Η εμφάνιση της «Λαϊκής Ενότητας» και ο στόχος της για τη συγκρότηση του αντιμνημονιακού μετώπου επιχειρεί να επαναλάβει το εγχείρημα εξαπάτησης του λαού από το ΣΥΡΙΖΑ. Οι δυνάμεις που πρωταγωνιστούν στη ΛΑΕ είναι συνένοχες σε όλη την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ πριν και μετά από τις εκλογές του Γενάρη του 2015. Υιοθέτησαν προεκλογικά το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, δηλαδή το πρόγραμμα παραίτησης του λαού από κάθε ουσιαστική διεκδίκηση των απωλειών των λαϊκών στρωμάτων την περίοδο της κρίσης. Συμμετείχαν από υπουργικές θέσεις σε όλα τα βήματα της κυβέρνησης μέχρι την υπογραφή του 3ου Μνημονίου. Στήριξαν αποφασιστικά τη συμφωνία της 20ής Φλεβάρη με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Διαβεβαίωναν, ακόμα και όταν ο Τσίπρας υπέβαλε την πρόταση συμφωνίας των 47 σελίδων, ότι η κυβέρνηση δε θα υπογράψει μνημόνια. Αρνήθηκαν να ψηφίσουν και να απαιτήσουν να τεθούν σε ψηφοφορία τα φιλολαϊκά νομοσχέδια που πρότεινε το ΚΚΕ για την ανεργία, τους μισθούς, το Ασφαλιστικό.
Δε διαμαρτυρήθηκαν ποτέ δημόσια όταν ο πρωθυπουργός δήλωνε ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ είναι δεδομένη και υλοποιούσε τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Δήλωναν ότι δεν επιθυμούν την ανατροπή της κυβέρνησης, ακόμα και όταν ψηφίζονταν στη Βουλή τα προαπαιτούμενα του 3ου Μνημονίου. Εμφανίστηκαν όψιμα αγανακτισμένοι και προχώρησαν στη συγκρότηση ανεξάρτητης κοινοβουλευτικής ομάδας, αφού ο Αλ. Τσίπρας παραιτήθηκε από την κυβέρνηση.
Η στάση τους αυτή δεν αποτελεί έκπληξη. Αποτελεί συνέχεια της θλιβερής τους πορείας, που περιλαμβάνει την προσπάθεια διάλυσης του ΚΚΕ το 1990, τον αντισοβιετισμό, τη συμμετοχή στο «Συνασπισμό» που υπέγραφε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
Οι όψιμοι διαπραγματευτές θέτουν ως στόχο το σχηματισμό μιας νέας «αντιμνημονιακής» κυβέρνησης, που θα εφαρμόσει ένα πρόγραμμα το οποίο κινείται στις ίδιες κατευθύνσεις με του ΣΥΡΙΖΑ πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση: Κατάργηση των μνημονίων, διαγραφή μεγάλου μέρους του κρατικού χρέους, εθνικοποίηση των τραπεζών και κοινωνικό έλεγχο τομέων στρατηγικής σημασίας, μια ακαθόριστη «νέα σχέση» δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, έμφαση στις κρατικές επενδύσεις, αλλά και στην προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, μια γενικόλογη αναφορά στη στήριξη μισθών και συντάξεων ώστε να υπάρξει μια φιλολαϊκή έξοδος από την κρίση. Ο αντίπαλος του αντιμνημονιακού μετώπου προσδιορίζεται επίσης με «δημιουργική ασάφεια» στις μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις, στους ξένους εκβιαστές όπως ο Σόιμπλε.
Ο ΣΥΡΙΖΑ Νο 2 βαδίζει στα χνάρια του προηγούμενου, συσκοτίζει τον πραγματικό αντίπαλο των εργαζόμενων: Τα μονοπώλια, την τάξη των καπιταλιστών και την εξουσία τους. Επαναλαμβάνει τη μυθοπλασία της φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού. Υπόσχεται ότι η επιστροφή στην καπιταλιστική ανάπτυξη μπορεί να διασφαλίσει μια κοινωνικά δίκαιη διανομή του πλούτου. Υπόσχεται επίσης ότι η υιοθέτηση μιας σειράς μέτρων κεϊνσιανής κατεύθυνσης μπορεί να εξαλείψει την περιοδική εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης. Προβάλλει, όπως και ο Τσίπρας, έναν απατηλό δρόμο ανάπτυξης, που δήθεν μπορούν να ευημερούν ταυτόχρονα οι μονοπωλιακοί όμιλοι και τα λαϊκά συμφέροντα. Πρόκειται για προσπάθεια συνειδητής εξαπάτησης του λαού. Ολόκληρη η ιστορία του 20ού αιώνα απέδειξε επανειλημμένα ότι οι κεϊνσιανές ρυθμίσεις δεν μπορούν να ματαιώσουν την εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης. Από τις κρίσεις των δεκαετιών του ’30 και του ’70 μέχρι τις μέρες μας, στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία αναδείχτηκε πως καμιά κεϊνσιανή εκδοχή της αστικής διαχείρισης δεν μπορεί να αποτρέψει την όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την καπιταλιστική ιδιοποίηση του παραγόμενου πλούτου, που αποτελεί τη βαθύτερη αιτία της εκδήλωσης των κρίσεων.
Η ιστορική πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε διεθνές επίπεδο επιβεβαίωσε το μαρξιστικό θεωρητικό συμπέρασμα ότι για το κεφάλαιο είναι μονόδρομος η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, η διασφάλιση φθηνής εργατικής δύναμης, η αύξηση της ψαλίδας ανάμεσα στο επίπεδο της παραγωγικότητας και σ’ αυτό του μισθού, ώστε το κεφάλαιο να συγκρατεί την τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους.
Όποια και αν είναι η αναλογία κρατικών και ιδιωτικών επιχειρήσεων, κρατικών και ιδιωτικών επενδύσεων, οι ανάγκες του κεφαλαίου για φτηνή εργατική δύναμη είναι δεδομένες.
Οι θέσεις της «Λαϊκής Ενότητας» αποκρύπτουν τον ταξικό χαρακτήρα του αστικού κράτους. Οι κρατικές επιχειρήσεις είναι ιδιοκτησία του αστικού κράτους ως συλλογικού καπιταλιστή και όχι «δημόσια-λαϊκή περιουσία». Εντός της «απελευθερωμένης» καπιταλιστικής αγοράς κάθε επιχείρηση (ανεξάρτητα από το ποσοστό συμμετοχής του κράτους στη μετοχική της σύνθεση) λειτουργεί με κριτήριο το ποσοστό κέρδους της. Εφόσον είναι ζημιογόνα, φορτώνει τα βάρη στο λαό μέσω της κρατικής φορολογίας. Γι’ αυτό όμιλοι όπως η ΔΕΗ ΑΕ, τους οποίους ελέγχει ακόμα το κράτος, αυξάνουν το βαθμό εκμετάλλευσης των εργαζόμενών τους και τα τιμολόγια για τη λαϊκή κατανάλωση, ενώ ταυτόχρονα πωλούν φτηνότερο ρεύμα στα μονοπώλια. Σήμερα, η συζήτηση είναι εκ του πονηρού, σχετίζεται με την ανάγκη ανακεφαλαιοποίησής τους, συγχωνεύσεων κλπ. Είναι διαδικασία παρόμοια με την κρατικοποίηση των προβληματικών επιχειρήσεων που έκανε το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980 και τα βάρη πήγαν στις πλάτες του λαού, τα βάρη της εξυγίανσης για να επανιδιωτικοποιηθούν επιχειρήσεις ικανές προς κερδοφορία. Δηλαδή είναι άλλος τρόπος διασφάλισης φθηνής χρηματοδότησης των επενδύσεων των ομίλων και ανάληψης των ζημιών που ουσιαστικά πληρώνουν οι εργαζόμενοι μέσω της φορολογίας, ειδικότερα στη φάση της καπιταλιστικής κρίσης, την οποία δεν μπορεί να ματαιώσει κανένας «δημόσιος έλεγχος» επί του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Ταυτόχρονα η «Λαϊκή Ενότητα» τονίζει ότι, αν κριθεί αναγκαίο για την εφαρμογή του προγράμματος, δεν αποκλείει την έξοδο από την Ευρωζώνη. Η συγκεκριμένη θέση δεν αποκλείει καταρχάς τη διαχείριση μέσα στην Ευρωζώνη, που έτσι και αλλιώς είναι αντιλαϊκή. Αλλά και στην περίπτωση της εξόδου, διευκρινίζεται ότι αυτή θα γίνει με συντεταγμένο τρόπο και όχι σε ρήξη με την ΕΕ. Διευκρινίζεται η παραμονή στην ΕΕ και συχνά προβάλλονται ως θετικό παράδειγμα τα κράτη της ΕΕ που δεν ανήκουν στην Ευρωζώνη.
Η ηγεσία της «Λαϊκής Ενότητας» αρνείται επίσης ότι η πρόταση για πιθανή έξοδο από την Ευρωζώνη συνιστά μεταβατικό πρόγραμμα προς το σοσιαλισμό. Χαρακτηριστικά αναφέρουν: «Πολλοί και από πολλές πλευρές επιχειρούν να διακωμωδήσουν την επιμονή μας για έξοδο από το ευρώ και περίπου μας κατηγορούν πως παρουσιάζουμε αυτήν την έξοδο ότι, τάχα, ανοίγει το δρόμο για το …σοσιαλισμό –αν δεν τον εγκαθιδρύει κιόλας! Φυσικά, η παραποίηση και διαστρέβλωση είναι κάτι παραπάνω από χονδροειδής [...] Δεν είναι δυνατόν να ισχυρισθεί κανένας με στοιχειώδη κοινή λογική ότι, αν βγει η Ελλάδα, για παράδειγμα, από το ευρώ, τότε αυτόματα θα βαδίσει πλησίστια νέους προοδευτικούς και σοσιαλιστικούς δρόμους. Άλλωστε, ο πλανήτης είναι γεμάτος από χώρες με εθνικά νομίσματα, στις οποίες “ανθεί” ο καπιταλισμός, και μάλιστα, σε πολλές, στην πιο ακραία νεοφιλελεύθερη εκδοχή του!»1.
Στην πραγματικότητα μέσα από τη «Λαϊκή Ενότητα» εκφράζεται σήμερα το αστικό ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα στην Ελλάδα. Πρόκειται για διεργασίες που είχαν ξεκινήσει πριν τις ευρωεκλογές του 20142. Σ’ αυτό το ρεύμα συνωστίζονται αστοί ακαδημαϊκοί των ΗΠΑ και της Βρετανίας που στέγασε σε διάφορους ρόλους ο ΣΥΡΙΖΑ, σοσιαλδημοκράτες, εθνικιστές, γνώριμοι «αστέρες» από τις πλατείες των «αγανακτισμένων».
Αυτονόητα τέτοιου τύπου διεργασίες υπηρετούν και την ανάγκη της άρχουσας τάξης για την κατασκευή διάδοχου οπορτουνιστικού αναχώματος μετά από τη «βίαιη ωρίμανση» του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο η αστική αντιπαράθεση για το νόμισμα έχει αντικειμενική βάση, δεν περιορίζεται στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, εδράζεται στην όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων εντός και εκτός ΕΕ και Ευρωζώνης. Εκδηλώνεται έντονα ήδη στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Βρετανία (δημοψήφισμα το αργότερο μέχρι τα τέλη του 2017 για το «Brexit»). Τροφοδοτείται από την ανισομετρία των οικονομιών της Ευρωζώνης και από τις ενδοαστικές αντιθέσεις στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών. Αντανακλάται στην αντιπαράθεση για τις αλλαγές που προωθούνται από τις κυρίαρχες δυνάμεις του πυρήνα της ΕΕ για την αναμόρφωση της Ευρωζώνης. Για πρώτη φορά τίθεται «επί τάπητος» τόσο άμεσα το ενδεχόμενο αποχώρησης μιας χώρας από την Ευρωζώνη. Στην τελική φάση ολοκλήρωσης της διαπραγμάτευσης Ελλάδας - Ευρωζώνης, στη συζήτηση μπήκε το «σχέδιο Σόιμπλε». Το σχέδιο παρουσίασε στον Αλ. Τσίπρα ο Γιούνκερ εκ μέρους της Κομισιόν αμέσως μετά από το δημοψήφισμα, με τη μορφή «δύο τόμων» ή «διακοσίων ερωταπαντήσεων», όπου περιγραφόταν η διαδικασία ολοκλήρωσης του «Grexit». Το σχέδιο αυτό αντλεί «επιστημονική τεκμηρίωση» από σχετικές μελέτες του γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου των Βιομηχάνων, IFO3, που υποστηρίζουν την άμεση έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Το βασικό επιχείρημα που προβάλλουν είναι ότι η επάνοδος της Ελλάδας στην καπιταλιστική ανάπτυξη, η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητάς της και η στήριξη του εξαγωγικού της προσανατολισμού μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της «εξωτερικής» υποτίμησης που θα εξασφαλίσει η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα.4
Τόσο το «σχέδιο Σόιμπλε» όσο και οι διάφορες ελληνικές παραλλαγές του τονίζουν τα πλεονεκτήματα της νομισματικής αλλαγής για να δοθεί ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Στη σχετική επεξεργασία που παρουσίασε ο ιστότοπος Iskra αναφέρεται: «Η μεγάλη αύξηση των τιμών στα εισαγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες θα τονώσει ουσιαστικά την εγχώρια οικονομική βάση, θα ενισχύσει τη θέση της στην εσωτερική αγορά, θα τονώσει σημαντικά τις εξαγωγές και την απασχόληση». Η «αριστερή» απολογητική θεωρεί την ανισόμετρη ανάπτυξη κλάδων της οικονομίας και την ανισοτιμία στο πλαίσιο του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος ως αποτέλεσμα του νομίσματος και όχι του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης. Αποκρύπτει το γεγονός ότι η αξιοποίηση της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος για βελτίωση των εξαγωγών και υποκατάσταση των εισαγωγών προϋποθέτει τη διατήρηση και διεύρυνση της ψαλίδας μεταξύ της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και του πραγματικού μισθού, την ενίσχυση του ποσοστού κέρδους μέσω της αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης, που αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για κάθε καπιταλιστική επένδυση. Στην πραγματικότητα θα πληρώσει ο λαός με διαφορετικό τρόπο την αύξηση του πληθωρισμού, τη μαύρη αγορά, τις πανάκριβες εισαγωγές εμπορευμάτων, βαδίζοντας τον ίδιο, ολέθριο για τα συμφέροντά του, καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης.