Τέχνη και στράτευση*


της Ελένης Μηλιαρονικολάκη

Ίσως υποθέτετε ήδη το λόγο που τη δεδομένη στιγμή επιλέγεται η στρατευμένη τέχνη ως θέμα του άρθρου αυτού. Είναι γιατί όλα γύρω μας στρατεύονται και επιστρατεύονται. Στρατεύονται επιχειρηματικοί όμιλοι που στρέφουν την παραγωγή τους στο πολεμικό υλικό· στρατεύονται πανεπιστήμια που προσανατολίζουν την έρευνά τους στις ανάγκες της πολεμικής βιομηχανίας· στρατεύονται νοσοκομεία που προετοιμάζουν χώρους υποδοχής τραυματιών πολέμου και σχολεία που εκπαιδεύουν τους μαθητές με ασκήσεις ετοιμότητας για την περίπτωση πολεμικής σύρραξης. Κακά τα ψέματα. Αν και δε θέλουμε να το πιστέψουμε, μεγάλους σεισμούς προαναγγέλλουν οι σεισμογράφοι των καιρών.

Η τέχνη όμως; Η τέχνη που σύμφωνα με την αστική αισθητική όταν στρατεύεται παύει να είναι τέχνη; Που για να παραμείνει τέχνη πρέπει να είναι αμόλυντη από ταξικές κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτικές ιδιοτέλειες; Ε σε αυτήν την περίπτωση, όταν δηλαδή παίζονται τεράστια οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, χρυσοφόρα κοιτάσματα, θαλάσσια οικόπεδα, δρόμοι του μεταξιού, διαδριατικοί αγωγοί και κάθετοι διάδρομοι, όταν διακυβεύονται οι «αξίες» της Chevron, της Exxon Mobil ή της ρωσικής Gazprom και γενικά όταν κρίνεται η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα, τότε επιτρέπονται παραχωρήσεις. Οι μάσκες της αθωότητας και της ουδετερότητας που φόρεσαν στην τέχνη στους καιρούς σχετικής ηρεμίας πέφτουν και η στράτευση όχι μόνο συγχωρείται, αλλά επιβάλλεται αυστηρώς. Αρκεί να είναι με τη «σωστή πλευρά της Ιστορίας», δηλαδή σε καμία περίπτωση με την πλευρά των λαών.

Έτσι, όλο αυτό το δίχρονο είδαμε διάσημους ηθοποιούς που καταδίκασαν την πρωτοφανή θηριωδία του Ισραήλ στην Παλαιστίνη να απολύονται, να αποβάλλονται από αίθουσες τέχνης, να μπαίνουν στο στόχαστρο της Paramount και πάμπολλα άλλα θαυμαστά δείγματα δικαιοσύνης, δημοκρατίας και καλλιτεχνικής ελευθερίας σε ΗΠΑ, Μ. Βρετανία και ΕΕ.

Στην περίπτωση πάλι του ρωσοΝΑΤΟϊκού πολέμου στην Ουκρανία, τα μέτρα και οι κυρώσεις έφτασαν στο όριο της γελοιότητας. Αφού τα σχέδια του ΥΠΠΟ που υποχρέωνε τις κρατικές ορχήστρες να παιανίζουν πριν την έναρξη των συναυλιών τους τον ύμνο της Ουκρανίας –κάποτε και με έπαρση της σημαίας της– ναυάγησαν σκοντάφτοντας στην άρνηση των μουσικών, την πλήρωσαν πριν λίγα χρόνια πρώτοι ο Τσαϊκόφσκι, ο Τσέχωφ, ο Ντοστογιέφσκι και τώρα τα μπαλέτα Μπολσόι.

Και όσο οι διεθνείς ανταγωνισμοί ρίχνουν ολοένα και πιο πολύ λάδι στη φωτιά του πολέμου, τόσο η βία και η καταστολή θα δυναμώνουν. Πόλεμος δε γίνεται χωρίς έναν απόλυτα στοιχισμένο και υποταγμένο λαό. Και σ’ αυτό μεγάλο ρόλο παίζει η τέχνη, όπως σημειώνουν και οι εμπειρογνώμονες του ΝΑΤΟ.1

Στη χώρα μας οι μέχρι σήμερα προσπάθειες να χρησιμοποιηθούν η τέχνη και οι καλλιτέχνες για να προβληθούν τα ΝΑΤΟϊκά, αμερικανικά, ευρωενωσιακά και κυβερνητικά αφηγήματα –περί δικαιώματος, π.χ., του Ισραήλ στην αυτοάμυνα– έχουν αποτύχει παταγωδώς. Όχι μόνο με τη δράση, αλλά και με την τέχνη τους πολλοί καλλιτέχνες ρίχνονται στη μάχη του δίκιου και της ελευθερίας του παλαιστινιακού λαού και όλων των καταπιεσμένων, όπως δείχνει και η εικαστική έκθεση 123 δημιουργών για την Παλαιστίνη που φιλοξενήθηκε στο χώρο του Φεστιβάλ της ΚΝΕ. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι βέβαια η εξαιρετικά επίκαιρη, βαθιά αντιπολεμική και αντικαπιταλιστική εκδοχή της Ορέστειας από τον Θεόδωρο Τερζόπουλο, που έφτασε να την παρακολουθήσει 100.000 κόσμος.

Δεν πρέπει ωστόσο να περάσει απαρατήρητο πως την ίδια περίοδο η Αριάν Μνουσκίν, με όλο το βάρος του καταξιωμένου ονόματός της, παρουσίασε για 6 συνεχόμενες μέρες στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου ένα έργο της με θέμα την Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση και περιεχόμενο το πανάρχαιο ανιστόρητο ιδεολόγημα που –κάτω από τον τίτλο του ολοκληρωτισμού– εξισώνει τον κομμουνισμό με το φασισμό. Δεν είναι κατά τη γνώμη μας τυχαίο ότι η παράσταση αρχίζει με τη φράση «όλα ξεκινούν με έναν πόλεμο». Το έργο μοιάζει με προειδοποίηση. Έρχεται πόλεμος και, επειδή στους περισσότερους πολέμους η δυσαρέσκεια του λαού κορυφώνεται και υπάρχει περίπτωση να οδηγήσει σε εξεγέρσεις, ακόμη και σοσιαλιστικές επαναστάσεις –όπως έγινε στη Ρωσία το 1917 και σε άλλες χώρες– προφυλαχτείτε από το λάθος να παρασυρθείτε από τίποτα κομμουνιστές. Ένας δολοπλόκος υστερικός και «πράκτορας» των Γερμανών ήταν ο Λένιν, που μαζί με άλλα πέντε ημίτρελα ανθρωπάκια εκμεταλλεύτηκαν το αυθόρμητο λαϊκό ξέσπασμα για να επιβάλουν την καταπιεστική εξουσία τους, με συλλήψεις, τρομοκρατία και βία τυφλή.

Αναμενόμενη ήταν φυσικά η αποτυχία της παράστασης. Στην ιστορία της τέχνης σπάνια μια αντιδραστική ιδέα έγινε πηγή έμπνευσης γνήσιων αισθημάτων και αληθινής αισθητικής συγκίνησης.

Τι σχέση, για παράδειγμα, μπορεί να έχουν τα εθνικιστικά ή πολεμόχαρα εμβατήρια που υμνούν την κατάληψη του Αργυρόκαστρου και της Κορυτσάς και προτρέπουν τον ελληνικό στρατό να φτάσει στα Τίρανα και στη Ρώμη, με το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Οκτώβρης 1940» που γράφτηκε την ίδια περίοδο και για τον ίδιο με αυτά σκοπό: Να εμψυχώσει τους Έλληνες στρατιώτες που μάχονται ενάντια στον ξένο κατακτητή;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΟΚΤΩΒΡΗΣ 1940

Διαβάζουμε τα τελευταία παραρτήματα:

 

Νικούμε. Νικούμε.

Πάντα νικάει το δίκιο.

Μια μέρα θα νικήσει ο άνθρωπος.

Μια μέρα η λευτεριά θα νικήσει τον πόλεμο,

αδέρφια μου. Αδέρφια μου,

μια μέρα θα νικήσουμε για πάντα.

 

Τα πρώτα, σαφώς πολεμοχαρή, καλούν στην κατάκτηση ξένης γης, το δεύτερο, βαθιά ανθρωπιστικό και αντιπολεμικό, μιλά για την οριστική κατάργηση του πολέμου μέσα από την απελευθέρωση του ανθρώπου που θα φέρει ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός.

Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από μια σημαντική ποιητική σύνθεση της ίδιας περιόδου, το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας του Οδυσσέα Ελύτη.

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Ήταν γενναίο παιδί

με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του

με τον αέρα του άντρα στην περπατησιά

και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι

(φτάσανε τόσο εύκολα μέσ’ στο μυαλό

που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)

με τους στρατιώτες του ζερβά-δεξιά

και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του

–Φωτιά στην άνομη φωτιά!–

με το αίμα πάνω από τα φρύδια

Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε

ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν

το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής

και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο

και τα χέρια του ανοιχτές πλατείες της ερημίας

Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας

Δεν έκλαψαν

Γιατί να κλάψουν

Ήταν γενναίο παιδί!

 

Το ποίημα αυτό, σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη, είναι σπουδαίο γιατί δεν είναι στρατευμένο. Εκφράζει την εσωτερική διάθεση του ποιητή απέναντι στον ηρωικό θάνατο ενός ανθρώπου στον ανθό της νιότης του μέσα στις φλόγες του πολέμου. Είναι όμως έτσι; Τι είναι η στρατευμένη τέχνη και ποια είναι τα όριά της με τη δήθεν αστράτευτη;

Πριν το επικό αυτό ποίημα του Ελύτη, υπήρξε ένα άλλο, λυρικό, ποίημα με πολύ συγγενικό θέμα. Είναι ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου που μετουσιώνει ποιητικά το θρήνο της μάνας πάνω από το νεκρό σώμα του 25χρονου γιου της Τάσου Τούση, που μόλις είχαν σκοτώσει οι χωροφύλακες στη μεγάλη διαδήλωση των απεργών καπνεργατών το Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη. Παρατίθεται στη συνέχεια ένα γνωστό απόσπασμα.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

Πού πέταξε τ’ αγόρι μου; Πού πήγε; Πού μ’ αφήνει;

Χωρίς πουλάκι το κλουβί, χωρίς νεράκι η κρήνη.

 

Δεν έμενες, καρδούλα μου, στ’ άσπρο, μικρούλι σπίτι,

Να σ’ έχω σαν αφέντη μου, να σ’ έχω σαν σπουργίτι,

 

Να ταΐζω σε στη φούχτα μου σπυρί-σπυρί τη ζωή μου

Και μες στον ίσκιο σου να ζω, καμαρωτό δεντρί μου.

 

Καμιάς κοπέλας θησαυρό δε στάθηκες να πάρεις.

Έφευγες πάντα εμπρός λαμπρός και πάντα καβαλλάρης

 

Κ’ είταν χαρά σου να σκορπάς, και δόξα σου να παίρνουν,

ν’ ανασηκώνεις απ’ τη γη τα όσα βογγούν και γέρνουν.

 

Κι όλα τα πλούτια σου, γλυκέ, στον κόσμο εχάριζές τα

Κι όλα τα χάρισες, κ’ εμέ μ’ αφήκες δίχως ζέστα.

 

Γιέ μου, δεν ξέρω αν πρέπει μου να σκύβω, να σπαράζω,

Για πρέπει μου όρθια να σταθώ, να σε χιλιοδοξάζω.

 

Υπάρχει άραγε τρόπος να διαλέξει κανείς ανάμεσα στα δύο ποιήματα ποιο είναι στρατευμένο και ποιο όχι; Και τα δύο έχουν ως θέμα τον ανείπωτο πόνο που προκαλεί ο θάνατος ενός νέου ανθρώπου για ένα ιδανικό. Και τα δύο εκφράζουν σκοπιμότητα. Το πρώτο καταγγέλλει την αγριότητα του πολέμου και δοξάζει την παλικαριά του Έλληνα αξιωματικού, το δεύτερο καταδικάζει τη βία του αστικού κράτους και αναδείχνει τη γενναιοφροσύνη του απεργού εργάτη. Διαφέρουν κυρίως ιδεολογικά. Στο ποίημα του Ελύτη ο θάνατος στη μάχη για την ελευθερία της πατρίδας αγιάζει τον νεκρό και έτσι τον κάνει αθάνατο. Η αγιοσύνη του παλικαριού είναι που αφυπνίζει το πλήθος. Στο ποίημα του Ρίτσου η αθανασία δεν είναι μεταφυσική. Ο νεκρός εργάτης ανασταίνεται γιατί ο θάνατός του γονιμοποιεί το μέλλον, ενεργοποιεί και σε άλλους, περισσότερους εργάτες τη θέληση για διεκδίκηση και αγώνα. Γιατί ο αγώνας στον Ρίτσο είναι υπόθεση κοινή και συλλογική και όχι ιδιωτική, ενός μοναχικού κι ολόλαμπρου ήρωα που εξαϋλώνεται στους ουρανούς, όπως στον Ελύτη. Είναι φανερό, νομίζουμε, ότι η κυρίαρχη αντίληψη θέλει στρατευμένα, δηλαδή δεσμευμένα και άτεχνα, μόνο τα έργα που αμφισβητούν την αστική κυριαρχία. Ταπεινό θεωρείται ό,τι είναι ωφέλιμο για τους ταπεινωμένους, όπως θα έλεγε ο Μπρεχτ.

Το παράδοξο είναι ότι ο Ελύτης, παρότι έγραψε και υμνήθηκε περισσότερο για τα «στρατευμένα» θα λέγαμε ποιήματά του, όπως το προαναφερόμενο, αλλά και το Άξιον Εστί, θεωρούσε πως η στράτευση είναι βλαβερή. Έγραφε, για παράδειγμα, ότι η στράτευση του Κάλβου στην επανάσταση ζημίωσε την τέχνη του, ενώ ισχύει το αντίθετο. Το όνομα του Κάλβου πέρασε ανεξίτηλα στην Ιστορία εξαιτίας ακριβώς της στράτευσής του. Ανάλογη ήταν η τοποθέτηση και των άλλων κορυφαίων φιλελεύθερων λογοτεχνών της αποκαλούμενης γενιάς του ’30. Ο Νίκος Γκάτσος, για παράδειγμα, διατεινόταν ότι η Ζωή και το Πνεύμα είναι δύο δυνάμεις βασικά αντίθετες και αντίπαλες ως το θάνατο μεταξύ τους.

Η τοποθέτησή του αυτή δεν επιβεβαιώνεται όμως στο έργο του, όπως στο ποίημά του –προοίμιο της εμβληματικής Αμοργού– με τον τίτλο «Ο ιππότης και ο θάνατος (1513)», γραμμένο μεταξύ 1940-1941.

Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από ένα χαρακτικό του Ντύρερ που απεικονίζει τον ιππότη Γκετς φον Μπέρλιχιγκεν2 –ηγέτη του Πολέμου των Χωρικών της Γερμανίας ενάντια στους φεουδάρχες και την Καθολική Εκκλησία– συνοδευόμενο από το Διάβολο και άλλες φιγούρες της Κόλασης. Ο ιππότης στο ποίημα του Γκάτσου γίνεται το σύμβολο του αγώνα για ειρήνη και ελευθερία ενάντια στους συμπατριώτες του Ναζί κατακτητές. Έναν αγώνα που θα συνεχιστεί όμως και μετά από την ήττα των Ναζί, μέχρι η παρουσία του Γκετς, σύμφωνα με τον Γκάτσο, να γίνει αχρείαστη, αφού στον κόσμο θα επικρατήσουν η ειρήνη και το δίκιο οριστικά.

 

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ: Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ (1513)

Μα εγώ που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά

να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου

κι είδα τα κυπαρίσσια του Μοριά να σωπαίνουν

εκεί στον κάμπο του Αναπλιού

μπροστά στην πρόθυμη αγκαλιά του πληγωμένου πελάγου

όπου οι αιώνες πάλευαν με τους σταυρούς της παλληκαριάς

θα βάλω τώρα κοντά σου

τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού

και τα κλεισμένα βλέφαρα

μέσα στη λάσπη και το αίμα της Ολλανδίας.

 

Αυτός ο μαύρος τόπος

θα πρασινίσει κάποτε

Το σιδερένιο χέρι του Γκετς θ’ αναποδογυρίσει τ’ αμάξια

θα τα φορτώσει θημωνιές από κριθάρι και σίκαλη

και μες στους σκοτεινούς δρυμούς με τις νεκρές αγάπες

εκεί που πέτρωσε ο καιρός ένα παρθένο φύλλο

στα στήθια που σιγότρεμε μια δακρυσμένη τριανταφυλλιά

θα λάμπει ένα άστρο σιωπηλό σαν ανοιξιάτικη μαργαρίτα.

 

Μα εσύ θα μείνεις ακίνητος

με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι του Άι-Γιωργιού θα ταξιδεύεις στα χρόνια

ένας ανήσυχος κυνηγός απ’ τη γενιά των ηρώων

μ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια

ώσπου μια μέρα να σβηστείς κι εσύ παντοτινά μαζί τους

ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε

ώσπου και πάλι στις σπηλιές των ποταμών ν’ αντηχήσουν

βαριά σφυριά της υπομονής

όχι για δαχτυλίδια και σπαθιά

αλλά για κλαδευτήρια κι αλέτρια.

 

Ο Γιώργος Σεφέρης, πάλι, υποστήριζε με πάθος την αυτονομία της τέχνης από την πολιτική.

Κι όμως. Για την πολιτική μιλάει όταν, με ενοχές και αυτοκριτική διάθεση, καταγγέλλει την αθλιότητα της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, την οποία –μετά τη συνθηκολόγησή της με τη Γερμανία– είχε ακολουθήσει στην Αίγυπτο ως ανώτερο διπλωματικό στέλεχος.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ: Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος,

από τις θάλασσες του Πρωτέα

ψυχές μαραγκιασμένες απ’ τις δημόσιες αμαρτίες,

καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.

Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα

κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που θα ’λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μοναχά κακιές συνήθειες, δόλο και απάτη,

ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

 

Έχει την ερμηνεία της όμως η αντίφαση ανάμεσα στις απόψεις και τη στάση αυτών των ποιητών. Το έργο τους ξεπερνά την αστική, ιδεαλιστική ιδεολογία τους, ότι το πνεύμα προηγείται από την ύλη, ο εσωτερικός κόσμος από τη ζωντανή πραγματικότητα, γιατί ως μεγάλοι δημιουργοί έχουν την ευαισθησία να συλλαμβάνουν την κίνηση της ζωής, έχουν την ικανότητα να εισχωρούν στις αντιφάσεις της, έχουν και την εντιμότητα να μην αποσιωπούν την αλήθεια γι’ αυτήν. Η ειλικρινής σχέση τους με την εργασία τους αναιρεί ωστόσο την κυρίαρχη ως τις μέρες μας ιδεαλιστική αντίληψη για την εσωτερική και ενορασιακή φύση της τέχνης και επαληθεύει τη μαρξιστική αντίληψη πως η τέχνη αποτελεί μια έκφραση των υποκειμενικών σχέσεων του καλλιτέχνη με τη φυσική και κοινωνική πραγματικότητα ή με όρους φιλοσοφίας αποτελεί μια υποκειμενική έμμεση αντανάκλαση του γύρω μας κόσμου στη συνείδηση του δημιουργού και όχι μια υπερβατική σύλληψη ενός φωτισμένου νου.

Όσο μάλιστα τα πεζά και τα γήινα αγριεύουν, όπως έγινε εκείνα τα σκληρά χρόνια, τόσο πιο πολύ διεκδικούν να σπάσουν την πόρτα του πύργου και να μπουν μέσα στο μυαλό και τη σκέψη των δημιουργών, κάτι που βέβαια πολύ δειλά αποτυπώνεται σήμερα στην περιορισμένη ακόμη στροφή ορισμένων πρωτοπόρων και ανήσυχων δημιουργών προς την πολιτική τέχνη.

Φυσικά, η σχέση αυτή της λογοτεχνίας με την ιστορική πραγματικότητα σε καμία περίπτωση δε θα είχε πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις, αν δεν είχε αναπτυχθεί ένας ένοπλος αγώνας και ένα πανίσχυρο λαϊκό κίνημα που ολοένα δυνάμωνε, αν δεν είχε προηγηθεί η παράνομη μεθοδική δουλειά των κομμουνιστών στους λογοτέχνες, που τους έβαζε μπροστά στις ευθύνες τους: Να κάνουν την τέχνη τους πνευματικό όπλο αντίστασης και ελευθερίας, να λειτουργήσουν ως πνευματικοί καθοδηγητές του λαού στην πάλη του ενάντια στους εχθρούς του. Όταν μετά την απελευθέρωση μπήκε αντικειμενικά επί τάπητος το θέμα της εξουσίας και η σύγκρουση πήρε χαρακτήρα ταξικό, η αστική διανόηση απομακρύνθηκε σταδιακά από το ΕΑΜ, με εξαίρεση τον Άγγελο Σικελιανό και τον Νίκο Καζαντζάκη που στήριξαν τους αγωνιστές του ΕΑΜ. Οι δεσμοί ωστόσο του Κόμματος με τους αστούς λογοτέχνες που είχαν αναπτυχθεί την περίοδο της Κατοχής έπαιξαν σοβαρό ρόλο στην ουδετεροποίησή τους στα χρόνια του Εμφυλίου, κάποιοι μάλιστα απ’ αυτούς έφυγαν από την Ελλάδα, για να μην εξαναγκαστούν από το αστικό κράτος να πάρουν θέση κατά των κομμουνιστών.

Ποιος δε συγκινείται από το γεγονός ότι την περίοδο της Κατοχής, σε πείσμα της σαλονάτης φιλολογίας που αγανακτεί στο άκουσμα και μόνο της λέξης «κατά παραγγελία τέχνη», ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο ποιητής του εμβληματικού Μπολιβάρ, που στο πρόσωπο του Λατινοαμερικανού επαναστάτη υμνεί την ελληνική Αντίσταση, σύνθεσε και ποιήματα κατά παραγγελία του ΕΑΜ, τα οποία μάλιστα όχι μόνο δεν αποκήρυξε ως άτεχνα, αλλά τα συμπεριέλαβε και στις συλλογές του; Ένα από αυτά είχε γραφτεί πριν τη μεγαλειώδη απεργία και συγκέντρωση κατά της πολιτικής επιστράτευσης το Μάρτη του 1943, με την οποία οι εργαζόμενοι της Ελλάδας, οι μόνοι στις κατακτημένες από τους Γερμανούς χώρες, απέτρεψαν τη μεταφορά τους στα εργοστάσια κατασκευής πολεμικού υλικού της Γερμανίας.

 

Εργάτες ρίχτε τα σφυριά, ρίχτε τα εργαλεία

Και με τα χέρια λεύτερα μουντζώστε τους φασίστες

λέει το ποίημα του Εγγονόπουλου και συνεχίζει:

Και τώρα σφίχτε τις γροθιές, ψηλά σηκώσετέ τες,

Όλοι μαζύ να ψάλλουμε της Εργατιάς τη Νίκη.

 

Η στάση του αποκτά μεγαλύτερη αξία, αν σκεφτεί κανείς πως μετά την «απελευθέρωση» –σε εισαγωγικά, όπως την έβαζε και η Αξιώτη– και αφού η ζωή παραμέρισε τους πνευματικούς εκπροσώπους του αστικού κόσμου, τους σκαπανείς και φύλακες της έξω καιρού και τόπου αιώνιας τέχνης, το πήραν κι αυτοί αλλιώς. Η τέχνη μπορεί να αναφέρεται στην κοινωνική πραγματικότητα, αλλά όχι στη σύγχρονή της πραγματικότητα. Μπορεί επίσης να έχει κοινωνική σκοπιμότητα, αλλά όχι πολιτική. Ο λόγος είναι προφανής. Όποιος έψαχνε στην πραγματικότητα σκόνταφτε πάνω σε βουνά μεγαλείου ενός επαναστατημένου λαού, με το ΚΚΕ μπροστάρη, αιμοδότη και καθοδηγητή.

Έτσι ξεκίνησε η φιλολογία πως ένα έργο είναι στ’ αλήθεια λογοτεχνικό μόνο αν το γράψιμό του έχει απόσταση από τα γεγονότα που εξιστορεί. Αλλιώς είναι εφήμερο, ευκαιριακό, με νοήματα και συγκινήσεις ρηχές κι αμετουσίωτες. Λες και το επίπεδο ενός έργου κρίνεται από τη χρονολογία συγγραφής του και όχι από το κατά πόσο είναι πειστικό, διεισδυτικό, ανθεκτικό στο χρόνο, από την ικανότητα δηλαδή του δημιουργού να συλλαμβάνει και να μορφοποιεί την –πάντα διαχρονική– ουσία του θέματός του. Μακάρι να υπάρχουν πολλά έργα που να μιλούν τόσο διαπεραστικά για τη δύναμη που έχει η δημιουργική εργασία να αντιστέκεται στην κτηνωδία, να τονώνει τη συνείδηση της ανθρωπιάς, να απομακρύνει το μυαλό από τα ανυπόφορα, να απαλύνει το σωματικό και τον ψυχικό πόνο, όσο το απόσπασμα του Θέμου Κορνάρου από το έργο του Στρατόπεδο Χαϊδαριού, που ακολουθεί.

 

ΘΕΜΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ: ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΧΑΪΔΑΡΙΟΥ

Αυτή είναι η δουλειά του Σύρμα. Να είναι διοικητής του στρατοπέδου του Χαϊδαριού, που πάει να πει, να σβύσει κάθε προσωπικότητα, κάθε θέληση, κάθε ίχνος κρίσης από τους ομήρους.

Για ποιο λόγο άραγε όλ’ αυτά; Γιατί η τόσο αιματηρή τρομοκρατία; Για να μην αποδράσουμε;

Θέλει να τσακίσει την ψυχολογία μας, για να είμαστε αύριο που θ’ απολυθούμε, ανίκανοι ν’ αντιδράσουμε στη «Νέα Τάξη»;

Είναι η πιο αισιόδοξη σκέψη, που έγινε στο Χαϊδάρι κείνο τον καιρό. Κάτι λέει για επιστροφή στον κόσμο.

Μια μέρα έκανε έφοδο στον τόπο που εργαζότανε κάποια αγγαρεία από καμμιά πενηνταριά καταδίκους. Η δουλειά της ήτανε μια προσπάθεια άσκοπη που την είχε σοφιστεί ο ίδιος. Εκεί, στην ανατολική πλευρά του στρατοπέδου, ήτανε το νταμάρι, ένας πελώριος λάκκος, απ’ όπου βγήκε όλη η πέτρα που χτίστηκαν οι στρατώνες του Χαϊδαριού. Χάος. Μέσα σε αυτό το χάος, βρίσκονταν υπόλοιπα χοντρής πέτρας και μεγάλες ποσότητες χαλικιού, σκορπισμένα. Τις προηγούμενες μέρες η δουλειά της αγγαρείας ήτανε να μαζέψει όλ’ αυτά σε δύο τεράστιους σωρούς. Ολόκληρα βουνά. Αυτό ήταν μια απασχόληση, που ευχαριστούσε τον κατάδικο. Είχε νόημα. Το μέρος έπρεπε να καθαριστεί, να συμμαζευτεί. Κι όταν κάνεις ένα έργο με σκοπό, χρήσιμο, έχεις κέφι. Δεν ντρέπεσαι και δε στεναχωριέσαι για το ξόδεμα των δυνάμεών σου. Δεν πάνε χαμένοι οι κόποι σου. Έπειτα ξεχνιέσαι ώρες-ώρες. Δε σκέφτεσαι όλη την ώρα την κατάντια σου, το βούρδουλα, τη σκλαβιά σου. Η δουλειά είναι πάντα ένα είδος ελευθερωτή, παρηγορητή.

Μόλις ο χώρος νοικοκυρεύτηκε, οι σκοποί αναφέρανε την εκτέλεση της διαταγής. Και ζητήσανε οδηγίες, πού να εργαστεί η αγγαρεία το υπόλοιπο της ημέρας.

Ο Σύρμας τους κύτταξε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση κι’ αηδία. Και διατάζει.

– Μα να τα ξανασκορπίσουν!

Οι Γερμανοί βγάλανε το συμπέρασμα πως ο διοικητής τους ήταν μεθυσμένος. Όμως τη διαταγή του έπρεπε να την εκτελέσουν. Και τα βουνά τα πέτρινα διαλύθηκαν πάλι, σκορπίστηκαν κι ο χώρος ξαναπήρε την πρώτη του όψη του ρημαδιού και του χάους.

Μέρες εξακολούθησε το σκόρπισμα του χαλικιού και της πέτρας. Σαν τελείωσε, σταματήσαμε. Περιμέναμε οδηγίες. Ο Ναπολέων έτυχε εκεί, λες και φύλαγε με το ρολόι στο χέρι. Ο ίδιος ρώτησε τους φρουρούς, τι διαταγή έχουνε να δώσουνε για τη συνέχεια. Οι φρουροί κυττάξανε ο ένας τον άλλο. Κι’ ύστερα από πολλή σκέψη αποφάσισαν να πάει ο ένας να ρωτήσει το μέγαν αφέντη.

– Αμ’ κουτεντέδες γεννηθήκατε, κουτεντέδες θα μείνετε! Μας λέει ο Ναπολέων δυνατά, ελληνικά, μπρος στο Γερμανό και κλείνει το μάτι. Και ύστερα προσθέτει: Η διαταγή που θα ’ρθει δεν μπορεί να ’ναι άλλη παρά ν’ αρχίσουμε από την ανάποδη.

– Δηλαδή; Πάλι τα ίδια;

– Πάλι τα ίδια, κουμπάρε! Πάλι σωρούς, και πάλι λίχνισμα. Το έργο γίνεται για παιδεμό! Για να μας κάνει να πλήξουμε, ν’ αηδιάσουμε, να κουραστούμε δηλαδή διπλά.

Βρέθηκε ένας που ήτανε, λέει, κάποτε βοηθός εργολάβου σε μεγάλες οικοδομές.

Συμφώνησαν πως θα μπορούσε να διευθύνει το έργο για να γίνουνε δύο καλλιτεχνικές πυραμίδες.

– Σωστά αριστουργήματα! Θα δείτε τι έχει να γίνει…

Οι κατάδικοι λίγο έλειψε να χειροκροτήσουνε τη διαταγή. Ο Ναπολέων έφυγε χαμογελώντας και κυττάζοντας μ’ αγάπη τους ανθρώπους αυτούς, που γλύτωναν από το μαρτύριο της άσκοπης προσπάθειας.

Ρίχτηκαν όλοι στη δουλειά, μ’ όρεξη, με σύστημα, με μέθοδο, που οι Γερμανοί φρουροί έμειναν τόσο ευχαριστημένοι, μέχρι το σημείο να ξεχάσουνε πως κρατούσαν βούρδουλα. Μόνο στο τέλος της ημέρας ερρίξανε κάμποσες βουρδουλιές εδώ κι εκεί, έτσι για το καλό, για να μην αλλάξουνε συνήθειες, αλλά χωρίς θυμούς και βρισιές.

...

Το έργο τελείωσε μέσα σε οχτώ μέρες. Ίσως μόνο εκείνη τη μέρα ν’ αντιλήφθηκαν οι φρουροί τις δύο αριστουργηματικές πυραμίδες. Η μία ήτανε χαμηλότερη από την άλλη, η μία συναγωνίζονταν την άλλη σε συμμετρία, αρμονία, τέχνη.

Σε μια πλευρά της μεγάλης πυραμίδας είχε σχηματιστεί με πελεκητή πέτρα, με πελώρια γράμματα η λέξη «Χαϊδάρι». Και στην πλευρά της άλλης, με την ίδια πρόσοψη, το νούμερο 1943.

Αυτό το έργο δε χρειάστηκε σφυριά κι’ εργαλεία. Μόνο τα χέρια, η φαντασία, η απεριόριστη εφευρετικότητα και το καλλιτεχνικό γούστο του Ρωμιού, που ξύπνησαν απότομα.

Για να φτάσουνε στο μέρος αυτό οι κατάδικοι έπρεπε να είναι ή της αγγαρείας ή να περάσουνε με φρουρό. Γι’ αυτό, όσοι μπόρεσαν, στα κλεφτά, τρέξανε και το καμάρωσαν. Από τους πρώτους φυσικά ο Ναπολέων, που δάκρυσε από τη χαρά του κι’ είπε: «Εζήσατε, παιδιά, ελεύθεροι οχτώ μέρες! Χαρά σε σας.»

 

Δεν είναι όμως μόνο το περιεχόμενο του αποσπάσματος που δείχνει την εξυψωτική, την απελευθερωτική δύναμη της δημιουργικής εργασίας, της τέχνης ειδικότερα. Αυτό καθαυτό το έργο είναι φανέρωμα αυτής της ιδιαιτερότητας. Αλλιώς, πού θα το έβρισκε τόσο κέφι ο Κορνάρος, έγκλειστος στο φριχτό στρατόπεδο του Χαϊδαριού, να γράφει τα παθήματα του Σύρμα πάνω σε λινάτσες και περιμένοντας τη ζαριά του θανάτου;

Αυτή η ιδιότητα της τέχνης να επηρεάζει τους ανθρώπους και μέσα απ’ αυτούς την κοινωνική πραγματικότητα –και όχι μόνο να επηρεάζεται από αυτήν– την κάνει ανεκτίμητη. Αυτή της η ιδιότητα κρύβεται πίσω από τη διαπάλη για τη στρατευμένη τέχνη ανάμεσα στην αστική και την κομμουνιστική διανόηση και τότε και σήμερα. Η κυρίαρχη τάξη θέλει τέχνη που να χαϊδεύει, να παρηγορεί, να ναρκώνει, να αδρανοποιεί για να μην αλλάξει η πραγματικότητα. Το εργατικό-λαϊκό κίνημα έχει ανάγκη την τέχνη που αφυπνίζει, ξεβολεύει, δείχνει την ομορφιά της ζωής που αξίζει γι’ αυτή να παλέψεις, ενεργοποιεί δηλαδή δυνάμεις για αλλαγή της πραγματικότητας. Λογικό. Γιατί στρατηγική της αστικής τάξης είναι η διαιώνιση της εξουσίας της. Στρατηγική της εργατικής τάξης πρέπει να είναι η ανατροπή της εξουσίας που μαυρίζει τη ζωή μας και η αντικατάστασή της από τη δική της εξουσία, την εργατική.

Το ποίημα που ακολουθεί γράφτηκε για τα Δεκεμβριανά αμέσως μετά το τέλος τους και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της ΕΑΜικής διανόησης Ελεύθερα Γράμματα το Δεκέμβρη του 1945. Αναφέρεται δηλαδή στη σύγχρονή του πραγματικότητα, είναι επικαιρικό στο έπακρο. Προς μεγάλη απογοήτευση όμως των επικριτών της επικαιρικής τέχνης, είναι αισθητικά άψογο. Θα μπορούσε να είναι πασίγνωστο, αν δεν έκφραζε τόση περιφρόνηση και ειρωνεία για την κυρίαρχη τάξη και τόση περηφάνια για την ηθική νίκη των νεκρών ΕΛΑΣιτών. Θα μπορούσε να ανθολογείται παντού ως ένα από τα καλύτερα δείγματα μοντερνισμού στην ποίηση, αν δεν έκφραζε με τόση διαύγεια το ταξικό περιεχόμενο της σύγκρουσης του Δεκέμβρη. Αυτής της σύγκρουσης που σημάδεψε ανεξίτηλα τους μεγαλύτερους δημιουργούς μας, λογοτέχνες, εικαστικούς, μουσικούς όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Ιάννης Ξενάκης, σε όλο το πρωτοπόρο και πρωτοποριακό έργο του οποίου αντηχούν οι ήχοι των μαχών του Δεκέμβρη.

 

ΤΕΟΣ ΣΑΛΑΠΑΣΙΔΗΣ: ΟΔΟΜΑΧΙΕΣ

Πολεμήσαμε – στα χιονισμένα θρανία των πάρκων

στις υπόγειες στοές των εργοστασίων

σε δάση ανοιξιάτικα με παπαρούνες

στη σκόνη και σε λίμνες παγωμένες.

Τον Αύγουστο δεν ήπιαμε νερό – με βλέφαρα

καμένα απ’ της αγρύπνιας το μπαρούτι

αφήναμε τον ήλιο να μας τρώει τα μάτια.

Και τον Δεκέμβρη δεν ανάψαμε φωτιές.

Ταμπουρωθήκαμε – στα κράσπεδα των λεωφόρων

στα παράθυρα, στις στέγες, στα μπαλκόνια

πίσ’ από ’να τζάμι, ένα λουλούδι, ένα φύλλο

πίσω απ’ τις πέντε αχτίνες της καρδιάς μας.

Με πεδίο βολής, τα Διεθνή Ξενοδοχεία.

 

Απ’ τις αγαπημένες θυρίδες των πολυβολείων

μετρούσαμε τη Λευτεριά, με τους σταυρούς της πτώσης τους

–θανατικά ρολόγια οι πεθαμένοι εχθροί

θανατικά ρολόγια που δείχνουν τη ζωή μας–

Τότε στήσαμε τα πολυβόλα και την τρέλα μας πάνου

στα εκτροχιασμένα τραμ, σε ντουλάπες, σε πιάνα,

σε αξιοπρεπή πορτρέτα «Κυριών» – με μπούκες στραμμένες

αντίκρα στα μάτια των δειλών.

Με τη ζωή μας – μιαν υπέροχη ζωή, μετρήσαμε

–Ορθοί: στις στέγες, στις πλατφόρμες, στα πάρκα–

τον ασήμαντο χλιαρό τους θάνατο – Εμείς

που πεθάναμε τόσο, μα τόσο ωραία.

 

Αστεία προφανώς είναι και η διάκριση κοινωνικής και πολιτικής σκοπιμότητας. Η πολιτική είναι έκφραση των κοινωνικών σχέσεων, των σχέσεων ιδιοκτησίας, δηλαδή του ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής στην οικονομία. Επομένως η πολιτική είναι ταξική. Υπάρχει πολιτική σε όφελος της ιδιοκτήτριας στα μέσα παραγωγής τάξης, η οποία εκμεταλλεύεται την εργασία των πολλών, που δεν έχουν τέτοιου είδους ιδιοκτησία, και πολιτική σε όφελος της τάξης που υφίσταται την εκμετάλλευση και αγωνίζεται για να απελευθερωθεί απ’ αυτήν. Πολιτική σκοπιμότητα έχει η τέχνη που συντάσσεται με τα συμφέροντα των λίγων, πολιτική σκοπιμότητα έχει και η τέχνη που συντάσσεται με τα συμφέροντα των πολλών, πολιτική σκοπιμότητα έχει όμως και η τέχνη που ο δημιουργός της θεωρεί ότι δεν ανακατεύεται με την πολιτική. Γιατί, καλλιεργώντας την αδιαφορία, την απάθεια ή την παθητικότητα, φροντίζει για να διαιωνίζεται η απανθρωπιά και η βαρβαρότητα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Επομένως στην πραγματικότητα οι πνευματικοί εκπρόσωποι της κυρίαρχης τάξης δεν καταδικάζουν την τέχνη που έχει πολιτική σκοπιμότητα γενικά, αλλά την τέχνη που επιδιώκει να δείξει ένα δρόμο στους ανθρώπους για να απαλλαγούν από τα βάσανά τους.

To επόμενο ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου, επικαιρικό κι αυτό, είναι ένα από τα διαμάντια της επαναστατικής μας ποίησης, που γράφτηκε για τη δόξα και το δράμα του Δεκέμβρη του 1944. Παρά τη διάχυτη πίκρα για την απουσία του μεγάλου όγκου του ΕΛΑΣ από τη σύγκρουση («πού πάτε δίχως άλογα, παιδιά μου») το ποίημα είναι ένα δοξαστικό της γενναιότητας, της πίστης στο σοσιαλιστικό μέλλον και της αποφασιστικότητας των πολεμιστών του Δεκέμβρη να κρατήσουν ψηλά τη σημαία του αγώνα μέχρι τη νίκη ή μέχρι το θάνατο. Στο ποίημα αυτό αποτυπώνονται πιο ολοκληρωμένες οι προθέσεις της εντατικής και επίμονης προσπάθειας του ΚΚΕ για να γραφτεί λογοτεχνία εμπνευσμένη από την τρέχουσα ιστορική πραγματικότητα.

Φοβερή, μαχητική και γεμάτη ένταση, αυτή η λογοτεχνία ήταν γραμμένη για να παρακινεί, να τονώνει την πάλη και να ενισχύει τις αντοχές για τις νέες δοκιμασίες. Ο ρόλος της ήταν τεράστιος, αν μάλιστα σκεφτεί κανείς το βάρος που έριχνε σ’ αυτήν το Κόμμα, όπως βέβαια και στις άλλες τέχνες –στο θέατρο, στη χαρακτική, στο τραγούδι– έτσι που την ΕΑΜική λογοτεχνική και καλλιτεχνική παραγωγή να μην υπάρχει τίποτα ικανό να την σταματήσει. Ούτε τα βασανιστήρια, ούτε τα εκτελεστικά αποσπάσματα, ούτε τα χιόνια και οι κακουχίες στις σπηλιές και τα δάση τα χρόνια του Εμφυλίου. Παράλληλα όμως η λογοτεχνία αυτή κατέγραφε επιτόπου, μέσα στον πυρετό, στην άψα του πολέμου, τα λαϊκά κατορθώματα, δημιουργώντας μια πολύτιμη παρακαταθήκη αξιών που θα τροφοδοτούν τις επόμενες γενιές. Τεράστια προνοητικότητα. Γιατί τρεις γενιές τώρα πίνουν νερό από τη λογοτεχνία εκείνης της περιόδου. Και δε θέλουμε να φανταστούμε το ξεφάντωμα και το πατιρντί που θα έκαναν οι νικητές του Εμφυλίου ξαναγράφοντας την Ιστορία, αν δεν υπήρχαν τα λογοτεχνικά τεκμήρια εκείνων των χρόνων της θύελλας. Στο ποίημα του Βρεττάκου η φράση που επίμονα ανακυκλώνεται «Έτσι έγινε τότε στην Ελλάδα» υποδηλώνει ότι πρόκειται για μια αφήγηση που απευθύνεται στους απογόνους. Όχι όμως απλά για να τους συγκινήσει, αλλά για να τους δείξει πως κατάγονται από μεγάλη γενιά, που ανέβηκε πολύ ψηλά και πως μόνο ψηλότερα έχουν οι νεότεροι δικαίωμα να τραβήξουν.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ: 33 ΗΜΕΡΕΣ

Έτσι έγινε τότε στην Ελλάδα.

Και μαζευτήκανε κείνες τις μέρες οι Έμποροι του Λαού σε συμβούλιο.

Και κοιτούσανε μες απ’ τα τζάμια τη θάλασσα.

Και μετρούσαν τη θάλασσα που το βάθος της μαύριζε κάτω απ’ τα σύννεφα.

«Εξοχότατοι, πρέπει, οπωσδήποτε…»

Έτσι έγινε τότε στην Ελλάδα.

Κι αρχίσαν να φορτώνουνε τους στρατιώτες στα αυτοκίνητα.

Και δεν είχαμε λύσει ακόμα τους γερμανικούς επιδέσμους.

Και δεν είχανε ακόμα πλύνει τα χέρια τους.

Και δεν είχε ακόμα στεγνώσει το αίμα μας.

Και τ’ αυτοκίνητα ξεκινώντας αρχίσαν να τρέχουνε κάτω απ’ τα σύννεφα με τα όπλα επί σκοπόν.

Κ’ οι στρατιώτες μας φορέσαν τα κράνη τους.

Κι ο λόχος των φοιτητών «Λόρδος Βύρων» κοιτώντας τα σύννεφα γύρευε διέξοδο μέσα στο μέλλον.

Κ’ οι στρατιώτες μας ήταν ωραίοι σαν τους Αχαιούς.

Κ’ η διέξοδος ήτανε μέσα στον θάνατο.

Και βγαίνανε οι γυναίκες μας στα μπαλκόνια και στα παράθυρα κάτωαπ’ τα σύννεφα.

– Πού πάτε δίχως άλογα, παιδιά μου!...

Κι ακουγότανε μέσα σ’ όλη την πόλη.

– Ελευθερία ή θάνατος!

 

Κι οι στρατιώτες μας ήταν ωραίοι σαν τους Αχαιούς.

Ανεβήκαν στο φως από βάθος πολύ.

Και ζητούσαν μια διέξοδο μέσα στο μέλλον.

Και μεις τους ρωτούσαμε για τ’ άλογά τους κι εκείνοι χαμογελούσανε.

Κ’ είχανε μέσα τους άλογα και φουσάτα.

Κ’ είχανε μέσα τους άλογα τ’ ουρανού που στηρίζονταν στα πίσω τους πόδια και σηκώνονταν όρθια.

Και ζυγιάζονταν στα πίσω τους πόδια και μοιάζανε σα να κρεμόντουσαν από τον αέρα, μόλις πατώντας τη γης.

Κ’ είχανε άλογα κατακόκκινα μέσα τους που άστραφταν και χλιμίντριζαν και πηδούσαν.

Κ’ οι καβαλλαραίοι καθόντουσαν πάνω σε σέλλες χρυσές.

Και φορούσαν ζακέτες που αστράφτανε, ζακέτες χρυσές κι’ αλαφρές από ήλιο.

Έτσι έγινε τότε στην Ελλάδα.

Κ’ αρχίσαν να διασταυρώνονται οι σφαίρες, εκείνη τη νύχτα, φωτίζοντας τα τζάμια της πόλης.

Και περπατούσαν στους δρόμους της πόλης, πιασμένοι απ’ το χέρι, η ερημιά με τον θάνατο.

Και κρύωνε πάνω στους τοίχους η τελευταία προκήρυξη του Στρατιωτικού Διοικητή.

Τα κορίτσια μεταφέρανε σφαίρες.

Οι γριές τραγουδούσανε.

Κ’ οι στρατιώτες μας πολεμούσανε χωρίς τροφή και χωρίς ύπνο.

Έτσι έγινε τότε στην Ελλάδα.

Και τα οδοφράγματα ψήλωναν.

Και ξεσκίζανε οι γυναίκες τα μεσοφόρια τους για να δέσουν τους πληγωμένους.

Και πεθαίνοντας οι στρατιώτες μας έστεκαν όρθιοι ψηλά στα οδοφράγματα γυρεύοντας διέξοδο στο μέλλον.

Και βλέπαμε κάτω στη θάλασσα, να πηγαίνουν και νάρχουνται καράβια θεόρατα που μοιάζανε με τον θάνατο.

Και βγαίνανε στα παράθυρα οι γυναίκες και βλέπανε που η νύχτα με την ημέρα γινόντουσαν ένα και σκουπίζαν τα μάτια τους.

– Στα λιμάνια, παιδιά μου, ξεφορτώνουνε πυροβόλα και τανκς!

Και γυρίζαν τα κεφάλια τους οι στρατιώτες, μα και χαμογελούσανε κάτω απ’ τα κράνη τους κι απαντούσαν ενώπιος ενωπίω με τον θάνατο:

– Νίκη είναι το χρέος!

Και φύσαγε κ’ έβρεχε κι’ άστραφτε.

Κι’ ακουμπούσανε τότε οι γυναίκες τα μέτωπά τους στα τζάμια και κλαίγανε.

– Πού πάτε δίχως άλογα, παιδιά μου!...

Έτσι έγινε τότε στην Ελλάδα.

Κ’ οι σημαίες μας υποχώρησαν συντεταγμένες μες στο σκοτάδι.

Κι όπως υποχωρούσανε, τις βλέπαμε, τη μια του πίσω απ’ την άλλη που λάμπανε μέσα στη νύχτα.

Και γινήκανε μέρες 33.

Κ’ οι δεσμοφύλακες του λαού πανηγυρίζαν τη νίκη τους.

Και χτυπούσαν τους ανθρώπους και τον αέρα με τα μαστίγιά τους.

Κ’ οι σπασμένοι σωλήνες του νερού χοχλακίζανε πένθιμα μέσα στο χάος των γκρεμισμένων σπιτιών.

Κ’ οι νικητές μαστιγώνανε τους νεκρούς.

Και τους ρίχνανε μπρούμυτα στ’ αυτοκίνητα κι απ’ τη μιαν άκρη της πόλης τους αδειάζαν στην άλλη της.

Και σηκωνόντουσαν τότε οι γυναίκες μας τα μεσάνυχτα κι ακροβολιζόντουσαν στο σκοτάδι.

Και πηγαίνοντας ως εκεί ξαναγυρίζανε αγκαλιασμένες με τα πτώματα των παιδιών τους.

Και μαζευόντουσαν πέντε-πέντε και δέκα-δέκα και γονατίζανε γύρω τους και τραγουδούσανε τα τραγούδια των παλικαριών τους και κλαίγανε.

– Πέντε χρόνια πολεμούσατε…

Και σηκωνόντουσαν όρθιες και γυρίζανε τα κεφάλια τους προς τα πάνω κι’ αναζητούσαν το θεό και μαδούσαν τα στήθη τους

– Πέντε χρόνια πολεμούσανε

Και πέφτανε μπρούμυτα πάνω στους λάκκους.

Και τα μαύρα μαλλιά τους κρεμόντουσαν ως κάτου τον Άδη.

Κ’ οι σημαίες τους υποχώρησαν συντεταγμένες μέσα στον θάνατο.

 

Έτσι έγινε τότε στην Ελλάδα.

Κ’ η ελευθερία χτυπούσε τις πόρτες.

Και την έδιωχναν από την πατρίδα της.

Κι αναστέναζε κείνη τη νύχτα ο Μπάιρον καθισμένος ψηλά στην Ακρόπολη, πάνω απ’ τη θάλασσα του Σαρωνικού, κοιτάζοντας κατά την Αγγλία.

Και ξυπνήσανε κείνη τη νύχτα ο Σοφοκλής κι’ ο Πίνδαρος κι’ ο Σόλων κι’ ο Πλάτων.

Και φορέσανε τα κράνη των σκοτωμένων μας.

Και φρουρήσανε τα μεσάνυχτα για πέντε λεπτά τα μνήματα των νεκρών μας.

Και διασχίζοντας έπειτα το θρήνο της πόλης ανεβήκανε όλοι μαζί κατά κει που το βλέμμα των άλλων δεν έφτανε.

Κ’ έβγαινε κείνη την ώρα ο ήλιος.

Κ’ ήτανε συγκεντρωμένα εκεί αποσπάσματα από Γάλλους στρατιώτες που είχανε σκοτωθεί πολεμώντας μπροστά στη Βαστίλλη.

Κι από Ρώσσους στρατιώτες που είχανε σκοτωθεί στη χιονισμένη Πετρούπολη.

Κι από στρατιώτες που πέσανε στην πανεπιστημιούπολη της Μαδρίτης.

Και από γυναίκες που πηδήσανε στους γκρεμνούς από την κορφή του Ζαλόγγου.

K’ είχανε όλοι μαζί σχηματίσει έναν κύκλο ψηλά στην Ακρόπολη

κι αποδίναν τιμές.

Και παρουσιάζανε όπλα, κοιτώντας τον ήλιο και βλέποντας μέσα στη φλόγα του το λόχο των φοιτητών «Λόρδος Βύρων» να παρελαύνει με τα όπλα επ’ ώμου.

Και ξεκινήσανε όλοι μαζί ξεδιπλώνοντας τις σημαίες τους.

Κι’ αδερφώνοντας τις σημαίες τους ανακατευτήκανε όλοι μαζί με τον λόχο των φοιτητών «Λόρδος Βύρων» που οι στρατιώτες του είχανε σκοτωθεί στο κέντρο της πόλης.

Και βασίλεψε κείνη την ώρα ο ήλιος.

Και ο θρήνος της πόλης δυνάμωνε.

Μα πάνω απ’ τη λάσπη που περπατάνε με τα μαστίγιά τους οι μισθοφόροι της νύχτας, κι απάνω απ’ όλες τις φυλακές, πολύ πάνω, ψηλότερα από κάθε άλλη φορά.

– Δόξα και τιμή στους νεκρούς μας! Δόξα και τιμή στους νεκρούς μας!

Αδέρφια μας όλου του κόσμου.

Η σημαία μας κυματίζει ακόμα.

– Ελευθερία ή θάνατος!

 

Τα αποσπάσματα από έργα των ΕΑΜικών, αλλά και ορισμένων από τους σπουδαιότερους αστούς λογοτέχνες που μέχρι εδώ παρουσιάστηκαν, εκφράζουν μια τέχνη που δεν αρκείται στην πρόκληση αισθητικής απόλαυσης, μια τέχνη που κατορθώνει να υπηρετεί το κύριο χαρακτηριστικό της, αυτό που την ξεχωρίζει από τα άλλα είδη της ανθρώπινης δημιουργικότητας, όπως η τεχνική και η επιστήμη: Να δίνει με τρόπο απολαυστικό, βαθιά συγκινητικό, μια ολόφρεσκη, ζωντανή, πολύπλευρη εικόνα του κόσμου, επιτελώντας μαζί με την αισθητική πολλές παράλληλα λειτουργίες, τη γνωστική, τη συναισθηματική, τη διαπαιδαγωγητική κλπ.

Ωστόσο, όσο ανώφελη, λειψή, ακρωτηριασμένη γίνεται η τέχνη που αρκείται στην αισθητική συγκίνηση αγνοώντας ως εξωαισθητικές αυτές τις λειτουργίες, όσο βαρετή είναι η τέχνη που εξαντλεί όλη της την ενέργεια στο να εφευρίσκει πρωτότυπες μορφές για να αναμασήσει παλιές ιδέες, άλλο τόσο επιζήμια γίνεται και η τέχνη που στο όνομα της επαναστατικής στράτευσης μηρυκάζει προκατασκευασμένα ιδεολογικά σχήματα, υιοθετεί το διδακτισμό και τους πομπώδεις τόνους, φτάνει να μη διαφέρει από προπαγανδιστικό φυλλάδιο. Το ΚΚΕ καταπολέμησε με αυστηρή προσήλωση και αυτοκριτική διάθεση αυτήν την τάση, επεξεργαζόμενο τις βάσεις της αισθητικής του αντίληψης και επιβραβεύοντας κάθε πετυχημένη λογοτεχνική προσπάθεια.

Μια από τις καλύτερες λογοτέχνιδες της περιόδου ήταν η Μέλπω Αξιώτη. Ας προσέξουμε στο διήγημα με τίτλο Η Καμένη Μεραρχία τον ευφάνταστο και ευφυή τρόπο που προβάλλεται η αταλάντευτη απόφαση του ΕΑΜικού κόσμου να μην παραδοθεί.

 

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ: Η ΚΑΜΕΝΗ ΜΕΡΑΡΧΙΑ

Κι ακούστηκε μεγάλη φωνή σ’ ανατολή και δύση:

«Τα όπλα να τα παραδώσετε!»

Τότε τα όπλα τα παράδωσαν.

Μα κάπου εκεί, παράμερα, ήταν μια άλλη στρατιά, που είχε μείνει άθικτη. Ήτανε το αντάρτικο του καπετάν-Γαρίδα. Περνούσαν οι μέρες, ξημέρωνε, βράδιαζε, κι ο καπετάν-Γαρίδας μ’ όλα τα παλικάρια του ήταν ακόμα αρματωμένοι. Ωστόσο η διαταγή ήταν για όλους πεντακάθαρη: «Τα όπλα να τα παραδώσετε.»

Μια μέρα ο καπετάν-Γαρίδας εσύναξε τα παλικάρια του κι έβαλε αρχή να λέει:

«Πολεμιστές! Παρουσιαστήκαμε ακόμα και στο στρατηγό. Στον ίδιο τον Μπακιρτζή. Κι είπαμε την απόφασή μας: “Τα όπλα δεν τα δίνομε”. Λάβαμε τούτη την απόκριση: “Η διάτα είναι γενική.” Λοιπόν, πολεμιστές, προτείνω: “Τα όπλα εμείς δεν τα δίνομε. Τα όπλα λοιπόν, να καούνε!”»

Ακούστηκε βοή μεγάλη: «Τα όπλα – δεν τα δίνουμε! Τα όπλα – να καούνε!»

Έφτασε γρήγορα το μήνυμα, όπου λημέρι και σκοπιά του Καπετάν-Γαρίδα. Και τότε, όπου ήταν τρίστρατο, ρουμάνι ή πλατεία, εκεί τα όπλα εκάηκαν. Πολλά όπλα πήρανε φωτιά. Ξεσκούφωτοι οι πολεμιστές χαιρέτιζαν ακίνητοι, λες και κάποιος νεκρός κατέβαινε στον Άδη. Τ’ άρματα ετρίζαν και λαμπάδιαζαν.

Ήταν τα τουφεκάκια τους. Τα ξύλινα τουφεκάκια της μεραρχίας των Αετόπουλων της στεριανής Ελλάδας. Κι οι άντρες τους ήταν από πέντε μέχρι δεκατριών χρονών.

...

Κι έτσι αυτοκαταλύθηκε εκείνη η μεραρχία. Που οι άντρες της ήταν από πέντε μέχρι δεκατριών χρονών.

Την είδε ο Όλυμπος από ψηλά και ζηλέψαν οι Θεοί του. Γιατί όπως αυτοί γέρασαν κι έχασαν θρόνους τους και δόξες, βλέπανε τώρα πώς τους τα ’κλέβαν τούτα τα σκληροτράχηλα της σημερινής Ελλάδας.

Κι εκείνα τα κλεφτόπουλα τράνεψαν από τότε και πήραν το όνομα και λέγονται: «Η Καμένη Μεραρχία». Μ’ αυτό τ’ όνομα γράφτηκαν στων θαλασσών τα κύματα και στης στεριάς τα σκαλοπάτια.

 

Ο Ένγκελς, αναφερόμενος στο ρεαλισμό του Μπαλζάκ, τόνιζε πως όσο πιο κρυμμένες μένουν οι απόψεις του δημιουργού, τόσο το καλύτερο για το έργο τέχνης.3 Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που δεν μπορούν ή δεν πρέπει να κρυφτούν, όπως στα έργα που γράφονται για να παρακινήσουν και να εμψυχώσουν. Εδώ ισχύει η γενικότερη παρατήρηση της Έλσας Τριολέ, που αναφερόμενη στον Μαγιακόφσκι διαπίστωνε ότι ένα έργο δεν μπορεί να είναι στρατευμένο παρά μόνο όταν η στράτευση είναι το σώμα και το αίμα εκείνου που το δημιουργεί.

Διότι, αν ο συγγραφέας, ο ζωγράφος είναι υπέρ «του στρατευμένου έργου», συνεχίζει η Έλσα Τριολέ, μόνο και μόνο επειδή το επιτάσσει η λογική τους, τα αποτελέσματα είναι πολύ θλιβερά.

Η κακώς εννοούμενη στράτευση, με άλλα λόγια, μπορεί να βλάψει την υπόθεση που υποτίθεται πως έρχεται να υπηρετήσει. Για να ανταποκριθεί στο ρόλο της, πρέπει να πηγάζει από την όλη κοσμοθεωρία του δημιουργού, χωρίς αυτός να σκέφτεται αν κάνει ή δεν κάνει στρατευμένη τέχνη, με μια φυσικότητα, που ο Σικελιανός την παρομοίαζε με του ανθρώπου που όταν περπατά δε συλλογίζεται την περιστροφή της Γης.

Ειπωμένη από τα χείλη του Σικελιανού, αυτή η διαπίστωση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, γιατί ο Σικελιανός είχε βαθιά επίγνωση του ρόλου που παίζει στην τέχνη η κοσμοθεωρία του δημιουργού, αφού η ποίησή του δοκιμάστηκε από δύο διαδοχικές και αντίθετες κοσμοθεωρίες, που και οι δύο υπήρξαν σώμα και αίμα του. Τη μοναχική, ελιτίστικη, μεταφυσική αντίληψη του μύστη της Δελφικής Ιδέας την διαδέχτηκε με το ξεκίνημα της Κατοχής μια απέραντη αγάπη και ένας απεριόριστος θαυμασμός για το μεγαλείο των λαϊκών αγωνιστών και τα μεγάλα οράματα και ιδανικά τους. Μάταια πότε με καλοπιάσματα, πότε με τιμωρίες οι αστοί προσπάθησαν να τον πισωγυρίσουν. Για χάρη της ευτυχίας που δίνει στο δημιουργό η συνάντηση της τέχνης του με το πλήθος των ανθρώπων, εγκατέλειψε οριστικά τις ανέσεις του γυάλινου πύργου του, για να γίνει ο βάρδος της Αντίστασης και του λαϊκού κινήματος της δεκαετίας ως την τελευταία του πνοή. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από την τελευταία τραγωδία του Ο θάνατος του Διγενή, την οποία τελείωσε το 1947 στη διάρκεια του Εμφυλίου. Ο Διγενής κατά τον Σικελιανό ανήκε στην παυλικιανή αίρεση που θεωρούσε ότι ο Χριστός δεν είναι υιός του Θεού, αλλά του ανθρώπου. Επειδή αγωνίζεται για να φέρει την επαγγελία στη Γη, έρχεται σε σύγκρουση με την Εκκλησία και την ηγεσία του Βυζαντίου. Στην τελευταία σκηνή που θα παραθέσουμε, ο Διγενής, ύπουλα θανατωμένος, κείτεται με τη γυναίκα του στη νεκρική τους κλίνη. Από τη γενναία τους ψυχή θα γεννηθεί τρανός και ολόφωτος ο ελευθερωτής και εκδικητής Εωσφόρος, ο έκπτωτος άγγελος, που μαζί με όλους τους συντρόφους του θα γκρεμίσουν τους ψεύτικους θεούς και τους σωτήρες που γονατίζουν το λαό.

 

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ

Μα εσείς το νεκροκρέβατο ψηλά…

Πώς πλάι-πλάι Ζωή και Θάνατος,

ο Ακρίτας είναι κ’ η καλή του ξαπλωμένοι,

καθένας μέσ’ στην άμετρη γαλήνη του

τον πιο λαμπρό καρπό σαν να προσμένει…

Αρχισπορά όθε σμίγουν οι βαθιές ψυχές

Κι ωσάν πεφτάστρι κατεβαίνει ο σπόρος,

ο νέος Αδάμ να γεννηθεί

τρανός ολόφωτος Εωσφόρος,

και μες στους ψεύτικους θεούς

που γονατίζουνε τα πλήθη, να ’ρτει

με την αμέτρητη συμπόνια της καρδιάς

και την πνοή του πρώτου Αντάρτη,

 

να λευτερώσει το Χριστό από το Σταυρό,

τη γην ολάκερη να περπατήσει,

και μ’ όλους του τους άλλους αδερφούς,

να ξαναχτίσουνε τη Χτίση…

Ψηλά το νεκροκρέβατο… ψηλά…

Απ’ την αντίβιγλα των λαών κι από τα δάση,

 

Χιμά μια απέραντη πνοή,

Πόχει βουή κι αντιβουή:

Τόπο στη ζωή… Τόπο στη ζωή…

Δεν αποπαίδισεν η Πλάση!...»

 

Και είχε δίκιο ο Σικελιανός. Τίποτα δε χάθηκε. Όμως αυτό πρέπει το επαληθεύσουμε. Έρχονται καιροί που δεν αστειεύονται. Ποιος δεν το βλέπει; Ποιος δε βλέπει το αίμα και ποιος δεν ακούει το κλάμα των παιδιών, τις κραυγές των μανάδων, τους βόγγους των γερόντων που σφάζονται στην Παλαιστίνη, στη Συρία, στην Υεμένη, στο Λίβανο, στο Σουδάν, στην Ουκρανία, που πνίγονται κοντά στις αφιλόξενες ακτές της Μεσογείου; Μόνο αυτός που δεν είναι άνθρωπος. Και αφού δεν είναι άνθρωπος, πώς μπορεί να είναι ποιητής; αναρωτιόταν ο Ρίτσος.

Και απαντώντας στο ερώτημα που τίθεται από τον τίτλο τούτου του κειμένου, αν υπάρχει στρατευμένη τέχνη, θα μπορούσαμε να πούμε τα παρακάτω: Όλα τα έργα τέχνης είναι στρατευμένα, το γνωρίζει ή δεν το γνωρίζει ο δημιουργός τους. Το ότι κάθε δημιουργός διακατέχεται από κάποιες ιδέες για τους ανθρώπους και τον κόσμο, τις οποίες αντικειμενικά προβάλλει μέσα από το έργο του, το παραδέχονται και οι αστοί θεωρητικοί της τέχνης. Τον τιμητικό τίτλο του στρατευμένου, τον έχουν όμως μόνο τα έργα που δείχνουν αμέτρητη έγνοια για τους αδικημένους και άσβεστο μίσος για εκείνους που τους αδικούν, τα έργα που οι δημιουργοί τους δεν το κρύβουν πως ναι, είναι στρατευμένοι στο δίκιο και στην ευτυχία όλων των ανθρώπων. Είναι δηλαδή τα έργα εκείνων που είναι αληθινοί ποιητές, γιατί πρώτ’ απ’ όλα είναι άνθρωποι. Και όπως είναι γνωστό, στην ανθρωπιά δεν αρέσουν οι υποχωρήσεις. Ο πόλεμος που άνοιξαν οι δεινόσαυροι του πλούτου και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι στους καλλιτέχνες μόνο ως επιβεβαίωση της δύναμης που οι άνθρωποι της τέχνης έχουν στα χέρια τους μπορεί να κατανοηθεί. Στα χρόνια του Εμφυλίου στην Ελλάδα έφτασαν με νόμο να απαγορεύσουν στους ΕΑΜικούς λογοτέχνες να γράφουν.

Εκείνα τα χρόνια το ΚΚΕ καλούσε τον κόσμο της τέχνης και των γραμμάτων να χρησιμοποιήσουν αυτήν τους τη δύναμη για να ξεσηκωθεί ο λαός. Το ίδιο χρειάζεται –όσο ποτέ μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο– να γίνει και σήμερα. Οι φοβερές σημαίες της τέχνης χρειάζεται να ξεδιπλωθούν στον αέρα, σημαίες διεκδίκησης για ό,τι βασανίζει και καίει τον εργαζόμενο λαό, σημαίες αλληλεγγύης στους λαούς που δοκιμάζονται, σημαίες αντιπολεμικές και τελικά σημαίες ελευθερίας από την εκμετάλλευση και κάθε καταναγκασμό, σημαίες κόκκινες για έναν κόσμο χωρίς πολέμους, πόνο, χαώδεις ανισότητες και αδικία, έναν κόσμο ανθρωπιάς και καθολικής ευημερίας, που η τέχνη θα αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα και συντελεστή της, το σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στους δύστηνους καιρούς (1941-1944), τόμ. Γ΄, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα, 2003.
  2. Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του ετεροκαθορισμένου εμφυλίου πολέμου (1945-1950), τόμ. Δ΄, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα, 2004.
  3. Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1982.
  4. Αγγέλα Καστρινάκη, Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2003.
  5. Γιάνης Κορδάτος, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας από το 1453 ως το 1961, εκδ. Συλλογή, Αθήνα, 2010.
  6. Κ. Μαρξ - Φ. Ένγκελς, Κείμενα για την Τέχνη, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1975.
  7. Βασίλης Μόσχος, Η πολιτική δραστηριότητα των λογοτεχνών τη δεκαετία 1940-1950, διδακτορική διατριβή, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Σχολή Πολιτικών Επιστημών, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Κατεύθυνση: Σύγχρονη Ιστορία, Αθήνα, 2018.
  8. Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1985.
  9. Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές Α΄, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1981.
  10. Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές Β΄, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1981.
  11. Περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα (1945-1951).
  12. Περιοδικό Πρωτοπόροι, 1943.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Άρθρο βασισμένο στην εισηγητική ομιλία της Ελένης Μηλιαρονικολάκη, μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνης του Τμήματος Πολιτισμού, στην εκδήλωση με θέμα «Υπάρχει στρατευμένη τέχνη; Η πείρα από τη λογοτεχνία στα χρόνια της θύελλας (1940-1950)», στο 51ο Φεστιβάλ ΚΝΕ - Οδηγητή.

  1. Roderick Parkes, Not Withstanding? An Upbeat Perspective on Societies’ Will to Fight, Insight, July 2025, ΝΑΤΟ Defense College, Rome, Italy, σελ. 43.
  2. Ο Ένγκελς αναφέρει ότι ο Γκετς φον Μπέρλιχιγκεν, μόλις διαφάνηκε η ήττα των εξεγερμένων, ήρθε σε διαπραγμάτευση με τον επικεφαλής του ομοσπονδιακού στρατού και έπαιξε προδοτικό ρόλο. Φρίντριχ Ένγκελς, Ο πόλεμος των χωρικών, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1991, σελ. 120, 134.
  3. Κ. Μαρξ - Φ. Ένγκελς, Κείμενα για την Τέχνη, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1975, σελ. 132-135.