Τι είναι διεθνισμός;*


του Β. Ι. Λένιν

O Kάουτσκι με την πιο βαθιά πεποίθηση θεωρεί και αποκαλεί τον εαυτό του διεθνιστή. Τους Σάιντεμαν τους αποκαλεί «κυβερνητικούς σοσιαλιστές». Yπερασπίζοντας τους μενσεβίκους (ο Kάουτσκι δε λέει ανοιχτά ότι τάσσεται αλληλέγγυος μ’ αυτούς, ακολουθεί, όμως, ολοκληρωτικά τις αντιλήψεις τους), ο Kάουτσκι αποκάλυψε πεντακάθαρα τι λογής είναι ο «διεθνισμός» του. Και επειδή δεν είναι μόνος, αλλά εκπρόσωπος ενός ρεύματος που έμελλε να αναπτυχθεί αναπότρεπτα μέσα στις συνθήκες της II Διεθνούς (Λονγκέ στη Γαλλία, Tουράτι στην Iταλία, Nομπς και Γκριμ, Γκραμπέρ και Nεν στην Ελβετία, Pάμσεϊ, Mακντόναλντ στην Αγγλία κλπ.), είναι διδαχτικό να σταθούμε στο «διεθνισμό» του Kάουτσκι.

Υπογραμμίζοντας ότι οι μενσεβίκοι ήταν κι αυτοί στο Tσίμερβαλντ (αναμφίβολα ένα πιστοποιητικό, μα... πιστοποιητικό σαπισμένο), ο Kάουτσκι παρουσιάζει τις απόψεις των μενσεβίκων, που τις συμμερίζεται, ως εξής:

«…Οι μενσεβίκοι ήθελαν καθολική ειρήνη. Ήθελαν να δεχτούν όλοι οι εμπόλεμοι το σύνθημα: χωρίς προσαρτήσεις και επανορθώσεις. Όσο δε γινόταν αυτό δεκτό, ο ρωσικός στρατός όφειλε, κατά την άποψη αυτή, να βρίσκεται επί ποδός πολέμου. Από το άλλο, οι μπολσεβίκοι ζητούσαν άμεση ειρήνη με κάθε θυσία· ήταν έτοιμοι να κλείσουν, στην ανάγκη, χωριστή ειρήνη, προσπαθούσαν να την επιβάλουν με τη βία, επιτείνοντας τη μεγάλη άλλωστε αποδιοργάνωση του στρατού» (σελ. 27). Οι μπολσεβίκοι, κατά τη γνώμη του Kάουτσκι, δεν έπρεπε να πάρουν την εξουσία, αλλά ν’ αρκεστούν στη Συντακτική.

Έτσι, ο διεθνισμός του Kάουτσκι και των μενσεβίκων συνίσταται στο εξής: ν’ απαιτούμε μεταρρυθμίσεις από την ιμπεριαλιστική αστική κυβέρνηση, αλλά να εξακολουθούμε να την υποστηρίζουμε, να εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε τον πόλεμο που κάνει η κυβέρνηση αυτή, ώσπου να δεχτούν όλοι οι εμπόλεμοι το σύνθημα: χωρίς προσαρτήσεις και επανορθώσεις. Αυτή την άποψη την εκφράσανε επανειλημμένα και ο Tουράτι, και οι καουτσκικοί (Xάαζε και άλλοι), και ο Λονγκέ και Σία, δηλώνοντας: εμείς είμαστε υπέρ της «υπεράσπισης της πατρίδας».

Θεωρητικά αυτό αποτελεί πλήρη ανικανότητα να ξεκόψει κανείς από τους σοσιαλσοβινιστές και πλήρη σύγχυση στο ζήτημα της υπεράσπισης της πατρίδας. Πολιτικά σημαίνει υποκατάσταση του διεθνισμού με ένα μικροαστικό εθνικισμό και πέρασμα με το μέρος του ρεφορμισμού, απάρνηση της επανάστασης.

Από την άποψη του προλεταριάτου η παραδοχή της «υπεράσπισης της πατρίδας» σημαίνει δικαίωση του σημερινού πολέμου, παραδοχή του νόμιμου αυτού του πολέμου. Και επειδή ο πόλεμος παραμένει ιμπεριαλιστικός (και επί μοναρχίας και επί δημοκρατίας) –ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται τα εχθρικά στρατεύματα στην προκείμενη στιγμή, στη δική μου χώρα ή σε ξένη– η παραδοχή της υπεράσπισης της πατρίδας σημαίνει στην πράξη υποστήριξη της ιμπεριαλιστικής, ληστρικής αστικής τάξης, πλήρη προδοσία του σοσιαλισμού. Στη Ρωσία, ο πόλεμος εξακολουθούσε να είναι ιμπεριαλιστικός και επί Kερένσκι, στην αστική δημοκρατία, γιατί τον έκανε η αστική τάξη, σαν τάξη κυρίαρχη (και ο πόλεμος είναι η «συνέχιση της πολιτικής»)· και ιδιαίτερα παραστατική έκφραση του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα του πολέμου ήταν οι μυστικές συνθήκες για το μοίρασμα του κόσμου και την καταλήστευση ξένων χωρών, που είχε υπογράψει ο πρώην τσάρος με τους κεφαλαιοκράτες της Αγγλίας και της Γαλλίας.

Οι μενσεβίκοι, αποκαλώντας τον πόλεμο αυτό πόλεμο αμυντικό ή επαναστατικό, εξαπατούσαν αισχρά το λαό, και ο Kάουτσκι, επιδοκιμάζοντας την πολιτική των μενσεβίκων, επιδοκιμάζει την εξαπάτηση του λαού, επιδοκιμάζει το ρόλο των μικροαστών, που υπηρετούσαν το κεφάλαιο, εξαπατώντας τους εργάτες, δένοντάς τους στο άρμα των ιμπεριαλιστών. O Kάουτσκι ασκεί μια τυπικά μικροαστική, φιλισταϊκή πολιτική, όταν φαντάζεται (και εμπνέει στις μάζες την παράλογη ιδέα) ότι η προβολή ενός συνθήματος μπορεί ν’ αλλάξει τα πράγματα. Όλη η ιστορία της αστικής δημοκρατίας ανατρέπει αυτή την αυταπάτη: για να εξαπατήσουν το λαό, οι αστοί δημοκράτες λάνσαραν και λανσάρουν πάντα κάθε λογής «συνθήματα». Το ζήτημα είναι να ελέγχεις την ειλικρίνειά τους, ν’ αντιπαραβάλλεις τα λόγια με τα έργα, να μην ικανοποιείσαι με μια ιδεαλιστική ή τσαρλατάνικη φρασεολογία, μα να ψάχνεις να βρεις την ταξική πραγματικότητα. O ιμπεριαλιστικός πόλεμος δεν παύει να είναι ιμπεριαλιστικός, όταν οι τσαρλατάνοι ή οι φρασεολόγοι ή οι μικροαστοί-φιλισταίοι λανσάρουν ένα γλυκανάλατο «σύνθημα», – αλλά μόνο όταν η τάξη, που διεξάγει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και συνδέεται μαζί του με εκατομμύρια οικονομικά νήματα (αν όχι με παλαμάρια), ανατραπεί στην πράξη, και όταν τη θέση της στην εξουσία την πάρει η πραγματικά επαναστατική τάξη, το προλεταριάτο. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει για να γλιτώσουμε από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο – καθώς κι από μια ιμπεριαλιστική ληστρική ειρήνη.

O Kάουτσκι, επιδοκιμάζοντας την εξωτερική πολιτική των μενσεβίκων, χαρακτηρίζοντάς τη διεθνιστική και τσιμερβαλντική, δείχνει μ’ αυτό, πρώτο, όλη τη σαπίλα της οπορτουνιστικής πλειοψηφίας του Tσίμερβαλντ (άδικα δε χωρίσαμε εμείς, η Αριστερά του Tσίμερβαλντ1, αμέσως από μια τέτοια πλειοψηφία!), και δεύτερο –και το σπουδαιότερο– ο Kάουτσκι περνά από τη θέση του προλεταριάτου στη θέση της μικροαστικής τάξης, από την επαναστατική θέση στη ρεφορμιστική θέση.

Το προλεταριάτο αγωνίζεται για την επαναστατική ανατροπή της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης, η μικροαστική τάξη για τη ρεφορμιστική «τελειοποίηση» του ιμπεριαλισμού, για την προσαρμογή σ’ αυτόν, με την υποταγή σ’ αυτόν. Όταν ο Kάουτσκι ήταν ακόμα μαρξιστής, λ.χ., το 1909, τότε που έγραφε το Δρόμο προς την εξουσία, υποστήριζε ακριβώς την ιδέα ότι η επανάσταση είναι αναπόφευκτη συνέπεια του πολέμου, έλεγε ότι πλησιάζει η εποχή των επαναστάσεων. H διακήρυξη της Βασιλείας του 19122 μιλάει καθαρά και συγκεκριμένα για την προλεταρική επανάσταση σε συνάρτηση μ’ αυτόν τον ίδιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο ανάμεσα στη γερμανική και στην αγγλική ομάδα, που και ξέσπασε το 1914. Και το 1918, όταν άρχισαν οι επαναστάσεις σε συνάρτηση με τον πόλεμο, ο Kάουτσκι, αντί να καθίσει να εξηγήσει το αναπόφευκτό τους, αντί να μελετήσει και να βασανίσει σ’ όλο της το βάθος την επαναστατική τακτική, τα μέσα και τις μεθόδους προετοιμασίας εν όψει της επανάστασης, άρχισε ν’ αποκαλεί διεθνισμό τη ρεφορμιστική τακτική των μενσεβίκων. Αυτό δεν είναι μήπως αποστασία;

O Kάουτσκι επαινεί τους μενσεβίκους γιατί επέμεναν να παραμείνει ο στρατός επί ποδός πολέμου. Κατακρίνει τους μπολσεβίκους γιατί επιτείνανε τη μεγάλη άλλωστε «αποδιοργάνωση του στρατού». Αυτό σημαίνει ότι επαινεί το ρεφορμισμό και την υποταγή στην ιμπεριαλιστική αστική τάξη, ότι κατακρίνει την επανάσταση, ότι την απαρνιέται. Γιατί η διατήρηση του στρατού επί ποδός πολέμου επί Kερένσκι σήμαινε και ήταν διατήρηση στρατού με αστική διοίκηση (έστω και δημοκρατική). Όλος ο κόσμος ξέρει –και η πορεία των γεγονότων το επιβεβαίωσε περίτρανα– ότι αυτός ο δημοκρατικός στρατός διατηρούσε το κορνιλοφικό πνεύμα λόγω της κορνιλοφικής σύνθεσης του σώματος των αξιωματικών του. Oι αστοί αξιωματικοί δεν μπορούσαν να μην είναι κορνιλοφικοί, δεν μπορούσαν να μην κλίνουν προς τον ιμπεριαλισμό, προς τη βίαιη κατάπνιξη του προλεταριάτου. N’ αφήνει άθιχτες όλες τις βάσεις του ιμπεριαλιστικού πολέμου, όλες τις βάσεις της αστικής δικτατορίας, να διορθώνει λεπτομέρειες, να εξωραΐζει ψιλοπράγματα («μεταρρυθμίσεις») – να σε τι κατάληγε στην πράξη η τακτική των μενσεβίκων.

Και αντίστροφα. Καμιά μεγάλη επανάσταση δεν μπορούσε και ούτε μπορεί να μη συνοδεύεται από «αποδιοργάνωση» του στρατού. Γιατί ο στρατός είναι το πιο αποστεωμένο όργανο υποστήριξης του παλιού καθεστώτος, το πιο γερό στήριγμα της αστικής πειθαρχίας, ένα όργανο προστασίας της κυριαρχίας του κεφαλαίου, διατήρησης και καλλιέργειας του πνεύματος της δουλικής υπακοής και υποταγής των εργαζομένων στο κεφάλαιο. H αντεπανάσταση ποτέ δεν ανέχτηκε και δεν μπορούσε ν’ ανεχτεί την ύπαρξη εξοπλισμένων εργατών δίπλα στο στρατό. Στη Γαλλία –έγραφε ο Ένγκελς– ύστερα από κάθε επανάσταση, οι εργάτες ήταν εξοπλισμένοι. «Γι’ αυτό, για τους αστούς που κρατούσαν το τιμόνι του κράτους πρωταρχική επιταγή ήταν ν’ αφοπλιστούν οι εργάτες.»3 Οι εξοπλισμένοι εργάτες ήταν το έμβρυο του νέου στρατού, ένας οργανωμένος πυρήνας του νέου κοινωνικού καθεστώτος. Η πρωταρχική επιταγή της αστικής τάξης ήταν να συντριβεί αυτός ο πυρήνας, να μην αφεθεί ν’ αναπτυχθεί. H πρωταρχική επιταγή κάθε νικηφόρας επανάστασης –ο Μαρξ και ο Ένγκελς το τόνισαν επανειλημμένα– ήταν: να συντριβεί ο παλιός στρατός, να διαλυθεί, να αντικατασταθεί με έναν καινούργιο.4 Μια νέα κοινωνική τάξη, ανερχόμενη προς την κυριαρχία, δεν μπορούσε ποτέ και δεν μπορεί και τώρα να φτάσει σ’ αυτή την κυριαρχία και να τη στερεώσει με άλλο τρόπο, παρά αποσυνθέτοντας ολότελα τον παλιό στρατό («αποδιοργάνωση» – ουρλιάζουν μ’ αυτή την αφορμή οι αντιδραστικοί ή απλώς οι δειλοί μικροαστοί)· παρά περνώντας μια δυσκολότατη και βασανιστική περίοδο χωρίς κανένα στρατό (τη βασανιστική περίοδο την πέρασε και η μεγάλη γαλλική επανάσταση)· παρά δημιουργώντας σιγά-σιγά, μέσα σε σκληρό εμφύλιο πόλεμο, νέο στρατό, νέα πειθαρχία, νέα στρατιωτική οργάνωση της νέας τάξης. Άλλοτε ο ιστορικός Kάουτσκι το καταλάβαινε αυτό. O αποστάτης Kάουτσκι το έχει ξεχάσει.

Με ποιο δικαίωμα ο Kάουτσκι ονομάζει τους Σάιντεμαν «κυβερνητικούς σοσιαλιστές», όταν επιδοκιμάζει την τακτική των μενσεβίκων στη ρωσική επανάσταση; Οι μενσεβίκοι, υποστηρίζοντας τον Kερένσκι, μπαίνοντας στην κυβέρνησή του, ήταν ακριβώς το ίδιο κυβερνητικοί σοσιαλιστές. O Kάουτσκι δε θα μπορέσει με κανέναν τρόπο να ξεφύγει απ’ αυτό το συμπέρασμα, αν δοκιμάσει απλώς να θέσει το ζήτημα της κυρίαρχης τάξης, που κάνει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. O Kάουτσκι, όμως, αποφεύγει να θέσει το ζήτημα της κυρίαρχης τάξης, ζήτημα υποχρεωτικό για έναν μαρξιστή, γιατί και μόνη η τοποθέτηση αυτού του ζητήματος θα ξεσκέπαζε τον αποστάτη.

Οι καουτσκικοί στη Γερμανία, οι λονγκετιστές στη Γαλλία, οι Tουράτι και Σία στην Ιταλία κάνουν τον εξής συλλογισμό: ο σοσιαλισμός προϋποθέτει την ισότητα και την ελευθερία των εθνών, την αυτοδιάθεσή τους· γι’ αυτό, όταν η χώρα μας δέχεται επίθεση ή όταν τα εχθρικά στρατεύματα εισβάλλουν στο έδαφός μας, οι σοσιαλιστές έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να υπερασπίζουν την πατρίδα. Μα ένας τέτοιος συλλογισμός, θεωρητικά, είναι είτε κατάφωρος εμπαιγμός του σοσιαλισμού είτε ταχυδακτυλουργική υπεκφυγή. Πρακτικά-πολιτικά δε, ένας τέτοιος συλλογισμός συμπίπτει με το συλλογισμό ενός εντελώς αμόρφωτου μουζίκου, που δεν μπορεί ούτε καν να σκεφτεί για τον κοινωνικό, για τον ταξικό χαρακτήρα του πολέμου και για τα καθήκοντα του επαναστατικού κόμματος σε καιρό αντιδραστικού πολέμου.

O σοσιαλισμός αντιτίθεται στην άσκηση βίας πάνω στα έθνη. Αυτό είναι αδιαφιλονίκητο. O σοσιαλισμός, όμως, είναι, γενικά, ενάντια στη βία πάνω στους ανθρώπους. Ωστόσο, εκτός από τους χριστιανούς αναρχικούς και τους τολστοϊκούς, κανένας δεν έχει βγάλει ακόμα από δω το συμπέρασμα ότι ο σοσιαλισμός αντιτίθεται στην επαναστατική βία. Συνεπώς, να μιλάς για «βία» γενικά, χωρίς ν’ αναλύεις τους όρους που ξεχωρίζουν την αντιδραστική βία από την επαναστατική, σημαίνει ότι είσαι μικροαστός που απαρνιέται την επανάσταση, ή σημαίνει ότι απλούστατα εξαπατάς τον εαυτό σου και τους άλλους με σοφιστείες.

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την άσκηση βίας πάνω στα έθνη. Κάθε πόλεμος αποτελεί άσκηση βίας πάνω στα έθνη, αυτό, όμως, δεν εμποδίζει τους σοσιαλιστές να είναι υπέρ του επαναστατικού πολέμου. O ταξικός χαρακτήρας του πολέμου – αυτό είναι το βασικό ζήτημα που μπαίνει μπροστά σε κάθε σοσιαλιστή (αν δεν είναι αποστάτης). O ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1918 είναι πόλεμος ανάμεσα σε δυο ομάδες της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης για το μοίρασμα του κόσμου, για το μοίρασμα της λείας, για την καταλήστευση και την κατάπνιξη των μικρών και αδύνατων εθνών. Αυτή την εκτίμηση έδωσε για τον πόλεμο η διακήρυξη της Βασιλείας το 1912, και η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώθηκε από τα γεγονότα. Όποιος απομακρύνεται απ’ αυτή την άποψη για τον πόλεμο, αυτός δεν είναι σοσιαλιστής.

Αν ένας Γερμανός επί Γουλιέλμου ή ένας Γάλλος επί Kλεμανσό λέει: σαν σοσιαλιστής έχω το δικαίωμα και την υποχρέωση να υπερασπίσω την πατρίδα, όταν ο εχθρός εισβάλλει στη χώρα μου, αυτό δεν είναι συλλογισμός σοσιαλιστή, διεθνιστή, επαναστάτη προλετάριου, μα μικροαστού-εθνικιστή. Γιατί στο συλλογισμό αυτό εξαφανίζεται ο ταξικός επαναστατικός αγώνας του εργάτη ενάντια στο κεφάλαιο, εξαφανίζεται η εκτίμηση του πολέμου στο σύνολό του, από την άποψη της παγκόσμιας αστικής τάξης και του παγκόσμιου προλεταριάτου, δηλαδή εξαφανίζεται ο διεθνισμός, και δε μένει παρά ένας κακομοιριασμένος, αρτηριοσκληρωμένος εθνικισμός. Αδικούν τη χώρα μου, τ’ άλλα δε μ’ ενδιαφέρουν – να πού καταλήγει ένας τέτοιος συλλογισμός, να πού βρίσκεται η μικροαστική-εθνικιστική του στενότητα. Είναι το ίδιο σαν να συλλογιζόταν κανείς προκειμένου για μια ατομική περίπτωση άσκησης βίας, πάνω σ’ ένα άτομο: ο σοσιαλισμός είναι ενάντια στη βία, γι’ αυτό προτιμώ να κάνω προδοσία, παρά να καθίσω φυλακή.

O Γάλλος, ο Γερμανός ή ο Ιταλός που λέει: ο σοσιαλισμός είναι ενάντια στην άσκηση βίας πάνω στα έθνη, γι’ αυτό αμύνομαι, όταν ο εχθρός εισβάλλει στη χώρα μου, αυτός προδίνει το σοσιαλισμό και το διεθνισμό. Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος βλέπει μονάχα τη «χώρα» του, βάζει πάνω απ’ όλα τη «δική του»... αστική τάξη, χωρίς να σκέφτεται τους διεθνείς δεσμούς που κάνουν τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό, που κάνουν τη δική του αστική τάξη έναν κρίκο στην αλυσίδα της ιμπεριαλιστικής ληστείας.

Όλοι οι μικροαστοί και όλοι οι στενοκέφαλοι και αμόρφωτοι μουζίκοι κρίνουν κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κρίνουν οι αποστάτες καουτσκικοί, οι λονγκετιστές, οι Tουράτι και Σία, συγκεκριμένα: ο εχθρός βρίσκεται στη χώρα μου, τίποτε άλλο δε με ενδιαφέρει.5

O σοσιαλιστής, ο επαναστάτης προλετάριος, ο διεθνιστής σκέφτεται διαφορετικά: ο χαρακτήρας ενός πολέμου (αν είναι αντιδραστικός ή επαναστατικός) δεν εξαρτάται από το ποιος επιτέθηκε και σε τίνος χώρα βρίσκεται ο «εχθρός», αλλά από το ποια τάξη διεξάγει τον πόλεμο, ποιας πολιτικής συνέχεια αποτελεί ο πόλεμος αυτός. Αν ο πόλεμος αυτός είναι αντιδραστικός ιμπεριαλιστικός πόλεμος, αν δηλαδή διεξάγεται ανάμεσα σε δυο παγκόσμιες ομάδες της ιμπεριαλιστικής, καταπιεστικής, ληστρικής αντιδραστικής αστικής τάξης, τότε κάθε αστική τάξη (ακόμα και μιας μικρής χώρας) μετατρέπεται σε μέτοχο της ληστείας, και το καθήκον μου, καθήκον εκπροσώπου του επαναστατικού προλεταριάτου, είναι να ετοιμάσω την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση, μοναδική σωτηρία από τις φρικαλεότητες του παγκόσμιου μακελειού. Δεν πρέπει να κρίνω από την άποψη της «δικής μου» χώρας (γιατί έτσι κρίνει ένας άθλιος κουφιοκεφαλάκιας μικροαστός εθνικιστής, που δεν καταλαβαίνει ότι είναι παιχνιδάκι στα χέρια της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης), αλλά από την άποψη της συμμετοχής μου στην προετοιμασία, στην προπαγάνδιση, στην επιτάχυνση της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης.

Να τι είναι διεθνισμός, να ποιο είναι το καθήκον του διεθνιστή, του επαναστάτη εργάτη, του αληθινού σοσιαλιστή. Να ποια αλφαβήτα «ξέχασε» ο αποστάτης Kάουτσκι. Και η αποστασία του γίνεται ακόμα πιο φανερή, όταν από την επιδοκιμασία της τακτικής των μικροαστών εθνικιστών (των μενσεβίκων στη Ρωσία, των λονγκετιστών στη Γαλλία, των Tουράτι στην Ιταλία, των Xάαζε και Σίας στη Γερμανία) προχωρεί στην κριτική της μπολσεβίκικης τακτικής. Να αυτή η κριτική:

«H μπολσεβίκικη επανάσταση είχε στηριχτεί στην υπόθεση ότι θ’ αποτελέσει την αφετηρία μιας γενικής ευρωπαϊκής επανάστασης, ότι η τολμηρή πρωτοβουλία της Ρωσίας θ’ αποτελέσει παρόρμηση για να ξεσηκωθούν οι προλετάριοι όλης της Ευρώπης.

Με μια τέτοια υπόθεση ήταν, βέβαια, αδιάφορο ποιες μορφές θα πάρει η ρωσική χωριστή ειρήνη, τι βάρη και απώλειες εδαφών (κατά λέξη: ακρωτηριασμοί ή κολοβώματα, Verstümmelungen) θα φέρει στο ρωσικό λαό, τι ερμηνεία θα δώσει στην αυτοδιάθεση των εθνών. Τότε ήταν επίσης αδιάφορο αν η Ρωσία είναι ή όχι σε θέση να αμυνθεί. H ευρωπαϊκή επανάσταση θ’ αποτελούσε, απ’ αυτή την άποψη, την καλύτερη υπεράσπιση της ρωσικής επανάστασης, θα έδινε πλήρη και αληθινή αυτοδιάθεση σε όλους τους λαούς των πρώην εδαφών της Ρωσίας.

Μια επανάσταση στην Ευρώπη, που θα ’φερνε εκεί το σοσιαλισμό και θα τον στέριωνε, έμελλε κατ’ ανάγκην ν’ αποβεί και το μέσο για την απομάκρυνση των εμποδίων που έβαζε η οικονομική καθυστέρηση της χώρας στην πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής παραγωγής στη Ρωσία.

Όλα αυτά είναι πολύ λογικά και καλά θεμελιωμένα, μόνο αν δεχτούμε τη βασική υπόθεση: ότι η ρωσική επανάσταση θα προκαλέσει αναπότρεπτα την ευρωπαϊκή επανάσταση. Αλλά τι θα γίνει στην περίπτωση που δε θα συμβεί αυτό;

Ως τώρα η υπόθεση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε. Και τώρα οι προλετάριοι της Ευρώπης κατηγορούνται ότι εγκατέλειψαν και πρόδωσαν τη ρωσική επανάσταση. Πρόκειται για κατηγορία εναντίον αγνώστων, γιατί σε ποιον θα καταλογιστεί η ευθύνη για τη διαγωγή του ευρωπαϊκού προλεταριάτου;» (σελ. 28).

Και ο Kάουτσκι ξαναμασάει τα χιλιοειπωμένα ότι ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Μπέμπελ πολλές φορές γελάστηκαν σχετικά με τον ερχομό της επανάστασης που περίμεναν, ποτέ, όμως, δε στήριξαν την τακτική τους στην αναμονή της επανάστασης «σε τακτή προθεσμία» (σελ. 29), ενώ οι μπολσεβίκοι, καθώς λέει, «τα έπαιξαν όλα σ’ ένα χαρτί, στο χαρτί της γενικής ευρωπαϊκής επανάστασης».

Αντιγράψαμε επίτηδες μια τόσο μακροσκελή περικοπή για να δείξουμε παραστατικά στον αναγνώστη πόσο «επιτήδεια» παραποιεί το μαρξισμό ο Kάουτσκι, υποκαθιστώντας τον με μια αγοραία και αντιδραστική μικροαστική αντίληψη.

Πρώτο, ν’ αποδίδεις στον αντίπαλό σου μια ολοφάνερη ανοησία, για να την αναιρέσεις κατόπι, είναι μέθοδος όχι και πολύ έξυπνων ανθρώπων. Aν οι μπολσεβίκοι στήριζαν την τακτική τους στην αναμονή της επανάστασης στις άλλες χώρες σε τακτή προθεσμία, θα διέπρατταν μια αναμφισβήτητη ανοησία. Το μπολσεβίκικο κόμμα, όμως, δε διέπραξε αυτή την ανοησία: στο γράμμα μου προς τους Αμερικανούς εργάτες (20.VIII.1918) αποκρούω κατηγορηματικά αυτή την ανοησία, λέγοντας ότι υπολογίζουμε στην αμερικανική επανάσταση, αλλά όχι σε τακτή προθεσμία. Στην πολεμική μου ενάντια στους αριστερούς εσέρους και τους «αριστερούς κομμουνιστές» (Γενάρης–Μάρτης 1918) ανέπτυξα επανειλημμένα την ίδια ιδέα. O Kάουτσκι διέπραξε μια μικρή... πολύ μικρή ταχυδακτυλουργία, και πάνω σ’ αυτή στήριξε την κριτική του κατά του μπολσεβικισμού. O Kάουτσκι έβαλε στο ίδιο τσουβάλι την τακτική που αποβλέπει στην ευρωπαϊκή επανάσταση σε μια λίγο-πολύ κοντινή, όχι όμως τακτή προθεσμία, με την τακτική που αποβλέπει στην ευρωπαϊκή επανάσταση σε τακτή προθεσμία. Μια μικρή παραχάραξη, πολύ μικρή!

H δεύτερη τακτική είναι ανοησία. H πρώτη είναι υποχρεωτική για ένα μαρξιστή, για κάθε επαναστάτη προλετάριο και διεθνιστή – υποχρεωτική, γιατί μόνο αυτή υπολογίζει μαρξιστικά σωστά την αντικειμενική κατάσταση σ’ όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, που δημιουργεί ο πόλεμος, μόνο αυτή ανταποκρίνεται στα διεθνιστικά καθήκοντα του προλεταριάτου.

Υποκαθιστώντας το μεγάλο ζήτημα των βάσεων της επαναστατικής τακτικής γενικά με το μικρό ζήτημα του λάθους, που θα μπορούσαν να κάνουν οι επαναστάτες-μπολσεβίκοι, μα που δεν το ’καναν, ο Kάουτσκι απαρνήθηκε αισίως την επαναστατική τακτική γενικά!

Αποστάτης στην πολιτική, ο Kάουτσκι στη θεωρία δεν ξέρει ούτε και να θέσει το ζήτημα των αντικειμενικών προϋποθέσεων της επαναστατικής τακτικής.

Κι εδώ φτάσαμε στο δεύτερο σημείο.

Δεύτερο. Είναι υποχρεωτικό για ένα μαρξιστή να υπολογίζει στην ευρωπαϊκή επανάσταση, αν υπάρχει επαναστατική κατάσταση. Αποτελεί στοιχειώδη αλήθεια του μαρξισμού το ότι η τακτική του σοσιαλιστικού προλεταριάτου δεν μπορεί να ’ναι η ίδια όταν υπάρχει επαναστατική κατάσταση και όταν δεν υπάρχει.

Αν ο Kάουτσκι είχε θέσει αυτό το ερώτημα, ερώτημα υποχρεωτικό για ένα μαρξιστή, θα έβλεπε ότι η απάντηση στρέφεται αναμφισβήτητα εναντίον του. Πολύ πριν από τον πόλεμο, όλοι οι μαρξιστές, όλοι οι σοσιαλιστές ήταν σύμφωνοι πως ο ευρωπαϊκός πόλεμος θα δημιουργήσει επαναστατική κατάσταση. Όταν ο Kάουτσκι δεν ήταν ακόμα αποστάτης, το είχε αναγνωρίσει αυτό καθαρά και συγκεκριμένα – και το 1902 (στο έργο του H κοινωνική επανάσταση) και το 1909 (στο έργο του O δρόμος προς την εξουσία). H διακήρυξη της Βασιλείας εν ονόματι όλης της II Διεθνούς το είχε αναγνωρίσει: οι σοσιαλσοβινιστές και οι καουτσκικοί (οι «κεντριστές», οι άνθρωποι που ταλαντεύονται ανάμεσα στους επαναστάτες και στους οπορτουνιστές) όλων των χωρών έχουν λόγο να φοβούνται σαν τη φωτιά τα αντίστοιχα σημεία της διακήρυξης της Βασιλείας!

Συνεπώς, η αναμονή επαναστατικής κατάστασης στην Ευρώπη δεν ήταν φαντασιοπληξία των μπολσεβίκων, αλλά γενική γνώμη όλων των μαρξιστών. Αν ο Kάουτσκι πάει να ξεφύγει απ’ αυτή την αναμφισβήτητη αλήθεια με φράσεις σαν και τούτη ότι οι μπολσεβίκοι «πίστευαν πάντα στην παντοδυναμία της βίας και της θέλησης», εμείς λέμε ότι αυτή είναι ακριβώς μια κούφια φράση, που πάει να συγκαλύψει τη φυγή –φυγή επαίσχυντη– του Kάουτσκι μπρος στην τοποθέτηση του ζητήματος της επαναστατικής κατάστασης.

Παρακάτω. Δημιουργήθηκε στην πραγματικότητα επαναστατική κατάσταση ή όχι; O Kάουτσκι αποδείχτηκε ανίκανος να θέσει και αυτό το ερώτημα. Απάντηση σ’ αυτό δίνουν τα οικονομικά γεγονότα: η πείνα και η ερήμωση, που προκάλεσε παντού ο πόλεμος, είναι σημάδια επαναστατικής κατάστασης. Στο ερώτημα αυτό δίνουν απάντηση και ορισμένα πολιτικά γεγονότα: ήδη από το 1915 εκδηλώθηκε ξεκάθαρα σ’ όλες τις χώρες ένα προτσές διάσπασης των παλιών, σαπισμένων, σοσιαλιστικών κομμάτων, ένα προτσές απομάκρυνσης των μαζών του προλεταριάτου από τους σοσιαλσοβινιστές ηγέτες και προσανατολισμού τους προς τα αριστερά, προς τις επαναστατικές ιδέες και διαθέσεις, προς τους επαναστάτες ηγέτες.

Στις 5 του Αυγούστου 1918, τότε που έγραφε την μπροσούρα του ο Kάουτσκι, μπορούσε να μη βλέπει αυτά τα γεγονότα μόνο ένας άνθρωπος που φοβάται την επανάσταση και την προδίνει. Τώρα, όμως, στα τέλη του Οκτώβρη 1918, η επανάσταση αναπτύσσεται μπροστά στα μάτια όλων σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης, και μάλιστα πολύ γοργά. O «επαναστάτης» Kάουτσκι, που θέλει να τον θεωρούν μαρξιστή όπως και πρώτα, αποδείχτηκε κοντόφθαλμος φιλισταίος που –σαν τους φιλισταίους του 1847, που κορόιδευε ο Μαρξ– δεν είδε την επανάσταση που πλησιάζει!

Φτάσαμε στο τρίτο σημείο.

Τρίτο. Ποιες είναι οι ιδιομορφίες της επαναστατικής τακτικής, με τον όρο ότι υπάρχει επαναστατική κατάσταση στην Ευρώπη; O Kάουτσκι, που έγινε αποστάτης, φοβήθηκε να θέσει αυτό το ερώτημα, ερώτημα υποχρεωτικό για ένα μαρξιστή. O Kάουτσκι κρίνει σαν τυπικός φιλισταίος μικροαστός, ή σαν αμόρφωτος χωριάτης: έφτασε η «γενική επανάσταση στην Ευρώπη» ή όχι; Αν έφτασε, τότε είναι κι αυτός έτοιμος να γίνει επαναστάτης! Μα τότε –θα παρατηρήσουμε εμείς– το κάθε κάθαρμα (σαν τους παλιανθρώπους, που καμιά φορά καταφέρνουν να τρυπώσουν τώρα ανάμεσα στους νικητές μπολσεβίκους) θ’ αρχίσει να αυτοκηρύσσεται επαναστάτης!

Αν όχι, τότε ο Kάουτσκι γυρίζει τις πλάτες στην επανάσταση! O Kάουτσκι δεν καταλαβαίνει διόλου την αλήθεια ότι αυτό που ξεχωρίζει τον επαναστάτη μαρξιστή από το φιλισταίο και το μικροαστό είναι η ικανότητα να προπαγανδίζει στις αμόρφωτες μάζες την ανάγκη της επανάστασης που ωριμάζει, ν’ αποδείχνει το αναπόφευκτό της, να εξηγεί την ωφελιμότητά της για το λαό, να ετοιμάζει το προλεταριάτο και όλες τις εργαζόμενες και υφιστάμενες την εκμετάλλευση μάζες γι’ αυτή.

O Kάουτσκι απέδωσε στους μπολσεβίκους τον παραλογισμό ότι τα έχουν παίξει όλα σ’ ένα χαρτί, λογαριάζοντας ότι η ευρωπαϊκή επανάσταση θα επέλθει μέσα σε τακτή προθεσμία. Αυτός ο παραλογισμός στράφηκε ενάντια στον Kάουτσκι, γιατί ακριβώς απ’ αυτά που είπε ο ίδιος βγαίνει ότι: η τακτική των μπολσεβίκων θα ’ταν σωστή, αν η ευρωπαϊκή επανάσταση είχε ξεσπάσει στις 5 Αυγούστου 1918! Ακριβώς αυτή την ημερομηνία αναφέρει ο Kάουτσκι σαν ημερομηνία συγγραφής της μπροσούρας του. Κι όταν μερικές βδομάδες ύστερα απ’ αυτή την 5 Αυγούστου έγινε φανερό ότι η επανάσταση επέρχεται σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες, τότε όλη η αποστασία του Kάουτσκι, όλη η πλαστογράφηση του μαρξισμού από μέρους του, όλη η ανικανότητά του να κρίνει επαναστατικά, ακόμα και να θέτει τα ζητήματα επαναστατικά, φανερώθηκαν σ’ όλη τους τη λαμπρότητα!

Όταν οι προλετάριοι της Ευρώπης κατηγορούνται για προδοσία –γράφει ο Kάουτσκι– πρόκειται για κατηγορία εναντίον αγνώστων.

Κάνετε λάθος, κύριε Kάουτσκι! Κοιτάξτε στον καθρέφτη και θα δείτε αυτούς τους «άγνωστους», που εναντίον τους στρέφεται αυτή η κατηγορία. O Kάουτσκι παρασταίνει τον αφελή, καμώνεται πως δεν καταλαβαίνει ποιος διατύπωσε μια τέτοια κατηγορία και ποιο είναι το νόημά της. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Kάουτσκι ξέρει περίφημα ότι την κατηγορία αυτή τη διατύπωσαν και τη διατυπώνουν οι Γερμανοί «αριστεροί», οι σπαρτακιστές6, ο Λίμπκνεχτ και οι φίλοι του. H κατηγορία αυτή εκφράζει τη σαφή συνείδηση του γεγονότος ότι το γερμανικό προλεταριάτο διέπραττε προδοσία απέναντι στη ρωσική (και στη διεθνή) επανάσταση, όταν έπνιγε τη Φινλανδία, την Ουκρανία, τη Λετονία, την Εσθονία. H κατηγορία αυτή στρέφεται πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα όχι ενάντια στη μάζα, που είναι πάντα εξουθενωμένη, μα ενάντια στους ηγέτες εκείνους, που, σαν τους Σάιντεμαν και τους Kάουτσκι, δεν εκπλήρωναν το χρέος τους – να κάνουν επαναστατική ζύμωση, επαναστατική προπαγάνδα, επαναστατική δουλειά μέσα στις μάζες για να χτυπήσουν την αδράνειά τους, ενάντια στους ηγέτες εκείνους, που στην πραγματικότητα αντενεργούσαν στο επαναστατικό ένστικτο και στις προσδοκίες, που σιγοκαίνε πάντα στα κατάβαθα των μαζών της καταπιεζόμενης τάξης. Oι Σάιντεμαν πρόδιναν το προλεταριάτο άμεσα, βάναυσα, κυνικά, τις περισσότερες φορές για λόγους ιδιοτελείς, και περνούσαν με το μέρος της αστικής τάξης. Oι καουτσκικοί και οι λονγκετιστές έκαναν την ίδια δουλειά, ταλαντευόμενοι, παραπαίοντας, κοιτάζοντας περίφοβοι τους ισχυρούς της ημέρας. O Kάουτσκι, με όλα του τα γραφτά τον καιρό του πολέμου, έσβηνε το επαναστατικό πνεύμα, αντί να το προάγει και να το φουντώνει.

Θα μείνει αληθινό ιστορικό μνημείο μικροαστικής μωρίας του «μέσου» ηγέτη της επίσημης γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας το ότι ο Kάουτσκι ούτε καν καταλαβαίνει πόσο τεράστια θεωρητική σημασία και ακόμα μεγαλύτερη διαφωτιστική και προπαγανδιστική σημασία έχει η «κατηγορία» κατά των προλετάριων της Ευρώπης ότι πρόδωσαν τη ρωσική επανάσταση! O Kάουτσκι δεν καταλαβαίνει ότι η «κατηγορία» αυτή –στο καθεστώς λογοκρισίας της γερμανικής «αυτοκρατορίας»– είναι σχεδόν η μοναδική μορφή με την οποία ο Λίμπκνεχτ και οι φίλοι του, οι Γερμανοί σοσιαλιστές, που δεν πρόδωσαν το σοσιαλισμό, διατυπώνουν το κάλεσμά τους προς τους Γερμανούς εργάτες να πετάξουν τους Σάιντεμαν και τους Kάουτσκι, να παραμερίσουν τέτοιους «ηγέτες», να απαλλαγούν από το κήρυγμά τους που αποβλακώνει και εκχυδαΐζει, να σηκωθούν παρά τη θέληση αυτών των ηγετών, χωρίς αυτούς, πάνω απ’ τα κεφάλια τους, προς την επανάσταση, για την επανάσταση!

O Kάουτσκι δεν το καταλαβαίνει αυτό. Και πώς θα μπορούσε να καταλάβει την τακτική των μπολσεβίκων; Από έναν άνθρωπο, που απαρνιέται την επανάσταση γενικά, μπορείς να περιμένεις να ζυγίσει και να εκτιμήσει τους όρους εξέλιξης της επανάστασης σε μια από τις πιο «δύσκολες» περιπτώσεις;

H τακτική των μπολσεβίκων ήταν σωστή, ήταν η μοναδική διεθνιστική τακτική, γιατί δε στηριζόταν στο λιγόψυχο φόβο μπροστά στην παγκόσμια επανάσταση, στη μικροαστική «δυσπιστία» απέναντί της, στη στενή εθνικιστική επιθυμία να υπερασπίσει κανείς τη «δική του» πατρίδα (την πατρίδα της αστικής του τάξης) και να «φασκελώσει» όλα τα άλλα – μα στηριζόταν στη σωστή (γενικά αναγνωρισμένη πριν από τον πόλεμο, πριν από την αποστασία των σοσιαλσοβινιστών και των σοσιαλπασιφιστών) εκτίμηση της επαναστατικής κατάστασης της Ευρώπης. H τακτική αυτή ήταν η μοναδική διεθνιστική τακτική, γιατί επιδίωκε το ανώτατο που μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε μια χώρα για την ανάπτυξη, την υποστήριξη, την εκδήλωση της επανάστασης σ’ όλες τις χώρες. H τακτική αυτή στέφθηκε με τεράστια επιτυχία, γιατί ο μπολσεβικισμός (όχι χάρη στα προσόντα των Ρώσων μπολσεβίκων, αλλά χάρη στη βαθύτατη συμπάθεια που έδειχναν παντού οι μάζες προς μια τακτική, έμπρακτα επαναστατική) έγινε παγκόσμιος μπολσεβικισμός, έδωσε μια ιδεολογία, μια θεωρία, ένα πρόγραμμα, μια τακτική που διαφέρει συγκεκριμένα, πρακτικά από το σοσιαλσοβινισμό και το σοσιαλπασιφισμό. O μπολσεβικισμός έδωσε τη χαριστική βολή στη γερασμένη, σαπισμένη Διεθνή των Σάιντεμαν και των Kάουτσκι, των Pενοντέλ και των Λονγκέ, των Xέντερσον και των Μακντόναλντ, που τώρα θα μπλέκονται ο ένας στα πόδια του άλλου, ονειρευόμενοι την «ενότητα» και πασχίζοντας ν’ αναστήσουν ένα πτώμα. O μπολσεβικισμός δημιούργησε τις ιδεολογικές και τακτικές βάσεις της III Διεθνούς, της πραγματικά προλεταριακής και κομμουνιστικής, που παίρνει υπόψη και τις επιτεύξεις της ειρηνικής εποχής και την πείρα της εποχής των επαναστάσεων που έχει αρχίσει.

O μπολσεβικισμός εκλαΐκευσε σ’ όλο τον κόσμο την ιδέα της «δικτατορίας του προλεταριάτου», μετάφρασε αυτές τις λέξεις από τα λατινικά στην αρχή στα ρούσικα, κι έπειτα σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, δείχνοντας, με το παράδειγμα της σοβιετικής εξουσίας ότι οι εργάτες και οι φτωχοί αγρότες ακόμα και μιας χώρας καθυστερημένης, ακόμα και οι λιγότερο έμπειροι, οι λιγότερο μορφωμένοι, οι λιγότερο εξοικειωμένοι στην οργάνωση, ήταν σε θέση, ένα ολόκληρο χρόνο τώρα, συναντώντας τεράστιες δυσκολίες στην πάλη κατά των εκμεταλλευτών (που τους υποστήριζε η αστική τάξη όλου του κόσμου), να διατηρήσουν την εξουσία των εργαζομένων, να δημιουργήσουν μια δημοκρατία ασύγκριτα ανώτερη και πλατύτερη απ’ όλες τις προηγούμενες δημοκρατίες του κόσμου, ν’ αρχίσουν τη δημιουργική δουλειά δεκάδων εκατομμυρίων εργατών και αγροτών για την πρακτική εφαρμογή του σοσιαλισμού.

O μπολσεβικισμός συνέβαλε έμπρακτα στην ανάπτυξη της προλεταριακής επανάστασης στην Ευρώπη και στην Αμερική σε τέτοιο βαθμό, που κανένα κόμμα σε καμιά χώρα δεν είχε καταφέρει να συμβάλει ίσαμε σήμερα. Τη στιγμή που για τους εργάτες όλου του κόσμου γίνεται μέρα με τη μέρα όλο και πιο καθαρό ότι η τακτική των Σάιντεμαν και των Kάουτσκι δεν μπορούσε να τους γλιτώσει από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και από τη μισθωτή δουλεία στην ιμπεριαλιστική αστική τάξη, ότι η τακτική αυτή δεν μπορεί να χρησιμέψει σαν πρότυπο για όλες τις χώρες – την ίδια στιγμή για τις μάζες των προλετάριων όλων των χωρών γίνεται μέρα με τη μέρα όλο και πιο καθαρό ότι ο μπολσεβικισμός έδειξε το σωστό δρόμο για τη σωτηρία από τις φρικαλεότητες του πολέμου και του ιμπεριαλισμού, ότι ο μπολσεβικισμός αποτελεί κατάλληλο πρότυπο τακτικής για όλους.

Όχι μόνο η πανευρωπαϊκή, αλλά και η παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση ωριμάζει μπροστά στα μάτια όλων, και τη βοήθησε, την επιτάχυνε, την υποστήριξε η νίκη του προλεταριάτου στη Ρωσία. Όλα αυτά είναι λίγα για την πλήρη νίκη του σοσιαλισμού; Φυσικά είναι λίγα. Μια χώρα μόνη της δεν μπορεί να κάνει περισσότερα. Αλλά αυτή η χώρα, μόνη της, χάρη στη σοβιετική εξουσία, έκανε ωστόσο τόσα πολλά, που κι αν ακόμα ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός κατάφερνε αύριο να πνίξει τη ρωσική σοβιετική εξουσία, λόγου χάρη, με μια συμφωνία του γερμανικού ιμπεριαλισμού με τον αγγλογαλλικό, ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση –τη χειρότερη από τις χειρότερες– θα αποδεικνυόταν ότι η μπολσεβίκικη τακτική ωφέλησε πάρα πολύ το σοσιαλισμό και συνέβαλε στην ανάπτυξη της ακατανίκητης παγκόσμιας επανάστασης.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Β. Ι. Λένιν, Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2004, σελ. 81-98 και Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 37, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 291-305.

  1. «Αριστερά του Tσίμερβαλντ» – η αριστερή ομάδα του Tσίμερβαλντ· την είχε οργανώσει ο Λένιν στην πρώτη συνδιάσκεψη των διεθνιστών, που έγινε στις αρχές του Σεπτέμβρη (με το νέο ημερολόγιο) 1915 στο Tσίμερβαλντ (Ελβετία). O Λένιν χαρακτήρισε αυτή τη συνδιάσκεψη σαν «πρώτο βήμα» στην ανάπτυξη του διεθνούς κινήματος ενάντια στον πόλεμο. Στην αριστερή ομάδα του Tσίμερβαλντ μόνο οι μπολσεβίκοι, με επικεφαλής τον Λένιν, πήραν σωστή, ως το τέλος συνεπή θέση ενάντια στον πόλεμο. Στην ομάδα αυτή συμμετείχαν και ασυνεπείς διεθνιστές. Βλέπε κριτική των λαθών τους στα άρθρα του B. I. Λένιν «Για την μπροσούρα του Γιούνιους», «Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση» (Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 291-305, 306-344 (ελλην. έκδ., σελ. 312-327, 328-371)) και στο γράμμα του I. B. Στάλιν προς τη σύνταξη του περιοδικού Προλετάρσκαγια Pεβολιούτσια «Για μερικά ζητήματα της ιστορίας του μπολσεβικισμού» (I. B. Στάλιν, Ζητήματα του λενινισμού, 11η ρωσ. έκδ., σελ. 350-361 (ελλην. έκδ., σελ. 474-488).
  2. H διακήρυξη της Βασιλείας για τον πόλεμο ψηφίστηκε το 1912 στο έκτακτο συνέδριο της II Διεθνούς στη Βασιλεία. (Σχετικά με τη διακήρυξη, βλ. B. I. Λένιν, Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 21ος, σελ. 184-193, 278-279).
  3. O Λένιν παραθέτει περικοπή από την «Εισαγωγή» του Φ. Ένγκελς στην εργασία του K. Μαρξ «O εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (βλ. K. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Διαλεχτά έργα σε δυο τόμους, τόμ. I, ρωσ. έκδ. 1948, σελ. 435).
  4. Ό.π., σελ. 477, και στο K. Μαρξ, O εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 66.
  5. Στη διάρκεια του πολέμου οι σοσιαλσωβινιστές (οι Σάιντεμαν, οι Ρενοντέλ, οι Χέντερσον, οι Γκόμπερς και Σία) αρνούνται να κάνουν οποιαδήποτε συζήτηση για τη «Διεθνή». Θεωρούν «προδότες» του... σοσιαλισμού τους εχθρούς της «δικής τους» αστικής τάξης. Είναι υπέρ της κατακτητικής πολιτικής που ακολουθεί η δική τους αστική τάξη. Οι σοσιαλπασιφιστές (δηλαδή σοσιαλιστές στα λόγια, μικροαστοί πασιφιστές στην πράξη) εκδηλώνουν κάθε λογής «διεθνιστικά» συναισθήματα, εξεγείρονται ενάντια στις προσαρτήσεις κτλ. στην πράξη όμως εξακολουθούν να υποστηρίζουν τη δική τους ιμπεριαλιστική αστική τάξη. Η διαφορά ανάμεσα στους δυο αυτούς τύπους δεν είναι σοβαρή· μοιάζει με τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε έναν καπιταλιστή που λέει πικρόλογα και σε έναν καπιταλιστή που λέει γλυκόλογα.
  6. H Ένωση «Σπάρτακος» σχηματίστηκε στην περίοδο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, την 1η του Γενάρη 1916. Στις αρχές του πολέμου από αριστερούς Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες συγκροτήθηκε η ομάδα «H Διεθνής», που καθοδηγούνταν από τον K. Λίμπκνεχτ, τη P. Λούξεμπουργκ, τον Φ. Mέρινγκ, την K. Tσέτκιν κ.ά. H ομάδα αυτή άρχισε να ονομάζεται και ένωση «Σπάρτακος». Οι σπαρτακιστές διεξήγαν επαναστατική προπαγάνδα μέσα στις μάζες ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ξεσκέπαζαν την κατακτητική πολιτική του γερμανικού ιμπεριαλισμού και την προδοσία των ηγετών της σοσιαλδημοκρατίας. Οι σπαρτακιστές όμως, οι Γερμανοί αριστεροί, δεν είχαν απαλλαχτεί από τα μισομενσεβίκικα λάθη στα σπουδαιότερα προβλήματα της θεωρίας και της πολιτικής. H κριτική των λαθών των Γερμανών αριστερών γίνεται στα έργα του B. I. Λένιν: «Για την μπροσούρα του Γιούνιους» (βλ. Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 291-305 (ελλην. έκδ., σελ. 312-327)), «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον “ιμπεριαλιστικό οικονομισμό”» (βλ. Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 23ος, σελ. 16-64 (ελλην. έκδ., σελ. 18-72)) κ.ά., και στο γράμμα του I. B. Στάλιν προς τη σύνταξη του περιοδικού Προλετάρσκαγια Pεβολιούτσια «Για μερικά ζητήματα της ιστορίας του μπολσεβικισμού» (βλ. I. B. Στάλιν, Ζητήματα του λενινισμού, 11η ρωσ. έκδ., σελ. 350-361 (ελλην. έκδ., σελ. 374-388)). Τον Απρίλη του 1917, οι σπαρτακιστές προσχώρησαν στο Ανεξάρτητο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας, κόμμα του κέντρου, διατηρώντας την οργανωτική τους αυτοτέλεια. Ύστερα από την επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία, οι σπαρτακιστές ξέκοψαν από τους «ανεξάρτητους», και το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου ίδρυσαν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας.