Ερώτηση: Σήμερα η εργατική τάξη όχι μόνο δεν είναι αγράμματη, αλλά είναι και μορφωμένη, διαθέτοντας πολλές φορές ανώτατη και όχι μόνο κατώτερη και μέση μόρφωση. Από την άλλη όμως, αυτή η μόρφωση είναι αστική μόρφωση. Το γεγονός αυτό δε μειώνει την ικανότητα της εργατικής τάξης να γίνεται παραγωγός της επαναστατικής θεωρίας;
Απάντηση: Καταρχάς, η επισήμανσή σου δεν αφορά στενά τον κομμουνιστή επιστήμονα (ανεξαρτήτως της κοινωνικής του θέσης), αλλά και τους εργατοϋπαλλήλους οι οποίοι, όπως σωστά είπες, κατά κανόνα έχουν πολύ υψηλότερη μόρφωση σε σχέση με παλιότερα. Εξάλλου, το μεγαλύτερο μέρος των επιστημόνων σήμερα είτε ανήκει στην εργατική τάξη είτε στα λαϊκά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων.
Ξέρετε ότι στο Κόμμα δεν είναι μόνο εργάτες, μπορεί να είναι και μικροαστοί, καμιά φορά και αστοί που εγκαταλείπουν την τάξη τους. Τι ήταν ο Μαρξ, ο Λένιν και ο Ένγκελς; Ο Ένγκελς ανήκε στην αστική τάξη, ενώ οι Μαρξ και Λένιν κατάγονταν από μικροαστικές οικογένειες της εποχής, αλλά έζησαν υπηρετώντας 100% το εργατικό κίνημα, όχι την τάξη τους. Φυσικά, όσοι μικροαστοί εντάσσονται στο Κόμμα πρέπει να έχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Δεν μπορείς να είσαι κομμουνιστής, π.χ. αυτοαπασχολούμενος δικηγόρος, και να παλεύεις για να μην έχουν υψηλή φορολογία τα μεγάλα εισοδήματα των δικηγόρων ή –ακόμα πιο σημαντικό– να περιορίζεις τη σκέψη και τη στάση σου στο πλαίσιο της αστικής δικαιοσύνης, του αστικού κράτους και των θεσμών του. Δε γίνεται να έχεις επαναστατική δράση και να είσαι μεγαλογιατρός, μεγαλομηχανικός ή μεγαλοδικηγόρος, ας μην έχουμε αυταπάτες, χωρίς ν’ αποκλείουμε την περίπτωση να προκύψουν επαναστάτες και από αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες, αλλά να είναι έμπρακτα επαναστάτες.
Στο ερώτημα που θέτεις, ούτε η γενική αστική μόρφωση αρκεί για να γίνεις κάτοχος ή, πολύ περισσότερο, παραγωγός της επαναστατικής θεωρίας, ούτε η συνειδητοποίηση των νομοτελειών του καπιταλισμού, της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού, της επαναστατικής πάλης κατακτιούνται άμεσα από την εμπειρία της ταξικής πάλης.
Άρα δεν είναι δυνατό στο Κόμμα να μην υπάρχει διανόηση, το λέω διανόηση για να μην το περιορίσω στενότερα στο αστικό πανεπιστήμιο ή οποιαδήποτε άλλη βαθμίδα εκπαίδευσης. Βεβαίως μεγάλο μέρος της θεωρητικής γνώσης θα το πάρεις κυρίως μέσω του αστικού πανεπιστημίου, καθαρίζοντάς το από τον ιδεολογικό προσανατολισμό που εξυπηρετεί. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι και στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα είναι πάρα πολλοί οι κομμουνιστές με τέτοια γνώση, αλλά ταυτόχρονα και με μαρξιστική γνώση, που σίγουρα δεν την αποκτάς στην αστική εκπαίδευση. Την αποκτάς μέσα από τις διαδικασίες του ίδιου του κομμουνιστικού κινήματος, που δεν είναι κυρίως συνδικαλιστικό κίνημα. Οι κομμουνιστές συνδικαλιστές είναι –ή πρέπει να είναι– ό,τι καλύτερο διαθέτει το Κόμμα στους δεσμούς του με τις εργατικές-λαϊκές μάζες. Όμως για να υλοποιηθεί η σφυρηλάτηση επαναστατικών δεσμών με τις μάζες, δεν αρκεί η πρακτική συνδικαλιστική δράση, πολύ περισσότερο αν επικεντρώνεται στενά στα οικονομικά ζητήματα. Η οικονομική πάλη δεν οδηγεί από μόνη της στην επαναστατική πολιτική πάλη. Δεν μπορεί, λοιπόν, οι κομμουνιστές συνδικαλιστές να μένουν πίσω από την επαναστατική θεωρία. Άρα δεν μπορούμε να λέμε «η συνδικαλιστική δουλειά μάς εμποδίζει να τους στείλουμε στη Σχολή, δεν έχουν χρόνο για διάβασμα, δεν μπορούν να κάνουν μαθήματα» κλπ. Έτσι ανατρέπουμε το χαρακτήρα του Κόμματος, που κατά τ’ άλλα όλοι μαζί στην υπεργενίκευση συμφωνούμε.
Τέλος, μην ξεχνάμε ότι το ζήτημα της παραγωγής επαναστατικής θεωρίας από επαναστάτες που ζουν σε συνθήκες καπιταλισμού είναι γενικότερο, αφού η κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας δεν περιορίζεται στον έναν ή τον άλλο βαθμό μόρφωσης, αλλά διαχέεται σε ολόκληρη την αστική κοινωνία. Έτσι, ακόμα κι αν δεν πάει κάποιος καν σχολείο, θα τείνει αυθόρμητα να ερμηνεύει τη δική του και την ευρύτερη κοινωνική πραγματικότητα με αστικά «γυαλιά», αν δεν έρθει σε επαφή με την κομμουνιστική ιδεολογία.
Ερώτηση: Μπορούμε να σταθούμε περισσότερο στο τι εννοούμε λέγοντας ότι «ενεργητικό στοιχείο» της σχέσης επαναστατικής θεωρίας-πράξης είναι η θεωρία; Μήπως έτσι υποτιμάται η δράση των εργατών ως καθοριστικό στοιχείο της κοινωνικής ανατροπής;
Απάντηση: Βεβαίως, λέμε ότι η εργατική τάξη είναι αντικειμενικά η ηγέτιδα κοινωνική δύναμη για την ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας, για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η εργατική τάξη από τη θέση της μέσα στον καπιταλισμό, επειδή υφίσταται την εκμετάλλευση και ζει την άμεση καταπίεση του εργοδότη με παλιές ή σύγχρονες μορφές, αυθόρμητα μπορεί να κάνει κίνημα ανατρεπτικό ή ότι οποιαδήποτε αντίδραση των εργατών-εργατριών έχει ανατρεπτικό ή ακόμα και γενικά προοδευτικό χαρακτήρα. Το αυθόρμητο κίνημα της εργατικής τάξης συχνά έχει και αντιδραστικό χαρακτήρα, π.χ. όταν παλιότερα κατέστρεφε τις μηχανές γιατί τις θεωρούσε υπεύθυνες για το κύμα απολύσεων και την ανεργία. Επίσης, η εργατική τάξη πολύ συχνά ψηφίζει ή ακόμα και κινητοποιείται με πολιτικό στόχο ξένο προς τα συμφέροντά της. Τέτοιος είναι, για παράδειγμα, ο στόχος να φέρει μια φασιστική δύναμη στη διακυβέρνηση της αστικής εξουσίας ή να στηρίξει μια ρεφορμιστική-συμβιβαστική κυβέρνηση, που σε τελευταία ανάλυση ανοίγει το δρόμο στη φασιστική, χουντική, σε μια πιο εμφανή κατασταλτική μορφή της αστικής εξουσίας (π.χ. στρατιωτική δικτατορία, αναστολή του κοινοβουλίου).
Δεν είναι αυθόρμητο το κίνημα της εργατικής τάξης σήμερα. Εδώ και έναν αιώνα πλέον, δεν υπάρχει καθαρά αυθόρμητο εργατικό κίνημα. Αυτό υπήρχε όταν δεν υπήρχε ακόμα ιδεολογική-πολιτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης, η οποία να δρα οργανωμένα πολιτικά και ιδεολογικά μέσα στις κατώτερες μορφές του κινήματος, δηλαδή στο συνδικαλιστικό-εργατικό κίνημα. Τότε δεν είχε και η αστική τάξη οργανωμένη πολιτική παρέμβαση μέσα στο κίνημα της εργατικής τάξης. Από τη στιγμή που συγκροτείται το ιδεολογικό πολιτικό τμήμα του εργατικού κινήματος, δηλαδή το Κόμμα, ανασυγκροτείται και η παρέμβαση της αστικής τάξης. Πιο πριν μπορεί να υπήρχαν ηρωικές μορφές σύγκρουσης της εργατικής τάξης με την αστική, αλλά αυτές περιορίζονταν στην πάλη για το μεροκάματο, για καλύτερες συνθήκες εργασίας, για το ωράριο. Αυτή η πάλη ήταν προοδευτική, αλλά όχι ανατρεπτική. Βέβαια συνέβαλε στην ωρίμανση της εργατικής τάξης, αλλά η συνειδητοποίηση της δυνατότητάς της να γίνει τάξη εξουσίας, φορέας νέων οικονομικών - κοινωνικών - πολιτικών σχέσεων, ήρθε μέσα από σκληρή θεωρητική εργασία που έδωσε τη βάση για ν’ αναπτυχθεί όχι στενά το συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά το επαναστατικό (ανατρεπτικό) πολιτικό εργατικό κίνημα. Αυτή η θεωρητική ωρίμανση της εργατικής κομμουνιστικής πρωτοπορίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και για να μπορούν να τραβιούνται στην πρακτική της ταξικής πάλης και μάζες που δεν είναι πλήρως συνειδητοποιημένες.
Ερώτηση: Ποιες μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης είναι νομοτελειακές;
Απάντηση: Ας ξαναδιατυπώσω πιο συγκεκριμένα το ερώτημα σου, έτσι ώστε να βοηθηθούμε και στην απάντησή του. Πιο σωστό είναι ν’ αναρωτηθούμε ποια μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης είναι νομοτελειακή για να φέρει η εργατική τάξη σε πέρας τον ιστορικό της ρόλο, που έγκειται στην ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.
Η μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης που είναι νομοτέλεια, αναγκαία για να πετύχει το σκοπό της, την απαλλαγή από την εκμετάλλευση, είναι το Κόμμα. Και ως ανώτερη μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης αποτελεί το φορέα της ιδεολογικής-πολιτικής συνειδητοποίησης για το χαρακτήρα και τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, τις αντιφάσεις του και τη νομοτελειακή δυνατότητα και κατεύθυνση επίλυσής τους: Την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας για ν’ αντιστοιχιστούν ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας που διαμορφώνεται στον καπιταλισμό με την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Εκτός των άλλων, αυτό σημαίνει συνειδητοποίηση του τι είναι εξουσία, κράτος, ταξική πάλη για την εξουσία, από ποιες νομοτέλειες διέπεται κλπ. Το Κόμμα αποτελεί εκείνο το τμήμα της εργατικής τάξης –διευρυμένο με τμήματα άλλων κοινωνικών δυνάμεων, κυρίως λαϊκών μεσαίων στρωμάτων– που συνειδητοποιεί την αντικειμενική εξέλιξη, την τάση της κοινωνίας και επιθυμεί, θέλει και αποφασίζει να θέσει τη ζωή του, τη δράση του, τη σκέψη του στην επιτάχυνση αυτής της διαδικασίας.
Βέβαια, υπάρχουν και κατώτερες μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης, υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν όσο θα υπάρχει τουλάχιστον καπιταλισμός. Ποιες είναι αυτές; Σωματεία, συνδικάτα και άλλες μορφές. Όσο πιο πολύ και πιο καθαρά παρεμβαίνει η αστική τάξη, τόσο ακόμα και εκφυλισμένες κατώτερες μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης προκύπτουν. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τις πλατείες που όχι μόνο δεν ήταν αυθόρμητες, αλλά οργανώνονταν από αστικά κέντρα, φασιστικές οργανώσεις μέσα κι έξω από τους χώρους εργασίας, με παρεμβάσεις της Εκκλησίας κλπ.
Ας εστιάσουμε όμως σε εκείνες τις κατώτερες μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης που είναι στο συνδικαλιστικό κίνημα, το οποίο μπορεί να έχει και διαφορετικές μορφές πανελλαδικής (γενικότερα πανεθνικής) οργάνωσης, από τη στιγμή που παρεμβαίνουνε όλα τα κόμματα, ο οπορτουνισμός, ο παλιός και σύγχρονος. Αυτά επιδρούν και στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και, όπως τόνισα και εισηγητικά, ένα πρόβλημα που έκανε τα ΚΚ να μη διαχωρίσουνε κάθετα και οριστικά τη σχέση τους με τη σοσιαλδημοκρατία ήταν το γεγονός ότι η σοσιαλδημοκρατία επηρέαζε τη γραμμή και τις μάζες του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, ενώ τα νεοσυγκροτημένα τότε ΚΚ είχαν σε αρκετές περιπτώσεις περιορισμένη επιρροή.
Τέτοιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν και πάρα πολλά ΚΚ σήμερα σε άλλες χώρες, που είναι σε φάση ανασυγκρότησης. Αυτά ανασυγκροτήθηκαν κατά κάποιο τρόπο προγραμματικά, πολιτικά, ιδεολογικά, αλλά δεν έχουν καθόλου ή σχεδόν καθόλου επιρροή στο συνδικαλιστικό κίνημα και αυτό γεννάει την τάση της συνεργασίας τους με τη σοσιαλδημοκρατία μέσα στο κίνημα, που σημαίνει και πολιτικά, «έλα να τα βρούμε να κάνουμε μαζί ψηφοδέλτιο, έλα και μετά ένα ψηφοδέλτιο για τις βουλευτικές εκλογές, να κάνουμε και ένα προγραμματάκι μίνιμουμ, να ζητήσουμε από τις εκλογές τούτο και το άλλο».
Δηλαδή η διάσπαση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος είναι πραγματικότητα σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη. Αυτό οφείλεται τόσο στο αντικειμενικό γεγονός ότι το εμπόρευμα «εργατική δύναμη» έχει πολύ μεγάλη διαφοροποίηση στους όρους πώλησής του (δηλαδή στους όρους διαβίωσης της εργατικής τάξης) όσο και στην πολύμορφη παρέμβαση όλων των πολιτικών δυνάμεων στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Η πολιτική ταξική συνείδηση της εργατικής τάξης δε διαμορφώνεται ενιαία και δε διαμορφώνεται στο έδαφος του ενός ή του άλλου βαθμού συνδικαλιστικής οργάνωσης. Μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα, ως συνείδηση της εργατικής τάξης, μπορεί να παλέψει την ενότητα της εργατικής τάξης με βάση το γενικό συμφέρον της και σκοπό της κατάργησης της εκμετάλλευσης.
Μ’ αυτήν την έννοια λέμε ότι στη διαλεκτική σχέση επαναστατικής θεωρίας-πράξης η θεωρία είναι το θεμελιακό στοιχείο. Αυτό αποτυπώνει το γεγονός ότι στον καπιταλισμό, ακόμα και κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, το Κόμμα δεν μπορεί ποτέ ν’ αγκαλιάσει όλη την τάξη. Και κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση δε θ’ αναπτύσσεται ενιαία και συγχρονισμένα η κομμουνιστική συνείδηση και στάση.
Βέβαια και μέσα στις μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης διεξάγεται διαπάλη με την αστική και αυτούς που πάνε από κοντά να υπηρετήσουν την αστική τάξη για λογαριασμό της εργατικής αριστοκρατίας. Σε κάποιες μορφές μαζικής οργάνωσης της εργατικής τάξης που έχουν διαμορφωθεί ιστορικά, μπορεί να φτάσει η κατάσταση σε τέτοιο σημείο ώστε να μην μπορεί να κουνηθεί φύλλο ούτε καν για τη διεκδίκηση του μισθού, ούτε καν για την απώλεια αυτού που είχε κατακτηθεί με αγώνες. Αυτό έγινε με τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας.
Λέμε κατώτερες και ανώτερες μορφές, αλλά να διευκρινίσουμε: Και η ΓΣΕΕ και η ομοσπονδία και το ΕΚ και το πρωτοβάθμιο σωματείο (είτε επιχειρησιακό είτε κλαδικό) είναι κατώτερες μορφές οργάνωσης, όλες είναι κατώτερες. Το ότι μέσα σε αυτές τις κατώτερες μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης υπάρχουν ανώτερες μορφές συντονισμού του συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος είναι άλλο πράγμα, μην το μπερδεύουμε. Αυτό μπορεί να είναι σε ένα επίπεδο η ομοσπονδία, σε άλλο το ΕΚ, σε άλλο η γενική συνομοσπονδία ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Εάν ο συσχετισμός εξελιχτεί πολύ αρνητικά ώστε να μην μπορούν οι κομμουνιστές να επηρεάσουν αποφασιστικά –κάτι που είναι ο κανόνας σε μη επαναστατικές συνθήκες– τότε παίρνουν πρωτοβουλίες συγκρότησης νέων μαζικών εργατικών οργανώσεων και συντονισμού της συνδικαλιστικής δράσης τους. Έτσι έγινε, για παράδειγμα, με τη ΓΣΕΕ στη χώρα μας. Το Κόμμα μας πήρε την πρωτοβουλία –και καλώς έκανε– να διαμορφώσει τη συσπείρωση του ΠΑΜΕ ως διακριτή ταξική συσπείρωση σε σχέση με τον εργοδοτικό κυβερνητικό συνδικαλισμό, για να συσπειρώνει σε πανελλαδικό, κλαδικό και τοπικό επίπεδο, για να έρθει σ’ ένα βαθμό σε σύγκρουση με τις ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (π.χ. άρνηση οργάνωσης κοινών συγκεντρώσεων ως στάση διαχωρισμού από το συμβιβασμό και τον εκφυλισμό), χωρίς να πάρει απόφαση –και σωστά γιατί είναι πιο σύνθετη η πραγματικότητα– να αποσύρει τις δυνάμεις του από τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Αυτό βέβαια είναι αναγκαιότητα που προκύπτει από τον υπάρχοντα συσχετισμό μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά η κάθε συγκεκριμένη μορφή κατώτερης –ή αλλιώς μαζικής– οργάνωσης της εργατικής τάξης δεν είναι νομοτέλεια. Η εξέλιξη του συσχετισμού στο συνδικαλιστικό κίνημα μπορεί να αλλάξει τη μορφή των πανελλαδικών συσπειρώσεων στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Δηλαδή το ΠΑΜΕ ή παλιότερα η Ενωτική ΓΣΕΕ δεν εκφράζουν αντίστοιχη νομοτέλεια μ’ εκείνη της ύπαρξης του ΚΚΕ. Το ΠΑΜΕ αποτελεί τον αντικαπιταλιστικό πόλο στο εργατικό κίνημα και εκφράζει στις σημερινές συνθήκες την αναγκαιότητα διαπάλης για τον προσανατολισμό του εργατικού κινήματος.
Ο σκοπός του Κόμματος είναι να οργανώσει την εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα, να τα οργανώσει μαζικά σε αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, γιατί οποιοδήποτε αίτημα και επιμέρους κατάσταση που αφορά τις εκάστοτε ανάγκες συνδέεται με τα μονοπώλια, με το μεγάλο κεφάλαιο, με τον καπιταλισμό, με την οικονομική κυριαρχία και την πολιτική εξουσία του. Με αυτήν την έννοια, η ιδεολογικοπολιτική διαπάλη στο κίνημα με στόχο την επαναστατικοποίησή του έχει αντικειμενική βάση. Αλλά η ανώτερη μορφή σύγκρουσης, η επαναστατική, θα γίνει οπωσδήποτε σε συσπείρωση με το Κόμμα, αλλιώς δεν μπορεί να έχει τις ελάχιστες προϋποθέσεις νίκης. Όμως, η ωρίμανση της εργατικής συνείδησης, που υφίσταται την αστική και την οπορτουνιστική χειραγώγηση, δεν μπορεί να γίνει μια κι έξω και ενιαία. Επομένως θα έχεις και κάποιους βηματισμούς και μέσω του κινήματος, περνάς κάποιους βηματισμούς στη διαδικασία πολιτικής και ιδεολογικής χειραφέτησης που θα εκφράζονται και με διαφοροποιήσεις στη γραμμή πάλης των εργατικών μαζικών οργανώσεων, στον προσανατολισμό και τη μαχητικότητά τους, στην πανελλαδική τους έκφραση, στη δράση τους με άλλες λαϊκές δυνάμεις. Αυτό εκφράζει, π.χ., σήμερα η ύπαρξη του ΠΑΜΕ και η πάλη του για έκφραση συμμαχίας με ΕΒΕ, αγρότες, το ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, το φοιτητικό-σπουδαστικό με αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό. Μάλιστα, τα τελευταία 2-3 χρόνια αυτή η τάση φαίνεται να εμφανίζει νέες δυνατότητες.
Νομίζω όλα αυτά τα ζητήματα έχουν μεγάλη επικαιρότητα, συζητιούνται και με την Απόφαση της ΚΕ στα όργανα, πρέπει να συζητιούνται, και βεβαίως πρέπει να βαθαίνουν και οι Σχολές.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Β. Ι. Λένιν: «Τι να κάνουμε», «Άπαντα», τ. 6, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τα υποκεφάλαια «Τι σημαίνει ελευθερία κριτικής;», σελ. 6-10, «Ο Ένγκελς για τη σημασία της θεωρητικής πάλης», σελ. 22-28, κεφ. ΙΙ «Το αυθόρμητο των μαζών και η συνειδητότητα της σοσιαλδημοκρατίας», σελ. 28-54, κεφ. ΙΙΙ «Τρεϊντ-γιουνίστικη και σοσιαλδημοκρατική πολιτική», σελ. 54-65, «Η εργατική τάξη πρωτοπόρος αγωνιστής της δημοκρατίας», σελ.77-97, κεφ. IV «Ο χειροτεχνισμός των οικονομιστών και η οργάνωση των επαναστατών», σελ. 100 -155.
2. Β. Ι. Λένιν: «Ένα βήμα μπρος δύο βήματα πίσω», «Άπαντα», τ. 8. εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», κεφ. «Το πρώτο άρθρο του Καταστατικού», σελ. 244-268.
3. Β. Ι. Λένιν: «Αριστερισμός παιδική αρρώστια», «Άπαντα», τ. 41, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», κεφ. ΙΙΙ, «Οι κυριότεροι σταθμοί στην ιστορία του μπολσεβικισμού», κεφ. IV «Ενάντια σε ποιους εχθρούς μέσα στο εργατικό κίνημα αναπτύχθηκε, δυνάμωσε και ατσαλώθηκε ο μπολσεβικισμός», κεφ. V «Ο αριστερός κομμουνισμός στη Γερμανία. Οι αρχηγοί - το Κόμμα - η τάξη - η μάζα», σελ. 22-29, κεφ. X «Μερικά συμπεράσματα», σελ. 74-90.
4. Β. Ι. Λένιν: «Για τους όρους εισδοχής νέων μελών στο Κόμμα», «Άπαντα», τ. 45, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 17-21.
5. Β. Ι. Λένιν: «Από τα Υλικά του 10ου Συνεδρίου του ΚΚΡ(μπ)», «Άπαντα», τ. 43, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 31-51, 89-92, 93-97, 101-109.
6. «Το Καταστατικό του ΚΚΕ», 2013.
7. Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ: «Κόμμα παντός καιρού», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 9-24.