Στην εισήγηση της Κεντρικής Επιτροπής στο 19ο Συνέδριο γίνεται αναλυτικά λόγος για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί ως προς τη χειραγώγηση της νεολαίας.
«Το αστικό κράτος και το πολιτικό του προσωπικό, ιδιαίτερα ο ιδεολογικός κρατικός μηχανισμός της εκπαίδευσης, οι πολυπλόκαμοι κρατικοί και επιχειρηματικοί μηχανισμοί μόρφωσης, προπαγάνδας, πολιτισμού και αθλητισμού οργανώνουν την ιδεολογικοπολιτική τους παρέμβαση σε πολύ μικρότερες ηλικίες, από την ηλικία του Νηπιαγωγείου, του Δημοτικού και του Γυμνασίου, σε ηλικίες δηλαδή που δεν είναι δυνατό να αποκτήσουν εμπειρίες συλλογικής αγωνιστικής δράσης. Οι ηλικίες αυτές δεν είναι δυνατό να αποκτούν πρώτα στοιχεία κριτικής σκέψης και συλλογικότητας με τον ίδιο τρόπο που διεξάγεται η ιδεολογικοπολιτική ενσωμάτωση μέσα από τα σχολικά προγράμματα, με τον ίδιο τρόπο που διεξάγεται η αντίστοιχη διαπάλη στο κίνημα των εκπαιδευτικών και της νεολαίας. Οπωσδήποτε γονείς και εκπαιδευτικοί πρέπει να πρωτοστατήσουν στο “παιδομάζωμα” που οργανώνει η Χρυσή Αυγή προκειμένου να διαπαιδαγωγήσει τις πολύ μικρές -και ευαίσθητες γι’ αυτό ηλικίες- στις ναζιστικές αντιλήψεις και πρακτικές, στο κυνήγι των κομμουνιστικών ιδεών και των ίδιων των κομμουνιστών.
Πρέπει επίσης πολύ σοβαρά να υπολογίσουμε ότι, στις συνθήκες της αντεπανάστασης, έντασης της αντισοσιαλιστικής αντικομμουνιστικής εκστρατείας, παρέμβασης του οπορτουνισμού, έχει πληγεί το κύρος του Κόμματος στις νεότερες ηλικίες, και σε αυτές που ανήκουν στην εργατική-λαϊκή οικογένεια. Η σημερινή γενιά είναι γενιά της περιόδου της αντεπανάστασης, παιδιά που ανήκουν σε οικογένειες που αποτραβήχτηκαν από το Κόμμα και το κίνημα την τελευταία 20ετία, ως συνέπεια της αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων, της κρίσης που πέρασε το Κόμμα κλπ.»2.
Σήμερα στην Ελλάδα περίπου 1,4 εκατομμύριο μαθητές, ηλικίας 4 έως 18 ετών, συμμετέχουν σε διαδικασίες και δομές δημόσιας εκπαίδευσης. Σε αυτές τους εκπαιδεύουν περίπου 120 χιλιάδες εργαζόμενοι, κάτοχοι -οι περισσότεροι- πτυχίων ΑΕΙ, που και αυτοί έχουν περάσει ως μαθητές και φοιτητές από το αστικό εκπαιδευτικό σύστημα. Κουβαλούν δηλαδή ως δάσκαλοι και παιδαγωγοί ενιαία, τόσο την επιστημονική γνώση όσο και την ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, ένα φορτίο που εκφράζεται όχι μόνο γενικά, αλλά κυρίως συγκεκριμένα (αντίληψη για την παιδαγωγική, για το χαρακτήρα της αλήθειας, γνώμη απέναντι στις αστικές αναδιαρθρώσεις στην εκπαίδευση, για το ρόλο του εκπαιδευτικού κτλ.).
Αν και το πρόβλημα δεν είναι ποσοτικό, ωστόσο οι αριθμοί αναδεικνύουν το πολύ απλό γεγονός ότι, εκτός εξαιρέσεων που συνδέονται με τη σχολική εγκατάλειψη και τη μαθητική διαρροή, δεν υπάρχει νέος που δεν έχει για 12-13 χρόνια διαπαιδαγωγηθεί και διδαχτεί συστηματικά στο αστικό σχολείο. Στο αστικό σχολείο διεξάγεται η ιδεολογική χειραγώγηση αθόρυβα και συστηματικά, και κυρίως έχοντας την ισχύ ενός φυσικού-αυτονόητου φαινομένου. Κατά μια έννοια, η περίφημη διατύπωση του Καρλ Μαρξ ότι οι ιδέες γίνονται υλική δύναμη όταν κατακτήσουν τις μάζες ισχύει και για την αστική τάξη, καθώς το σχολείο της είναι ένας χώρος όπου οι ιδέες της γίνονται υλική δύναμη κατακτώντας τις παιδικές και νεανικές μάζες. Ως εκ τούτου ένα πρόβλημα είναι να εξετάσουμε γενικά τη βαρύτητα της εκπαίδευσης ως χώρου συνολικής λειτουργίας διαπαιδαγώγησης.
Η εκπαίδευση και το σχολείο αντικειμενικά έχει σημαίνοντα ρόλο. Οι διευρυμένες και σε διάρκεια δομές και λειτουργίες της εκπαίδευσης μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία επιδρούν καθοριστικά στην κοινωνικοποίηση του παιδιού, στη διαμόρφωση της συνείδησής του.
Το περιεχόμενο του μαθήματος, αν και είναι ένα εμφανές και κρίσιμο στοιχείο ιδεολογικής παρέμβασης του αστικού σχολείου, δεν είναι το μόνο.3 «Το σχολείο, η εκπαίδευση, ως σύστημα, δεν ασκούν αρνητική επίδραση μόνο μέσω του περιεχομένου της μόρφωσης, αλλά και με όλη τη λειτουργία τους, καθώς και με τους νέους μηχανισμούς ενσωμάτωσης, που επιδιώκουν την ενεργητική συμμετοχή εκπαιδευτικών, των υπαλλήλων του κρατικού μηχανισμού»4. Με αυτήν την έννοια, πέρα από την ιδεολογική λειτουργία υπάρχει και η λειτουργία της πειθάρχησης (π.χ. η επί της ουσίας αναγκαστική προσευχή, οι επισκέψεις στην εκκλησία, οι θρησκευτικές εικόνες στην τάξη κ.ά.), η λειτουργία της καταστολής (η στάση απέναντι στην κομματικοποίηση, η στάση απέναντι στους ΚΝίτες μαθητές ή τους κομμουνιστές εκπαιδευτικούς, το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο αντιμετώπισης των κινητοποιήσεων όπως η πράξη νομοθετικού περιεχομένου κ.ά.). Κοντολογίς, το σχολείο διαπαιδαγωγεί, δηλαδή, πέρα από τις γνώσεις και τις ιδέες, μαθαίνει στους μαθητές πώς να ζουν.
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα της θέσης του σχολείου στο σύστημα διαμόρφωσης της προσωπικότητας του μαθητή, πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να επικεντρώσουμε στη μονάδα «μαθητής» και στις σχέσεις που διαμορφώνει στο σχολικό περιβάλλον. Εδώ θα μας βοηθήσει η έννοια της «καθοδηγούσας δραστηριότητας» ως εκείνη η πράξη δηλαδή που καθορίζει τις σημαντικότερες αλλαγές στον ψυχισμό του ανθρώπου στο συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξής του και διαμορφώνει την προσωπικότητά του. Κατ’ αυτήν την έννοια, όπως η καθοδήγουσα δραστηριότητα στην προσχολική ηλικία είναι το παιχνίδι ή του ενήλικα είναι η εργασία, για το μαθητή είναι η εκπαιδευτική δραστηριότητα, διότι αντικειμενικά -ποσοτικά και ποιοτικά- η δραστηριότητά του περιστρέφεται γύρω από τον άξονα του σχολείου. Οι σχολικές δομές και οι στόχοι τους αγκαλιάζουν το παιδί από τη μικρή ηλικία, που διαμορφώνονται τα κύρια χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, μέχρι τη φάση της εφηβείας, που αυτά τα χαρακτηριστικά θα πάρουν μια νέα ιεράρχηση που θα τον προσδιορίζουν και ως ενήλικα. Με λίγα λόγια, το σχολείο είναι για το μαθητή κάτι παραπάνω από τις 6-7 ώρες παρουσίας του εκεί.
Ακόμη, οι δραματικές αλλαγές που έχει φέρει η καπιταλιστική ανάπτυξη στον τρόπο ζωής της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων, των παιδιών τους (ωράριο και εργασιακές σχέσεις, ελεύθερος χρόνος, επικοινωνία, απομόνωση και ατομικός τρόπος ζωής κλπ.) ενισχύουν τη δύναμη χειραγώγησης των αντιστοιχών αστικών ιδεολογικών μηχανισμών, αφού αναδεικνύονται ως ο αναγκαίος μονόδρομος μιας σχετικά ομαλής κοινωνικοποίησης των παιδιών τους. Ετσι μπορεί κανείς να κατανοήσει, για παράδειγμα, γιατί, παρότι στις μέρες μας ο εκπαιδευτικός χάνει σε κύρος στη συνείδηση του μαθητή, σε σχέση με παλιότερα, αυτά που διδάσκει στο σχολείο έχουν όλο και μεγαλύτερη επίδραση στη διαμόρφωση της συνείδησής του.
Η εκπαίδευση, το εκπαιδευτικό σύστημα, ανήκει στο εποικοδόμημα και η σχέση του με τη βάση της κοινωνίας είναι σχέση αλληλεπίδρασης. Η αλληλεπίδραση όμως γίνεται πάντα στο έδαφος της αναγκαιότητας που καθορίζεται από την κίνηση της βάσης, δηλαδή στο έδαφος των αναγκών της καπιταλιστικής κοινωνίας και οικονομίας. Είναι αυτές εν τέλει που θα σφραγίσουν τη συνείδηση του παιδιού, τη συμπεριφορά και τη δράση του δασκάλου. Ας πάρουμε ως απόδειξη γι’ αυτό τη συστηματική προσπάθεια του αστικού συστήματος να αποκαταστήσει «τις αξίες της επιχειρηματικότητας και του ανταγωνισμού», όπως λέει, ζήτημα που διαπερνά σήμερα σαν κόκκινη κλωστή τους στόχους της αστικής παιδαγωγικής (σε εθνικό και ευρωενωσιακό επίπεδο) από το νηπιαγωγείο έως το πανεπιστήμιο. Το ζήτημα αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα της καπιταλιστικής οικονομίας και παραγωγής. Σε αυτό προσαρμόζονται οι αναδιαρθρώσεις στην εκπαίδευση και αυτές τις αξίες οφείλει έγκαιρα να ενσωματώνει η αστική παιδαγωγική και φυσικά η διδακτική πράξη. Αυτό όμως το αστικό «αφήγημα» στην υλοποίησή του προϋποθέτει την πολεμική, ακόμα και με συκοφαντικό και διαστρεβλωτικό τρόπο, του εργατικού κινήματος, τη διαμόρφωση προϋποθέσεων για την ενσωμάτωσή του. Γι’ αυτό και βλέπουμε πως, όταν το επαναστατικό, εργατικό κίνημα παρεμβαίνει στο σχολείο και στο περιεχόμενό του, τότε ο αστικός κόσμος στο σύνολό του κουνά απαγορευτικά και το δάχτυλο και το μαστίγιο.
Με αυτήν την έννοια, ισχύει απόλυτα η διαπίστωση των Μαρξ και Ενγκελς στη «Γερμανική Ιδεολογία»: «Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες. Με άλλα λόγια, η τάξη που είναι η κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας, είναι ταυτόχρονα η κυρίαρχη πνευματική της δύναμη […] Οι κυρίαρχες ιδέες δεν είναι τίποτε άλλο από την ιδεατή έκφραση των κυρίαρχων υλικών σχέσεων, είναι οι κυρίαρχες υλικές σχέσεις που συλλαμβάνονται σαν ιδέες, άρα είναι η έκφραση των σχέσεων που κάνουν μια τάξη κυρίαρχη, επομένως οι ιδέες της κυριαρχίας της»5.
Δίνοντας μια πρώτη απάντηση για την ουσία του σχολείου από τη σκοπιά της επαναστατικής πολιτικής δράσης, μπορούμε να καταλήξουμε στα εξής: «Το σχολείο αποτελεί κρίσιμο τμήμα του ενιαίου κρατικού μηχανισμού της αστικής τάξης. Ως τέτοιο, είναι αστικό στην ουσία του. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ως ιδεολογικού μηχανισμού του δίνει μια επίφαση ουδετερότητας και απόσπασης από την καθαυτή οικονομική εκμεταλλευτική λειτουργία.
Το γεγονός ότι στα πλαίσια του εκπαιδευτικού συστήματος όλων των βαθμίδων, παρά τους ταξικούς διαχωρισμούς και τη διαφοροποιημένη ποιότητα, συντελείται μια διαδικασία απόκτησης γνώσης, συγκαλύπτει το γεγονός ότι ταυτόχρονα συντελείται και ιδεολογική ενσωμάτωση στο εκμεταλλευτικό σύστημα, διδάσκονται ως διαχρονικές οι νομοτέλειες και αξίες του καπιταλισμού»6.
Πάνω σε αυτό το έδαφος εδράζεται και η άποψη ότι υπάρχει ή ότι πρέπει να υπάρχει «παιδαγωγική ελευθερία και αυτονομία» στο σχολείο. Μια θέση που έχει μεγάλη επιρροή ειδικά στο κίνημα των εκπαιδευτικών και απολυτοποιεί τη «δυνατότητα» του εκπαιδευτικού να επιλέγει δήθεν παιδαγωγικές και διδακτικές μεθόδους και επιμέρους γνωστικά αντικείμενα, χωρίς την ανάγκη να αντιπαρατίθεται συνολικά με τους στόχους και το περιεχόμενο του σχολείου, το κράτος και την εξουσία της αστικής τάξης που το προσδιορίζει. Δεν είναι τυχαίο ότι με την προμετωπίδα και της «παιδαγωγικής ελευθερίας» έχουν ενσωματωθεί χωρίς αντίδραση βασικές στρατηγικές της ΕΕ στην εκπαίδευση, όπως η «διά βίου μάθηση» που συστηματικά προωθείται με κλιμακούμενες αιχμές (π.χ. ευρωπαϊκά προγράμματα, διαφοροποίηση σχολείων). Τέτοιες αντιλήψεις τελικά εκφράζουν την απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική και την εκπαίδευση.7 Ομως αυτή η αντίληψη κρίνεται όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και μέσα από τη ζωή. Ηταν με άλλοθι την «παιδαγωγική ελευθερία» που δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ αντιτάχτηκαν στην πολεμική που το ΚΚΕ άνοιξε με αφορμή τον αντικομμουνισμό μέσα στο μάθημα σε σχολεία στην Αττική, αναπαράγοντας την κεντρική αστική γραμμή «έξω τα κόμματα από τα σχολεία».
Μα καλά, θα πει κάποιος, τι τάχα μπορεί να κάνει με αυτά τα δεδομένα ένας κομμουνιστής εκπαιδευτικός; Πώς μπορεί να ξεπεράσει καθορισμένα όρια, συσχετισμούς, να παρέμβει και να επιδράσει σε μαθητές και εκπαιδευτικούς παρά και ενάντια σε «θεούς και δαίμονες»;
Ο αστικός χαρακτήρας του σχολείου, τα νέα αντιδραστικό μέτρα που παίρνει και θα παίρνει το αστικό κράτος σε αυτό, είναι ένα το κρατούμενο. Αυτό είναι το έδαφος στο οποίο ο κομμουνιστής εκπαιδευτικός πρέπει να δουλέψει.
Η υλοποίηση μιας τέτοιας παρέμβασης είναι μια σύνθετη διαδικασία, είναι έκφραση της ταξικής πάλης, που σημαίνει σύγκρουση με τις αντιδραστικές αστικές ιδέες μέσα από το γνωστικό αντικείμενο και το παιδαγωγικό έργο. Σηματοδοτεί καθήκοντα που έχουν να κάνουν και με την ατομική ευθύνη του κομμουνιστή εκπαιδευτικού μέσα και έξω από την τάξη απέναντι στους μαθητές του και που ολοκληρώνεται και τροφοδοτείται με αντίστοιχη δράση στο συλλογικό επίπεδο, στο μαζικό κίνημα, με ανάλογη γραμμή συνολικής απειθαρχίας, ανυπακοής και ρήξης με την πολιτική των μονοπωλίων. Οπως επίσης χρειάζεται να ορθώνεται και ένα κίνημα υπεράσπισης αυτών των εκπαιδευτικών, που αντικειμενικά θα τεθούν στο στόχαστρο, θα διωχτούν πιθανά από το αστικό κράτος λόγω της έμπρακτης ανυπακοής τους και της κατεύθυνσης της παρέμβασής τους.
Το γεγονός λοιπόν ότι δεν μπορεί να υπάρξει το σχολείο ως «σοσιαλιστική νησίδα» δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να οργανώνεται η ιδεολογική, διαπαιδαγωγητική παρέμβαση των κομμουνιστών εκπαιδευτικών με τέτοιο τρόπο ώστε να δουλεύουν με τους μαθητές, να δένουν τη λαϊκή οικογένεια με την ανάγκη όχι γενικά της γνώσης και της πρόσβασης σε αυτήν, αλλά και ως πεδίο αντιπαράθεσης στο ιδεολογικό της περίβλημα και τους στόχους που υπηρετεί. Να βοηθήσουν νεολαία και εργατική τάξη με όρους αντίστασης, απειθαρχίας, αντεπίθεσης να συγκρουστούν με την αντιδραστική ιδεολογία, ν’ αποκτήσουν στοιχεία υλιστικής αντίληψης στην κίνηση της ιστορίας, διαλεκτική κριτική σκέψη. Αυτό άλλωστε συνιστά ανυπακοή.
Τελικά, κοιτώντας τη διαδρομή του κινήματός μας στο χώρο της εκπαίδευσης, θα δούμε ότι οι κομμουνιστές κατέγραψαν μια ιστορική αγωνιστική πορεία με βάση το κεντρικό ζήτημα: «Ποιο σχολείο - σε ποια κοινωνία». Με βάση αυτήν την καθαρή γραμμή επέδρασε το κομμουνιστικό κίνημα στις κατακτήσεις του εργατικού-λαϊκού κινήματος σε αυτό το μέτωπο, με βάση αυτήν τη γραμμή πήραν θέση στη ματωμένη σειρά των ηρώων του οι μεγάλοι παιδαγωγοί αυτού του τόπου. Και τελικά με αυτήν τη γραμμή ανταμώθηκε το κομμουνιστικό κίνημα και με πολλούς άλλους αγωνιστές παιδαγωγούς που είχαν άλλες ιδεολογικές αφετηρίες.