ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Θα σταθούμε αναλυτικά σε ορισμένα θεωρητικά ζητήματα γιατί, συζητώντας για το χαρακτήρα των χωρών της Λατινικής Αμερικής, χρειάζεται εξαρχής να απαντήσουμε σε μια σειρά -όχι καινούργιες- αντιλήψεις, οι οποίες θεωρούν ότι ο καπιταλισμός στις χώρες της Λατινικής Αμερικής δεν είναι τυπικός καπιταλισμός αλλά «ραντιέρικος καπιταλισμός1, γεγονός με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ανάμεσα στις διαδικασίες καπιταλιστικής συσσώρευσης που αναπτύχθηκαν στο κόσμο»2, ότι η αστική τάξη είναι μια «παρασιτική και αναποτελεσματική επιχειρηματική τάξη»3. Αλλες απόψεις διαχωρίζουν την αστική τάξη σε «εθνική» και σε «ξενόδουλη», με βάση το τι στάση κρατάει κάθε τμήμα της απέναντι στη διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ και θεωρούν ότι υπάρχει δυνατότητα συμμαχιών ανάμεσα στην εργατική τάξη και την πρώτη. Επικρατεί η αντίληψη που θεωρεί το ζήτημα των ανισότιμων σχέσεων αυτών των χωρών με τις ΗΠΑ ως την αιτία των προβλημάτων καθυστέρησης των καπιταλιστικών οικονομιών τους. Δηλαδή ουσιαστικά παραγνωρίζεται η ιστορικότητα στην καπιταλιστική ανάπτυξη, αυτονομούνται οι σχέσεις εξάρτησης και αλληλεξάρτησης από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και την πάλη για την ανατροπή τους.
Οι αντιλήψεις αυτές έχουν επίδραση στους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος αυτών των χωρών και στη διαμόρφωση της στρατηγικής του. Ετσι, από τα περισσότερα ΚΚ της περιοχής θεωρείται αναγκαία μια αστικοδημοκρατική αντιιμπεριαλιστική διαδικασία για την επίλυση των προβλημάτων καθυστέρησης - εξάρτησης, η οποία πρέπει να προηγηθεί της σοσιαλιστικής επανάστασης. Ωστόσο τέτοιες στρατηγικές προσεγγίσεις δεν είναι καινούργιες για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ακόμα και σε χώρες με προωθημένη καπιταλιστική ανάπτυξη.
Η παγκόσμια κυριαρχία του καπιταλισμού χρονολογείται από τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν οι καπιταλιστικές σχέσεις κυριάρχησαν στις βασικές ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου (Μ. Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο, ΗΠΑ κλπ.), ενώ ακόμα μια σειρά περιοχές του πλανήτη δεν είχαν μπει στο δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Σημείωναν οι Μαρξ - Ενγκελς στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», το 1848: «Η μεγάλη βιομηχανία δημιούργησε την παγκόσμια αγορά, που είχε προετοιμάσει η ανακάλυψη της Αμερικής. Η παγκόσμια αγορά έδωσε μια τεράστια ανάπτυξη στο εμπόριο, στη ναυτιλία, στα μέσα συγκοινωνίας της ξηράς»4.
Η ανάπτυξη της αποικιοκρατίας του 19ου αιώνα, δηλαδή της κατάκτησης νέων εδαφών από τις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις, πρώτα απ’ όλα τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, αλλά και τη Ρωσία, στις περιοχές της Αφρικής, της Αμερικής, της Ωκεανίας, της Ασίας, οδήγησε στην επιτάχυνση της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων σε αυτές τις περιοχές, αλλά και την εξάπλωση του καπιταλισμού σε όλο τον κόσμο. Ο Μαρξ ανέλυε στο κείμενό του «Οι συνέπειες της βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία» (1853): «Η Αγγλία έχει να εκπληρώσει διπλή αποστολή στην Ινδία: η μια είναι καταστροφική, η άλλη είναι αναγεννητική - να εκμηδενίσει την παλιά ασιατική κοινωνία και να θέσει τις βάσεις της δυτικής κοινωνίας στην Ασία»5. Στο ίδιο έργο ο Μαρξ προέβλεπε ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ινδία δε σήμαινε και ξεπέρασμα της αθλιότητας για τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού: «Ολα όσα θα υποχρεωθεί να κάνει η αγγλική μπουρζουαζία δεν θα χειραφετήσουν ούτε θα βελτιώσουν υλικά την κοινωνική κατάσταση της μάζας του λαού, που δεν εξαρτάται μόνο από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αλλά και από την ιδιοποίησή τους από τον ίδιο το λαό. Εκείνο, όμως, που οπωσδήποτε θα κάνει είναι να θέσει τις υλικές προϋποθέσεις και για τα δύο. Μήπως η μπουρζουαζία, έτσι κι αλλιώς έκανε ποτέ κάτι περισσότερο; Εφερε ποτέ την πρόοδο χωρίς να σύρει άτομα και λαούς μέσα στο αίμα και τη βρομιά μέσα στην αθλιότητα και τον εξευτελισμό;»6.
Η πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε μια σειρά χώρες επιβεβαίωσε τη θέση του Μαρξ ότι ο καπιταλισμός αναπτύσσεται ρίχνοντας μεγάλες μάζες του πληθυσμού στην εξαθλίωση, τη στιγμή που συσσωρεύεται τεράστιος πλούτος στα χέρια των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής.
Το πέρασμα στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, που χαρακτηρίζεται από την προτεραιότητα στην εξαγωγή κεφαλαίων σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων, έδωσε ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στην ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων στις αποικιακές ή μισο-αποικιακές χώρες, στο τράβηγμα όλων των χωρών του κόσμου στη «δίνη του καπιταλισμού». Ο Λένιν, στο έργο του «Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», παραθέτει το εξής χαρακτηριστικό απόσπασμα από το έργο του Χίλφερντινγκ «Το χρηματιστικό κεφάλαιο»: «Επαναστατικοποιούνται ριζικά οι παλιές κοινωνικές σχέσεις, σπάει η χιλιόχρονη αγροτική απομόνωση “των εθνών που έμειναν έξω από την ιστορία”, τα έθνη αυτά τραβιούνται στη δίνη του καπιταλισμού. Ο ίδιος ο καπιταλισμός δίνει λίγο-λίγο στους υποδουλωμένους τα μέσα και τους τρόπους για την απελευθέρωσή τους. Και οι υποδουλωμένοι προβάλλουν τον ίδιο σκοπό που κάποτε φαίνονταν στα ευρωπαϊκά έθνη ανώτερος απ’ όλους: τη δημιουργία ενιαίου εθνικού κράτους σαν μέσου για την οικονομική και πολιτιστική ελευθερία»7. Η διάλυση του αποικιακού συστήματος μέσα στον 20ό αιώνα επιβεβαίωσε αυτή τη διαπίστωση.
Το πέρασμα όλου του κόσμου στον καπιταλισμό και μάλιστα στο μονοπωλιακό στάδιο ανάπτυξής του, προφανώς δε σημαίνει ότι αυτό πραγματοποιήθηκε παντού ενιαία και ισόμετρα. Αντίθετα, ως αποτέλεσμα του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, αλλού οι καπιταλιστικές σχέσεις αναπτύχθηκαν πιο γρήγορα, αλλού πιο καθυστερημένα.
Η διαμόρφωση πρωταρχικής εσωτερικής καπιταλιστικής αγοράς (πρωταρχική συσσώρευση) στηρίχτηκε στην πλήρη και βίαιη εξάλειψη των προκαπιταλιστικών σχέσεων και ιδιαίτερα των μικρών καλλιεργητών στην Αγγλία του 16ου και 17ου αιώνα. Αυτό όμως που ήταν προϋπόθεση για τη διαμόρφωση της βάσης πάνω στην οποία αναπτύχθηκε πρωταρχικά ο καπιταλισμός, δεν ήταν προϋπόθεση για τις χώρες που τραβήχτηκαν στον καπιταλισμό αργότερα και σε συνθήκες διαμόρφωσης της διεθνούς αγοράς. Ετσι σε μια σειρά χώρες, οι καπιταλιστικές σχέσεις κυριάρχησαν χωρίς να έχουν εκλείψει οι προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής, υποτάσσοντας ουσιαστικά τους δεύτερους στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Αυτό ήταν πραγματικότητα και για χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία του 19ου αιώνα. Οι τάσεις του περιορισμού της αγροτικής - ατομικής καλλιέργειας, της γενικής μείωσης της αγροτικής παραγωγής και της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων στη γεωργία είναι αναμφισβήτητα κυρίαρχες στην καπιταλιστική ανάπτυξη και ενισχύονται ιδιαίτερα από τις ανάγκες του διεθνούς ανταγωνισμού. Αυτή την τάση υπηρετούν άλλωστε και διακρατικές μονοπωλιακές παρεμβάσεις, όπως η Κοινή Αγροτική Πολιτική στην ΕΕ που έχει θέσει ως στόχο τον περιορισμό της συμμετοχής του οικονομικά ενεργού πληθυσμού στην αγροτική παραγωγή κάτω από το 8%.
Ετσι και σήμερα σε μια σειρά καπιταλιστικές κοινωνίες η ανάπτυξη του καπιταλισμού, η συγκέντρωση της παραγωγής σε μεγάλα μονοπώλια, η αξιοποίηση των πιο σύγχρονων επιτευγμάτων της τεχνολογίας, συνυπάρχει με αγροτικούς πληθυσμούς που ζουν σε άθλιες συνθήκες, με σοβαρές ελλείψεις υποδομών, που παράγουν με πρωτόγονα μέσα.
Είναι χαρακτηριστικό το εξής στοιχείο που αφορά την Ινδία: ενώ η αγροτική παραγωγή συμμετέχει κατά 16,6% στη διαμόρφωση του ΑΕΠ, την ίδια στιγμή απασχολείται σε αυτή το 60% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Τέτοια φαινόμενα συναντάμε σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής .
Η ύπαρξη τόσο βαθιάς ανισομετρίας στο εσωτερικό αυτών των κοινωνιών δεν αναιρεί τον καπιταλιστικό τους χαρακτήρα και μάλιστα στο μονοπωλιακό στάδιο ανάπτυξής του.
Προϋπόθεση για την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων είναι η εκμηχάνιση. Ταυτόχρονα οι γενικότερες ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής επιβάλλουν τη διαμόρφωση ορισμένων προϋποθέσεων πραγματοποίησής της, όπως είναι π.χ. ο εξηλεκτρισμός μιας χώρας, η ανάπτυξη των συγκοινωνιών, η διαμόρφωση μιας σειράς υποδομών μεταφορών που προφανώς δεν αφήνουν αμετάβλητους τους όρους ζωής και στο χωριό.
Η κατεύθυνση της καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι η ολοένα και σε μεγαλύτερη κλίμακα απαλλοτρίωση των μικρών εμπορευματοπαραγωγών, η μετατροπή τους σε μισθωτούς εργάτες στη μεγάλη καπιταλιστική βιομηχανία, στο εμπόριο, τις υπηρεσίες κλπ., ενώ οι συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης στις οποίες βρίσκεται ένα μέρος του πληθυσμού σε ορισμένες χώρες αξιοποιούνται για την πίεση της τιμής της εργατικής δύναμης, όχι μόνο στα πλαίσια της εσωτερικής αλλά και της εξωτερικής καπιταλιστικής αγοράς.
Οι διαφορετικές ιστορικές συνθήκες στην καπιταλιστική ανάπτυξη κάθε χώρας αποτυπώνονται στο βαθμό της ανισομετρίας των κλάδων παραγωγής και τομέων της οικονομίας, με πιο οξυμένο σε αυτές που «τραβήχτηκαν στον καπιταλισμό» μέσω της αποικιοκρατίας. Η ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη μεταξύ κρατών και οι σχέσεις εξάρτησης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα παρουσιάζονται συχνά ως φαύλος κύκλος, αλλά μονόπλευρα εξηγούνται ως «καταδίκη των αδύναμων χωρών στη φτώχεια από τις πλούσιες χώρες». Αυτή η ερμηνεία παραβλέπει τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής συσσώρευσης, της υπεραξίας, το γεογονός ότι ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός είναι που σπρώχνει στην άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας. Αντικειμενικά τα μεγαλύτερα κεφάλαια έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα για μια τέτοια άνοδο, χρησιμοποιώντας πρώτα απ’ όλα νέα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, νέες μεθόδους οργάνωσης της παραγωγής. Καπιταλιστικές οικονομίες με μεγαλύτερη συγκριτικά παραγωγικότητα της εργασίας, οι πιο «ανταγωνιστικές» δηλαδή οικονομίες, καταφέρνουν να εξασφαλίζουν πρόσθετο κέρδος και να καταχτούν μεγαλύτερα μερίδια στα πλαίσια της παγκόσμιας αγοράς, εκτοπίζοντας οικονομίες χωρών με χαμηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας.
Φυσικά παίζει ρόλο και το μέγεθος κάθε κρατικά διαμορφωμένης εσωτερικής αγοράς η έκταση στη διατήρηση προγενέστερων του καπιταλιστικού τρόπων παραγωγής. Βέβαια, μακροπρόθεσμα, ακόμη και με τις πιο ανισότιμες διακρατικές σχέσεις ή και καθαρά σχέσεις υποτέλειας, η εισροή ξένων κεφαλαίων φέρνει την καπιταλιστική ανάπτυξη, έστω και βαθιά ανισόμετρη. Ενισχύεται η εγχώρια αστική τάξη και αρχίζει να διεκδικεί καλύτερους όρους μέσα στον περιφερειακό ή και στο διεθνή συσχετισμό. Ανακατατάξεις ανάμεσα σε τμήματα της εγχώριας αστικής τάξης μπορούν να προκαλέσουν ανακατατάξεις και ως προς την αναζήτηση εξωτερικών συμμάχων, ακόμα και με την επιλογή διαφορετικών ιμπεριαλιστικών κέντρων, για εμπορικές, γενικότερα οικονομικές σχέσεις, όπως έγινε με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, ιδιαίτερα κατά τον τρέχοντα αιώνα.
Οπως έχει αποδειχτεί, στους κόλπους της αστικής τάξης σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους τα ζητήματα των προτεραιοτήτων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, των αστικών εκσυγχρονισμών και των συμμαχιών με διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα γίνονται αντικείμενο σκληρής διαπάλης. Ισχυροποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας σημαίνει και ισχυρότερο κράτος, δηλαδή ισχυρότερη πολιτική και στρατιωτική δύναμη και συνεπώς ισχυρότερη θέση διαπραγμάτευσης στο παγκόσμιο μοίρασμα των αγορών.
Και οι σχέσεις εξάρτησης και αλληλεξάρτησης ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη τροποποιούνται, δε μένουν ανεπηρέαστες από την πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, χωρίς όμως ν’ αλλάζει γενικά το κυρίαρχο στοιχείο, δηλαδή η ανισοτιμία και χωρίς να καταργείται η ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Σήμερα για παράδειγμα δεν υπάρχουν αποικίες, μια σειρά χώρες, όπως η Ελλάδα, στην πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης διεύρυναν τη δυνατότητα εξαγωγής κεφαλαίων προς τρίτες χώρες σε σχέση με το παρελθόν. Ορισμένες άλλες χώρες αναβάθμισαν τη θέση τους σε περιφερειακό επίπεδο, συνεχίζοντας να έχουν θέση ενδιάμεση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Για το κομμουνιστικό κίνημα είναι πρόκληση και σύνθετο καθήκον ν’ αναλύει ταξικά τις αντιθέσεις, ν’ αξιοποιεί τις ενδοαστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και διεργασίες, χωρίς να χάνει την πολιτική, στρατηγική του αυτοτέλεια.
Χρειάζεται επίσης να σημειώσουμε ότι στον καπιταλισμό δεν μπορεί να σχεδιαστεί ισόμετρα η ανάπτυξη της οικονομίας. Κριτήριο για τη μετακίνηση κεφαλαίων από έναν κλάδο σε άλλο, από ένα τομέα σε άλλο, είναι η εξασφάλιση του μέγιστου κέρδους. Δυσαναλογίες ανάμεσα σε διάφορους κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας παρατηρούνται σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη.
Η βαθύτερη ανισομετρία -ιδιαίτερα στη βιομηχανική ανάπτυξη της μεταποίησης και στην παραγωγή σύγχρονης τεχνολογίας μέσων παραγωγής- υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να προκαλέσει όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων σε βαθμό πανεθνικής κρίσης. Το γεγονός αυτό δε δικαιολογεί συμμαχία εργατικών και αστικών δυνάμεων για διακυβέρνηση υπεράσπισης ενός «παραγωγικού μοντέλου» του καπιταλισμού έναντι ενός «μη παραγωγικού, παρασιτικού μοντέλου». Καθήκον του κομμουνιστικού κινήματος, τόσο των περισσότερο όσο και των λιγότερο αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών, είναι να αντιλαμβάνεται έγκαιρα τις τάσεις της καπιταλιστικής εξέλιξης, την επίκταση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής σε νέους κλάδους (π.χ. στον τουρισμό, στην παδεία και στην υγεία), τη συσσώρευση ξένου εργατικού δυναμικού ή την εξαγωγή υψηλά ειδικευμένου, την εμφάνιση νέων εστιών απόλυτης φτώχιας και εξαθλίωσης που διευρύνονται και στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, όπως στις ΗΠΑ. Υπό αυτήν την προϋπόθεση μπορεί ν’ αναπτύσσει τους δεσμούς του με τις εργατικές μάζες.
ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑΚΑΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ
Στις αρχές του 19ου αιώνα στις περισσότερες χώρες της Λ. Αμερικής πραγματοποιήθηκαν αστικές αντιαποικοκρατικές επαναστάσεις που οδήγησαν στην εθνική ανεξαρτησία αυτών των χωρών. Ηγέτης αυτών των επαναστάσεων ήταν η αστική τάξη σε συμμαχία με τη φτωχή αγροτιά. Στα μέσα του 19ου αιώνα πραγματοποιήθηκε σε μια σειρά χώρες (όπως η Βραζιλία) η κατάργηση της δουλείας. Οι εξελίξεις αυτές καθόρισαν την πορεία καπιταλιστικής ανάπτυξης αυτών των χωρών, στην οποία συντέλεσαν οι επενδύσεις αγγλικών, γαλλικών και στη συνέχεια βορειοαμερικανικών κεφαλαίων. Μια σειρά χώρες όπως η Χιλή, η Αργεντινή, η Βραζιλία αποτέλεσαν χώρες προσέλκυσης μεταναστών από χώρες της Ευρώπης (π.χ. Ιταλία, Γερμανία).
Ο Λένιν, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, μελετώντας στατιστικά στοιχεία της εποχής, κατέτασσε τις περισσότερες και βασικότερες χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής στη λεγόμενη 2η ομάδα χωρών (μαζί με αυτές της Ανατολικής Ευρώπης και ενός τμήματος της Ασίας)8. Τις θεωρούσε δηλαδή ως χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης, σε σχέση αφενός με τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και αφετέρου με τις αποικίες και μισοαποικίες.
Οι χώρες τις Λατινικής Αμερικής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αντιμετωπίζονται ενιαία, αφού υπάρχουν διαφορετικές ταχύτητες στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Αλλη κατηγορία αποτελούν χώρες όπως η Βραζιλία, η Αργεντινή, η Χιλή και άλλη η Γουατεμάλα, η Ονδούρα, η Κόστα Ρίκα κ.ά. Δεν μπορεί για παράδειγμα η Χιλή με τη μεγαλύτερη βιομηχανία (49,7% συμμετοχή στο ΑΕΠ) στην περιοχή να κατηγοριοποιηθεί μαζί με τη Βολιβία όπου το 40% του πληθυσμού απασχολείται στην αγροτική παραγωγή.
Καθεστώς περιορισμένης εθνικής ανεξαρτησίας υφίσταται στις δεκαετίες 1920 και 1930 στην Κεντρική Αμερική στις λεγόμενες «χώρες της μπανάνας» (Γουατεμάλα, Νικαράγουα, Παναμάς, Κόστα Ρίκα κλπ.) και στην Καραϊβική (Κούβα, Πουέρτο Ρίκο, Τζαμάικα κλπ.). Πρόκειται για χώρες οι οποίες είτε συνέχισαν να είναι αποικίες μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα (όπως η Κούβα) είτε είχαν ουσιαστικά μετατραπεί από το 19ο αιώνα σε μισο-αποικίες των ΗΠΑ (όπως Παναμάς, Γουατεμάλα κλπ.) είτε ήταν κατεχόμενες από τις ΗΠΑ (όπως η Νικαράγουα από το 1907 έως το1933).
Η πολιτική διαχείρισης σε αυτές τις χώρες επίσης δεν μπορούσε να είναι ενιαία, όμως ακολούθησε ιστορικά -όπως άλλωστε ήταν φυσικό- τις γενικές τάσεις της καπιταλιστικής εξέλιξης.
Σε μια σειρά χώρες της Λατινικής Αμερικής τις δεκαετίες του 1930, 1940, 1950 εφαρμόστηκαν πολιτικές με κυρίαρχα στοιχεία ορισμένα μέτρα προστασίας της εργατικής δύναμης, διαμορφώθηκαν εργατικοί νόμοι που δεν υπήρχαν μέχρι τότε, εθνικοποιήθηκαν ορισμένες επιχειρήσεις, κυριάρχησε ο προσανατολισμός στην αξιοποίηση πηγών ενέργειας9, επαναδιαπραγματεύτηκαν συμφωνίες με κεφάλαια των ΗΠΑ, πραγματοποιήθηκαν αγροτικές μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμός του εκπαιδευτικού συστήματος κ.ά. Τέτοια πολιτική ακολουθήθηκε από τις κυβερνήσεις του Λάζαρο Καρντένας στο Μεξικό (1934-1940), του Γετούλιο Βάργκας στη Βραζιλία (1930-1945 και 1951-1954), του Χουάν Περόν στην Αργεντινή (1946-1955), από τις Ριζοσπαστικές κυβερνήσεις στη Χιλή (1938-1952), τις κυβερνήσεις του Φιλελεύθερου Κόμματος στην Κολομβία, του Ρομίλο Μπετανκούρ στη Βενεζουέλα (1945-1948). Η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, των πλούσιων κοιτασμάτων σε μεταλλεύματα έγιναν για μια σειρά χώρες, όπως η Βενεζουέλα, το Μεξικό, η Βραζιλία, η Χιλή κ.ά., η ατμομηχανή της οικονομίας τους. Η κρατική εκμετάλλευση αυτών των πηγών έδωσε τη δυνατότητα για την ανάπτυξη ορισμένων υποδομών, τη διαμόρφωση ορισμένων παροχών προς τους εργαζόμενους.
Πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι περισσότερες από αυτές τις κυβερνήσεις διαμόρφωσαν σχέσεις και με τα δύο ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα10. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κυβέρνηση του Καρντένας στο Μεξικό στις αρχές του πολέμου προμήθευε τη Γερμανία με πετρέλαιο, αναγκάζοντας τις ΗΠΑ και τη Βρετανία να άρουν το μποϋκοτάζ που είχαν επιβάλει πριν τον πόλεμο στο μεξικάνικο πετρέλαιο και γενικά στα μεξικάνικα προϊόντα λόγω της απόφασης για εκμετάλλευση των πετρελαιοπηγών του Μεξικού από κρατική μεξικάνικη εταιρία.
Ανάμεσα σε τμήματα της αστικής τάξης αυτών των χωρών οξύνθηκαν οι αντιθέσεις ως προς τις προτεραιότητες στην ανάπτυξη αυτών των χωρών, συνυπολογίζοντας και τον ισχυρό ρόλο που διαδραμάτιζαν σε μια σειρά χώρες οι μεγάλοι γαιοκτήμονες. Πολλές φορές οι αντιθέσεις αυτές οδηγήθηκαν στην επίλυσή τους μέσω στρατιωτικών πραξικοπημάτων με τη σημαντική παρέμβαση των ΗΠΑ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενδοαστικής διαμάχης που οδήγησε σε εμφύλιο πόλεμο αποτελεί η περίπτωση του 10χρονου εμφυλίου στην Κολομβία (1948 -1957) ανάμεσα στο Φιλελεύθερο και το Συντηρητικό κόμμα.
Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1970 και συνεχίζοντας τη δεκαετία του 1980 μια σειρά χώρες ακολουθούν πολιτικές απελευθέρωσης των αγορών, ιδιωτικοποίησης επιχειρήσεων, περιορισμού των κοινωνικών δαπανών σε παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. στη Χιλή και την Αργεντινή, η πολιτική αυτή υλοποιείται από κυβερνήσεις στρατιωτικής χούντας, έτσι ώστε πρακτικά δεν εκδηλώνεται καμία αντίσταση. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η ισχυροποίηση του μονοπωλιακού καπιταλισμού από τη μια και η βαθύτερη όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων από την άλλη.Στα περισσότερα κράτη της Λατινικής Αμερικής οξύνθηκαν οι κοινωνικές αντιθέσεις εξαιτίας της κρίσης που εκδηλώθηκε στη δεκαετία του 1990. Σε ορισμένες χώρες, όπως η Αργεντινή, επιδεινόθηκε η κρίση και καθυστέρησε η ανάκαμψη εξαιτίας των όρων δανεισμού τους από το διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα που τους απαγόρευε μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική.
Η Εκθεση της Οικονομικής Επιτροπής του ΟΗΕ το 2005 διαπίστωνε ότι τη δεκαετία του 1990 η ανεργία στην ευρύτερη περιοχή αυξήθηκε τουλάχιστον κατά 10%. Σε ορισμένες χώρες, όπως η Αργεντινή, η ανεργία ενισχύθηκε από 8,8% το 1990 σε 19,7% το 2002, ενώ στην Ουρουγουάη αυξήθηκε από 8,5% σε 17%. Η κρίση οδήγησε και σε κοινωνικές εκρήξεις με χαρακτηριστικότερες αυτές στη Βενεζουέλα το 1989 και στην Αργεντινή το 2001.
Η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης και οι ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής επέβαλαν την αμεσότερη παρέμβαση του καπιταλιστικού κράτους στην οικονομία. Ετσι στις περισσότερες χώρες πραγματοποιήθηκαν περιορισμένες ή ευρύτερες επανακρατικοποιήσεις ή αγοράστηκε βασικό πακέτο μετοχών σε ορισμένες επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας (π.χ. στην Αργεντινή τα ταχυδρομεία και η Εταιρία Υδάτων του Μπουένος Αϊρες, το φυσικό αέριο στη Βολιβία), εξασφάλιση συμμετοχής σε επιχειρήσεις ενέργειας (αγορά του 82,14% των μετοχών της Ηλεκτρικής Εταιρίας του Καράκας από το κράτος) και τηλεπικοινωνίας (αγορά του 28,5% των μετοχών στη Βενεζουέλα), τη δημιουργία νέων κρατικών επιχειρήσεων (εταιρία ενέργειας, αεροπορική εταιρία, βιομηχανία κατασκευής δορυφόρων στην Αργεντινή), επαναδιαπραγμάτευση συμβολαίων με ξένα κεφάλαια (π.χ. των σχέσεων της κρατικής PDVSA στη Βενεζουέλα με ξένες πετρελαϊκές εταιρίες). Το πλούσιο φυσικό υπέδαφος σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο και μεταλλεύματα δίνει σημαντικά προνομία σε αυτές τις χώρες στον τομέα της ενέργειας και ιδιαίτερα σε συνθήκες που το ζήτημα των ενεργειακών αποθεμάτων και των δρόμων της ενέργειας αναδεικνύεται σε ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά ζητήματα στα πλαίσια της διαπάλης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Είναι χαρακτηριστικό το ότι στις περισσότερες από αυτές τις χώρες η παραγωγή υπερβαίνει ή ισομερίζει την κατανάλωση πετρελαίου και φυσικού αερίου Για παράδειγμα η Αργεντινή παράγει 801.700 βαρέλα πετρέλαιο την ημέρα και καταναλώνει τα 480.000, 43,7 δισ. κυβικά μέτρα φυσικό αέριο και καταναλώνει 38,79 δισ., η Βολιβία παράγει 41.570 βαρέλα πετρέλαιο την ημέρα και καταναλώνει τα 31.500, 12,74 δισ. κυβικά μέτρα φυσικό αέριο και καταναλώνει το 1,486 δισ. Βεβαίως οι περιορισμένες καταναλωτικές ανάγκες είναι δείκτης περιορισμένης ανάπτυξης. Π.χ. η Ελλάδα έχει κατανάλωση 415 χιλ. βαρελιών πετρελαίου την ημέρα και 2,724 δισ. κ.μ. φυσικού αερίου. Ορισμένες χώρες προχώρησαν σε ανανέωση των συμφωνιών με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και αναδιαπραγμάτευση των χρεών τους.
Το βασικό στοιχείο είναι η ανάπτυξη συνεργασίας ανάμεσα σε αυτές τις χώρες με άλλους όρους απ’ ό,τι επιδίωκαν οι ΗΠΑ στα πλαίσια της προώθησης της συμφωνίας «Ζώνης Ελευθέρου Εμπορίου» (ALCA). Ορισμένες χώρες, όπως η Βενεζουέλα, η Βολιβία, το Εκουαδόρ, η Νικαράγουα, η Γουατεμάλα, αντέδρασαν έντονα στην ίδρυση της ALCA, ενώ άλλες χώρες, όπως η Αργεντινή, η Χιλή και η Βραζιλία, απλά δεν τη στήριξαν.
Οι κυβερνήσεις αυτές δεν εναντιώνονται εξαρχής στη διαδικασία δημιουργίας ενιαίας περιφερειακής αγοράς, αλλά στους όρους με τους οποίους αυτή θα πραγματοποιηθεί. Η ALCA που εξέφραζε τα συμφέροντα των ΗΠΑ σε αυτή τη κατεύθυνση σύμφωνα με διάφορους αναλυτές θεωρείται με τα σημερινά δεδομένα νεκρή. Οχι μόνο ο πρόεδρος της Βολιβίας Ε. Μοράλες, ο οποίος υποστήριξε ότι είναι αναγκαία μια ένωση κρατών της Λατινικής Αμερικής στα πρότυπα της ΕΕ, αλλά και άλλοι θεωρούν αναγκαία μια «περιφερειακή ένωση». Σε αυτή την κατεύθυνση διαμορφώθηκε η ALBA (Μπολιβαριανή Εναλλακτική για την Αμερική), στην οποία συμμετέχουν Βενεζουέλα, Νικαράγουα, Βολιβία, Ντομίνικα (μικρό κράτος-νησί στην Καραϊβική) και η Κούβα, ενώ πρόσφατα υπογράφτηκε η είσοδος της Ονδούρας, ενώ το Εκουαδόρ έχει καθεστώς παρατηρητή. Η πιο πρόσφατη συμφωνία των χωρών της ALBA αφορά τη δημιουργία ζώνης κοινού νομίσματος ανάμεσα στις χώρες μέλη και το Εκουαδόρ. Η Κούβα συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία στα πλαίσια μιας προσπάθειας διαμόρφωσης οικονομικών σχέσεων με καπιταλιστικές χώρες με στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων που πηγάζουν και από το πολύχρονο εμπάργκο που της έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ. Η συμμετοχή βεβαίως αυτή δε σηματοδοτεί ότι η ALBA αποτελεί διακρατική συνεργασία που βρίσκεται στον αντίποδα των ιμπεριαλιστικών διακρατικών διεθνών και περιφερειακών ενώσεων και οργανισμών, αφού δεν αποτελεί συνεργασία ανάμεσα σε σοσιαλιστικά κράτη.
Οι Αργεντινή, Χιλή, Βραζιλία, έχοντας αναβαθμισμένη θέση στη Λατινική Αμερική, διατηρούν αποστάσεις από το εγχείρημα, αναπτύσσοντας όμως πολυμερείς συνεργασίες με τις χώρες που συμμετέχουν σε αυτό. Με αποφασιστικό ρόλο της Βραζιλίας προωθείται η διαδικασία, της UNASUR (Ενωση των Εθνών την Νοτίου Αμερικής)11. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας προωθείται η διαμόρφωση κοινής αγοράς μέχρι το 2019, η απελευθέρωση της κίνησης προσώπων, η συνεργασία για τη διαμόρφωση υποδομών, ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα, ενώ με κοινή πρόταση Βενεζουέλας - Βραζιλίας προωθείται το «Νοτιοαμερικάνικο Συμβούλιο Αμυνας» που αφορά τη στρατιωτική συνεργασία αυτών των χωρών.
Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο της Βραζιλίας ως αναδυόμενης καπιταλιστικής δύναμης σε διεθνές επίπεδο, μετέχοντας στην ομάδα BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα). Ο πρόεδρός της Λούλα Ντα Σίλβα δήλωσε πρόσφατα, εκφράζοντας τις επιδιώξεις της αστικής τάξης της χώρας του: «Δεν ξέρω αν θα ζήσω για να το δω, πάντως η Βραζιλία μπορεί και πρέπει να γίνει μια από τις υπερδυνάμεις του 21ου αιώνα».
Επίσης όλες αυτές οι χώρες επιδιώκουν και καταφέρνουν να προσελκύσουν κεφάλαια από χώρες της ΕΕ και την Κίνα. Ταυτόχρονα, ανάμεσα σε αυτές τις χώρες αναπτύσσονται και αντιθέσεις, όπως η αντιπαράθεση Βενεζουέλας - Βραζιλίας πριν 2 χρόνια με αφορμή την αναδιαπραγμάτευση των συμφωνιών της πετρελαιοπαραγωγής, οι συνοριακές διαφορές Χιλής - Αργεντινής στην περιοχή της Παταγονίας που συνδέεται με την εκμετάλλευση φυσικού αερίου. Πρόσφατα αντιπαραθέσεις προκάλεσε η απόφαση της Βραζιλίας να μειώσει τις εισαγωγές φυσικού αερίου από τη Βολιβία. Τριβές επίσης προκάλεσε το γεγονός ότι Βραζιλία, Αργεντινή, Χιλή, Βολιβία συμμετέχουν στην «Αποστολή σταθεροποίησης του ΟΗΕ στην Αϊτή», δηλαδή στη στρατιωτική επέμβαση στην Αϊτή που ακολούθησε την ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης Αριστίντ.
Οι νέες ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής επέβαλαν την αντιμετώπιση ορισμένων προβλημάτων, όπως το πρόβλημα του μαζικού αναλφαβητισμού, η ανάγκη να διαμορφωθεί ένα «δίχτυ προστασίας» για τα πιο ακραία φαινόμενα φτώχειας και εξαθλίωσης, η διαμόρφωση υποδομών.
Η σταθεροποίηση των κοινωνικών συμμαχιών της τάξης του κεφαλαίου επέβαλε εκσυγχρονισμούς στη λειτουργία της αστικής δημοκρατίας. Για παράδειγμα στη Χιλή πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 50 μεταρρυθμίσεις στο Σύνταγμα που είχε ψηφιστεί το 1980, καταργώντας ρυθμίσεις της δικτατορίας του Α. Πινοτσέτ (1973 -1990).
Η ανάκαμψη που πραγματοποιήθηκε επέτρεψε τη μείωση της ανεργίας, η οποία σε μια σειρά χώρες υποδιπλασιάστηκε (στην Αργεντινή έφτασε το 10% από 19%, στη Βενεζουέλα στο 10% από 20% κλπ.), ενώ ταυτόχρονα εφαρμόστηκαν πολιτικές περιορισμού της ακραίας εξαθλίωσης.
Στη Βραζιλία, σύμφωνα με υπολογισμούς του ΟΗΕ, το πραγματικό εισόδημα των φτωχότερων νοικοκυριών ενισχύθηκε κατά 28% μεταξύ 2004-2005, ενώ αυξήθηκε κατά 25% το όριο του κατώτατου μισθού.
Στη Βενεζουέλα το εισόδημα των πιο φτωχών αυξήθηκε κατά 43% το 2005. Ιδιαίτερα στη Βενεζουέλα ακολουθείται η πολιτική των «Μπολιβαριανών Αποστολών» . Πρόκειται για προγράμματα κυρίως εθελοντικής εργασίας, μέσα από τα οποία επιδιώκεται η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού, η παροχή ιατρικής βοήθειας στις φτωχογειτονιές, η οργάνωση συσσιτίων, η οικοδόμηση νέων σπιτιών για τους φτωχούς, η εκπαίδευση στη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών κλπ. Η αποστολή «Ζαμόρα» προωθεί τη λεγόμενη «μεταρρύθμιση της γης», που ουσιαστικά πρόκειται για μοίρασμα γης σε άκληρους αγρότες. Η γη, που σύμφωνα με το πρόγραμμα μπορεί να μοιράζεται, είναι γη κρατική, γη που διεκδικείται από ιδιώτες αλλά η κυβέρνηση αμφισβητεί τη διεκδίκησή της και ανεκμετάλλευτη γη ιδιωτών. Μέχρι τώρα η μεταρρύθμιση αφορά τις πρώτες δύο κατηγορίες και δεν έχει επεκταθεί στην τρίτη.
Η αποδοχή των πολιτικών αυτών των κυβερνήσεων από τα πιο φτωχά λαϊκά στρώματα έγινε και γίνεται προσπάθεια να μετασχηματιστεί σε μια διαδικασία ενεργητικής υποστήριξης μέσα από τη δράση μιας σειράς μαζικών οργανώσεων και φορέων.
ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗΠΕΔΙΟ ΟΞΥΝΣΗΣ ΤΩΝ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ
Η δυνατότητα αμφισβήτησης του κυρίαρχου ρόλου των ΗΠΑ στην περιοχή σχετίζεται με το ότι σε παγκόσμιο επίπεδο αναδύονται νέες δυνάμεις (Ρωσία, Κίνα, Ινδία κλπ.), διαμορφώνοντας νέες δυνατότητες για αναπροσαρμογή των συμμαχιών (π.χ. συμμαχίες Ρωσίας με Γερμανία - Ιταλία στον ενεργειακό τομέα) και των σχέσεων ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες. Μια σειρά Λατινοαμερικάνικες χώρες προώθησαν την ανάπτυξη πολύπλευρων σχέσεων με τη Ρωσία, την Κίνα, τις χώρες της ΕΕ. Η Βενεζουέλα προχώρησε και σε δεύτερη συμφωνία αγοράς στρατιωτικού εξοπλισμού από τη Ρωσία, η Αργεντινή σε 12 διμερείς συμφωνίες με την Κίνα και 7 με τη Ρωσία, η Βραζιλία σε συμφωνίες εισαγωγής εμπορευμάτων από την Κίνα. Στα τέλη του 2008 ο ρώσικος στόλος έκανε την εμφάνισή του στις ακτές της Βενεζουέλας, προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις των ΗΠΑ.
Η Λατινική Αμερική μέσα σε αυτές τις συνθήκες αναδεικνύεται σε ένα πεδίο όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ, σε χώρες της ΕΕ, τη Ρωσία και την Κίνα, συμπεριλαμβανομένου και του αναδυόμενου ρόλου της Βραζιλίας. Ιδιαίτερα για τα κινέζικα κεφάλαια οι χώρες της Λατινικής Αμερικής έχουν γίνει προνομιακός χώρος δραστηριοποίησής τους. Το Νοέμβρη του 2004 η Κίνα υπέγραψε 39 εμπορικές συμφωνίες με 5 λατινοαμερικάνικες χώρες. Στην Αργεντινή οι κινέζικες επενδύσεις φτάνουν τα 20 δισ. δολάρια. Η Κίνα έχει υπογράψει συμφωνίες με τη Βενεζουέλα για μελλοντική εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ προχώρησε στο δανεισμό 700 εκατομμυρίων δολαρίων προς την ίδια χώρα για την κατασκευή κατοικιών. Επίσης η ΕΕ επεξεργάστηκε πρόσφατα σχέδιο με τίτλο «Περιφερειακή Στρατηγική για τη Λατινική Αμερική 2007-2013» που προβάλλει τους βασικούς στρατηγικούς στόχους της συνεργασίας ανάμεσα στην ΕΕ και τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, με τη χρηματοδότηση εκ μέρους της ΕΕ συγκεκριμένων προγραμμάτων που στοχεύουν στη διαμόρφωση των κατάλληλων προϋποθέσεων για επενδύσεις ευρωπαϊκών κεφαλαίων στην περιοχή.
Η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων φέρνει και την ένταση των εξοπλισμών στις χώρες της περιοχής. Ετσι δεν είναι μόνο η Βενεζουέλα που προχώρησε σε συγκεκριμένες συμφωνίες αγοράς οπλισμού από τη Ρωσία, υπογράφοντας από το 2005 έως το 2009 12 συμβάσεις αξίας 4,4 δισ. δολαρίων. Είναι και η Βραζιλία που προχώρησε το Δεκέμβρη του 2008 σε συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας με τη Γαλλία, που περιλαμβάνει την προμήθεια 36 μαχητικών αεροσκαφών, ναυπήγηση υποβρυχίων, κατασκευή και προμήθεια ελικοπτέρων κ.ά.
Από τη σκοπιά των κυβερνήσεων των χωρών της Λατινικής Αμερικής, αλλά και από πολιτικές δυνάμεις που δρουν στο κομμουνιστικό κίνημα, αυτές οι επιλογές πολύπλευρων σχέσεων και με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα και όχι μόνο με τις ΗΠΑ αναγορεύονται σε δρόμο για την επίτευξη μιας «ειρηνικής πορείας για τον κόσμο», τη λεγόμενη ανάδυση «ενός πολυπολικού κόσμου», δηλαδή ότι η αμφισβήτηση της θέσης των ΗΠΑ από άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μπορεί να συμβάλει δήθεν στην αποτροπή των πολέμων, να οδηγήσει σε «ισορροπία δυνάμεων».