Στην πραγματικότητα όμως, το κυβερνητικό αφήγημα για τάχα φιλολαϊκή στροφή της πολιτικής μετά τη «λήξη» των Μνημονίων είναι σαθρό από τα γεννοφάσκια του. Η πολιτική των Μνημονίων δεν αποτελεί ένα «νεοφιλελεύθερο πείραμα» που εφαρμόστηκε στη χώρα μας. Αντίθετα, αποτελεί τη νομοτελειακή προώθηση και στήριξη των αναγκών κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου.
Η οικονομική πολιτική κάθε αστικής κυβέρνησης, στην Ελλάδα, στην ΕΕ, σε κάθε καπιταλιστική χώρα, έχει ως στόχο την καπιταλιστική ανάπτυξη, ανάπτυξη με γνώμονα την αύξηση των κερδών των μονοπωλίων. Πρόκειται για τη διαχρονική πολιτική της ΕΕ διασφάλισης της ανταγωνιστικότητας.
Σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, η ανταγωνιστικότητα των μονοπωλίων διασφαλίστηκε και διασφαλίζεται με φθηνή εργατική δύναμη, επίθεση στα κοινωνικά δικαιώματα, διευκολύνσεις στη δράση του μεγάλου κεφαλαίου, κανονιστικές, χωροταξικές και χρηματοδοτικές, επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και της «απελευθέρωσης» της αγοράς.
Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΑΠΑΙΤΕΙ ΕΝΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ
Η πολιτική αυτή δεν είναι τυχαία, ούτε οφείλεται σε κυριαρχία κάποιων δογματικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όπως συνεχίζουν να βαυκαλίζονται οι κάθε λογής απολογητές του καπιταλισμού. Όπως απέδειξε ο Μαρξ, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής το κεφάλαιο, καθώς συσσωρεύεται συνεχώς σε ολοένα και αυξανόμενο μέγεθος, χρειάζεται να αυξάνει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης προκειμένου να διατηρεί ικανοποιητικό ποσοστό κερδοφορίας.
Η απαξίωση τμήματος του κεφαλαίου κατά τη διάρκεια κάθε καπιταλιστικής κρίσης και η διαδικασία συγκεντροποίησής του που επιταχύνεται ενεργά με την κρατική πολιτική, η διατήρηση ενός τμήματος του συσσωρευμένου πλούτου σε μη κεφαλαιακή μορφή4 αποτελούν άλλους τρόπους με τους οποίους το κεφάλαιο διατηρεί το ποσοστό κερδοφορίας του. Πλευρές της αστικής πολιτικής, όπως η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και η προώθηση της «απελευθέρωσης» αντανακλούν αυτούς τους τρόπους στήριξης της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου.
Όμως, οι τρόποι αυτοί μπορούν να στηρίξουν την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Η «απελευθέρωση» των αγορών και η προώθηση της συγκεντροποίησης δίνουν μια προσωρινή ώθηση στο ποσοστό κέρδους του κεφαλαίου.
Γι’ αυτόν το λόγο, η αύξηση της υπεραξίας που απομυζά το κεφάλαιο είναι ο βασικός παράγοντας διατήρησης του ποσοστού κέρδους, στήριξης της κερδοφορίας του κεφαλαίου.
Η αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας ενός τμήματος του κεφαλαίου, σε ένα κράτος ή σε μια ομάδα κρατών, μπορεί φυσικά να οδηγήσει σε μια αύξηση των κερδών του κεφαλαίου, όπως συνέβη ιστορικά σε προηγούμενες δεκαετίες στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ, και σε τέτοιες περιόδους, με μισθούς που μπορεί ακόμα και να αυξάνονται όταν υπάρχουν και ειδικοί πολιτικοί λόγοι. Όμως, η αύξηση των μισθών υπολείπεται πάντα σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, και το μερίδιο του κοινωνικού πλούτου που απολαμβάνουν οι εργαζόμενοι φθίνει. Η εργατική τάξη εξαθλιώνεται σχετικά και καλύπτει ένα ολοένα και μικρότερο κομμάτι των αναγκών που διαμορφώνει το νέο επίπεδο παραγωγικότητας. Παράλληλα, η διαφορά παραγωγικότητας δεν μπορεί να διατηρηθεί αιώνια, καθώς η καινοτομία και οι όροι αυξημένης παραγωγικότητας διαχέονται στα ανταγωνιστικά τμήματα του κεφαλαίου, σε άλλα κράτη. Έτσι, η δυνατότητα αυξημένης κερδοφορίας σταδιακά μειώνεται και ο καπιταλισμός καταφεύγει στη φθηνή εργατική δύναμη. Γι’ αυτό και η χρυσή περίοδος του καπιταλισμού στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ ήταν ένα σύντομο διάλειμμα.
Σε πείσμα όλων των απολογητών του καπιταλισμού, όλων των ιδεολόγων της ταξικής συνεργασίας, ο βασικός τρόπος διασφάλισης αυξανόμενων κερδών για το κεφάλαιο ήταν, είναι και θα παραμείνει η πίεση για φθηνή εργατική δύναμη.
Η αύξηση της υπεραξίας είτε μέσα από παράταση του εργάσιμου χρόνου είτε μέσα από μικρότερο μισθό που παίρνει ο εργαζόμενος για τον ίδιο χρόνο, ανεξάρτητα από τη μορφή που λαμβάνει αυτή η απομύζηση, είναι οργανικό διαχρονικό στοιχείο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης.
Η φθηνή εργατική δύναμη είναι η κυρίαρχη προϋπόθεση για τη διασφάλιση της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου.
Και η αστική πολιτική στην Ελλάδα και σε κάθε αστικό κράτος, που έχει ως δομικό ταξικό ρόλο τη διασφάλιση της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου που κυριαρχεί στην κοινωνική παραγωγή του σύγχρονου καπιταλισμού, υπηρετεί αυτόν το στόχο. Η κρατική αστική πολιτική περιλαμβάνει φυσικά διάφορα μέσα για την ολόπλευρη στήριξη της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, όπως την άμεση στήριξηή του, τη διαμόρφωση κατάλληλου θεσμικού πλαισίου, την προστασία του εγχώριου κεφαλαίου. Όμως, κεντρικός στόχος της αστικής πολιτικής είναι η διασφάλιση φθηνής εργατικής δύναμης.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΦΘΗΝΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ
Πρέπει να σημειώσουμε πως η έννοια φθηνή εργατική δύναμη αφορά την ελάττωση του μέσου μισθού και δεν αφορά αποκλειστικά τη διαμόρφωση του κατώτατου. Αυτό που ενδιαφέρει τον κεφαλαιοκράτη δεν είναι ο κατώτατος μισθός που δαπανά σε κάποια κατηγορία εργαζόμενων, αλλά το σύνολο των μισθών που καταβάλλει στους εργαζόμενους ώστε να «βγει» η δουλειά. Και φθηνή εργατική δύναμη σημαίνει περιορισμό του συνόλου των μισθών που καταβάλλει, είτε ρίχνοντας το μέσο μισθό είτε βάζοντας τους εργαζόμενους να δουλεύουν πιο εντατικά.
– Φθηνή εργατική δύναμη μπορεί να προκύψει μέσα από μείωση του κατώτατου μισθού ή/και μέσα από τη διάλυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας που ρίχνουν το μέσο μισθό σε έναν κλάδο ή σε μία επιχείρηση. Μάλιστα, μια μείωση του μέσου μισθού μπορεί ακόμα και να γίνεται και με μια αύξηση του κατώτατου. Υπάρχουν, δε, ιστορικά παραδείγματα όπου μια αύξηση του κατώτατου μισθού αξιοποιήθηκε για να μειωθεί προς τα κάτω ο μέσος μισθός.
– Φθηνή εργατική δύναμη προκύπτει μέσα από την προώθηση ελαστικών εργασιακών σχέσεων, που επιτρέπουν να απομυζά ο εργοδότης περισσότερη ποσότητα εργασίας με τον ίδιο μισθό από έναν εργαζόμενο. Η ευελιξία στο ωράριο και η διευθέτηση του χρόνου εργασίας σε μηνιαία ή και πολύμηνη βάση είναι χαρακτηριστικός τρόπος. Αντίστοιχα, το παράδειγμα του Δελτίου Παροχής Υπηρεσιών, της «δουλειάς με το μπλοκάκι», που έχει κυριαρχήσει σε μεγάλες κατηγορίες νέων μισθωτών, ιδίως επιστημόνων, είναι χαρακτηριστικό. Επιτρέπει στις επιχειρήσεις να απασχολούν εργαζόμενους που, αν και είναι στην ουσία τους μισθωτοί, δεν απολαμβάνουν ούτε τη στοιχειώδη προστασία που προβλέπεται για τους μισθωτούς, και με τον τρόπο αυτό οι επιχειρήσεις γλιτώνουν από αποζημιώσεις για απολύσεις, άδειες ασθενείας ή λοχείας κ.ά.
– Φθηνή εργατική δύναμη επίσης διαμορφώνει η ελάττωση του λεγόμενου μη μισθολογικού κόστους, την παραπέρα μείωση του οποίου διακαώς επιζητά ο ΣΕΒ, με κυρίαρχο παράδειγμα τις ασφαλιστικές εργοδοτικές εισφορές.
– Τέλος, η φθηνή εργατική δύναμη πρέπει να υπολογίζεται και σε σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας για το κεφάλαιο, αλλά και με τα ιστορικά διαμορφωμένα επίπεδα των μισθών. Για παράδειγμα, φθηνή εργατική δύναμη μπορεί να σημαίνει μια δραστικά αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας με μισθούς που απλά διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα ή μισθούς που μπορεί να αυξήθηκαν σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, αλλά παραμένουν δραστικά μικρότεροι σε σχέση με τους μισθούς που είχαν διαμορφωθεί μερικά χρόνια νωρίτερα.
Αυτός ο στόχος της φθηνής εργατικής δύναμης και της προώθησης και άλλων μέτρων στήριξης της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου υλοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Η πολιτική της ΕΕ συνολικά, όπως αποτυπώνεται σε όλα τα στρατηγικά της ντοκουμέντα και όπως εκφράζεται με την αστική πολιτική σε συνθήκες κανονικότητας σε όλα τα κράτη-μέλη της έχει αυτόν το χαρακτήρα. Στην Ελλάδα, εκτός από την προώθηση του συνόλου των μέτρων που αφορούν ολόκληρη την ΕΕ, η αστική πολιτική διασφάλισης της ανταγωνιστικότητας προωθήθηκε αποφασιστικά την τελευταία 8ετία με τα Μνημόνια.
«ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ» ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΑ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Ένα βασικό στοιχείο της προπαγάνδας του ΣΥΡΙΖΑ είναι η περιβόητη επαναφορά στην «Ευρωπαϊκή Κανονικότητα». Τα επικοινωνιακά επιτελεία της κυβέρνησης δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν πως, με τη λήξη των Μνημονίων και την επαναφορά της οικονομικής πολιτικής στην ευθύνη των κυβερνήσεων, η χώρα «επανέρχεται» σε μια κατάσταση που ομοιάζει με όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες τάχα η οικονομική κρατική πολιτική είναι φιλολαϊκή. Η φράση-κλειδί που συμπυκνώνει τη συγκεκριμένη θέση είναι η «Ευρωπαϊκή Κανονικότητα».
Παρακάμπτουμε το «εύκολο» ιστορικό επιχείρημα για την αντιφατικότητα αυτής της θέσης. Αν η «Ευρωπαϊκή Κανονικότητα» είναι η φιλολαϊκή πολιτική και αν η «Ευρωπαϊκή Κανονικότητα» διαταράχτηκε στην Ελλάδα λόγω των Μνημονίων, τότε η οικονομική πολιτική πριν τα Μνημόνια ήταν φιλολαϊκή και η «εξήγηση» του ΣΥΡΙΖΑ για την «αιτία» της κρίσης χάνεται.
Για να δούμε σε ποιο βαθμό το επιχείρημα της «Ευρωπαϊκής Κανονικότητας» στηρίζεται από την πραγματικότητα, αρκεί να δούμε την «κανονικότητα» της οικονομικής πολιτικής στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Και τα γεγονότα είναι πεισματάρικα. Σε όλη την ΕΕ, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την κρίση, η εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική από τις αστικές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως πολιτικού χρωματισμού, έχει αντιλαϊκό πρόσημο. Παραθέτουμε ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα:
– Μεταρρυθμίσεις Σρέντερ: Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, η κυβέρνηση Σρέντερ προώθησε ένα σύνολο μεταρρυθμίσεων, γνωστές ως «Ατζέντα 2010», βασικός κορμός των οποίων ήταν η δραστική περικοπή των συντάξεων, η μείωση των επιδομάτων ανεργίας και οι αλλαγές στο φόρο εισοδήματος, ενώ περιλαμβάνονταν και μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, που έμειναν γνωστές ως «μεταρρυθμίσεις Χαρτζ», οι οποίες προώθησαν τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, διευκόλυναν τις απολύσεις και γενικά οδήγησαν σε φθηνότερη εργατική δύναμη.
– Μεταρρυθμίσεις Μακρόν: Η νέα γαλλική κυβέρνηση, αμέσως μετά την εκλογή του Μακρόν ως Προέδρου της χώρας, προχώρησε σε ένα επιθετικό πρόγραμμα «σφαγής» των εργατικών δικαιωμάτων των Γάλλων εργατών, που περιλαμβάνει τη σταδιακή αποσάθρωση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας μέσα από την ισχυροποίηση των επιχειρησιακών σε αντιπαράθεση με τις κλαδικές, διευκόλυνση των απολύσεων από μονοπωλιακούς ομίλους και νέα προώθηση των ελαστικών σχέσεων εργασίας.
– Μεταρρυθμίσεις Ρέντσι: Ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι τη διετία 2014-2015 προχώρησε σε μεταρρύθμιση της «αγοράς εργασίας», διευκολύνοντας σημαντικά τις απολύσεις –ελαχιστοποιώντας την πιθανότητα δίωξης λόγω απόλυσης– εισάγοντας νέες μορφές ελαστικότερης εργασίας, προχωρώντας σε επιδότηση των εργοδοτών για θέσεις εργασίας κ.ά.
Κοινός τόπος της εργατικής πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων σε ολόκληρη την ΕΕ είναι η διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Η επίθεση στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και η ελαστικοποίηση της εργασίας οδηγούν άμεσα σε φθηνή εργατική δύναμη, ενώ οι μειώσεις στις συντάξεις και οι αυξήσεις στα όρια συνταξιοδότησης, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι κάτι άλλο παρά μεταχρονολογημένο φθήνεμα της εργατικής δύναμης.
Έτσι, η «Ευρωπαϊκή Κανονικότητα», την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζει ως τη Γη της Επαγγελίας, δεν είναι παρά η πολιτική ολοένα και μεγαλύτερης εκμετάλλευσης των εργαζόμενων προκειμένου να θωρακιστούν τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου.
ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΩΣ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Στην ελληνική πραγματικότητα, η πολιτική διασφάλισης της κερδοφορίας των ομίλων, ο άξονας της πολιτικής της ΕΕ εξειδικεύτηκε με τα Μνημόνια.
Τα Μνημόνια δεν είναι μια «παρέκκλιση» από την ευρωπαϊκή κανονικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Είναι η εφαρμογή της στην Ελλάδα.
Γι’ αυτό και όλες οι βασικές κατευθύνσεις των Μνημονίων βρίσκονται στα κείμενα των εκπροσώπων του μεγάλου κεφαλαίου, του ΣΕΤΕ, του ΣΕΒ, της ΕΕΕ, της ΕΕΤ. Οι διαχρονικές απαιτήσεις των εργοδοτικών ενώσεων για φθηνή εργατική δύναμη, με μειώσεις μισθών, συντάξεων και κοινωνικών δικαιωμάτων, δημοσιονομική θωράκιση με φορολόγηση του λαού για να χρηματοδοτούνται οι όμιλοι, ελευθερία δράσης του κεφαλαίου με αλλαγές στο πλαίσιο αδειοδότησης, ελευθερία χωροθέτησης εγκαταστάσεων, ιδιωτικοποιήσεις για να τοποθετηθούν τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαιά τους, είναι ακριβώς το περιεχόμενο όλων των Μνημονίων όλων των κυβερνήσεων, ανεξαρτήτως χρώματος.
Γι’ αυτό και τα «μνημονιακά» μέτρα όχι απλά δεν πρόκειται να «αρθούν», αλλά πρόκειται να κλιμακωθούν περαιτέρω το επόμενο διάστημα. Επειδή η κυρίαρχη τάξη στην Ελλάδα, η αστική τάξη, και το σύστημά της απαιτούν αυτά ακριβώς τα μέτρα.
Αρκεί να εξετάσει κανείς τις «προτάσεις» του ΣΕΒ για την οικονομική πολιτική της επόμενης περιόδου, για να δει το βαθμό ταύτισής τους με την κυβερνητική πολιτική.
Στην εναρκτήρια ομιλία του στο συνέδριο που διοργάνωσε, το 2017, με τίτλο: «Το μέλλον της εργασίας μετά το Μνημόνιο», ο πρόεδρος του ΣΕΒ αναφέρεται στα χαρακτηριστικά της εθνικής στρατηγικής για την απασχόληση. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, για τις εργασιακές σχέσεις και την πορεία των μισθών: «Η επιστροφή στο καθεστώς εργασιακών σχέσεων που ίσχυε πριν από την κρίση είναι μια ανιστόρητη ουτοπία». Λίγο παρακάτω αναφέρει: «Ο μόνος τρόπος για τη διασφάλιση βιώσιμων θέσεων εργασίας είναι η πορεία των μισθών να συνδέεται και να εξαρτάται από την πορεία» της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης, ενώ κλείνει λέγοντας: «Οι ευέλικτες μορφές εργασίας δεν είναι ανάθεμα».
Η τοποθέτηση του προέδρου του ΣΕΒ αποδεικνύει πως οι βασικές επιλογές των Μνημονίων αναφορικά με τις εργασιακές σχέσεις αποτελούν στοιχεία που συμπυκνώνουν τις απαιτήσεις του ΣΕΒ για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Σε όποιον τομέα της οικονομικής πολιτικής που υλοποιήθηκε με τα Μνημόνια και αν κοιτάξουμε, από τη φορολογία των επιχειρήσεων, τη διευκόλυνση των επενδύσεων με άρση «της γραφειοκρατίας», την προώθηση χρήσεων γης που ευνοούν το μεγάλο κεφάλαιο, την κωδικοποίηση της νομοθεσίας κ.ά., θα δούμε αντίστοιχες διατυπώσεις και διαπιστώσεις του ΣΕΒ.
Η κυβερνητική πολιτική ακολούθησε σχεδόν κατά γράμμα τις υποδείξεις που έκανε ο ΣΕΒ. Η πολιτική των Μνημονίων «έλυσε» τα προβλήματα που εντόπιζε ο ΣΕΒ ως ζητήματα για την προώθηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στο πρόβλημα του μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων και της υπερβολικής ρύθμισης απάντησε με την «απελευθέρωση» και την επιτάχυνση της συγκεντροποίησης, που έφεραν τα Μνημόνια. Στο πρόβλημα του μεγάλου δημόσιου τομέα απάντησε με τη δραστική μείωση και τη μείωση της μισθολογικής δαπάνης σε αυτόν, που έφεραν τα Μνημόνια. Στο πρόβλημα των δεσμευτικών Συλλογικών Συμβάσεων και της μειωμένης ευελιξίας απάντησε με την προώθηση των επιχειρησιακών συμβάσεων, τη μείωση του μισθού, τη διαμόρφωση ενός πλαισίου ευελιξίας στην αγορά εργασίας, που έφεραν τα Μνημόνια. Στην υψηλή παραοικονομία απάντησε με τη φοροαφαίμαξη μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, το ηλεκτρονικό χρήμα και την αύξηση των μηχανισμών φορολογικών ελέγχων που χτυπάνε τα λαϊκά στρώματα, αφού η φοροαποφυγή του μεγάλου κεφαλαίου είναι νόμιμη και δε χρειάζεται να γίνει παράνομα.
Σε τελευταία ανάλυση, τα Μνημόνια δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ολομέτωπη επίθεση στα δικαιώματα του λαού από το μεγάλο κεφάλαιο, την ΕΕ, το κράτος του και κάθε αστική κυβέρνηση. Τα Μνημόνια εξειδίκευσαν την ταξική πολιτική που έχει ανάγκη το μεγάλο κεφάλαιο, που τσακίζει τα δικαιώματα των εργαζόμενων. Γι’ αυτό και αποτελεί αυταπάτη η θέση ότι η έξοδος από τα Μνημόνια μπορεί να αλλάξει την κατάσταση. Οι πραγματικοί εχθροί, ο ΣΕΒ και οι υπόλοιποι κεφαλαιοκράτες, παραμένουν εδώ και έχουν τις ίδιες απαιτήσεις, τις ίδιες ανάγκες.
ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ
Εξετάζοντας συνολικά την περίοδο των Μνημονίων, αξίζει να αποτιμήσουμε τις συνέπειες της πολιτικής αυτής, να μετρήσουμε ποιος κέρδισε και ποιος έχασε από το σύνολο των μέτρων που είτε έχουν ήδη υλοποιηθεί είτε είναι προγραμματισμένα για να υλοποιηθούν το επόμενο διάστημα. Καθώς τα ψηφισμένα μέτρα παραμένουν αφού, όπως απέδειξε για πολλοστή φορά το πολιτικό πείραμα της εναλλαγής των αστικών κυβερνήσεων, τα μέτρα που έχει ανάγκη το μεγάλο κεφάλαιο υλοποιούνται ανεξάρτητα από το «χρώμα» του διαχειριστή της κυβέρνησης, είναι αναγκαίο να αποτιμήσει κανείς την επίδραση του συνόλου των αντιλαϊκών μέτρων. Σε τελευταία ανάλυση, η διατήρηση και η εφαρμογή των αντιλαϊκών μέτρων από μια κυβέρνηση δεν έχει μεγάλη διαφορά από τη θέσπισή τους. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διατήρησε, εφάρμοσε και εμπλούτισε τα μέτρα που πήραν οι προηγούμενες και είναι συνυπεύθυνη, συνένοχη με όσους τα ψήφισαν. Και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους δεν εξαρτώνται καθόλου από το ποια κυβέρνηση έφερε τα μέτρα. Γι’ αυτό και είναι αφέλεια να συγκρίνει κανείς τα μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με ΝΔ-ΠΑΣΟΚ.
ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ
Στους μισθούς: Περικοπή κατά 15% στο μισθό των δημόσιων υπαλλήλων (κατάργηση 13ου και 14ου μισθού), περικοπές επιδομάτων δημόσιων υπαλλήλων και ενιαίο μισθολόγιο με νέες περαιτέρω μειώσεις, μείωση από 22% έως 35% του κατώτατου μισθού, σημαντική μείωση του μέσου μισθού μέσα από την προώθηση ατομικών ή επιχειρησιακών συμβάσεων που υπερβαίνουν το 20%, και αλλαγές στη συνδικαλιστική νομοθεσία που δυσκολεύουν σημαντικά και σε πολλές περιπτώσεις πρακτικά απαγορεύουν ακόμα και τη δυνατότητα απεργίας.
Στη φορολογία: Δραστικές διαδοχικές αυξήσεις στο ΦΠΑ, μετακινήσεις σε υψηλότερους συντελεστές στο ΦΠΑ, αυξήσεις στο φόρο στα καύσιμα, στα τσιγάρα, και γενικότερα σε όλους τους έμμεσους φόρους. Η άμεση φορολογία αυξήθηκε δραστικά μέσα από την κατάργηση των φοροαπαλλαγών και τη σημαντική περικοπή του αφορολόγητου, με μια σειρά «έκτακτες», αλλά τελικά μόνιμες εισφορές. Τώρα προετοιμάζεται νέα περικοπή του αφορολόγητου, που θα αυξήσει έως και 500 ευρώ τον ετήσιο φόρο.
Οι συντάξεις μειώθηκαν δραστικά. Την κατάργηση της 13ης και 14ης σύνταξης ακολούθησαν πολλαπλά κύματα μειώσεων στις συντάξεις, ενώ για τις αρχές του επόμενου έτους έχει ψηφιστεί νέα μείωση, της τάξης του 19%, με την κατάργηση της «προσωπικής διαφοράς». Παράλληλα, οι αυτοαπασχολούμενοι είδαν εκτόξευση των ασφαλιστικών εισφορών την περίοδο των Μνημονίων με διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις.
Στον τομέα των κοινωνικών παροχών ξεχωρίζουν οι περικοπές στη φαρμακευτική δαπάνη, οι μειώσεις στη χρηματοδότηση των νοσοκομείων, οι αυξήσεις στις εισφορές υγείας και οι επερχόμενες αλλαγές στα επιδόματα αναπηρίας που θα οδηγήσουν σε δραστική μείωσή τους.
Η προώθηση της «απελευθέρωσης» και των ιδιωτικοποιήσεων έχει επίσης δραστικές συνέπειες. Η απελευθέρωση της ενέργειας οδήγησε ήδη σε εκτίναξη του κόστους στο ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ αναμένονται κύματα αυξήσεων λόγω των ιδιωτικοποιήσεων στις μεταφορές, στο νερό, στο φυσικό αέριο κλπ. Παράλληλα, η κρατική παρέμβαση οδηγεί δεκάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενους εκτός αγοράς, είτε λόγω υπέρογκων εισφορών είτε λόγω αλλαγών στο καθεστώς εργασίας τους, που κάθε φορά στόχο έχουν την επιτάχυνση της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου με τη δημιουργία «χώρου» για το μεγάλο κεφάλαιο.5
Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στο ζήτημα των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας. Η τεράστια υπερχρέωση των λαϊκών νοικοκυριών δεν οφείλεται στον «καταναλωτισμό» τους. Ο δανεισμός ήταν απαραίτητος για να καλύψουν στοιχειωδώς τις ανάγκες τους, ενώ έγινε σε περίοδο πολύ υψηλότερων εισοδημάτων. Σε κάθε περίπτωση, στηρίχτηκε ενεργά από τις τράπεζες, το κράτος, την αστική τάξη στο σύνολό της. Όμως τα λεγόμενα κόκκινα δάνεια πρέπει να αποπληρωθούν, αν κριτήριο είναι η στήριξη της κερδοφορίας των τραπεζών, και για το σκοπό αυτό προωθούνται μια σειρά από μηχανισμοί, όπως τιτλοποίηση των δανείων, πώλησή τους σε εταιρίες κ.ά. Βασικό εργαλείο για τον εξαναγκασμό των λαϊκών στρωμάτων να αποπληρώσουν είναι η προώθηση των πλειστηριασμών, μέσα σ’ αυτούς και της πρώτης κατοικίας. Η απειλή της απώλειας του σπιτιού είναι αρκετή για να επιτρέψει το μέγιστο δυνατό ξεζούμισμα μιας λαϊκής οικογένειας, όπως και να την υποχρεώσει να ρευστοποιήσει και να εκποιήσει κάθε άλλο χρήσιμο για το κεφάλαιο περιουσιακό της στοιχείο.
ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η δραστική περικοπή των μισθών είχε ιδιαίτερα ευεργετικό αποτέλεσμα για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Η ανταγωνιστικότητα «εργατικού κόστους» έχει πλήρως επανέλθει, δήλωνε με περηφάνια ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Στουρνάρας στη Φρανκφούρτη το Μάη του 2017. Το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος επανήλθε το 2017 στα επίπεδα του 20006, έχοντας μειωθεί σχεδόν κατά 10% από το 2010.
Παράλληλα, η φοροαφαίμαξη των λαϊκών στρωμάτων και η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών δίνει δυνατότητα στήριξης της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου, άμεσης, μέσα από τον κρατικό προϋπολογισμό, και έμμεσης, μέσα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Υπενθυμίζουμε το ρόλο του κρατικού προϋπολογισμού ως μηχανισμού αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου.
Η «απελευθέρωση» των αγορών και το επιθετικό πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων δημιουργεί νέες επενδυτικές ευκαιρίες για το μεγάλο κεφάλαιο, είτε με την εξαγορά μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων είτε με τη δημιουργία όρων κυριαρχίας του μεγάλου κεφαλαίου σε μια σειρά από αγορές, όπως, για παράδειγμα, στο εμπόριο λιανικής, όπου η πώληση ψωμιού και φαρμάκων θα οδηγήσουν σε ακόμα μεγαλύτερη συγκέντρωση της πίτας του λιανεμπορίου στα σουπερ-μάρκετ.
Η σύγκριση για τα αποτελέσματα στα λαϊκά στρώματα και στο κεφάλαιο καθιστά εμφανές πως τα Μνημόνια και η αστική πολιτική δεν έχουν χτυπήσει το σύνολο της κοινωνίας.
Η εφαρμοζόμενη πολιτική τσακίζει τους εργαζόμενους και τους αυτοαπασχολούμενους πόλης και υπαίθρου (αγρότες κλπ.), για να τροφοδοτήσει την κερδοφορία των μεγάλων ομίλων.