Της σύνταξης


ΚΟΜΕΠ

Η νέα δεκαετία ξεκινά με τον καπιταλισμό να δείχνει παγκοσμίως το αποκρουστικό του πρόσωπο. Από τη μία, περιορίζει το βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων στα εκάστοτε όρια και αναγκαιότητες της κερδοφορίας του, ενώ από την άλλη οι πολυεπίπεδοι ανταγωνισμοί επιχειρηματικών ομίλων, αστικών κρατών και ιμπεριαλιστικών συμμαχιών (ΝΑΤΟ, ΕΕ κλπ.) τροφοδοτούν επικίνδυνες εστίες κλιμάκωσης της στρατιωτικής έντασης που απειλούν να αφαιρέσουν βίαια το ειρηνικό προσωπείο του. Και όλα αυτά, στην εποχή της ρομποτικής, της λεγόμενης «4ης Βιομηχανικής Επανάστασης» και της αυτοματοποίησης, με λίγα λόγια σε μια εποχή όπου υπάρχουν όλες οι δυνατότητες να ζήσουν οι εργαζόμενοι μια ζωή με ειρήνη κι ευημερία, μια ζωή «στο μπόι των ονείρων και των ανθρώπων».

Οι εξελίξεις που έχουν μετατρέψει σε εύφλεκτη πυριτιδαποθήκη την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής είναι χαρακτηριστικές και διδακτικές. Τα γεγονότα που θα εξετάσουμε συνοπτικά στη συνέχεια αποδεικνύουν πόσο επικίνδυνη για το λαό είναι η πολιτική σημαιοφόρου του ΝΑΤΟ που ακολουθεί η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, με στόχο τη γεωπολιτική αναβάθμιση της θέσης της άρχουσας τάξης στην ευρύτερη περιοχή. Η αλυσίδα των γεγονότων (από τις παράνομες απόπειρες τουρκικών γεωτρήσεων στα χωρικά ύδατα της Κύπρου, μέχρι την επίσκεψη Μητσοτάκη στις ΗΠΑ και τις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Λιβύης) θρυμματίζει την αυταπάτη ότι οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ μπορούν ν’ αποτελέσουν ασπίδα για τη σταθερότητα των συνόρων, τα κυριαρχικά δικαιώματα και την ειρήνη στην περιοχή. Η κλιμάκωση της επιθετικότητας της τουρκικής αστικής τάξης σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη στάση των ελληνικών κυβερνήσεων δημιουργεί διπλό κίνδυνο για το λαό. Αφενός να γίνει η Ελλάδα στρατιωτικός στόχος σε μια ενδεχόμενη γενικότερη ιμπεριαλιστική αναμέτρηση και αφετέρου να οδηγηθεί σε επώδυνες συμφωνίες παραχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων, ώστε να προχωρήσει το ατλαντικό σχέδιο συνεκμετάλλευσης υδρογονανθράκων και να δοθούν ανταλλάγματα στην Τουρκία για να διατηρηθεί η συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Αυτός ο διπλός κίνδυνος αυξάνει, καθώς η ελληνική κυβέρνηση αφενός συμμετέχει ενεργά στα επιθετικά στρατιωτικά και ενεργειακά ατλαντικά σχέδια (συμφωνία για τις βάσεις, στήριξη της επίθεσης των ΗΠΑ στο Ιράν, σχέδιο αγωγού East Med κλπ.) και αφετέρου δεν αποκλείει μια συμφωνία ιμπεριαλιστικής ειρήνης με το πιστόλι στον κρόταφο (π.χ. μέσω του Δικαστηρίου της Χάγης). Τα γεγονότα βοηθούν να κατανοηθεί πόσο επικίνδυνη για την εργατική τάξη, το λαό, είναι η στήριξη των στόχων της αστικής τάξης, πόσο επικίνδυνη είναι η γραμμή της «εθνικής ομοψυχίας», δηλαδή της ταξικής συνεργασίας.

Ας δούμε, λοιπόν, μια συνοπτική επισκόπηση των γεγονότων. Στον Περσικό Κόλπο, η αντιπαράθεση ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν –η οποία βρίσκεται σε συνεχή όξυνση μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν το 2018– γνώρισε νέα επικίνδυνη κλιμάκωση. Ήδη από το Δεκέμβρη, αμερικανικά βομβαρδιστικά είχαν πραγματοποιήσει πολύνεκρες επιθέσεις «ακριβείας» σε θέσεις ενόπλων της ιρανικής πολιτοφυλακής «Καταέμπ Χεζμπολάχ» σε Συρία και Ιράκ, ενώ λίγες μέρες μετά, φιλοϊρανοί διαδηλωτές επιτέθηκαν –ως απάντηση στους βομβαρδισμούς– στην αμερικανική πρεσβεία στη Βαγδάτη. Το γεγονός, όμως, που αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για τις μετέπειτα εξελίξεις ήταν η δολοφονία, μεταξύ άλλων, του Ιρανού στρατηγού Κ. Σουλεϊμανί, επικεφαλής της λεγόμενης «Δύναμης Κουντς» των «Φρουρών της Επανάστασης» κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού του διεθνούς αεροδρομίου της Βαγδάτης από αμερικανικά πολεμικά αεροσκάφη.

Τη δολοφονική επίθεση και το θάνατο του Σουλεϊμανί ακολούθησε μια αλυσίδα γεγονότων. Εκ μέρους του Ιράν, ο στρατηγός Γ. Αμπουχαμζέχ, διοικητής του επίλεκτου σώματος των «Φρουρών της Επανάστασης», απάντησε ότι «τα Στενά του Ορμούζ είναι σημείο ζωτικής σημασίας για τη Δύση και διαπλέκονται από μεγάλο αριθμό αμερικανικών πολεμικών πλοίων (...) ζωτικής σημασίας αμερικανικοί στόχοι στην περιοχή έχουν ταυτοποιηθεί εδώ και πολύ καιρό (...) περί τους 35 αμερικανικοί στόχοι στην περιοχή μέχρι το Τελ Αβίβ βρίσκονται στην ακτίνα δράσης μας». Λίγες μέρες μετά, οι Ιρανοί «Φρουροί της Επανάστασης» εξαπέλυσαν επιθέσεις ακριβείας με μπαράζ πυραύλων σε δύο στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ στο Ιράκ. Τις ίδιες μέρες, ένα ουκρανικό Boeing συνετρίβη λίγο μετά την απογείωσή του από το αεροδρόμιο της Βαγδάτης, με το Ιράν να δηλώνει μετά από λίγες μέρες ότι το αεροσκάφος χτυπήθηκε από ιρανικό πύραυλο που εκτοξεύτηκε λόγω ανθρώπινου σφάλματος.

Επίσης, το ιρανικό κοινοβούλιο υιοθέτησε εκτάκτως και νομοσχέδιο που χαρακτηρίζει «τρομοκρατική οργάνωση» το σύνολο (και όχι μόνο εκείνο το μέρος που είναι αναπτυγμένο από το Κέρας της Αφρικής μέχρι την Κεντρική Ασία, όπως ίσχυε μέχρι τώρα) των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, ενώ το κοινοβούλιο του Ιράκ ζήτησε την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη χώρα.

Μετά από την επίθεση στις στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ, ο Ντ. Τραμπ απάντησε με διάγγελμα στο οποίο ανακοίνωσε νέες οικονομικές κυρώσεις στο Ιράν και απείλησε με μεγαλύτερη εμπλοκή του ΝΑΤΟ στην περιοχή, προτείνοντας μάλιστα τη μετονομασία του σε NATO-ME, δηλαδή ΝΑΤΟ-
Middle East (ΝΑΤΟ - Μέση Ανατολή). Αμέσως μετά από το διάγγελμα ανακοινώθηκαν κυρώσεις σε οχτώ Ιρανούς αξιωματούχους των εσωτερικών δυνάμεων ασφαλείας.

Η κλιμάκωση της έντασης είχε προεκτάσεις και στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, με τη χώρα να ανακοινώνει ότι αποδεσμεύεται από τους περιορισμούς που θέτει η διεθνής συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμά του σε ό,τι αφορά τον εμπλουτισμό ουρανίου (από την οποία υπενθυμίζεται ότι έχουν αποχωρήσει ήδη οι ΗΠΑ). Λίγες μέρες μετά, ο Ντ. Τραμπ δήλωσε μέσω της συμβούλου του Λευκού Οίκου Κ. Κόνγουεϊ, ότι θα μπορούσε ακόμα να διαπραγματευτεί μια νέα πυρηνική συμφωνία με την Τεχεράνη. Σε αυτό το περιβάλλον, η Γερμανία και η Γαλλία –οι οποίες έχουν σημαντικά συμφέροντα στην περιοχή του Κόλπου– παρεμβαίνουν πιέζοντας για επαναφορά των ΗΠΑ και του Ιράν στη Συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, όπως φάνηκε και από τις δηλώσεις πριν τη σχετική έκτακτη σύνοδο του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ.

Οι εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο συνδέονται άμεσα με την όξυνση μιας σειράς ανταγωνιστικών σχεδιασμών στην πιο κοντινή σε μας περιοχή της Ν/Α Μεσογείου. Αυτή η περιοχή αποτελεί άλλωστε, μεταξύ άλλων, και εφαλτήριο για την παρέμβαση και στην περιοχή της Μ. Ανατολής και του Περσικού Κόλπου, όπως φαίνεται και από την αναβάθμιση της βάσης της Σούδας, στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Πέραν τούτου, όμως, στη Ν/Α Μεσόγειο διασταυρώνονται και ανταγωνισμοί που σχετίζονται με τις πηγές και τους τρόπους ενεργειακής τροφοδοσίας της ΕΕ, το γεωστρατηγικό έλεγχο των σημαντικότατων δρόμων του θαλάσσιου και χερσαίου εμπορίου της περιοχής, τα οφέλη από τον έλεγχο, την άντληση και τη μεταφορά των ενεργειακών κοιτασμάτων, την κατάκτηση ευνοϊκών θέσεων για την παρέμβαση όχι μόνο προς τα ανατολικά αλλά και προς τα νότια, δηλαδή την Αφρική.

Για τους παραπάνω λόγους, η περιοχή αποτελεί πεδίο οξυμένου ανταγωνισμού ανάμεσα στα πιο ισχυρά καπιταλιστικά κράτη και συμμαχίες. Χαρακτηριστικό είναι ότι το νομοσχέδιο «East Med Act» που ψηφίστηκε το Δεκέμβρη από τη Γερουσία των ΗΠΑ αναδεικνύει ρητά τη σημασία των Ελλάδα, Κύπρου και Ισραήλ στην αναχαίτιση των «κακόβουλων επιρροών στην Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή» (υπονοώντας τους σχεδιασμούς της Ρωσίας και της Κίνας).

Με αυτές τις επιδιώξεις διαπλέκονται και οι επιδιώξεις των αστικών τάξεων και κρατών της περιοχής. Ιδιαίτερα ενεργητική κι επιθετική εμφανίζεται η παρέμβαση του τουρκικού κράτους, το οποίο αξιοποιεί την οικονομική και στρατιωτική ισχύ του σε συνδυασμό με τη σημαντική γεωστρατηγική θέση του προς όφελος της αναβάθμισης της τουρκικής αστικής τάξης στην περιοχή. Μετά από την πρόσφατη εισβολή του τουρκικού στρατού στο έδαφος της Συρίας, με την ανοχή ΗΠΑ και Ρωσίας, η Τουρκία διατηρεί στρατό κατοχής σε τρεις χώρες, αμφισβητεί πλέον ανοιχτά Συνθήκες όπως της Λοζάνης και του Μοντρέ και παζαρεύει σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα, από τη Μέση Ανατολή μέχρι την Κύπρο και το Αιγαίο. Ενδεικτική αυτής της αποφασιστικότητας του τουρκικού κράτους είναι η εξής δήλωση του αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης Φουάτ Οκτάι:

«Χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη να παίρνουμε άδεια από κανέναν οργανισμό ή πρόσωπο, θα κάνουμε αυτό που επιβάλλουν τα συμφέροντα της Τουρκίας, και το κάνουμε. Αν χρειαστεί, κάνουμε επιχείρηση πέραν των συνόρων, αν χρειαστεί, στέλνουμε στρατό, αν χρειαστεί, κάνουμε γεώτρηση στην Ανατολική Μεσόγειο –ό,τι χρειαστεί, θα το κάνουμε και το κάνουμε.»

Σε αυτήν την κατεύθυνση, η Τουρκία αναπτύσσει μια πολύπλευρη παρέμβαση με βασικό στόχο τη δημιουργία κι εδραίωση τετελεσμένων που παραβιάζουν ακόμα και το διεθνές δίκαιο, στη βάση των οποίων θα ακολουθήσει η όποια διαπραγμάτευση. Αυτόν το στόχο υπηρετούν τόσο η κλιμάκωση της αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας όσο και οι ανοιχτές κι επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις της κυπριακής ΑΟΖ (που προκάλεσαν τη σχετική προσφυγή του Κύπριου πρέσβη στον ΟΗΕ), με χαρακτηριστικές τις ερευνητικές γεωτρήσεις του γεωτρητικού σκάφους YAVOZ στο «οικόπεδο» 7. Εκτός των παραπάνω, ο Ερντογάν ανακοίνωσε την πρόθεσή του να κλείσει τα Στενά του Βοσπόρου για τα πλοία (με εξαίρεση τα πλοία ξηρού φορτίου), τα οποία –σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις– θα περνάνε μέσω της νέας διώρυγας της Κωνσταντινούπολης που προγραμματίζεται να κατασκευαστεί μέχρι το 2025.

Ωστόσο, το σημαντικό νέο στοιχείο που είχαμε στα τέλη του Νοέμβρη είναι η υπογραφή από το τουρκικό κράτος δύο παράνομων και απαράδεκτων «μνημονίων κατανόησης» (το πρώτο για τον «καθορισμό θαλάσσιων δικαιοδοσιών» και το δεύτερο για τη «συνεργασία σε Ασφάλεια και Άμυνα») ανάμεσα στον Τούρκο Πρόεδρο και τον πρωθυπουργό της λεγόμενης «Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας» της Λιβύης Φ. Σάρατζ. Το πρώτο από τα δύο αυτά μνημόνια –το οποίο θεωρείται από την Τουρκία ως προοίμιο της ανακήρυξης ΑΟΖ ανάμεσα στις δύο χώρες– παραβιάζει ανοιχτά τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, αφού «σβήνει» αυθαίρετα και απροκάλυπτα από το χάρτη την υφαλοκρηπίδα της Κρήτης, το Καστελόριζο και αρκετά νησιά του Αιγαίου.

Αντίστοιχα, μετά από την επικύρωση του δεύτερου μνημονίου από το τουρκικό κοινοβούλιο άρχισε η αποστολή τουρκικών στρατευμάτων στη Λιβύη προς υποστήριξη του καθεστώτος Σάρατζ στο πλαίσιο του εμφύλιου πολέμου που μαίνεται στη χώρα. Η τουρκική στρατιωτική βοήθεια επισπεύστηκε, μάλιστα, λόγω της αυξανόμενης πίεσης που δέχεται το καθεστώς Σάρατζ από τα στρατεύματα του λεγόμενου «Λιβυκού Εθνικού Στρατού» του στρατηγού Χαφτάρ ο οποίος ελέγχει το 95% της χώρας, όχι όμως ακόμα την πρωτεύουσα, παρόλο που τα στρατεύματά του κατέλαβαν το τελευταίο διάστημα θέσεις γύρω από το λιμάνι της Σύρτης που διευκολύνουν την προέλασή τους προς την Τρίπολη.

Για να κατανοηθεί το κουβάρι των αντιθέσεων που εκφράζονται στη Λιβύη, αρκεί να αναφέρουμε ότι ο Σάρατζ υποστηρίζεται κυρίως από Τουρκία και Κατάρ, ενώ ο Χαφτάρ από Ρωσία, Αίγυπτο και ΗΑΕ. Επίσης, διφορούμενη στάση κρατάνε μια σειρά άλλα κράτη, όπως η Γαλλία που ανεπίσημα φαίνεται να στηρίζει τον Χαφτάρ, η Ιταλία που επίσημα στηρίζει τον Σάρατζ αλλά κρατά διαύλους επικοινωνίας και με τον Χαφτάρ και οι ΗΠΑ οι οποίες, ενώ είχαν στηρίξει αρχικά την κυβέρνηση της Τρίπολης, ο Ντ. Τραμπ είχε τον Απρίλη τηλεφωνική συνομιλία με τον Χαφτάρ εκφράζοντας εμμέσως τη στήριξή του και προκαλώντας την αντίδραση άλλων τμημάτων του αμερικανικού κράτους. Παράλληλα, η ΕΕ θεωρεί ως επίσημο συνομιλητή της το καθεστώς Σάρατζ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ρωσία και η Τουρκία, των οποίων οι σχεδιασμοί συμβάδιζαν σε βασικά σημεία στη Συρία, αλλά και γενικότερα στη Ν/Α Μεσόγειο, από τη μία βρίσκονται στη Λιβύη να υποστηρίζουν αντίπαλα στρατόπεδα, ενώ από την άλλη αναπτύσσουν από κοινού πρωταγωνιστικό ρόλο στα ιμπεριαλιστικά «παζάρια» για τη χώρα. Έτσι, μετά από την πρόσφατη συνάντηση κεκλεισμένων των θυρών ανάμεσα στους Πούτιν και Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη –στο πλαίσιο των εγκαινίων του αγωγού TurkishStream– εκδόθηκε Κοινό Ανακοινωθέν το οποίο από τη μία περιέγραφε την αμερικανική επίθεση στο Ιράν ως «πράξη υπονόμευσης της ασφάλειας και της σταθερότητας στην περιοχή», ενώ από την άλλη ανακοίνωνε την απόφαση να καλέσουν από κοινού σε εκεχειρία στη Λιβύη. Σ’ αυτήν τη βάση, μέσα από συνεχή παζάρια που γίνονται μεταξύ Ρωσίας, Γερμανίας, ΗΠΑ και Τουρκίας (συζητήσεις στη Μόσχα και στο Βερολίνο), επιχειρείται να διαμορφωθεί μια προσωρινή συμφωνία για το μέλλον της περιοχής, η οποία σε κάθε περίπτωση θα είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Ο κίνδυνος μιας γενικευμένης πολεμικής αναμέτρησης στην Αν. Μεσόγειο αντικειμενικά αυξάνει.

Η Ελλάδα και η Κύπρος, με τη σειρά τους, στηρίζουν τις δυνάμεις του στρατηγού Χαφτάρ. Το Δεκέμβρη, μάλιστα, επισκέφτηκε την Αθήνα –μετά από πρόσκληση του Έλληνα ομολόγου του Κ. Τασούλα– και στη συνέχεια τη Λευκωσία ο Πρόεδρος της «Βουλής των Αντιπροσώπων» της Λιβύης, η οποία πρόσκειται στον Χαφτάρ. Ο τελευταίος μάλιστα δήλωσε ότι τόσο η «Βουλή των Αντιπροσώπων» όσο και οι «Ένοπλες Λιβυκές Δυνάμεις» απορρίπτουν τη συμφωνία Ερντογάν-Σάρατζ και θα αντιδράσουν στρατιωτικά στις απόπειρες εφαρμογής της.

Το ελληνικό κράτος ξεδιπλώνει το δικό του σχεδιασμό, έχοντας ως βασικό στόχο την αναβάθμιση της θέσης της ελληνικής αστικής τάξης στην περιοχή μέσω της μετατροπής της χώρας σε ενεργειακό κι εμπορικό κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων κι ενέργειας. Προς όφελος των επιδιώξεων αυτών, βασικός και διαχρονικός πυλώνας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι η στοίχιση στο αμερικανοΝΑΤΟϊκό στρατόπεδο σε συνδυασμό με την ενίσχυση της συμμαχίας Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ - Αιγύπτου. Αυτό φάνηκε τόσο μέσα από την απόλυτη συναίνεση που εκφράστηκε στο τελευταίο Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής (στο οποίο δε συμμετέχει το ΚΚΕ) όσο και με μια σειρά δηλώσεις αστών πολιτικών, με πιο χαρακτηριστική, ίσως, αυτή του Κυρ. Μητσοτάκη ο οποίος δήλωσε (αναφερόμενος στο ΣΥΡΙΖΑ):

«Εγώ λέω ότι άλλαξαν, και καλά έκαναν, στο συγκεκριμένο τομέα. Αυτό σημαίνει ότι, με την εξαίρεση του Κομμουνιστικού Κόμματος, διαμορφώνεται σε αυτήν την αίθουσα, για πρώτη φορά, τουλάχιστον από τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, μια πλατιά διακομματική συμμαχία, η οποία θεωρεί τη σχέση μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες σχέση με μεγάλο βάθος, σχέση στρατηγικής σημασίας.»

H στοίχιση στους αμερικανοΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς φάνηκε και από την επίσκεψη του Κ. Μητσοτάκη στις ΗΠΑ. Το βασικό στίγμα αυτής της επίσκεψης είναι οι επικίνδυνες δεσμεύσεις για την παραπέρα εμπλοκή της Ελλάδας στα σχέδια των ΗΠΑ και ΝΑΤΟ σε όλη την περιοχή που απλώνεται από τη Ν/Α Μεσόγειο μέχρι τον Περσικό Κόλπο. Μιλώντας στην εκδήλωση της «δεξαμενής σκέψης» «Atlantic Council», o Κυρ. Μητσοτάκης δήλωσε:

«Πρώτον, είμαστε σύμμαχοι με τις ΗΠΑ. Στεκόμαστε στο πλευρό των συμμάχων μας σε δύσκολες περιόδους. Καταλαβαίνω πως η συγκεκριμένη απόφαση (σ.σ.: της δολοφονίας του Σουλεϊμανί) ελήφθη λαμβάνοντας υπόψη το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ. (...) Είχαμε –και ακόμα έχουμε– πολύ στενούς δεσμούς με τον αραβικό κόσμο, (...) αλλά δεν ξεχνάμε ποιοι είναι οι σύμμαχοί μας και πού ανήκουμε γεωπολιτικά.»

Επίσης, το ΥΠΕΞ έδωσε πλήρη κάλυψη στις ΗΠΑ, εκδίδοντας ανακοίνωση στην οποία αναφέροταν ότι «καταδικάζει τις επιθέσεις (του Ιράν) εναντίον στρατιωτικών βάσεων στο Ιράκ οι οποίες φιλοξενούν δυνάμεις του διεθνούς συνασπισμού για την καταπολέμηση του “Ισλαμικού Κράτους”, στον οποίο συμμετέχει και η Ελλάδα».

Πέρα από το γενικό στίγμα της στάσης της ελληνικής κυβέρνησης, παραμένει αναπάντητο ποιες συγκεκριμένες δεσμεύσεις ανέλαβε η κυβέρνηση πίσω από τις κλειστές πόρτες. Ωστόσο, το γενικό πλαίσιο των περαιτέρω διευκολύνσεων προς τις ΗΠΑ είχε καθοριστεί πριν την επίσκεψη. Την παραμονή των Χριστουγέννων, κατατέθηκε για κύρωση στην ελληνική Βουλή η νέα Συμφωνία για την επέκταση των στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ που είχε υπογραφεί ανάμεσα στις δύο πλευρές στις 5 Οκτώβρη. Με αυτήν, οι εγκαταστάσεις σε Λάρισα και Στεφανοβίκειο μετατρέπονται και επίσημα σε ορμητήριο των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, παρέχεται η δυνατότητα «κατά προτεραιότητα» αξιοποίησης από τους Αμερικανούς των λιμανιών της Αλεξανδρούπολης, του Βόλου και όπου αλλού χρειαστούν, ενώ διευρύνονται οι αρμοδιότητες της βάσης της Σούδας. Επίσης, με αφορμή την κινητικότητα στη βάση του Ιντσιρλίκ –που περιγράφουν διεθνή ΜΜΕ– αλλά και τις πρόσφατες δηλώσεις Αμερικανού πτεράρχου ε.α., αναθερμάνθηκε το τελευταίο διάστημα το σενάριο μεταφοράς πυρηνικών ή άλλων όπλων από το Ιντσιρλίκ στον Άραξο. Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι σε αυτήν την περίοδο όξυνσης της αμερικανικής εμπλοκής στην ευρύτερη περιοχή και αύξησης του κινδύνου πολεμικής έξαρσης, ο υπουργός Άμυνας, Ν. Παναγιωτόπουλος, σημείωνε πρόσφατα ότι «οι άνδρες μας μάτωσαν δίπλα σε Αμερικανούς στρατιώτες στους πολέμους στους οποίους συμμετείχαμε, και αυτό θα γίνει επίσης και στο μέλλον».

Το γεγονός μάλιστα ότι πρόκειται για μια συμφωνία που είχε δρομολογήσει ο ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύει τον υποκριτικό και αποπροσανατολιστικό χαρακτήρα των ανακοινώσεών του, οι οποίες προτάσσουν το ερώτημα «τι ανταλλάγματα πήρε η κυβέρνηση» έναντι των διευκολύνσεων που διαχρονικά προσφέρουν οι ελληνικές κυβερνήσεις στην αμερικανική επιθετικότητα. Πέραν του ότι η ίδια ακριβώς συζήτηση –με αντίστροφους ρόλους για ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ– 
γινόταν και μετά από την επίσκεψη Τσίπρα στις ΗΠΑ το 2017, η αντιπαράθεση σε αυτήν τη βάση αποκρύπτει ότι τα όποια «ανταλλάγματα» θα είναι προς όφελος της ελληνικής αστικής τάξης και σε βάρος του ελληνικού λαού για τον οποίο αυξάνουν τους κινδύνους και, με αυτήν την έννοια, αποτελεί συστατικό στοιχείο της συναίνεσης των κομμάτων για βαθύτερη εμπλοκή στους αμερικανοΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς. Ο πραγματικός κίνδυνος προέρχεται από την ίδια την πολιτική «σημαιοφόρου του ΝΑΤΟ» και όχι από την ανεπάρκεια της κυβέρνησης να διαπραγματευτεί αποτελεσματικά προς όφελος της εγχώριας αστικής τάξης.

Σε όλα τα σχετικά ζητήματα άλλωστε, «ο ένας κόβει κι ο άλλος ράβει»… Πέρα από την παραπάνω συμφωνία, αυτό ισχύει και για το Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας-ΗΠΑ, για την παράδοση στους Αμερικανούς των εγκαταστάσεων στρατιωτικής συμμαχίας (όπως το Νεώριο της Σύρου), για την αγορά αμερικανικών μαχητικών (ο ΣΥΡΙΖΑ είχε υπογράψει την αναβάθμιση των F-16, ενώ ο Κ. Μητσοτάκης αποκάλυψε από τις ΗΠΑ το κυβερνητικό ενδιαφέρον για την αγορά των F-35), για τον εκθειασμό του Τραμπ κλπ.

Μετά από τα παραπάνω, καθόλου εντύπωση δεν προκαλεί το διάβημα διαμαρτυρίας του Ιρανού πρέσβη στην Αθήνα για τις δηλώσεις Μητσοτάκη και την απόλυτη στοίχιση της κυβέρνησης στο πλευρό των ΗΠΑ. Τόσο αυτό το διάβημα όσο και η κατάσταση συναγερμού στην οποία τέθηκε η βάση της Σούδας μετά από την αμερικανική αεροπορική επίθεση, αλλά και τα μέτρα προστασίας αμερικανο-ισραηλινών στόχων στη χώρα μας αποτελούν την έμπρακτη ομολογία των κινδύνων στους οποίους σέρνει τον ελληνικό λαό η κυβέρνηση και η αστική αντιπολίτευση προς όφελος της προώθησης των σχεδιασμών του ελληνικού κεφαλαίου.

Ταυτόχρονα, η επίσκεψη Μητσοτάκη αποκάλυψε και το φαιδρό χαρακτήρα της διαχρονικής επιχειρηματολογίας των αστικών κυβερνήσεων περί αμερικανοΝΑΤΟϊκής «ασπίδας» προστασίας των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Χαρακτηριστική είναι η σιωπή ιχθύος που τήρησε ο Ερντογάν στις αναφορές του Κ. Μητσοτάκη για το παράνομο μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης. Διαχρονική αρχή, άλλωστε, της αμερικανικής παρέμβασης στη Ν/Α Μεσόγειο είναι η προσπάθεια να κρατηθεί η Τουρκία στο «δυτικό» στρατόπεδο και να μη βαθύνει η συνεργασία της με τη Ρωσία. Επίσης, ΗΠΑ και ΕΕ προετοιμάζουν σχέδια συνεκμετάλλευσης των ενεργειακών πηγών της περιοχής με βασικούς στόχους τη διαφύλαξη της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, την απρόσκοπτη εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών της περιοχής από τους δυτικούς επιχειρηματικούς ομίλους και τη διοχέτευση του αερίου της περιοχής στην ΕΕ έτσι ώστε να μειωθεί η ενεργειακή εξάρτησή της από τη Ρωσία. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η τουρκική προκλητικότητα και η συνεχής αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας γίνεται με αμερικανοΝΑΤΟϊκές «πλάτες».

Μεγάλους κινδύνους για τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας έχει και η ανακοίνωση ότι οι Αμερικανοί και προσωπικά ο υπουργός Εξωτερικών Μ. Πομπέο «αναλαμβάνει πρωτοβουλία για τη μείωση της έντασης» στα ελληνοτουρκικά, πρωτοβουλία που «αναμένεται να εστιάσει στο ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών». Ο κίνδυνος αυτός αναδεικνύεται και από άλλες δηλώσεις Αμερικανών διπλωματών, όπως αυτή του πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα Τζ. Πάιατ, ο οποίος στα μέσα Δεκέμβρη σημείωνε ότι «η θέση μας είναι ότι τα κατοικημένα νησιά έχουν την ίδια αντιμετώπιση με τις ηπειρωτικές περιοχές»…

Στο πλαίσιο σεναρίων συνεκμετάλλευσης εντάσσονται και οι αστικοί «προβληματισμοί» για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Συνήθως αποκρύπτεται ότι, πρώτον, η Τουρκία δεν έχει αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου της Χάγης και, δεύτερον, ότι είναι πολύ δύσκολη η συμφωνία στο «συνυποσχετικό» που προϋποτίθεται για την προσφυγή στη Χάγη, δεδομένου ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει ως μοναδική ελληνοτουρκική διαφορά την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, ενώ η Τουρκία κάνει λόγο για «Γκρίζες Ζώνες», διεκδικεί νησιά, θέτει ζήτημα αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών, προβάλλει την αναντιστοιχία των εναέριων και ναυτικών μιλίων της Ελλάδας.

Σε αυτό το έδαφος, τα αστικά επιτελεία και ΜΜΕ προβάλλουν ανοιχτά στον ελληνικό λαό το εκβιαστικό και ανυπόστατο δίλημμα «υποχώρηση σε κυριαρχικά δικαιώματα και συνεκμετάλλευση με την Τουρκία ή πολεμική σύγκρουση». Πρόκειται για ένα δίλημμα το οποίο –πέραν της απόκρυψης των συμφερόντων που βρίσκονται πίσω από τη διαμάχη και του ίδιου του χαρακτήρα του Δικαστηρίου της Χάγης– κρύβει ότι μια πολεμική εμπλοκή μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την προώθηση των σχεδίων συνεκμετάλλευσης, αλλά και, αντίστροφα, τα σχέδια συνεκμετάλλευσης ενέχουν το σπέρμα μιας επόμενης σύγκρουσης για μια νέα μοιρασιά στη βάση της ισχύος.

Με τυμπανοκρουσίες υποδέχτηκαν τα αστικά κόμματα στη χώρα μας και την υπογραφή, στις 2 Γενάρη στην Αθήνα, από τους υπουργούς Ενέργειας Ελλάδας-Κύπρου και Ισραήλ της διακρατικής συμφωνίας για τον αγωγό μεταφοράς φυσικού αερίου EastMed, καθώς και την κοινή δήλωση Μητσοτάκη - Νετανιάχου - Αναστασιάδη με την οποία καταδικάζεται η στρατιωτική στήριξη της Τουρκίας στο καθεστώς Σάρατζ. Ως ενδεικτικό, της συνέχειας της εξωτερικής πολιτικής της χώρας απ’ όλες τις κυβερνήσεις, στη σχετική εκδήλωση παραβρέθηκαν και οι αρμόδιοι πρώην υπουργοί των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ Γ. Μανιάτης και Γ. Σταθάκης. Επίσης, στις 15-16 Γενάρη θα λάβει χώρα στο Κάιρο το EastMed Gas Forum στο οποίο συμμετέχουν Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ, Αίγυπτος, Ιορδανία και Παλαιστινιακή Αρχή, ενώ έχει διακηρυχτεί ο στόχος αυτό το φόρουμ να μετεξελιχτεί σε μόνιμο οργανισμό συνεργασίας.

Η συμφωνία για τον EastMed παρουσιάζεται από σύσσωμο τον αστικό πολιτικό κόσμο ως «αγωγός ειρήνης και συνεργασίας», κρύβοντας ότι πρόκειται για έναν αγωγό που θα δράσει ως «μαγνήτης» ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών κι επικίνδυνων εξελίξεων. Το συγκεκριμένο σχέδιο –που είναι πολύ αμφίβολο αν θα υλοποιηθεί– είναι ανταγωνιστικό στα συμφέροντα της Ρωσίας και της Γερμανίας, ενώ δεν είναι δεδομένη η στήριξή του από την Ιταλία. Εμπλέκει επίσης την Ελλάδα στις αντιθέσεις μεταξύ Ισραήλ, Λιβάνου και Παλαιστινιακής Αρχής για τα κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή.

Στο μεταξύ, και οι κυβερνητικοί κύκλοι παραδέχονταν πως η υπογραφή για τον αγωγό έχει περισσότερο πολιτικό - «συμβολικό» περιεχόμενο, αφού η κατασκευή του ή όχι (σε βάθος 6-10 χρόνων, αν τελικά πραγματοποιηθεί), πέρα από τους γεωπολιτικούς παράγοντες, θα εξαρτηθεί και από την οικονομική του «βιωσιμότητα». Το υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας απάντησε άμεσα στη συμφωνία, με τον εκπρόσωπό του Α. Ακσόι να κάνει λόγο για «μάταιες κινήσεις στην περιοχή για να αποκλείσουν τη χώρα μας και την Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου».

Όσον αφορά την υπόλοιπη διπλωματική κινητικότητα του ελληνικού κράτους, μέσα στο Γενάρη θα λάβει χώρα και η συνάντηση των τεχνικών κλιμακίων της Ελλάδας και της Αιγύπτου, με την ελληνική κυβέρνηση να επιδιώκει επιτάχυνση των διεργασιών κι εξάντληση των περιθωρίων για τον καθορισμό ΑΟΖ ανάμεσα στις δύο χώρες. Λίγο καιρό πριν, στις 30 Δεκέμβρη, συναντήθηκαν στη Ρώμη τεχνικοί των κλιμακίων Ελλάδας και Ιταλίας, σε μια συνάντηση που θα προετοιμάσει τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών, με θέμα την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Ιόνιο και την προετοιμασία για την οριοθέτηση των ΑΟΖ ανάμεσα στις δύο χώρες.

Επίσης, η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να αξιοποιήσει το γεγονός ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος έχουν παραχωρήσει στο γαλλικό κολοσσό Total δικαιώματα για έρευνες και αξιοποίηση υδρογονανθράκων τόσο στην κυπριακή ΑΟΖ όσο και στα «οικόπεδα» νότια της Κρήτης. Έτσι, η Γαλλία συμμετείχε στην πενταμερή συνάντηση στις 8 Γενάρη στο Κάιρο των υπουργών Εξωτερικού Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου, Ιταλίας και Γαλλίας για τις εξελίξεις στη Λιβύη και τη Ν/Α Μεσόγειο, ενώ στα τέλη Γενάρη ο Κ. Μητσοτάκης θα επισκεφτεί στο Παρίσι τον Εμ. Μακρόν. Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι η Γαλλία πραγματοποίησε τον Οκτώβρη κοινή ναυτική άσκηση με την Κύπρο στα ανοιχτά του νησιού, ενώ το Δεκέμβρη πραγματοποιήθηκε άσκηση ναυτικής συνεργασίας Κύπρου, Γαλλίας και Ιταλίας στην κυπριακή ΑΟΖ. Παράλληλα, η Γαλλία έχει δηλώσει την πρόθεσή της να στείλει στα νότια της Κρήτης το ωκεανογραφικό ερευνητικό πλοίο «Pourquoi pas».

Οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις ξεδιπλώνονται σε μια σειρά ακόμα πεδία: Στην Αρκτική –όπου το λιώσιμο των πάγων και η δυνατότητα αξιοποίησης της περιοχής τροφοδοτεί την όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσα σε Ρωσία, ΗΠΑ, Κίνα– πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβρη το πρώτο δοκιμαστικό ταξίδι του ρωσικού πυρηνοκίνητου παγοθραυστικού «Arktika», το οποίο είχε ως στόχο την απλοποίηση της μεταφοράς ρωσικών υδρογονανθράκων στη Νοτιοανατολική Ασία. Στη Γερμανία, αναβλήθηκε για το επόμενο έτος η απόφαση σχετικά με την κατάρτιση των κριτηρίων ασφαλείας που πρέπει να πληρούν οι υποψήφιες εταιρίες για την κατασκευή του δικτύου 5G, με την κυβέρνηση να προσπαθεί να βάλει φρένο στην εισβολή της κινεζικής Huawei (αν και φοβάται τις κινεζικές αντιδράσεις για τις εισαγωγές γερμανικών αυτοκινήτων στην Κίνα) και τμήματα του γερμανικού κεφαλαίου να αντιδρούν, σημειώνοντας ότι τυχόν αποκλεισμός της «Huawei» θα επιβραδύνει δραματικά τη δημιουργία του δικτύου 5G και θα την κάνει πιο ακριβή. Οργισμένη ήταν, ωστόσο, η αντίδραση της γερμανικής (και της ρωσικής) κυβέρνησης απέναντι στις αμερικανικές κυρώσεις, που οδήγησαν στο σταμάτημα της ολοκλήρωσης της κατασκευής του υποθαλάσσιου αγωγού Nord Stream 2, ο οποίος θα μεταφέρει φυσικό αέριο της Gazprom από τη Ρωσία απευθείας στη Γερμανία μέσω της Βόρειας Θάλασσας.

Οι παραπάνω ανταγωνισμοί εκφράστηκαν στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Λονδίνο στις αρχές Δεκέμβρη. Σε αυτήν ανακοινώθηκε η αύξηση των δαπανών για το ΝΑΤΟ την τελευταία 5ετία, επαναλήφθηκε η στοχοποίηση της Ρωσίας σε συνδυασμό με την έγκριση νέου επιχειρησιακού σχεδίου για τις Βαλτικές Χώρες, εκφράστηκε ανοιχτά η ανησυχία για την «άνοδο της Κίνας», ενώ σκιαγραφήθηκαν μέτρα ενάντια στη διείσδυση κινεζικών τηλεπικοινωνιακών και άλλων κολοσσών στα δίκτυα και τις λεγόμενες κρίσιμες υποδομές χωρών του ΝΑΤΟ και διατυπώθηκε για πρώτη φορά ότι και το Διάστημα αποτελεί επιχειρησιακό χώρο του ΝΑΤΟ. Επίσης, εντύπωση προκάλεσε η δήλωση του Μακρόν περί «εγκεφαλικά νεκρού ΝΑΤΟ», η οποία προκάλεσε την αντίδραση του Ντ. Τραμπ.

Οι ανταγωνισμοί δεν περιορίζονται όμως ανάμεσα στα διάφορα καπιταλιστικά κράτη, αλλά αφορούν και το εσωτερικό του καθενός από αυτά. Ενδεικτικές είναι οι εξελίξεις με το Brexit, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο και στην εκλογική επικράτηση του Μπ. Τζόνσον, με τη νέα Βουλή να υπερψηφίζει στις αρχές Γενάρη το νομοσχέδιο που θα επιτρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο να αποχωρήσει από την ΕΕ στις 31 Γενάρη. Αντίστοιχο ρήγμα στο εσωτερικό της αστικής τάξης αποτυπώνεται και στις ΗΠΑ, όπου το Δεκέμβρη είχαμε την παραπομπή του Αμερικανού Προέδρου Ντ. Τραμπ από τη Βουλή των Αντιπροσώπων σε δίκη στη Γερουσία με το ερώτημα της καθαίρεσης με τις κατηγορίες της παρακώλυσης της εύρυθμης λειτουργίας του Κογκρέσου και της κατάχρησης εξουσίας, ενώ αντιδράσεις υπήρξαν από τμήματα του αμερικανικού κρατικού μηχανισμού και για την πρωτοβουλία Τραμπ για τη δολοφονία του Σουλεϊμανί.

Στο εσωτερικό της Ελλάδας, τώρα, η κυβέρνηση κινείται με τον ίδιο γνώμονα που κινείται και στην εξωτερική πολιτική, δηλαδή με στόχο την πολύπλευρη υποβοήθηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Αυτόν το στόχο υπηρετεί, καταρχάς, ο προϋπολογισμός που ψηφίστηκε για το 2020 ο οποίος, όπως κάθε χρόνο, συμπυκνώνει τις βασικές ιεραρχήσεις και προτεραιότητες του αστικού κράτους. Αυτό αποτυπώνεται στη διάρθρωση εσόδων και εξόδων, στη διάρθρωση και την ιεράρχηση των δαπανών, στις προβλέψεις για την εξέλιξη των μισθών. Ενδεικτικό είναι ότι, ενώ προβλέπεται ανάπτυξη της τάξης του 2,8%, η αύξηση του μέσου μισθού των εργαζόμενων (οι οποίοι θα παράξουν αυτόν τον πλούτο) για την ίδια περίοδο προβλέπεται να φτάσει μόλις το 1,2%. Παράλληλα, προβλέπει πρόσθετες φοροαπαλλαγές στο κεφάλαιο αξίας 600 εκ. ευρώ και μέτρα για την «ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος».

Λίγες μέρες πριν, άλλωστε, είχε ψηφιστεί και το φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων μείωση της φορολόγησης των κερδών από μετοχές στο 5% (από 10%), περαιτέρω μείωση του συντελεστή φορολογίας επιχειρήσεων από 28% σε 24%, υποχρεωτική αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών στο 30% του εισοδήματος, ενώ με σχετική τροπολογία μειώθηκε από το 45% στο 22% ο φορολογικός συντελεστής για τα ποσά που καταβάλλονται από αθλητικές ΑΕ σε αθλητές για την υπογραφή συμβολαίου μετεγγραφής ή για την ανανέωση ή λύση συμβολαίου συνεργασίας, εφόσον τα ποσά αυτά υπερβαίνουν τα 40.000 ευρώ.

Παράλληλα, τις επόμενες μέρες η κυβέρνηση ετοιμάζεται να δώσει στη «δημόσια διαβούλευση» και στη συνέχεια να φέρει στη Βουλή το νέο σχέδιο νόμου για το Ασφαλιστικό, με το οποίο θωρακίζει τον «πυρήνα» του νόμου Κατρούγκαλου και των ανατροπών που αυτός επέβαλε, ενώ διευκολύνει την πλήρη εφαρμογή του και στρώνει το έδαφος για τα επόμενα χτυπήματα. Το προηγούμενο διάστημα στο επίκεντρο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας μπήκε η άρση του κοινωνικού χαρακτήρα της επικουρικής ασφάλισης και η μετατροπή της σε ατομική υπόθεση, μέσω της «ελευθερίας επιλογής επενδυτικού ρίσκου». Μέσω αυτής της μετατροπής εξασφαλίζονται, άλλωστε, στο κεφάλαιο και νέα πεδία άντλησης κεφαλαίων και κερδοφόρας επιχειρηματικής δράσης. Όπως σημείωσε ο υφυπουργός εργασίας Ν. Μηταράκης: «Ενώ σήμερα, τα κεφάλαια που επενδύονται από το Ασφαλιστικό στην ελληνική οικονομία είναι λιγότερο από 1% επί του συνολικού ΑΕΠ, με την πλήρη μετάβαση στο νέο σύστημα, τα κεφάλαια θα ξεπερνούν τα 50 δισ.»

Μάλιστα, ο υπουργός Εργασίας Γ. Βρούτσης, ανέδειξε τη σύμπνοια των αστικών κομμάτων και σε αυτό το ζήτημα. Απευθυνόμενος σε βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, σημείωσε αναφορικά με το σχετικό ασφαλιστικό νομοσχέδιο ότι με τη νομοθετική πρωτοβουλία της ΝΔ «θα έχουμε ολοκληρώσει μια μεγάλη ασφαλιστική μεταρρύθμιση ως ένα αποτέλεσμα από το 2010, από την περίοδο του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ». Αναφερόμενος, μάλιστα, σε νομοθετήματα προηγούμενων κυβερνήσεων για το Ασφαλιστικό, σημείωσε ότι «τα κράτησε ο ΣΥΡΙΖΑ και πολύ καλά έκανε», προσθέτοντας ότι «τα προχωρήσαμε όλοι μαζί και τώρα θα πάμε στο τελευταίο βήμα».

Μπροστά στην κατάθεση του νομοσχεδίου, τα ταξικά συνδικάτα προετοιμάζονται για την οργάνωση απεργιακής απάντησης με αιχμή την κοινωνική ασφάλιση. Ο ενιαίος χαρακτήρας, άλλωστε, της επίθεσης στα εργασιακά, συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζόμενων σε όλη την ΕΕ αναδεικνύεται και από τη δυναμική απάντηση των Γάλλων εργαζόμενων απέναντι στους σχεδιασμούς της κυβέρνησης του Εμ. Μακρόν, εξαναγκάζοντας προς το παρόν την κυβέρνηση σε ελιγμούς, οι οποίοι όμως δεν αλλάζουν το χαρακτήρα των ανατροπών.

Η επίθεση στα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζόμενων συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική καπιταλιστική οικονομία σημειώνει ανάπτυξη, αναδεικνύοντας έτσι το χαρακτήρα και τις προτεραιότητες της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Πέραν των παραπάνω, ο χαρακτήρας της «επενδυτικής έκρηξης» που διαφημίζουν τα κυβερνητικά στελέχη αναδεικνύεται και από τους όρους της ανάληψης της ιδιοκτησίας του Νεωρίου της Σύρου από την αμερικανική εταιρία ΟNEX, η οποία, πέραν των άλλων, διευκολύνει την αμερικανική παρουσία στην Ελλάδα και την τεχνική στήριξη της αμερικανικής πολεμικής μηχανής. Όρος, λοιπόν, γι’ αυτήν τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας ήταν οι εργαζόμενοι να ξεχάσουν τα χρωστούμενα δεδουλευμένα, γεγονός που χαρακτηρίστηκε από τον υπουργό Ανάπτυξης Αδ. Γεωργιάδη ως «πρωτόγνωρη συνεργασία εργαζόμενων και ιδιοκτησίας». Ο υπουργός προανήγγειλε αντίστοιχη εξέλιξη και για το Ναυπηγείο της Ελευσίνας, ενώ πρόβαλε την επένδυση αυτή ως παράδειγμα «βιομηχανικής συνέχειας», αφού «ξεκίνησε με την προηγούμενη κυβέρνηση και ολοκληρώθηκε με τη σημερινή»...

Την ίδια περίοδο, η συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ επικύρωσε το «επιτυχές κλείσιμο» της 4ης «μεταμνημονιακής αξιολόγησης» μετά από την υπεραπόδοση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα για το 2019 και το 2020 και την ολοκλήρωση της δέσμης των αντιλαϊκών προαπαιτούμενων της περιόδου. Στη συνέχεια, στα μέσα Γενάρη ήρθαν στην Αθήνα τα τεχνικά κλιμάκια των «θεσμών» για να προετοιμάσουν τα «παζάρια» μεταξύ κυβέρνησης και υψηλόβαθμων κλιμακίων ΕΕ και ΔΝΤ για την 5η «μεταμνημονιακή αξιολόγηση» με προοπτική τη δημοσίευση της 5ης έκθεσης ενισχυμένης εποπτείας της Κομισιόν, η οποία με βάση το χρονοδιάγραμμα θα δημοσιοποιηθεί στις 27 Φλεβάρη για να συζητηθεί στο Γιούρογκρουπ της 16ης Μάρτη.

Οι πανηγυρισμοί για την κυβερνητική πολιτική και οι νουθεσίες συνέχισης στην ίδια ρότα περιλαμβάνονται και στην «Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική» της Τράπεζας της Ελλάδος, όπου σημειώνεται: «Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια της κυβέρνησης θα πρέπει να συνεχιστεί με την ίδια ένταση και στο προσεχές διάστημα, προκειμένου να αποφύγει η χώρα τους κινδύνους από την παγκόσμια επιβράδυνση και να κεφαλαιοποιηθούν οι θετικές προσδοκίες που έχουν διαμορφωθεί στο εσωτερικό, αλλά και στις διεθνείς αγορές.»

Ακριβώς αυτή η ανάγκη συνέχισης της αντιλαϊκής πολιτικής προς όφελος της υποβοήθησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας ωθεί το αστικό κράτος να παίρνει από τώρα «τα μέτρα του». Ο Πρωθυπουργός προανήγγειλε ότι το Γενάρη θα κατατεθεί το νομοσχέδιο για την περιστολή των διαδηλώσεων, το οποίο έχει ως στόχο την περαιτέρω καταστολή του εργατικού-λαϊκού κινήματος, ενώ ήδη κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο για το νέο καλπονοθευτικό εκλογικό σύστημα –το οποίο περιλαμβάνει κλιμακωτό μπόνους ως 50 έδρες για το πρώτο κόμμα, με την προϋπόθεση αυτό να λάβει πάνω από το 25% των ψήφων– το οποίο έχει ως βασικό στόχο την αύξηση της σταθερότητας των αστικών κυβερνήσεων και της αντιλαϊκής πολιτικής.

 

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ: Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ

Το παρόν τεύχος επιχειρεί να φωτίσει την ιστορική επικαιρότητα και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, με βάση τόσο τις νέες δυνατότητες και τις διευρυνόμενες ανάγκες της σύγχρονης εποχής όσο και την πλούσια θετική και αρνητική πείρα του 20ού αιώνα. Γι’ αυτό και η αρθρογραφία του καλύπτει ένα εύρος ζητημάτων που αφορούν τη μελέτη της ιστορικής πείρας, τα καθήκοντα της θεωρητικής διερεύνησης και τη διαπάλη με σύγχρονα αστικά ρεύματα, όπως, για παράδειγμα, του μεταμοντερνισμού.

Το κείμενο με τίτλο «Ποια χαρακτηριστικά θα έχει ο σοσιαλισμός τον 21ο αιώνα;» παρουσιάζει καταρχάς τη μεθοδολογία με την οποία πρέπει να προσεγγιστεί το θέμα. Στη συνέχεια, αναδεικνύει τα μεγάλα επιτεύγματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες κατά τον 20ό αιώνα, αλλά και τις προκλήσεις και δυσκολίες που αντιμετώπισε στην πορεία. Παράλληλα, αναδεικνύει και τη θεωρητική συζήτηση που λάμβανε χώρα γύρω από μια σειρά πολύ σημαντικά ζητήματα για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Τα βασικά συμπεράσματα που απορρέουν από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των νέων μεγάλων δυνατοτήτων που απορρέουν από το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αποτελούν τους πυλώνες στη βάση των οποίων προσδιορίζονται οι σημερινές δυνατότητες των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και, πρώτ’ απ’ όλα, για την ανάπτυξη κι ευημερία της βασικότερης παραγωγικής δύναμης, του εργαζόμενου ανθρώπου.

Το άρθρο με τίτλο «Η αντεπαναστατική δράση στον 20ό αιώνα» αναδεικνύει το ρόλο του αντεπαναστατικού ρεύματος σε όλες τις συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων των σημερινών συνθηκών, οι οποίες χαρακτηρίζονται από τη σημαντική υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος. Αφού προσδιορίζει το περιεχόμενο τόσο της κοινωνικής επανάστασης όσο και της αντεπανάστασης, προχωρά με βάση την πείρα του 20ού αιώνα στην ανάδειξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της αντεπαναστατικής δράσης στην περίοδο που δεν έχει εκδηλωθεί ακόμα επαναστατική κατάσταση, στην περίοδο που το καθήκον της εξέγερσης βρίσκεται αντικειμενικά στην ημερήσια διάταξη και στην περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Στην ενότητα «Οικονομία-Πολιτική» περιλαμβάνεται το κείμενο «Για τις θέσεις του ΜΕΡΑ25», το οποίο ακτινογραφεί το συγκεκριμένο κόμμα στο πλαίσιο του σημερινού αστικού πολιτικού συστήματος. Η ιδιαίτερη αποστολή και ο ρόλος του συγκεκριμένου κόμματος στο αστικό πολιτικό σύστημα αναδεικνύεται τόσο μέσω της συγκεκριμένης παρουσίασης των διασυνδέσεών του με μηχανισμούς κορυφαίων εκπροσώπων του χρηματιστικού κεφαλαίου, όπως ο Σόρος, όσο και μέσα από την κριτική παρουσίαση των θέσεών του για τη λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη», την υποτιθέμενη «χρεοδουλοπαροικία» της Ελλάδας, το λεγόμενο «ριζοσπαστικό ευρωπαϊσμό», τη Συνταγματική Αναθεώρηση, τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και τις θέσεις του οικονομικού προγράμματός του. Παράλληλα, προβάλλεται και ο ραφιναρισμένος αντικομμουνισμός του. Επίσης, μέσα από την παρουσίαση των πεπραγμένων του Γ. Βαρουφάκη πριν την αποχώρηση από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, συμπεριλαμβανομένης της λεγόμενης «σκληρής διαπραγμάτευσης», αποδομείται και η προπαγανδιστική προσπάθεια του κόμματος να παρουσιάσει τον υπουργικό ρόλο του, αλλά και συνολικά το ΣΥΡΙΖΑ πριν το 2015 με φιλολαϊκό πρόσημο.

Στην ενότητα «Πολιτισμός» περιλαμβάνεται το κείμενο με τίτλο «Ο μεταμοντερνισμός και η τέχνη του». Το κείμενο ανοίγει μια συζήτηση για το ζήτημα του μεταμοντερνισμού ξεκινώντας από μία ειδική πλευρά του, αυτή της τέχνης. Αφού παρουσιαστούν κάποια βασικά χαρακτηριστικά του, το κείμενο παρουσιάζει κι εμπλέκεται στη συζήτηση για τις ερμηνείες, αλλά και τις αιτίες γέννησης της μεταμοντέρνας θεωρίας. Τόσο μέσα από την κριτική σε βασικές αποδοχές του όσο και μέσα από την παρουσίαση συγκεκριμένων παραδειγμάτων, αναδεικνύεται ο αντιδραστικός χαρακτήρας του συγκεκριμένου ρεύματος, ενός ιδεαλιστικού ρεύματος που στην ουσία αρνείται τον αντικειμενικό χαρακτήρα της αλήθειας, καθώς και η συμβολή του στη διαιώνιση της εκμεταλλευτικής καπιταλιστικής κοινωνίας, αφαιρώντας του το ψευδο-ριζοσπαστικό προσωπείο.

Στην ενότητα «200 χρόνια Μαρξ - Ένγκελς» περιλαμβάνεται η συνέντευξη δύο Ρωσίδων μαρξιστριών επιστημόνων που ασχολούνται με την έρευνα γύρω από το έργο του Καρλ Μαρξ, με τίτλο «Καρλ Μαρξ - Η μεγάλη εικόνα». Μέσα από τη συνέντευξη παρουσιάζεται η στάση του σημερινού ρωσικού κράτους απέναντι στο μεγάλο διανοητή επαναστάτη, απαντιούνται μια σειρά συκοφαντικές κατηγορίες που έχουν εκτοξευτεί εναντίον του, αλλά και διαστρεβλώσεις των θέσεών του. Μέσα από τη συνέντευξη αναδεικνύονται οι πολύ δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες έζησε και δημιούργησε ο Κ. Μαρξ, αλλά και η αδελφική σχέση φιλίας και συνεργασίας που ανέπτυξε με τον Φρ. Ένγκελς.

Τέλος, στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ 
περιλαμβάνονται τα κομματικά ντοκουμέντα από 9.11.2019 μέχρι 8.1.2020.