Της Σύνταξης


ΚΟΜΕΠ

Η δυσκολία του αστικού πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί την κρίση το υποχρεώνει σε ελιγμούς και σε αξιοποίηση όλων των εφεδρειών του για εναλλακτικά σενάρια αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού, με σκοπό τον εγκλωβισμό της λαϊκής αγανάκτησης σε αντιδραστική κατεύθυνση.

Η βαθιά κρίση της ελληνικής οικονομίας και τα γενικότερα οικονομικά προβλήματα στην Ευρωζώνη διαμορφώνουν ένα πλαίσιο όξυνσης των αντιθέσεων ανάμεσα σε μονοπωλιακούς ομίλους, τμήματα της ελληνικής άρχουσας τάξης, εντός της ΕΕ και μεταξύ διαφορετικών ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Η όξυνση των αντιθέσεων σχετίζεται με τη δυσκολία διαχείρισης, με τον αναιμικό και εύθραυστο χαρακτήρα της ανάκαμψης μετά τη βαθιά και σχετικά συγχρονισμένη κρίση υπερσυσσώρευσης που εκδηλώθηκε στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία.

Οι εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ για το 2011 προβλέπουν επιβράδυνση στις ΗΠΑ, ύφεση στην Ιαπωνία, επιβράδυνση στην Κίνα και στην αύξηση των παγκόσμιων εμπορικών συναλλαγών συγκριτικά με το 2010.

Ειδικά σε σχέση με την Ελλάδα οι ανταγωνισμοί σχετίζονται και με τη γεωστρατηγική θέση της, τη διαπάλη ανάμεσα στις ΗΠΑ, δυνάμεις της ΕΕ , τη Ρωσία, την Κίνα κ.ά. για τον έλεγχο της περιοχής.

Η προσπάθεια συγκρότησης συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ - ΝΔ και λοιπών προθύμων, η οποία δεν ευοδώθηκε, οι αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, αντανακλούν υπαρκτές αντιθέσεις στο στρατόπεδο της άρχουσας τάξης, αλλά και σχεδιασμούς για την ανάσχεση της δυναμικής ανασύνταξης του εργατικού - λαϊκού κινήματος.

Οι αντιθέσεις αυτές παίρνουν τη μορφή της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε επιμέρους μέτρα, ρυθμίσεις που αφορούν τη φορολογία, παρ’ όλο που δεν αμφισβητούνται οι στρατηγικοί στόχοι των Μνημονίων Ι και ΙΙ.

Η ΝΔ επικεντρώνει την κριτική της στην αναποτελεσματικότητα της πολιτικής διαχείρισης του ΠΑΣΟΚ, στην ενδοτική στάση της απέναντι στους δανειστές της, ιδιώτες και μηχανισμό ΔΝΤ - ΕΕ, στον υπερβολικό χαρακτήρα της «οριζόντιας περικοπής μισθών και συντάξεων» που τελικά οδηγεί στην ανατροφοδότηση και στο βάθεμα της ύφεσης. Φυσικά σηκώνει και τη σημαία της αντίρρησης στους συντελεστές φορολόγησης ανώτατων κλιμακίων εισοδήματος και άλλα.

Η κριτική της ΝΔ που γίνεται εκ της ασφαλούς θέσης της αντιπολίτευσης, δε βρίσκει γενικά τη στήριξη των ιμπεριαλιστικών κέντρων ΔΝΤ - ΕΕ, αλλά και του ευρωπαϊκού κόμματος στο οποίο συμμετέχει.

Εξίσου αντιφατική είναι και η κριτική των λεγόμενων «ανταρτών» του ΠΑΣΟΚ, αν και δεν είναι ενιαία, ενώ ορισμένοι από τους διαφωνούντες βρήκαν ήδη θέση στο νέο κυβερνητικό σχήμα.

Τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από τη ΝΔ, με κριτική στα κυβερνητικά μέτρα μείωσης του δημόσιου χρέους, αναδεικνύεται ο στόχος μείωσης της κρατικής υπαλληλίας, του ευρύτερου και ταχύτερου περάσματος κρατικής ιδιοκτησίας στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Η κριτική τους πατάει στο υπαρκτό γεγονός ότι δεν υπάρχει ουσιαστική περιστολή του δημοσίου χρέους παρά τα σκληρά μέτρα περικοπών του λαϊκού εισοδήματος και τον κίνδυνο για την αστική εξουσία να γίνει ανεξέλεγκτη η λαϊκή αντίδραση. Επί της ουσίας αυτή η κριτική συμπίπτει με την κριτική του ΣΕΒ και φιλελεύθερων αστών πολιτικών, ενώ ταυτόχρονα ένα μέρος της, αυτό που αφορά την αύξηση της φορολογίας, βρίσκει απήχηση και σε κοινωνικές δυνάμεις μεσαίων στρωμάτων που εναντιώνονται σε αναδιαρθρώσεις που αφορούν την κρατική ιδιοκτησία.

Ενα τμήμα αστών οικονομολόγων - τεχνοκρατών, συνεπικουρούμενο από οπορτουνιστικές πολιτικές δυνάμεις, εμφανίζεται υπέρμαχο μιας δυναμικής πολιτικής αναδιαπραγμάτευσης του χρέους, κατ’ αρχήν με δήλωση στάσης αποπληρωμής του, ενδεχομένως με απόσυρση από την Ευρωζώνη ή ορισμένη προσωρινή διευθέτηση της λειτουργίας του ευρώ στην Ελλάδα, με στόχο η αναγκαία απαξίωση του κεφαλαίου να εκφραστεί και στο δημόσιο χρέος.

Από κάθε πλευρά των αντιπαρατιθεμένων αναδεικνύονται οι αρνητικές συνέπειες των προτάσεων της άλλης πλευράς. Η διαπάλη τους αναδεικνύει τις μεγάλες δυσκολίες που έχει ο καπιταλισμός για τη διαμόρφωση πολιτικής διαχείρισης διεξόδου από την κρίση, τις αδυναμίες της να ασκήσει πολιτική προσεταιρισμού ευρύτερων μεσαίων στρωμάτων (αγροτών, δημοσίων υπαλλήλων, αυτοαπασχολουμένων). Το ουσιαστικό όμως από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων είναι ότι κανένα μίγμα πολιτικής, κανένα «κούρεμα» χρέους, ακόμα και καμιά φάση αναιμικής ανάκαμψης δε θα συνοδευτεί από μερική άρση των αντεργατικών και αντιλαϊκών μέτρων. Οι εργαζόμενοι, τα φτωχά λαϊκά στρώματα θα φορτωθούν με νέα βάρη, ακόμα και αν επέλθει ανακατανομή κερδών - απωλειών μεταξύ βιομηχανικών και τραπεζικών μονοπωλίων, εντός Ελλάδας, ΕΕ, διεθνώς. Οποιοσδήποτε συνδυασμός μείωσης του δημοσίου χρέους - αναπτυξιακής πολιτικής ουσιαστικά θα σημαίνει ενίσχυση μονοπωλιακών ομίλων με κρατικά πακέτα χρηματοδότησης, απαλλαγών φόρου και εργοδοτικών εισφορών, χρηματοδοτούμενα από νέα αφαίμαξη λαϊκού εισοδήματος.

Το βέβαιο είναι ότι θα συνεχίσουν οι ρυθμίσεις για την επέκταση των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων (κατάργηση υπερωρίας, υπερεργασίας κλπ.), των ακόμα πιο μειωμένων μισθών στους νέους κλπ.

Το συμπέρασμα αυτό αντλείται και από τη διεθνή πείρα. Η επεκτατική διαχείριση στις ΗΠΑ δεν εμπόδισε την έκρηξη της ανεργίας και της φτώχειας, ενώ η περιοριστική πολιτική στη Γερμανία (παρ’ όλο που βρίσκεται σε ανοδική φάση και δεν είναι υπερχρεωμένη) οδήγησε σε μείωση του πραγματικού μισθού και συρρίκνωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων.

Τμήματα της αστικής τάξης, ποικιλώνυμες και ποικιλόχρωμες αστικές δυνάμεις επενδύουν στη λαϊκή κινητικότητα που αναπτύσσεται αυτή την περίοδο. Σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιούνται επώνυμοι (μέσα ενημέρωσης, κόμματα, συνδικαλιστικές ηγεσίες) και ανώνυμοι μηχανισμοί. Σκοπός είναι η ενσωμάτωση και χειραγώγηση των λαϊκών μαζών, η απορρόφηση της λαϊκής αγανάκτησης στα πλαίσια των ενδοαστικών αντιπαραθέσεων και της αναδόμησης του φθαρμένου αστικού πολιτικού συστήματος.

Είναι λογικό εργατικές και λαϊκές μάζες που για πρώτη φορά δραστηριοποιούνται να υιοθετούν με μεγαλύτερη ευκολία «λύσεις» που φαίνονται άμεσες και ακίνδυνες γιατί δεν απαιτούν σύγκρουση με τα μονοπώλια και την εξουσία τους. Το πρόβλημα είναι ότι δεν πρόκειται για λύσεις. Αυτό είναι το κρίσιμο ζήτημα: η ανάγκη συνειδητοποίησης από πλατύτερες λαϊκές δυνάμεις ότι οι λύσεις απαιτούν σύγκρουση με την εξουσία των μονοπωλίων. Προϋποθέτει πείρα που συσσωρεύεται μέσα από μικρές και μεγάλες μάχες της ταξικής πάλης σε όλα τα πεδία και πρώτ’ απ’ όλα στους χώρους εργασίας.

Το περιεχόμενο που δίνεται στις κατά τα άλλα «αυθόρμητες» και «ακομμάτιστες κινήσεις» που παρεμβαίνουν στη λαϊκή διαμαρτυρία όλως τυχαίως συνίσταται σε συνθήματα και στόχους που πλασάρουν τμήματα της αστικής τάξης, με τη στήριξη του οπορτουνισμού: «για την κρίση ευθύνεται το χρέος», «φταίνε οι κλέφτες πολιτικοί», «χρειάζονται θεσμικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα» κλπ. Ετσι στο στόχαστρο μπαίνει το πολιτικό προσωπικό των μονοπωλίων, όχι όμως τα ίδια τα μονοπώλια, η ίδια η κεφαλαιοκρατική σχέση. Φτάνει λοιπόν σήμερα ο εργαζόμενος να διαδηλώνει ακόμα και μαζί με το αφεντικό του ενάντια στο σημερινό πολιτικό σκηνικό, αλλά να μην απεργεί.

Ειδικές ευθύνες και ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση έχουν δυνάμεις του οπορτουνισμού, οι οποίες με «αριστερό», σοσιαλίζον προσωπείο αναπαράγουν τμήμα της αστικής συνθηματολογίας, συμβάλλουν στον αντιδραστικό προσανατολισμό της αγανάκτησης, στον εγκλωβισμό της στην αστική πολιτική και μάλιστα στο όνομα μιας ριζοσπαστικής και «αντικαπιταλιστικής» γραμμής.

Για να υπάρξει ελπιδοφόρα προοπτική για τα λαϊκά στρώματα, η δυσαρέσκεια και η αγανάκτηση πρέπει να εκφραστούν με οργάνωση στους τόπους δουλειάς, να συνδεθούν με την προσπάθεια για ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και την προώθηση της λαϊκής συμμαχίας, να αποκτήσουν προσανατολισμό στη σύγκρουση με τα μονοπώλια και την εξουσία τους.

Η κοινωνική συμμαχία και η πολιτικοποίησή της ενάντια στα μονοπώλια και την εξουσία τους είναι όρος για να ανατραπεί ο αντιδραστικός συσχετισμός. Αυτός ο σκοπός δεν υπηρετείται από μια οποιαδήποτε πολιτική συμμαχία, π.χ. «προοδευτικών, αριστερών, πατριωτικών, δημοκρατικών δυνάμεων», αλλά από μια συμμαχία των αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών, αντικαπιταλιστικών δυνάμεων, συμμαχία που ενώνεται για την πάλη κατά της εξουσίας των μονοπωλίων, για τη λαϊκή εξουσία.

Πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι τα αντιλαϊκά μέτρα που παίρνονται δεν αποτελούν επιλογή της μιας ή της άλλης κυβέρνησης, αλλά μακροπρόθεσμους στόχους του κεφαλαίου που υλοποιούνται σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Να κατανοηθεί ότι ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός είναι ολέθριος για την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα, είτε αυτός προωθείται με «σκληρό» είτε με «μαλακό» νόμισμα, είτε με επεκτατική είτε με περιοριστική πολιτική. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να ξεκόβεται από τον ταξικό της χαρακτήρα. Ανάπτυξη υπέρ του λαού μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με κοινωνική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, με κεντρικό σχεδιασμό της παραγωγής και των κοινωνικών υπηρεσιών, με εργατικό έλεγχο. Αυτός είναι ο λαϊκός δρόμος προς τα εμπρός.

Σε αυτή τη βάση μόνο έχουν νόημα για το λαό οι στόχοι της αποδέσμευσης από την ΕΕ και της διαγραφής του χρέους, για να σημάνουν συνολική αποδέσμευση από τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και συμμαχίες και απόσυρση της Ελλάδας από τις «διεθνείς χρηματαγορές».

Αλλά αυτός ο δρόμος σημαίνει σύγκρουση για την ανατροπή της εξουσίας και της ύπαρξης των μονοπωλίων, του κεφαλαίου. Η ρεαλιστικότητα αυτού του δρόμου εξαρτάται από το γκρέμισμα των αυταπατών ότι κάποια κυβέρνηση, στα πλαίσια της εξουσίας του κεφαλαίου και της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, μπορεί να αντιμετωπίσει το χρέος με κριτήριο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Αλλωστε αυτή είναι η πραγματικότητα της Ρωσίας, της Αργεντινής, του Ισημερινού.

Η μόνη διέξοδος για να μην πληρώσει ο λαός την κρίση είναι η σύγκρουση με το κεφάλαιο και την εξουσία του. Μόνο ένα κίνημα με τέτοια γραμμή μπορεί να βάλει εμπόδια στα αντιλαϊκά μέτρα, να καθυστερήσει αρχικά και τελικά να ανατρέψει την αντιλαϊκή λαίλαπα ανατρέποντας την εξουσία των μονοπωλίων, να πάρει στα χέρια του την οργάνωση της παραγωγής και των κοινωνικών υπηρεσιών με στόχο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών.

Ο σημερινός συσχετισμός εμποδίζει να γίνει πλατιά κατανοητή αυτή η δυνατότητα και πολιτική προοπτική. Ωστόσο, η εξέλιξη του συσχετισμού στα τελευταία χρόνια δίνει τη δυνατότητα ο λαός να συνειδητοποιήσει τη δύναμή του αλλά και την ευθύνη του, να πάρει τη ζωή του στα δικά του χέρια.

Υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για να δει ποιο κόμμα του έλεγε την αλήθεια, ποιο στάθηκε σταθερός υπερασπιστής των συμφερόντων και των αγώνων διεκδίκησής του, τι πρόβλεψε για την ΕΕ, για την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ το 2009, για την κρίση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, για τις αντιθέσεις μέσα στην Ευρωζώνη.

Και σήμερα το ΚΚΕ προβλέπει ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση και αν κάνει το ΠΑΣΟΚ δε θα μπορέσει να κρατηθεί μέχρι τη λήξη της κοινοβουλευτικής τετραετίας. Η λαϊκή αντίδραση πρέπει και μπορεί να προκαλέσει κοινοβουλευτικές εκλογές, δηλαδή να σκάψει προς τα θεμέλια της αστικής πολιτικής σταθερότητας. Να αποτρέψει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος που ένα και μοναδικό στόχο θα έχει: αντιδραστικές θεσμικές προσαρμογές, πλασαρισμένες με δημοκρατικοφανές περιτύλιγμα. Να αποτρέψει κάθε δημοψήφισμα - εργαλείο αποπροσανατολισμού και εκτόνωσης της εργατικής και λαϊκής αντίδρασης, εγκλωβισμού της σε αντιλαϊκά σενάρια.

Θετικές διεργασίες μπορούν να δρομολογηθούν μόνο με την αποφασιστική συσπείρωση με το ΚΚΕ, ακόμα και εκείνων των δυνάμεων που δεν είναι πεισμένες για όλες τις θέσεις του, την άποψή του για τις αιτίες της νίκης της αντεπανάστασης.

Ενα βήμα προς θετικές διεργασίες είναι να εκφραστεί άμεσα σε εκλογές η λαϊκή συσπείρωση με το ΚΚΕ, όχι γιατί τώρα και με αυτόν τον τρόπο μπορεί να προκύψει μια λαϊκή κυβέρνηση, αλλά γιατί τώρα και με αυτόν τον τρόπο μπορεί υποστεί νέο πλήγμα το αντιδραστικό αστικό πολιτικό σύστημα. Οσο πιο αδύναμη κυβέρνηση προκύψει και όσο μεγαλύτερη συσπείρωση με το ΚΚΕ, τόσο περισσότερα εμπόδια θα μπουν για τα χειρότερα. Δείκτης ριζοσπαστισμού και λαϊκής χειραφέτησης σήμερα είναι η δύναμη του ΚΚΕ και η εμβέλεια του κοινωνικού λαϊκού μετώπου των δυνάμεων που αντιπαλεύουν καθαρά την κυριαρχία, την εξουσία των μονοπωλίων, όλα τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, την ΕΕ, το ΝΑΤΟ.

Η ύλη του 4ου τεύχους της ΚΟΜΕΠ (Ιούλης - Αύγουστος) διαμορφώθηκε σε συνθήκες όξυνσης της ιδεολογικοπολιτικής πάλης με την αστική ιδεολογία και τον οπορτουνισμό σε διευρυνόμενες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις που κινητοποιούνται, αλλά με περιορισμένη πείρα οργάνωσης της ταξικής πάλης και επηρεασμένες από τα μικροαστικά, ακόμα και τα διαφορετικά αστικά συνθήματα.

Η επιλογή των θεμάτων έγινε με κριτήριο την ενίσχυση της ικανότητας των κομμουνιστών και κομμουνιστριών να εντείνουν με αποτελεσματικό τρόπο και ολοκληρωμένα αυτή την αντιπαράθεση.

Το πρώτο άρθρο στην ενότητα με τίτλο «Ιδεολογία - Πολιτική» επικεντρώνεται στις θεμελιακές αρχές του κομμουνιστικού κινήματος, η αναγνώριση και η εφαρμογή των οποίων αποτελούν όρο για την ανασυγκρότησή του μετά την εκτεταμένη αντεπαναστατική οπισθοδρόμηση. Αποτελούν προϋπόθεση στην παρέμβαση των κομμουνιστών για την ανασύνταξη του συνδικαλιστικού κινήματος της εργατικής τάξης. Πρόκειται για θεμελιακό ζήτημα για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων και τη διαμόρφωση των υποκειμενικών προϋποθέσεων για τη σύγκρουση με την αστική εξουσία και την ανατροπή της. Το άρθρο αντικρούει τα αστικά και αναθεωρητικά ιδεολογήματα περί «τέλους της εργατικής τάξης» και ανάδειξης νέων κοινωνικών δυνάμεων με ηγετικό ρόλο στην κοινωνική πρόοδο, περί νέων κοινωνικών αντιθέσεων ισχυρότερων της αντίθεσης κεφαλαίου - εργατικής δύναμης. Επίσης συνοψίζει συμπεράσματα από την 20χρονη πείρα του ΚΚΕ, το οποίο μελέτησε τις εξελίξεις που είχαν συντελεστεί στην ίδια τη σύνθεση της εργατικής τάξης, αλλά και στη λειτουργία του συνδικαλιστικού κινήματος, με κύριο χαρακτηριστικό τα φαινόμενα βαθιάς ενσωμάτωσης και εκφυλισμού ως αποτέλεσμα της κυριαρχίας δυνάμεων του εργοδοτικού συνδικαλισμού. Αναπροσάρμοσε τη γραμμή του στο συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης. Στήριξε τη συγκρότηση του ΠΑΜΕ. Είναι πείρα ευρύτερης σημασίας, χρήσιμη για το κίνημα σε μια σειρά ευρωπαϊκά κράτη, όπου ο συσχετισμός δυνάμεων είναι δυσμενέστερος εξαιτίας της ισχυρότερης θέσης του οπορτουνισμού.

Η προσπάθεια εγκλωβισμού της εργατικής και λαϊκής δυσαρέσκειας στην αστική πολιτική στις σημερινές συνθήκες, με δεδομένες τις δυσκολίες που έχουν τα αστικά πολιτικά κόμματα σε αυτή τη φάση, απαιτεί μεγαλύτερη ευελιξία από την πλευρά της αστικής τάξης και αξιοποίηση μιας πιο πολύμορφης δραστηριότητας. Ετσι εμφανίζονται αστικές εθνικιστικές δυνάμεις που αυτοχαρακτηρίζονται ως «αντισυστημικές», θεωρώντας ως «καθεστώς» προς αμφισβήτηση το υπάρχον «καθεστώς κατοχής». Σε αυτή τη γραμμή κινείται η «Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών - Σπίθα», με κεντρικό σύνθημα του «αντικατοχικού αγώνα», την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας. Σε αυτή τη γραμμή συναντιέται με οπορτουνιστικές δυνάμεις που προβάλλουν αυτή τη γραμμή πάλης ως αντικαπιταλιστική. Στην κριτική των ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων αυτών των αστικών και οπορτουνιστικών ρευμάτων αναφέρεται το άρθρο με τίτλο «Ορισμένες κινήσεις αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων» που δημοσιεύεται στην ενότητα «Ιδεολογία - Πολιτική». Η ήττα αυτών των θέσεων είναι προϋπόθεση για τον απεγκλωβισμό από την αστική πολιτική και τη ριζοσπαστικοποίηση εργατικών - λαϊκών μαζών.

Στην ενότητα «90 χρόνια ΚΟΜΕΠ - ιστορικό υλικό» δημοσιεύονται δύο κείμενα των αρχών της δεκαετίας του 1930, τα οποία αναφέρονται στα καθήκοντα των κομμουνιστών μπροστά στον τότε επερχόμενο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα δύο κείμενα αναδεικνύουν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του επερχόμενου πολέμου, καθώς και τη στόχευση όλων των ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων ενάντια στην ΕΣΣΔ. Το καθήκον που πρόκυπτε για τους κομμουνιστές στις δεδομένες συνθήκες αφορούσε την ετοιμότητα για μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε ένοπλη ταξική σύγκρουση σε κάθε καπιταλιστική χώρα. Με αυτό τον τρόπο υπηρετούνταν και το καθήκον της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ, της πατρίδας όλων των εργατών.

Το προηγούμενο διάστημα αναπτύχθηκε στο Κόμμα πλούσια εσωκομματική συζήτηση σχετικά με τη διαμόρφωση του Β΄ τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, 1949-1968, διαδικασία που κορυφώνεται με τη διεξαγωγή Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης. Δεν είναι τυχαίο ότι διάφορα δημοσιεύματα στον αστικό τύπο επιχείρησαν παρέμβαση σε αυτή τη συζήτηση από την πλευρά του ταξικού αντιπάλου. Η συγγραφή της ιστορίας του Κόμματος, που αποτελεί ιστορία της ταξικής πάλης από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων στην Ελλάδα, είναι υπόθεση του Κόμματος, των στελεχών του, των μελών του, με τη συμβολή ειδικευμένων κομμουνιστών επιστημόνων, των φίλων του. Η ιστορία του ΚΚΕ απευθύνεται στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα και όχι στα διάφορα επιστημονικά και δημοσιογραφικά επιτελεία της αστικής τάξης που -διαστρεβλώνοντας τα γεγονότα αλλά και τα συμπεράσματα που προκύπτουν- επιδιώκουν να πλήξουν την τρέχουσα πολιτική γραμμή και πάλη του ΚΚΕ.

Στη ενότητα «Σελίδες ιστορίας του ΚΚΕ» δημοσιεύονται δύο άρθρα που αναφέρονται στην ιστορική πορεία του Κόμματος.

Το πρώτο άρθρο, με τίτλο «Οι παράνομες κομματικές οργανώσεις την περίοδο 1949-1958», αναφέρεται στις προσπάθειες του ΚΚΕ, αμέσως μετά την ήττα του ΔΣΕ, να συγκροτήσει παράνομες Κομματικές Οργανώσεις στην Ελλάδα με στόχο την προσαρμογή της δράσης του Κόμματος στο νέο συσχετισμό δυνάμεων, την υλοποίηση της κατεύθυνσης για στροφή στη μαζική πολιτική δουλειά. Το ζήτημα της ύπαρξης και λειτουργίας των παράνομων Κομματικών Οργανώσεων αναμετρήθηκε με μεγάλες δυσκολίες. Εκτός των αντικειμενικών δυσκολιών και των χτυπημάτων του αντιπάλου, εκδηλώθηκαν και θέσεις και απόψεις στο εσωτερικό του ΚΚΕ που βασισμένες σε αντικειμενικά προβλήματα αμφισβητούσαν την αναγκαιότητα ύπαρξής τους και πρότασσαν τη διάχυση των κομμουνιστών στο συμμαχικό σχήμα της ΕΔΑ. Η αντίληψη αυτή κυριάρχησε μετά την οπορτουνιστική στροφή της 6ης Ολομέλειας του 1956 και οδήγησε στην απόφαση της 8ης Ολομέλειας του 1958 για διάλυση των παράνομων ΚΟ και ένταξη των κομματικών μελών στην ΕΔΑ. Ηταν απόφαση διαλυτική (λικβινταριστική). Το άρθρο αντιμετωπίζει τα διαχρονικά αναπαραγόμενα οπορτουνιστικά επιχειρήματα στήριξης της διαλυτικής απόφασης, τα οποία φέρνουν σε αντίθεση τα στελέχη του ΚΚΕ που βρίσκονταν στην πολιτική προσφυγιά με τα στελέχη του ΚΚΕ που δρούσαν στον παράνομο μηχανισμό του Κόμματος στην Ελλάδα. Μέσα από την ιστορική πείρα, το άρθρο αναδεικνύει ως βασική αρχή λειτουργίας του ΚΚ, την ανάγκη αυτοτελούς ιδεολογικής και πολιτικής δράσης καθώς και οργανωτικής υπόστασης του Κόμματος ανεξάρτητα από τις συνθήκες, νομιμότητας ή παρανομίας, συμμαχικού μετώπου ή όχι.

Το άρθρο, με τίτλο «Το ιστορικό πλαίσιο της πορείας του Κώστα Βάρναλη», αποτελεί παρέμβαση στο επιστημονικό συνέδριο που διοργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ με τίτλο «Κώστας Βάρναλης, φως που πάντα καίει» (16-17 Απρίλη 2011). Ενα μέρος των εισηγήσεων στο Συμπόσιο έχουν ήδη δημοσιευτεί στο «Ριζοσπάστη», ενώ το σύνολο των υλικών του θα εκδοθεί από τη «Σύγχρονη Εποχή». Η επιλογή δημοσίευσης της συγκεκριμένης παρέμβασης οφείλεται στην κωδικοποιημένη αναφορά της στο ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε ο Κ. Βάρναλης ως κομμουνιστής ποιητής. Το άρθρο αναφέρεται στις συνθήκες της ιδεολογικής και πολιτικής διαπάλης, αλλά και στις στιγμές της ταξικής πάλης, με τις οποίες ο ποιητής - συγγραφέας συνέδεσε τη ζωή και τη δημιουργία του.

Στην τελευταία ενότητα περιλαμβάνονται βιβλιοπαρουσιάσεις τριών λογοτεχνικών εκδόσεων της «Σύγχρονης Εποχής» που αναφέρονται στην εργατική τάξη. Πρόκειται για το μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Απτον Σίνκλερ «Ο Βασιλιάς Ανθρακας» (έκδοση 2010), το έργο του Σοβιετικού συγγραφέα Βσέβολοντ Κοτσέτοφ «Οι Ζουρμπίν» (έκδοση 2011) και η συλλογή παιδικών - νεανικών διηγημάτων με θέμα τη μετανάστευση και τίτλο «Γεια σου, φίλε!» (έκδοση 2011).

Στο 4ο τεύχος της ΚΟΜΕΠ δημοσιεύονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου 30.4.2011 έως 29.6.2011.