Της Σύνταξης


Για μια ακόμα φορά οι ανταγωνισμοί των μονοπωλιακών ομίλων, των αστικών κρατών και των συμμαχιών τους απεκδύθηκαν το φιλειρηνικό μανδύα, φόρεσαν τις στρατιωτικές «παραλλαγές» τους και ρίχτηκαν στα όπλα, στα τεθωρακισμένα, στα βομβαρδιστικά. Για μια ακόμα φορά οι λαοί καλούνται όχι μόνο να πληρώσουν το «λογαριασμό» των ανταγωνισμών ανάμεσα στους εκμεταλλευτές τους αλλά και να στοιχηθούν ένθερμα πίσω από αυτούς, ακόμα και να δώσουν τη ζωή τους γι’ αυτούς. Για μια ακόμα φορά, όμως, αναδεικνύεται και η ανάγκη ύπαρξης επαναστατικής πρωτοπορίας, Κομμουνιστικού Κόμματος σε κάθε χώρα, τα οποία –όπως κάνει το ΚΚΕ στην Ελλάδα– θα αναδεικνύουν στο λαό την ουσία της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης και θα χαλάνε την ξινισμένη «σούπα» της εθνικής συναίνεσης, η οποία μάλιστα στην τωρινή συγκυρία είναι στα δυτικά κράτη πασπαλισμένη και με αρκετά αζοφικά-νεοναζιστικά «μπαχαρικά».

Το πιο επιτακτικά αναγκαίο ζήτημα για τους κομμουνιστές σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου είναι να αναδείξουν ποιας πολιτικής αποτελεί συνέχεια αυτός ο πόλεμος, ποια τάξη τον διεξάγει, ποιο είναι το ουσιαστικό επίδικο. Και αυτό το καθήκον οι κομμουνιστές καλούνται να το εκπληρώσουν σε δύσκολες συνθήκες όπου η αλήθεια και η ουσία των γεγονότων επιχειρείται να καλυφτούν κάτω από τόνους προπαγάνδας και προσχημάτων, όπου οι πιέσεις για εθνική συναίνεση αυξάνονται απότομα. Αυτή η αλήθεια, όμως, πρέπει να φτάσει σε όσο το δυνατόν πλατύτερα στρώματα του λαού και πρώτ’ απ’ όλα στα πιο πρωτοπόρα τμήματά του.

Η απαράδεκτη ρωσική εισβολή υπήρξε προϊόν της σταθερής κλιμάκωσης τα τελευταία χρόνια του ανταγωνισμού, της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ από τη μία και τη Ρωσία, την Κίνα και τους συμμάχους τους από την άλλη. Υπήρξε προϊόν των μακροχρόνιων –και ανταγωνιστικών μεταξύ τους– σχεδιασμών που ξεδιπλώνουν στην περιοχή αυτά τα κράτη, δρώντας ως γενικοί εκφραστές των συμφερόντων των αστικών τους τάξεων. Υπήρξε επίσης προϊόν της ίδιας της εσωτερικής διάσπασης της ουκρανικής αστικής τάξης όσον αφορά τον προσανατολισμό των διεθνών συμμαχιών της. Αρκεί να θυμίσουμε ότι της ρωσικής εισβολής προηγήθηκε η σταδιακή ΝΑΤΟϊκή περικύκλωση της Ρωσίας, η πολύμορφη άμεση παρέμβαση ΕΕ - ΗΠΑ σε συνεργασία με αντίστοιχα τμήματα της ουκρανικής αστικής τάξης στις εσωτερικές εξελίξεις της χώρας, συμπεριλαμβανομένου και του καθοδηγούμενου από τις πρώτες πραξικοπήματος του 2014, η μακρόχρονη πολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση στο Λουγκάνσκ και το Ντονέτσκ και η αυτοανακήρυξή τους σε «Λαϊκές Δημοκρατίες», η προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία κλπ.

Αυτή η αντιπαράθεση αποτελεί επιμέρους έκφραση του ανταγωνισμού ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα για την πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Στο δυτικό ευρωατλαντικό ιμπεριαλιστικό «στρατόπεδο», σε αυτή τη συγκυρία, ο κίνδυνος περαιτέρω ενίσχυσης της Κίνας επέδρασε θετικά στη συμπάγεια της συμμαχίας ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΕ, συγκαλύπτοντας προσωρινά τις πολύ ισχυρές φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύσσονταν ραγδαία σε αυτή τη συμμαχία όλα τα προηγούμενα χρόνια (βλ. Brexit, αντιπαράθεση για Nord Stream 2, συζήτηση για πολεμικές δαπάνες και «διανοητικά νεκρό» ΝΑΤΟ, εμπορικοί πόλεμοι κλπ.). Όπως δήλωσε, άλλωστε, ο ΓΓ του ΝΑΤΟ Γ. Στόλτενμπεργκ στην πρόσφατη συνεδρίαση των ΥΠΕΞ της συμμαχίας (όπου συζητήθηκε ο «οδικός χάρτης για το ΝΑΤΟ» στο πλαίσιο της «Νέας Στρατηγικής Αντίληψής» του): «Στη Στρατηγική Αντίληψη πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες στην ασφάλεια από τις επιθετικές ενέργειες της Ρωσίας, τη μεταβαλλόμενη παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων, τις συνέπειες ασφάλειας μιας πολύ ισχυρότερης Κίνας και τις προκλήσεις που επιβάλλουν η Ρωσία και η Κίνα στη διεθνή τάξη δημοκρατικών αξιών που βασίζεται σε κανόνες».

Από την άλλη πλευρά της ιμπεριαλιστικής διελκυστίνδας, Κίνα και Ρωσία βρίσκονται –παρά τις υπαρκτές αντιθέσεις τους– σε μία πορεία ενίσχυσης των σχέσεων και των δεσμών τους, γεγονός που αποτυπώθηκε και στη στάση της Κίνας απέναντι στα γεγονότα του πολέμου και τις κυρώσεις της Δύσης στη Ρωσία. Απέναντι μάλιστα στις απειλές της Δύσης στην Κίνα για τη μη στήριξη των κυρώσεων στη Ρωσία, το Πεκίνο δήλωσε την ετοιμότητά του «να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύσει αποφασιστικά τα έννομα συμφέροντα και δικαιώματα των κινεζικών επιχειρήσεων και οντοτήτων», ενώ ανακοίνωσε και νέα αύξηση των στρατιωτικών δαπανών της κατά 7,1%.

Υπενθυμίζεται, άλλωστε, ότι το Φλεβάρη ο Βλ. Πούτιν συναντήθηκε στο Πεκίνο με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ, υπογράφοντας Κοινή Δήλωση και σειρά συμφωνιών για μεγάλη ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας σε μια σειρά πεδία, μεταξύ των οποίων η Ενέργεια και ο «αμυντικός» τομέας. Η Κοινή Δήλωση ανάφερε επίσης ότι «ο κόσμος διέρχεται σημαντικές αλλαγές και η ανθρωπότητα μπαίνει σε μία νέα περίοδο γοργής ανάπτυξης και βαθέος μετασχηματισμού», ότι «η φιλία μεταξύ των δύο κρατών μας δεν έχει όρια, δεν υπάρχουν “απαγορευμένοι” τομείς στη συνεργασία μας», ενώ σημείωνε και ότι παραμένουν «σε μεγάλη επαγρύπνηση για τον αρνητικό αντίκτυπο που θα έχει η στρατηγική των ΗΠΑ για τον Ινδο-Ειρηνικό στην ειρήνη και τη σταθερότητα της περιοχής».

Μεγάλη σημασία έχει και η στάση της –ταχέως αναπτυσσόμενης πυρηνικής δύναμης– Ινδίας, η οποία επίσης αρνήθηκε να στηρίξει τις κυρώσεις απέναντι στη Ρωσία. Στο ζήτημα της στάσης μιας σειράς καπιταλιστικών κρατών, αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ σχολίασε ότι σε περίπτωση πρωτοβουλίας ένταξης της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, η Ρωσία θα πρέπει να «αποκαταστήσει τις ισορροπίες» με δικά της μέτρα.

Από το σύνολο των παραπάνω εξελίξεων γίνεται φανερή η αλλαγή συσχετισμών που διαμορφώνεται στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Ακριβώς λόγω αυτών των εξαιρετικά σημαντικών επίδικων της πολεμικής αντιπαράθεσης στην Ουκρανία, καθίσταται όλο και πιο πιθανό να έχει μεγάλη διάρκεια όσο και να επεκταθεί. Όπως δήλωσε και πάλι ο Στόλτενμπεργκ στην παραπάνω ΝΑΤΟϊκή «μάζωξη»: «Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Ο πόλεμος μπορεί να κρατήσει πολύ καιρό, πολλούς μήνες, ή και χρόνια. Και για αυτόν τον λόγο πρέπει επίσης να είμαστε προετοιμασμένοι για μια μακρά πορεία, τόσο σε ό,τι αφορά τη στήριξη προς την Ουκρανία, όσο και τη διατήρηση των κυρώσεων και την ενίσχυση της άμυνάς μας».

Σε αυτό το πλαίσιο, αρχίζουν να φουντώνουν τα σενάρια για δημιουργία μόνιμων ΝΑΤΟϊκών βάσεων σε μια σειρά χώρες. Όπως δήλωσε ο επικεφαλής των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων Μ. Μίλι: «Πιστεύω ότι πολλοί από τους Ευρωπαίους συμμάχους μας, ειδικά εκείνοι στη Βαλτική, στην Πολωνία, στη Ρουμανία ή αλλού, είναι πολύ πρόθυμοι να δημιουργήσουν μόνιμες βάσεις». Συζητιέται ήδη η ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ.

Σε ρυθμούς πολεμικής προετοιμασίας κινείται και η ΕΕ. Μετά το εξοπλιστικό πρόγραμμα μαμούθ αξίας 100 δισ. ευρώ της Γερμανίας και τη στρατιωτικοποίηση της βιομηχανίας της, το νέο στρατιωτικό δόγμα που εγκρίθηκε –και με την υπογραφή της ελληνικής κυβέρνησης– στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ (και το οποίο φέρει τον τίτλο «Στρατηγική Πυξίδα») εστιάζει και αυτό στην ενίσχυση των μόνιμων στρατιωτικών δυνάμεων στην Αν. Ευρώπη. Με τη «Στρατηγική Πυξίδα» η ΕΕ επιχειρεί να αναβαθμίσει από τη μια το ρόλο της μέσα στο ΝΑΤΟ και από την άλλη τη δυνατότητα αυτοτελούς, διακριτής στρατιωτικής παρέμβασής της.

Η κλιμάκωση όμως δεν φαίνεται μόνο από τους πολεμικούς εξοπλισμούς αλλά και από την πορεία όξυνσης της αντιπαράθεσης στον οικονομικό τομέα. Στις ευρείες οικονομικές κυρώσεις της Δύσης στη Ρωσία, η τελευταία απάντησε με την απαίτηση οι «μη φιλικές» χώρες να πληρώνουν σε ρούβλι τις παραδόσεις φυσικού αερίου. Παράλληλα, «τρέχει» και η προσπάθεια της Ρωσίας και της Κίνας για ενεργειακές συναλλαγές με βάση το κινεζικό γουάν (π.χ. με Σαουδική Αραβία, Ινδία) και για τη δημιουργία νέου διεθνούς συστήματος διατραπεζικών συναλλαγών. Όσον αφορά αυτόν τον οικονομικό πόλεμο, πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι Ρώσοι αξιωματούχοι κάνουν όλο και πιο συχνά λόγο για ενδεχόμενη τεχνητή χρεοκοπία της Ρωσίας όσον αφορά το εξωτερικό χρέος της, αφού μια σειρά δυτικές τράπεζες αρνούνται λόγω των κυρώσεων να εφαρμόσουν την εντολή των ρωσικών αρχών για αποδέσμευση κεφαλαίων για την πληρωμή των κατόχων ρωσικών κρατικών ομολόγων.

Όσον αφορά το ζήτημα της ενέργειας, ιδιαίτερα αποκαλυπτικές είναι οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του ΝΑΤΟϊκού «στρατοπέδου» γύρω από το αν και σε ποιο βαθμό οι κυρώσεις θα αγγίξουν και αυτόν τον τομέα. Οι δύο πιο χαρακτηριστικοί πόλοι αυτών των αντιθέσεων είναι οι ΗΠΑ και η Γερμανία. Οι ΗΠΑ, οι οποίες έχουν πολύ χαμηλό βαθμό ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία, πιέζουν για γενίκευση των κυρώσεων και στον τομέα της ενέργειας, θεωρώντας τη συγκυρία μία πρώτης τάξεως ευκαιρία από τη μια να αδυνατίσουν τη –σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτώμενη ενεργειακά από τη Ρωσία– Γερμανία (μαζί φυσικά με την ίδια τη Ρωσία) και από την άλλη να προωθήσουν το δικό τους υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Υπέρ της αύξησης των ενεργειακών κυρώσεων στη Ρωσία τάσσονται (με διαβαθμίσεις) και ευρωπαϊκά κράτη όπως η Βρετανία και η Γαλλία που έχουν μεγάλο βαθμό ενεργειακής αυτονομίας, κυρίως λόγω της μεγάλης παραγωγής πυρηνικής ενέργειας.

Από την άλλη πλευρά, η Γερμανία, όπως ήταν αναμενόμενο, είναι πολύ πιο διστακτική στη γενίκευση των ενεργειακών κυρώσεων, αφού αυτό θα σήμαινε εκτίναξη του κόστους του πολύ αναπτυγμένου δικτύου βιομηχανικών εγκαταστάσεών της και θα συνιστούσε μεγάλη απειλή για την ανταγωνιστικότητα των γερμανικών εμπορευμάτων. Οι κυρώσεις, άλλωστε, αναίρεσαν την ενεργοποίηση του –εξαιρετικά σημαντικού για τη γερμανική αστική τάξη– ρωσογερμανικού αγωγού Nord Stream 2, ο οποίος εδώ και πολλά χρόνια αποτελούσε πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε Γερμανία και ΗΠΑ. Μπροστά στο ενεργειακό «στρίμωγμά» του και τον κίνδυνο απώλειας ανταγωνιστικών θέσεων έναντι βασικών ανταγωνιστών του, το γερμανικό κράτος έθεσε υπό τον έλεγχό του τη θυγατρική της ρωσικής Gazprom στη χώρα, ενώ αντίστοιχα σχέδια εξυφαίνονται και για τη θυγατρική της ρωσικής πετρελαϊκής Rosneft στη Γερμανία.

Χαρακτηριστικοί αυτού του ενεργειακού πολέμου είναι οι πανηγυρισμοί της υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Β. Νούλαντ, σε ομιλία της σε μέλη του Κογκρέσου: «Θεωρώ ότι ο ρωσικός αγωγός φυσικού αερίου “Nord Stream 2” είναι πλέον νεκρός (…) Ο αγωγός είναι πλέον ένα κομμάτι μετάλλου στον βυθό της θάλασσας, δε νομίζω ότι θα ξαναζωντανέψει ποτέ». Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις αξιοποιούνται –παρά τις βραχυχρόνιες προσαρμογές στο παραγόμενο ενεργειακό μίγμα– προς όφελος της επιτάχυνσης των προσαρμογών που απαιτεί το λεγόμενο «πράσινο New Deal».

Η Γερμανία, όπως και άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ που εξαρτώνται ιδιαίτερα απ’ το ρωσικό φυσικό αέριο (Αυστρία, Ουγγαρία, Σλοβενία κ.ά.), γνωρίζει ότι ο στόχος της απεξάρτησης δεν μπορεί αντικειμενικά να υλοποιηθεί στην επόμενη τριετία. Γνωρίζει ότι μια διακοπή της ροής του ρωσικού αερίου θα είχε ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις για την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας.

Όπως όλες οι αστικές τάξεις, έτσι και η ελληνική τοποθετείται και ενεργοποιείται –μέσω του κράτους της– στις εξελίξεις με γνώμονα τα δικά της συμφέροντα και τα σχέδια αναβάθμισής της. Η επιλογή που έχει κάνει είναι να παίξει ρόλο σημαιοφόρου των αμερικανοΝΑΤΟϊκών επιδιώξεων σε αντίθεση, π.χ., με την αστική τάξη της Τουρκίας η οποία έχει επιλέξει το ρόλο του μεσάζοντα, επιδιώκοντας να αποσπά ανταλλάγματα και από τις δύο μεριές και ταυτόχρονα να αποφεύγει τις συνέπειες από τον μεταξύ τους ανταγωνισμό.

Η παραπάνω επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης, στο οικονομικό «υπέδαφος» της οποίας θα αναφερθούμε στη συνέχεια, αποτελεί συνέχεια της διαχρονικής συστράτευσης του αστικού πολιτικού κόσμου με τις ευρωΝΑΤΟϊκές επιδιώξεις. Τα κόμματα του ΝΑΤΟϊκού τόξου έφτασαν μάλιστα στο σημείο να καταχειροκροτήσουν τους εκπροσώπους του ναζιστικού τάγματος του Αζόφ που πλαισίωσαν την ομιλία Ζελένσκι στην ελληνική βουλή. Παρεμπιπτόντως, για πολλοστή φορά αποδεικνύεται η ετοιμότητα της αστικής τάξης να αξιοποιήσει και να «ξεπλύνει» το φασισμό, όταν αυτό απαιτούν τα συμφέροντα και οι σχεδιασμοί της.

Η Ελλάδα μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε ορμητήριο αμερικανοΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων, με τη Θεσσαλονίκη και την Αλεξανδρούπολη να παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Υπακούοντας στα κελεύσματα των αμερικανοΝΑΤΟϊκών, η κυβέρνηση σκληραίνει και τη στάση της όσον αφορά τις αντιδράσεις απέναντι στην εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο, όπως φάνηκε και από τις συλλήψεις που έγιναν στο απεργιακό συλλαλητήριο της 6ης Απρίλη. Πριν λίγες μέρες, μάλιστα, η κυβέρνηση αποφάσισε και την αποστολή μάχιμου τμήματος των Ενόπλων Δυνάμεων στη Βουλγαρία, σε ΝΑΤΟϊκό Σχηματισμό Μάχης. Είχε προηγηθεί η άσκηση «Ηνίοχος 22», η οποία φέτος πήρε πιο έντονα πολεμικά χαρακτηριστικά, ενώ σε αυτή συμμετείχαν και τα δύο («Χάρι Τρούμαν» και «Σαρλ Ντε Γκωλ») από τα πέντε αεροπλανοφόρα που έχει αναπτύξει το ΝΑΤΟ από τον Ατλαντικό έως τη Μεσόγειο απέναντι στη Ρωσία. Αντίστοιχα, η Αλεξανδρούπολη θα συνεχίσει να αξιοποιείται τους επόμενους πέντε μήνες στο πλαίσιο της επιχείρησης «Atlantic Resolve 2022» για την προώθηση αμερικανικών στρατευμάτων στα ευρωπαϊκά σύνορα με τη Ρωσία. Χαρακτηριστικό για όλα τα παραπάνω είναι ότι, με το βλέμμα στις ΝΑΤΟϊκές ανάγκες, η Ελλάδα αναδείχτηκε το 2021 «πρωταθλήτρια» σε στρατιωτικές δαπάνες, δαπανώντας γι’ αυτές το 3,59% του ΑΕΠ (υπερακοντίζοντας κατά πολύ το ΝΑΤΟϊκό στόχο του 2%).

Με τη συνολική διαχρονική στάση του το ελληνικό κράτος μετατρέπει –προς όφελος των αστικών επιδιώξεων– τον ελληνικό λαό σε ενδεχόμενο στόχο του αντίπαλου ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου. Πέρα από τις συνεχείς αναφορές ρωσικών αρχών περί τιμήματος που ενδεχομένως θα κληθούν να πληρώσουν όσοι βοηθούν στρατηγικά τους αντιπάλους της Ρωσίας, τις προηγούμενες μέρες δημοσιεύτηκε στον ηλεκτρονικό στρατιωτικό Τύπο μία είδηση που αναφέρεται σε «εικονικά πλήγματα» από ρωσικά μαχητικά αεροπλάνα σε βάρος της Αλεξανδρούπολης και της Σούδας, στο πλαίσιο άσκησης της Πολεμικής Αεροπορίας της Ρωσίας. Επίσης, στις αρχές Μάρτη, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην Ελλάδα δηλώνοντας: «Στο όνομα των συλλογικών δυτικών σχεδιασμών –να κάνουν κακό στη Ρωσία με κάθε κόστος– θυσιάστηκε η κοινή λογική. Οι διμερείς δεσμοί καταστρέφονται σκοπίμως και οι ρωσοελληνικές σχέσεις, δυστυχώς, δεν αποτελούν εξαίρεση».

Ποιες είναι όμως αυτές οι επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης που κρύβονται πίσω από τις επιλογές του κράτους της; Ο πόλεμος στην Ουκρανία δημιουργεί μεγάλες «ευκαιρίες» σε τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης για αμύθητα κέρδη. Καταρχάς, η ενίσχυση των Αμερικανών και του LNG στον ενεργειακό πόλεμο συνδέεται άμεσα με τα συμφέροντα των Ελλήνων εφοπλιστών, οι οποίοι αποτελούν το «βαρύ πυροβολικό» της ελληνικής αστικής τάξης. Αυτοί αποτελούν παγκοσμίως την πρώτη δύναμη στη μεταφορά και αποθήκευση του LNG, εκπροσωπώντας (με βάση την τελευταία Έκθεση της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών) το 15,58% του παγκόσμιου στόλου μεταφοράς LNG και LPG. Το 2021 οι Έλληνες εφοπλιστές παρήγγειλαν 18 τέτοια δεξαμενόπλοια, συνολικής αξίας 3,63 δισ. δολαρίων και 14 δεξαμενόπλοια LPG, αξίας 823 εκατ. δολαρίων, ενώ το 2020 οι αντίστοιχες παραγγελίες αφορούσαν μόλις 1 πλοίο LNG και 4 LPG. Όπως έγραφε στις αρχές Φλεβάρη και η γερμανική Handelsblatt: «Το LNG μπορεί να βοηθήσει στην εξασφάλιση του εφοδιασμού της Ευρώπης (...) Αυτή είναι μία καλή είδηση για τους Έλληνες εφοπλιστές, καθώς έχουν επενδύσει μεγάλα κεφάλαια τα τελευταία χρόνια στην κατασκευή δεξαμενόπλοιων LNG και σήμερα διαθέτουν τον πιο σύγχρονο στόλο αυτών των εξειδικευμένων πλοίων στον κόσμο».

Κερδισμένοι από την επιτάχυνση της μεταβολής του ενεργειακού μίγματος που πυροδότησε ο πόλεμος στην Ουκρανία βγαίνουν φυσικά και οι επιχειρηματικοί όμιλοι της «πράσινης μετάβασης», που έτσι κι αλλιώς χρηματοδοτούνται αδρά από το Ταμείο Ανάκαμψης και μια σειρά αναπτυξιακούς νόμους. Χαρακτηριστικό είναι ότι για να μη μείνουν έξω από το «πάρτι» της «πράσινης μετάβασης», μια σειρά όμιλοι της «μαύρης» οικονομίας επιχειρούν να «πρασινίσουν» το παραγωγικό μίγμα τους. Εμβληματική είναι εδώ η επένδυση των ΕΛΠΕ για το φωτοβολταϊκό πάρκο στην Κοζάνη, την οποία επισκέφτηκε πριν λίγες μέρες και ο πρωθυπουργός.

Ταυτόχρονα, φυσικά, υπάρχουν και οι γενικότεροι στόχοι της ελληνικής αστικής τάξης, οι οποίοι δημιουργούν μεσοπρόθεσμα ευνοϊκό έδαφος κερδοφορίας για αρκετά τμήματά της. Βασικός και διαχρονικός τέτοιος στόχος είναι η μετατροπή της χώρας σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων και ενέργειας. Πριν λίγες μέρες, ο Κ. Μητσοτάκης, κατά την ανακοίνωση της κατασκευή νέας Πλωτής Μονάδας Αποθήκευσης και Αεριοποίησης Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (FSRU) στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, δήλωνε από το βήμα της βουλής πως στόχος της χώρας είναι «...να γίνουμε περιφερειακός και διεθνής κόμβος μεταφοράς Ενέργειας προς την Ευρώπη». Με άλλα λόγια, η ελληνική αστική τάξη προσπαθεί να αξιοποιήσει προς όφελός της το γεγονός ότι –όπως δήλωσε και η Επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ Κάντρι Σίμσον– «η Ελλάδα, με τις υπάρχουσες και τις προγραμματισμένες υποδομές της, παίζει καίριο ρόλο στην ασφάλεια του εφοδιασμού της ΕΕ με φυσικό αέριο».

Η παραπάνω επιδίωξη συνδέεται με μια σειρά επενδυτικά σχέδια που είναι «στα σκαριά». Καταρχάς, τόσο ο πρώτος σταθμός FSRU (επίσης στην Αλεξανδρούπολη) όσο και ο δεύτερος που ανακοινώθηκε θα έχουν ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό, αξιοποιώντας τους διασυνδετήριους αγωγούς με Βουλγαρία και Βόρεια Μακεδονία, προκειμένου να διοχετεύουν φυσικό αέριο προς τα κράτη των Βαλκανίων αλλά και της Ευρώπης. Με τους σχεδιασμούς στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης «κουμπώνει» και ο Διασυνδετήριος Αγωγός Ελλάδας Βουλγαρίας (IGB). Παράλληλα με τον IGB προχωρούν και τα σχέδια του αντίστοιχου αγωγού φυσικού αερίου που θα συνδέει τη Νέα Μεσημβρία της Θεσσαλονίκης με το Νεγκόντινο της Β. Μακεδονίας. Το «παζλ» των ενεργειακών σχεδιασμών συμπληρώνεται με την Υποθαλάσσια Αποθήκη Φυσικού Αερίου (ΥΑΦΑ) Νότιας Καβάλας, η οποία βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο του σχετικού διαγωνισμού του ΤΑΙΠΕΔ και με τη δρομολόγηση της επέκτασης της αποθηκευτικής ικανότητας του σταθμού αεριοποίησης LNG στη Ρεβυθούσα (με μια ακόμα πλωτή δεξαμενή), μέρος της χωρητικότητας του οποίου χρησιμοποιείται ήδη και από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Τέλος, τα έργα αυτά πλαισιώνονται και από τις ιδιωτικοποιήσεις της περιβόητης Εγνατίας, των λιμανιών της Β. Ελλάδας (της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας και της Αλεξανδρούπολης), που βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη. Φυσικά, όλοι οι παραπάνω σχεδιασμοί δε δένονται αρμονικά μεταξύ τους, αφού πρόκειται για ανταγωνιστικά επενδυτικά σχέδια διαφορετικών ομίλων, κάτι που θα προκαλέσει αναπόφευκτα και αντιφάσεις που θα επηρεάσουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και τον ίδιο το σχεδιασμό του αστικού κράτους.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί για την ελληνική αστική τάξη μία πρώτης τάξεως ευκαιρία επιτάχυνσης αυτών των σχεδιασμών. Υπενθυμίζεται ότι το Σεπτέμβρη ο Αμερικανός πρέσβης Τζ. Πάιατ δήλωνε ότι οι ενεργειακές υποδομές που κατασκευάζονται στη Β. Ελλάδα, όπως η FSRU στην Αλεξανδρούπολη και ο IGB, μαζί με τον TAP, αποτελούν έργα που θα συμβάλουν μαζί με άλλες αμερικανικές επενδύσεις στην Ενέργεια «στην οικοδόμηση αντίστασης στην ικανότητα της Ρωσίας να χρησιμοποιεί την Ενέργεια ως πολιτικό όπλο εναντίον χωρών που επιδιώκουν να προχωρήσουν προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τους ευρωπαϊκούς διατλαντικούς θεσμούς».

Από το ίδιο βήμα, ο Πάιατ είχε αποδώσει εύσημα στις κυβερνήσεις ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ για τη βελτίωση των σχέσεων με τη Β. Μακεδονία, που «ξεκλειδώθηκε από τη Συμφωνία των Πρεσπών», λέγοντας πως «υπάρχουν πολύ λίγα –ίσως και κανένα– κράτη-μέλη της ΕΕ που έχουν κάνει περισσότερα από όσα έχει κάνει η Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια για να προωθήσουν το μακροχρόνιο αμερικανικό και ευρωπαϊκό στόχο της διαφοροποίησης των πηγών και των διαδρομών Ενέργειας στην Ευρώπη και της οικοδόμησης ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας».

Ο στόχος της ταχύτερης «ενεργειακής απεξάρτησης» από τη Ρωσία αναβαθμίζει αντικειμενικά για το ΝΑΤΟ τη σημασία ελέγχου της Ανατολικής Μεσογείου απέναντι σε Ρωσία και Κίνα, με ΗΠΑ και ΝΑΤΟ να αυξάνουν τις πιέσεις προς όλες τις κατευθύνσεις για να διαμορφωθούν όροι ασφαλούς μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας προς την ΕΕ (π.χ. ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας με Αίγυπτο/EuroAfrica και το Ισραήλ/EuroAsia), καθώς και φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή. Αυτή η ανάγκη αποτυπώθηκε και στο περιεχόμενο των τοποθετήσεων της υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Β. Νούλαντ κατά την επίσκεψή της σε κράτη της περιοχής. Όπως φάνηκε και από την επίσκεψη Νούλαντ, η προώθηση αυτών των σχεδιασμών προϋποθέτει τη διευθέτηση μιας σειράς ζητημάτων στη Ν/Α Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι την επόμενη μέρα της παρουσίασης –μετά τις επαφές της με κυβέρνηση και ΣΥΡΙΖΑ– από τη Νούλαντ του «οδικού χάρτη» της βαθύτερης εμπλοκής της Ελλάδας στον πόλεμο, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στην απέλαση 12 διαπιστευμένων στην Ελλάδα μελών των διπλωματικών και προξενικών αποστολών της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως «ανεπιθύμητων προσώπων». Και σε αυτόν τον τομέα το ελληνικό κράτος συντονίζει το βηματισμό του με πολλά κράτη της ΕΕ, τα οποία προχωρούν αυτή την περίοδο σε μπαράζ απέλασης Ρώσων διπλωματών.

Αντίστοιχες διευθετήσεις με την Ανατολική Μεσόγειο προϋποθέτουν οι παραπάνω σχεδιασμοί και στα Βαλκάνια. Ιδιαίτερα στα Βαλκάνια, η ευρωΝΑΤΟϊκή βιασύνη διευθετήσεων επιτείνεται και από το γεγονός ότι κάποιες αστικές τάξεις της περιοχής έχουν –περισσότερο ή λιγότερο ισχυρούς– διαχρονικούς δεσμούς με τη Ρωσία, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτύξει τη σχέση τους και με την Κίνα. Το αμερικανικό περιοδικό εξωτερικής πολιτικής Foreign Policy σημείωνε προ ημερών ότι «μια προσεκτικότερη ματιά στο χάρτη των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ δείχνει ότι Βοσνία, Σερβία και Κόσοβο είναι τα μοναδικά βαλκανικά κράτη που ακόμα δεν εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ (…) Καθώς το ΝΑΤΟ δυναμώνει την ανατολική του πτέρυγα και ενισχύει συμμάχους, πρέπει να παρακολουθεί στενά τα Βαλκάνια, όπου βρίσκεται το μαλακό του υπογάστριο». Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο Γερμανός Καγκελάριος Ο. Σολτς, ο οποίος τόνισε ότι «οι επίσημες διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας στην ΕΕ πρέπει να ξεκινήσουν το συντομότερο δυνατό. Κάθε αναβολή της διαδικασίας θα καταστήσει τα Δυτικά Βαλκάνια ευάλωτα και εκτός επιρροής (μας)».

Το σύνολο των παραπάνω εξελίξεων επηρεάζει άμεσα και καθοριστικά και το βιοτικό επίπεδο μιας σειράς –πέραν φυσικά των άμεσα εμπλεκόμενων– λαών, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού. Μεγάλο πλήγμα δέχεται το εργατικό-λαϊκό εισόδημα σε όλο σχεδόν τον κόσμο από την εκτίναξη των τιμών στο σύνολο ουσιαστικά των εμπορευμάτων, η οποία, άλλωστε, είχε ξεκινήσει κάποιους μήνες πριν το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία. Οι λαοί πληρώνουν τον οικονομικό πόλεμο και τις κυρώσεις των ιμπεριαλιστικών κέντρων. Φυσικά, η εκτίναξη στις τιμές των εμπορευμάτων δεν αποτελεί φυσικό φαινόμενο, αλλά απορρέει από τον τρόπο λειτουργίας της καπιταλιστικής αγοράς και από τις πολυεπίπεδες επιδιώξεις της κερδοφορίας. Για παράδειγμα, στη συγκεκριμένη συγκυρία στο πλαίσιο της «απελευθερωμένης αγοράς» καθοριστικό ρόλο στην εκτίναξη των τιμών παίζουν η προτεραιότητα στις εξαγωγές του ηλεκτρισμού (στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς ενέργειας της ΕΕ), η λειτουργία του χρηματιστηρίου Ενέργειας, η αναγωγή του φυσικού αερίου σε βασικό ηλεκτροπαραγωγό καύσιμο, η πριμοδότηση των πανάκριβων ΑΠΕ, που δεν μπορούν να καλύψουν το σύνολο των αναγκών σε Ενέργεια, η «απολιγνιτοποίηση» με τα «πράσινα» χαράτσια κλπ.

Επίσης, είναι προφανές ότι η «απελευθερωμένη» και «εξωστρεφής» αγορά ηλεκτρισμού είναι εκτεθειμένη σε κάθε είδους διακυμάνσεις των ανταγωνισμών, με το λογαριασμό να καταλήγει πάντα στο λαό. Πρόκειται για στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου, οι οποίες φέρουν τη σφραγίδα όλων των αστικών κυβερνήσεων και προχωρούν εντελώς αδιασάλευτα από την οποιαδήποτε κυβερνητική εναλλαγή. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής για μείωση του φυσικού αερίου και αύξηση του LNG προβλέπεται να εκτινάξει τις τιμές ακριβώς λόγω της μεγάλης αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης του συγκεκριμένου ενεργειακού εμπορεύματος (ενώ μέχρι τώρα ο κύριος όγκος των εξαγωγών LNG ήταν η Κίνα, η Ιαπωνία και η Ν. Κορέα).

Μέσα στο παραπάνω ζοφερό περιβάλλον, ασταμάτητη συνεχίζει η πανδημία του κορονοϊού με δεκάδες νεκρούς κάθε μέρα και με τα πρωτόκολλα και τους περιορισμούς να βαίνουν προς πλήρη εξαφάνιση ενόψει της έναρξης της τουριστικής περιόδου.

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση υπήρξαν εργατικές-λαϊκές αντιδράσεις. Το στίγμα της παρέμβασης του ΚΚΕ περί μη στοίχισης πίσω από κανέναν ιμπεριαλιστή ακούστηκε δυνατά στο Σύνταγμα, στη συγκέντρωση με ομιλητή το ΓΓ του Κόμματος Δ. Κουτσούμπα, την 1η Απρίλη. Παράλληλα, χιλιάδες λαού διαδήλωσαν στα τέλη Μάρτη στον Πειραιά ενάντια στον ελλιμενισμό στο Φαληρικό Όρμο του γαλλικού αεροπλανοφόρου «Σαρλ Ντε Γκωλ», μέλους της ΝΑΤΟϊκής αρμάδας. Και η ίδια η πανεργατική απεργία της 6ης Απρίλη είχε έντονα αντιπολεμικά - αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, ενώ στη Θεσσαλονίκη η διαδήλωση κατέληξε στο λιμάνι της πόλης για να διαμαρτυρηθεί για την παρουσία ΝΑΤΟϊκού πολεμικού υλικού, προκαλώντας τη λυσσασμένη αντίδραση του κράτους και τις συλλήψεις στελεχών του Κόμματος και άλλων αγωνιστών, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε. Το αμέσως επόμενο διάστημα ακολουθεί ο επόμενος απεργιακός σταθμός, που δεν είναι άλλος από αυτόν της Πρωτομαγιάς, για τον οποίο ήδη αναπτύσσουν δράση τα ταξικά συνδικάτα. Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στις αρνήσεις σιδηροδρομικών να εργαστούν για τη μεταφορά ΝΑΤΟϊκού στρατιωτικού υλικού και στη συνέχεια το «μπλόκο» από δυνάμεις του ΚΚΕ στην Αλεξανδρούπολη σε αμαξοστοιχία που μετέφερε ΝΑΤΟϊκά τεθωρακισμένα.

Όσον αφορά το περιεχόμενο του τεύχους, στην ενότητα «Ιδεολογία - Πολιτική», περιλαμβάνεται καταρχάς η Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία».

Ακολουθεί η ομιλία του Δημήτρη Κουτσούμπα, ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα την 1η Απρίλη.

Στο κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ με τίτλο «Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο» αξιοποιούνται οι σχετικές εκδόσεις της Σύγχρονης Εποχής για να παρουσιαστεί η στάση των μπολσεβίκων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η σύνδεσή της με την αντίστοιχη στρατηγική προσαρμογή που οδήγησε στην επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αναλύονται οι λενινιστικές επεξεργασίες για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου, τα νέα καθήκοντα που μπαίνουν στην εργατική τάξη σε συνθήκες πολεμικής σύγκρουσης, ο τρόπος αντιμετώπισης του συνθήματος της ειρήνης από την αστική τάξη αλλά και από τους κομμουνιστές, η ανάγκη συνεχούς εναντίωσης στο συμβιβασμό με την αστική τάξη και τις εκάστοτε στοχεύσεις της. Τέλος, αναδεικνύεται και η σκληρή πάλη των Γερμανών επαναστατών κατά τη διάρκεια του Πολέμου, αρχικά ως μειοψηφούσα επαναστατική διεθνιστική πτέρυγα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας και στη συνέχεια ως Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας.

Το άρθρο με τίτλο «Η διάλυση της ΕΣΣΔ, η “εποχή των τεράτων” και οι σύγχρονοι “έμποροι των εθνών”» αντιπαραθέτει την ειρηνική συμβίωση μιας σειράς λαών και εθνοτήτων επί ΕΣΣΔ με τη σημερινή κατάσταση. Για να το κάνει αυτό, προσεγγίζει το ζήτημα από την οπτική της μελέτης του εθνικού ζητήματος τόσο στη θεωρητική όσο και στην ιστορική του διάσταση. Ξεκινά από την εθνική-εθνοτική συμβίωση στο πλαίσιο των πολυεθνικών κρατών-αυτοκρατοριών της Ανατολικής Ευρώπης στο τελευταίο στάδιο της ύπαρξής του στις αρχές του 20ού αιώνα, συνεχίζει με την παρουσίαση του τρόπου επίλυσης του εθνικού ζητήματος στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής ΕΣΣΔ και στην κατάσταση του εθνικού ζητήματος μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την καπιταλιστική παλινόρθωση.

Στην ενότητα «Παιδεία» παρουσιάζεται η ομιλία του μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Ν. Σοφιανού με τίτλο «Η πρόταση του ΚΚΕ για το πανεπιστήμιο είναι όπλο στην πάλη ενάντια στο νέο γύρο αντιδραστικών εξελίξεων».

Στην ενότητα «Δικαιοσύνη», το άρθρο με τίτλο «Η αξιοποίηση της πανδημίας για την αναβάθμιση της καταστολής στην ΕΕ» θίγει πλευρές θωράκισης κι εμπλουτισμού του αστικού νομοθετικού οπλοστασίου των αστικών κρατών την περίοδο της πανδημίας. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ως «ομπρέλα» νομιμοποίησης της ενίσχυσης και αναβάθμισης της καταστολής, στην αξιοποίηση του «πράσινου ψηφιακού πιστοποιητικού» για την επιτάχυνση αντιδραστικών σχεδιασμών και στον τρόπο αξιοποίησης του διαμορφούμενου Ευρωπαϊκού Χώρου Δεδομένων Υγείας.

Η ενότητα «200 χρόνια Μαρξ - Ένγκελς» περιλαμβάνει το πρώτο μέρος του άρθρου με τίτλο «Το Κεφάλαιο στο στόχαστρο της “Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ”», που αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο το συγκεκριμένο θεωρητικό ρεύμα επιχειρεί –αξιοποιώντας μαρξιστικό προσωπείο– να μειώσει τη σημασία του μεγάλου έργου του Μαρξ και να το παρουσιάσει γεμάτο αντιφάσεις, αμφιταλαντεύσεις και ανεπάρκειες. Σε αυτό το πρώτο μέρος παρουσιάζονται καταρχάς κάποια στοιχεία που είναι σημαντικά για την κατανόηση της αντιπαράθεσης, όπως η ιστορία της έκδοσης Του Κεφαλαίου. Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι φιλοσοφικές ρίζες και το θεωρητικό στίγμα της «Νέας Ανάγνωσης», καθώς και η αντίληψή της για Το Κεφάλαιο και τις «αντιφάσεις» του.

Τέλος, σε αυτό το τεύχος περιλαμβάνονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα από 16.2.2022 μέχρι 21.3.2022.