Το δίπολο «πρόοδος - συντήρηση» ως εργαλείο εξαπάτησης


του Βασίλη Όψιμου

Η διάψευση των προσδοκιών που καλλιέργησε ο ΣΥΡΙΖΑ σε πλατιά λαϊκά στρώματα για μια ανάκαμψη των εισοδημάτων τους με την κατάργηση των αντιδραστικών πολιτικών των χρόνων της οικονομικής κρίσης («με ένα νόμο και άρθρο») και η συνταύτισή του σε όλες τις στρατηγικές για την αστική τάξη κατευθύνσεις με τη ΝΔ1 τον φέρνει αντιμέτωπο με μια προφανή δυσκολία. Πρέπει, συνεχίζοντας στην ίδια ρότα για την οποία παίρνει αλλεπάλληλα εύσημα από τους επιχειρηματικούς φορείς και τα ιμπεριαλιστικά επιτελεία, να περιορίσει ταυτόχρονα τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε ανώδυνα για το σύστημα κανάλια, να εγκλωβίσει και τη λαϊκή ψήφο στις εκλογικές αναμετρήσεις του επόμενου διαστήματος. Βασικό προπαγανδιστικό εργαλείο που χρησιμοποιεί ο ΣΥΡΙΖΑ για να πετύχει το στόχο αυτό είναι το επιχείρημα ότι «η έξοδος από τα μνημόνια» και το υποτιθέμενο ξεπέρασμα των εξωτερικών δεσμεύσεων του επιτρέπουν πια να υλοποιήσει την «προοδευτική» του πολιτική, που δήθεν τον ξεχωρίζει με σαφήνεια από τον έτερο, «συντηρητικό» διαχειριστή, τη ΝΔ. Όπως το έθεσε ο Α.Τσίπρας: «Η Προοδευτική συμμαχία αφορά την Ελλάδα των πολλών που δεν υποτάσσεται στην κυριαρχία των λίγων (…) Η έξοδος της χώρας από τα μνημόνια και η Συμφωνία των Πρεσπών αναδιατάσσουν αντικειμενικά τις πολιτικές προτεραιότητες και συμμαχίες (…) Η Αριστερά, η οικολογία, η αριστερή σοσιαλδημοκρατία, οι δυνάμεις της προόδου και της δημοκρατίας δεν έχουμε πει την τελευταία λέξη. Δε θα αφήσουμε την ακροδεξιά και το νεοφιλελευθερισμό να αλωνίζουν στην Ευρώπη.»2

Οι ίδιες οι έννοιες «πρόοδος» και «συντήρηση» μετατρέπονται στο σχήμα αυτό σε πραγματικά σκιάχτρα, που χρησιμοποιούνται για να αναγορεύσουν τριτεύουσες διαφορές πολιτικής –που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις σημερινές ανάγκες της λαϊκής οικογένειας– σε μια υποτιθέμενη διαπάλη δύο «διαφορετικών κόσμων». Το αποτέλεσμα που επιδιώκεται είναι να συμπιεστούν οι λαϊκές απαιτήσεις στο ελάχιστο δυνατό και να επαναπαυτούν οι εργαζόμενοι στην επιλογή του δήθεν «μικρότερου κακού». Δεν πρόκειται βέβαια μόνο για μια «μικροκομματική» επιδίωξη του ΣΥΡΙΖΑ, που αφορά την πολιτική του μακροημέρευση, αλλά για τη μακροπρόθεσμη ανάγκη της αστικής τάξης να διαμορφώσει ένα εργατικό δυναμικό που να βολεύεται με λίγα, υπάκουο χειροκροτητή της φιλομονοπωλιακής πολιτικής.

Από τη μεριά της, η Νέα Δημοκρατία, χαρακτηρίζοντας το ΣΥΡΙΖΑ ως ακραίο, «ριζοσπαστικό», ακόμα και ως κομμουνιστικό κόμμα, επιδιώκει να θωρακίσει παραπέρα την αντιδραστική πολιτική του κεφαλαίου, να σπρώξει τα λαϊκά στρώματα στο να θεωρήσουν ως υπεύθυνες για το τσάκισμα των δικαιωμάτων και κατακτήσεών τους την κοσμοθεωρία και την προοπτική του κομμουνισμού, που βρίσκεται στον αντίποδα της βάρβαρης, συντηρητικής πολιτικής της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Εκμεταλλευόμενα τους καημούς και τις αγωνίες των λαϊκών στρωμάτων, τα δύο αστικά κόμματα συναγωνίζονται για το ποιος θα προσδώσει πιο κάλπικο περιεχόμενο στην έννοια της προόδου.

Θα μπορούσε κάποιος καλόπιστα να αναρωτηθεί: Μα η αντιπαράθεση μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών πολιτικών δεν αποτέλεσε στην πορεία του εργατικού και λαϊκού κινήματος κρίσιμο στοιχείο που ξεχώριζε «την ήρα από το στάρι»; Ναι, οι έννοιες αυτές έχουν την ιστορική τους βαρύτητα στο οπλοστάσιο του κινήματος. Η επαναστατική κοσμοθεωρία του μαρξισμού-λενινισμού απέδειξε με επιστημονικό τρόπο ότι η ανθρώπινη κοινωνία βαδίζει, μέσα από οξύτατες ταξικές συγκρούσεις και αμέτρητα βάσανα για τις κάθε φορά εκμεταλλευόμενες τάξεις, σε μια ανοδική, προοδευτική πορεία διαδοχικών κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών. Απέναντι στις κάθε φορά ανερχόμενες, προοδευτικές τάξεις στέκεται ο παλιός, συντηρητικός, αντεπαναστατικός κόσμος. Οι μεγάλοι επαναστάτες διανοητές ανέδειξαν όχι μόνο την προοδευτική κίνηση της Ιστορίας, αλλά και την τελική της κατάληξη: Το επαναστατικό πέρασμα από τη δικτατορία του κεφαλαίου στην αταξική κοινωνία, το πέρασμα από το «βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας». «Ό,τι καινούργιο έκανα εγώ ήταν να αποδείξω: 1) Ότι η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται απλώς με ορισμένες ιστορικές φάσεις ανάπτυξης της παραγωγής, 2) ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου, 3) ότι η ίδια αυτή η δικτατορία αποτελεί μονάχα το πέρασμα στην κατάργηση όλων των τάξεων και σε μια αταξική κοινωνία.»3

Πέρα από την αντικειμενική της σημασία στο ζήτημα της κοινωνικής εξέλιξης, η έννοια του «προοδευτικού» μπορεί να λειτούργησε, σε εποχές άγριων διώξεων ενάντια στο επαναστατικό κίνημα, σε εποχές παράνομης δράσης, και σα μια αναγκαία λεκτική ασπίδα απέναντι στον ταξικό εχθρό. Από τη μεριά της, η αστική τάξη, έχοντας στα χέρια της σημαντικούς πολιτικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς, φάνηκε εξαιρετικά ικανή στο να ιδιοποιείται ορολογίες και έννοιες του κινήματος για τους δικούς της στόχους. Το μεγάλο κύμα ριζοσπαστικοποίησης που ξεσήκωσε απ’ άκρη σ’ άκρη της υφηλίου η νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης και το ξεκίνημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης απαιτούσε από τα αστικά επιτελεία την ενεργοποίηση δυνάμεων που θα δρούσαν μέσα στις γραμμές του κινήματος, στο όνομά του και με τις σημαίες του, αλλά που βαθμιαία θα το διάβρωναν από τα μέσα. Και η αστική τάξη βρήκε τέτοιες δυνάμεις στο πρόσωπο των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που, παρά την ανοιχτή προδοσία τους στον Α΄ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο, διατηρούσαν (μέχρι ένα χρονικό σημείο) σημαντικές οργανωμένες εργατικές δυνάμεις.

Στην πορεία του 20ού αιώνα και μέχρι σήμερα, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, στις διάφορες μετεξελίξεις τους και με την ενίσχυσή τους με τις οπορτουνιστικές παραφυάδες που ξέβρασε το κομμουνιστικό κίνημα, πάντοτε επιχειρούν να εμφανιστούν ως ο «προοδευτικός» πόλος, ως η «ρεαλιστική» επιλογή για τα λαϊκά στρώματα απέναντι στις δήθεν «αδιέξοδες» και «εγκληματικές ακρότητες» του επαναστατικού κινήματος. Συσκοτίζουν σκόπιμα τον κοινωνικά συντηρητικό χαρακτήρα κάθε μορφής πολιτικής διαχείρισης στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού (αστικής κοινοβουλευτικής, στρατιωτικής δικτατορικής, φασιστικής κλπ.) κι επιχειρούν να αποτραβήξουν την εργατική τάξη και τους συμμάχους της από το μοναδικά προοδευτικό στόχο, αυτόν της ανατροπής της δικτατορίας του κεφαλαίου.

Οι δυνάμεις αυτές πάντοτε αναπροσάρμοζαν τη ρητορική τους στη βάση της κατάστασης που βρισκόταν το κίνημα και των αναγκαιοτήτων του κεφαλαίου. Σήμερα επιχειρούν να σχετικοποιήσουν ακόμα παραπέρα, να κάνουν ακόμα πιο πολύ «λάστιχο» την έννοια «προοδευτικός». Παρουσιάζουν ως «αντιδραστική-συντηρητική» μόνο την κυρίαρχη σήμερα μορφή αστικής διαχείρισης, που χαρακτηρίζεται από μια ολομέτωπη επίθεση στα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα («νεοφιλελευθερισμός»). Είναι η συγκεκριμένη μορφή που χαρακτηρίζεται ως «αντιδραστική» και όχι η ίδια η δικτατορία του κεφαλαίου σε κάθε της μορφή. Τι αποκρύπτεται; Ότι η συγκεκριμένη μορφή αστικής διαχείρισης ανταποκρίνεται απόλυτα στις πιο ζωτικές ανάγκες του κεφαλαίου στη σημερινή φάση της ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού (ανάγκες για ακόμα πιο φθηνή εργατική δύναμη, για νέα πεδία τοποθέτησης του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου, για καλύτερους όρους αξιοποίησης των νέων παραγωγικών δυνάμεων). Ότι η συγκεκριμένη μορφή διαχείρισης δε συνιστά μια λαθεμένη, αυθαίρετη, ιδεοληπτική επιλογή κάποιων δυνάμεων, μια «ιδεολογική υποταγή» της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας στο «νεοφιλελευθερισμό», αλλά αδήριτη αναγκαιότητα για την ανάκαμψη της κερδοφορίας. Αυτό εξηγεί και γιατί συντηρητικοί, σοσιαλδημοκράτες και «αριστεροί» σοσιαλδημοκράτες νέας κοπής εφαρμόζουν την ίδια βαθιά αντιδραστική πολιτική.

 

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ.
ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Μήπως όμως ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε απλά κάποιους ελιγμούς και υποχωρήσεις τακτικής προκειμένου να κερδίσει χρόνο και δυνάμεις για να αντεπιτεθεί, μήπως, βρισκόμενος τάχα στο λαϊκό στρατόπεδο, βάδισε με ζικ-ζακ προς τα μπρος στο έδαφος του συσχετισμού των δυνάμεων, που δεν μπορούσε να αγνοηθεί; Μήπως η πολιτική διαχείρισης του καπιταλισμού που ακολουθεί η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί σήμερα τη μόνη «ρεαλιστική ουτοπία» που αποσκοπεί «στη διαμόρφωση επιτεύξιμων και βιώσιμων θεσμών και πρακτικών»4, όπως ισχυρίζεται ο Δραγασάκης, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και στέλεχος με σημαίνουσα συμβολή στην προσπάθεια μετάλλαξης του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας;

Ας μην ασχοληθούμε εδώ αναλυτικά με τη λαθροχειρία του ΣΥΡΙΖΑ να μιλάει εκ μέρους του λαού –η ιστορική πείρα έχει δώσει πάμπολλες αποδείξεις ότι μικρά οπορτουνιστικά μορφώματα, όπως ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το 2012, μπορεί να βολοδέρνουν για χρόνια στο περιθώριο του λαϊκού κινήματος με τον ξεκάθαρο στόχο να το διαβρώσουν και να το μετατρέψουν σε ουρά της αστικής τάξης. Ή για να ξεπεταχτούν στο πολιτικό στερέωμα όταν η αστική τάξη χρειαστεί ένα ρετουσάρισμά του.

Ο πολύ πραγματικός, σημερινός, κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ, φυσική και αναπόδραστη συνέχεια του ιστορικού του παρελθόντος, καμία έγνοια δεν έχει για τους καημούς και τα βάσανα του λαού.

– Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν ακολουθεί κάποιο διαφορετικό δρόμο σε σχέση με τις άλλες αστικές δυνάμεις, όπως υποστηρίζουν όσοι ισχυρίζονται ότι επί ΣΥΡΙΖΑ η Ελλάδα «δεν πήρε το δρόμο της δεξιάς στροφής»5. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το συνυποσχετικό που υπέγραψε με την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών, με το οποίο μείωσε την «εθελοντική» τους φοροεισφορά στα 75 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο, την ώρα που τα εφοπλιστικά κέρδη υπολογίζονται στα 20 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο!

– Ο ΣΥΡΙΖΑ δε «διηύθυνε την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια», κάνοντας δήθεν αναγκαίους ελιγμούς, αλλά ψήφισε καινούργιο μνημόνιο που έδεσε με μακροχρόνιες δεσμεύσεις μέχρι το 2060 τα λαϊκά στρώματα στο άρμα της ίδιας φιλομονοπωλιακής πολιτικής που ακολούθησαν και οι προκάτοχοί της.

– Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ «δεν έχει στο κέντρο της προσοχής της τα ασθενέστερα στρώματα», αλλά πρωταγωνιστεί στην αντιλαϊκή επίθεση. Στα χρόνια του ο μέσος μισθός κατρακύλησε κάτω από τα 1.000 ευρώ. Διατήρησε τον κατώτατο μισθό για 4 χρόνια στο άθλιο επίπεδο των 18 ευρώ τη μέρα καθαρά, ενώ η αύξηση που πρόσφατα δόθηκε είναι κάτω από 2 ευρώ τη μέρα. Το περιβόητο «Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης» ανέρχεται στο δυσθεώρητο ύψος των 13 ευρώ τη μέρα για μια τετραμελή οικογένεια! Το «κοινωνικό μέρισμα» που ο ΣΥΡΙΖΑ το εμφανίζει ως ρηξικέλευθο μέτρο δεν αποτελεί ούτε το 1% του παραγόμενου από τους εργαζόμενους πλούτου (ΑΕΠ). Όλα τα παραπάνω, και πολλά ανάλογα, δε συνιστούν φυσικά «ελεγχόμενες ρήξεις» με την κυρίαρχη πολιτική, ούτε «ρεαλιστική ουτοπία», όπως ισχυρίζονται τα στελέχη της κυβέρνησης6.

– Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν «προχώρησε σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις», ούτε στήριξε τα δικαιώματα των πολιτών, αλλά ενίσχυσε παραπέρα νομοθετικά το αντιδραστικό οπλοστάσιο που έχει στα χέρια της η αστική τάξη για να περιορίζει τις δυνατότητες παρέμβασης των λαϊκών στρωμάτων ακόμα και για τη βελτίωση της κατάστασής τους στο πλαίσιο του καπιταλισμού (δυσκόλεψε τη δυνατότητα κήρυξης απεργίας με το νόμο για το 50%+1, παγίωσε το ρόλο του αστικού κράτους στον καθορισμό του κατώτατου μισθού με παραμέρισμα ακόμα και αυτών των εργοδοτικών συνδικαλιστών, ενίσχυσε τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και μετατρέπει τη χώρα σε ένα απέραντο χωράφι στρατιωτικών εγκαταστάσεων του ιμπεριαλισμού, που μπορούν ανά πάσα στιγμή να λειτουργήσουν ως μακρύ ένοπλο χέρι των επιχειρηματικών ομίλων, στηρίζει έμμεσα τη φασιστική συμμορία της ΧΑ, π.χ. με τους «ρυθμούς σαλίγκαρου» της δίκης της κλπ.).

Η συζήτηση για την αναθεώρηση του αστικού Συντάγματος αποκάλυψε από μια ακόμα σκοπιά το πώς οι μεγαλοστομίες του ΣΥΡΙΖΑ περί «προόδου» χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν ένα βαθιά αντιδραστικό περιεχόμενο. Όπως τόνισε και ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στη Βουλή:

  • «Συντήρηση είναι το να μιλάς για “τα υπερεθνικά κέντρα, που χειραγωγούν τη λαϊκή βούληση”, αλλά να μην ακουμπάς καν τα συνταγματικά άρθρα, όπως το άρθρο 28, το άρθρο 80, που κατοχυρώνουν αυτά τα λεγόμενα υπερεθνικά κέντρα και την υπεροχή, για παράδειγμα, του ευρωενωσιακού δικαίου σε βάρος του ελληνικού δικαίου.
  • Συντήρηση είναι να δέχεσαι την παρουσία ξένων στρατιωτικών βάσεων, στρατευμάτων στο ελληνικό έδαφος και να αποδέχεσαι τα αντίστοιχα άρθρα του Συντάγματος που την επιτρέπουν.
  • Συντήρηση είναι να αναγνωρίζεις τυπικά ορισμένα δικαιώματα στο Σύνταγμα και να τα υπονομεύεις με χίλιους τρόπους, όπως, για παράδειγμα, είναι το δικαίωμα στην απεργία.
  • Συντήρηση είναι να μην ακουμπάς καν αναγκαίους, υπερώριμους εκσυγχρονισμούς, κατοχυρωμένους αλλού εδώ και αιώνες σε άλλες χώρες, όπως είναι ο πλήρης διαχωρισμός κράτους-Εκκλησίας, και να τους προσπερνάς με ημίμετρα. Και να προσθέτεις μάλιστα και ένα νέο, επιχειρηματικό αυτήν τη φορά, εναγκαλισμό με την Εκκλησία, όπως είναι το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας, στο οποίο εντάσσετε και αμφισβητούμενες εκτάσεις, για να αποσπάσετε αυτήν τη φορά τη συναίνεση της Εκκλησίας στις, περιορισμένου χαρακτήρα, αλλαγές τις οποίες προτείνετε (...)

Πάνω απ’ όλα συντήρηση είναι το ίδιο το αστικό Σύνταγμα το οποίο κατοχυρώνει την εξουσία και τις διεθνείς συμμαχίες της κυρίαρχης εκμεταλλεύτριας τάξης.»7

Οι ίδιοι οι ιδεολογικοί γκουρού της ξαναζεσταμένης σούπας του «αριστερού» κυβερνητισμού, ακόμα και αν υποκριτικά ισχυρίζονται ότι αγωνίζονται για μια «ρήξη με τον καπιταλισμό», δεν καταφέρνουν τελικά να κρύψουν τον αντιδραστικό ορίζοντα της πολιτικής τους πρότασης, λέγοντας ότι «αν δεν μπορείς να ανατρέψεις τον καπιταλισμό, τότε πρέπει να δουλέψεις για τη δημιουργία μιας νέας θεσμικής ισορροπίας που θα είναι ευνοϊκότερη για τους εργαζόμενους και ταυτόχρονα θα είναι συμβατή με τον καπιταλισμό»8. Σύμφωνα λοιπόν με τον ισχυρισμό τους, το εργατικό κίνημα, αντί να επιδιώκει, μέσα από το ξεδίπλωμα της ταξικής πάλης, την όξυνση της ανισορροπίας και των αντιφάσεων του καπιταλισμού, πρέπει να θέτει ως στόχο μια «αριστερή» κυβέρνηση που, μέσα από τους θεσμούς του αστικού κράτους, που θα αποκτούν σταδιακά όλο και πιο «προοδευτικό περιεχόμενο», θα προσπαθεί να ισορροπεί τα συμφέροντα των αντιτιθέμενων τάξεων. Επιχειρώντας να αποδείξουν το πώς η «συμβατότητα» μιας τέτοιας πολιτικής με τον καπιταλισμό (με απλά λόγια, η διατήρηση του καπιταλισμού) μπορεί να συμβαδίζει με μια κατάσταση πραγμάτων «ευνοϊκότερη για τους εργαζόμενους», οι νεόκοποι σοσιαλδημοκράτες συναντούν τα ίδια αδιέξοδα με τους ιδεολογικούς τους προγόνους που για δεκαετίες αναμασούν τα ίδια παραμύθια. Γι’ αυτό και καταφεύγουν σε αντίστοιχες κενολογίες για θεσμούς που «μεταβάλλονται δυναμικά», για «ενδυνάμωση συλλογικών υποκειμένων», για «συμβιωτικούς μετασχηματισμούς», για «αριστερή τεχνοπολιτική ικανότητα», για αγώνα που «θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε μια διαδικασία» (!!) υπέρβασης του καπιταλισμού.

Η παραπάνω, στολισμένη με «προοδευτικό» μανδύα, πρόταση αστικής διαχείρισης προβάλλει την αυταπάτη ενός φιλολαϊκού μετασχηματισμού, δίχως ρήξη με την αστική τάξη και τους θεσμούς της. Μια τέτοια μάλιστα ρήξη με τον καπιταλισμό ξορκίζεται, μια που υποστηρίζεται ότι «οδηγεί σε αυταρχικές διευθετήσεις», άποψη που αναπαράγει τις πιο ακραίες αντικομμουνιστικές και αντισοβιετικές αθλιότητες του παρελθόντος. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ είναι στο ζήτημα αυτό εξαιρετικά αποκαλυπτικός: «Εάν σε μια ορισμένη συγκυρία, μια ρήξη δεν έχει προϋποθέσεις επιτυχίας, εάν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού, τότε αυτή η συγκεκριμένη ρήξη δεν αποτελεί την κατάλληλη επιλογή στο δεδομένο χρόνο. Για παράδειγμα, ο λόγος που εμείς απορρίψαμε τη συνολική ρήξη το καλοκαίρι του 2015 δεν ήταν αποκλειστικά και μόνο οικονομικός, αλλά ήταν ακριβώς και ο κίνδυνος να δημιουργηθεί μια κατάσταση τόσο χαοτική, που να μην μπορεί να ελεγχθεί με δημοκρατικά μέσα –κάτι που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν ακραίες μειοψηφικές μέσα στην κοινωνία δυνάμεις...»9

Προσπερνώντας –προς στιγμήν– το πολύ πραγματικό και καίριο ζήτημα του ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επιδίωκε ποτέ μια «συνολική ρήξη», εύλογα πρέπει ο κάθε τίμιος εργαζόμενος να αναρωτηθεί πάνω σε μια σειρά ζητήματα που θέτει η παραπάνω τοποθέτηση:

– Αν μια ρήξη με τον καπιταλισμό δεν είχε «προϋποθέσεις επιτυχίας» το 2015, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ καλλιέργησε συστηματικά μέσα στα λαϊκά στρώματα τις ψευδαισθήσεις ότι με βασικό μοχλό μια «αριστερή» κυβέρνηση μπορούσε να ανατραπεί άρδην η πορεία που ακολουθούνταν;

– Γιατί μια μαζική, πλειοψηφική εκλογική στήριξη σε μια «αριστερή» κυβέρνηση διαχείρισης του καπιταλισμού είναι ανίκανη να δώσει θετική διέξοδο στο κίνημα, να αποτελέσει όπλο για τη νίκη απέναντι στον πραγματικό αντίπαλο, την αστική τάξη;

Η τοποθέτηση του Δραγασάκη αποκαλύπτει τα αδιέξοδα της αστικής διαχείρισης ακόμα και στο επίπεδο της τυπικής λογικής. Το εργατικό επαναστατικό κίνημα πρέπει αναντίρρητα να υπολογίζει με αυστηρό και επιστημονικό τρόπο το συσχετισμό των δυνάμεων με τον ταξικό αντίπαλο την κάθε δεδομένη στιγμή, να μη ρίχνεται σε πρόωρες μάχες συνολικής σύγκρουσης μαζί του. Δεν επαρκεί όμως η σωστή διαπίστωση του συσχετισμού των δυνάμεων. Για να μπορεί μια πολιτική δύναμη να καθοδηγεί τα λαϊκά στρώματα προς την κατεύθυνση της πραγματικής κοινωνικής «προόδου», προς την ανατροπή του καπιταλισμού, οφείλει, σταθμίζοντας το συσχετισμό των δυνάμεων, να κλιμακώνει την ταξική πάλη προκειμένου να μεταβάλλει το συσχετισμό σε όφελος του λαού. Η ιστορική πείρα έχει δείξει ότι μια τέτοια μεταβολή δεν επιτυγχάνεται με την ανάληψη κυβερνητικών πόστων στο έδαφος του καπιταλισμού, ακόμα και όταν τέτοιες κυβερνήσεις στηρίζονται από ισχυρές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Τέτοιες κυβερνητικές λύσεις, δίχως το τσάκισμα του αστικού κράτους και τον έλεγχο των βασικών μοχλών της οικονομίας, δοκιμάστηκαν ιστορικά, σε συνθήκες μάλιστα πολύ πιο ευνοϊκές από αυτές του 2015 (π.χ. στη Χιλή το 1970-1973). Αποδείχτηκε ότι νομοτελειακά παραπαίουν, δεν μπορούν να επιλύσουν τα ουσιαστικά προβλήματα των λαϊκών στρωμάτων, σπέρνουν την απογοήτευση και πολύ γρήγορα καταντούν έρμαιο της αστικής τάξης.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η συνειδητή εξαπάτηση στα λεγόμενα των κυβερνητικών στελεχών. Ο ΣΥΡΙΖΑ γνώριζε την ιστορική πείρα και κατανοούσε πολύ καλά το συσχετισμό του 2015. Τον κατανοούσε όμως έχοντας προκαταβολικά ταχτεί με τη μεριά της αστικής τάξης. Δεν αποτελούσε κάποια συνιστώσα του λαϊκού κινήματος που συμβιβάστηκε κάτω από το βάρος ενός εξαιρετικά αρνητικού συσχετισμού δύναμης. Δε στόχευε, ούτε βραχυπρόθεσμα, ούτε μακροπρόθεσμα, σε κάποια «συνολική ρήξη» με την αστική τάξη, αλλά στον εγκλωβισμό των λαϊκών στρωμάτων προκειμένου να μερεμετιστεί το αστικό πολιτικό σύστημα. Ούτε μπορούσε, ούτε, πολύ περισσότερο, ήθελε να αντιπαρατάξει τις λαϊκές δυνάμεις σε αντιδραστικές μειοψηφίες που θα απειλούσαν τα λαϊκά δικαιώματα.

 

ΤΟ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ» ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

Ένα από τα ζητήματα που προβάλλονται ως «στρατηγικού χαρακτήρα» στο ψευδεπίγραφο δίπολο «προόδος-συντήρηση» είναι αυτό του ρόλου του δημόσιου τομέα στο πλαίσιο του καπιταλισμού, η υποτιθέμενη δυνατότητα το αστικό κράτος να εξασφαλίζει, κάτω από τον έλεγχο μιας «αριστερής» κυβέρνησης, την «πρόσβαση των πολιτών στα δημόσια αγαθά», το «δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας και της εκπαίδευσης», τη «μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων». Πρόκειται για ένα χλομό πια υποκατάστατο της πολυκαιρισμένης σοσιαλδημοκρατικής και οπορτουνιστικής αντίληψης περί κοινωνικού κράτους. Το ιδεολόγημα της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού περί «κοινωνικού» (αστικού) κράτους, που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα τις περασμένες δεκαετίες, είχε μια αντικειμενική βάση: Στη μεταπολεμική περίοδο, σε αρκετές χώρες του καπιταλισμού, το αστικό κράτος επέκτεινε τις λεγόμενες κοινωνικές λειτουργίες του (Παιδεία, Υγεία, Ασφάλιση, Πρόνοια κτλ.), αλλά και διεύρυνε την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε τομείς που αφορούσαν τις υποδομές της καπιταλιστικής οικονομίας (τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, μεταφορικά δίκτυα, αερομεταφορές, λιμάνια) και όχι μόνο.

Οι διευρυμένες αυτές λειτουργίες και δραστηριότητες του αστικού κράτους στη συγκεκριμένη συγκυρία αντανακλούσαν και αναγκαιότητες του κεφαλαίου για την υλοποίηση κερδοφόρων επενδύσεων σε άλλους κλάδους της οικονομίας (π.χ. την ανάγκη ύπαρξης κατάλληλων υποδομών, η κατασκευή και η λειτουργία των οποίων δεν πρόσφερε τότε ικανοποιητικά κέρδη) και ελιγμούς της αστικής τάξης απέναντι σε ένα λιγότερο ευνοϊκό γι’ αυτήν εγχώριο και παγκόσμιο συσχετισμό δύναμης (ύπαρξη Σοβιετικής Ένωσης και σοσιαλιστικών χωρών, ισχυρότερο εργατικό κίνημα). Η μορφή αυτή διαχείρισης του αστικού κράτους δεν αποτέλεσε λοιπόν κάποιο διαταξικά συμφωνημένο «μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο» που δήθεν επιζητούσε την «προστασία των αδυνάμων», όπως ισχυρίζεται ο Τσίπρας.

Ο πρωταγωνιστικός ρόλος των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες στην προώθηση αυτής της μορφής διαχείρισης αξιοποιήθηκε από τα κόμματα αυτά για να καλλιεργήσουν για τον εαυτό τους το φωτοστέφανο του υπερασπιστή των φτωχών και καταφρονεμένων, του τοποτηρητή του «κοινού» συμφέροντος απέναντι στην «ασυδοσία» των μονοπωλίων και των αγορών. Στη χώρα μας το ΠΑΣΟΚ υπήρξε ο βασικός προπαγανδιστής αυτής της αντίληψης, αν και η συγκεκριμένη πολιτική διαχείρισης πρωτοεφαρμόστηκε, σε ένα βαθμό, από τα παραδοσιακά αστικά κόμματα (π.χ. ΔΕΗ και έργα υποδομών επί ΕΡΕ, κρατικοποιήσεις επιχειρήσεων επί ΝΔ και κατηγορίες από κύκλους της αστικής τάξης για «σοσιαλμανία»).

Η συγκεκριμένη πολιτική διαχείρισης στο πλαίσιο του καπιταλισμού λειτούργησε αντικειμενικά και ως εργαλείο ενσωμάτωσης ανώριμων πολιτικά λαϊκών στρωμάτων στη λογική ενός «ανθρώπινου» δήθεν καπιταλισμού. Είχε όμως ισχυρή αντανάκλαση και μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα, όπου κάτω και από την επίδραση των αναθεωρητικών αντιλήψεων περί «ειρηνικής», με στάδια, μετάβασης στο σοσιαλισμό, προβλήθηκε ως μια υποτιθέμενη δυνατότητα της ταξικής πάλης να δίνει σταθερές κατακτήσεις και βελτιώσεις στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ο πραγματικός όμως χαρακτήρας του λεγόμενου «κοινωνικού κράτους» αποκαλύφθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά από τις αντεπαναστατικές ανατροπές στις χώρες του σοσιαλισμού. Οι νέες δυνατότητες που ξάνοιγε η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, σε συνδυασμό με την υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου, έσπρωξαν την αστική τάξη να αναζητήσει επενδύσεις σε κλάδους και τομείς που τα προηγούμενα χρόνια δεν είχαν το επιζητούμενο από τους μονοπωλιακούς ομίλους ποσοστό κερδοφορίας. Από την άλλη μεριά, η αρνητική αλλαγή στο συσχετισμό της δύναμης επέτρεψε τη γενικευμένη αφαίρεση κατακτήσεων των λαϊκών στρωμάτων και τον αναπροσανατολισμό των κονδυλίων του κρατικού προϋπολογισμού προς τους επιχειρηματικούς ομίλους (μόνο το διάστημα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης10 –που περιλαμβάνουν και τις δαπάνες των ασφαλιστικών ταμείων, των ΟΤΑ κλπ.– μειώθηκαν κατά 8,5 δισ. ευρώ. Από το αλήστου μνήμης «κοινωνικό κράτος» απέμεινε πια ένα κουφάρι φιλοδωρημάτων τύπου «κοινωνικού μερίσματος», που οι σοσιαλδημοκράτες διαχειριστές το περιφέρουν ως αποδεικτικό περασμένων μεγαλείων.

 

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ ΩΣ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Ένα άλλο κεντρικό ζήτημα πολιτικής πάνω στο οποίο επιχειρεί ο 
ΣΥΡΙΖΑ να οικοδομήσει το ψευδεπίγραφο δίπολο «πρόοδος-συντήρηση» είναι αυτό της Συμφωνίας των Πρεσπών, ζήτημα στο οποίο αναδείχτηκε δήθεν η διαχωριστική γραμμή «ανάμεσα στις δυνάμεις του εθνολαϊκισμού, της πατριδοκαπηλίας και του ψηφοθηρικού μικροκομματισμού και τις δυνάμεις της πατριωτικής ευθύνης που προωθούν μια αντίληψη ειρηνικής συνύπαρξης και συνανάπτυξης με τους Βαλκάνιους γείτονές μας, μακριά από άγονους και ανιστόρητους εθνικισμούς»11.

Με τον ίδιο τρόπο αναδεικνύουν το συγκεκριμένο ζήτημα και εκείνοι από το χώρο του πάλαι ποτέ «εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ», που συνωστίζονται σήμερα στο κατώφλι των κυβερνητικών ψηφοδελτίων. Έτσι, ο Γ. Ραγκούσης, υπουργός των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου, που διακρίθηκαν για το βαθιά αντιλαϊκό και διόλου προοδευτικό έργο τους, διακηρύσσει σήμερα ότι «για την ελληνική πολιτική ζωή η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί αυθεντική, αλλά και απροσπέραστη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο σύγχρονο πατριωτισμό και τον ψευτοπατριωτισμό (…) ανάμεσα στους προοδευτικούς και τους υπερδεξιούς εθνικολαϊκιστές»12.

Παρόμοιες τοποθετήσεις επιχειρούν να συσκοτίσουν τη στρατηγική σύμπλευση ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και άλλων αστικών κομμάτων στον κεντρικό στόχο της αστικής τάξης σήμερα, τη λεγόμενη «γεωστρατηγική αναβάθμιση» της χώρας, δηλαδή τη «συμμετοχή του ελληνικού κεφαλαίου στους ανταγωνισμούς, στα παζάρια που διεξάγονται στην περιοχή με επίκεντρο τις πρώτες ύλες, τους ενεργειακούς δρόμους, τα μερίδια των αγορών (…) η ελληνική αστική τάξη προσδοκά να επανακάμψει πιο ισχυροποιημένη στα Βαλκάνια, μετά μάλιστα από την κρίση που επηρέασε τη βαλκανική διείσδυσή της, εκεί όπου –και με συμπράξεις με ξένους ομίλους– κέρδισε σοβαρό έδαφος μετά από τις αντεπαναστατικές ανατροπές (...) η ελληνική αστική τάξη επιδιώκει να εξαντλήσει κάθε περιθώριο προκειμένου να κερδίσει θέσεις, ιδιαίτερα σε κλάδους που ιεραρχεί...»13. Αυτή είναι η «προοδευτική» διέξοδος που προβάλλει σύσσωμος ο αστικός πολιτικός κόσμος.

Φυσικά, η αναγόρευση του ΣΥΡΙΖΑ σε σημαιοφόρο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην περιοχή δημιουργεί και στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής σημαντικές δυσκολίες στην προσπάθεια της ΝΔ να πλασαριστεί ως ο αυθεντικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης. Η συμφωνία με την ΠΓΔΜ αποκάλυψε καθαρά τις δυσκολίες αυτές. Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη συμφωνία προωθήθηκε και στηρίχτηκε ολόθερμα από ΗΠΑ και ΕΕ, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σήκωσε ψηλά τη «σημαία» της απόρριψής της, εμφανίστηκε να υιοθετεί μια σχετικά ακραία θέση στο πάντα ρευστό δίπολο «αστικός εθνικισμός - αστικός κοσμοπολιτισμός».

Μια προσεκτικότερη όμως ανάλυση των θέσεών της αποκαλύπτει ότι η αντίθεσή της στη συμφωνία στέκεται και με τα δυο πόδια στο έδαφος της αστικής στρατηγικής. Συμφωνεί πλήρως με το θετικό χαρακτήρα της ένταξης της γειτονικής χώρας σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, το κομβικό δηλαδή εκείνο στοιχείο που βρίσκεται πίσω από την επιτάχυνση από τα ευρωατλαντικά επιτελεία των διαδικασιών για τη συμφωνία, στον ανταγωνισμό τους με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην περιοχή, πρώτα και κύρια με τη Ρωσία. Αποδέχεται τα τετελεσμένα της ένταξης στο ΝΑΤΟ, με τη λογική ότι «κυρωμένη η Συμφωνία, διεθνής συμφωνία, παράγει, δυστυχώς για τη χώρα, έννομα αποτελέσματα τα οποία είναι πολύ δύσκολο να τα ανατρέψουμε»14. Φαίνεται να επιλέγει το ζήτημα της ένταξης της ΠΓΔΜ στην ΕΕ («μια πορεία η οποία προς το παρόν προδιαγράφεται μακρά») ως το βασικό διαπραγματευτικό χαρτί της Ελλάδας σε μια πιθανή νέα διαπραγμάτευση. Ο σημερινός διαγκωνισμός με το ΣΥΡΙΖΑ για την κατάληψη της θέσης του ικανότερου κυβερνητικού διαχειριστή επιβάλλει στη ΝΔ και συγκεκριμένους ελιγμούς τακτικής, δίχως να παραβιάζεται η συνολικότερη ευθυγράμμισή της με τις στρατηγικές προτεραιότητες του κεφαλαίου.

Όλα τα αστικά πολιτικά κόμματα ανέκαθεν παρουσιάζουν τις προτάσεις τους για τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής ως κάτι που επιβάλλεται από το «εθνικό συμφέρον», ένα συμφέρον αποσπασμένο από τις όποιες ταξικές αντιθέσεις, κοινό για εργάτες και καπιταλιστές αντάμα. Κάτι τέτοιο αποτελεί αναγκαιότητα για το κεφάλαιο: Απέναντι στους ανταγωνιστές του στο εξωτερικό οφείλει να επιδείξει ένα σχετικά αρραγές μέτωπο, να διεκδικήσει ένα μεγαλύτερο μερίδιο από το μοίρασμα της πίτας δίχως περιττές διαφωνίες και συγκρούσεις. Φυσικά οι ανταγωνισμοί στο πλαίσιο της αστικής τάξης της κάθε χώρας, μπλεγμένοι με τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, παραμένουν ασίγαστοι και ξεπροβάλλουν τακτικά ως αντιθέσεις και πάνω στη μια ή την άλλη όψη της εξωτερικής πολιτικής. Δεν πρέπει να λησμονιέται ότι στο παρελθόν τέτοιες αντιθέσεις ανάμεσα σε μερίδες της αστικής τάξης σχετικά με τις αναγκαίες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες έφτασαν και μέχρι το επίπεδο των ανοιχτών πολεμικών συγκρούσεων στο εσωτερικό της χώρας. Γι’ αυτό, τίποτα το «προοδευτικό» δεν υπάρχει στη συμπόρευση των λαϊκών στρωμάτων με τη μια ή την άλλη μερίδα της αστικής τάξης, είτε με τη δήθεν πατριωτική που καμώνεται τον υπερασπιστή της εθνικής ταυτότητας και ανεξαρτησίας είτε με την αστική κοσμοπολίτικη που προφασίζεται τον πολέμιο του εθνικισμού. Εξάλλου, στην πορεία της Ιστορίας, η προώθηση των σχεδιασμών του κεφαλαίου δεν έγινε μόνο από ακραία αντιδραστικούς στρατοκράτες, αλλά συχνά πραγματοποιήθηκε κάτω από το μανδύα του σπασίματος των δήθεν άγονων και παρωχημένων εθνικών φραγμών και «επαρχιωτισμών».

 

«ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ» ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ

Η προώθηση των σχεδιασμών του ΣΥΡΙΖΑ για ένα «προοδευτικό μέτωπο» προϋποθέτει φυσικά και την ύπαρξη σύμμαχων πολιτικών δυνάμεων ή, τουλάχιστον, ψηγμάτων τέτοιων δυνάμεων. Το τελευταίο διάστημα γίνεται μια συστηματική προσπάθεια διαμόρφωσης τέτοιων δυνάμεων μέσω της λεγόμενης «Προοδευτικής Συμμαχίας», με τον προσεταιρισμό προσωπικοτήτων και ομάδων που φλέρταραν στο παρελθόν ή και ανήκαν στο χώρο του «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ (Ξενογιαννακοπούλου, Ραγκούσης, Τζουμάκας, Μωραΐτης κτλ.). Βασικό ιδεολόγημα που χρησιμοποιείται για να προσδώσει κύρος και εύρος σε αυτήν την προσπάθεια και για να διεμβολίσει το χώρο του ΚΙΝΑΛ (που με τη σειρά του επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο θεματοφύλακας του «προοδευτικού έργου» των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ περασμένων δεκαετιών) είναι ότι δεν αποτελεί ένα στενά ελληνικό φαινόμενο, αλλά ότι δήθεν βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία «αναστοχασμού ενός μέρους της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και η αποστασιοποίησή του από τις νεοφιλελεύθερες στρατηγικές»15. Στελέχη του ευρύτερου χώρου που έχουν αναλάβει το ρόλο της συγκολλητικής ουσίας στο πλαίσιο της λεγόμενης «Γέφυρας» υιοθετούν μια πιο ισορροπημένη θέση μεταξύ παλιάς και νέας σοσιαλδημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι «ανάμεσα σε εκείνες τις τάσεις στη σοσιαλδημοκρατία που ασκούν κριτική και απομακρύνονται από το νεοφιλελευθερισμό και στην Αριστερά που έχει ξεπεράσει τον κομμουνισμό εγώ δε βλέπω μείζονες διαφορές»16.

Σε κάθε περίπτωση, ως κεντρικός συνδετικός κρίκος του «προοδευτικού» πόλου τοποθετείται η «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας, η συνεχιζόμενη δηλαδή διατήρηση και ενίσχυση του ευρωενωσιακού οικοδομήματος, ανεξάρτητα από τις προπαγανδιστικές κορόνες περί «δημοκρατικής νομιμοποίησής» της ή αλλαγής της «αρχιτεκτονικής» της και του Συμφώνου Σταθερότητας με «γενναία αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού (...) και προσθήκη κριτηρίων ανάπτυξης και σύγκλισης»17. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει μάλιστα να εμφανιστεί ως ο κατεξοχήν πολιτικός εκπρόσωπος του «ευρωπαϊσμού», ως ο πιο συνεπής υπερασπιστής των παραδόσεων του ευρωενωσιακού οικοδομήματος, που δήθεν «μεγαλούργησε όταν ενώθηκε, όχι όταν χωρίστηκε σε στρατόπεδα», ως η δύναμη που παλεύει σήμερα «για να επαναφέρουμε στο προσκήνιο τις αξίες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού»18.

Σύμφωνα με το κυβερνητικό αφήγημα, η αναγκαιότητα ενός τέτοιου «προοδευτικού» πόλου προκύπτει στην ελληνική πραγματικότητα ως αναγκαία μετεξέλιξη του μπλοκ των δυνάμεων που συγκροτήθηκε γύρω από το ΣΥΡΙΖΑ το 2015 και που ήταν «σαφώς ετερόκλητο και αντιφατικό»19 (βλ. συγκυβέρνηση με ΑΝΕΛ). Η μετεξέλιξη αυτή προβάλλεται ως εφικτή και αναγκαία σήμερα μετά από τη λήξη του 3ου μνημονιακού προγράμματος. Εφικτή, γιατί υποτίθεται ότι σήμερα εξασθενεί η δυνατότητα των μηχανισμών της αγοράς να καθορίζουν σε απόλυτο βαθμό τις ασκούμενες πολιτικές. Αναγκαία, γιατί οι πολιτικές διαχωριστικές γραμμές αρχίζουν πια να υπερβαίνουν το δίπολο «μνημόνιο - αντιμνημόνιο» και «να πολώνονται στη βάση πιο παραδοσιακών διακυβευμάτων και διαχωριστικών γραμμών». Και στις επανεμφανιζόμενες αυτές διαχωριστικές γραμμές ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρείται να εμφανιστεί ως ο εκπρόσωπος του κόσμου της εργασίας απέναντι στην «οικονομική ολιγαρχία» και τους πολιτικούς εκπροσώπους της. Από αυτήν τη σκοπιά τα στελέχη του νουθετούν την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία ότι «Κεντροαριστερά σε πλήρη αντιπαλότητα και με βασική στόχευση την Αριστερά και όχι τη Δεξιά είναι αντίφαση εν τοις όροις» που οδηγεί προοπτικά «στην πλήρη πολιτική ανυποληψία»20.

Η προσπάθεια αυτή πολιτικής ανάλυσης και στήριξης των άμεσων πολιτικών προτεραιοτήτων του ΣΥΡΙΖΑ είναι απόλυτα επιφανειακή, με έντονο το στοιχείο της πολιτικής σκοπιμότητας. Καταρχάς, η εγκατάλειψη της «ετερόκλητης και αντιφατικής» κυβερνητικής συμμαχίας με τους ΑΝΕΛ δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα της λήξης του 3ου Μνημονίου, αλλά στο έδαφος της ολόθερμης προώθησης από το ΣΥΡΙΖΑ των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών για την ενίσχυση των ευρωατλαντικών μηχανισμών στη Ν/Α Ευρώπη. Οι μηχανισμοί της αγοράς, των τεσσάρων ελευθεριών κίνησης της ΕΕ, όχι μόνο δεν αποδυναμώνονται, αλλά ενισχύονται με πολιτικές σαν αυτές του ΣΥΡΙΖΑ που διευκολύνουν την προώθηση των σχεδίων των μονοπωλιακών ομίλων στα Βαλκάνια, μετατρέποντας τη χώρα σε «γεωπολιτικό μεντεσέ».

Το βασικό όμως ζήτημα, που επιχειρεί να συγκαλύψει η παραπάνω τοποθέτηση, είναι ότι, τόσο στην Ελλάδα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και των μνημονίων όσο και σήμερα, η ουσιαστική διαχωριστική γραμμή στην κοινωνία είναι αυτή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η αντίθεση αυτή περιέχει και το στοιχείο της άμυνας απέναντι στην επίθεση του κεφαλαίου –επίθεση που την προωθεί με εντατικούς ρυθμούς και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ– και το στοιχείο της επιθετικής διεκδίκησης των σύγχρονων αναγκών και της ανατροπής της αστικής εξουσίας. Το ένα στοιχείο δε χωρίζεται με σινικό τείχος από το άλλο. Το ένα δεν μπορεί να διεκδικηθεί ουσιαστικά δίχως να παλεύει κανείς και για το άλλο. Η πάλη για την ενίσχυση του εισοδήματος των λαϊκών στρωμάτων δε διεξάγεται από τις δυνάμεις που βρίσκονται πραγματικά με τη μεριά της κοινωνικής προόδου ούτε «για λόγους κοινωνικής ευαισθησίας», ούτε «για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας» (του καπιταλιστικού συστήματος), όπως ισχυρίζεται ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Διεξάγεται ως αναπόσπαστο κομμάτι της επαναστατικής πάλης για την ανατροπή ενός σάπιου συστήματος που έφαγε τα ψωμιά του και που εμποδίζει σήμερα τα λαϊκά στρώματα να ζήσουν όπως τους αξίζει. Αντίθετα, η ανάγκη «οικονομικής αποτελεσματικότητας» (βλ. ανταγωνιστικότητα) που προτάσσει το κυβερνητικό στέλεχος αποτελεί το εγκόλπιο της οικονομικής ολιγαρχίας που δήθεν αντιπαλεύει ο ΣΥΡΙΖΑ.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

Προβλήματα, γενικού χαρακτήρα, που να αφορούν όλες τις τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα ούτε υπήρξαν ποτέ, ούτε θα υπάρξουν. Τα προβλήματα έχουν κοινωνικές ρίζες, έχουν συγκεκριμένες τάξεις ως θύτες και θύματα, δεν μπορούν να λυθούν μακριά από τη σύγκρουση των τάξεων και την επικράτηση της μιας πάνω στην άλλη. Η έγνοια της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων δεν μπορεί να είναι να λύσουν τα «κρίσιμα προβλήματα της Ευρώπης και της Ελλάδας»21, της «ανταγωνιστικότητας» του ελληνικού καπιταλισμού ή της «αξιοπιστίας της Ελλάδας». Η σχεδιαζόμενη «Προοδευτική Συμμαχία» ΣΥΡΙΖΑ - Κεντροαριστεράς/παλιάς σοσιαλδημοκρατίας είναι στην πραγματικότητα μια ακόμα παγίδα ρυμούλκησης των λαϊκών στρωμάτων στις πολιτικές στήριξης του κεφαλαίου, ένα μονοπάτι πρόσδεσής τους στην αστική τάξη στο όνομα κάποιων δήθεν πανεθνικών στόχων που θα φέρουν τη γενική ευημερία. Οι προτεινόμενες «ρεαλιστικές ουτοπίες» στο έδαφος του καπιταλισμού όχι μόνο δεν μπορούν να καταπολεμήσουν την απογοήτευση των λαϊκών στρωμάτων από τη νίκη της αντεπανάστασης, αλλά θα βαθύνουν αυτήν την απογοήτευση και θα τα σπρώξουν σε αντιδραστικές κατευθύνσεις. Είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες ακριβώς γιατί εμφανίζονται μπροστά στα λαϊκά στρώματα με το μανδύα του «προοδευτικού».

Ο ΣΥΡΙΖΑ στέκεται και με τα δυο του πόδια στο έδαφος του καπιταλισμού και προωθεί με συνέπεια και αποφασιστικότητα τις στρατηγικές προτεραιότητες των επιχειρηματικών ομίλων. Αποτελώντας σημαιοφόρο της σημερινής επίθεσης του κεφαλαίου, δεν μπορεί να είναι ο πραγματικός αντίπαλος ούτε απέναντι στα «ολοκληρωτικά νεοφιλελεύθερα οικονομικά προτάγματα»22, ούτε απέναντι στις ακραίες συντηρητικές, ακροδεξιές, φασιστικές πολιτικές δυνάμεις. Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός από τα γεννοφάσκια του χαρακτηρίζεται από την πολιτική αντίδραση σε όλη τη γραμμή. «Ο ιμπεριαλισμός τείνει στον ίδιο βαθμό και στην εξωτερική πολιτική και στην εσωτερική προς την παραβίαση της δημοκρατίας, προς την αντίδραση.»23 Ο αντιδραστικός αυτός χαρακτήρας του μονοπωλιακού καπιταλισμού γέννησε φυσικά στρατιωτικές δικτατορίες και φασιστικά καθεστώτα που έπνιξαν στο αίμα την εργατική τάξη και τους λαούς. Αξιοποίησε όμως και πολύ χρήσιμα για την αστική τάξη εργαλεία μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και τα διάφορα οπορτουνιστικά μορφώματα, που πρόδωσαν από τις αρχές του 20ού αιώνα την τάξη από την οποία γεννήθηκαν κι έβαλαν γερά πλάτες για να στηθεί το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα στα πόδια του. Ανεξάρτητα από τη μορφή του αστικού πολιτικού συστήματος (δικτατορία ή κοινοβουλευτική δημοκρατία), ανεξάρτητα από το προσωπείο του κυβερνητικού διαχειριστή («προοδευτικό» ή συντηρητικό), αυτό που έμενε απαράλλαχτο και ακλόνητο ήταν η κυρίαρχη θέση στην οικονομία των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.

Μια συνεργασία - «μέτωπο» ενάντια στις πιο ακραίες, συντηρητικές αστικές πολιτικές δυνάμεις δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε ως στοιχειώδης γραμμή άμυνας απέναντι στους σχεδιασμούς του κεφαλαίου. Ακόμα και αν αγνοήσει κανείς το κρίσιμο ζήτημα ότι δυνάμεις, όπως ο 
ΣΥΡΙΖΑ, που την προτείνουν, υλοποιούν με ευλάβεια τις προτεραιότητες του κεφαλαίου και παίρνουν τα θερμότερα συγχαρητήρια γι’ αυτό, παραμένει το βασικό συμπέρασμα που βγαίνει από την ιστορική πείρα του επαναστατικού κινήματος: Ότι τέτοιες συνεργασίες, παρά τα κάποια πρόσκαιρα αποτελέσματα, παγίδεψαν το κίνημα στα αδιέξοδα μονοπάτια της κυβερνητικής διαχείρισης του καπιταλισμού κι επέτρεψαν στην αστική τάξη να κερδίσει πολύτιμο χρόνο και να ανασυγκροτηθεί. Η επανάληψή τους στη σημερινή πραγματικότητα θα συνιστούσε έγκλημα απέναντι στο λαϊκό κίνημα.

Δεν πρέπει ακόμα να λησμονιέται ότι η αύξηση της επιρροής ακροδεξιών, φασιστικών δυνάμεων δεν τροφοδοτείται από τον τρόπο που «διαχειρίστηκαν την κρίση οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις», όπως ισχυρίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ.24 Η ιστορική πείρα αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι τέτοιες δυνάμεις αποτέλεσαν ανέκαθεν πολύτιμη εφεδρεία της αστικής τάξης για να προωθήσει αποτελεσματικότερα τους σχεδιασμούς της. Αξιοποιούνται πολύπλευρα, και άμεσα για το χτύπημα του εργατικού κινήματος, και έμμεσα ως φόβητρο για την ενσωμάτωση της λαϊκής δυσαρέσκειας.

Η ξεκάθαρη αυτή αποστολή τους στο πλαίσιο του αστικού πολιτικού συστήματος τις κάνει, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, ανεκτές από τα υπόλοιπα αστικά κόμματα, ακόμα και για λόγους στενών κομματικών επιδιώξεων (π.χ. απώλειες ψήφων της ΝΔ προς τη ΧΑ που ωφελούν το ΣΥΡΙΖΑ ή η γειτνίαση «άνω» και «κάτω» πλατείας στο Σύνταγμα). «Δεν μπορούν να είναι αντίπαλοι του φασισμού όσοι δείχνουν μόνο την Λεπέν ή τον Ορμπάν και την ίδια στιγμή έχουν γίνει οι καλύτεροι συνέταιροι του Τραμπ, όσοι συγκυβερνούσαν 4 χρόνια με τον Καμμένο, όπως επίσης και όσοι ξανασερβίρουν τη χρεοκοπημένη θεωρία και τα παραμύθια για δήθεν δίκαιη-φιλολαϊκή ΕΕ.»25 Είναι η επίσημη πολιτική της ΕΕ, μαζί και των προοδευτικών συνοδοιπόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που τροφοδοτεί την ανάπτυξη των ακροδεξιών δυνάμεων, στηρίζοντας ένοπλες φασιστικές συμμορίες (Ουκρανία), εγκρίνοντας την απαγόρευση ΚΚ (Βαλτικές Χώρες, Πολωνία), προωθώντας την ανιστόρητη θεωρία του «ολοκληρωτισμού» των 2 άκρων και τσακίζοντας τα εργατικά δικαιώματα.

Δυνάμεις στο χώρο του οπορτουνισμού, όπως η ΛΑΕ, που πρωτοστάτησαν μέχρι το καλοκαίρι του 2015 στην καλλιέργεια αυταπατών για τη δυνατότητα βελτίωσης της θέσης των λαϊκών στρωμάτων μέσα από τη στήριξη μιας «αριστερής» κυβέρνησης, κινούνται και σήμερα στο ίδιο απαράλλαχτο μονοπάτι. Προτείνουν ένα «πολιτικό, κινηματικό και εκλογικό μέτωπο των αριστερών και δημοκρατικών αντιμνημονιακών δυνάμεων στη βάση κοινού ριζοσπαστικού προγράμματος»26. Η ασάφεια του χαρακτηρισμού των δυνάμεων που καλούνται να συμμαχήσουν και του περιεχομένου του προγράμματος, η επαναφορά της διαχωριστικής γραμμής «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», δίχως να τίθεται στο κέντρο της πάλης η σύγκρουση με την καπιταλιστική ιδιοκτησία και τις διεθνείς συμμαχίες της (πρώτα και κύρια την ΕΕ), δείχνει ότι οι δυνάμεις αυτές «ψαρεύουν σε θολά νερά» για να εγκλωβίσουν λαϊκό κόσμο που απογοητεύτηκε από το ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό που πραγματικά απαιτείται σήμερα, και για να καταπολεμηθούν οι ακροδεξιές, φασιστικές δυνάμεις, είναι η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση και μια ισχυρή κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης και των φτωχότερων μικροαστικών στρωμάτων στην πόλη και την ύπαιθρο, συμμαχία χτισμένη γύρω από τα αντικειμενικά υλικά συμφέροντα αυτών των τάξεων. Αυτό που απαιτείται είναι η οργάνωση, η κινητοποίηση και η δράση του εργατικού-λαϊκού κινήματος, σε κάθε χώρο δουλειάς και σε κάθε λαϊκή συνοικία, με στόχο το καθημερινό αντιπάλεμα και την ανατροπή της συνολικής αντεργατικής πολιτικής που εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Μόνο στο πλαίσιο μιας τέτοιας πάλης μπορεί να ορθωθούν αποτελεσματικά εμπόδια ενάντια στις αντεπαναστατικές συμμορίες - τσιράκια των βιομηχάνων και των εφοπλιστών, να ξεδοντιαστεί για μια ακόμη φορά το τέρας του φασισμού.

Αποφασιστική προϋπόθεση για όλα τα παραπάνω αποτελεί η πολύπλευρη ισχυροποίηση του ΚΚΕ, με την οικοδόμηση γερών Κομματικών Οργανώσεων σε κάθε χώρο δουλειάς - επιχειρηματικό όμιλο - συνοικία, με την ενίσχυση της πολιτικο-ιδεολογικής του ετοιμότητας και αποτελεσματικότητας, με την ισχυρή στήριξή του από τα λαϊκά στρώματα σε όλες τις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Πραγματικά προοδευτικό σήμερα είναι να ζουν η εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα σύμφωνα με τις σύγχρονες ανάγκες τους, να απολαμβάνουν ό,τι μπορεί να προσφέρει η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιστήμης, η τεράστια άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας, ο ασύλληπτος πλούτος που παράγουν και που σήμερα συγκεντρώνεται στα χέρια μιας χούφτας κοινωνικών παράσιτων. Πραγματικά προοδευτική είναι μόνο η πάλη ενάντια στον πραγματικό αντίπαλο, τη δικτατορία του κεφαλαίου σε Ελλάδα και ΕΕ.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Ο Βασίλης Όψιμος είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
 1. Για την ουσιαστική συμπόρευση των δύο κομμάτων στους βασικούς άξονες της αστικής στρατηγικής δες Γρ. Λιονής, «Το εμπόριο ελπίδας του ΣΥΡΙΖΑ», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 5/2018 και Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, «Νέα Δημοκρατία: Θέσεις και προτάσεις για τη στήριξη της καπιταλιστικής ανάπτυξης», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 6/2018.
2. Ομιλίες Α. Τσίπρα στο Ολυμπιακό Γυμναστήριο Γαλατσίου (6.4.19) και στο ΣΕΦ (22.4.19).
3. Κ. Μαρξ, «Επιστολή προς τον Βαϊντεμάγιερ» (5 Μάρτη 1852), Διαλεχτά Έργα, τόμ. 2, σελ. 530.
4. Γ. Δραγασάκης, «Αριστερά, κυβέρνηση και κοινωνικοί μετασχηματισμοί», Η Αυγή της Κυριακής, 16.12.18.
5. «Γέφυρα – Πρωτοβουλία προοδευτικών πολιτών», Διακήρυξη.
6. Γ. Δραγασάκης, «Αριστερά, κυβέρνηση και κοινωνικοί μετασχηματισμοί», Η Αυγή της Κυριακής, 16.12.18.
7. Ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στη συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής, 14.11. 18, Ριζοσπάστης, 15.11.18, σελ. 4.
8. Erik-Olin Wright, Ρεαλιστικές ουτοπίες, σελ. 12, εκδ. Ασίνη, 2018.
9. Γ. Δραγασάκης, «Αριστερά, κυβέρνηση και κοινωνικοί μετασχηματισμοί», Η Αυγή της Κυριακής, 16.12.18.
10. Η αστική νομοθεσία κατατάσσει, σε δημοσιονομικό –και όχι μόνο– επίπεδο, τους διάφορους φορείς του αστικού κράτους στις ακόλουθες αλληλοκαλυπτόμενες κατηγορίες: α)  στην Κεντρική Κυβέρνηση (Υπουργεία και υπηρεσίες τους και ορισμένα Νομικά Πρόσωπα), β) στη «Γενική Κυβέρνηση» που περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους ΟΤΑ και τους ΟΚΑ και γ) στο «Δημόσιο Τομέα» που περιλαμβάνει τη Γενική Κυβέρνηση και επιχειρήσεις, οργανισμούς και φορείς που δεν ανήκουν στην Γενική Κυβέρνηση.
11. Π. Σκουρλέτης, «Θα πάμε μπροστά ή θα γυρίσουμε πίσω», HOT DOC #171, 27.1.19.
12. Γ. Ραγκούσης, «Άνοιξε ο δρόμος για την ενωμένη ριζοσπαστική προοδευτική παράταξη», HOT DOC #171, 27.1.19.
13. Δ. Κουτσούμπας, «Ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και την εμπλοκή της Ελλάδας», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 2/2018.
14. Συνέντευξη Κυρ. Μητσοτάκη στην 83η ΔΕΘ, 16.9.18.
15. Π. Σκουρλέτης, «Θα πάμε μπροστά ή θα γυρίσουμε πίσω», HOT DOC #171, 27.1.19.
16. Σ. Βαλντέν, «Προοδευτικός πόλος: Από ποιους, με ποιους και για ποιους», Η Αυγή, 17.3.19. Ο Βαλντέν εκτιμά ότι η σύγκλιση μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια μετατόπιση της σοσιαλδημοκρατίας προς τα «αριστερά», μια που «η ριζοσπαστική Αριστερά είναι σε κρίση. Το ξέρουμε, διότι το μόνο μέρος που έχει πετύχει είναι στην Ελλάδα. Στις περισσότερες από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες είναι περιθωριακή δύναμη».
17. «Προοδευτικός πόλος: Από ποιους, με ποιους και για ποιους», Η Αυγή, 17.3.19. Για το ζήτημα δες και Μ. Παπαδόπουλος, «Νέο κοινωνικό συμβόλαιο υποταγής στην ΕΕ του κεφαλαίου», Ριζοσπάστης, 13-14.4.19.
18. Ομιλία Α. Τσίπρα στο ΣΕΦ, 22.4.19.
19. Δ. Τζανακόπουλος, «Αριστερά και Δεξιά: Δύο ανταγωνιστικά πολιτικά σχέδια», HOT DOC #171, 27.1.19.
20. Ν. Φίλης, «Προοδευτική δημοκρατική συμπαράταξη με τη σφραγίδα της Αριστεράς», ό.π.
21. Χ. Γεωργούλας, «Η επίκαιρη έννοια του προοδευτικού», Εποχή, 4.3.19.
22. Ο. Γεροβασίλη, «Ακροδεξιά, είδωλο του νεοφιλελευθερισμού», Τα Νέα, 8-10.3.19. Τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρούν συχνά να καλλιεργήσουν μια εικόνα «όσμωσης» μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και Ακροδεξιάς, δίχως όμως σκόπιμα να αναφέρουν το συνδετικό τους κρίκο, που δεν είναι απλά η «ίδια κοινωνική φιλοσοφία» (όπως ισχυρίστηκε πρόσφατα ο Τσίπρας στο συνέδριο της GUE για «το μέλλον της ΕΕ»), αλλά η πολιτική υπέρ του κεφαλαίου που και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ υπηρετεί.
23. Β. Ι. Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό», Άπαντα, τόμ. 30, σελ. 93, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
24. Ομιλία Α. Τσίπρα στο Ολυμπιακό Γυμναστήριο Γαλατσίου, 6.4.19.
25. Ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στη συζήτηση στη Βουλή για ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, 15.1.19, Ριζοσπάστης, 16.1.19, σελ. 4.
26. Δ. Στρατούλης, «Αναγκαία όσο ποτέ η συνεργασία των ανυπότακτων αριστερών και αντιμνημονιακών δυνάμεων», HOT DOC #171, 27.1.19.