Της Σύνταξης


ΚΟΜΕΠ

Τα πρώτα δείγματα γραφής της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ σηματοδοτούν την ένταση της επίθεσης του κεφαλαίου στο εργατικό και λαϊκό εισόδημα και βιοτικό επίπεδο. Οπως έγκαιρα, με βάση το ταξικό και επιστημονικό κριτήριο, είχε προειδοποιήσει το ΚΚΕ, η καπιταλιστική κρίση γίνεται αφορμή για την επέκταση και εμβάθυνση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που εξυπηρετούν την ένταση της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο και τη συγκεντροποίηση της ιδιοκτησίας γης και παραγωγής.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ούτε ήθελε ούτε μπορούσε ούτε εξήγγειλε μια εναλλακτική φιλολαϊκή διαχείριση της κρίσης. Βόλευε την τάξη του κεφαλαίου προεκλογικά να φαίνεται το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ ως δήθεν φιλολαϊκό ή τουλάχιστον φιλολαϊκότερο εκείνου της ΝΔ, γιατί έτσι συγκαλυπτόταν η δική της σχέση και επιλογή να στηρίξει το ΠΑΣΟΚ στη διακυβέρνηση. Σήμερα εξίσου βολεύει την αστική τάξη να φαίνεται ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ «πιέζεται» να μην εφαρμόσει το προεκλογικό της πρόγραμμα. Να φαίνεται ότι δήθεν «πιέζεται», άλλοτε από τα ευρωκοινοτικά όργανα και άλλοτε από τη διεθνή αγορά χρήματος, αλλά και από τμήματα του κεφαλαίου στην Ελλάδα και πάνω απ’ όλα από τη δυσμενέστερη πραγματικότητα των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που δήθεν δεν τη γνώριζε ή που εξελίχθηκε πολύ χειρότερα στο τελευταίο τρίμηνο του 2009.

Ολα τα παραπάνω εκφράζουν διαφορετικούς ρόλους, μοιρασμένους στην Κομισιόν ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή στο Eurogroup, στα διεθνικά μονοπώλια εμπορίας χρήματος που κατ’ ευφημισμό ονομάστηκαν «διεθνείς οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας», στη ΝΔ και στο ΛΑ.Ο.Σ. στην Ελλάδα, αλλά και στο ΣΥΡΙΖΑ που επιδιώκει να αναδειχτεί σε δύναμη «πίεσης» προς το ΠΑΣΟΚ για να εφαρμόσει τις προεκλογικές εξαγγελίες του. Ολοι οι ρόλοι είναι συστατικά στοιχεία του ίδιου έργου, της αστικής εξουσίας, που δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τη χειραγώγηση και την ενσωμάτωση πρώτ’ απ’ όλα των μισθωτών, των ανέργων, των συνταξιούχων και των λαϊκών στρωμάτων των αυτοαπασχολούμενων στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Και βεβαίως η χειραγώγηση χρειάζεται και τη βία, την εργοδοτική απειλή και τρομοκρατία, χρειάζεται και την ιδεολογική σύγχυση. Πρέπει να κερδίζει την πλειοψηφία στη λογική ότι δήθεν τα δημοσιονομικά ελλείμματα αφορούν όλους, είναι «εθνικό πρόβλημα», το ίδιο και η ανάκαμψη από την οικονομική κρίση. Πάνω σε αυτό να εξασφαλίζει τον «εθνικό διάλογο», τη «συναίνεση» όλων των κοινωνικών δυνάμεων, όλων των οργανώσεων και των κομμάτων τους.

Ζητούν «συναίνεση» για να υιοθετηθεί νέα περικοπή στα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζόμενων, ύστερα από τις απανωτές ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν τη δεκαετία του 1990, αλλά και τις πιο πρόσφατες, από τις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Η νέα επίθεση επενδύεται ιδεολογικά με θεωρίες περί «κακομαθημένων Ελλήνων» με την πληθώρα των δωρεάν ιατρικών εξετάσεων κλπ. και περί «μη βιωσιμότητας των ταμείων», λόγω χαμηλού ορίου συνταξιοδότησης. Οι συνέπειες από το βάθεμα των αναδιαρθρώσεων στον τομέα της ασφάλισης θα είναι οδυνηρές. Η μείωση των συντάξεων και η νέα αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης σε συνδυασμό με τη λεγόμενη επικαιροποίηση των βαρέων και ανθυγιεινών οδηγεί νομοτελειακά σε μια νέα, «σύγχρονη» εργατική εξαθλίωση.

Οποιος τολμήσει να χαλάσει αυτό το έργο, θα δεχτεί τα πυρά του συστήματος. Και επειδή γνώριζαν καλά ότι το ΚΚΕ τόλμησε, τολμά και θα τολμά, επιστρατεύθηκαν όλα τα μέσα: Προβοκάτσια και συκοφαντία για την αξιοπιστία του ΚΚΕ, για τις πηγές των εσόδων του, για τη σχέση του με τους ενισχυτές του. Γκαιμπελισμός, κιτρινισμός για την ιστορία του, για τις σχέσεις του με ΚΚ στο παρελθόν, μεταξύ αυτών με ΚΚ εξουσίας. Λυσσασμένες ιδεολογικές επιθέσεις, στηριγμένες στο ψέμα, στη μισή αλήθεια, ενάντια στις θέσεις του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό, για την προσφορά της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα, για τις αιτίες ανατροπής του.

Φοβούνται τη δυναμική του συνθήματος «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», γι’ αυτό παλεύουν να χειραγωγήσουν τη λαϊκή συνείδηση στην αντίληψη ότι «το ΚΚΕ υπερβαίνει τα όρια της νομιμότητας», «δε σέβεται τη δημοκρατία», «υποκινεί ή στηρίζει παράνομες, καταχρηστικές απεργίες, υπονομεύοντας την εθνική οικονομία και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης».

Τρόμαξαν μπροστά στο γεγονός ότι παρά την κυβερνητική, εργοδοτική αλλά και τη «νόμιμη» τρομοκρατία των συνδικαλιστικών φερεφώνων τους (ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ), χιλιάδες εργατοϋπάλληλοι, δημόσιοι υπάλληλοι απέργησαν στις 17 Δεκέμβρη 2009, χιλιάδες συνταξιούχοι, αυτοαπασχολούμενοι, αγρότες, φοιτητές-σπουδαστές συμπαρατάχθηκαν μαζί τους σε όλη την Ελλάδα. Απειλές και απολύσεις προηγήθηκαν και ακολούθησαν την απεργία.

Χωρίς αμφιβολία ο δρόμος της σύγκρουσης, της ταξικής πάλης έχει απώλειες, απαιτεί θυσίες, αλλά είναι μονόδρομος. Εχει το κέρδος της γνώσης, της σφυρηλάτησης της εργατικής και λαϊκής ενότητας και δύναμης για την αντεπίθεση. Αν, για παράδειγμα, πριν από δύο ή τέσσερα ή πέντε χρόνια κατέφυγαν στην εργασία με καθεστώς stageνέοι και νέες πιστεύοντας πως θα έλυναν το δικαίωμά τους στην εργασία, σήμερα γνωρίζουν πολύ καλύτερα ότι είναι μονόδρομος ο αγώνας, η κινητοποίηση, η απεργία μαζί με τους εργαζόμενους με άλλες εργασιακές σχέσεις (π.χ. με σύμβαση έργου, ορισμένου χρόνου), με απολυμένους, με όσους περνούν από ένα τύπο εργασιακών σχέσεων σε άλλο, σε τελευταία ανάλυση με όλους τους εργαζόμενους.

Ο καθένας και η καθεμία μπορεί να αναλογιστεί: Αν το κεφάλαιο, τα κόμματα και η κυβέρνησή του τρομάζουν με μερικές δεκάδες χιλιάδες απεργών και διαδηλωτών, τι θα σημάνουν οι εκατοντάδες χιλιάδες; Εδώ βρίσκεται η λαϊκή δύναμη, η λαϊκή προοπτική. Αυτός είναι ο δρόμος της ανασύνταξης του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Προϋποθέτει να απαλλαγεί πρώτ’ απ’ όλα ένας μεγαλύτερος αριθμός συνδικαλισμένων εργαζομένων από τα αστικά ιδεολογήματα χειραγώγησης. Να απορρίψει τα διλήμματα-απάτες, όπως ότι «το δημοσιονομικό έλλειμμα απειλεί την εθνική κυριαρχία» και απαιτεί «εθνική συστράτευση». Το μονοπωλιακό κεφάλαιο στην Ελλάδα, μεσούσης της κρίσης, συνεχίζει να καταγράφει κέρδη, να εξάγει στη διεθνή αγορά, να κερδίζει από την εισαγωγή εμπορευμάτων σε συνδυασμό με την απαξίωση εγχώριων ομοειδών. Αυτά τα οφέλη, αυτά τα κέρδη είναι η άλλη όψη του δημοσίου χρέους, είναι ο άλλος πόλος έναντι της φτώχειας και της ανεργίας. Και στην ανοδική και στην καθοδική της φάση η καπιταλιστική παραγωγή και οικονομία έχει ταξικό ορόσημο.

Ομως, πέρα από αυτή την πλευρά, υπάρχει πράγματι και το στοιχείο της πίεσης που ασκείται στην αστική ελληνική κυβέρνηση με άξονα την πιστοληπτική ικανότητα του ελληνικού κράτους και που ανάμεσα στα άλλα εκφράζει και τη θέση του στους γενικότερους σχεδιασμούς και ανταγωνισμούς στην περιοχή σε σχέση με την ενέργεια, τα λιμάνια κ.ά. Βεβαίως το αστικό κράτος χρειάζεται, για λογαριασμό της αναπαραγωγής του συνολικού (κοινωνικού) κεφαλαίου, ένα «δημοσιονομικό νοικοκύρεμα», μια πιο ευέλικτη, αποτελεσματική και λιγότερο δαπανηρή δημόσια διοίκηση, ενισχυμένη περιφερειακά και τοπικά, αλλά και ισχυρά διασυνδεμένη με τους κεντρικούς μηχανισμούς της. Αυτή την ανάγκη διακήρυξε ο νέος πρωθυπουργός, όπως την είχε διακηρύξει και ο πρωθυπουργός της ΝΔ το 2004 και προηγούμενα πάλι ο πρωθυπουργός του ΠΑΣΟΚ. Αυτή την ανάγκη εκφράζει ο πρόεδρος του ΣΕΒ, υποστηρίζοντας ότι χρειάζονται θεσμικές μεταρρυθμίσεις στη σχέση κράτους-αγοράς. Οι διακηρύξεις για «διαφάνεια» και «αξιοκρατία» έχουν δυο όψεις: Την πραγματική, αυτό που χρειάζεται η κίνηση των κεφαλαίων στις σημερινές συνθήκες συγκεντροποίησής τους μέσα στην Ελλάδα και στην ΕΕ. Τη μασκαρεμένη λαϊκή ανάγκη για όλους. Η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να προωθήσει με αποφασιστικότητα τέτοιες αλλαγές που αφορούν τη δημόσια διοίκηση, τον εκλογικό νόμο, τα οικονομικά των κομμάτων. Ολες αυτές οι αλλαγές προωθούνται με τη σημαία της καταπολέμησης της διαφθοράς και της διαφάνειας. Πρόκειται για αντιδραστικές κατευθύνσεις οι οποίες πάνε χέρι-χέρι με την ένταση του αντικομμουνισμού.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, με αφορμή την 20ή επέτειο από την πτώση του τείχους του Βερολίνου -μια ημερομηνία ορόσημο για τη νίκη της αντεπανάστασης στη ΓΛΔ και όχι μόνο- ένα νέο αντικομμουνιστικό κύμα εξαπλώθηκε, που στοχεύει στο άμεσο χτύπημα της ιδεολογικής και πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κόμματος, στην παρεμπόδιση της ωρίμανσης των υποκειμενικών προϋποθέσεων για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Εκφράζει την ξάστερη αστική επίγνωση ότι υπάρχει η ιστορική αναγκαιότητα επαναστατικού περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό και ότι ο καπιταλισμός κινδυνεύει από τον κομμουνισμό γιατί ο ίδιος αποτελεί ιστορικό παρελθόν, όπως αποτελούσαν η φεουδαρχία και το δουλοκτητικό σύστημα σε προηγούμενες ιστορικές εποχές.

Η «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» οφείλει να συμβάλει στο καθήκον που προσδιόρισε η Πολιτική Απόφαση του 18ου Συνεδρίου: «η πάλη των ιδεών πρέπει να διαποτίζει την πρακτική δράση και σε ορισμένες περιπτώσεις να αποκτά και προτεραιότητα με ειδικές πλατιές καμπάνιες και οργανωμένες προσπάθειες ανοικτού διαλόγου στη βάση, πρώτα απ' όλα με τους μισθωτούς εργαζόμενους, με κατάλληλες μορφές που προσελκύουν, στο χώρο δουλειάς και κατοικίας, κατά κλάδο και τομέα. Hμάχη των ιδεών είναι προϋπόθεση οργάνωσης των εργατικών, των λαϊκών μαζών. Hιδεολογική αντεπίθεση παίζει σήμερα, περισσότερο από πριν, ρόλο οργανωτικού παράγοντα στην αφύπνιση λαϊκών μαζών, πριν απ' όλα εργατοϋπαλλήλων, μισθωτών, της νέας βάρδιας της εργατικής τάξης, της νεολαίας».

Το 1ο τεύχος (Γενάρης-Φλεβάρης) του 2010 της ΚΟΜΕΠ αφιερώνεται σε αυτό ακριβώς το σύνθετο ιδεολογικό καθήκον των κομμουνιστών, να απαντήσουν επιθετικά και με βάση τις επεξεργασίες του 18ου Συνεδρίου στο κύμα αντικομμουνισμού που θα ενταθεί μπροστά στη συμπλήρωση 20 χρόνων από την ολοκλήρωση της αντεπαναστατικής διαδικασίας στην ΕΣΣΔ, το Δεκέμβρη του 2011. Αυτό το τεύχος απευθύνεται ιδιαίτερα στις νεώτερες γενιές των κομμουνιστών, στα μέλη και στελέχη της ΚΝΕ, που αντικειμενικά έχουν λειψή ιστορική γνώση και πείρα από τις συγκρούσεις ιμπεριαλισμού - σοσιαλισμού.

Σε πρώτο επίπεδο τίθενται τα ζητήματα ελευθερίας και δημοκρατίας που επιδρούν, λόγω και της «ευαίσθητης» φύσης τους ως στοιχεία του εποικοδομήματος, πιο έντονα στη διαμόρφωση της νεανικής συνείδησης. Το άρθρο με τίτλο «Αστική και οπορτουνιστική πολεμική στη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα», αναπτύσσει τα ταξικά κριτήρια για την ελευθερία και τη δημοκρατία, συγκρίνοντας σε αυτή τη βάση την ανωτερότητα του σοσιαλισμού απέναντι στον καπιταλισμό. Στο ίδιο κείμενο δίνεται απάντηση στο επιχείρημα περί οικονομικής αναποτελεσματικότητας του σοσιαλισμού, άποψη που επί της ουσίας προβάλλει το κέρδος ως αιώνια οικονομική κατηγορία, υποστηρίζει δηλαδή την αιωνιότητα των αστικών εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής. Δίνονται ιστορικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ακριβώς καθόσον κυριαρχούσε η επαναστατική κατάργηση της εκμετάλλευσης και η αντικατάστασή τους με την κοινωνική ιδιοκτησία και τον κεντρικό σχεδιασμό, η σοσιαλιστική οικονομία είχε αξιοσημείωτα οικονομικά αποτελέσματα. Αυτά σταδιακά υποχώρησαν μετά την οπορτουνιστική στροφή του 20ού Συνεδρίου, όταν κυριάρχησαν οι αγοραίες επιλογές για την αντιμετώπιση υπαρκτών οικονομικών προβλημάτων, που έθεσε ένα νέο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε σύγκριση με αυτό των πρώτων δεκαετιών.

Στο άρθρο με τίτλο «Η παγκόσμια σύγκρουση μεταξύ σοσιαλισμού και ιμπεριαλισμού όπως εκφράστηκε στη ΓΛΔ και το Βερολίνο», επιχειρείται μια ιστορική προσέγγιση της κατάστασης που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά στο Βερολίνο. Περιγράφεται η σχεδιασμένη και ευέλικτη στις μορφές της ιμπεριαλιστική στρατηγική ενάντια στη σοσιαλιστική οικοδόμηση γενικά και ειδικότερα στο ανατολικό τμήμα της Γερμανίας ως μέρος της ταξικής πάλης που διεξαγόταν σε διεθνές επίπεδο. Είναι κρίσιμο να κατανοείται από τις νέες γενιές των κομμουνιστών, η θέση του Βερολίνου στη διεθνή σκακιέρα της ταξικής πάλης, να συνειδητοποιείται η ιστορική σημασία της θέσης του στην ταξική πάλη και να αφομοιώνονται γενικότερα συμπεράσματα για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση του 20ού αιώνα.

Το άρθρο «Γιάλτα: Μια ακόμα σύγκρουση σοσιαλισμού - καπιταλισμού», με αφορμή μια επέτειο που προσφέρεται στην αντικομμουνιστική εκστρατεία, ανασκευάζει τα επιχειρήματα της αστικής ιστοριογραφίας, σύμφωνα με την οποία «στη Γιάλτα μοιράστηκε ο κόσμος». Αποκαλυπτικά αναδεικνύονται οι ιστορικές συνθήκες, ο συσχετισμός των δυνάμεων όταν ο φασιστικός άξονας όδευε πλέον στην ήττα. Αναδεικνύεται η προσαρμογή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για τη νέα φάση όξυνσης της ταξικής πάλης σε διεθνές επίπεδο μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Προκειμένου για τις εξελίξεις στην Ελλάδα, έχει ειδική σημασία ότι οι οπορτουνιστικές απόψεις υιοθετούν το αστικό επιχείρημα για «μοίρασμα του κόσμου στη Γιάλτα», απολυτοποιούν τις δυσκολίες του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων και παραβλέπουν-συγκαλύπτουν τη λαθεμένη στρατηγική του ΚΚΕ εκείνη την περίοδο.

Σε αυτό το τεύχος της ΚΟΜΕΠ δίνουμε συνέχεια στη θεωρητική συζήτηση μεταξύ μαρξιστών επιστημόνων για τα ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το κείμενο «Η συμβολή της ΓΛΔ στην οικονομική θεωρία και την οικονομική πρακτική του σοσιαλισμού-κομμουνισμού» αναδεικνύει τις αντιφάσεις της οικονομικής σκέψης στην ΕΣΣΔ, οι οποίες οδήγησαν στην αποδοχή της εμπορευματικής παραγωγής, τόσο στο επίπεδο της πρακτικής όσο και στο πεδίο της θεωρητικής νομιμοποίησής της. Ωστόσο, κατά τη δική μας κρίση, δεν αποφεύγει κι ο ίδιος ο συγγραφέας του αντιφάσεις στη δική του προσέγγιση, παραμένοντας όμως στο έδαφος της ταξικής προσέγγισης.

Στο παρόν τεύχος δημοσιεύονται επίσης τα κομματικά ντοκουμέντα από 29.10.2009 μέχρι 30.12.2009.

Τέλος, μαζί με τις αγωνιστικές ευχές μας σε κάθε αναγνώστη και αναγνώστρια για το νέο έτος, ζητάμε την κατανόηση για την ανάγκη αύξησης της τιμής του τεύχους και της ετήσιας συνδρομής του περιοδικού. Οι αυξημένες ανάγκες έκδοσης και προβολής της ΚΟΜΕΠ μας υποχρεώνουν να διαμορφώσουμε την τιμή πώλησης του τεύχους στα 6 ευρώ, της ετήσιας συνδρομής εσωτερικού στα 30 ευρώ (δίνοντας κίνητρο εγγραφής) και της ετήσιας συνδρομής εξωτερικού στα 55 ευρώ.