λειτουργίας των σωματείων, προσανατολισμένα σε κάθε πλευρά της ζωής της εργαζόμενης γυναίκας και της οικογένειάς της (π.χ. Υγεία, Παιδεία, Προσχολική και Ειδική Αγωγή, φροντίδα ηλικιωμένων, δημιουργική αξιοποίηση του μη εργάσιμου χρόνου, Πολιτισμός). Να διαπερνούν το πλαίσιο πάλης για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.
Έχει δυναμώσει η απαίτηση των καθοδηγητικών Οργάνων να έχουν πιο συστηματική και σε βάθος ενασχόληση με τη δουλειά του Κόμματος στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα και τη στήριξη των κομματικών στελεχών που είναι χρεωμένα σε αυτά, να διευρυνθούν και να βαθύνουν οι δεσμοί μας με νέες δυνάμεις, που έχουμε αποσπάσει τα τελευταία χρόνια από την πολιτική και συνδικαλιστική επιρροή των άλλων δυνάμεων. Αυτό οπωσδήποτε αφορά όλα τα Όργανα και τις ΚΟΒ, όχι μόνο τις Κλαδικές, Επιχειρησιακές αλλά και τις Εδαφικές, κάτι που δυστυχώς δεν το έχουμε μέχρι στιγμής πετύχει. Οι χιλιάδες εργαζόμενοι που συμμετέχουν στα ψηφοδέλτια, τα νέα εκλεγμένα στελέχη σε όλες τις βαθμίδες του συνδικαλιστικού κινήματος χρειάζονται καθοδηγητική βοήθεια, για να αποκτήσουν ισχυρή ιδεολογική, πολιτική υποδομή. Αυξημένα είναι τα κριτήρια ανάδειξης στελεχών σε θέσεις ευθύνης και ιδιαίτερα στις κεντρικές Κομματικές Ομάδες. Κρίσιμο στοιχείο είναι η ουσιαστική λειτουργία των Κομματικών Ομάδων και η συνεργασία τους με τα Γραφεία των Επιτροπών Περιοχής.
4. Η παρέμβαση του Κόμματος και η ευθύνη του εργατικού κινήματος για την κοινωνική συμμαχία σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση
Έχουν γίνει βήματα στο να συνειδητοποιείται το γεγονός ότι η κοινωνική συμμαχία δεν αποτελεί απλά έναν συντονισμό διαφόρων σχημάτων που φτιάχνονται για να διευκολύνουν την άνοδο του κινήματος, αλλά συμμαχία κοινωνικών δυνάμεων στην κατεύθυνση της ανατροπής του καπιταλισμού και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.
Πρόκειται για μια προοπτική που αντικειμενικά συμφέρει την πλειοψηφία των αυτοαπασχολούμενων τόσο της πόλης όσο και της υπαίθρου, τα λαϊκά στρώματα, που υποφέρουν από τον ανταγωνισμό με τα μονοπώλια, συνθλίβονται από το καπιταλιστικό κράτος που τα υπηρετεί.
Είναι ευθύνη πρώτα και κύρια της πρωτοπόρας τάξης, της εργατικής τάξης, να προετοιμάσει το έδαφος σε αυτήν την κατεύθυνση. Σήμερα αυτή η προσπάθεια παίρνει τη μορφή της έκφρασης αλληλεγγύης, της κοινής δράσης, του συντονισμού για οξυμένα λαϊκά προβλήματα ανάμεσα στους φορείς των διαφόρων κινημάτων.
Από αυτήν τη σκοπιά, πρέπει να σχεδιάζεται η συγκεκριμένη δουλειά των κομμουνιστών μέσα στα σωματεία, να δυναμώνει ο προσανατολισμός των συνδικάτων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ σε αυτήν την κατεύθυνση. Με πρωτοβουλία των Εργατικών Κέντρων, των Ομοσπονδιών και των σωματείων να αναπτύσσεται η επαφή με τους φορείς των αυτοαπασχολουμένων (αγροτών, ΕΒΕ κ.λπ.) με την κατάλληλη κάθε φορά μορφή και τρόπο απεύθυνσης. Η πείρα έχει δείξει ότι για να διαμορφώνονται προϋποθέσεις συσπείρωσης χρειάζεται συστηματική δουλειά διαφώτισης από πριν, επεξεργασμένα πλαίσια που να φωτίζουν τις αιτίες και την προοπτική.
Σημείο αναφοράς είναι τα κοινά συλλαλητήρια Εργατικών Κέντρων - αγροτικών φορέων με κορύφωση το μεγάλο συλλαλητήριο στο κέντρο της Αθήνας τον Φλεβάρη του 2024. Παρ’ όλα αυτά, όλες οι δράσεις που έχουν αναπτυχθεί έχουν παροδικό χαρακτήρα, γεννιούνται και εξελίσσονται στη βάση αγώνων που ξεσπούν από την οξύτητα των προβλημάτων που εκδηλώνονται σε διάφορες συνθήκες, κύρια σε τοπικό επίπεδο καθώς και στην αλληλεγγύη του εργατικού με το αγροτικό και φοιτητικό κίνημα. Δεν έχει πάρει πιο στέρεα και μόνιμα χαρακτηριστικά στη βάση ενός κοινού πλαισίου διεκδικήσεων σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.
Ξεχωρίζει το παράδειγμα του συντονισμού κοινής δράσης εργατικών σωματείων και φορέων του λαϊκού κινήματος που αναπτύχθηκε στη Λάρισα, που έχει έναν πιο μόνιμο και διευρυμένο χαρακτήρα με το πλαίσιο πάλης που επεξεργάζεται και προβάλλει σε κάθε φάση το Εργατικό Κέντρο Λάρισας. Χωρίς προχειρότητες και εκτιμώντας εκεί που ωριμάζει, οι Κομματικές Οργανώσεις μπορούν να δουν αντίστοιχες πρωτοβουλίες μόνιμου συντονισμού φορέων και σε άλλες περιοχές όπου υπάρχουν προϋποθέσεις. Σε αυτήν τη φάση, ό,τι έχει επιτευχθεί αφορά κοινή δράση στο επίπεδο των συνεπειών από την κυρίαρχη πολιτική, στη βάση της αντίθεσης στην κυβερνητική πολιτική. Παρότι σε αυτήν τη διαδικασία ανοίγονται αιχμές για τον ρόλο του αστικού κράτους, την πολιτική στήριξης των μονοπωλίων, τον ρόλο της ΕΕ, εντούτοις απέχει πολύ ακόμα από αυτό που χαρακτηρίζεται αντιμονοπωλιακός - αντικαπιταλιστικός προσανατολισμός.
Ο συγκριτικά πιο αρνητικός συσχετισμός π.χ. στο κίνημα των ΕΒΕ σε σχέση με το αγροτικό κίνημα, το γεγονός ότι δεν έχει διαχωριστεί το κίνημα των αυτοαπασχολούμενων από την κυριαρχία των καπιταλιστών, κάνει πιο απαιτητική την ιδεολογικοπολιτική πάλη μέσα στο κίνημα, την προώθηση πλαισίων πάλης σε αντιμονοπωλιακή - αντικαπιταλιστική κατεύθυνση και όχι στενά συντεχνιακή. Το ίδιο απαιτείται και στους αγρότες που έχουν γίνει ορισμένα βήματα, ώστε να συνειδητοποιείται και να γίνεται ολοένα και περισσότερο αποδεκτή η ανάγκη κοινής δράσης με τους υπόλοιπους εργαζόμενους στο κίνημα. Σε αυτήν την κατεύθυνση βοήθησε, κατά τους πρόσφατους κύκλους αγροτικών κινητοποιήσεων, η επεξεργασμένη παρέμβαση για το θέμα της μεγάλης διαφοράς στην τιμή «από το χωράφι στο ράφι», που αναδείκνυε τα μονοπώλια και το κράτος που τα υπηρετεί ως τον κοινό αντίπαλο των αγροτών, των εργατών και των υπόλοιπων λαϊκών στρωμάτων. Αυτό το ζήτημα αποτέλεσε βασική αιχμή παρέμβασης τόσο των εργατικών συνδικάτων που συμπαρατάχτηκαν στις αγροτικές κινητοποιήσεις όσο και των αγροτικών - συνδικαλιστικών δυνάμεων που συσπειρώνονται στην Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων (ΠΕΜ). Η επιμονή στη στοχοποίηση του κοινού αντιπάλου αποτελεί ένα καθοδηγητικό νήμα, που μπορεί να συμβάλει στο να συνειδητοποιείται βαθύτερα η ανάγκη δράσης με χαρακτηριστικά μονιμότερου συντονισμού.
Σίγουρα ξεχωρίζει, ως καθοδηγητικό ζητούμενο, το πώς σε όλα τα κινήματα κατακτιέται, να διαπερνά την καθημερινότητα της συλλογικής δράσης, η πάλη για τα μεγάλα γενικά κοινωνικά προβλήματα, σε κατεύθυνση διεκδίκησης του συνόλου των σύγχρονων αναγκών, που αντικειμενικά μπορούν να αποτελέσουν και το έδαφος της κοινής δράσης των εν δυνάμει συμμάχων κοινωνικών δυνάμεων.
Στο κίνημα των αυτοαπασχολούμενων ΕΒΕ απαιτείται επίμονη προσπάθεια για να διευρυνθεί το πλαίσιο πάλης, πέραν των άμεσων ζητημάτων φορολογίας, χρεών κ.λπ., κυρίως όμως για να καμφθούν συντεχνιακές διεκδικήσεις, που κυριαρχούν όπου δεν είμαστε πλειοψηφία. Η πανδημία έδωσε ορισμένη θετική πείρα. Θετική προσπάθεια έγινε επίσης με αφορμή τα «Τέμπη», τις πλημμύρες στη Λάρισα, την Υγεία, τους πλειστηριασμούς.
Στο αγροτικό κίνημα έχει βοηθήσει η προσπάθεια ενιαιοποίησης του πλαισίου πάλης, το οποίο εμπλουτίζεται και επικαιροποιείται με βάση τα τρέχοντα οξυμένα προβλήματα και ανοίγει μια σειρά από ζητήματα που αφορούν γενικότερα τη ζωή στην ύπαιθρο.
Β. ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥΣ
1. Τα λαϊκά μεσαία στρώματα στην πορεία από το 21ο Συνέδριο μέχρι σήμερα. Ιδιαίτερες οι απαιτήσεις της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης στους αυτοαπασχολούμενους
Στην περίοδο από το 21ο Συνέδριο δεν σημειώθηκαν ριζικές αλλαγές στην εξέλιξη των λαϊκών μεσαίων στρωμάτων, ώστε σήμερα να εντοπίζουμε νέες τάσεις. Η επιστροφή της οικονομίας σε ρυθμούς ανάπτυξης, έστω και χαμηλούς μετά την πανδημία, ευνόησε ιδιαίτερα την αυτοαπασχόληση στους κλάδους επισιτισμού - τουρισμού, κατασκευών, λογιστικών - φοροτεχνικών υπηρεσιών, συνοδευμένη όμως από συνθήκες υπερεργασίας. Αντίθετα, ο περιορισμός της αυτοαπασχόλησης στο λιανικό εμπόριο συνεχίστηκε, παρά την ανάπτυξη συνολικά του κλάδου. Η τάση συγκεντροποίησης ενισχύθηκε και από το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις ψηφιακές πλατφόρμες.
Οι μηχανισμοί ενσωμάτωσης και εξαγοράς, που αφορούν τους αυτοαπασχολούμενους, διαπερνούν το σύνολο του αστικού κρατικού μηχανισμού (κεντρικού και τοπικού), με την εμπλοκή όλων των αστικών κομμάτων, στοιχείο που αντικειμενικά εξασφαλίζει την πρόσδεση των μικροαστικών στρωμάτων στην εξουσία της αστικής τάξης.
Ο αυτοτελής ιδεολογικοπολιτικός αγώνας του Κόμματος στους αυτοαπασχολούμενους και στη διαπάλη που διεξάγεται μέσα στο κίνημά τους έχει ιδιαίτερη απαιτητικότητα, αφού απευθύνεται σε ατομικούς ιδιοκτήτες, που συχνά χρησιμοποιούν μισθωτή εργασία κι αισθάνονται να θίγονται από κατακτήσεις της εργατικής τάξης (υποχρεωτική ασφάλιση, αυξήσεις μισθών, ωράριο εργασίας κ.λπ.). Την ίδια στιγμή, η αντικειμενική τάση επιδείνωσης των λαϊκών τμημάτων των αυτοαπασχολουμένων είναι το έδαφος για τη συσπείρωσή τους με το ΚΚΕ.
Η άνοδος της πολιτικής επιρροής του Κόμματος που καταγράφηκε στις εκλογές της περιόδου (βουλευτικές, δημοτικές, περιφερειακές, ευρωεκλογές) εκφράστηκε και στους αυτοαπασχολούμενους. Ωστόσο, καθυστερεί σημαντικά η εξειδικευμένη αυτοτελής ιδεολογική - πολιτική μας παρέμβαση, όχι τόσο ως προς τρέχουσες ανάγκες τους, την αντικειμενική τάση συρρίκνωσής τους στον καπιταλισμό, αλλά ως προς τη δημιουργική τους ένταξη στην πάλη για τον σοσιαλισμό - κομμουνισμό, μέσα και από την κατανόηση της θέσης που θα έχουν στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής παραγωγής.
Επιβεβαιώνεται ότι απαιτείται ένας πιο ισχυρός πυρήνας κομματικών μελών και οπαδών αυτοαπασχολούμενων σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα και κλάδους. Τα σταθερά βήματα που σημειώνονται σε ορισμένες πόλεις, αναδεικνύουν ότι όπου εξασφαλίζεται σχετική βελτίωση στην ικανότητα καθοδήγησης της παρέμβασής μας σε αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις, οδηγεί και σε σταθεροποίηση της κομματικής παρέμβασης και των αποτελεσμάτων.
Η παρέμβαση του Κόμματος για την ενίσχυση της αντικαπιταλιστικής - αντιμονοπωλιακής γραμμής πάλης στο συνδικαλιστικό κίνημα των αυτοαπασχολούμενων έγινε πιο σύνθετη λόγω της μεγάλης αντιφατικότητας που χαρακτηρίζει την πορεία της αυτοαπασχόλησης, ειδικότερα των πιο λαϊκών τμημάτων.
Τα βασικά μέτωπα που ξεχώρισαν αυτήν την 4ετία ήταν η πάλη για την απόκρουση των συνεπειών από την περίοδο της πανδημίας και στη συνέχεια ενάντια στον νέο φορολογικό νόμο και τον ψηφιακό στραγγαλισμό των μικροεπιχειρήσεων (βλ. Mydata), στα οποία οι δυνάμεις μας πρωτοστάτησαν. Επίσης, συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις για τις συνέπειες από φυσικές καταστροφές, για την εκτίναξη των τιμών στην Ενέργεια, ενάντια στους πλειστηριασμούς, αλλά και σε ορισμένες μαζικές κλαδικές κινητοποιήσεις π.χ. ταξί, λογιστές. Θετικές ήταν πρωτοβουλίες, π.χ., για την προστασία από επαγγελματικές ασθένειες και ατυχήματα, με αποτέλεσμα μια ευρύτερη συσπείρωση σωματείων.
Ωστόσο, η αγωνιστική δραστηριότητα των αυτοαπασχολούμενων
–πλην των επιστημόνων αυτοαπασχολούμενων– σε σχέση με άλλες κοινωνικές δυνάμεις, παραμένει γενικά χαμηλή, παρά τη συσσωρευμένη ανασφάλεια.
Ο συσχετισμός στο συνδικαλιστικό κίνημα παραμένει αρνητικός, παρά τις αυξομειώσεις της επιρροής μας από κλάδο σε κλάδο. Καταγράφουμε διακριτή άνοδο στην ΕΣΕΕ και τους εμπορικούς συλλόγους, έχει σταθεροποιηθεί το κύρος της ΟΒΣΑ, που εξακολουθεί να λειτουργεί ως αγωνιστική προμετωπίδα στην Αττική, βελτιώνεται η κατάσταση στη Λάρισα, δευτερευόντως στη Θεσσαλονίκη ή και σε ορισμένους κλάδους όπως οι φοροτέχνες/λογιστές. Ταυτόχρονα όμως παραμένουν καθυστερήσεις σε μαζικούς κλάδους όπως οι Κατασκευές, οι Μεταφορές, οι λαϊκές αγορές, που αντανακλώνται και στη συνδικαλιστική μας επιρροή στη ΓΣΕΒΕΕ.
Η υπόθεση συγκρότησης αγωνιστικού Πανελλαδικού Πόλου Ομοσπονδιών - σωματείων ΕΒΕ παραμένει ουσιαστικά στάσιμη όσο δεν μετράμε βήματα στην αλλαγή συσχετισμού στα πρωτοβάθμια σωματεία και τις δευτεροβάθμιες Ομοσπονδίες, τοπικές και κλαδικές.
Δύο παράγοντες επιδρούν συνδυαστικά: Ο μικρός αριθμός των δικών μας δυνάμεων ώστε να επιδρούμε πιο αποφασιστικά και η κυριαρχία των εκπροσώπων των καπιταλιστών στα συνδικαλιστικά όργανα του κινήματός τους, που πολιτικά εκφράζεται με κυριαρχία των ΝΔ - ΠΑΣΟΚ και με συστηματική παρέμβαση μηχανισμών (δήμων, Περιφερειών, συνδικαλιστικών και επιμελητηριακών μηχανισμών) που διαμορφώνουν σχέσεις υλικής ενσωμάτωσης, εξαγοράς.
2. Το κύριο πρόβλημα της κομματικής δουλειάς
Το κύριο πρόβλημα εντοπίζεται στη δυσκολία συνδυασμένης καθοδήγησης σε όλη τη δομή του συνδικαλιστικού κινήματος, ή έστω στους μαζικότερους φορείς του, στο περιεχόμενο, στην επεξεργασία και προώθηση της γραμμής μας, αλλά και στα αναγκαία οργανωτικά μέτρα που απαιτούνται ανά πόλη, κλάδο, με σχέδιο διάταξης δυνάμεων, συγκρότησης Βοηθητικών Επιτροπών και Κομματικών Ομάδων, σταθερό έλεγχο. Πρόκειται για παρέμβαση απαραίτητη ώστε να αντιμετωπίζουμε τα εμπόδια που ορθώνουν οι άλλες δυνάμεις, εκεί όπου δρούμε ως μειοψηφία αλλά και να εξασφαλίζουμε σταθερά αναβαθμισμένη λειτουργία του Οργάνου ώστε να επιδρά στη μαζικοποίηση και μαχητικοποίηση ευρύτερων δυνάμεων εκεί όπου πλειοψηφούμε.
Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται:
- Ένταξη όλων των κομματικών μελών αυτοαπασχολούμενων στα σωματεία τους ανεξάρτητα από την κομματική οργανωτική ένταξή τους (αν εντάσσονται δηλαδή σε ΚΟΒ ΕΒΕ ή Εδαφική).
- Καταγραφή και αξιολόγηση του κομματικού περίγυρου. Εξασφάλιση αντίστοιχης ένταξής του στο μαζικό κίνημα, στο αντίστοιχο σωματείο και στις αγωνιστικές δραστηριότητές του.
- Επιβεβαιώνουμε ως βασικούς κλάδους στην παρέμβασή μας το Εμπόριο και τους εμπορικούς συλλόγους, τα κλαδικά σωματεία στις Κατασκευές (ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, ψυκτικοί), τη Μεταποίηση (κύρια μέταλλο, ξύλο), την Εστίαση, την επισκευή αυτοκινήτων, στους φοροτέχνες/λογιστές, στις λαϊκές αγορές καθώς και σε άλλα σωματεία που κρίνουμε κατά περιοχή ότι μπορούμε να έχουμε θετικά αποτελέσματα.
Επικεντρώνουμε στα εξής κύρια ζητήματα καθοδήγησης των αυτοαπασχολούμενων της πόλης:
- Συνέχεια του ιδεολογικοπολιτικού εξοπλισμού με τις Αποφάσεις της Συνδιάσκεψης, ώστε να κατανοούνται οι ιεραρχήσεις σε ποιους επαγγελματίες απευθυνόμαστε, να κατανοούνται οι εγγενείς αντιφάσεις στη ριζοσπαστικοποίηση των μικροαστικών στρωμάτων, από το στελεχικό δυναμικό ιδίως. Η υποτίμηση της δουλειάς από την πλευρά οργάνων και στελεχών, η μη έγκαιρη αντιμετώπιση σχηματοποιήσεων και υποκειμενισμών έχει ως αποτέλεσμα τέτοιες κοινωνικές δυνάμεις –πολυπληθείς στα αστικά κέντρα– να διαμορφώνουν ανασταλτικές συνθήκες και για τη στάση της εργατικής τάξης.
- Οργάνωση πιο συστηματικής ιδεολογικοπολιτικής συζήτησης με τον περίγυρο του Κόμματος με άξονα την προγραμματική θέση μας για το πώς στον σοσιαλισμό το μεγαλύτερο μέρος των αυτοαπασχολούμενων εντάσσεται άμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στον κεντρικό σχεδιασμό ως εργαζόμενοι, ενώ παραμένουν ελάχιστες μορφές αυτοαπασχόλησης, θέση που πρέπει να συνδυάζεται και με τη διαφώτιση για την αντικειμενική πορεία τους στον καπιταλισμό, παρά τις αντιφάσεις με τις οποίες εξελίσσεται. Χρειάζεται υπομονή, γιατί το στοιχείο της ατομικής ιδιοκτησίας δεν ξεριζώνεται εύκολα, έχει υπαρκτή υλική βάση. Αλλά, κι από την άλλη, οι συνέπειες της υπερεργασίας στην υγεία, στην ποιότητα ζωής, οι συνέπειες της ατομικής ευθύνης της επιχειρηματικότητας διαμορφώνουν όρους κατανόησης του πλεονεκτήματος της άμεσα κοινωνικής παραγωγής, κρατικού εμπορίου και των κοινωνικών υπηρεσιών. Μόνο σε αυτήν την κατεύθυνση είναι δυνατή η διαμόρφωση μιας πρωτοπορίας, πολύ περισσότερο η στρατολογία των πιο πρωτοπόρων στοιχείων από αυτό το κοινωνικό στρώμα στο Κόμμα της εργατικής τάξης.
- Καλύτερη παρακολούθηση εξελίξεων και τάσεων. Κατανόηση της αντιφατικής πορείας των αυτοαπασχολούμενων και της μεγάλης ανομοιογένειας από κλάδο σε κλάδο, περιοχή σε περιοχή, ανάλογα με τις αστικές προτεραιότητες, τον ρυθμό συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, τις ανάγκες των μονοπωλίων για «στεφάνη» μικρών επιχειρήσεων κ.λπ.
Συνέχεια στη θετική προσπάθεια μελέτης των μεταβολών των αυτοαπασχολούμενων χωρίς προσωπικό στους βασικούς κλάδους, αλλά και σχετικά νέων φαινομένων, όπως η επέκταση του ηλεκτρονικού εμπορίου και η κυριαρχία των ψηφιακών πλατφορμών στο Εμπόριο, με παραπέρα εμβάθυνση. Πιο συστηματική μελέτη για την παρέμβαση της Τοπικής και Περιφερειακής Διοίκησης, για την εκτίμηση της πορείας σχετικών προγραμμάτων (π.χ. open malls) σε συνεργασία με την αντίστοιχη Διατμηματική Επιτροπή και τις Κομματικές Οργανώσεις.
- Κατάκτηση τακτικής συζήτησης στα Όργανα. Συγκεκριμένη εξέταση της προόδου που σημειώνεται, των δυσκολιών που καλούμαστε σε κάθε φάση να ξεπεράσουμε, της επεξεργασίας της διαπάλης. Επιλογή κατάλληλων υπευθύνων χωρίς συνεχείς αλλαγές στις χρεώσεις, ουσιαστική κατανόηση της καθοδηγητικής τους ευθύνης στο πλαίσιο του καταμερισμού του Οργάνου. Συγκρότηση και συστηματική καθοδήγηση Κομματικών Ομάδων και Βοηθητικών Επιτελείων δίπλα στα όργανα.
- Σχέδιο οικοδόμησης κατά κλάδο. Ειδική δουλειά διαμόρφωσης κομματικών πυρήνων, παρέμβαση στα αντίστοιχα σωματεία, αξιοποιώντας το σύνολο των κομματικών δυνάμεων ΕΒΕ. Επεξεργασμένη γραμμή, για να πρωτοστατήσουμε στις εξελίξεις που συχνά έχουν διαφορετική ένταση και απαιτήσεις ανά κλάδο.
- Συγκεκριμένη μελέτη σε ζητήματα διάταξης που αντικειμενικά προκύπτουν από τα παραπάνω: Η διάταξη με Κλαδικές ΚΟΒ στις Τομεακές Οργανώσεις σε ΚΟ Αττικής και Κεντρική Μακεδονία δίνει θετική πείρα, ενώ παραμένει η ανάγκη ενίσχυσης της καθοδηγητικής δουλειάς στις Εδαφικές Τομεακές Οργανώσεις. Να εξεταστεί το ενδεχόμενο συγκρότησης Τομεακής Επιτροπής σε μεγάλα αστικά κέντρα καθώς και στα υπόλοιπα μικρότερα αστικά κέντρα, η συγκρότηση νέων ΚΟΒ ΕΒΕ και στην πορεία, ανάλογα με την πρόοδο, η συγκρότηση Κλαδικών ΚΟΒ κατασκευών/μεταποίησης, υπηρεσιών, εμπορίου, εστίασης.
- Ιδιαίτερο καθοδηγητικό ζήτημα συνιστά η καλλιέργεια διάθεσης για προσφορά στη βάση της στρατηγικής του Κόμματος, με τον απαραίτητο ιδεολογικοπολιτικό εξοπλισμό, η αναβαθμισμένη ατομική στήριξη, ώστε να μαχητικοποιούνται δυνάμεις, να αναδεικνύονται οργανωτικά και συνδικαλιστικά στελέχη σε συνθήκες επιμήκυνσης του χρόνου εργασίας που αφορά και τα μέλη του Κόμματος.
Γ. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΣΕ ΑΥΤΟ
1. Η κατάσταση στους βιοπαλαιστές αγρότες, η ανασυγκρότηση του κινήματος και η ενίσχυση της αντιμονοπωλιακής κατεύθυνσης
Οι συνθήκες βιοπορισμού των αγροτών αντικειμενικά έχουν δυσκολέψει. Παράγοντες που επιδρούν σε αυτήν την εξέλιξη είναι η πολιτική και ο σχεδιασμός της ΚΑΠ της ΕΕ, που εξειδικεύεται με τις κυβερνητικές αποφάσεις, η καταστροφή μεγάλου μέρους της παραγωγής από φυσικά φαινόμενα, οι χαμηλές τιμές που σε αρκετά προϊόντα δεν καλύπτουν το υψηλότατο κόστος παραγωγής κ.ά., δηλαδή ουσιαστικά το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, οι οικονομικοί νόμοι που το διέπουν. Η όξυνση των προβλημάτων έχει αντιφατική επίδραση στη συνείδηση των αγροτών. Αρκετοί είναι οι αγρότες που κατανοούν την κατάσταση, αγωνιούν για την προοπτική τους ως αγροτοπαραγωγοί, για τη δυνατότητα να έχουν ικανοποιητικό εισόδημα και δείχνουν διάθεση να αγωνιστούν. Από την άλλη, η δυσκολία επιβίωσης φέρνει απογοήτευση που μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εκφράζεται και με χαμηλή συμμετοχή στις κινητοποιήσεις.
Η κυβέρνηση της ΝΔ παρεμβαίνει επεξεργασμένα, με σχέδιο, ώστε να ενσωματώσει κάθε αγροτικό φορέα που εκδηλώνει ακόμα και την παραμικρή αγωνιστική πρόθεση: Με συνεχείς συναντήσεις στο υπουργείο, με μοίρασμα και ορισμένων χρημάτων τις παραμονές των κινητοποιήσεων και πολύ περισσότερων υποσχέσεων και «ταξιμάτων» για επιπλέον κονδύλια που θα διεκδικηθούν από την ΕΕ, με ρουσφέτια, ακόμα και με εκβιασμό ή και εκφοβισμό. Τα υπόλοιπα αστικά κόμματα στα λόγια υποστηρίζουν τον δίκαιο αγώνα των αγροτών, στην πράξη παίζουν αποτρεπτικό ρόλο στη συμμετοχή στα μπλόκα, πολύ περισσότερο με την Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων (ΠΕΜ). Υπονομευτικός είναι ο ρόλος της Τοπικής - Περιφερειακής Διοίκησης, των συνεταιρισμών, των Ομάδων Παραγωγών, των διεπαγγελματικών οργανώσεων, που πραγματοποιούν και στηρίζουν διάφορες συσκέψεις στον αντίποδα των συσκέψεων με πρωτοβουλία της Πανελλαδικής Επιτροπής Μπλόκων (ΠΕΜ). Επιδιώκουν να συζητιούνται τα αγροτικά προβλήματα χωρίς να προσανατολίζονται στην ανάπτυξη αγώνων. Αυτήν την τάση διαβούλευσης με την κυβέρνηση αντιπροσωπεύουν και ορισμένοι αγροτικοί φορείς. Προσπαθούν να σπείρουν την απογοήτευση και τη μοιρολατρία προκειμένου να υπονομεύσουν τις αγροτικές κινητοποιήσεις και ιδιαίτερα αυτές με τη μορφή μπλόκου. Καταφεύγουν σταθερά στον αντικομμουνισμό και τη στοχοποίηση της ΠΕΜ, με στόχο να απομακρύνουν δυνάμεις που την προσεγγίζουν και σε ορισμένες περιπτώσεις το καταφέρνουν.
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις με τη μορφή μπλόκου της περιόδου 2022-2025 ήταν αποτέλεσμα επίμονου κομματικού σχεδιασμού για επεξεργασία αιτημάτων, για διεργασίες από τα κάτω με συντονισμό φορέων, που δεν ήταν μόνο αγροτικοί, όπως για παράδειγμα στη Θεσσαλία και αλλού για τις πλημμύρες και τις μεγάλες καταστροφές. Ήταν αποτέλεσμα της δουλειάς του οργανωμένου κινήματος στο οποίο δρουν τα μέλη και στελέχη του Κόμματος, με καλύτερο προσανατολισμό ανοίγματος στους αγρότες και κύρια σε αυτούς που εξαρτούν την επιβίωσή τους από την αγροτική δραστηριότητα, με βάση τα συνδυασμένα κριτήρια που έχουμε προσδιορίσει. Στην αποκορύφωση των κινητοποιήσεων της περιόδου Δεκέμβρη 2023 - Φλεβάρη 2024, που έβαζαν στο στόχαστρο και την ΚΑΠ, συνέβαλαν και οι αγροτικές κινητοποιήσεις σε μεγάλες χώρες της ΕΕ. Η μαζικότητα αλλά και οι μορφές των ευρωπαϊκών αγροτικών κινητοποιήσεων άσκησαν επίδραση στη συνείδηση των αγροτών στην Ελλάδα και συνέβαλαν στη μαζική κινητοποίηση και αγροτών που δεν είχαν ξαναβγεί μέχρι τότε σε μπλόκα. Αναπτύχθηκαν μπλόκα και πολύμορφες κινητοποιήσεις σε όλη την Ελλάδα από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη και από την Ήπειρο μέχρι και τη Ρόδο, με τη Θεσσαλία να παίζει κεντρικό ρόλο στην εξέλιξή τους, παρά το γεγονός ότι δεν έγινε κατορθωτό το στήσιμο ενιαίου μπλόκου στη Νίκαια.
Έγιναν ορισμένα βήματα στη δουλειά με το ενοποιητικό διεκδικητικό πλαίσιο της ΠΕΜ το οποίο είχε ευρύτερη επίδραση σε αγρότες και ήταν το βασικό εργαλείο της παρέμβασής μας σε όλες τις κινητοποιήσεις της περιόδου. Στη διαπάλη αντιμετωπίστηκαν σε έναν βαθμό, κυρίως μέσω του πλαισίου πάλης, ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη διάσπαση ανά περιοχή ή ανά προϊόν, τα οποία υποδαυλίζονται από τον αντίπαλο στο έδαφος υπαρκτών διαφοροποιήσεων ως προς το αγροτικό εισόδημα και τη σχέση του με τις επιδοτήσεις. Το κύριο είναι η διείσδυση σε πολιτικά αποπροσανατολισμένες και χειραγωγούμενες λαϊκές δυνάμεις, αξιοποιώντας τις νέες δυνατότητες που ανοίχτηκαν, να δυναμώσει η επαφή και η ιδεολογική - πολιτική συζήτηση με ευρύτερες αγροτικές δυνάμεις.
Κατανοείται πλέον καλύτερα ότι η ΠΕΜ είναι μορφή πανελλαδικού συντονισμού των Αγροτικών Συλλόγων (ΑΣ) και των Ομοσπονδιών Αγροτικών Συλλόγων (ΟΑΣ) με ένα ενιαίο συνεκτικό πλαίσιο πάλης που κατά καιρούς επικαιροποιείται. Η ΠΕΜ έχει ως άτυπο όργανο τη Γραμματεία της όπου σήμερα συμμετέχουν εκπρόσωποι ΟΑΣ και ΑΣ. Είναι αγροτοσυνδικαλιστές κομμουνιστές αλλά και από άλλους πολιτικούς χώρους. Οι οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, η διαπάλη μέσα στην ΠΕΜ δείχνει ότι η πορεία αγροτοσυνδικαλιστών ως προς την πολιτική συνειδητοποίησή τους είναι αντιφατική, με αποτέλεσμα να υπάρχουν και πιο σταθερή και πιο συνειδητή συμπόρευση κάποιων, αλλά και ταλαντεύσεις και πισωγυρίσματα κάποιων άλλων. Αυτό επιδρά όχι μόνο θετικά αλλά και αρνητικά στη λειτουργία της ΠΕΜ.
Σε κάθε περίπτωση, ανασυγκρότηση του κινήματος σημαίνει μαζικοποίηση των ΑΣ, των ΟΑΣ, συγκρότηση νέων ΑΣ ανά χωριό ή ομάδα χωριών και ΟΑΣ σε επίπεδο νομού, ριζοσπαστικοποίηση του πλαισίου πάλης, ζωντανή λειτουργία και παρέμβαση που συμβάλλει στο να ξεπερνιούνται δυσκολίες επίδρασης σε ευρύτερο κόσμο. Να αντιμετωπιστεί το σοβαρό πρόβλημα στη λειτουργία των δομών του κινήματος που διαπιστώνεται σε αρκετές περιπτώσεις, που εκφράζεται και ως σημαντική και επικίνδυνη καθυστέρηση ή αλλεπάλληλη αναβολή εκλογών σε Αγροτικούς Συλλόγους (ΑΣ), στα συνέδρια σε Ομοσπονδίες Αγροτικών Συλλόγων (ΟΑΣ). Χρειάζεται μεγαλύτερη επιμονή, ευθύνη να μην κατακερματίζεται μια πανελλαδική δράση στην οποία καλεί η ΠΕΜ. Είναι όρος για την αναζωογόνηση των Συλλόγων η προσέλκυση σε αυτούς των πολλών νέων ανθρώπων που συμμετέχουν στα μπλόκα που είναι νέοι αγρότες, παιδιά αγροτών κ.λπ. Πολλοί από αυτούς δεν κατοικούν στα χωριά αλλά στις πόλεις - κωμοπόλεις εξαιτίας των ελλείψεων σε υποδομές κ.λπ. των χωριών. Γι’ αυτό έχει σημασία η συζήτηση και η δράση των ΑΣ να επεκτείνεται και σε γενικότερα ζητήματα με επίκεντρο τις σύγχρονες ανάγκες. Έχει πλέον αποκρυσταλλωθεί η εμπειρία σε ό,τι αφορά τις μορφές πάλης, να εναλλάσσονται σε μια διαδικασία κλιμάκωσης ή και αποκλιμάκωσης του αγώνα, να εμφανίζονται και νέες. Έχει σημασία αυτή η πείρα να μεταδοθεί, να γίνει αντιληπτή από το σύνολο του κομματικού δυναμικού, ώστε να μεταδίδεται και σε πιο άπειρες αγροτικές δυνάμεις, να γίνεται ικανότητα διαπάλης μέσα στο κίνημα.
Παραμένει η ανάγκη διεύρυνσης της συζήτησης για τις αιτίες των προβλημάτων, ώστε αυτά να συσχετίζονται με το κοινωνικοοικονομικό και κατά συνέπεια το πολιτικό σύστημα, τον καπιταλισμό και να αναδεικνύεται η ανάγκη μονιμότητας και κατεύθυνσης της πάλης κ.λπ. Μας ανοίγει δρόμους η επιμονή στη διαπάλη στο θέμα της ΚΑΠ, τον ρόλο και τον προσανατολισμό που έχει, ότι μόνο χειρότερη γίνεται καθώς εξυπηρετεί τα συμφέροντα των αντιπάλων των αγροτών που είναι ίδιοι με τους αντιπάλους των εργατών. Ιδιαίτερα τώρα που ο σκεπτικισμός των αγροτών έχει μεγαλώσει και συνειδητοποιείται καλύτερα κι από άλλες λαϊκές δυνάμεις ότι πράγματι η ΚΑΠ είναι εργαλείο συγκέντρωσης της παραγωγής και της γης σε λιγότερα χέρια, έχει αυξηθεί η αμφισβήτηση της ΕΕ ή ακόμα και η αποδοχή ότι στέκεται εχθρικά απέναντι στους αγρότες. Ταυτόχρονα, απαιτείται συνεχής επεξεργασμένη και προσανατολισμένη παρέμβαση για αποδυνάμωση της απατηλής πολιτικής θέσης για μεταρρύθμιση της ΚΑΠ προς όφελος των βιοπαλαιστών αγροτών σε όλη την ΕΕ. Δυνατότητες για πιο μαζικό άνοιγμα της συζήτησης αυτής δημιουργήθηκαν μετά την πρόσφατη αποκάλυψη του μεγάλου σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο δεσπόζει ακόμα στην πολιτική επικαιρότητα και αποδεικνύει με τραγικό τρόπο όλα όσα προειδοποιούσε το ΚΚΕ και το ίδιο το αγροτικό κίνημα μέσα από τις κινητοποιήσεις του ενάντια στην ΚΑΠ και τον τρόπο της χορήγησης των επιδοτήσεων. Ιδιαίτερα, κρίκο συσπείρωσης και κοινής δράσης μπορεί να αποτελέσει το επόμενο διάστημα, με ακόμα μεγαλύτερη ένταση, το αίτημα εγχώριας παραγωγής φθηνών και ποιοτικών τροφίμων καθώς ακόμα και τα ίδια τα ευρωενωσιακά επιτελεία εκτιμούν ότι το πρόβλημα των τιμών των τροφίμων πρόκειται να οξυνθεί, ομολογούν ότι η υλοποίηση των στόχων της ΚΑΠ και της «εξωστρέφειας» οδηγεί σε περαιτέρω αυξήσεις των τιμών των τροφίμων.
Το επόμενο διάστημα να ανοίξει καλύτερα στο αγροτικό κίνημα το ζήτημα της πάλης ενάντια στην εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους με την αποκάλυψη των συνεπειών από τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς στην περιοχή, έχοντας ως αφετηρία τις συνέπειες των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων (π.χ. εμπάργκο σε Ρωσία) στο αγροτικό εισόδημα, την εκτίναξη του κόστους παραγωγής (λιπάσματα, άρδευση, Ενέργεια κ.λπ.) κ.ά. Σε αυτήν την πείρα να επενδυθεί η αποδυνάμωση ανοχής, αναμονής όχι μόνο στο σημερινό κυβερνητικό κόμμα αλλά σε κάθε αστικό κόμμα και όλους μαζί τους συμμάχους τους. Η πολεμική προετοιμασία της ΕΕ απαιτεί επιπλέον κονδύλια από τον προϋπολογισμό της, ενώ στο πλαίσιο των συζητήσεων για την ΚΑΠ μετά το 2027 ήδη έχει βρεθεί στο τραπέζι το ενδεχόμενο ανακατεύθυνσης προς τα εκεί μέρους των κονδυλίων της.
Στη διαπάλη βρίσκεται σταθερά το «νέο μοντέλο» της αγροτικής παραγωγής, αυτό που βάζει πιο ωμά η κυβέρνηση αλλά και τα αστικά κόμματα συνολικά, ακολουθώντας και τη γραμμή της ΕΕ για αγρότες - επιχειρηματίες κ.λπ. Προσπαθούν να εγκλωβίσουν στη «διέξοδο» των διαφόρων προγραμμάτων - μέτρων της ΚΑΠ, κομμένων και ραμμένων στα μέτρα της κερδοφορίας εμπόρων - βιομηχάνων - τραπεζών, να τους φέρουν σε σύγκρουση με το πλαίσιο αιτημάτων της ΠΕΜ, όπως αυτά για τις εγγυημένες τιμές στον παραγωγό, τη μείωση του κόστους παραγωγής, έργα υποδομής και πρόληψης των καταστροφών, που βρίσκονται στον αντίποδα του σχεδιασμού με κριτήριο τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Υπάρχει μεγάλη πείρα στον αγροτόκοσμο που με τη δική μας παρέμβαση μπορεί να κατασταλάζει σε γνώση: Αυτό το «νέο μοντέλο» είναι το παλιό, αυτό που βιώνει χρόνια, το μοντέλο της ΚΑΠ και του καπιταλισμού, που κατά διαστήματα αλλάζει την προτίμησή του σε κάποιο προϊόν, καλλιέργεια κ.λπ.
Η ΠΕΜ και το οργανωμένο κίνημα είναι σταθερά στο στόχαστρο όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων, είτε το ομολογούν φανερά είτε συγκαλυμμένα. Επιδιώκουν να στηρίξουν ένα κίνημα που θα λειτουργεί ως συνομιλητής και σύμβουλος της εκάστοτε κυβέρνησης και του υπουργείου. Προβάλλουν πιο έντονα ως στόχο ένα «νέο σύγχρονο» αγροτικό κίνημα, στηριγμένο σε «νέα πρόσωπα», αιτήματα και μορφές δράσης, τεχνοκρατικό και «ακηδεμόνευτο», που θα κάνει προτάσεις προς την κυβέρνηση μέσα στα όρια της ΚΑΠ και του συστήματος. Με αυτό επιδιώκουν να πολεμήσουν το διεκδικητικό, αντιμονοπωλιακό αγροτικό κίνημα. Στοχεύουν επίσης σε αγροτόκοσμο που κατορθώνει ακόμα να επιβιώνει και αξιοποιούν ως πολιορκητικό κριό την Περιφερειακή - Τοπική Διοίκηση, τους Συνεταιρισμούς, τις Διεπαγγελματικές Οργανώσεις κ.λπ. Χρειάζεται καλύτερη προετοιμασία των δυνάμεών μας για την αποδόμηση της γραμμής «ακηδεμόνευτο - ακομμάτιστο κίνημα». Να μη διστάζουμε να ανοίγουμε την αναγκαία διαπάλη συνολικά στο κίνημα (ΑΣ, ΟΑΣ, Επιτροπές Μπλόκων) αλλά και στη Γραμματεία της ΠΕΜ. Δίνουμε μάχη να συμμετέχουν και να οργανώνονται σε Αγροτικούς Συλλόγους όλοι οι αγρότες που δείχνουν και την παραμικρή διάθεση να αγωνιστούν, χωρίς να εξετάζουμε την πολιτική τους τοποθέτηση. Δεν παραιτούμαστε από την προσπάθεια αυτό το κίνημα να αποκτά περιεχόμενο που να στοχεύει τον πραγματικό αντίπαλο των βιοπαλαιστών αγροτών, δηλαδή αντιμονοπωλιακό - αντιΚΑΠ περιεχόμενο, με αιτήματα - πλαίσιο πάλης με αιχμή την επιβίωση των βιοπαλαιστών αγροτών, με πανελλαδικό συντονισμό μέσω της ΠΕΜ κ.λπ. Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς την πρωτοπόρα παρέμβαση των κομμουνιστών αγροτών που συμμετέχουν στους Αγροτικούς Συλλόγους, στις Ομοσπονδίες, στην ΠΕΜ. Χωρίς τη συγκεκριμένη παρέμβαση το κίνημα δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά δεκανίκι είτε της εκάστοτε κυβέρνησης και της ΕΕ, είτε της επιδίωξης μιας αστικής κυβερνητικής εναλλαγής, δεκανίκι επόμενης κυβέρνησης, ευάλωτο στη δημαγωγία των αστικών κομμάτων κ.λπ. Το «ακηδεμόνευτο» - «ακομμάτιστο» που προβάλλουν οι άλλες αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις είναι πλήρης κηδεμονία, χειραγώγηση από τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, τα μονοπώλια, τα αστικά κόμματα, τις κυβερνήσεις και τις διακρατικές συμμαχίες τους.
2. Για την καθοδηγητική ικανότητά μας
Ζήτημα διαπάλης είναι και η προσπάθεια που γίνεται να καλλιεργηθεί στους αγρότες κλίμα απογοήτευσης, ότι «με τους αγώνες δεν βγαίνει τίποτα» κ.λπ. Απαιτείται καλή προετοιμασία, πιο στοχευμένη δουλειά, που να περιλαμβάνει εκτός από απτά παραδείγματα για την ανάδειξη της πείρας από το τι έχει κερδίσει ο αγρότης από τον αγώνα του, από τον προσανατολισμό του κινήματος και των αιτημάτων του με μέτωπο στις κυβερνήσεις, στους εμποροβιομήχανους και την ΕΕ και μια δουλειά που να πηγαίνει σε μεγαλύτερο βάθος, να σχετίζεται με την προοπτική του αγρότη στον καπιταλισμό και τη θέση του στον σοσιαλισμό.
Χρειάζεται να επιμείνουμε, ώστε να συνειδητοποιείται από τον βιοπαλαιστή αγρότη το γεγονός ότι η αγροτική παραγωγή είναι υποταγμένη στη βιομηχανία, η οποία ελέγχει τόσο τις απαραίτητες εισροές της όσο και τις πρώτες ύλες που αυτή παράγει. Στον καπιταλισμό αυτή η πραγματικότητα συνθλίβει τον αγρότη, που είναι αναγκασμένος να αγοράζει ακριβά τα βιομηχανικά προϊόντα μιας χούφτας μονοπωλίων και να πουλάει φθηνά τα δικά του στα μονοπώλια της εμπορίας και της μεταποίησης, καθώς υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην παραγωγικότητα της δικής του εργασίας και αυτής στη βιομηχανία. Η εργατική εξουσία είναι αυτή που θα εξασφαλίσει την απαλλαγή του βιοπαλαιστή αγρότη από τα δεσμά του κεφαλαίου.
Ο γεωργός, ο κτηνοτρόφος, ο μελισσοκόμος, ο ψαράς δεν πρέπει να φοβηθεί τον στόχο της ανατροπής του σημερινού συστήματος της εκμετάλλευσης, το πέρασμα στην εργατική εξουσία της κοινωνικής ιδιοκτησίας και του κεντρικού σχεδιασμού της παραγωγής, με κρατικό εμπόριο και με κίνητρο της παραγωγής την ικανοποίηση των διευρυνόμενων κοινωνικών αναγκών.
Απαιτείται συνεχής, σχεδιασμένη και ελεγχόμενη στην υλοποίησή της καθοδηγητική ευθύνη, όλων των Οργάνων από την ΚΕ και τις ΕΠ έως τις ΤΕ και τα Γραφεία των ΚΟΒ. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ουσιαστική και όχι κατ’ όνομα χρέωση υπευθύνων με εξασφάλιση γνωστικών και χρονικών προϋποθέσεων για την ενασχόλησή τους, η καθοδηγητική έγνοια από τους Γραμματείς των οργάνων, η εξασφάλιση συνθηκών συλλογικότητας, όπως συνεδριάσεις, συσκέψεις, συγκρότηση Βοηθητικών Επιτροπών σε επίπεδο ΕΠ και ΤΕ, Κομματικών Ομάδων και η ουσιαστική λειτουργία τους, με επιμονή στον σχεδιασμό, εξειδίκευση, ιεραρχήσεις βημάτων, προσαρμογές με βάση την επικαιρότητα. Ειδικότερη πλευρά του σχεδιασμού αφορά την ανάδειξη νέων αγροτοσυνδικαλιστών, τη στοχευμένη στρατολόγηση αγροτών και αγροτισσών, την εξειδίκευση της ιδεολογικής δουλειάς στους αγρότες. Η στάθμη της παρέμβασης των κομμουνιστών, σε συνδυασμό φυσικά με τα αντίστοιχα μέτρα για να βελτιώνεται η διοχέτευση και η εμβέλεια των θέσεών μας στο στρώμα των αγροτών, είναι διαδικασία σύνθετη με επιτυχίες αλλά και με οπισθοχωρήσεις.
Δ. ΓΙΑ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΡΙΩΝ ΣΤΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ
ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΚΙΝΗΜΑ (ΟΓΕ)
Τα βήματα που μετράμε από το 21ο Συνέδριο
Οι κατευθύνσεις του 21ου Συνεδρίου για τη δράση των κομμουνιστριών στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, μέσω των Συλλόγων και Ομάδων της Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας (ΟΓΕ), είχαν συμβολή στον προσανατολισμό των καθοδηγητικών οργάνων για την ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών κομματικών μελών, κυρίως λόγω της πιο βαθιάς κατανόησης από τις κομμουνίστριες του χαρακτήρα της ΟΓΕ. Ως μαζική οργάνωση συσπειρώνει γυναίκες με κοινωνικοταξικά κριτήρια, ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση, αναπτύσσοντας αγωνιστική διεκδικητική δράση για κάθε πλευρά της οικονομικής - κοινωνικής ζωής της γυναίκας και αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ταξικότητα της γυναικείας ανισοτιμίας, τον ρόλο των αστικών κυβερνήσεων και των κομμάτων, που ακολουθούν τις κατευθύνσεις της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην ένταση των σύγχρονων μορφών της γυναικείας ανισοτιμίας.
Το προηγούμενο διάστημα, υπήρξαν ορισμένα βήματα στην άνοδο της συσπείρωσης γυναικών εργατικής - λαϊκής ένταξης και καταγωγής στους Συλλόγους και τις Ομάδες της, στη συγκρότηση νέων Ομάδων της ΟΓΕ. Ταυτόχρονα, αναβαθμίζονται οι απαιτήσεις ώστε να ανέβει η ικανότητα των γυναικείων κομματικών μελών να δουλεύουν με πλατύτερες μάζες γυναικών των εργατικών - λαϊκών δυνάμεων, που δεν συμμετέχουν στα σωματεία και στους Συλλόγους τους. Η ουσιαστική συμμετοχή των κομμουνιστριών σε όλη τη δραστηριότητα των Γυναικείων Συλλόγων και Ομάδων της ΟΓΕ –και όχι η τυπική στις εκλογές για ΔΣ– είναι προϋπόθεση για την προσέλκυση στο κίνημα νέων δυνάμεων γυναικών.
Για την περίοδο που εξετάζουμε, επιβεβαιώθηκε ότι κεντρικές πρωτοβουλίες της ΟΓΕ για κρίσιμα μέτωπα πάλης βοηθούν στην καλύτερη αφομοίωση της γραμμής συσπείρωσης στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, τροφοδοτώντας αντίστοιχες παρεμβάσεις των Συλλόγων και Ομάδων (Σ/Ο) της ΟΓΕ, όπως στο θέμα της πολύμορφης βίας κατά των γυναικών. Η κεντρική ημερίδα της ΟΓΕ, με τη συμμετοχή δεκάδων εργατικών σωματείων και άλλων φορέων του λαϊκού κινήματος, η έκδοση των υλικών της μαζί με την αρθρογραφία του «Δελτίου», τις κεντρικές αγωνιστικές πρωτοβουλίες, που έχουν τροφοδοτήσει ουσιαστικά το περιεχόμενο και τις μορφές παρέμβασης των Σ/Ο. Αντίστοιχη θετική πείρα υπάρχει και από τη συζήτηση σε Σ/Ο της ανακοίνωσης της ΟΓΕ για τον νόμο σχετικά με την επέκταση του γάμου και της κοινής γονικής μέριμνας σε ομόφυλα ζευγάρια, εκλαϊκεύοντας τις κομματικές θέσεις και προσαρμόζοντας την αντιπαράθεση με την κυρίαρχη αντίληψη.
Παραμένει, όμως, η ανάγκη μιας πιο ουσιαστικής συζήτησης στα ΔΣ των Σ/Ο των θέσεων για τη γυναικεία ισοτιμία και χειραφέτηση, ώστε να γίνονται δύναμη διεκδικητικής δράσης για τα προβλήματα των γυναικών, που να απευθύνεται και να συσπειρώνει, να μαχητικοποιεί νέες δυνάμεις. Βέβαια, η αφομοίωση των θέσεων του Κόμματος και της επεξεργασμένης προώθησής τους σε θέσεις και διεκδικητικό πλαίσιο της ΟΓΕ απαιτεί χρόνο συλλογικής μελέτης, συζήτησης και σχεδιασμού δράσης.
Την περίοδο αυτή εκφράστηκε μεγαλύτερη δυσκολία από τα γυναικεία κομματικά μέλη να δουλέψουν στους Συλλόγους και Ομάδες της ΟΓΕ με το ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της στάσης του εργατικού - λαϊκού κινήματος, που διαπερνά σταθερά ως κατεύθυνση τα υλικά, τις αγωνιστικές δράσεις της ΟΓΕ. Η αδυναμία στην αφομοίωση των θέσεών μας έχει ως αποτέλεσμα είτε να κυριαρχούν πασιφιστικές αντιλήψεις, είτε να υπάρχει δυσκολία ενασχόλησης, είτε να μην μπορούν να αντιστοιχηθούν οι μορφές δράσης με το περιεχόμενο. Έτσι αναχαιτίζεται η κατεύθυνση ώστε τα ΔΣ των Σ/Ο να ξεδιπλώσουν πρωτοβουλίες που θα ευαισθητοποιούν και θα κινητοποιούν ευρύτερα γυναίκες των εργατικών - λαϊκών δυνάμεων, όχι μόνο ως έκφραση αλληλεγγύης στους λαούς που βρίσκονται στο στόχαστρο της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, όπως ο παλαιστινιακός λαός.
Παρά τα βήματα που έχουν γίνει στην αφομοίωση της γραμμής συσπείρωσης σε όλα τα μέτωπα πάλης, δεν αναιρούνται κενά ακόμα και σε θέματα που βρίσκονται διαχρονικά στο επίκεντρο των αγωνιστικών πρωτοβουλιών των Σ/Ο, όπως της Υγείας που μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο μέτωπο πάλης στην κοινή δράση της ΟΓΕ με τα σωματεία των υγειονομικών, με άλλα εργατικά σωματεία, ενώσεις αυτοαπασχολούμενων, Αγροτικούς Συλλόγους, Φοιτητικούς Συλλόγους. Αντίστοιχα, στο μέτωπο της Παιδείας υπάρχουν μεγάλα περιθώρια εμπλουτισμού της δράσης των Γυναικείων Συλλόγων της ΟΓΕ με ζητήματα του περιεχομένου της Εκπαίδευσης. Εξάλλου, η παρέμβαση της ΟΓΕ σε μαθητές/τριες στις σχολικές τάξεις και σε εκπαιδευτικούς με περιεχόμενο πλευρές της γυναικείας ανισοτιμίας, που συζητιούνται στα σχολεία, συνεχίζει να ανοίγει δρόμους επικοινωνίας, επαφής και αγωνιστικής δράσης.
Τα παραπάνω αφορούν στη στήριξη από τα καθοδηγητικά όργανα των Κομματικών Ομάδων των Συλλόγων Γυναικών της ΟΓΕ, ώστε να ανταποκριθούν σε συνθήκες αντιφατικής εξέλιξης της συμμετοχής των γυναικών στην κοινωνική εργασία, της άρσης κάποιων ανισοτιμιών και ταυτόχρονα της διαμόρφωσης νέων ανισοτιμιών ή και ιδιαίτερων αναγκών. Σε αυτό το έδαφος αναζωογονήθηκε η αστική και οπορτουνιστική παρέμβαση στο φεμινιστικό κίνημα, γεγονός που επιβάλλει πιο απαιτητική αντιπαράθεση από το ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα.
Ζήτημα προς κατάκτηση συνιστά η τακτική και ουσιαστική λειτουργία των ΔΣ των Σ/Ο της ΟΓΕ, η σταθερότητα, η συνέχεια στον σχεδιασμό δράσης τους, με ανάθεση ευθύνης και σε άλλες γυναίκες του Σ/Ο. Συνεπώς, χρειάζονται συχνές Γενικές Συνελεύσεις, θεματικές συσκέψεις για την εξασφάλιση της συμμετοχής όλο και περισσότερων γυναικών που συσπειρώνονται στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα. Απαιτείται δημιουργικό πνεύμα από τις κομμουνίστριες για να ξεπερνιούνται δυσκολίες που συναντούν στις συνεδριάσεις των ΔΣ, ως απόρροια και των σύγχρονων όρων εργασίας και ζωής των γυναικών με τα ελαστικά και ακατάστατα ωράρια και με την ευθύνη των παιδιών στις πλάτες των νέων μητέρων. Απαιτείται εμπιστοσύνη στις προτάσεις - πρωτοβουλίες και ανάθεση ευθύνης σε όλα τα μέλη των ΔΣ και των Σ/Ο.
Η στάση των κομμουνιστριών στα ΔΣ και στις ΓΣ των Σ/Ο χρειάζεται να ενθαρρύνει τις γυναίκες που συσπειρώνονται να εκφράζουν απορίες, σκέψεις, προβληματισμούς, προτάσεις, για να αναπτύσσεται η διαπάλη με τις σύγχρονες αστικές και μικροαστικές αντιλήψεις για το γυναικείο ζήτημα και το φεμινιστικό κίνημα, να συνειδητοποιούνται οι ριζοσπαστικές διεκδικήσεις και τα αιτήματα, να αποφασίζονται οι αγωνιστικές πρωτοβουλίες και πολύμορφες παρεμβάσεις που θα διευρύνουν τους δεσμούς με τις γυναίκες των λαϊκών δυνάμεων. Σε αυτήν τη βάση, οι συνεδριάσεις δεν θα καταλήγουν σε ένα στεγνό καθηκοντολόγιο - ημερολόγιο εξορμήσεων για ένα ζήτημα που αναδεικνύει η ΟΓΕ ή αφορά ευρύτερα το εργατικό - λαϊκό κίνημα (π.χ. εξορμήσεις για απεργίες, κινητοποιήσεις ΠΑΜΕ, πλειστηριασμοί κ.λπ.) Η διακίνηση του «Δελτίου» της ΟΓΕ και των ανακοινώσεών της δεν θα γίνεται τυπικά, αλλά θα αξιοποιούνται ως όπλο ενημέρωσης και διαφώτισης. Η πολιτιστική δημιουργία μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης, κοινωνικής ευαισθητοποίησης και συνειδητοποίησης καθώς και οι ερασιτεχνικές καλλιτεχνικές ομάδες με ευθύνη των ΔΣ των Σ/Ο. Έτσι, μπορεί να ξεπεραστεί η επετειακή δράση αρκετών Σ/Ο με αφορμή την 8η Μάρτη και την Παγκόσμια Μέρα εξάλειψης της βίας κατά των γυναικών.
Η δράση των κομμουνιστριών στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα δεν έρχεται σε αντίθεση, δεν υποκαθιστά τη συμμετοχή των γυναικών στο κλαδικό ή επιχειρησιακό εργατικό Σωματείο, στην Ένωση Αυτοαπασχολούμενων ή στον Εμπορικό Σύλλογο, στον Αγροτικό Σύλλογο. Αντίθετα, διαμορφώνει κίνητρα για τέτοια συμμετοχή, προϋποθέσεις για τον σχεδιασμό εξειδικευμένης παρέμβασης αυτών των σωματείων στις γυναίκες με αναφορά σε διεκδικήσεις για τις ιδιαίτερες ανάγκες τους. Σε αυτήν τη βάση, η ΟΓΕ συμβάλλει στην προώθηση της κοινωνικής συμμαχίας χωρίς να αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή κοινωνική συνιστώσα της.
Η κοινή δράση της ΟΓΕ με φορείς της κοινωνικής συμμαχίας του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος, του αγροτικού, των αυτοαπασχολούμενων, του φοιτητικού, άλλων επιμέρους κινημάτων χρειάζεται να γίνει πιο ουσιαστική, ώστε να συμβάλλει στην ανάπτυξη της μαζικότητας των εκδηλώσεων και των μορφών πάλης, όπως και στην καλύτερη γνώση των κοινών προβλημάτων και των αιτιών τους. Να ξεπεράσει έναν τυπικό χαρακτήρα με πρωτοβουλία είτε των καθοδηγητικών οργάνων, είτε των προέδρων των φορέων. Να κατακτήσουμε την ουσιαστική συνεργασία, με συζήτηση του στόχου - του σχεδίου - του περιεχομένου κάθε δράσης, των ενεργειών κλιμάκωσης, με διατύπωση κοινών αιτημάτων, του πλαισίου πάλης, της προετοιμασίας για υλοποίηση των αγωνιστικών κινητοποιήσεων ή εκδηλώσεων με ουσιαστική συμμετοχή των ΔΣ και των μελών των αντίστοιχων φορέων.
Χρειάζεται πιο αποφασιστικά να προχωρήσει ο σχεδιασμός παρέμβασης της ΟΓΕ –κυρίως στο επίπεδο των Σ/Ο– στα Πανεπιστήμια για τη γνωριμία των φοιτητριών με το ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα. Σε αυτήν την κατεύθυνση μπορούν να συμβάλουν οι φοιτήτριες μέλη της ΚΝΕ, εκλεγμένες σε ΔΣ Φοιτητικών Συλλόγων.
Η πείρα δείχνει ότι η σχεδιασμένη και οργανωμένη κοινή δράση των Σ/Ο της ΟΓΕ με Συλλόγους Γονέων μπορεί να ανοίξει δρόμους μιας ευρύτερης παρέμβασης στις γειτονιές (σε θέματα του εκπαιδευτικού συστήματος π.χ. ενάντια στις συγχωνεύσεις τμημάτων - σχολείων, ενάντια στις εξαρτήσεις και τη ναρκω-κουλτούρα, για το περιεχόμενο της σεξουαλικής αγωγής κ.ά.). Ταυτόχρονα, ανοίγει τον δρόμο αξιοποίησης στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα γυναικών που δραστηριοποιούνται στους Συλλόγους Γονέων.
Απαραίτητη προϋπόθεση για όλα τα παραπάνω είναι αποφασιστικά να βελτιωθεί ο σχεδιασμός διάταξης στελεχών και κομματικών δυνάμεων από τα καθοδηγητικά όργανα, ώστε να εξασφαλίζεται ένας απαιτούμενος χρόνος στην απόκτηση γνώσης και πείρας. Αυτό αφορά τις εκλεγμένες στα ΔΣ των Σ/Ο, τη συγκρότηση Κομματικών Ομάδων, την καθοδήγησή τους και πάνω απ’ όλα τη χρέωση υπευθύνων στα καθοδηγητικά οργανα.
Αντίστοιχη στήριξη χρειάζεται στην ΚΝΕ, όπου το ποσοστό των εκλεγμένων γυναικείων μελών της ΚΝΕ στα όργανα του κινήματος είναι πολύ χαμηλότερο από το ποσοστό των γυναικών μελών της ΚΝΕ.
Ε. Ο ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ ΣΕ ΟΞΥΜΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ
1. Η αστική στρατηγική στον τομέα της Παιδείας και η παρέμβαση του Κόμματος στο κίνημα
Από την περίοδο του 21ου Συνεδρίου η αστική στρατηγική στην Εκπαίδευση βαδίζει στους εξής βασικούς άξονες:
α) Προώθηση νέων ικανοτήτων και δεξιοτήτων, που απαιτούνται για την εργασιακή ένταξη στην καπιταλιστική οικονοµία στο έδαφος της ανάπτυξης νέων µέσων παραγωγής, αλλά και για τη διαιώνιση της αστικής ιδεολογικής κυριαρχίας.
β) Πιο στενή σύνδεση των εκπαιδευτικών δοµών µε τις ανάγκες του κεφαλαίου, η οποία εξυπηρετείται και από την επίκληση της «αυτόνοµης» και διαφοροποιηµένης και σε μια πορεία κατηγοριοποιημένης λειτουργίας τους.
γ) Επιτάχυνση των διαδικασιών «αξιολόγησης» και πιστοποίησης του συνόλου του εκπαιδευτικού έργου υπό το πρίσµα της πιο αποδοτικής λειτουργίας τους για την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κοινωνίας στο σύνολό της.
Πιο συγκεκριμένα, αυτήν την περίοδο το κυβερνητικό έργο της ΝΔ επιταχύνθηκε με ψήφιση νέων αντιδραστικών νόμων (νόμος πλαίσιο για Πανεπιστήμια, ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων, Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση, ιδιωτική εκπαίδευση) και με εφαρμογή συνολικά του αντιδραστικού νομοθετικού πλαισίου που ήδη υφίσταται. Ξεχωρίζουν οι τομές στα προγράμματα σπουδών στα Πανεπιστήμια, οι συγχωνεύσεις - αναδιατάξεις εκπαιδευτικών μονάδων και με την επίκληση της «αριστείας» (σχολείων, ΣΑΕΚ, πανεπιστημιακών τμημάτων) στο φόντο και της συνολικότερης περιστολής δαπανών που αναδεικνύει –και από αυτήν την οπτική– τις προτεραιότητες και ιεραρχήσεις κατεύθυνσης των κρατικών δαπανών για την Εκπαίδευση για την ικανοποίηση των σχεδιασμών του κεφαλαίου σε βάρος των κοινωνικών, μορφωτικών αναγκών της πλειοψηφίας.
Εντείνεται, επίσης, η πολιτική - ιδεολογική παρέμβαση της αστικής τάξης και των μηχανισμών της, πέρα από το καθαυτό σχολικό πρόγραμμα σπουδών. Στις συνθήκες γενίκευσης των ιμπεριαλιστικών πολέμων και της στοίχισης της Ελλάδας με την πλευρά του ΝΑΤΟ, γίνονται πιο συχνές οι παρεμβάσεις του ΝΑΤΟ, του κράτους-δολοφόνου του Ισραήλ, της ΕΕ και άλλων ιμπεριαλιστικών μηχανισμών στην Εκπαίδευση. Στο έδαφος αυτό ενισχύονται τα κατασταλτικά - πειθαρχικά μέτρα απέναντι στο εκπαιδευτικό κίνημα σε κάθε χώρο με διώξεις, νέο πλαίσιο λειτουργίας των Πανεπιστημίων κ.ά.
Οι δυνάμεις του Κόμματος και της ΚΝΕ παρεμβαίνουν στους χώρους της Εκπαίδευσης με σύνθετη και πρωτοπόρα δράση. Αναδεικνύουν με επιχειρήματα τις ταξικές αιτίες των προβλημάτων, τις σύγχρονες ανάγκες και δυνατότητες που προκύπτουν από την ανάπτυξη της επιστήμης, ασκούν διαπάλη με παλιά και σύγχρονα αστικά φιλοσοφικά ρεύματα και ιδεολογήματα, οργανώνουν και συσπειρώνουν ευρύτερες λαϊκές και νεανικές δυνάμεις σε κατεύθυνση ρήξης με τις εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές, για να μπαίνουν εμπόδια και να αποσπώνται κατακτήσεις που μπορούν να δώσουν αυτοπεποίθηση για τη δύναμη της λαϊκής - νεανικής πάλης.
Από την περίοδο μετά το 21ο Συνέδριο, σε μια σειρά από εκλογικές μάχες προβάλλει ένας νέος, θετικός συσχετισμός στους φορείς του κινήματος στους χώρους της Εκπαίδευσης. Διαμορφώνεται μάλιστα η δυνατότητα αυτός ο συσχετισμός να εδραιωθεί ως τέτοιος και να επεκταθεί.
Πιο συγκεκριμένα: Από το 2022 αναδεικνύεται πρώτη δύναμη το ψηφοδέλτιο της «Πανσπουδαστικής» στις φοιτητικές εκλογές. Στις εκλογές στη ΔΟΕ και στην ΟΛΜΕ, το 2024, το ψηφοδέλτιο της «Αγωνιστικής Συσπείρωσης Εκπαιδευτικών» αναδείχτηκε για πρώτη φορά, πρώτη και δεύτερη δύναμη, αντίστοιχα. Θετικοί είναι και οι συσχετισμοί στην
ΑΣΓΜΕ, όπου το ψηφοδέλτιο της «Δημοκρατικής Ενότητας Γονέων» έλαβε –για άλλη μια φορά– την απόλυτη πλειοψηφία των αντιπροσώπων, με περίπου 70%. Αντίστοιχα, ξεχωρίζει η προσπάθεια των μαθητικών δυνάμεων της ΚΝΕ που μαζί με άλλους αγωνιστές μαθητές παίζουν ουσιαστικά πρωτοπόρο ρόλο στην οργάνωση των αγώνων, ενώ η Συντονιστική Επιτροπή Μαθητών Αθήνας είναι πλατιά κατοχυρωμένη στη συνείδηση των μαθητών σε πανελλαδικό επίπεδο. Σημαντικά είναι τα βήματα στη συγκρότηση και στην εδραίωση θετικών συσχετισμών στους Συλλόγους Σπουδαστών στους χώρους Κατάρτισης (δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ, ΑΕΝ κ.ά.) με χιλιάδες νέους να συμμετέχουν στις εκλογές για την ανάδειξη ΔΣ, στα οποία πρωτοστατούν μέλη της ΚΝΕ και άλλοι αγωνιστές σπουδαστές. Θετική πορεία επίσης καταγράφεται στην ΠΟΣΔΕΠ αλλά και στους εργαζόμενους στα Πανεπιστήμια.
Στην περίοδο από τη διεξαγωγή του 21ου Συνεδρίου, διαμορφώθηκαν σοβαρά μέτωπα αντιπαράθεσης με την κυβερνητική πολιτική στην Παιδεία, που «σφραγίστηκαν» από την προσπάθεια των δυνάμεων του Κόμματος και της ΚΝΕ να αναδεικνύονται οι ταξικές παράμετροι και η πολιτική διέξοδος από τα προβλήματα.
Η εφαρμογή της αντιδραστικής «αξιολόγησης» συνεχίζει να ασθμαίνει, σημειώθηκαν μαζικότατες κινητοποιήσεις εκπαιδευτικών. Σημειώθηκαν μεγάλες μαθητικές κινητοποιήσεις ενάντια στην Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, αγώνες που στηρίχτηκαν από την Ανώτατη Συνομοσπονδία Γονέων Μαθητών Ελλάδας (ΑΣΓΜΕ), με σημαντική έκφραση της αλληλεγγύης σε επίπεδο σχολείου, που έσπαγε στην πράξη τις προσπάθειες «κοινωνικού αυτοματισμού» κ.ά. Αναπτύχθηκαν μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις ενάντια στον νόμο για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια που –σε συνδυασμό με τη σταθερή πολιτική παρέμβαση του Κόμματος και της ΚΝΕ– έπληξαν το κυβερνητικό αφήγημα περί προόδου και σε μια πορεία αντέστρεψαν και την επιδιωκόμενη κοινωνική συναίνεση, δημιούργησαν όρους αμφισβήτησης των κατευθύνσεων της ΕΕ και ανέδειξαν την κοινωνική ανάγκη για αποκλειστικά δημόσιες δωρεάν και αναβαθμισμένες σπουδές.
Στην ηγεσία όλων αυτών των αγώνων βρέθηκαν κομμουνιστές. Ξετυλίγοντας μια βασανιστική ιδεολογική - πολιτική προσπάθεια που δεν ήταν παράλληλος δρόμος με τη δουλειά στις μάζες, αλλά μέσα στις μάζες, με όπλο την πρόταση του ΚΚΕ για την Προσχολική Αγωγή, για το 12χρονο σχολείο, για τα Πανεπιστήμια και την Επαγγελματική Εκπαίδευση. Με πολύ καλύτερους όρους κατανόησης ότι οι στρατηγικές μας θέσεις και προτάσεις αφορούν το σήμερα, είναι ρεαλιστικές και αναγκαίες και είναι όπλο για την κατανόηση των αλλαγών, θεμελιώνουν ένα επεξεργασμένο πλαίσιο πάλης που δίνει διέξοδο στις σύγχρονες ανάγκες.
Στο επίκεντρο των προσπαθειών µας θέτουµε τη βελτίωση της λειτουργίας και της δράσης των φορέων του κινήματος, την άνοδο της συμμετοχής στις διαδικασίες τους, τη δημιουργία δομών –όπου δεν υπάρχουν– που θα διευκολύνουν και θα υπηρετούν τις διεκδικήσεις για το σύνολο των σύγχρονων αναγκών τους.
Η αναβάθμιση της ζωής των φορέων του κινήματος με ευθύνη των κομμουνιστών αποτελεί και από αυτήν τη σκοπιά απάντηση στα σχέδια απαξίωσης και εκφυλισμού τους, κυρίως του φοιτητικού κινήματος αλλά όχι μόνο, στο έδαφος και της χαμηλής συμμετοχής σε διαδικασίες αλλά και αξιοποιώντας τη δράση άλλων δυνάμεων που εκ των πραγμάτων διευκολύνουν τα κυβερνητικά σχέδια.
Αυτά τα στοιχεία, τόσο της ανάγκης να δυναμώνουν η οργάνωση, η συλλογική συζήτηση και δράση, οι υποδομές στο κίνημα, είναι δεμένα και αλληλοτροφοδοτούμενα με το περιεχόμενο, με την προβολή των πραγματικών σημερινών δυνατοτήτων και αναγκών. Μέσα στις δομές του κινήματος μπορεί να ανοίξει μια πιο ουσιαστική συζήτηση και προβληματισμός για ζητήματα επιστημονικών αντικειμένων, διδακτικής και παιδαγωγικής, και άλλα όπως Ιστορίας κ.λπ.
Δηλαδή στους χώρους της εκπαίδευσης που έχουν εκ λειτουργίας και φύσης του επαγγέλματος μια δεδομένη «διανοητική», ιδεολογική λειτουργία, δεν μπορούμε να συζητήσουμε για την καθημερινότητα της εργασίας ή των σπουδών χωρίς να συζητήσουμε για το περιεχόμενό τους.
ΒΑΣΙΚΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
Το σύνολο των εξελίξεων στην Εκπαίδευση δίνει τη δυνατότητα να κατανοηθεί ότι οι εκσυγχρονισµοί που επιχειρούν οι αστικές κυβερνήσεις δεν μπορούν ούτε θέλουν να απαντήσουν στις νέες προκλήσεις της γνώσης, της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που απαιτούν υψηλό γενικό μορφωτικό επίπεδο καθώς και δεξιότητες στη χρησιμοποίηση υπερσύγχρονων τεχνολογικών μέσων. Επιδιώκουν να προσαρμόσουν τη Γενική Εκπαίδευση στις σύγχρονες ανάγκες του καπιταλισμού, σε βάρος της γενικής μόρφωσης. Στους αστικούς προβληματισμούς και για την Ελλάδα εντοπίζεται το πρόβλημα του συνολικότερου μορφωτικού επιπέδου ως προϋπόθεσης και για την αφομοίωση του πνευματικού πλούτου που δημιουργεί η ανθρωπότητα.
Πρόβλημα όμως που δεν μπορεί να επιλυθεί καθολικά με ολόπλευρη μόρφωση, με απόκτηση διαλεκτικής υλιστικής γνώσης και μεθοδολογίας, καθώς ο καπιταλισμός αδυνατεί να δώσει διέξοδο σε αυτήν την ανάγκη και δυνατότητα. Αντίστοιχα, μια σειρά φαινόμενα συμπεριφοράς εντός σχολείου (bullying κ.ά.) αναδεικνύουν ανάγλυφα την «κρίση νομιμοποίησής» του, την «αποτυχία» να δημιουργηθούν όροι «σχολικής κοινότητας», πρόβλημα που εκφράζει γενικότερες αλλαγές στην κοινωνική συνείδηση.
Απ’ αυτήν την άποψη, η δουλειά με τη στρατηγική του Κόμματος, με τις προγραμματικές εξειδικεύσεις σε κάθε χώρο και εκπαιδευτική βαθμίδα συμβάλλει αποφασιστικά στην ικανότητα επεξεργασίας στόχων πάλης μέσα στη ζωντανή δράση στο κίνημα. Δίνει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζεται ταξικά και επιχειρηματολογημένα η εκάστοτε κυβερνητική πολιτική στον χώρο της Παιδείας. Λειτουργεί προωθητικά και στην ενασχόληση με μια σειρά από νέα ζητήματα που εμφανίζονται ή και προβλήματα που με οξύτητα ανακύπτουν στην Εκπαίδευση, αν κι εκφράζουν τα προβλήματα της εξέλιξης της αστικής κοινωνίας (π.χ. γλωσσική φτώχεια, bullying, επίδραση στις νεανικές συνειδήσεις από την καπιταλιστική αξιοποίηση του διαδικτύου κ.ά.).
Η πείρα επιβεβαιώνει ότι στον βαθμό που μέσα στο κίνημα ή και αυτοτελώς ως Κόμμα θέτουμε στο επίκεντρο ζητήματα που «καίνε», αφορούν στο περιεχόμενο της σχολικής γνώσης, της ανάπτυξης της επιστήμης σε κάθε χώρο, οι πρωτοβουλίες αγκαλιάζουν νέες δυνάμεις. Αυτό επιβεβαιώνεται περίτρανα από τη συμμετοχή γονιών σε συζητήσεις για θέματα εξαρτήσεων, bullying, από τη συμμετοχή κυρίως εκπαιδευτικών σε εκδηλώσεις και ημερίδες, τη μαζική διακίνηση του «κόκκινου Αερόστατου» με τις ξεχωριστά ενδιαφέρουσες και χρήσιμες θεματικές του εκδόσεις, από τη συμμετοχή επίσης φοιτητών σε εκδηλώσεις γύρω από το επιστημονικό αντικείμενο και την εργασιακή προοπτική.
Υπ’ αυτήν την έννοια, τα αποτελέσματα αυτά στη δράση μας είναι θετικά, γιατί είναι καρπός μιας δουλειάς που υλοποιεί και γονιμοποιεί συμπεράσματα που βγάλαμε συλλογικά στο 21ο Συνέδριο του Κόμματος.
Έχουν γίνει βήματα στην κατανόηση, πρώτα απ’ όλα «από τα πάνω», δηλαδή καθοδηγητικά, ότι το εκπαιδευτικό πρόβλημα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως κοινωνικό - πολιτικό πρόβλημα, και από την άποψη της γενικής θεωρητικής τοποθέτησης, αλλά και από την άποψη διατύπωσης επιχειρημάτων και επεξεργασίας στόχων πάλης που ενοποιούν τα επιμέρους κινήματα και φορείς στο μέτωπο της Παιδείας.
Οι θέσεις μας δημιουργούν όρους απεγκλωβισμού απέναντι στις υπαρκτές διαφορετικές συνταγές διαχείρισης στην Εκπαίδευση, που προωθούν όμως την ίδια στρατηγική, όπως αυτή εκφράζεται στη συνέχεια που υπάρχει ανάμεσα στις κυβερνήσεις στα κρίσιμα ζητήματα: Στην εμβάθυνση της επιχειρηματικής δράσης στα Πανεπιστήμια, στην κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτικών δομών (σχολείων, ΑΕΙ κ.λπ.), στην άμεση παρέμβαση του κεφαλαίου στους προσανατολισμούς όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων, στην επέλαση μιας αγοράς προσόντων που υπονομεύει το πτυχίο.
Το επόμενο διάστημα, βασικό καθήκον του Κόμματος και της ΚΝΕ στους χώρους της Εκπαίδευσης είναι η ενίσχυση της ιδεολογικής - μορφωτικής προσπάθειας µε επίκεντρο την εκλαΐκευση της πρότασης του Κόμματος για την Παιδεία, την εργασία, την Υγεία, το σύνολο των κοινωνικών αναγκών στον σοσιαλισμό - κομμουνισμό, την αποκάλυψη του αστικού επιχειρήματος περί της «ουδετερότητας» της επιστήμης, τη διαπάλη με τον σύγχρονο ιδεαλισμό και τον «ατομικό δικαιωματισμό», τον ιστορικό αναθεωρητισμό και αντικομμουνισμό, με την ανάδειξη των σύγχρονων δυνατοτήτων των παραγωγικών δυνάμεων, πρώτα απ’ όλα του ανθρώπου, που ο καπιταλισμός περιορίζει.
Να ανοίξει σε όλες τις βαθμίδες συζήτηση και δράση στη βάση της ενότητας παιδεία - οικονομία - κοινωνία - ιδεολογία, δηλαδή µε τη στρατηγική του Κόμματος.
Οι επεξεργασίες προγραμματικής εξειδίκευσης του Κόμματος για την Προσχολική Αγωγή, για το σχολείο και για το Πανεπιστήμιο, καθώς και μια σειρά άλλες εκδόσεις της «Σύγχρονης Εποχής», το περιοδικό «Θέματα Παιδείας» αποτελούν όπλα στη σύνθετη πολιτική και ιδεολογική διαπάλη που μπορούν να λειτουργήσουν ενισχυτικά στην οργάνωση και στη δυναμική του εκπαιδευτικού κινήματος. Ως εκ τούτου, απαιτείται, παίρνοντας μέτρα, να ενθαρρυνθεί και να οργανωθεί η συζήτηση με βάση τις παραπάνω εκδόσεις.
Συνεχίζουμε, οργανώνουμε και σταθεροποιούμε την πλούσια πολυθεματική και πολύμορφη παρέμβαση με επίκεντρο το σχολείο, το μάθημα και τις άλλες δραστηριότητες που διεξάγονται σε αυτό. Αναβαθμίζουμε την ολόπλευρη καθοδηγητική στήριξη και τη διατμηματική συνεργασία, επικεντρώνοντας στους εκπαιδευτικούς και στις μαθητικές δυνάμεις της ΚΝΕ.
Συμβάλλουμε πιο αποφασιστικά, ώστε στο σύνολο των ΚΟΒ και των ΟΒ στα Πανεπιστήμια να χτίζεται η υπεροχή, στηριγμένη στη μαρξιστική μόρφωση, στην ικανότητα παρακολούθησης του αντικειμένου σπουδών και ανάπτυξης κριτικής σκέψης. Ο ολοκληρωμένος σχεδιασμός μας πρέπει να περιλαμβάνει το πρόγραμμα σπουδών, την παρέμβαση στο επιστημονικό αντικείμενο, τη διαμόρφωση ενός βασικού υπόβαθρου γνώσης για να αναπτυχθεί η κριτική στάση, τη σύνδεση της δράσης για τα εργασιακά - επαγγελματικά δικαιώματα, την καλλιέργεια κριτηρίων για τον ρόλο του επιστήμονα.
Παράλληλα, έως το 23ο Συνέδριο, με ευθύνη της νέας ΚΕ και των αντίστοιχων Τμημάτων της, χρειάζεται να γίνει αντίστοιχη επεξεργασία για την Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση, μελετώντας και την πλούσια σοσιαλιστική πείρα. Επίσης, απαιτείται να δημιουργηθεί θεωρητική υποδομή για την απάντηση σε νέα ζητήματα που προκύπτουν μέσα από την ανάπτυξη της αστικής εκπαίδευσης, όπως εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης κ.ά.
2. Για τη δράση μας στον τομέα της Υγείας
Όλα τα τελευταία χρόνια, τα ζητήματα της υγείας του λαού, στις συνθήκες πανδημίας και στη συνέχεια, βρέθηκαν στο επίκεντρο της παρέμβασης του Κόμματος.
Η πανδημία COVID-19 ανέδειξε με δραματικό τρόπο τα όρια και τα αδιέξοδα ενός εμπορευματοποιημένου συστήματος Υγείας, προσαρμοσμένου στις ανάγκες της κερδοφορίας και όχι της πρόληψης και της φροντίδας του λαού. Το ΚΚΕ, από την αρχή, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του αγώνα για την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος Υγείας, διαμορφώνοντας αιτήματα ζωτικής σημασίας για τη σωτηρία του λαού, όπως μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, μονιμοποίηση των συμβασιούχων, επίταξη του ιδιωτικού τομέα Υγείας χωρίς αποζημίωση, αναβάθμιση των Πρωτοβάθμιων Δομών Υγείας.
Με συνεχείς παρεμβάσεις μέσα και έξω από τη Βουλή και στους μαζικούς φορείς, στήριξε τους αγώνες των υγειονομικών, των σωματείων, των μαζικών φορέων για τη λήψη ουσιαστικών μέτρων προστασίας της υγείας και της ζωής. Έσπασε το σιωπητήριο που προσπάθησαν να επιβάλουν η κυβέρνηση και τα αστικά κόμματα. Από τότε μέχρι σήμερα, όταν και επιχειρήθηκε το «ξέπλυμα» των εγκληματικών ευθυνών του κράτους και των κυβερνήσεων, το ΚΚΕ στάθηκε απέναντι, αποκαλύπτοντας τη συνέχιση της εμπορευματοποίησης και την περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της Υγείας.
Η στρατηγική του κεφαλαίου για την Υγεία διαμορφώνεται με βάση τις κατευθύνσεις της ΕΕ, του ΟΟΣΑ και άλλων ιμπεριαλιστικών οργανισμών και εξειδικεύεται από την κυβέρνηση της ΝΔ με στόχο την παραπέρα εμπορευματοποίηση του δημόσιου συστήματος Υγείας (επέκταση των ΣΔΙΤ, λειτουργία των δημόσιων μονάδων Υγείας ΑΕ με «ασθενείς - πελάτες»), την ενίσχυση του επιχειρηματικού - ιδιωτικού τομέα, την περαιτέρω εκμετάλλευση κρίσιμων τομέων (φάρμακο, πρόληψη, διαγνωστικές εξετάσεις, ψηφιακή Υγεία) από τους επιχειρηματικούς ομίλους.
Τα τελευταία χρόνια, η αστική πολιτική ενισχύει τα μέτρα υπέρ της ανάπτυξης της ασφαλιστικής και ιδιωτικής φροντίδας Υγείας. Η ίδια η κρατική πολιτική ενθαρρύνει την ιδιωτική ασφάλιση. Από την πανδημία και έπειτα καλλιεργείται με εντυπωσιακούς ρυθμούς το αφήγημα της «ατομικής ευθύνης». Το αστικό κράτος επιδιώκει να μεταφέρει την ευθύνη πρόληψης και φροντίδας στο άτομο που καλείται να αναζητήσει μόνο του υπηρεσίες, να πληρώνει, να διαχειρίζεται το ρίσκο της υγείας του «κατά περίπτωση», απαλλάσσοντας το κράτος από την υποχρέωση καθολικής φροντίδας.
Η στρατηγική του κεφαλαίου και οι αναδιαρθρώσεις οδηγούν σε νέα βάρη για τον λαό, εντείνουν τις ταξικές ανισότητες στην Υγεία και καθιστούν την πρόσβαση σε αυτές προνόμιο για λίγους. Για τους πολλούς θα ισχύει η παροχή ελάχιστων υπηρεσιών και αυτές με ημερομηνία λήξης.
Το ΚΚΕ πρωτοστάτησε στην οργάνωση κινητοποιήσεων υγειονομικών, εργαζομένων σε νοσοκομεία και μονάδες Υγείας, με τη συγκρότηση Επιτροπών Αγώνα, με την ενίσχυση των σωματείων, με κοινή δράση με σωματεία άλλων κλάδων. Η δράση αυτή ανέδειξε ότι η πάλη για το μεγάλο μέτωπο της Υγείας δεν είναι υπόθεση μόνο των υγειονομικών, αλλά συνολικά του εργατικού - λαϊκού κινήματος.
Από τις πολυήμερες απεργίες και κινητοποιήσεις της ΟΕΝΓΕ και σωματείων υγειονομικών, τις δράσεις στα νοσοκομεία, τις παρεμβάσεις στα Κέντρα Υγείας, μέχρι την αγωνιστική παρέμβαση σε κάθε γειτονιά, δημιουργήθηκαν εστίες αντίστασης και διεκδίκησης. Η πείρα επιβεβαιώνει ότι η αλλαγή συσχετισμών στο κίνημα περνά μέσα από τον αγώνα για κάθε μικρό ή μεγάλο πρόβλημα, μαζί με τη διεκδίκηση ριζικών αλλαγών μακριά από την «κινούμενη άμμο» της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που στην Υγεία περνάει μέσα από νέες κερδοφόρες επενδύσεις των μονοπωλίων του κλάδου.
Την περίοδο αυτή ενισχύθηκαν κι άλλο τα ψηφοδέλτια όπου συμμετέχουν οι κομμουνιστές στα νοσοκομεία, στους γιατρούς, σε σωματεία της ιδιωτικής Υγείας και των ιδρυμάτων Πρόνοιας. Ενισχύθηκαν οι δυνάμεις μας στην ΟΕΝΓΕ, κατακτήθηκε η πρώτη θέση στην ΕΙΝΑΠ, σε διάφορες Ενώσεις Γιατρών και σε αρκετά μεγάλα νοσοκομεία της χώρας. Τη μάχη για τη βελτίωση του συσχετισμού κόντρα στις δυνάμεις του συμβιβασμού, της ενσωμάτωσης και του οπορτουνισμού τη δίνουμε μαζί με εκατοντάδες συναγωνιστές, φίλους του Κόμματος που αντιστέκονται, εκτός των άλλων, στη βαθιά υλική και ιδεολογική ενσωμάτωση που επιχειρείται στους χώρους της Υγείας.
Το ΚΚΕ θέτει στο επίκεντρο της δράσης του τα ζητήματα της υγείας του λαού ως μέτωπο πάλης που ενισχύει τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής συμμαχίας ανάμεσα στους υγειονομικούς, στους εργαζόμενους σε κρίσιμους τομείς του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, τους αυτοαπασχολούμενους, τη νεολαία, τις γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων.
Αιχμές στη δράση μας αποτελούν:
- Η αποκάλυψη του χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων στην Υγεία και η δημιουργία εστιών αντίστασης στα αντιλαϊκά σχέδια.
- Η πάλη για ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς, αξιοπρεπείς μισθούς, μαζικές προσλήψεις μόνιμων υγειονομικών.
- Η στήριξη της πρόληψης, της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, της δωρεάν φαρμακευτικής περίθαλψης.
- Η διεκδίκηση ενός αποκλειστικά δημόσιου, καθολικού, σύγχρονου και δωρεάν συστήματος Υγείας - Πρόνοιας, απαλλαγμένου από την επιχειρηματική δράση.
- Η πανελλαδική δράση οφείλει να συνδυάζεται με τοπικές παρεμβάσεις, με σύνδεση των ζητημάτων υγείας με την ακρίβεια, τον πόλεμο, την εργασία, τη ζωή συνολικά.
Η απάντηση, για να αξιοποιηθούν οι σύγχρονες δυνατότητες της επιστήμης, για να ζει ο λαός περισσότερο και καλύτερα, βρίσκεται στην ανατροπή του καπιταλισμού, στην πάλη για τη νέα σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας και της οικονομίας, όπου οι άμεσοι παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου θα απολαμβάνουν τα αποτελέσματα της εξέλιξης στην ιατρική επιστήμη και έρευνα.
Η επιστήμη και η τεχνολογία μπορούν σήμερα να προσφέρουν πολλά στον άνθρωπο: Πρόληψη νοσημάτων, μακροζωία, καλύτερη ποιότητα ζωής. Τα όποια επιστημονικά επιτεύγματα δεν αξιοποιούνται προς όφελος της πρόληψης και της δωρεάν περίθαλψης και αποκατάστασης, αλλά προς όφελος της κερδοφορίας των λίγων για να βαθαίνει η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, επιδιώκοντας να ξεπεραστούν τα βιολογικά όρια του ανθρώπινου οργανισμού. Το ΚΚΕ παλεύει για τη σοσιαλιστική οργάνωση του συστήματος Υγείας όπου:
- Η Υγεία αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα και όχι εμπόρευμα.
- Η επιστημονική γνώση αξιοποιείται κεντρικά, με σχεδιασμό, για την κάλυψη των λαϊκών αναγκών.
- Το φάρμακο, η έρευνα, οι δομές πρωτοβάθμιας - δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας περίθαλψης, η πρόληψη εντάσσονται σε ένα ενιαίο, κρατικό, αποκλειστικά δημόσιο σύστημα Υγείας - Πρόνοιας και κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής - δηλαδή στο πλαίσιο της εργατικής εξουσίας.
- Ο εργαζόμενος δεν αντιμετωπίζεται ως κόστος, αλλά ως δημιουργός του πλούτου, δικαιούται και απολαμβάνει τη ζωή και την υγεία του.
Γι’ αυτό η πάλη του Κόμματος σήμερα για τα ζητήματα της Υγείας δεν περιορίζεται σε αιτήματα ανακούφισης, αλλά συνδέεται με την αναγκαιότητα του Σοσιαλισμού, της κοινωνίας που βάζει στο επίκεντρο τις σύγχρονες ανάγκες του ανθρώπου και όχι το κέρδος.
Πιο ειδικά για την παρέμβασή μας στους χώρους της Πρόνοιας
Σταθερό μέτωπο πάλης του Κόμματος αποτελεί η παρέμβασή μας σε ζητήματα αναπηρίας και χρόνιας πάθησης. Ζητήματα που αποτελούν ένα επιπλέον «βαρίδι» στη ζωή της εργατικής - λαϊκής οικογένειας συνολικά και όχι μόνο του ίδιου του ανάπηρου. Ξεκινούν από την Προσχολική Αγωγή και Εκπαίδευση του παιδιού με αναπηρία και το ακολουθούν σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του, στο επίπεδο της θεραπείας, της αποκατάστασης, της εργασιακής και κοινωνικής του ένταξης ή της κοινωνικής του προστασίας. Η στρατηγική της κυβέρνησης στον χώρο της αναπηρίας κινήθηκε στη γραμμή υλοποίησης των κατευθύνσεων της ΕΕ και του κεφαλαίου, δηλαδή στη λογική περικοπών - περιορισμών κοινωνικών παροχών, δραματικής συρρίκνωσης ή κλεισίματος των αντίστοιχων κρατικών δομών στο όνομα της «αποϊδρυματοποίησης» και της «αποασυλοποίησης». Την ίδια στρατηγική, από άλλη σκοπιά, υπηρετεί και η εμπορευματοποίηση των πρόσθετων αναγκών των αναπήρων και των χρονίως πασχόντων σε όλα τα επίπεδα, Υγεία, Εκπαίδευση, Αθλητισμό, Πολιτισμό, αναψυχή.
Με την έννοια αυτή, τα ζητήματα της αναπηρίας, της χρόνιας πάθησης, της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης άπτονται συνολικότερα των αναγκών της εργατικής - λαϊκής οικογένειας και αφορούν σε μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό και δεν αποτελούν στενά και μόνο αντικείμενο της πολιτικής και μαζικής παρέμβασης των ΚΟ στην Υγεία και την Πρόνοια όπου υπάρχουν, αλλά ευρύτερα του κομματικού μας δυναμικού, σε πανελλαδικό επίπεδο.
Το διάστημα από το 21ο Συνέδριο και μετά συνεχίστηκε και εντάθηκε η προσπάθεια να παρέμβουμε στο αναπηρικό κίνημα με τις συσπειρώσεις που έχουμε διαμορφώσει (κύρια μέσω της Συντονιστικής Επιτροπής Αγώνα Αναπήρων - ΣΕΑΑΝ - και του Ενιαίου Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων ΑμεΑ Αττικής) για τα οξυμένα ζητήματα των αναπήρων και χρονίως πασχόντων όπως οι υποθεραπείες και οι υπομεταγγίσεις, η κακή κατάσταση στις υποδομές των δημόσιων Ειδικών Σχολείων, η ακραία υποβάθμιση των δημόσιων κλινών αποκατάστασης, οι αυξήσεις στη συμμετοχή των ασφαλισμένων σε φάρμακα και θεραπείες.
Η διαμόρφωση αιτημάτων και πλαισίων πάλης, που αφορούν στην αναπηρία, πρέπει να γίνει υπόθεση κάθε ταξικού Σωματείου, Ομοσπονδίας και Εργατικού Κέντρου, συνολικά του εργατικού κινήματος με κεντρικό άξονα: «Πρόνοια κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα», «Απαγόρευση κάθε επιχειρηματικής δράσης φανερής ή συγκαλυμμένης στους ευαίσθητους τομείς της αναπηρίας και της χρόνιας πάθησης». Με αυτό το περιεχόμενο, οι δυνάμεις μας στο αναπηρικό κίνημα διεξάγουν τη διαπάλη με τον κυβερνητικό συνδικαλισμό και τον ρεφορμισμό που επικρατεί στις ηγεσίες των συνδικαλιστικών οργάνων των αναπήρων
(ΕΣΑμεΑ, ΠΟΣΓΚΑμεΑ).
Νέο στοιχείο και αιχμή στην πάλη μας αποτέλεσε το μέτωπο των κατασχέσεων και πλειστηριασμών της πρώτης κατοικίας οικογενειών με ανάπηρο μέλος. Το πλήθος τέτοιων οικογενειών αποδεικνύει με δραματικό τρόπο ότι η αναπηρία στον καπιταλισμό μπορεί να γίνει αιτία φτωχοποίησης. Στο μέτωπο αυτό, έγινε προσπάθεια συμπόρευσης των αναπήρων με Εργατικά Κέντρα, σωματεία και την επιτροπή του ΠΑΜΕ για τους πλειστηριασμούς. Αποκτήθηκε επαφή με δεκάδες Συλλόγους χρόνιων πασχόντων, έγιναν κοινοβουλευτικές συναντήσεις και παρεμβάσεις, προχωρήσαμε σε μαχητικές και επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις για να μην ξεσπιτωθούν οι ανάπηροι και οι οικογένειές τους. Πρόκειται για μια πολύτιμη πείρα εργατικής - λαϊκής αλληλεγγύης, απέναντι στις λογικές της ατομικής ευθύνης και της μοιρολατρίας που καλλιεργούν οι μηχανισμοί του συστήματος.
3. Για την εξασφάλιση της λαϊκής στέγης και η πάλη κατά των πλειστηριασμών
Ένα ζήτημα στο οποίο ξεχώρισε η παρέμβαση του Κόμματος ήταν η πάλη ενάντια στους πλειστηριασμούς και η προβολή του μεγάλου θέματος της λαϊκής στέγης.
Έγινε προσπάθεια να αναδειχθεί πως το βασικό κοινωνικό δικαίωμα για ασφαλή στέγη έρχεται σε αντίθεση με την εμπορευματοποίηση της γης, την καπιταλιστική αγορά στην κατοικία, τον ρόλο των κατασκευαστικών ομίλων και των τραπεζών, τη στρατηγική της ΕΕ και την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, όπως και των προηγούμενων.
Με τις επεξεργασίες, τις εκδηλώσεις και τις παρεμβάσεις του Κόμματος φωτίστηκαν μια σειρά από παράγοντες που οξύνουν το στεγαστικό πρόβλημα, όπως:
- Η υπονόμευση και τελική κατάργηση της προστασίας της πρώτης κατοικίας των υπερχρεωμένων νοικοκυριών.
- Η ένταση της εμπορευματοποίησης με την απεριόριστη εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων (τύπου Airbnb) και του καθεστώτος της golden visa.
- Η επιδείνωση της αναλογίας πραγματικών μισθών και κόστους στέγασης (που αφορά τόσο τη μεγάλη αύξηση των τιμών των ενοικίων όσο και την αποπληρωμή των ληστρικών στεγαστικών δανείων), η συγκέντρωση της γης στους ομίλους, η επιβολή του ΕΝΦΙΑ, η ενεργειακή ακρίβεια και η αύξηση της ενεργειακής φτώχειας.
Φωτίστηκαν, δηλαδή, οι παράγοντες που οδηγούν στη μείωση του ποσοστού ιδιοκατοίκησης και στην αύξηση των δαπανών στέγασης, οι οποίες φτάνουν να εξαφανίζουν ακόμα και το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος για ένα στα τέσσερα νοικοκυριά. Πρόκειται για οξυμένο πρόβλημα που αγκαλιάζει συνολικά την ΕΕ, όπου καταγράφεται την τελευταία δεκαετία πολύ μεγαλύτερη αύξηση των τιμών των κατοικιών και των ενοικίων, σε σχέση με την αύξηση των πραγματικών μισθών.
Αναδείχθηκε, επίσης, η έλλειψη ουσιαστικών προσεισμικών ελέγχων και γενικότερα αντισεισμικής θωράκισης καθώς και χωροταξικού - πολεοδομικού σχεδιασμού, με γνώμονα το σύνολο των λαϊκών αναγκών.
Έγινε προσπάθεια να αποκαλυφθεί ο ψευδεπίγραφος χαρακτήρας των προτάσεων της κυβέρνησης και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που κινούνται στο πλαίσιο εμπορευματοποίησης της κατοικίας, αποδοχής ως τετελεσμένων των χιλιάδων πλειστηριασμών, διασφάλισης νέων επενδυτικών ευκαιριών εκμετάλλευσης των κρατικών κτιρίων και της γης από τους ομίλους. Να προβληθεί γιατί η ολοκληρωμένη απάντηση στο πρόβλημα της στέγης προϋποθέτει την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, τον κεντρικό σχεδιασμό και τη μετατροπή των κατοικιών και της γης σε κοινωνική περιουσία.
Απέναντι στο «τσουνάμι» των πλειστηριασμών έγινε συστηματική προσπάθεια παρέμβασης, αρχικά από την Επιτροπή του ΠΑΜΕ ενάντια στους πλειστηριασμούς, που απλώθηκε σε πολλές πόλεις της χώρας και γειτονιές της Αττικής, παρεμβαίνοντας και σώζοντας στην κυριολεξία εκατοντάδες πρώτες κατοικίες εργατικών και λαϊκών νοικοκυριών, απειθαρχώντας στους κατασταλτικούς νόμους και στο άδικο νομοθετικό πλαίσιο, που ξεριζώνει τις φτωχές οικογένειες από τα σπίτια τους και ενισχύει τη συγκέντρωση των ακινήτων στα «κοράκια» και στα διάφορα επιχειρηματικά funds. Ορισμένες κινητοποιήσεις, όπως στην Ελευσίνα, στα Πετράλωνα, στου Ζωγράφου, στη Θήβα, στη Χαλκιδική κ.α., έγιναν σημείο αγωνιστικής αναφοράς για ολόκληρες πόλεις στη σύγκρουση με την αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης.
Αυτή η παρέμβαση εκφράστηκε με το δυνάμωμα του κύρους του Κόμματος και του ΠΑΜΕ, που αναγνωρίζονται από ευρύτερα λαϊκά τμήματα ως οι δυνάμεις που με σταθερότητα και συνέπεια ασχολούνται με το συγκεκριμένο θέμα. Από πολλά στόματα ακούστηκε να λένε «πήγαινε στο ΠΑΜΕ να σώσεις το σπίτι σου». Είναι αγωνιστική πρωτοβουλία που ανοίγει τον δρόμο, συμβάλλει στον συντονισμό των αγώνων με τα μικρομεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, για να γίνονται βήματα στην υπόθεση της κοινωνικής συμμαχίας στο μεγάλο θέμα της λαϊκής στέγης.
Στο μέτωπο αυτό έχουμε συγκεντρώσει σημαντική αγωνιστική πείρα από τη δράση ενάντια στους πλειστηριασμούς, η οποία αποτελεί παρακαταθήκη για να κλιμακωθεί ο αγώνας για το δικαίωμα του λαού στη στέγη:
- Για να υπάρξει σχεδιασμός με ευθύνη του κράτους, επαναλειτουργία του ΟΕΚ, αξιοποίηση του αποθέματος των κρατικών κτιρίων.
- Προστασία της πρώτης κατοικίας απ’ τους πλειστηριασμούς και τα «κοράκια» των τραπεζών και των funds με κατάργηση της αντιδραστικής νομοθεσίας.
- Κατάργηση του ΕΝΦΙΑ για τη λαϊκή κατοικία, περιορισμούς στη βραχυχρόνια μίσθωση και κατάργηση της golden visa.
- Αναβάθμιση και επέκταση των φοιτητικών εστιών.
- Φθηνό ρεύμα για τον λαό, ουσιαστικές αυξήσεις μισθών και κρατική στήριξη του κόστους στέγασης των λαϊκών οικογενειών.
4. Για τη δράση μας στον Πολιτισμό
Την τετραετία που μεσολάβησε από το προηγούμενο Συνέδριο συνεχίστηκε με πλατύτερη διείσδυση η πολύμορφη πολιτιστική παρέμβαση του Κόμματος.
Μέσα από την πλούσια και υψηλής στάθμης δραστηριότητα που αναπτύχθηκε με μεγάλες συναυλίες, τα Φεστιβάλ ΚΝΕ - «Οδηγητή», το 6ο, κατά σειρά, Επιστημονικό Συνέδριο, τη λειτουργία του χώρου Πολιτισμού «Γιώργης Βαρλάμος», τα αφιερώματα σε καλλιτέχνες, τις εκθέσεις, τις πρωτοβουλίες του Στεκιού του ΚΣ της ΚΝΕ, δυνάμωσε η προσπάθεια να αναδειχτεί και να διαδοθεί το χρήσιμο κοινωνικά έργο κορυφαίων Ελλήνων και ξένων δημιουργών, αλλά και να δοθεί μια δυνατότητα σε νεότερους ελπιδοφόρους καλλιτέχνες να παρουσιάσουν το έργο τους. Σημαντικές εκδηλώσεις με σοβαρή απήχηση πραγματοποίησαν και αρκετές Οργανώσεις Περιοχής, αξιοποιώντας την κεντρική πείρα.
Επιβεβαιώνεται μέσα και από τον Πολιτισμό ο ανατρεπτικός και ριζικά διαφορετικός χαρακτήρας του Κόμματός μας από αυτόν των αστικών κομμάτων, που δεν αναπτύσσουν ούτε στοιχειώδη πολιτιστική δραστηριότητα, καθώς καλύπτονται από την κυρίαρχη αστική ιδεολογία και αισθητική.
Διευρυμένο ήταν και το δυναμικό των καλλιτεχνών, διανοουμένων και άλλων εξειδικευμένων σε θέματα Τέχνης εργαζομένων που συμμετείχαν ή συνέβαλαν ενεργητικά στην κομματική πολιτιστική δραστηριότητα, ως αποτέλεσμα του πολιτικού ενδιαφέροντος του Κόμματος για την Τέχνη και τους καλλιτέχνες, σε συνδυασμό με τη δράση των κομματικών δυνάμεων στο μαζικό κίνημα των καλλιτεχνών και εργαζομένων στον Πολιτισμό. Ωστόσο, αυτή η συμβολή καλλιτεχνών στην πολιτιστική δράση του Κόμματος ούτε επαρκεί, ούτε θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Η σταθερή ανάπτυξη διαπροσωπικής επαφής και συζήτησης είναι αναντικατάστατη προϋπόθεση για να δημιουργούνται στέρεοι πολιτικοί και ιδεολογικοί δεσμοί ιδιαίτερα με τους νεότερους καλλιτέχνες, με τους οποίους οι σχέσεις μας χρειάζεται να ενισχυθούν και να διευρυνθούν.
Φαίνεται πως σταδιακά υποχωρεί η αντίληψη –που είχε διαπιστωθεί στο 20ό Συνέδριο– ότι ο πολιτισμός αποτελεί διακοσμητικό στοιχείο της πολιτικής μας. Ωστόσο, δεν κατανοείται ακόμη ενιαία το πώς ο πολιτισμός μπορεί να συμβάλει στην προώθηση της στρατηγικής μας πρότασης για επαναστατική αλλαγή της κοινωνικής πραγματικότητας. Φυσικά, κανείς δεν έχει την αυταπάτη ότι η Τέχνη μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα, υποκαθιστώντας την ταξική πάλη. Η Τέχνη μπορεί όμως να επηρεάσει εκείνους που θα την αλλάξουν, να επιδράσει στη συνείδηση της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων. Για να μπορέσει, ωστόσο, να ξεδιπλώσει τη μεταμορφωτική της δύναμη χρειάζεται σταθερή, οργανική σύνδεσή της με το εργατικό κίνημα και την κομματική πολιτική δράση.
Σε ό,τι αφορά το κίνημα, η σύνδεση αυτή προϋποθέτει πρώτα - πρώτα όλες οι μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις που επηρεάζουμε (Εργατικά Κέντρα και Ομοσπονδίες, Σωματεία) να εντάξουν στον προγραμματισμό τους σε σταθερή βάση την πολιτιστική δραστηριότητα, φροντίζοντας το περιεχόμενό της να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της σύγχρονης ταξικής πάλης. Αυτό, με τη σειρά του, θα επιφέρει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα προς τα κάτω, στα σωματεία και τους συλλόγους.
Η αξιοποίηση του πολιτισμού στη δράση των Κομματικών Οργανώσεων επιβάλλει πρώτα απ΄ όλα τη συγκρότηση σταθερών Επιτροπών Πολιτισμού σε κάθε Οργάνωση Περιοχής και όχι μόνο υπεύθυνου, που ούτε κι αυτός υπάρχει σε κάποιες Οργανώσεις, ενώ σε άλλες βρισκόταν όλο αυτό το διάστημα σε διαρκή αντικατάσταση. Η σταθερότητα είναι περισσότερο από αναγκαία, για να μπορέσουν κάποια στελέχη να εξειδικευτούν σε έναν τομέα με ειδικές απαιτήσεις, όπως αυτός του Πολιτισμού, που προϋποθέτει ενδιαφέρον, παρακολούθηση των εξελίξεων στον χώρο, αλλά και κάποια εξοικείωση με το αντικείμενο της Τέχνης.
Στο μελετητικό πεδίο, συνεχίστηκε η επεξεργασία παλιών και νεότερων θεμάτων Λογοτεχνίας, Τέχνης και Αισθητικής. Πιο συγκεκριμένα:
Ολοκληρώθηκε το Επιστημονικό Συνέδριο για την ΕΑΜική και αστική λογοτεχνία της δεκαετίας 1940-1950. Εκδόθηκε επιστημονική έρευνα για την πολιτική δραστηριότητα των λογοτεχνών τη δεκαετία 1930-1940. Πραγματοποιήθηκε έκδοση για τη λογοτεχνία και την Τέχνη της Κομμούνας, με αφορμή τα 150 χρόνια από την Κομμούνα του Παρισιού, στην οποία περιέχονται και πρωτότυπες μεταφράσεις ποιημάτων και τραγουδιών από τους αντιπροσωπευτικότερους λογοτέχνες, που συμμετείχαν ή παρακολούθησαν στενά τα γεγονότα (Ποτιέ, Κλεμέν, Ρεμπώ, Βερλαίν, Ουγκώ κ.ά.). Διευρύνθηκε η μελέτη σε θέματα μαρξιστικής αισθητικής με την εξέταση της εξέλιξής της στην ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα κατά την περίοδο που ακολούθησε την οπορτουνιστική στροφή του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ έως τη δεκαετία του 1970. Έγινε μια πρώτη διερεύνηση στη σχέση Τεχνητής Νοημοσύνης και Τέχνης κάτω από το πρίσμα της μαρξιστικής φιλοσοφίας και ειδικότερα της μαρξιστικής θεωρίας για την ανθρώπινη ψυχολογία. Επεκτάθηκε προηγούμενη επεξεργασία για το ιδεολογικό περιεχόμενο στην πολιτιστική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μελετήθηκε η ευρωενωσιακή και κυβερνητική πολιτική ειδικότερα στον οπτικοακουστικό τομέα και υπήρξε μια πρόοδος στην επεξεργασία θεμάτων της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Παρά τα όποια επιτεύγματα στην πολιτιστική δουλειά του Κόμματος, υπάρχει ακόμη μεγάλη απόσταση από το να κατακτηθούν η γνώση και η ικανότητα αντιπαράθεσης µε τις αστικές θεωρίες που διδάσκονται στα Πανεπιστήμια για το περιεχόμενο της Τέχνης (Σχολή της Φραγκφούρτης, μεταμοντερνισμός κ.ά.).
Ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα αποτελεί η σοβαρή καθυστέρηση που παρουσιάζεται στη μελέτη, αφομοίωση και διάδοση των επεξεργασιών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, τόσο των πρόσφατων, όσο και των προηγούμενων για τον ρόλο της Τέχνης, τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, τη ρώσικη πρωτοπορία, τον μεταμοντερνισμό, παρότι αποτελούν αντικείμενα έντονης διαπάλης μέσα στο πλέγμα Πανεπιστημίων, Ιδρυμάτων, Κρατικών Οργανισμών και Επιχειρηματικών Ομίλων, μιας διαπάλης που επιδρά σοβαρά στις νεότερες γενιές καλλιτεχνών.
Αποτελεί ανάγκη οι άμεσα σχετικές με τον Πολιτισμό Οργανώσεις των ΑΕΙ (Φιλολογικό, Θεατρικών Σπουδών, Μουσικών Σπουδών, ΑΣΚΤ, Αρχιτεκτονική) να μεταφέρουν το περιεχόμενο αυτών των επεξεργασιών στους χώρους των Πανεπιστημίων, οργανώνοντας εκδηλώσεις με θέματα προσαρμοσμένα στις ανάγκες κάθε Τμήματος (π.χ. βιβλιοπαρουσιάσεις συνεδρίων για τη λογοτεχνία, εκδηλώσεις για λογοτέχνες, μεταμοντερνισμός κ.ά.).
Σημαντική παράμετρος, για να εδραιωθεί και να εξελιχθεί η παρέμβαση του Κόμματος στον Πολιτισμό είναι η ανάδειξη μιας νέας γενιάς καλλιτεχνών - δημιουργών και επιστημόνων στον χώρο της Τέχνης και της Λογοτεχνίας, που θα διαθέτουν υψηλή ειδίκευση και μαρξιστική μόρφωση. Χρειάζεται, επομένως, να αντιμετωπιστεί η απροθυμία που παρατηρείται στη συνέχιση των σπουδών σε επίπεδο διδακτορικού στα θεωρητικά αντικείμενα της Λογοτεχνίας και των Τεχνών, μια κατάσταση που στις σημερινές συνθήκες οξύτατης αντικομμουνιστικής επίθεσης οδηγεί σε μια –χωρίς ισχυρό αντίλογο– οπισθοδρόμηση αυτές τις επιστήμες. Να σχεδιαστεί με τις αντίστοιχες Οργανώσεις στα Πανεπιστήμια αυτή η προσπάθεια ανάδειξης.
Η κυβερνητική πολιτική της τετραετίας χαρακτηρίστηκε από τη διεύρυνση της επιχειρηματικής λειτουργίας και της εμπορευματοποίησης του Πολιτισμού, με ακραίες εκδηλώσεις στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς (π.χ. επιδείξεις μόδας και διαφημίσεις σε εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους). Παράλληλα, προωθήθηκε η στενότερη υπαγωγή της πολιτιστικής παραγωγής στην πολιτική της εξωστρέφειας, με βαθύτερη πρόσδεση του Πολιτισμού στον Τουρισμό και εκμετάλλευσή του, για να προβληθεί και να ενισχυθεί η παρουσία της χώρας στο διεθνές πεδίο. Η πολεμική εμπλοκή της χώρας και η πολεμική προετοιμασία έφεραν πιο ενεργά στο προσκήνιο την πολιτιστική διπλωματία, με πρόσφατο παράδειγμα την προσπάθεια να ξεπλυθεί μέσω του πολιτισμού το κράτος-δολοφόνος του Ισραήλ. Η διασφάλιση της «κοινωνικής συνοχής» –δηλαδή η συμφιλίωση της εργατικής τάξης με το κεφάλαιο– εξακολουθεί να αποτελεί πάγιο ιδεολογικό στόχο της αστικής τάξης για τον Πολιτισμό, με βασικό όχημα τις ανορθολογικές θεωρίες του μεταμοντερνισμού, όπως αυτές περί κοινωνικής κατασκευής της γλώσσας, του φύλου κ.λπ. αλλά και ο αντικομμουνισμός.
Στο έδαφος αυτό, όλο το προηγούμενο διάστημα, προβλήθηκαν αντιστάσεις από την πλευρά των καλλιτεχνών, τόσο με το καλλιτεχνικό έργο, όσο και με τη μαζική τους δράση. Από το ξέσπασμα της πανδημίας και ύστερα αναπτύχθηκαν μεγάλοι αγώνες στον χώρο των καλλιτεχνών και θεαματική αύξηση της συμμετοχής τους στα σωματεία του κλάδου. Σήμερα, παρά την κάμψη των αγωνιστικών διαθέσεων, παραμένει αυξημένος ο βαθμός της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης και συμμετοχής στις αρχαιρεσίες, ενώ αυξημένη είναι και η συμμετοχή των σπουδαστών δραματικών σχολών στον Σύλλογό τους. Επίσης, με έγκαιρη πρωτοβουλία των κομματικών δυνάμεων ιδρύθηκαν δύο νέοι φορείς στον νευραλγικό και ραγδαία αναπτυσσόμενο Οπτικοακουστικό Τομέα (Ο/Α), το Σωματείο Εργαζομένων Ο/Α Τομέα και η Ένωση Σκηνοθετών Δημιουργών.
Όλο αυτό το διάστημα, οι δυνάμεις μας δοκιμάστηκαν στη σκληρή αντιπαράθεση με τις θεωρίες του δικαιωματισμού, βρισκόμενες ταυτόχρονα αντιμέτωπες με το ρεφορμιστικό ρεύμα, όπως εκφράζεται μέσα από ένα συνονθύλευμα δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας, του οπορτουνισμού, αλλά και του αντιεξουσιαστικού χώρου. Οι δυνάμεις αυτές εξακολουθούν να ηγούνται στην ΠΟΘΑ, παρά τη βελτίωση του συσχετισμού στο Σωματείο των Ηθοποιών, όπου οι δυνάμεις μας κατάκτησαν ξανά την 1η θέση. Η κατάκτηση της υπεροχής μας στη διαπάλη με αυτές τις δυνάμεις έχει ως θεμελιακή προϋπόθεση να καταργηθεί η απόσπαση των οικονομικών διεκδικήσεων των καλλιτεχνών από την προβολή και ζύμωση της καλλιτεχνικής και αισθητικής μας αντίληψης, που εμφανίζεται στη δράση μας. Το επόμενο διάστημα, θα πρέπει να φροντίσουμε οι θέσεις και οι επεξεργασίες μας για την Τέχνη και τον Πολιτισμό να αφομοιωθούν από τις κομματικές δυνάμεις και να διαπεράσουν όλο το περιεχόμενο της μαζικής δουλειάς μας. Ως γραμμή συσπείρωσης στο κίνημα να αναδειχτεί η αντίληψή μας ότι ο Πολιτισμός δεν μπορεί να είναι εμπόρευμα και σε ημερήσια διάταξη να τεθεί το ερώτημα «πώς, τι, για ποιον και για ποιον σκοπό δημιουργεί ο καλλιτέχνης». Η θεωρητική γνώση στο αντικείμενο της Τέχνης, σε συνδυασμό με το πρωτοπόρο καλλιτεχνικό έργο και την πρωτοπόρα στάση στο κίνημα, είναι οι αναγκαίες συνθήκες για να ενισχυθούν το κύρος και η ικανότητα των δυνάμεών μας να συσπειρώνουν καλλιτέχνες και σωματεία στον αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα και τον απανθρωπισμό του ανθρώπου που φέρνει ο καπιταλισμός. Αυτές οι προϋποθέσεις αποκτούν σήμερα ακόμη μεγαλύτερη σημασία, με δεδομένη την επίδραση που μπορούν να ασκήσουν η Τέχνη και οι καλλιτέχνες σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα.
5. Για την προστασία του περιβάλλοντος
Στο διάστημα που μεσολάβησε απ’ το 21ο Συνέδριο, επιβεβαιώθηκε η ικανότητα επεξεργασίας θέσεων και άμεσης παρέμβασης του Κόμματος ιδιαίτερα σε ζητήματα πολιτικής προστασίας (φωτιές, πλημμύρες κ.ά.) και γενικότερα της προστασίας του περιβάλλοντος.
Αυτήν την περίοδο, η υλοποίηση των κατευθύνσεων της ΕΕ για την «πράσινη μετάβαση» από την κυβέρνηση κινήθηκε στους ακόλουθους άξονες:
α) Στη διασφάλιση της κερδοφορίας των νέων «πράσινων επενδύσεων» καθώς και της παραπέρα εμπορευματοποίησης σε σημαντικούς τομείς, από το νερό μέχρι τα απόβλητα και τα δάση.
β) Στην αξιολόγηση και διαχείριση των κινδύνων, με βάση την αρχή του κόστους - οφέλους για το κεφάλαιο και το κράτος του και ιδιαίτερα για τη διασφάλιση των «ματωμένων» πλεονασμάτων που απαιτεί η ΕΕ. Σ’ αυτό το πλαίσιο, συνεχίστηκε η αποσύνδεση και υποβάθμιση της πρόληψης σε σχέση με την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών, οι τεράστιες ελλείψεις αναγκαίων υποδομών (π.χ. αντιπλημμυρικά έργα) και ελέγχων (π.χ. προσεισμικός έλεγχος) καθώς και της αναγκαίας στελέχωσης και διασφάλισης του ρόλου και των μέσων των κρατικών υπηρεσιών (π.χ. Πυροσβεστική, Δασική Υπηρεσία, Πολεοδομία).
γ) Στην υπαγωγή της Πολιτικής Προστασίας στο πλαίσιο της πολεμικής οικονομίας και προετοιμασίας μέσα απ’ τον σχεδιασμό διασφάλισης της ανθεκτικότητας του συστήματος και ιδιαίτερα των κρίσιμων υποδομών από «εξωτερικές και εσωτερικές απειλές».
Με μια σειρά από ημερίδες, εκδόσεις, παρεμβάσεις στη Βουλή και στην Ευρωβουλή αναδείξαμε τις πραγματικές αιτίες δημιουργίας και όξυνσης των περιβαλλοντικών προβλημάτων και τις εγκληματικές ευθύνες της κυβερνητικής πολιτικής.
Αποκαλύψαμε τον εχθρικό, για τον λαό, χαρακτήρα του αστικού κράτους, το οποίο διαχρονικά ούτε θέλει ούτε μπορεί να διασφαλίσει την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών και επιχειρεί να συγκαλύψει τον ρόλο του με την επίκληση της «κλιματικής κρίσης». Φωτίσαμε τις αρνητικές συνέπειες, για τον λαό, των σχεδίων παραπέρα εμπορευματοποίησης του νερού με πρόσχημα την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, των επικίνδυνων σχεδίων προώθησης της καύσης αποβλήτων και της παράδοσης των δασών σε ιδιώτες διαχειριστές.
Αποδείξαμε ότι ο μηχανισμός της Πολιτικής Προστασίας αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της στρατηγικής της λεγόμενης «Εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και του ΝΑΤΟ.
Η πολιτική μας παρέμβαση εστίασε στην προβολή της υπεροχής του σοσιαλισμού για τη διασφάλιση της ισόρροπης σχέσης της παραγωγής και της κοινωνικής ζωής με το περιβάλλον, στον αντίποδα του καπιταλιστικού συστήματος και της στρατηγικής του κεφαλαίου και της ΕΕ, που το εμπορεύεται και το υποβαθμίζει.
Οι δυνάμεις του ΚΚΕ έπαιξαν ρόλο στην προστασία της ζωής και της λαϊκής περιουσίας από καταστροφές σε κατοικημένες περιοχές, όπως η φωτιά στη Β. Εύβοια, η πλημμύρα στη Θεσσαλία, οι φωτιές στην Ηλεία, στον Έβρο, στην Αττική, στην Αχαΐα, που έφτασαν σε βιομηχανικές περιοχές.
Σε όλες τις περιπτώσεις, αποδείχθηκε ότι απαιτούνται παρεμβάσεις αποφασιστικές, μαχητικές, δυναμικές, άμεσες ενέργειες για την προστασία του λαού.
Καθοριστικό ρόλο, για να ηγηθούμε στην πάλη, έπαιξε το γεγονός ότι οι δυνάμεις μας, με αυτοθυσία και ηρωισμό, μπήκαν πρωτοπόρα στη μάχη καθώς και οι υποδομές που έχουμε στο κίνημα, ακόμα και αδύναμες, που προσανατολίστηκαν στην ανάληψη πρωτοβουλίας για την οργάνωση της αλληλεγγύης και της διεκδίκησης. Βγαίνει πείρα ότι σε τέτοιες καταστάσεις χρειάζεται άμεσα να δοθεί το στίγμα της συλλογικής διεκδίκησης και κινητοποίησης, μαζί με την αλληλεγγύη, χωρίς αναμονή για την καταγραφή της καταστροφής.
Αποδείχθηκαν, επίσης, σωστές οι διεκδικητικές πρωτοβουλίες που πάρθηκαν με διάφορες μορφές (συλλαλητήρια, παραστάσεις διαμαρτυρίας, Στέκια Αλληλεγγύης κ.λπ.). Η κατεύθυνση αυτή έδωσε τη δυνατότητα γρήγορα να αξιοποιηθούν πλατιές μάζες ανθρώπων, δίνοντας περιεχόμενο δράσης και κίνητρο κινητοποίησης, που σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να έμεναν αδρανείς, να επιδρούσε η συστηματική προσπάθεια του αντιπάλου σε τέτοιες καταστάσεις να μην εκφραστεί η οργή με λαϊκή κινητοποίηση, να αναπαραχθεί κλίμα αναμονής για τα όποια μέτρα-ψίχουλα αποκατάστασης, σε συνδυασμό με την προώθηση επενδυτικών σχεδίων πάνω στις καταστροφές, μετατρέποντάς τες σε «ευκαιρία» κερδοφορίας.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, υπάρχει ένα γενικό, υποχρεωτικό, ενιαίο στοιχείο: Η ετοιμότητα, η ικανότητα, η θέληση και η γεμάτη αυταπάρνηση δουλειά του κομμουνιστή και της κομμουνίστριας, όπου κι αν βρίσκεται, κάτω απ’ όλες τις συνθήκες.
Είναι κρίσιμο να κατακτάμε βήματα στη διαπάλη για τα ζητήματα του περιβάλλοντος, στην προβολή του ταξικού χαρακτήρα της ανάπτυξης, στην πρόταξη διεκδικήσεων, που ικανοποιούν τις ανάγκες του λαού φωτίζοντας το Πρόγραμμα του ΚΚΕ. Όλα αυτά αποτελούν κριτήριο αποτελεσματικότητας της καθοδηγητικής δουλειάς, της λειτουργίας και της δράσης των ΚΟΒ.
6. Για την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, για τη Φυσική Αγωγή και τον Αθλητισμό
Όλο το προηγούμενο διάστημα και ιδιαίτερα μετά το 21ο Συνέδριο αναπτύχθηκε μια πλατιά και πολύμορφη παρέμβαση στον χώρο της Φυσικής Αγωγής και του Αθλητισμού, που έρχεται σε αντιπαράθεση με τις συνέπειες της κυριαρχίας της εμπορευματοποίησης, που έχουν μετατρέψει την ανάγκη για άθληση και άσκηση σε πανάκριβη πολυτέλεια ή χόμπι για όσους προλαβαίνουν. Επιδιώξαμε η δραστηριότητα αυτή να έρχεται σε κόντρα με την αξιοποίηση του Αθλητισμού για την προβολή των αξιών και των προτύπων του καπιταλισμού, του ανταγωνισμού, της αστικής ιδεολογίας.
Παράλληλα, έγινε προσπάθεια να συγκροτηθεί ένα ανθρώπινο δυναμικό στον τομέα της Φυσικής Αγωγής (ΦΑ) και του Αθλητισμού στις Οργανώσεις Περιοχής, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η παρακολούθηση των εξελίξεων και η παρέμβασή μας τόσο στον Αθλητισμό και τις δομές του (Ομοσπονδίες - Ενώσεις - Σωματεία), όσο και στην Εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες. Η κυρία δυσκολία παραμένει: Δεν κατανοείται ολόπλευρα η σημασία της παρέμβασης του Κόμματος στο μέτωπο του Αθλητισμού και η αντιστοίχηση οργανωτικών μέτρων και πρωτοβουλιών.
Η συνολική μας προσπάθεια γίνεται περισσότερο επιτακτική σήμερα, αν πάρει κανείς υπόψη ότι αναφερόμαστε σε έναν χώρο που, πέρα από την Εκπαίδευση, που αφορά τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, τους μαθητές και τους γονείς, στο αγωνιστικό κομμάτι, ο αριθμός των σωματείων είναι περίπου 6.000. Συνοπτικά μιλάμε για έναν δομημένο χώρο και ένα σύνολο 500.000 περίπου ατόμων που από διαφορετική θέση (αθλητές, προπονητές, μέλη ΔΣ, γονείς), έχουν συστηματική, αν όχι καθημερινή, επαφή και ενασχόληση με τον Αθλητισμό. Συνολικά, έχουμε να κάνουμε με παραγωγικές ηλικίες που κοινωνικοταξικά μας ενδιαφέρουν. Νέα ζευγάρια και νεολαία όπου ξεκινάει η ενασχόληση από μικρές ηλικίες. Όλα αυτά είναι στοιχεία που δείχνουν ότι η λαϊκή οικογένεια κάνει αγώνα για να κρατήσει τα παιδιά της σε επαφή με ένα άθλημα, παρ’ όλες τις περικοπές που έχουν γίνει από πλευράς κρατικής στήριξης, εκτιμώντας και την πλήρη υποβάθμιση της Φυσικής Αγωγής και της σωματικής δραστηριότητας στο σχολείο.
Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τον θετικό αντίκτυπο που έχουν όλες οι πρωτοβουλίες που παίρνουμε μαζί με την ΚΝΕ, οι οποίες δεν περιορίζονται πλέον στα χρονικά όρια του Φεστιβάλ, αλλά απλώνονται όλο τον χρόνο, συνδυάζοντας την αθλητική δράση με τη διεκδίκηση. Είναι σημαντικό η συζήτηση για τα προβλήματα, τις ελλείψεις, τα αιτήματα, να εξειδικεύεται και να μετατρέπεται σε διεκδίκηση και σε επίπεδο δήμου - Περιφέρειας.
Στόχος μας είναι να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις μιας πλατιάς συσπείρωσης στον χώρο του Σωματειακού Αθλητισμού, που να εκφράζει ανθρώπους σε επίπεδο Ομοσπονδιών, Ενώσεων και σωματείων από όλα τα αθλήματα, επιδιώκοντας να δυναμώσει το στίγμα της διεκδίκησης απέναντι στην εμπορευματοποίηση του Αθλητισμού.
Σημαντική, επίσης, πλευρά είναι να μεγαλώσει η συμμετοχή του κόσμου που παίρνει μέρος στα τουρνουά που οργανώνουν το ΠΑΜΕ και το ΜΑΣ. Αυτό θα γίνει όσο αυτά θα πυκνώνουν και σε συχνότητα αλλά και σε έκταση, αγγίζοντας και άλλες πόλεις, βάζοντας τα 15μελή και τα Συντονιστικά των μαθητών σε ανάλογη δράση. Χρειάζεται να ενταχθεί η άθληση ως δικαίωμα και διεκδίκηση ευρύτερα στο οργανωμένο λαϊκό κίνημα, στους μαζικούς φορείς της νεολαίας.
6. Πάλη ενάντια σε όλα τα ναρκωτικά και όλες τις πολύμορφες εξαρτήσεις
Τα ναρκωτικά και οι εξαρτήσεις είναι αποτέλεσμα του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας. Εκεί εδράζονται και σ’ αυτήν τη βάση βρίσκουν έδαφος να διαδοθούν. Από αυτήν την άποψη, η τοξικομανία και οι εξαρτήσεις θα αντιμετωπίζονται στο βαθμό που η πάλη ενάντιά τους θα συνδέεται με την πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση, με την προοπτική της κατάργησής της.
Αντιπαλεύουμε την πολιτική της αστικής τάξης και της ΕΕ που πιστά έχουν υπηρετήσει μέχρι σήμερα όλες οι κυβερνήσεις στη χώρα μας, με αποτέλεσμα να έχουν κλείσει όλα τα θεραπευτικά προγράμματα, να αλλοιώνεται και να υποβαθμίζεται διαρκώς η ολοκληρωμένη θεραπεία των «στεγνών θεραπευτικών προγραμμάτων», να ενισχύεται η πολιτική της «μείωσης της βλάβης» (υποκατάστατα, Χώροι Εποπτευόμενης Χρήσης). Αντιπαλεύουμε την υποβάθμιση της Πρόληψης κατά των εξαρτήσεων με αλλοίωση του περιεχομένου της, προωθώντας η αστική τάξη την «υγιή χρήση», τον «λειτουργικό χρήστη», οδηγώντας παράλληλα τα 75 Κέντρα Πρόληψης της χώρας μας σε κλείσιμο.
Σήμερα απαιτείται ένα διευρυμένο κίνημα, με αιτήματα που θα αντιπαλεύουν τις αιτίες που γεννούν και αναπαράγουν το κοινωνικό φαινόμενο των εξαρτήσεων. Τα μέλη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ πρέπει να πρωτοστατήσουν σ’ αυτό το κίνημα, να μαζικοποιήσουν και να διευρύνουν τη δράση του Εθνικού Συμβουλίου Κατά των Ναρκωτικών (ΕΣΥΝ). Να ενταθεί η δράση μας για το μέτωπο ενάντια στις εξαρτήσεις στους Συλλόγους Γονέων, στους Συλλόγους των Εκπαιδευτικών, στα εργατικά σωματεία, στους Αθλητικούς και Πολιτιστικούς Συλλόγους.
Ως Κόµµα έχουµε κάνει βήµατα στην ενίσχυση του ιδεολογικού - πολιτικού και κοινωνικού µετώπου απέναντι στη διάδοση των ναρκωτικών και στον τρόπο ζωής που αυτά συµβολίζουν, ενισχύοντας και την προγραμματική μας αντίληψη. Αντίστοιχα βήματα μετράμε και στην «προβληματική σχέση» με το αλκοόλ που διαρκώς διευρύνεται στις νεότερες ηλικίες.
Χρειάζεται να ενισχυθεί η μελέτη μας, ως Κόμμα, και η διαμόρφωση πλαισίου πάλης και αιτημάτων, στις συνέπειες και των συμπεριφορικών εξαρτήσεων (διαδίκτυο, Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, τζόγος) στη διαμόρφωση συνείδησης και δράσης στους νέους ανθρώπους, αλλά και πώς διαμορφώνεται αντίληψη ανοχής από ανθρώπους που κάνουν περιστασιακή ή και καθόλου χρήση, γεγονός που επιδρά πολλαπλασιαστικά και βαραίνει αρνητικά στην εξοικείωση με αυτές.