Στεκόμαστε ειδικότερα σε ορισμένες πλευρές που απορρέουν από την ηλεκτρονική καταγραφή και αφορούν τη σύνθεση και την κατανομή της αθλητικής δραστηριότητας (κατανομή αθλημάτων, ηλικιακή σύνθεση, φύλο, ποσοστό ΑμεΑ, γεωγραφικά χαρακτηριστικά). Οι πλευρές αυτές είναι χρήσιμες για την εξαγωγή συμπερασμάτων και την ερμηνεία των σύγχρονων τάσεων που παρατηρούνται στο χώρο του αθλητισμού. Τα ίδια τα στοιχεία της Έκθεσης, όσο και να προσπαθούν, δεν μπορούν να αντιστρέψουν την πραγματικότητα που επικρατεί και μεταφράζεται σε συρρίκνωση, πτωτική τάση, μείωση προϋπολογισμών, ανυπαρξία υποδομών για τα αθλητικά σωματεία.
ΚΑΤΑΝΟΜΗ & ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ (ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ)
Η διαφορά που παρατηρείται μεταξύ του αριθμού των σωματείων και των αθλούμενων σχετίζεται με τη φύση των αθλημάτων (ομαδικά ή ατομικά), καθώς και με την ύπαρξη και πρόσβαση σε επαρκείς αθλητικές εγκαταστάσεις. Γι’ αυτόν το λόγο, είναι λογικό μεγάλα παραδοσιακά αθλήματα όπως η κολύμβηση να εμφανίζονται με λιγότερα σωματεία, αλλά περισσότερους αθλητές. Σε κάθε περίπτωση, το στοιχείο αυτό αποτυπώνει και την ανάπτυξη των μικρότερων αθλημάτων, κάτι εύλογο, αν αναλογιστούμε τις λιγότερες απαιτήσεις σε μεγάλες υποδομές και εγκαταστάσεις (για παράδειγμα, τάε κβο ντο, καράτε κ.ά.).
Η προτίμηση αθλήματος ανά ηλικιακή κατηγορία φανερώνει την παντελή ανυπαρξία οργανωμένου σχεδίου από πλευράς κράτους για την καλλιέργεια και ανάπτυξη του αθλητικού ταλέντου. Η πλειοψηφία παιδιών και εφήβων συγκεντρώνονται στα δημοφιλή αθλήματα, όπως το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το βόλεϊ. Η ιδιαιτερότητα της πρωτιάς που καταγράφει η ΚΟΕ (κολύμβηση) στις ηλικίες 8-12 ετών φανερώνει από τη μια την απουσία οργανωμένης εκμάθησης της κολύμβησης στο σχολείο (τα μαθήματα που έχει εξαγγείλει και υλοποιεί το υπουργείο Παιδείας αποτελούν ανέκδοτο) και από την άλλη την τεράστια ανάγκη των λαϊκών οικογενειών να έρθουν τα παιδιά τους σε επαφή με το κολύμπι.12 Η κατάσταση αυτή συμβαίνει και σε άλλα αθλήματα που, ενώ είναι υψηλά στις προτιμήσεις σε νεότερες ηλικίες, στη συνέχεια φθίνουν. Επιβεβαιώνει τη θέση μας ως κόμμα ότι η Φυσική Αγωγή στο σχολείο μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη του ελληνικού αθλητικού οικοδομήματος. Όσο δε συμβαίνει αυτό, το κενό που αντικειμενικά δημιουργείται έρχεται να το καλύψει το αθλητικό σωματείο, χωρίς να είναι αυτή η βασική του αποστολή.
Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι στις εφηβικές ηλικίες 13-18 ετών, ηλικίες δηλαδή κρίσιμες για την ανάπτυξη του αθλητικού ταλέντου και τη συμμετοχή του παιδιού/εφήβου σε οργανωμένες αθλητικές δραστηριότητες των αθλητικών ομοσπονδιών, εγχώριων και διεθνών, ο ΣΕΓΑΣ βρίσκεται 4ος-5ος, ενώ η ΕΓΟ (Γυμναστική), που σ’ αυτές τις ηλικίες έχει την κύρια αγωνιστική δραστηριότητά της, βρίσκεται στην 6η θέση από πλευράς αποτύπωσης προτίμησης ανάμεσα στις 22 ολυμπιακές ομοσπονδίες. Απουσιάζουν από την πρώτη δεκάδα σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες της μέτρησης (8-35 ετών) παραδοσιακά αθλήματα που έχουν δώσει πολλά ολυμπιακά μετάλλια στη χώρα, όπως η πάλη, η άρση βαρών, η πυγμαχία, η κωπηλασία, η ιστιοπλοΐα κ.ά.
Η αυξομείωση των αθλητών, όπως αναφέραμε, σχετίζεται και με τον τρόπο καταγραφής τους στην πλατφόρμα του «e-kouros». Όπως σχολιάσαμε και στην αρχή, ο αριθμός των αθλούμενων (δηλαδή όχι μόνο των αθλητών) είναι αρκετά μεγαλύτερος, καθώς τα σωματεία συνειδητά δεν καταγράφουν στην πλατφόρμα ένα μεγάλο μέρος τους για να αποφύγουν πρόσθετα οικονομικά βάρη. Ίδια είναι η κατάσταση και με τους προπονητές. Το σύνολο των 18.143 προπονητών είναι κατά πολύ μικρότερο από το πραγματικό, αφού τα σωματεία αποφεύγουν να τους δηλώσουν γιατί δεν μπορούν να το υποστηρίξουν οικονομικά.
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεωγραφικό - χωροταξικό περιεχόμενο της συγκέντρωσης αθλητικών σωματείων, αθλημάτων και της αθλητικής δραστηριότητας. Για παράδειγμα, σε ορεινές περιοχές «ευνοούνται» διαφορετικά αθλήματα απ’ ό,τι σε πεδινές, ή το γεγονός ότι σε παραθαλάσσιες ή παραλίμνιες περιοχές έχουμε την ανάπτυξη θαλάσσιων αθλημάτων. Αυτό, αν και εύλογο, δε θα έπρεπε να έρχεται σε αντίθεση. Σε κάθε περίπτωση, οι όροι και οι απαιτήσεις διεξαγωγής ενός αθλήματος επηρεάζουν τη συμμετοχή σε αυτό και τη μαζικότητά του. Όμως η ανάπτυξη της αθλητικής δραστηριότητας είναι ένα σύνθετο κοινωνικό και οικονομικό ζήτημα που δεν μπορεί να ερμηνευτεί μόνο με βάση τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά μιας περιοχής.
Τα στοιχεία της συγκέντρωσης της αθλητικής δραστηριότητας σε αυτό το πεδίο έχουν ενδιαφέρον. Επιβεβαιώνεται ότι η περιφέρεια της Αττικής, ως πολυπληθέστερη περιοχή της χώρας και κέντρο της αθλητικής δραστηριότητας, παρουσιάζει τη μεγαλύτερη δυναμική. Συγκεντρώνει το 37,2% της αθλητικής δύναμης με αύξηση 23,3% (30.000 αθλητές). Ακολουθεί η Κεντρική Μακεδονία (Θεσ/νίκη) με 17,6% και αύξηση 13,1% (8.800 αθλητές), ενώ την ακολουθούν η Κρήτη με 7,2% και αύξηση 22,2% (5.673 αθλητές) και η Θεσσαλία με 6% και αύξηση 10% (2.367 αθλητές). Αντίστοιχα η Ήπειρος, μια από τις φτωχότερες περιφέρειες σε επίπεδο ΕΕ, καταγράφει το χαμηλότερό ποσοστό, 3% με σύνολο 13.061 αθλητές, ενώ στην τελευταία θέση βρίσκονται η Δυτική Μακεδονία με 2,1% και η νησιωτική Ελλάδα με τις περιφέρειες του Β. Αιγαίου 2,2% και των Ιονίων Νήσων με 2,2%. Γενικά η νησιωτική Ελλάδα, με εξαίρεση την Κρήτη, υπολείπεται σημαντικά από την υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ σε αρκετά χαμηλά επίπεδα με μ.ό. 5% βρίσκεται και η Πελοπόννησος. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι καταγεγραμμένοι αθλητές σε Αχαΐα/Ηλεία (ο κύριος όγκος στην Πάτρα) είναι σε απόλυτο αριθμό ίσοι με την υπόλοιπη Πελοπόννησο.
ΤΑΣΕΙΣ ΣΕ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΑΘΛΗΜΑΤΑ
Στην ετήσια έκθεση του «e-kouros» αποτυπώνεται ότι στα τρία μεγαλύτερα αθλήματα εκτός του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ, δηλαδή σε κολύμβηση, στίβο και βόλεϊ, παρατηρείται αύξηση του αθλητικού δυναμικού. Αντίστοιχη αύξηση παρατηρείται σχεδόν σε όλες τις ομοσπονδίες (πρόκειται για αύξηση των αθλητών). Η αύξηση που καταγράφεται στην Έκθεση ενδεχομένως να σχετίζεται με την πρώτη πειραματική λειτουργία του «e-kouros» το 2024, καθώς και δυσκολίες που αντιμετώπισαν σωματεία στην εγγραφή τους σε αυτό (γραφειοκρατία, απαιτήσεις σχετικά με αθλητές, απόκρυψη στοιχείων στην πρώτη φάση της καταγραφής κλπ.). Αντίστοιχα πολύ μεγάλη μείωση παρατηρείται στο ποδόσφαιρο, όπου έχουμε 20.000 αθλητές λιγότερους, ενώ ελαφρώς μειωμένο αλλά σταθερό είναι το ανθρώπινο δυναμικό στο μπάσκετ. Στον αντίποδα, αποτυπώνεται η αυξητική τάση που υπάρχει στα ατομικά αθλήματα, με κύριο μέρος αυτών να αφορούν τα μαχητικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μαχητικά αθλήματα που ανήκουν μεταξύ των 21 πιο μαζικών ομοσπονδιών αποτελούνται από 1.335 αθλητικά σωματεία, 50.000 αθλούμενους και τουλάχιστον 2.000 προπονητές. Από αυτά, τα πιο μαζικά είναι το τάε κβο ντο, το καράτε και το κικ μπόξινγκ. Αντίστοιχα αυξητική τάση παρατηρείται και στη συμμετοχή σε δρομικούς και ορεινούς αγώνες τρεξίματος, σε φυσιολατρικές, πεζοπορικές και ορειβατικές δραστηριότητες, κάτι που όμως δεν αποτυπώνεται στον αριθμό των αθλητών, αφού σε αυτούς τους χώρους δεν υπάρχει η έννοια του/της αθλητή/αθλήτριας με τον ίδιο τρόπο που υφίσταται σε άλλα αθλήματα.
Θα πρέπει επίσης να ξεχωρίσουμε τη μεγάλη αύξηση και συμμετοχή σε αθλήματα όπως η σκοποβολή. Παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ως «αθλήματος», η καταγραφή της από τη ΓΓΑ παρέχει ενδεικτικά στοιχεία. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ορισμένα από αυτά που καταγράφονται: Είναι η 5η Ομοσπονδία σε αριθμό αθλούμενων (είναι χαμηλότερα σε ό,τι αφορά τον αριθμό των σωματείων, κάτι που είναι λογικό), στην Αττική είναι το 4ο πιο δημοφιλές άθλημα μετά το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ και την κολύμβηση, στην ηλικιακή ομάδα των 19-35, είναι επίσης 4ο σε δημοφιλία συνολικά, ενώ παρουσίασε τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση σε άθλημα σε σχέση με την «1η Ετήσια Έκθεση e-kouros». Η περίπτωση της Αττικής είναι ενδεικτική.
Ως γενικότερο συμπέρασμα φαίνεται ότι αποτυπώνεται μια πτωτική τάση των ομαδικών αθλημάτων και μια αύξηση των ατομικών, με χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτά των μαχητικών αθλημάτων, των δρομικών κ.ά. Για το γεγονός αυτό φταίει και η τεράστια έλλειψη που υπάρχει σε εγκαταστάσεις. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι στην Αττική υπάρχουν ελάχιστα γήπεδα ποδοσφαίρου, που αδυνατούν να καλύψουν τις ανάγκες των σωματείων. Στο μπάσκετ δεν εκφράζεται ακόμα το ίδιο έντονα η έλλειψη αθλητικών εγκαταστάσεων, αφενός γιατί υπάρχουν περισσότερες υποδομές (με τη μορφή ανοιχτών γηπέδων), είναι πιο εύκολα στο συνδυασμό τους με άλλα αθλήματα (χάντμπολ, βόλεϊ) και αφετέρου επειδή είχε γίνει το «μπαμ» τη δεκαετία του 1980 (Ευρωμπάσκετ, Εθνική). Στην αντίθετη περίπτωση, τα ατομικά αθλήματα (και ιδιαίτερα συγκεκριμένα) είναι αρκετά πιο εύκολα στη διεξαγωγή τους, λιγότερο κοστοβόρα και με μικρότερες απαιτήσεις σε αθλητικές εγκαταστάσεις.
ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ
Η καταγραφή των αθλητικών εγκαταστάσεων στην πλατφόρμα του «e-kouros» είναι προβληματική, καθώς αποτυπώνει απλά το σύνολο των εγκαταστάσεων που υπάρχουν χωρίς να δίνει στοιχεία για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Δε γίνεται καμία αναφορά στην παλαιότητα των εγκαταστάσεων, στην καταλληλότητά τους ή στην κατανομή τους με πληθυσμιακά και γεωγραφικά χαρακτηριστικά. Η τακτική αυτή ενισχύει την υπάρχουσα εικόνα που έχουμε για την τραγική κατάσταση που υπάρχει σε αυτόν τον τομέα του αθλητισμού στη χώρα μας. Η εικόνα που έχουμε συγκεντρώσει και αναδείξει πολλές φορές ως Κόμμα βασίζεται στη σχέση μας με ομοσπονδίες, αθλητικά σωματεία, αθλητές και προπονητές, όπου κατά την επαφή μας μαζί τους η ανυπαρξία και ακαταλληλότητα των υποδομών αναδεικνύεται ως ένα από τα πιο κρίσιμα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.
Η σημασία διαμόρφωσης ολοκληρωμένου σχεδίου που να αφορά τη δημιουργία κατάλληλων αθλητικών εγκαταστάσεων και υποδομών είναι κομβική για την ανάπτυξη των αθλημάτων, τη λειτουργία των αθλητικών σωματείων, την επίτευξη των στόχων που μπαίνουν κ.ά. Η διαμόρφωση ενός τέτοιου σχεδίου θα πρέπει να πατάει στις ιδιαίτερες ανάγκες της εκάστοτε περιοχής (γεωγραφικές, πληθυσμιακές), στον αριθμό των αθλητών και αθλούμενων, ώστε με επιστημονικό τρόπο να καθορίζονται οι αναγκαίες υποδομές για να εξυπηρετούνται τόσο οι ανάγκες του γενικού πληθυσμού, όσο και αυτές των αθλητών για την κατάλληλη προετοιμασία τους και την επίτευξη των στόχων. Ως παράδειγμα αναφέρουμε το στίβο και την κολύμβηση, όπου ο αριθμός των εγκαταστάσεών τους πρέπει να παίρνει υπόψη τον αριθμό των αθλητών, αν θέλουμε προοπτικά να δούμε την ανάδειξη των ταλέντων, τη διεκδίκηση μεταλλείων και κατ’ επέκταση τη συνολική ανάπτυξη των αθλημάτων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το σύνολο των αθλητικών εγκαταστάσεων βρίσκονται στην ευθύνη των δήμων και συντηρούνται από την παραχώρησή τους στα αθλητικά σωματεία, καθώς οι μειωμένοι δημοτικοί προϋπολογισμοί αδυνατούν να τις συντηρήσουν. Τα σωματεία με τη σειρά τους κυρίως μέσω των συνδρομών και την αναζήτηση χορηγών προσπαθούν να συντηρήσουν τις υποδομές και να καλύψουν τα λειτουργικά τους έξοδα. Η μεγάλη εικόνα όμως δεν μπορεί να αλλάξει, αφού στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι εγκαταστάσεις ρημάζουν, παραμένουν πολύ πίσω από τις σύγχρονες ανάγκες των αθλημάτων και των αθλητών που εξυπηρετούν, ενώ έχει παγιωθεί σαν τακτική η λειτουργία τους με τη λογική του κόστους - οφέλους και η παραχώρησή τους στα σωματεία με αυξημένα κόστη, τα οποία μετακυλίονται στους γονείς και στη λαϊκή οικογένεια. Εξαίρεση αποτελεί το καθεστώς στους 5 δήμους που στη διοίκησή τους έχουν αναδειχτεί κομμουνιστές δήμαρχοι, κάτι που δεν μπορούμε να θίξουμε αναλυτικά στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου. Στο ίδιο πλαίσιο λειτουργίας της αθλητικής δραστηριότητας από τους δήμους εντάσσεται και η αξιοποίηση των Προγραμμάτων Άθλησης για Όλους (Π.Α.γ.Ο.) και τα αντίστοιχα Εκδηλώσεων Άθλησης για Όλους (Ε.Α.γ.Ο.). Πρόκειται για προγράμματα τα οποία υλοποιούνται από τους δήμους με τη χρηματοδότηση της ΓΓΑ και βρίσκονται σε πτωτική τάση τα τελευταία χρόνια.
Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατάσταση που επικρατεί στο χώρο του αθλητισμού με τη χρήση απαγορευμένων ουσιών. Τα στοιχεία αποτυπώνουν την πολύ χαμηλή ερευνητική διαδικασία από πλευράς ΕΟΚΑΝ. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο τεράστιο κόστος για δειγματοληπτικούς ελέγχους που βαραίνει την κάθε αθλητική ομοσπονδία. Τα λιγοστά ευρήματα δείχνουν ότι η χρήση απαγορευμένων ουσιών είναι στην ημερήσια διάταξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μία ετήσια αθλητική δραστηριότητα που αφορά 430.000 αθλητές το σύνολο των ελέγχων ήταν 1.904 (989 έλεγχοι εντός αγώνων, 915 έλεγχοι εκτός αγώνων), με θετικά δείγματα 7 (4 άρση βαρών, 2 στίβος, 1 σωματική διάπλαση), ενώ οι αρνήσεις ελέγχου 3. Το δείγμα των 1.904 ελέγχων αποτυπώνει την ουσιαστική ανυπαρξία οργανωμένου ελέγχου με ευθύνη του κράτους, κενό το οποίο αφήνει τεράστια περιθώρια χρήσης από αρκετούς αθλητές και αθλήτριες.