Της Σύνταξης


Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα διεξάγεται στο φόντο της εύθραυστης εκεχειρίας στη Μ. Ανατολή με βάση το μνημόνιο που υπέγραψαν ΗΠΑ και Ιράν στις 17 Ιούνη, μετά την αποτυχία των ΗΠΑ-Ισραήλ να υλοποιήσουν τους στρατιωτικούς στόχους τους σε βάρος του Ιράν και της νέας φάσης στρατιωτικής κλιμάκωσης στην ιμπεριαλιστική σύγκρουση ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ και Ρωσίας στην Ουκρανία, μπροστά και στο ενδεχόμενο νέων διαπραγματεύσεων.

Την ώρα που γράφονται τούτες οι γραμμές, δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί η ΝΑΤΟϊκή Σύνοδος, όμως η ατζέντα της αρκεί για να μην έχει κανείς αμφιβολίες για το τι αποτελέσματα θα έχει για τους λαούς η υλοποίηση όσων αποφασιστούν: Προετοιμασία για μια γενικευμένη σύγκρουση με φόντο τη σύγκρουση με την Κίνα και τους συμμάχους της για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, περαιτέρω εκτίναξη των πολεμικών δαπανών, επενδύσεις στην πολεμική βιομηχανία και προσαρμογή ολόκληρης της καπιταλιστικής οικονομίας στην πολεμική προπαρασκευή, ιμπεριαλιστικά παζάρια γύρω από την Ουκρανία, αλλά και σχέδια για τη «μετεξέλιξη», όπως λένε, της δολοφονικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας με στόχο την προσαρμογή της στα «νέα δεδομένα» των ανταγωνισμών.

Αυτό το τελευταίο είναι που αποτελεί και σχετικά νέο στοιχείο των εξελίξεων, καθώς πλέον όλο και πιο έντονα εκδηλώνεται η όξυνση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και εντός του ΝΑΤΟ, τόσο των ΗΠΑ με τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ και την ΕΕ όσο και των κρατών-μελών της ΕΕ μεταξύ τους. Αντιθέσεις που διαπλέκονται μεταξύ τους, τροφοδοτώντας και την ενδοαστική διαπάλη σε κάθε χώρα.

Για παράδειγμα, η διαπάλη στο ΝΑΤΟ σχετικά με το ποσοστό των κρατικών προϋπολογισμών για ΝΑΤΟϊκές δαπάνες διαπλέκεται με τις αντιπαραθέσεις εντός της ΕΕ για το «μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής» και τη στροφή στην «πολεμική οικονομία» σε αναζήτηση των προοπτικών της «στρατηγικής αυτονομίας» της ΕΕ. Τα ενεργειακά σχέδια για το λεγόμενο «Κάθετο Διάδρομο» φυσικού αερίου και το αμερικανικό LNG διαπλέκονται με τις αντιπαραθέσεις για το ενεργειακό κόστος της ενεργοβόρου βιομηχανίας και τα «πράσινα» δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας. Οι αντιπαραθέσεις γύρω από ζητήματα σχετικά με την πρόσβαση και χρήση προηγμένων μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης και δεδομένων υψηλής ποιότητας, καθώς και για την ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών και υπολογιστικής δεν αφορούν μόνο ζητήματα οικονομικής ισχύος και αυτονομίας, αλλά και μείζονα ζητήματα ασφάλειας, πολύ περισσότερο, μάλιστα, από τη στιγμή που ο αυξανόμενος ρόλος των νέων τεχνολογιών στον πόλεμο αναγνωρίζεται ως κομβικός.

Είναι, λοιπόν, σαφές ότι οι ανταγωνισμοί και οι αντιπαραθέσεις κλιμακώνονται και απλώνονται σε μια σειρά «διλήμματα» και συμφέροντα που αποκλίνουν, σε συνθήκες, μάλιστα, που η στρατιωτική, η οικονομική και η τεχνολογική διάσταση του ιμπεριαλιστικού πολέμου δεν μπορούν να διαχωριστούν. Αυτό αποτυπώνεται τόσο στα

«καύσιμα» που πυροδοτούν και τροφοδοτούν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο όσο και τις οικονομικές συνέπειές του και την πολιτική διαχείρισή τους.

Γι’ αυτό και το υπόβαθρο της πολεμικής εμπλοκής διατρέχει όλες τις εξελίξεις, την ώρα που καραδοκεί μια νέα καπιταλιστική κρίση, λόγω της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που δεν μπορούν να επενδυθούν με ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους.

Προφανώς, η αστική πολιτική, σε όλες τις εκδοχές της, πασχίζει να βρει τρόπο να «κλοτσήσει λίγο πιο κάτω το τενεκεδάκι» των αδιεξόδων στην καπιταλιστική οικονομία, προσπαθώντας να απαξιώσει ελεγχόμενα κεφάλαια και να δημιουργήσει νέες διεξόδους για κερδοφόρες επενδύσεις. Τέτοια προσπάθεια αποτέλεσε η «πράσινη μετάβαση». Κάτι αντίστοιχο επιχειρείται και τώρα με τη στροφή στην πολεμική οικονομία.

Να γιατί, αν καθαριστεί η σκόνη και ο θόρυβος που σηκώνουν πασχίζοντας να την κρύψουν, γίνεται πρόδηλη η στρατηγική σύγκλιση της κυβέρνησης της ΝΔ με όλα τα –παλιά και νέα– αστικά κόμματα της βολικής για το σύστημα αντιπολίτευσης: Γιατί η «καρδιά» του προγράμματός τους είναι ακριβώς αυτές οι ανάγκες των καπιταλιστών, όπως αναδύονται, μορφοποιούνται και διαφοροποιούνται μέσα στους αδυσώπητους νόμους του καπιταλισμού, τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής ανάπτυξης, την ανισομετρία και την αναρχία της παραγωγής με σκοπό το κέρδος.

Αυτή είναι και η ουσία της ενδοαστικής διαπάλης για το «παραγωγικό μοντέλο», που αντανακλά και προβληματισμούς της αστικής τάξης για τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας στις σημερινές συνθήκες. Μεταξύ άλλων, τα «μαχαίρια» βγαίνουν και μπροστά στη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, που στήριξε καθοριστικά την καπιταλιστική κερδοφορία τα προηγούμενα χρόνια. Πλέον, άλλωστε, τα χρήματα του Ταμείου εξαντλούν γρήγορα την όποια δυναμική τους στην οικονομία και μαζί αυξάνεται η ανησυχία των αστών για το τι θα ακολουθήσει όταν ολοκληρωθεί, καθώς μπροστά βρίσκεται η συζήτηση για ένα νέο κύκλο δανεισμού της ΕΕ και το πώς θα μοιραστούν τα νέα πακέτα, με επίκεντρο τη στροφή στην πολεμική οικονομία.

Σε κάθε περίπτωση, οι αγωνίες της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της υπαίθρου, της νεολαίας δεν μπορεί να εγκλωβιστούν στην αναζήτηση ενός δήθεν «καλύτερου μοντέλου» καπιταλιστικής ανάπτυξης. Για το λαό δεν υπάρχει καπιταλιστικό μοντέλο χωρίς ανισότητες, εκμετάλλευση και αδικία. Οι ανάγκες του κεφαλαίου δε βρίσκονται απλά στον αντίποδα, αλλά είναι σε ευθεία σύγκρουση με τις ανάγκες της εργατικής τάξης, του λαού.

Αυτή η ασυμφιλίωτη σύγκρουση αποτυπώνεται σε διάφορα στοιχεία που έγιναν πρόσφατα γνωστά για την Ελλάδα του 2026.

Από τη μια, οι μετοχές στο ελληνικό χρηματιστήριο καταγράφουν αποδόσεις που αγγίζουν ακόμα και το 80% για το πρώτο εξάμηνο του 2026, με το γενικό δείκτη να «τραβά την ανηφόρα» για έκτη συνεχόμενη χρονιά, καταγράφοντας αύξηση 15%. Επιχειρηματικοί όμιλοι στους κλάδους της ενέργειας, των κατασκευών, του φαρμάκου, του χρηματοπιστωτικού, της πολεμικής βιομηχανίας, των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής καταγράφουν ασύλληπτα κέρδη.

Από την άλλη, το 50% των ερωτηθέντων σε πρόσφατη έρευνα δηλώνει ότι φέτος το καλοκαίρι δε θα κάνει διακοπές, ενώ το 34% αυτών που σκοπεύουν να αποδράσουν για λίγες μέρες, έχουν μειώσει το χρόνο των διακοπών τους σε σχέση με το παρελθόν και προσπαθούν να περικόψουν όσο και όπως μπορούν το πόσο θα τους στοιχήσουν αυτές οι λίγες μέρες.

Τέτοιες εκφράσεις αυτής της ασυμφιλίωτης αντίθεσης δείχνουν και την πηγή της, αλλά και το εύρος των εκδηλώσεών της, που δεν μπορούν να κρυφτούν, σε οτιδήποτε και αν στραφεί η προσοχή κάποιου.

Για παράδειγμα, ο όμιλος ΟΤΕ, που το πρώτο τρίμηνο του 2026 κατέγραψε κέρδη 153 εκατ. ευρώ, επενδύει πάνω από 3 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη των δικτύων του. Για να καταφέρει αυτά τα νούμερα, εντείνει περαιτέρω την εκμετάλλευση των εργαζόμενών του, εισάγοντας πρόσφατα πέντε διαφορετικούς τρόπους διευθέτησης του χρόνου εργασίας (4ήμερο - 10ωρο, επέκταση εργάσιμου χρόνου σε 48 ώρες τη βδομάδα, 8ωρο «σπαστό», μείωση ωραρίου με μείωση αποδοχών, 10ήμερη τηλεργασία), που προστίθενται στους ήδη εφαρμοζόμενους (stand by, «ευέλικτα ωράρια»), με στόχο τη θωράκιση της κερδοφορίας του και της ανταγωνιστικότητάς του μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας. Πρόκειται για μέτρα προωθητικής εφαρμογής του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου που έχουν διαμορφώσει διαδοχικά οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ - ΣΥΡΙΖΑ - ΝΔ, εξ ου και τόσο η κυβέρνηση της ΝΔ όσο και τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας (ΠΑΣΟΚ, κόμμα Τσίπρα, ΣΥΡΙΖΑ) έχουν κάθε λόγο να πανηγυρίζουν βλέποντας τις θέσεις και τις προτάσεις τους να γίνονται πράξη, αλλά και να «τσακώνονται» για το ποιος άνοιξε πρώτος και πιο πολύ το δρόμο. Μάλιστα, τα παραπάνω πέρασαν στη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας στον ΟΤΕ με την αγαστή συνεργασία και τις υπογραφές των δυνάμεων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ στο επιχειρησιακό Σωματείο.

 

Οι συνθήκες πλέον αλλάζουν και αυτό το καταλαβαίνουν ήδη από πρώτο χέρι οι εργαζόμενοι του κλάδου, που «πληρώνουν» την αλλαγή αυτήν με ένταση της εκμετάλλευσης με διάφορους τρόπους, αλλά και με συσσωρευμένες απολύσεις, ακόμα και εργατικού δυναμικού υψηλής ειδίκευσης σε πολλές εταιρίες το τελευταίο διάστημα. Αυτό που δεν αλλάζει, είναι αυτό που είναι πραγματικά σύγχρονο, καινοτόμο και αναγκαίο για τους εργαζομένους, δηλαδή η ουσιαστική μείωση του εργάσιμου χρόνου, το σταθερό ημερήσιο ωράριο και η ουσιαστική αύξηση στο εισόδημα των εργαζομένων, που με τη δουλειά τους, μαζί με όλους τους άλλους εργαζομένους, έχουν διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για να μπορούν να ζουν όπως τους αρμόζει στον 21ο αιώνα, αν αποτινάξουν το ζυγό της μισθωτής σκλαβιάς και της εξουσίας των μονοπωλίων.

Σε συνθήκες που ο ανταγωνισμός εντείνεται, ζητούμενο για τους μετόχους του ΟΤΕ –μέρος του ομίλου της Deutsche Telekom, ενός εκ των ηγετών στους ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς για το μέλλον του κλάδου των Τηλεπικοινωνιών και της Πληροφορικής, που αποτελεί οργανικό και κομβικό μέρος της στροφής στην πολεμική οικονομία– είναι το πώς θα διατηρήσει τα εγχώρια ηνία. Ο ΟΤΕ βρίσκεται, πλέον, αντιμέτωπος με την ορμητική είσοδο της ΔΕΗ στον ανταγωνισμό στον κλάδο των Τηλεπικοινωνιών και της Πληροφορικής, ιδίως σε ψηφιακές υποδομές και δίκτυα, ως βασικό όχημα προώθησης της στρατηγικής των αμερικανικών κεφαλαίων, που πλέον έχουν το πάνω χέρι στο μετοχικό της σχήμα. Πρόκειται για την ίδια ΔΕΗ που στα μέσα του Ιούνη προχώρησε στην ελεγχόμενη ανατίναξη τριών καδοφόρων εκσκαφέων στο ορυχείο της Μαυροπηγής. Οι εικόνες από την καταστροφή των εκσκαφέων αποτυπώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την καταστροφή παραγωγικών δυνατοτήτων και υποδομών στο όνομα μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει την ενέργεια ως πεδίο κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων και όχι ως κοινωνικό αγαθό για την κάλυψη των λαϊκών αναγκών. Αποτελούν ένα ακόμα στιγμιότυπο των συνεπειών της λεγόμενης «πράσινης μετάβασης», που προωθήθηκε στο πλαίσιο της πολιτικής της ΕΕ για την «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας και τη διασφάλιση νέων πεδίων κερδοφορίας για τους επιχειρηματικούς ομίλους.

Την ώρα που τα λαϊκά νοικοκυριά βρίσκονται αντιμέτωπα με το πανάκριβο ηλεκτρικό ρεύμα και την ενεργειακή φτώχεια και η Δυτική Μακεδονία μετρά χιλιάδες χαμένες θέσεις εργασίας και ερημοποίηση, ενώ για τους ομίλους της ενέργειας εκτινάσσονται τα κέρδη, το κλείσιμο λιγνιτικών μονάδων και η καταστροφή παραγωγικών υποδομών που σχετίζονται με το λιγνίτη αποτελούν καθρέφτη της άδικης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αντί να αξιοποιούνται όλες οι δυνατότητες για την ενεργειακή επάρκεια της χώρας και την πρόσβαση σε φτηνή ενέργεια για το λαό, η κυβέρνηση, με τη συναίνεση των άλλων κομμάτων, βάζει τη χώρα πιο βαθιά στους ενεργειακούς ανταγωνισμούς, εκτοξεύοντας την εισαγωγή του πανάκριβου αμερικανικού LNG, πριμοδοτώντας την άναρχη ανάπτυξη των ΑΠΕ με γνώμονα τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων και των διεθνών τους συμμάχων.

Την ίδια ώρα, η Εθνική Τράπεζα εκτιμά το «ματωμένο» πρωτογενές πλεόνασμα στο 4,9% του ΑΕΠ για το 2025, με τα δύο τρίτα της υπεραπόδοσης να προέρχονται από φορολογικά έσοδα, που είναι πάνω από τα αναμενόμενα, ενώ τα κρατικά στοιχεία δείχνουν ότι και στο πεντάμηνο Γενάρης - Μάης 2026 διαμορφώθηκε στα 3,650 δισ. ευρώ, αντί για 1,243 δισ. ευρώ που ήταν ο στόχος. Τα κρατικά έσοδα απογειώνουν οι εισπράξεις από το χαράτσι του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων, σε συνθήκες μεγάλης ακρίβειας και με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των νοικοκυριών προς το Δημόσιο να έχουν πάρει μόνιμα την ανιούσα. Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, εννέα στους δέκα οφειλέτες (90,40%) χρωστούν έως 10.000 ευρώ και το μερίδιό τους στο συνολικό χρέος είναι μόλις 3,43%. Πλήθος λαϊκών νοικοκυριών βρίσκονται σε απόγνωση ή βαδίζουν προς τα εκεί, αντιμετωπίζοντας κατασχέσεις, πλειστηριασμούς και άλλα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης. Αυτά βρίσκονται πίσω από την «καλή πορεία της οικονομίας» που

«υπεραποδίδει δημοσιονομικά», όπως πανηγυρίζει η κυβέρνηση, με το κόμμα Τσίπρα, το ΠΑΣΟΚ και τα υπόλοιπα αστικά κόμματα να υπόσχονται στο κεφάλαιο ότι αυτή η πορεία θα παραμείνει απαρέγκλιτη, όπως και η δέσμευση στη «δημοσιονομική πειθαρχία», αλλάζοντας απλώς το μίγμα της αναδιανομής των ψίχουλων που πέφτουν από το τραπέζι.

Τα παραπάνω φωτίζουν στην πράξη ορισμένες από τις βασικές όψεις της πραγματικής, ταξικής φύση του εχθρικού για το λαό αστικού κράτους, όπως και αν θέλουν να το παρουσιάζουν στο πλαίσιο της κάλπικης μεταξύ τους αντιπαράθεσης τα αστικά κόμματα, είτε «ψηφιακό» και «επιτελικό» είτε ως «κράτος δικαίου» και «αποκεντρωμένο με ισχυρή Τοπική Αυτοδιοίκηση». Όψεις που ήδη συμπληρώνονται από τα διάφορα πύρινα μέτωπα που καταστρέφουν μεγάλες εκτάσεις και το βιος εργατικών-λαϊκών οικογενειών, αναδεικνύοντας με τραγικό τρόπο την ανάγκη ολοκληρωμένης πρόληψης, ενίσχυσης της Πυροσβεστικής και της Δασικής Υπηρεσίας με μέσα και προσωπικό, που τσακίζεται από τη λογική «κόστους - οφέλους» και την «κοστολογημένη» πολιτική της κυβέρνησης και των υπόλοιπων κομμάτων της βολικής αντιπολίτευσης.

Η προσαρμογή στις νέες συνθήκες αυτού ακριβώς του ταξικού χαρακτήρα του αστικού κράτους είναι που βρίσκεται στο επίκεντρο της πρώτης φάσης της αναθεώρησης του Συντάγματος, που ολοκληρώνεται μέσα στο καλοκαίρι. Μαζί με τη μεγαλύτερη στήριξη και θωράκιση της καπιταλιστικής οικονομίας, σε συνθήκες πολεμικής προετοιμασίας και πιθανής νέας καπιταλιστικής κρίσης, επιδιώκεται και η θωράκιση και αναβάθμιση του αστικού κράτους και των θεσμών του, η στήριξη της αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος που υπερβαίνει την επικείμενη εκλογική μάχη. Επιδιώκεται η συνταγματική κατοχύρωση και αποτελεσματικότερη στήριξη των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στην οικονομία, η περαιτέρω συνταγματική κάλυψη της ενίσχυσης της καταστολής, αλλά και η αναβάθμισή της με αιχμή το άρθρο 29 για τα πολιτικά κόμματα (που για πρώτη φορά τίθεται σε αναθεώρηση), ενώ ο βασικός όγκος των αλλαγών αφορά τη λειτουργία της Βουλής και της κυβέρνησης, το εκλογικό σύστημα, τη λειτουργία της δικαιοσύνης, την «απελευθέρωση» των διαδικασιών άρσης της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων, την κατάργηση των ήδη υπονομευμένων περιορισμών που έθετε το άρθρο 16 στη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων κ.ά.

Πρόκειται για αλλαγές που φωτίζουν την ενίσχυση, την περαιτέρω αντιδραστικοποίηση του αστικού κράτους, την προετοιμασία της δικτατορίας του κεφαλαίου για όλα τα ενδεχόμενα. Μέσα από τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, με το περιεχόμενο των διατάξεων που τελικά θα αναθεωρηθούν να αποφασίζεται από τη σύνθεση του κοινοβουλίου που θα προκύψει από τις επικείμενες εκλογές, το αστικό πολιτικό σύστημα επιδιώκει να διαμορφώσει όρους ευρύτερων συγκλίσεων και συναινέσεων ανάμεσα στα αστικά κόμματα ως όρο για την εξασφάλιση της σταθερότητας, μέσα από την ενίσχυση του κύρους των θεσμών της αστικής δημοκρατίας. Ταυτόχρονα, η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης αποτελεί και πεδίο αντιπαράθεσης και διαμόρφωσης πλαστών διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, με στόχο την εξασφάλιση της συναίνεσης των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων.

Ο θόρυβος που σηκώνουν οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των αστικών πολιτικών δυνάμεων δεν μπορεί να κρύψει ότι το ουσιαστικό ζήτημα που πρέπει να τεθεί στο επίκεντρο της παρέμβασης του Κόμματος στις διεργασίες που συντελούνται στον εργατικό-λαϊκό παράγοντα είναι το ποιο κράτος και ποιο Σύνταγμα μπορεί να ανταποκριθεί στις διευρυνόμενες λαϊκές ανάγκες. Το πώς, σε αντιπαράθεση με το σύγχρονο αστικό επιτελικό κράτος και το Σύνταγμά του, το κράτος της εργατικής εξουσίας εδραιώνεται πάνω στην κοινωνική ιδιοκτησία, τη ριζική αλλαγή του σκοπού της παραγωγής και τον πρωταγωνιστικό ρόλο των εργαζομένων στη λήψη και στον έλεγχο των αποφάσεων μέσα από τους θεσμούς της εργατικής εξουσίας, που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα του κράτους στο σοσιαλισμό. Να αναδεικνύεται έτσι η επαναστατική ανατροπή ως αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρξουν οι βαθιές αλλαγές και η ανώτερη οργάνωση της ζωής της κοινωνίας που έχει σήμερα ανάγκη ο λαός και αντιστοιχούν στις δυνατότητες της εποχής.

Αυτές ακριβώς οι ανάγκες και οι δυνατότητες, από τη μια, σε συνδυασμό με τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, από την άλλη, καθιστούν το σοσιαλισμό τη μόνη εναλλακτική και ρεαλιστική λύση για τους λαούς, ακόμη και αν ανατραπούν προσωρινά τα αποτελέσματα του κύκλου των σοσιαλιστικών επαναστάσεων που συνέβησαν στον 20ό αιώνα με τις κατακτήσεις της Κουβανικής Επανάστασης να βρίσκονται σήμερα σε κίνδυνο. Με την κλιμάκωση της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας να έχει ενταθεί κατακόρυφα τους τελευταίους μήνες, εκατομμύρια εργαζομένων και νεολαίας στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο παρακολουθούν με ανησυχία τις εξελίξεις στο Νησί της Επανάστασης, συνεχίζοντας να εκφράζουν, όπως όλ' αυτά τα χρόνια, με συνέπεια την αλληλεγγύη τους στον ηρωικό λαό της Κούβας. Στην Ελλάδα, το ΚΚΕ συνεχίζει να εκφράζει με κάθε τρόπο τη στήριξή του στη συνειδητή και μαχητική επιλογή του κουβανικού λαού, που κατόρθωσε με επαναστατικά μέσα, με την ένοπλη πάλη του, να ανατρέψει ένα αστικό δικτατορικό καθεστώς και να βαδίσει στο δρόμο της οικοδόμησης μιας νέας, σοσιαλιστικής κοινωνίας, χωρίς την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Εμπνεόμαστε από τις σημαντικές κατακτήσεις, που ανέδειξαν την Κούβα στους λαούς –ιδίως των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, που είχαν ανάλογο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων– ως το πρότυπο του τι μπορεί να πετύχει ο λαός, αν ανατρέψει την καπιταλιστική βαρβαρότητα.

Ως αναπόσπαστο στοιχείο των διεθνιστικών καθηκόντων της έκφρασης σταθερής αλληλεγγύης με την Κούβα και το λαό της, το ΚΚΕ με ευθύνη διαχρονικά μελετά τις εξελίξεις και τις συνθήκες στις οποίες δίνει τη μάχη του ο κουβανικός λαός. Ως ουσιαστική πτυχή του διεθνιστικού μας καθήκοντος απέναντι στους εργαζόμενους στην Ελλάδα, σε όλο τον κόσμο, στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, αμέσως μετά τις ανατροπές του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και με συστηματικό τρόπο μέχρι και σήμερα πραγματοποιούμε βαθιά μελέτη της πορείας ανατροπής του σοσιαλισμού, εστιάζοντας σε οικονομικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και σε μέτρα που λήφθηκαν στο πολιτικό εποικοδόμημα και στη στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος. Σε αυτά τα πλαίσια, έχουμε τοποθετηθεί δημόσια, ανοιχτά, κριτικά για τις μεταρρυθμίσεις που αποφάσισε το 6ο Συνέδριο του ΚΚ Κούβας το 2011, επισημαίνοντας ότι η περαιτέρω ενίσχυση των εμπορευματικών σχέσεων και της αγοράς, η υποβάθμιση της κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, του κεντρικού επιστημονικού σχεδιασμού και του εργατικού ελέγχου, που είναι βασικές νομοτέλειες της σοσιαλιστικής κοινωνίας, υπονομεύουν την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπως έχει αποδείξει με τραγικό τρόπο η ιστορική εμπειρία της ανατροπής του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, οι εξελίξεις της κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων στην Κίνα, με βαθύτατα αρνητικές συνέπειες για τους λαούς. Γι' αυτό και έχουμε σήμερα πλήρη συνείδηση των κινδύνων που συνεπάγονται οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που προωθούνται με τις πρόσφατες αποφάσεις του ΚΚ Κούβας, που έχουν εγκριθεί από την Εθνοσυνέλευση της χώρας. Γι' αυτό και μπορούμε, εφοδιασμένοι με τη σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, το Πρόγραμμα και το Καταστατικό του ΚΚΕ, τις Αποφάσεις του 22ου Συνεδρίου του Κόμματός μας, να δίνουμε με καλύτερους όρους τη μάχη ώστε η αναγκαιότητα επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού, η προοπτική του σοσιαλισμού-κομμουνισμού να διαπνέει την καθημερινή μας δράση.

Έχοντας πλέον μπει –έστω και ανεπίσημα προς το παρόν– σε προεκλογική περίοδο, οι διεργασίες που συντελούνται στο αστικό πολιτικό σύστημα της χώρας δείχνουν την ένταση της διαπάλης μεταξύ τμημάτων της αστικής τάξης για το πώς θα πλασαριστούν καλύτερα οι θέσεις και τα συμφέροντά τους, με τρόπο ώστε η εξουσία του κεφαλαίου να διαθέτει εναλλακτικές επιλογές διακυβέρνησης και «βαλβίδες εκτόνωσης» της λαϊκής δυσαρέσκειας απέναντι στην κυρίαρχη πολιτική. Και αυτό γιατί, καθώς η λαϊκή οργή και αγανάκτηση δυναμώνει, παραμονεύει ο κίνδυνος –για την αστική τάξη– να πάρει πιο βαθιά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, να βάλει στο στόχαστρο τον πραγματικό εχθρό, τους επιχειρηματικούς ομίλους, το κεφάλαιο και την εξουσία του, το κράτος, τις κυβερνήσεις και τις συμμαχίες τους.

Πίσω από τα συνθήματα και τα κάλπικα διλήμματα που επιστρατεύουν, όλοι τους μιλάνε, νοιάζονται και πασχίζουν για τη σταθερότητα του συστήματος και την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων. Από τη μια πλευρά, η ΝΔ καλεί «να μη διαταραχτούν τα θεμέλια» της αντιλαϊκής αυτής σταθερότητας. Από την άλλη, το κόμμα Τσίπρα, το ΠΑΣΟΚ, τα υπολειπόμενα θραύσματα του ΣΥΡΙΖΑ και τα κόμματα του ψευδεπίγραφου αντισυστημισμού λένε στο κεφάλαιο ότι η σταθερότητα για τα όσα είναι μπροστά εξασφαλίζεται μέσω της κυβερνητικής εναλλαγής και της προσπάθειας ο λαός «να εμπιστευτεί ξανά τους θεσμούς» του σάπιου και εχθρικού γι' αυτόν αστικού κράτους. Δημαγωγούν από κοινού, προσπαθώντας να πείσουν ότι προϋπόθεση της λαϊκής ευημερίας είναι η καπιταλιστική ανάπτυξη, ότι μπορεί να υπάρξει δίκαιη διαχείριση στο σύστημα της αδικίας και της εκμετάλλευσης, ότι στον καπιταλισμό μπορεί να υπάρξει δίκαιο κράτος για το λαό.

Σε διάφορες παραλλαγές και εκδοχές, παλιοί και νέοι «σωτήρες» επαναφέρουν σκηνές από το έργο που έχουμε δει πολλές φορές στο παρελθόν, με τα αποτελέσματα για το λαό να είναι κάθε φορά και χειρότερα. Το μόνο που αλλάζει είναι το ποια είναι η κάθε φορά «χειρότερη κυβέρνηση» και ποιος υπόσχεται «σταθερότητα», «κράτος δικαίου» και «δίκαιη ανάπτυξη και στήριξη της υγιούς επιχειρηματικότητας» απέναντι στο «λαϊκισμό» και στην «παρέκκλιση από την ευρωπαϊκή κανονικότητα».

Η «σταθερότητα» και η «κυβερνησιμότητά» τους σημαίνουν απρόσκοπτη συνέχιση της πολιτικής που τορπιλίζει τις ανάγκες του λαού, βυθίζοντάς τον στην αστάθεια. Δηλαδή, της στήριξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, της βαθιάς, πολύπλευρης και επικίνδυνης εμπλοκής στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς για τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης, της επιτάχυνσης της πολεμικής οικονομίας, της εφαρμογής των αντιλαϊκών Οδηγιών της ΕΕ, της ενίσχυσης του αντιδραστικού πλαισίου και της καταστολής ενάντια στην εργατική-λαϊκή έκφραση και διεκδίκηση. Δεν έχουν να προσφέρουν στη ζωή του λαού τίποτ' άλλο παρά ανασφάλεια, ένταση της εκμετάλλευσης, ακρίβεια, αυταρχισμό.

Απέναντι σε αυτές τις επιδιώξεις, τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολούμενων και των μικροεπαγγελματιών της πόλης και της υπαίθρου, της νεολαίας και των γυναικών εργατικής-λαϊκής ένταξης και καταγωγής φωτίζουν την ανάγκη για συστράτευση και οργάνωση της σύγκρουσης με τον πυρήνα αυτής της πολιτικής. Βγάζει, άλλωστε, μάτι ότι κανένας τους δεν αμφισβητεί τη «δημοσιονομική πειθαρχία», τις ΝΑΤΟϊκές δαπάνες, την ευρωενωσιακή «κανονικότητα» των συνεχών θυσιών του λαού για τη στήριξη των κερδών και της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου.

Ακριβώς αυτά, όμως, τα «ιερά και όσια» είναι που πρέπει να αμφισβητήσει ο λαός με τον αγώνα και την ψήφο του. Γιατί, μόνο αν χάσει το κεφάλαιο μπορεί ο λαός να πάρει ακόμα και την οποιαδήποτε ανάσα στην καθημερινότητά του. Μόνο αν αμφισβητήσει τα όρια της καπιταλιστικής κερδοφορίας και τους αντεργατικούς νόμους, που καθηλώνουν τους μισθούς και τις συντάξεις, μπορεί να δει το μισθό του να μην τελειώνει στις 20 του μήνα και νωρίτερα. Μόνο αν συγκρουστεί με την πολιτική της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» για την πολεμική οικονομία μπορεί να σταματήσουν οι συνεχείς θυσίες. Μόνο σε σύγκρουση με την πολιτική της στέγης-εμπόρευμα μπορεί να βρεθεί λύση για το λαό στο οξύτατο στεγαστικό πρόβλημα. Με δυο λόγια, ο λαός θα μπορέσει να πάρει ανάσες ανακούφισης μόνο αν αμφισβητήσει τις «ράγες» της καπιταλιστικής κερδοφορίας και των «δεσμεύσεων» στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, ανοίγοντας το μόνο ελπιδοφόρο δρόμο για τις ανάγκες του, αυτόν της αντεπίθεσης απέναντι στο κεφάλαιο και σε όλες τις αντιλαϊκές κυβερνήσεις.

Γι' αυτό και το πραγματικό επίδικο για το λαό σήμερα είναι να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο το ρεύμα αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής, του αστικού κράτους, των αστικών κομμάτων και των κυβερνήσεών τους. Να ενισχυθεί η πάλη για την ανατροπή του συστήματος εκμετάλλευσης και του πολέμου και να αποδυναμωθούν οι δυνάμεις που υπερασπίζονται τη «σταθερότητά» του για να κερδίζει το κεφάλαιο. Αυτό ακριβώς εκφράζει η μεγαλύτερη συμπόρευση με το ΚΚΕ και η εκλογική ενίσχυσή του, ώστε όποια και αν είναι η επόμενη κυβέρνηση –που δεδομένα θα κινηθεί στο δρόμο της βαθύτερης πολεμικής εμπλοκής, των ματωμένων πλεονασμάτων και της ενεργειακής ακρίβειας– να μην έχει τα χέρια της λυμένα, αλλά να έχει απέναντί της ένα πιο ισχυρό εργατικό-λαϊκό κίνημα, πιο ικανό και έτοιμο να βαδίσει αποφασιστικά στο δρόμο της ανατροπής. Η προβολή της προγραμματικής θέσης του ΚΚΕ για μη συμμετοχή ή στήριξη κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού, σε συνδυασμό με την προβολή της αντίληψης του Κόμματος για την εργατική εξουσία –γιατί οι εργαζόμενοι μπορούν να κυβερνήσουν– αποτελούν ισχυρά εφόδια για να φωτίζεται η ανάγκη η εργατική-λαϊκή αντίθεση να στοχεύει το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και όχι μόνο την εκάστοτε κυβέρνηση. Για να δυναμώνουν η οργάνωση και οι διεκδικήσεις, η συσπείρωση στα σωματεία, ο κοινός αγωνιστικός βηματισμός στην κατεύθυνση ενός πανελλαδικά συντονισμένου κινήματος με ταξικό προσανατολισμό, που θα παλεύει σε αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, για την οριστική ανατροπή του συστήματος των πολέμων, της φτώχειας και της εκμετάλλευσης. Για να βρεθεί ο λαός στο προσκήνιο και με τη δική του εξουσία να κάνει κουμάντο στον πλούτο που ο ίδιος δημιουργεί με τον κόπο των χεριών και του μυαλού του.

 

Το παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνει:

Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ: «Οι πολιτικές εξελίξεις και η πορεία αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, η δράση του Κόμματος μπροστά στην επικείμενη εκλογική μάχη».

 

Στην ενότητα Ιδεολογία - Πολιτική:

– Ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα, με τίτλο «Αυτή είναι η ιστορία μας! Διδασκόμαστε!», στη μεγάλη πολιτική συγκέντρωση της 35ης Αντιιμπεριαλιστικής Κατασκήνωσης της ΚΝΕ στο Βίτσι, στις 5 Ιούλη, στη Φλώρινα.

– Ομιλία του Κ. Παπασταύρου, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, με τίτλο «Η μάχη για την αλήθεια ως στοιχείο της ταξικής πάλης», σε εκδήλωση των Κομματικών Οργανώσεων ΜΜΕ του ΚΚΕ για τα 80 χρόνια ΔΣΕ, με θέμα το ρόλο του Τύπου και της διαφώτισης του ΚΚΕ και του ΔΣΕ κόντρα στον αστικό Τύπο, στο Επιμορφωτικό Κέντρο «Χαρίλαος Φλωράκης» στις 21 Ιούνη.

– Κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ: «Εξελίξεις και διαπάλη με τη σοσιαλδημοκρατία».

– Κείμενο του Τμήματος Δικαιοσύνης και Λαϊκών Ελευθεριών της ΚΕ του ΚΚΕ: «Συνταγματική αναθεώρηση: Νέες αντιδραστικές τομές - Νέα προσπάθεια χειραγώγησης του λαού».

– Κείμενο του Τμήματος ΕΒΕ της ΚΕ του ΚΚΕ: «Για το σχεδιασμό της παρέμβασης του Κόμματος στους αυτοαπασχολούμενους της πόλης».

 

Τέλος, στο τεύχος περιλαμβάνονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 21.5.2026 μέχρι 12.7.2026.