Το οπορτουνιστικό ρεύμα ξανά σε αδιέξοδο


της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ

Οι ζυμώσεις μεταξύ των δυνάμεων του οπορτουνιστικού ρεύματος ενόψει εκλογών έχουν ως νέο στοιχείο ότι μετά από εκτεταμένες παρασκηνιακές διεργασίες «κλείδωσε» η εκλογική συγκόλληση του ΜέΡΑ25 με τη ΛΑΕ.

Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε τριγμούς και επιφυλάξεις σε δυνάμεις που ακολουθούσαν τη ΛΑΕ και σε δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που όλο το προηγούμενο διάστημα συζητούσαν το ενδεχόμενο εκλογικής συνεργασίας με τη ΛΑΕ.

Ήταν καταλυτική για να εδραιώσουν πολλοί αγωνιστές το συμπέρασμα ότι οι δυνάμεις του οπορτουνιστικού ρεύματος δεν έχουν προχωρήσει σε μια βαθιά αυτοκριτική εκτίμηση για την πολιτική τους.

Συνεχίζουν να αναπαράγουν τα αδιέξοδα της πολιτικής τους γραμμής που τους μετέτρεψε σε ουρά του ΣΥΡΙΖΑ ως νέου σοσιαλδημοκρατικού πόλου.

Σε αυτή την πορεία υπήρξαν εργαζόμενοι, αγωνιστές, που αρχικά συμπορεύονταν με αυτές τις δυνάμεις που όμως έβγαλαν βαθύτερα συμπεράσματα, μέσα από αυτήν τη διαδικασία βρήκαν τη θέση τους στο πλάι του ταξικού εργατικού κινήματος, συναντήθηκαν με το ΠΑΜΕ, με το ΚΚΕ.

Οι ερχόμενες εκλογές θα είναι ένα ακόμη βήμα σε μια πορεία αναμόρφωσης του χώρου που κρατάει όλα αυτά τα χρόνια και που με τη σειρά του θα παίξει ρόλο στη διαμόρφωση των όρων για τη μετεκλογική συζήτηση μεταξύ αυτών των δυνάμεων και των μεταξύ τους συσχετισμών.

 

ΤΟ ΜέΡΑ25 ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΗΣΗ

Η πρόσφατη ανακοίνωση της ΛΑΕ για την εκλογική της συνεργασία με το ΜέΡΑ25 προκάλεσε απογοήτευση και έκπληξη σε κόσμο που μέχρι τώρα συμπορεύονταν τόσο με τη ΛΑΕ όσο και με δυνάμεις του γενικότερου οπορτουνιστικού χώρου, που το προηγούμενο διάστημα βρέθηκαν σε «συνεργατικά εγχειρήματα» (π.χ. «Αριστερή Πρωτοβουλία» κ.ά.) ή πρότειναν την εκλογική συνεργασία μόνο με τη ΛΑΕ.

Ήταν μια εξέλιξη που φανέρωσε με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο το μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει η σταθερή πορεία ενσωμάτωσης του οπορτουνιστικού ρεύματος και ιδιαίτερα η πολιτική σύμπλευσή του με τη σοσιαλδημοκρατία. Αποτέλεσε έτσι κάτι πολύ περισσότερο από ένα συγκυριακό «ατόπημα» της ΛΑΕ, όπως θέλουν απλά να το παρουσιάσουν οι υπόλοιπες οπορτουνιστικές δυνάμεις που πήραν αποστάσεις από αυτήν την εξέλιξη (κυρίως εκείνες που βρίσκονται στο χώρο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ).

Στην πραγματικότητα πρόκειται για το φυσικό αποτέλεσμα ενός χώρου σε διαρκή αλληλοδιαπλοκή, κατά την οποία αναζητούν νέους ρόλους, νέες οριοθετήσεις, αλλά και διαύλους επικοινωνίας με τη σοσιαλδημοκρατία και το ΣΥΡΙΖΑ1, καθώς και μεταξύ τους. Δεν τυχαίο εξάλλου ότι ακόμα και δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που απέρριψαν την εκλογική συνεργασία με το ΜέΡΑ25 βρήκαν την ίδια στιγμή πολλαπλά σημεία κοινής δράσης μαζί του.2

Το ΜέΡΑ25 προβάλλει ένα πρόγραμμα 7+1 σημείων που υπόσχονται μέσα από μια προοδευτική διακυβέρνηση με ανέγγιχτη την καπιταλιστική οικονομία και εξουσία. Πρόκειται για προτάσεις που προωθούν τις κατευθύνσεις της «πράσινης μετάβασης της ΕΕ», μιλώντας για πλήρες «σταμάτημα των εξορύξεων», δηλαδή ταχύτερη προώθηση της απολιγνιτοποίησης και διατήρηση της ενεργειακής ακρίβειας, χιλιάδες απολύσεις, αύξηση των εισαγωγών και της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας. Προτάσεις που θέλουν να φορτώσουν έμμεσα το πρόβλημα των τραπεζών στους φορολογούμενους μέσω μιας κρατικής «κακής τράπεζας», που θα αναλάβει τα κόκκινα δάνεια. Προτάσεις που αναμασούν τα περί «χρεοδουλοπαροικίας», αποδίδοντας τα «δεινά» των εργαζομένων εξαιτίας της κρίσης στο υψηλό κρατικό χρέος, «αθωώνοντας» έτσι την αστική τάξη, παρουσιάζοντας ένα σύμπτωμα (το χρέος) ως την αιτία της ασθένειας (καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου).3

Πέρα όμως από τη γραμμή ενσωμάτωσης που διακηρύσσει το ΜέΡΑ25 με τις διάφορες πολιτικές του θέσεις, πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι πρόκειται για ένα κόμμα με στενούς δεσμούς με μεγάλους καπιταλιστές (χαρακτηριστική η σύνδεση του Γ. Βαρουφάκη με σειρά ιδρυμάτων του μεγαλοκαπιταλιστή Τζορτζ Σόρος) και με πολιτικούς εκπροσώπους του κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο. Για παράδειγμα, ο Γ. Βαρουφάκης είχε προχωρήσει πριν μερικά χρόνια στην ίδρυση της λεγόμενης Προοδευτικής Διεθνούς μαζί με τον Μπ. Σάντερς, της λεγόμενης «Αριστεράς» του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ και υποψήφιο για το χρίσμα των Δημοκρατικών σε προηγούμενες προεδρικές εκλογές. Επίσης, διατηρεί στενές επαφές και με τη βρετανική σοσιαλδημοκρατία, έχοντας, για παράδειγμα, δηλώσει το 2019 για τον τότε ηγέτη των Εργατικών ότι «ο μόνος τρόπος να φύγει ένα σκληρό Brexit από το τραπέζι είναι να εκλεγεί ο Τζέρεμι Κόρμπιν»4.

Η εκλογική συνεργασία ΛΑΕ - ΜέΡΑ25 δεν ήταν στην πραγματικότητα κεραυνός εν αιθρία, καθώς συνυπήρχαν εντός του ΣΥΡΙΖΑ έως το Σεπτέμβρη του 2015, έχοντας μέχρι και σήμερα και οι δύο στις γραμμές τους πρώην υπουργούς της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Επίσης οι δυνάμεις τις ΑΝΤΑΡΣΥΑ που μέμφονται τη ΛΑΕ για την εκλογική της συνεργασία με τον πρώην υπουργό Βαρουφάκη δεν είχαν πρόβλημα, από τη μια, ορισμένες από αυτές (ΣΕΚ, «Σύγχρονο Κ-Σχέδιο» κ.ά.) να συνεργαστούν με τους πρώην υπουργούς της ΛΑΕ και, από την άλλη, οι υπόλοιπες (π.χ. ΝΑΡ) να διατηρούν τη συνεργασία τους με τις πρώτες.

Επίσης, αν εξετάσουμε τις βασικές κατευθύνσεις της πολιτικής γραμμής του ΜέΡΑ25, θα διαπιστώσουμε το κοινό έδαφος που υπάρχει τόσο με τις θέσεις τις ΛΑΕ όσο και μ’ εκείνες των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, συμπεριλαμβανομένου του ΝΑΡ:5

  • «Αντιδεξιά» ρητορική και ενίσχυση της λογικής του «μικρότερου κακού». «Να φύγει η κυβέρνηση Μητσοτάκη ΑΕ», λέει το ΜέΡΑ25, «ανατροπή της κυβέρνησης των δολοφόνων», λέει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, «να πέσει η εγκληματική κυβέρνηση», λέει η ΛΑΕ. Διαφορετικές φράσεις, ίδιο περιεχόμενο: Αποδίδουν την αντιλαϊκή πολιτική αποκλειστικά στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, κρύβοντας έτσι το μεγάλο ένοχο που είναι το καπιταλιστικό κέρδος, η οικονομία του καπιταλισμού, το αστικό κράτος και συνολικά οι αστικές κυβερνήσεις. Ήταν εξάλλου η ίδια λογική που οδήγησε όλες αυτές τις δυνάμεις την περίοδο 2012-2015, είτε βρίσκονταν εντός ή εκτός του ΣΥΡΙΖΑ, να συμβάλουν τα μέγιστα στην καλλιέργεια αυταπατών για την «πρώτη φορά Αριστερά», που έφερε τρίτο μνημόνιο και εκατοντάδες εφαρμοστικούς νόμους, τη ΝΑΤΟϊκή συμφωνία των Πρεσπών και την ελληνοαμερικανική συμφωνία επέκτασης των ΝΑΤΟϊκών βάσεων.
  • Το πρόγραμμα προοδευτικής διακυβέρνησης του ΜέΡΑ25 και τα «μεταβατικά προγράμματα» του οπορτουνισμού. Από την επαγγελία (ΜέΡΑ25) μιας «προοδευτικής κυβέρνησης» με τα 7+1 σημεία του με «καλύτερο» πρόγραμμα από εκείνο του ΣΥΡΙΖΑ, τις διακηρύξεις (ΛΑΕ) για μια φιλολαϊκή «αριστερή κυβέρνηση» στον καπιταλισμό μετά από αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών με τη συμμαχία της «εκτός ΣΥΡΙΖΑ Αριστεράς» στη βάση ενός «μεταβατικού προγράμματος» έως την αντίληψη (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) για ένα κίνημα με μεταβατικό πρόγραμμα «αντικαπιταλιστικής πάλης», που με ανέγγιχτη τη δικτατορία του κεφαλαίου θα επιβάλει ριζικές αλλαγές υπέρ του λαού, η κατάληξη είναι μία: Η καλλιέργεια αυταπατών ότι μπορεί να υπάρξει μια μαγική λύση κατάργησης των νόμων της καπιταλιστικής οικονομίας, να υπάρξει δηλαδή ριζοσπαστική φιλολαϊκή πολιτική χωρίς την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων.
  • Αποθέωση του κράτους του κεφαλαίου. «Επανεθνικοποιήσεις» ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων ζητά το ΜέΡΑ25, «επανακρατικοποιήσεις» η ΛΑΕ, «χωρίς αποζημίωση, με εργατικό και λαϊκό έλεγχο» συμπληρώνει το ΝΑΡ, καλλιεργώντας την αυταπάτη ότι κράτος του κεφαλαίου μπορεί να είναι το αντίβαρο στην ιδιοκτησία του κεφαλαίου και τις ιδιωτικοποιήσεις.
  • «Ηπιότερη» πολιτική εντός του ΝΑΤΟ! Βασική θέση τόσο του 
ΜέΡΑ25 όσο και διάφορων οπορτουνιστικών δυνάμεων είναι ότι μπορεί να υπάρξει μια διαφορετική πολιτική εντός του ΝΑΤΟ (πιθανά από κράτη-μέλη της ΕΕ) που να συμβάλει στην «ειρήνη» και τη χαλιναγώγηση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Πρόκειται φυσικά για μια πολιτική γραμμή που πλαστά προβάλλει τα παζάρια των αστικών τάξεων και τις ιμπεριαλιστικές συμφωνίες ως τη λύση για αποφυγή του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Ταυτόχρονα δημιουργεί αυταπάτες ότι μπορεί να αλλάξει ο χαρακτήρας των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών με διαφορετική πολιτική.

Αυτή η πολιτική γραμμή ξεδιπλώθηκε σε όλο της το μεγαλείο με την εκδήλωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία. ΜέΡΑ25 και ΛΑΕ διακήρυξαν ότι μπορεί μια διαφορετική πολιτική εντός του ΝΑΤΟ να φέρει την «ειρήνη» και την κατάπαυση του πυρός.

 

ΑΤΕΡΜΟΝΕΣ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΙΚΕΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

Ορισμένες δυνάμεις του οπορτουνιστικού χώρου θέλησαν να διαχωριστούν από το ΜέΡΑ25 και με το επιχείρημα ότι πρόκειται για ένα αρχηγικό κόμμα. Ανακάλυψαν άμμο στην έρημο, θα απαντούσε κανείς... Το ΜέΡΑ25 όντως είναι ένα κόμμα που από την ίδρυσή του περιστρέφεται γύρω από τον πολιτικό αρχηγό του, μιλώντας την ίδια στιγμή για δημοκρατία (!).

Όμως χρειάζεται να αναρωτηθούμε πόσο απέχουν από αυτήν τη λογική οι ατέρμονες διεργασίες στις οποίες σέρνεται ένας κόσμος που συμπορεύεται με τις διάφορες οπορτουνιστικές δυνάμεις με μοναδικό σκοπό την επικράτηση της τάδε ή δείνα οργάνωσης σε ένα «συμμαχικό εγχείρημα». Πόσο απέχουν άραγε οι «βυζαντινισμοί» από τον «αυτοκράτορα»;

Όποιος έχει παρακολουθήσει την πορεία των διάφορων οπορτουνιστικών δυνάμεων μόνο τα τελευταία 30 χρόνια θα έχει διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια διαρκή αναζήτηση για ένα «νέο επαναστατικό πρόγραμμα και κόμμα» και για μια «μαγική» πολιτική γραμμή που υπόσχεται ριζοσπαστικές φιλολαϊκές αλλαγές χωρίς αποφασιστική σύγκρουση με τη δικτατορία του κεφαλαίου. Επίδικα που ποτέ δε βρίσκουν και πάντα ψάχνουν με αδιέξοδες μακροχρόνιες συζητήσεις.

Φυσικά στην πορεία αυτών των αναζητήσεων δημιουργούνταν βραχύβιες συγκολλήσεις και καιροσκοπικές εκλογικές συνεργασίες, που αρχικά δικαιολογούνταν ως βαθυστόχαστα βήματα στην περιβόητη «ενότητα της Αριστεράς» και στην πορεία διαλύονταν με την ίδια ευκολία που συγκροτούνταν.

Ένας φαύλος κύκλος διασπάσεων επί διασπάσεων και την ίδια στιγμή εκατέρωθεν αντεγκλήσεων για «ενότητα», που οδήγησε και οδηγεί κόσμο που βρέθηκε στις γραμμές τους στην απογοήτευση, συνεχίζεται με τραγελαφικό πολλές φορές τρόπο μέχρι και τα τελευταία χρόνια.6

Αρκεί να σκεφτεί κανείς τη «μακριά γαϊδούρα» των κατηγοριών και των ταυτόχρονων προσδοκιών για ενότητα ανάμεσα σε αυτές τις δυνάμεις με αφορμή την εκλογική συνεργασία ΛΑΕ - ΜέΡΑ25. Το ΝΑΡ κατηγορεί δυνάμεις που πήραν αποστάσεις ή έφυγαν σε προηγούμενη φάση από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ΣΕΚ, ΑΡΑΝ, δυνάμεις της ΑΡΑΣ, Κ-Σχέδιο και Αναμέτρηση) για τις διεργασίες συνεργασίας τους με τη ΛΑΕ, οι οποίες με τη σειρά τους κατηγορούν τη ΛΑΕ για συνεργασία με το ΜέΡΑ25. Ταυτόχρονα το ΝΑΡ συνεργάζεται με δυνάμεις που επιδιώκουν την πολιτική συνεργασία με τη ΛΑΕ, που κατεβαίνει στις εκλογές κάτω από τη σημαία του ΜέΡΑ25. Φαύλος κύκλος...

Δυνάμεις που μέχρι το 2015 χοντρικά από κοινού βρίσκονταν μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ΑΡΑΝ, δυνάμεις της ΑΡΑΣ, Κ-Σχέδιο και Αναμέτρηση κ.ά.) διαχωρίστηκαν σε διάφορες φάσεις και τώρα, αφού διασπάστηκαν, ξανασυζητάνε τους όρους της σύμπραξής τους με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Όλες αυτές οι δυνάμεις κλωθογυρίζουν στα ίδια και στα ίδια ζητήματα. Με πιο χαρακτηριστικό το ότι ξανά, όπως και το 2015, «μήλον της έριδος» αποτελεί η ΛΑΕ και η συνεργασία μαζί της. Υπενθυμίζουμε ότι 
γι’ αυτό το ζήτημα ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ είχαν αποχωρήσει τότε από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετά από σχετική αντιπαράθεση και τελικά τάχτηκαν με τη ΛΑΕ, ενώ αξίζει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι οι δυνάμεις που συγκροτούν τώρα το Κ-Σχέδιο και την Αναμέτρηση και πρωτοστάτησαν τώρα στην «Ενωτική Κίνηση» και στην προοπτική συνεργασίας με τη ΛΑΕ τότε ανήκαν ακόμη στο ΝΑΡ που απέρριπτε αυτήν τη συνεργασία.

Αποδεικνύεται έτσι για μία ακόμη φορά ότι οι δυνάμεις αυτές, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, έχουν κοινή πολιτική βάση. Η συγκολλητική αυτή βάση είναι το «μεταβατικό πρόγραμμα» που προβάλλουν σε διάφορες εκδοχές. Ένα πρόγραμμα φιλολαϊκού μετασχηματισμού του καπιταλισμού επί της ουσίας.

Προκαλεί έτσι απορία το γεγονός ότι οι δυνάμεις αυτές συχνά διαμαρτύρονται, λέγοντας ότι το ΚΚΕ τους αντιμετωπίζει με «τσουβαλιάσματα» και ότι αδιαφοροποίητα τους χαρακτηρίζει ως «οπορτουνιστικό ρεύμα».

Και το λένε αυτό οι δυνάμεις εκείνες που μεταξύ τους επιδίδονται συνεχώς σε νέες και παλιές ζυμώσεις, ατέρμονες διεργασίες, πρόσκαιρες συγκολλήσεις, εκλογικές συμπράξεις, διασπάσεις και επανενώσεις. Αποδεχόμενοι επί της ουσίας, ρητά ή άρρητα, ότι αποτελούν συγγενικές δυνάμεις και συγκοινωνούντα δοχεία, συνιστώσες ενός ευρύτερου χώρου.

Η ποικιλομορφία εξάλλου του χώρου και των οργανώσεών του επιβεβαιώνει τις πολλές όψεις του οπορτουνισμού, πίσω από τις οποίες κρύβεται και η ευελιξία του στον εγκλωβισμό λαϊκών δυνάμεων.

 

ΤΟ ΜΩΣΑΪΚΟ ΜΙΑΣ ΧΡΕΟΚΟΠΗΜΕΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ

Η πολιτική και οργανωτική αδυναμία του οπορτουνιστικού ρεύματος δεν επιτρέπει εφησυχασμό και επανάπαυση. Από τη μία διατηρούν ορισμένες δυνάμεις σε συγκεκριμένους χώρους (πανεπιστήμια, εκπαίδευση, υγεία κ.α.). Παράλληλα, αναπροσαρμόζουν διαρκώς και με τυχοδιωκτική ευελιξία τόσο την πολιτική τους όσο και την επίθεση προς το ΚΚΕ, αξιοποιώντας από χοντροκομμένες επιθέσεις και διαστρεβλώσεις μέχρι υποκριτικές «επιθέσεις φιλίας».

Εξάλλου, αποτελεί διαχρονικό συμπέρασμα για το επαναστατικό κίνημα ότι ο εχθρικός ρόλος του οπορτουνισμού δεν περιορίζεται στο εκλογικό του εύρος ή στις μικρές οργανωμένες δυνάμεις που διαθέτει στη μία ή την άλλη φάση, αλλά στο διαβρωτικό του χαρακτήρα ως διείσδυση της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής στο εργατικό κίνημα. Και από αυτήν την άποψη δε χρειάζεται ποτέ υποτίμηση, ανεξάρτητα από την κατάσταση που βρίσκεται σε κάθε συγκυρία.

Για παράδειγμα, η πείρα της περιόδου 2012-2015 έδειξε ότι δεν ήταν η εκλογική ή οργανωτική δύναμη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το κρίσιμο στοιχείο, αλλά οι μεγάλες αυταπάτες που καλλιέργησε μέσα από τη γραμμή της σε μέρος ενός κόσμου που συμμετείχε σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις και τον καθήλωσε σε μια λογική ψεύτικων ελπίδων για την «προοδευτική» διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Αντίστοιχα, η λογική του «μεταβατικού προγράμματος» που πρόβαλε το οπορτουνιστικό ρεύμα δεν απέκτησε διείσδυση σε ευρύτερες εργατικές-λαϊκές δυνάμεις, αλλά διαμόρφωσε μια ολόκληρη λογική αυταπατών προοδευτικής φιλολαϊκής αλλαγής στο έδαφος του καπιταλισμού, που τελικά κρατούσε καθηλωμένο και αποπροσανατολισμένο έναν κόσμο που έπαιρνε μέρος σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις.

Στην κατεύθυνση αυτή χρειάζεται να σταθούμε στις ψηφίδες που συνθέτουν το μωσαϊκό της χρεοκοπημένης πολιτικής γραμμής και πρακτικής δράσης του οπορτουνιστικού ρεύματος τα τελευταία χρόνια.

 

ΟΙ ΣΤΥΛΟΒΑΤΕΣ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΤΟΥ «ΜΙΚΡΟΤΕΡΟΥ ΚΑΚΟΥ»

«Οι εκλογές είναι μια μεγάλη κεντρική πολιτική μάχη. Στόχος μας είναι να γκρεμίσουμε την κυβέρνηση της ΝΔ, την κυβέρνηση του πολέμου, της φτώχειας, του ρατσισμού και του σεξισμού.»7

Το παραπάνω απόσπασμα από πρόσφατη απόφαση του ΣΕΚ διατυπώνει με πολύ αποκαλυπτικό τρόπο τον πυρήνα της λογικής του μικρότερου κακού που υιοθετούν επί της ουσίας όλες οι οπορτουνιστικές δυνάμεις. Φυσικά υπάρχουν διαφορές τόσο φραστικά όσο και σε μια προσπάθεια συγκάλυψης της «αντι-δεξιάς» τους γραμμής. Το ίδιο το ΣΕΚ εξάλλου αναφέρει στο ίδιο κείμενο ότι ο αγώνας για την «ανατροπή της κυβέρνησης της ΝΔ» έχει ως «προοπτική την ανατροπή του συστήματος».

Χαρακτηριστική είναι και η κριτική που κάνει το ΝΑΡ στο ΚΚΕ ότι «δε θέτει ζήτημα ανατροπής με αγωνιστικό και απεργιακό σεισμό της κυβέρνησης της ΝΔ, με ταυτόχρονη καταδίκη των ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ»8. Πρόκειται φυσικά για μια καθαρή λαθροχειρία και διαστρέβλωση της μάχης που δίνει καθημερινά το ΚΚΕ για να οργανωθεί η αντεπίθεση ενάντια στην πολιτική του κεφαλαίου, στα μέτρα της κυβέρνησης της ΝΔ, στην πολιτική διαχρονικά των αστικών κυβερνήσεων και των κατευθύνσεων της ΕΕ.

Αυτή είναι όμως και η ουσία της λογικής του μικρότερου κακού. Αποδίδουν την κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης αποκλειστικά στην κυβέρνηση της ΝΔ, καλούν το εργατικό κίνημα να παλέψει σήμερα για την ανατροπή της και ν’ αφήσει για τις ελληνικές καλένδες τη σύγκρουση με το σύνολο των αστικών κυβερνήσεων και το αστικό κράτος, χαρακτηρίζοντας αυτήν την αναγκαία οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης ως μαξιμαλισμό. Είναι μια λογική που αντικειμενικά οδηγεί στον εγκλωβισμό των εργαζόμενων στα σχέδια της κυβερνητικής εναλλαγής.

Είναι χαρακτηριστικές οι τοποθετήσεις τους όλο το προηγούμενο διάστημα. Σε ανακοίνωση που υπέγραφαν η ΛΑΕ μαζί με δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε ένα θνησιγενές εγχείρημα συνεργασίας, σημείωναν: «Στη χώρα μας, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, όπου μια ακροδεξιά νεοφιλελεύθερης τραμπικής έμπνευσης έχει πάρει την πρωτοβουλία από τις φιλελεύθερες τάσεις, αξιοποιεί κυνικά την πανδημία προκειμένου να εκμηδενίσει το ζωτικό πυρήνα των εργασιακών, κοινωνικών και δημοκρατικών κατακτήσεων της μεταπολίτευσης.» Ενώ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υιοθετούσε συνθήματα το προηγούμενο διάστημα που διακήρυσσαν ότι ήρθε η «ώρα μετωπικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση!», καλώντας ταυτόχρονα σε «ανατροπή της κυβέρνησης των δολοφόνων».

Φυσικά δεν απουσιάζει και η κριτική στο αντιλαϊκό έργο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως από τη μια παρουσιάζουν την αντιλαϊκή διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με το τρίτο μνημόνιο ως αποτέλεσμα «προδοσίας» και «υποχώρησης» από τις αρχικές δήθεν ριζοσπαστικές του διακηρύξεις. Παράλληλα αποδίδουν την ευθύνη της κλιμάκωσης της αντιλαϊκής επίθεσης αποκλειστικά στη σημερινή κυβέρνηση, λέγοντας την ίδια στιγμή ότι στηρίχτηκε στο κυβερνητικό έργο του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο όμως δεν παρουσιάζουν ως ίδιας «αντιλαϊκής έντασης». Το σχήμα απλό και πολύ επικίνδυνο για το εργατικό-λαϊκό κίνημα: Ο ΣΥΡΙΖΑ απλά έκανε αντιλαϊκό έργο στο οποίο πατά η ΝΔ κλιμακώνοντας, όχι γιατί αυτό απαιτεί η καπιταλιστική οικονομία, αλλά γιατί αυτή είναι η «πολιτική Μητσοτάκη».

Αποκρύπτουν έτσι ότι η κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης δεν είναι απλά θέμα αυθαίρετης κυβερνητικής επιλογής, αλλά διαμορφώνεται στη βάση των εκάστοτε αναγκών της καπιταλιστικής οικονομίας, της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Αυτή είναι η πραγματική αιτία που το έργο κάθε κυβέρνησης είναι πιο αντιλαϊκό από εκείνο της προηγούμενης. Αυτή είναι η πραγματική αιτία που το έργο και της κυβέρνησης που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές θα έχει δεδομένο αντιλαϊκό χαρακτήρα και μάλιστα θα είναι χειρότερο από εκείνο της τωρινής.

Αυτό που χρειάζεται να σκεφτεί κάθε εργαζόμενος είναι όχι μόνο το τι έκαναν ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ ως κυβερνήσεις, αλλά κυρίως γιατί το έκαναν! Το αντιλαϊκό έργο τους δεν ήταν αποτέλεσμα ενός «επώδυνου συμβιβασμού» για την περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ και μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής επιλογής για τη ΝΔ, αλλά ήταν μια προδιαγεγραμμένη πολιτική στην οποία παρά τις επιμέρους διαφορές προωθούσαν ως αστικά κόμματα αυτό που απαιτεί η καπιταλιστική οικονομία, οι επιλογές της αστικής τάξης, οι κατευθύνσεις της ΕΕ και οι σχεδιασμοί του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό εξάλλου ο ΣΥΡΙΖΑ πρωταγωνίστησε στις περικοπές κοινωνικής πολιτικής, ενώ η ΝΔ στην πολιτική των κρατικών επιδοτήσεων με βάση τις εκάστοτε κατευθύνσεις της ΕΕ για περισσότερο περιοριστική ή επεκτατική πολιτική.

Οι όροι για το Ταμείο Ανάκαμψης, η επιδίωξη για τη διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας, οι δεσμεύσεις στις κατευθύνσεις της ΕΕ, η ενεργή συμμετοχή στους πολεμικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και οι στρατηγικοί στόχοι της αστικής τάξης της Ελλάδας είναι που καθορίζουν το δεδομένα αντιλαϊκό χαρακτήρα αυτής και κάθε επόμενης κυβέρνησης.

 

ΜΕ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ;

Σταθερό αφήγημα του οπορτουνιστικού ρεύματος είναι ότι με την επαναφορά της κρατικής ιδιοκτησίας (πλήρως ή πλειοψηφικά) και παρέμβασης σε τομείς που έχουν προχωρήσει οι ιδιωτικοποιήσεις (Ενέργεια, Νερό, Σιδηρόδρομοι, Παιδεία, πρώην ΔΕΚΟ κ.ά.) μπορούν αυτοί να λειτουργήσουν δήθεν προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων.

Πρόκειται για μια λογική που αντιπαραβάλλει την καπιταλιστική αγορά στο καπιταλιστικό κράτος, εμφανίζοντας το σημερινό «δημόσιο» ως φιλολαϊκή απάντηση στην ασυδοσία της αγοράς. Συσκοτίζουν έτσι την αποστολή του αστικού κράτους για την επιβολή της δικτατορίας του κεφαλαίου, αφού παρουσιάζουν το κράτος του κεφαλαίου ως το δήθεν αντίμετρο στις ιδιωτικοποιήσεις. Κρύβουν ότι είναι το ίδιο το αστικό κράτος, με το σύνολο των θεσμών του, με όλες τις κυβερνήσεις διαχρονικά και τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες που συμμετέχει όπως η ΕΕ, που πήραν όλα τα αναγκαία μέτρα για προωθηθούν απρόσκοπτα οι ιδιωτικοποιήσεις. Αποσιωπούν ότι είναι το ίδιο το αστικό κράτος που και στους τομείς που διατήρησε την ιδιοκτησία λειτούργησε και πάλι προς όφελος των μονοπωλιακών ομίλων, ακριβώς γιατί πρόκειται για ένα κράτος «αποτελεσματικό», «ικανό» και «ταχύτατο» στην υλοποίηση της στρατηγικής της αστικής τάξης και εχθρικό για τις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης και του λαού.

Χαρακτηριστικό είναι ότι όλες αυτές οι δυνάμεις μετά από το προδιαγεγραμμένο έγκλημα στα Τέμπη πρόβαλαν ως κύριο αίτημά τους με διαφορετική φρασεολογία τις «επανακρατικοποιήσεις». Η ΛΑΕ ζήτησε «κρατικοποίηση όλου του δικτύου»9, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρόσθεσε ότι πρέπει να γίνει χωρίς αποζημίωση,10 ενώ το ΝΑΡ –για να ελιχτεί στην κριτική του ΚΚΕ– χρησιμοποίησε τη λέξη «εθνικοποίηση»11, που φυσικά στο έδαφος της εξουσίας του κεφαλαίου δεν είναι τίποτε διαφορετικό από τις «κρατικοποιήσεις» της ΛΑΕ.

Πρόκειται για τοποθετήσεις που σκόπιμα αφήνουν στο περιθώριο ότι αστικό κράτος και μονοπώλια συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον, αφού το ίδιο το κράτος κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να στηρίξει τις επενδύσεις και την κερδοφορία τους, θυσιάζοντας τις ανάγκες, την ασφάλεια, ακόμα και τη ζωή του λαού.

Αυτό το κράτος είναι που πουλάει τα «φιλέτα» σε ιδιώτες και τους απαλλάσσει από κοστοβόρες υποδομές. Αυτό το κράτος διαμορφώνει το αντεργατικό πλαίσιο για να απασχολούν οι ιδιώτες, με όλο και χειρότερους όρους, τους εργαζόμενους στους σιδηρόδρομους, επιδοτεί τις εταιρίες στο σιδηρόδρομο με εκατομμύρια ευρώ, διασφαλίζει δισεκατομμύρια για νέες επενδύσεις, ενώ δαπανά ελάχιστα για τη συντήρηση του δικτύου. Αυτό το κράτος, που κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών στον ΟΣΕ, λειτουργεί με τους ίδιους νόμους του κέρδους που λειτουργεί και η ιδιωτικοποιημένη ΤΡΑΙΝΟΣΕ, ενώ την ίδια στιγμή έχει μετατρέψει τις Μεταφορές σε πεδίο δράσης για ισχυρούς ομίλους, που αναλαμβάνουν δουλειές στο σιδηροδρομικό δίκτυο μέσα από ΣΔΙΤ και εργολαβίες. Εξάλλου κάθε κρατική επιχείρηση στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας και της απελευθερωμένης αγοράς θα λειτουργήσει με τους ίδιους όρους κερδοφορίας όπως κάθε ιδιωτική ή ιδιωτικοποιημένη εταιρία, είτε ξεζουμίζοντας τους εργαζόμενους για να βγάλει κέρδος είτε ρίχνοντας στις πλάτες του λαού με τη φορολογία τα βάρη της ζημιογόνας λειτουργίας της.

Και είναι το ίδιο κράτος που, με την ευκολία που ιδιωτικοποιεί τομείς της οικονομίας, με την ίδια ευκολία τους «επανακρατικοποιεί», για να μεταφέρει από άλλο δρόμο το κόστος στο λαό και να ξαναμοιράσει μετά την πίτα, αν χρειαστεί.

Μάλιστα, ιδιαίτερα το ΝΑΡ εγκαλεί το ΚΚΕ ότι δεν κάνει καμία διάκριση ανάμεσα στη «δημόσια και την ιδιωτική ιδιοκτησία», δεν προβάλλει πολιτικούς στόχους όπως η «εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση και εργατικό έλεγχο των εταιριών» και μένει μόνο σε γενικόλογες αναφορές για το «κράτος του κεφαλαίου».

Φυσικά, στο έδαφος της καπιταλιστικής οικονομίας και εξουσίας οι εξαγγελίες του ΝΑΡ για «εθνικοποιήσεις» σε συνδυασμό με την αποθέωση του «δημοσίου έναντι του ιδιωτικού» δεν αποτελούν τίποτε λιγότερο από έναν καθαγιασμό του αστικού κράτους. Καθόλου τυχαίο ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλλει τη λογική ότι το κράτος της αγοράς μπορεί να βάλει όρια στην αγορά, ότι οι κρατικοποιήσεις (τομέων που βέβαια αυτός ιδιωτικοποίησε, όπως ο ΟΣΕ) αποτελούν φιλολαϊκή λύση σήμερα.

Το ΚΚΕ δε δίνει τη μάχη ενάντια στην πολιτική «απελευθέρωσης» της ΕΕ και την εμπορευματοποίηση της ενέργειας, του νερού, των μεταφορών, ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και στην επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων με τη σημαία του παρελθόντος, της επιστροφής στο κρατικό μονοπώλιο. Δεν καλλιεργεί αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρχει φιλολαϊκή «δημόσια ρύθμιση» της απελευθερωμένης και γενικότερα της καπιταλιστικής αγοράς.

Πρωτοστατεί στον αγώνα ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις σε κάθε τομέα της ζωής των εργαζόμενων και των λαϊκών οικογενειών, από τον τόπο κατοικίας, την υγεία, την παιδεία, έως τον πολιτισμό και τον αθλητισμό. Αποκαλύπτει τον αντιλαϊκό χαρακτήρα των κατευθύνσεων της ΕΕ, που προωθούνται απ’ όλα τα αστικά κόμματα και κυβερνήσεις στην Ελλάδα, στηρίζει αιτήματα του κινήματος για ανάσχεση της αντιλαϊκής πολιτικής και μέτρα ανακούφισης. Σε αυτό το έδαφος οργανώνει την πάλη όχι από τη σκοπιά υπεράσπισης του αστικού κράτους, αλλά αναδεικνύοντας την ανάγκη σύγκρουσης με την πολιτική των κυβερνήσεων και με το κράτος του κεφαλαίου, φωτίζοντας την αναγκαιότητα της κοινωνικοποιημένης ιδιοκτησίας και της εργατικής εξουσίας.

 

ΟΙ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΚΑΙ Η ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΛΗΜΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Στο ζήτημα της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της στάσης απέναντι στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, το οπορτουνιστικό ρεύμα επιβεβαίωσε σε πολλές περιπτώσεις την έμμεση στήριξη και ενίσχυση που προσφέρει η γραμμή του στα διλήμματα της αστικής τάξης, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την τυπική έναρξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο έδαφος της Ουκρανίας τον περασμένο Φλεβάρη. Κωδικοποιούμε ορισμένα από αυτά που εκτενέστερα έχουν παρουσιαστεί σε προηγούμενη αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ και του Ριζοσπάστη:

  • Παρά τις όποιες αντικαπιταλιστικές αναφορές, οι αναλύσεις τους καταλήγουν στην αποδοχή ότι μπορεί να υπάρξει μια «πιο ήπια πολιτική» του αστικού κράτους, ένα «μικρότερο κακό» μιας προοδευτικής κυβέρνησης σε αντίθεση με την «ακραία ΝΑΤΟϊκή πολιτική της ΝΔ». Χαρακτηριστικό για το πώς διαμορφώνουν την παγίδα του «μικρότερου κακού» είναι ότι δυνάμεις της ΛΑΕ εμφανίζουν τη σημερινή επικίνδυνη κυβερνητική πολιτική ως «αυθαίρετη τυχοδιωκτική επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη». Το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμβάλλουν στην ίδια κατεύθυνση, εστιάζοντας πολιτικά στην ανάγκη «να ανατραπεί η αντιλαϊκή, αντιδραστική και φιλοπόλεμη κυβέρνηση της ΝΔ και η πολιτική της». Ο «Εργατικός Αγώνας» απέδωσε την αποστολή πολεμικού υλικού στην Ουκρανία αποκλειστικά σε επιλογή της ΝΔ, υιοθετώντας στην ουσία την παρόμοια επιχειρηματολογία του ΣΥΡΙΖΑ αυτήν την περίοδο. Ενώ δυνάμεις όπως ο «Σύλλογος Κορδάτος» δε διστάζουν να υιοθετήσουν και φραστικά ατόφια τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ ότι η δικτατορία του κεφαλαίου στην Ελλάδα θα έπρεπε και θα μπορούσε να ακολουθήσει μια «φιλειρηνική πολιτική ενεργητικής ουδετερότητας». Μένει έτσι στο απυρόβλητο ότι η ενεργή εμπλοκή της Ελλάδας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία είναι αποτέλεσμα στρατηγικών επιλογών της αστικής τάξης της χώρας, με την ένταξη στο ΝΑΤΟ, την εξάπλωση των ΝΑΤΟϊκών βάσεων, την υπογραφή της ΝΑΤΟϊκής κοπής Συμφωνίας των Πρεσπών.
  • Η αποθέωση των παζαριών των αστικών τάξεων και των προσωρινών συμφωνιών ιμπεριαλιστικής ειρήνης ως το μέσο για την οριστική αποτροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου είναι εξάλλου γνωστό «ευαγγέλιο» του οπορτουνισμού. Πρόκειται για μια γραμμή που καλεί το εργατικό-λαϊκό κίνημα να εναποθέσει τις ελπίδες του για την αποφυγή ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου στην ειρήνη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, στην ειρήνη με το πιστόλι στον κρόταφο κατά την οποία αντικειμενικά μαζεύονται τα σύννεφα του επόμενου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Αφοπλίζει έτσι τους εργαζόμενους και το λαό από την πραγματική ετοιμότητα και επαγρύπνηση που θα πρέπει να έχουν για να απαλλαγούν από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και το σύστημα που τους γεννά.

Ο εγκλωβισμός στον οποίο οδηγεί αυτή η γραμμή φάνηκε την περίοδο όξυνσης του ανταγωνισμού ανάμεσα στην αστική τάξη της Ελλάδας και της Τουρκίας. Στο δίλημμα που έθετε η αστική τάξη της Ελλάδας: «Παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων μέσω προσφυγής στη Χάγη ή πολεμική εμπλοκή», οι δυνάμεις του οπορτουνισμού διαδραμάτισαν επί της ουσίας ενισχυτικό ρόλο, καλώντας σε μια «ειρηνική» μέσω των διεθνών οργανισμών λύση των διαφορών.

Οι θέσεις τους αυτές οδηγούσαν επίσης αντικειμενικά και στη στήριξη των ΝΑΤΟϊκών σχεδιασμών για το Αιγαίο. Χαρακτηριστικές είναι οι θέσεις δυνάμεων όπως το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, που παρουσιάζουν, για παράδειγμα, τις γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο ως κάτι που ενυπάρχει στη γεωγραφία του και επομένως πρέπει να λυθεί μέσω μιας «έντιμης συνεννόησης» των αστικών τάξεων της Ελλάδας και της Τουρκίας. Κρύβουν ότι μια νέα ιμπεριαλιστική συμφωνία για τη συνεκμετάλλευση, τη συγκυριαρχία στο Αιγαίο για την αιγιαλίτιδα ζώνη και τον καθορισμό ΑΟΖ έχει ιδιαίτερη σημασία για τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, τη διασφάλιση της Τουρκίας στη ΝΑΤΟϊκή συμμαχία και ότι η αστική τάξη της Ελλάδας επιδιώκει και με αυτό ως διαπραγματευτικό χαρτί την αναβάθμιση του ρόλου της στην περιοχή.

 

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ «ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ»...

Σε προηγούμενο τεύχος της ΚΟΜΕΠ12 σημειώναμε ότι η βασική πολιτική γραμμή του οπορτουνισμού παραμένει, όπως πάντα, στα όρια των διάφορων εκδοχών των πολιτικών μεταβατικών προγραμμάτων. Είναι η λογική που πρεσβεύει την υιοθέτηση ενός συνόλου πολιτικών στόχων, όπως οι εθνικοποιήσεις τραπεζών και επιχειρήσεων, η διαγραφή του χρέους, ένα πρόγραμμα μεγάλων επενδύσεων και έργων, ο «εκδημοκρατισμός» του αστικού κράτους, μια νομισματική πολιτική που να είναι στα χέρια της χώρας (δηλαδή αλλαγή νομίσματος) και η αποδέσμευση από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, αποσπασμένων από την πάλη για την ανατροπή της αστικής εξουσίας.

Γενικότερα χρειάζεται να σημειώσουμε ότι το βασικό χαρακτηριστικό κάθε «μεταβατικού πολιτικού προγράμματος» είναι ότι αποτελεί ένα συνεκτικό σύνολο πολιτικών στόχων, οι οποίοι ενοποιούνται στο έδαφος μιας συνολικής πολιτικής πρότασης που διαχωρίζεται από το σοσιαλισμό.

Στην πράξη ένα τέτοιο πρόγραμμα «υπόσχεται» –είτε το μαρτυρούν ανοιχτά είτε όχι– ότι μπορεί δήθεν να τιθασεύσει και να καταργήσει τους νόμους της αγοράς και του καπιταλισμού προς όφελος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, να «ελέγξει» την καπιταλιστική εκμετάλλευση χωρίς να χρειάζεται η ανατροπή της.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ΛΑΕ στην ανακοίνωση για την εκλογική της συνεργασία με το ΜέΡΑ25, τέτοιοι πολιτικοί στόχοι μπορούν να αποτελέσουν «ριζοσπαστικές, αποτελεσματικές και πειστικές λύσεις» για τα προβλήματα του λαού σε ρήξη με το «νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα» και στην πορεία με «βαθύτερες ρήξεις». Στην πράξη αυτό σημαίνει πρόγραμμα πολιτικών στόχων για την αλλαγή της «νεοφιλελεύθερης πολιτικής» και με αυτόν τον τρόπο εφαρμογή μιας πιο «φιλολαϊκής πολιτικής» στο έδαφος του καπιταλισμού.

Ο επικίνδυνος χαρακτήρας αυτής της οπορτουνιστικής πολιτικής γραμμής αναδεικνύεται ξεκάθαρα εάν δούμε τις τοποθετήσεις των διάφορων οπορτουνιστικών δυνάμεων στο ερώτημα: Ποιος θα υλοποιήσει αυτούς τους «πολιτικούς στόχους»; Ποιος θα υλοποιήσει αυτό το «πολιτικό μεταβατικό πρόγραμμα»;

Ορισμένες δυνάμεις, όπως ο «Σύλλογος Κορδάτος» μαζί με το «Κ-
Σχέδιο» και την ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ, επιμένουν στο γνωστό αφήγημα της «ανάδειξης μιας λαϊκής, ριζοσπαστικής κυβέρνησης που θα το θέσει σε εφαρμογή»13.

Δε διστάζουν μάλιστα να υιοθετήσουν και το ΣΥΡΙΖΑίικο σύνθημα «τη δεύτερη φορά διαφορετικά», παραλλαγμένο ως «αυτήν τη φορά να πάει αλλιώς»14.

Το «Αριστερό Ρεύμα», βασική συνιστώσα της ΛΑΕ, επιχειρώντας έναν πολιτικό ελιγμό, γράφει ότι: «Αυτό το μεταβατικό πρόγραμμα το προτείνουμε, όχι για να το εφαρμόσει μια λαϊκή-αριστερή κυβέρνηση, γιατί σήμερα τέτοιες προϋποθέσεις και πολιτικοί συσχετισμοί δεν υπάρχουν, ούτε για να το εφαρμόσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη ή μια νέα κυβέρνηση Τσίπρα, ούτε απλά για ζύμωση μέσα στην Αριστερά, που κι αυτή είναι χρήσιμη, αλλά για να υπάρχει με βάση αυτό το πρόγραμμα και από τη σκοπιά του μια δομική μαχητική αριστερή αντιπολίτευση στις αντιλαϊκές κυβερνητικές πολιτικές και σε όποια εκδοχή νεοφιλελεύθερης πολιτικής.»

Η ουσία φυσικά και εδώ δεν αλλάζει, παρά τα «ναι μεν αλλά»: Το μεταβατικό πρόγραμμα θα είναι η βάση μιας «αριστερής αντιπολίτευσης» μέχρι «οι προϋποθέσεις και οι πολιτικοί συσχετισμοί» να επιτρέψουν σε μια «λαϊκή-αριστερή κυβέρνηση» στο έδαφος του καπιταλισμού να το εφαρμόσει.

Τέλος, μια φαινομενικά διαφορετική απάντηση προσπαθούν να δώσουν οι διάφορες δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που, είτε όπως το ΝΑΡ, θεωρούν ότι οι «πολιτικοί στόχοι πάλης» που προβάλλουν είναι απαραίτητοι ως σκαλοπάτι για τη συγκρότηση ενός «αντικαπιταλιστικού πολιτικού μετώπου» είτε, όπως το ΣΕΚ, διακηρύσσουν το μεταβατικό πρόγραμμα ως αυτό που «συνδέει τα αιτήματα από τις άμεσες μάχες του κινήματος με την προοπτική της ανατροπής».

Πρόκειται δηλαδή για ένα «πρόγραμμα στόχων πάλης», το οποίο –σύμφωνα με τους θιασώτες του– από τη μία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ως σύνολο μέσα στον καπιταλισμό, ενώ από την άλλη δεν αποτελεί το πρόγραμμα της εργατικής εξουσίας. Αντίθετα, υποτίθεται ότι ο στόχος του είναι να συμβάλει στη «μετάβαση» από το ένα στο άλλο, μέσω της συμβολής του στη ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης των λαϊκών μαζών και όξυνσης της ταξικής πάλης.

Στην πράξη, οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προβάλλουν την αδιέξοδη λογική ότι το κίνημα μπορεί να «προετοιμαστεί» για την εφ’ όλης της ύλης σύγκρουση με τον καπιταλισμό μόνο όταν παλέψει «σκαλί-σκαλί» για πολιτικούς στόχους στο έδαφος του καπιταλισμού ή μιας ανύπαρκτης ενδιάμεσης εξουσίας. Διακηρύσσουν την «ανάπτυξη αντικαπιταλιστικής συνείδησης», με το κίνημα να παλεύει στην ουσία για τη μεταρρύθμιση του καπιταλισμού! Αυτή η αντίληψη, που ενισχύει τις αυταπάτες για τη δυνατότητα φιλολαϊκής διαχείρισης του συστήματος, υπονομεύει τη συγκέντρωση δυνάμεων για την επαναστατική ανατροπή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αυταπάτη φιλολαϊκής λειτουργίας μεγάλων επιχειρήσεων αν αυτές επανακρατικοποιηθούν, δηλαδή αν ανήκουν στο κράτος του κεφαλαίου και λειτουργούν μέσα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας. Ακόμα κι αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν απαντά ανοιχτά ποια κυβέρνηση θα εφαρμόσει αυτό το πρόγραμμα, στην ουσία προβάλλει ένα κάλπικο φιλολαϊκό κυβερνητικό πρόγραμμα που μπορεί να υλοποιηθεί από μια πιο προοδευτική αστική κυβέρνηση με τη στήριξη του λαϊκού κινήματος. Έτσι μετατίθεται για τη «δευτέρα παρουσία» η διέξοδος του σοσιαλισμού και η ανάγκη όξυνσης της ταξικής πάλης για την ανατροπή. Η προβολή ενός μεταβατικού φιλολαϊκού προγράμματος-σταδίου λειτουργεί πυροσβεστικά προς όφελος του συστήματος και στην κρίσιμη φάση εκδήλωσης επαναστατικής κατάστασης.

 

Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΣΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΧΩΡΟ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΙΚΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΩΝ

Χωρίς να μπούμε σε δαιδαλώδεις λεπτομέρειες που χαρακτηρίζουν σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις μεταξύ των διάφορων οργανώσεων του χώρου, καταγράφουμε συνοπτικά τις διεργασίες και τα παζάρια που ξεδιπλώθηκαν τους προηγούμενους μήνες με ζητούμενο τη μορφοποίηση της εκλογικής καθόδου των δυνάμεων του οπορτουνιστικού ρεύματος, γιατί αποκαλύπτουν τον αδιέξοδο φαύλο κύκλο διασπάσεων και επανασυγκολλήσεων και την πολιτική βάση που χαρακτηρίζει αυτόν το χώρο.

Μεγάλο τμήμα των διεργασιών αυτών κινήθηκε γύρω από το αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή ορισμένες από τις οργανώσεις που ανήκουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα συνεργαστούν με τη ΛΑΕ για κοινή εκλογική κάθοδο. Η ΛΑΕ από τη μεριά της συμμετείχε σε τέτοιες πρωτοβουλίες ζυμώσεων με δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ενώ παράλληλα, με βάση και το πλατύ εκλογικό της κάλεσμα, προετοίμαζε την εκλογική της κάθοδο με τα ψηφοδέλτια του ΜέΡΑ25.

Για το στόχο των ευρύτερων πολιτικών και εκλογικών συνεργασιών, της ΛΑΕ συμπεριλαμβανομένης, δυνάμεις που αποτελούν βασικές συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως το ΣΕΚ, προχώρησαν σε πρωτοβουλίες προς αυτήν την κατεύθυνση που απέκτησαν και οργανωτική έκφραση με τη συγκρότηση της επονομαζόμενης «Ενωτικής Κίνησης της Ριζοσπαστικής και Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς» σε σχετική εκδήλωση στον κινηματογράφο «Στούντιο» (19.12.2022), στην οποία συμμετείχαν το ΣΕΚ, η ΑΡΑΝ, η Αναμέτρηση, το Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο μαζί με τη ΛΑΕ.15

Στην πρόσφατη συνδιάσκεψη που πραγματοποίησε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα τέλη Γενάρη (5η Συνδιάσκεψη, 20-21.1.2023), όπως είναι φυσικό, το ζήτημα αυτό έγινε αντικείμενο εκτενούς αντιπαράθεσης.

Το ΣΕΚ υποστήριξε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει «να πάρει ενωτικές πρωτοβουλίες», καλώντας ουσιαστικά σε εκλογική σύμπραξη με τη ΛΑΕ: «Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να απευθυνθεί, στη βάση ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος και χωρίς αποκλεισμούς, για συνεργασία σε όλες τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στις μάχες και στις εκλογές.»16

Το ΝΑΡ από τη δική του πλευρά τοποθετήθηκε λέγοντας ότι «με τις μέχρι τώρα θέσεις και πρακτική των δυνάμεων της ΛΑΕ και ειδικά τη θέση για πολιτική και εκλογική συμπόρευση με “όλη την Αριστερά”, ιδίως τις δυνάμεις του ΜέΡΑ25, δεν υπάρχουν περιθώρια πολιτικής συνεργασίας»17.

Απαντώντας το ΣΕΚ από τη μεριά του ανέδειξε ότι ούτως ή άλλως οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συνεργάζονται με τις δυνάμεις της ΛΑΕ και άλλες δυνάμεις σε μια σειρά χώρους, στο εργατικό κίνημα, στις γειτονιές και αλλού. «Είναι μια ξεκινημένη, και πετυχημένη, συνεργασία σε συνδικάτα, αυτοδιοικητικά σχήματα, στα ΕΑΑΚ στις σχολές», ανέφεραν ενδεικτικά. Η επισήμανση αυτή τονίζει γλαφυρά από τη μία το ευρύ φάσμα των ζυμώσεων μεταξύ των οπορτουνιστικών δυνάμεων και «κάτω» (στα πανεπιστήμια, στο συνδικαλιστικό κίνημα, στην Τοπική Διοίκηση) και «πάνω» (σε επίπεδο πολιτικών οργανώσεων), αλλά και την αντιφατική τοποθέτηση του ΝΑΡ, που από τη μία επιδίδεται σταθερά σε στενή συνεργασία με τέτοιες δυνάμεις σε διάφορους χώρους, ενώ ταυτόχρονα αποφαίνεται ότι για τις εκλογές «δεν υπάρχουν περιθώρια συνεργασίας».

‘Οπως επισημάνθηκε σε τοποθετήσεις της Συνδιάσκεψης, οι διάφορες εκδοχές του «μεταβατικού προγράμματος» που προβάλλουν οι δυνάμεις αυτές αποτελεί κοινό συνδετικό κρίκο. «Αυτό που πρέπει να κάνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το επόμενο διάστημα είναι να απευθυνθεί σε όλες τις δυνάμεις που έχουν αναφερθεί εδώ και παρουσιάστηκαν σήμερα για να χαιρετίσουν τη Συνδιάσκεψή μας, της ΛΑΕ συμπεριλαμβανομένης, με το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό της πρόγραμμα που είναι και η βασική της κατάκτηση στη συγκυρία και είναι αυτό που σηματοδοτεί τη δικιά της προοπτική διεξόδου.»18

Η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μετά από σχετική διαπάλη και αφού τελικά πλειοψήφησαν οι θέσεις του ΝΑΡ, οριοθετήθηκε απέναντι στη ΛΑΕ. «Με βάση όλες τις διεργασίες που έχουν γίνει έως τώρα, το διατυπωμένο πρόγραμμα, τη θέση για πολιτική και εκλογική συμπόρευση με τις δυνάμεις του ΜέΡΑ25, και την πρακτική των διπλών διαπραγματεύσεων, η ΛΑΕ έχει χαράξει ένα διαφορετικό δρόμο και δεν υπάρχουν περιθώρια πολιτικής συνεργασίας.»19

Οι αποφάσεις αυτές βέβαια κάθε άλλο παρά έκλεισαν τη συζήτηση. Μετά τη συνδιάσκεψη, οι οργανώσεις ΣΕΚ, ΑΡΑΝ, Αναμέτρηση και Κ-Σχέδιο ανήγγειλαν αρχικά με κοινή ανακοίνωσή τους ότι προχωρούν με την «Ενωτική Κίνηση» σε μια προσπάθεια διαχωρισμού από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, απόφαση από την οποία όμως υπαναχώρησαν αφότου η ΛΑΕ τους «άφησε στα κρύα του λουτρού» ανακοινώνοντας ότι στρέφεται προς το ΜέΡΑ25.

Οι οργανώσεις αυτές κατήγγειλαν την ηγεσία της ΛΑΕ για τη συγκεκριμένη επιλογή και παράλληλα κάλεσαν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ «να ανταποκριθεί με τη συμμετοχή/συμπόρευσή της στην Ενωτική Κίνηση, εγκαταλείποντας έναν αδιέξοδο σεχταριστικό δρόμο που οδηγεί σε περιχαράκωση»20.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με βάση τις πλειοψηφούσες θέσεις του ΝΑΡ, ανακοίνωσε από τη μεριά της ότι προχωράει σε συναντήσεις με τις οργανώσεις Αναμέτρηση, ΑΡΑΝ, Κ-Σχέδιο (που ανήκουν στην «Ενωτική Κίνηση») και επιπλέον τις οργανώσεις ΔΕΑ, ΕΕΚ, Κόκκινο Νήμα, με τις οποίες εκτιμάει ότι «μπορούν να υπάρξουν κοινές θέσεις για ορισμένα κρίσιμα θέματα και οι αντίστοιχες δεσμεύσεις για την από κοινού πολιτική εμφάνισή μας»21.

Παράλληλα, οι δυνάμεις της «Ενωτικής Κίνησης» θεωρούν ότι «μετά και τη δημόσια ανακοίνωση της Ενωτικής Κίνησης Ριζοσπαστικής και Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, με την οποία δηλώνει ότι διαφωνεί με τη συνεργασία της ΛΑΕ με το ΜέΡΑ25 και συνεχίζει τη λειτουργία της, υπάρχουν οι όροι μιας πολιτικής-προγραμματικής συμφωνίας η οποία μπορεί να αποτυπωθεί σε μια εκλογική συνεργασία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με την Ενωτική Κίνηση σε ισότιμη βάση και με ανοιχτές διαδικασίες»22 και το ΣΕΚ τελικά, ολοκληρώνοντας έναν κύκλο για να καταλήξει από εκεί που ξεκίνησε μέσα από ένα πολυσχιδές γαϊτανάκι ζυμώσεων, καλεί σε ψήφο υπέρ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.23

Δηλαδή οι δυνάμεις που συγκρότησαν την «Ενωτική Κίνηση» με σκοπό να αποχωρήσουν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατέληξαν τώρα να συζητούν τους όρους εκλογικής συμπόρευσης μαζί της (!), ενώ το ΝΑΡ, που μέχρι χτες τους κατήγγειλε για μια συνεργασία με τη ΛΑΕ που φτάνει μέχρι και το ΜέΡΑ25 και την υπονόμευση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, καταλήγει ξανά στην κοινή εκλογική κάθοδο!

Σε κάθε περίπτωση, αν και απ’ ό,τι φαίνεται αποφεύχθηκε –προσωρινά λόγω των επόμενων εκλογών– μια εκλογική διάσπαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είναι βέβαιο ότι οι πρωτοβουλίες διαχωρισμού δυνάμεων όπως αυτές που πήρε το ΣΕΚ και οι ζυμώσεις για διαμόρφωση νέου πόλου γύρω από την «Ενωτική Κίνηση» δε θα εγκαταλειφθούν, και θα ανοίξει στη συνέχεια ένας νέος γύρος διαπάλης αυτών των δυνάμεων για τους μεταξύ τους συσχετισμούς στο χώρο. Το κύριο ζητούμενο άλλωστε δεν είναι μόνο το πώς θα κατέβουν στις εκλογές, αλλά το πλαίσιο που διαμορφωθεί και η διάταξη των μεταξύ τους συσχετισμών μετά από τις εκλογές, που θα αποτελέσουν ένα «αναγκαίο βήμα» στην εξελισσόμενη πορεία αναμόρφωσης του οπορτουνιστικού ρεύματος.24

 

ΒΑΘΥΤΕΡΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ

Οι δυνάμεις του οπορτουνιστικού ρεύματος βρίσκονται σε μια φάση αναζήτησης των επόμενων βημάτων τους και ορισμένες από αυτές σε μια μεταβατική φάση οργανωτικής αναμόρφωσης.

Σταχυολογώντας μόνο από τα πιο πρόσφατα κείμενα των διάφορων οργανώσεων, αναδεικνύεται με μελανά χρώματα τόσο η εικόνα στην οποία σήμερα βρίσκονται οι δυνάμεις αυτές όσο και η ομολογία της καθοριστικής επίδρασης που είχε πάνω τους η διάψευση των προσδοκιών που καλλιέργησε ο ΣΥΡΙΖΑ και οι αυταπάτες που διατηρούσαν οι ίδιες αυτές οι δυνάμεις, αλλά και τα μέλη και ο κόσμος που συσπείρωναν.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, περιγράφοντας η ίδια την κατάστασή της, ομολογεί ότι «χρειάζεται καταρχήν μια πολιτική εξήγηση για τα φαινόμενα αδράνειας και αποσυσπείρωσης» που την βασανίζουν.

Ως βασικές αιτίες «για την υποχώρηση του μετώπου της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και την κρίση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ξεχωρίζει τις «σοβαρές στρατηγικές προγραμματικές και πολιτικές ανεπάρκειες», αλλά και τη «σχέση μας με το ΣΥΡΙΖΑ», καθώς, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, «λόγω της πίεσης που δεχόταν από δυνάμεις στο εσωτερικό της [η ΑΝΤΑΡΣΥΑ], πολλές φορές εμφάνιζε την εικόνα μιας συνεχούς ταλάντευσης απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ».

«Όλα τα παραπάνω οδήγησαν σε σοβαρή υποχώρηση τη δραστηριοποίηση του κόσμου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τις συντροφικές σχέσεις και την πολιτική και δημοκρατική της λειτουργία», καταλήγει.25

Σε παρόμοιο ύφος κινούνται και οι εκτιμήσεις του ΣΕΚ για την πορεία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τα τελευταία χρόνια.

«Είναι σαφές ότι το μέτωπό μας όχι μόνο δεν κατάφερε να αναδειχτεί σε πόλο συσπείρωσης του κόσμου του αγώνα το περασμένο διάστημα, αλλά το ίδιο μπήκε σε μια περίοδο εσωστρέφειας και κρίσης», παραδέχεται το ΣΕΚ. Και επισημαίνει: «Η κρίση αυτή εκφράστηκε πολύπλευρα, με την παράλυση των διαδικασιών της πολιτικής συζήτησης, την αποχώρηση δυνάμεων από το μέτωπό μας, την αδυναμία να προβάλει σε κεντρικό επίπεδο το πολιτικό του στίγμα.»

Η επίδραση των εξελίξεων, τόσο της κυβερνητικής ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ 
όσο και στη συνέχεια της ανόδου της ΝΔ στη διακυβέρνηση, περιγράφονται ως παράγοντες που επέδρασαν δραστικά στην απογοήτευση του δυναμικού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. «Η εμπειρία της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ που ήταν μια ψυχρολουσία για τους εργαζόμενους που έλπιζαν ότι θα δικαιώσει τους αγώνες τους και για χιλιάδες οργανωμένους και ανένταχτους αγωνιστές/τριες της ευρύτερης Αριστεράς. Η εκλογή της ΝΔ το 2019 ενέτεινε αυτές τις πιέσεις προς την απαισιοδοξία, την εσωστρέφεια και τον απομονωτισμό»26, αναφέρει χαρακτηριστικά το ΣΕΚ.

Αυτό που προφανώς αδυνατεί να κατανοήσει η ηγεσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ότι η κατάσταση αυτή είναι ασφαλώς απόρροια της στρατηγικής και της πολιτικής τους γραμμής. Αντανακλά το αποτέλεσμα που είχε το γεγονός ότι το δυναμικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τράφηκε όλο το προηγούμενο διάστημα με τις αυταπάτες που καλλιεργούσε η πολιτική γραμμή της οργάνωσης απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, ουσιαστικά βρέθηκε απροετοίμαστο απέναντι στη διαφαινόμενη διάψευση των ψεύτικων ελπίδων. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ασφαλώς δεν αποτέλεσε παθητικά «θύμα» των εξελίξεων, αλλά ήταν «θύτης», αφού συνέβαλε ενεργά με την πολιτική της γραμμή στην απογοήτευση και ενσωμάτωση αγωνιζόμενων λαϊκών ανθρώπων.

Οι συνθήκες αυτές είναι λογικό να τροφοδοτούν αποκλίνουσες ερμηνείες και φυγόκεντρες τάσεις. Εκεί εδράζεται και η κινητικότητα γύρω από τη δημιουργία της «Ενωτικής Κίνησης» από το ΣΕΚ και άλλες δυνάμεις. Βέβαια, το γεγονός ότι καμία απ’ όλες αυτές τις οργανώσεις δεν μπορεί να βγάλει στο ελάχιστο συμπεράσματα από την παταγώδη χρεοκοπία της πολιτικής της φαίνεται από το ότι οι διεργασίες αυτές και πάλι κινήθηκαν προς την κατεύθυνση συμπόρευσης με τη ΛΑΕ, δηλαδή στην αυταπάτη της επανάληψης ενός «νικηφόρου» ΣΥΡΙΖΑ Νο2 ή Νο3, ή τη νεκρανάσταση μιας «αντιμνημονιακής» ΛΑΕ του 2015. Όλα αυτά δοκιμάστηκαν και απέτυχαν οικτρά. Στην ουσία όλες αυτές οι δυνάμεις ακολουθούν ξανά τον ίδιο χρεοκοπημένο δρόμο που τις έφτασε ως εδώ.

Πολύ καθαρά αυτό φαίνεται στις εκτιμήσεις των οργανώσεων ΑΡΑΝ και Κ-Σχέδιο που προετοιμάζουν την οργανωτική τους συγχώνευση. Θυμίζουμε ότι η ΑΡΑΝ μέχρι το 2015 ανήκε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ από την οποία αποχώρησε για να ενταχτεί στη ΛΑΕ, από την οποία αποχώρησε το 2020. Το Κ-Σχέδιο αποτελεί οργάνωση που προέκυψε από τους αποχωρήσαντες από το ΝΑΡ το 2017-2018.

Οι δύο αυτές οργανώσεις τους τελευταίους μήνες βρίσκονται σε όλο και πιο στενή συνεργασία, με κοινές εκδηλώσεις και πρωτοβουλίες, ανακοινώνοντας τελικά τη «συγκρότηση μιας μεταβατικής οργάνωσης. Πορεία που την βλέπουμε μέσα από τη συνένωση και την υπέρβαση των συλλογικοτήτων μας, της Αριστερής Ανασύνθεσης και του Σύγχρονου Κομμουνιστικού Σχεδίου, μαζί και με άλλα ρεύματα και ανένταχτους αγωνιστές και αγωνίστριες».

Η απουσία ουσιαστικών συμπερασμάτων και η επανάληψη της ίδιας χρεοκοπημένης λογικής φαίνεται από την αποτίμησή τους για την περίοδο 2010-2015. Θεωρούν ότι εκείνη την περίοδο το πρόβλημα ήταν τα «αριστερίστικα λάθη και αδυναμία διαλεκτικής σύνδεσης των τακτικών και στρατηγικών στόχων, όσον αφορά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ» και τα «οπορτουνιστικά λάθη στη Λαϊκή Ενότητα που έχασε το στοίχημα να γίνει ένα μαζικό αριστερό ριζοσπαστικό μόρφωμα συνεύρεσης επαναστατικών και ρεφορμιστικών δυνάμεων».27 Στην ουσία ονειρεύονται ένα «επιτυχημένο» 2015 φτιαγμένο με τα ίδια αποτυχημένα υλικά.

Και επαναλαμβάνουν ως πολιτική κατεύθυνση της νέας οργάνωσης που θέλουν να φτιάξουν τη «συγκέντρωση δυνάμεων σε μεταβατικό πρόγραμμα ανατροπής της επίθεσης και επιβολής κατακτήσεων», αναμασώντας τις αποτυχημένες συνταγές των μεταβατικών προγραμμάτων.

Σε εκτεταμένη επισκόπηση της ως τώρα πορείας του προχωράει και το ΝΑΡ, με τις Θέσεις που διαμόρφωσε για το επόμενο Συνέδριό του.

Γίνεται μια εκτενής αναφορά στις αδυναμίες της οργάνωσης όλα αυτά τα χρόνια. «Το ΝΑΡ του σήμερα είναι πολύ διαφορετικό από αυτό όταν πρωτοδημιουργήθηκε. (...) Ωστόσο από την άλλη είναι σαφές ότι αυτό που έχουμε έως τώρα κατακτήσει είναι ανολοκλήρωτο και ανεπαρκές με βάση τις σύγχρονες θεωρητικές, προγραμματικές, πολιτικές και οργανωτικές απαιτήσεις της ταξικής πάλης.»

Εκτιμούν χαρακτηριστικά ότι «οι δυσκολίες στην παρέμβασή μας δείχνουν ότι είμαστε σε οριακό σημείο ως οργάνωση» και παραδέχονται ότι «στο φόντο αυτής της κατάστασης τίθενται μια σειρά ερωτήματα και προβληματισμοί: Για τη διαδρομή μας, τη θεωρητική μας ταυτότητα, την αδύναμη οργανωτική μας ανάπτυξη (ακόμα και εκεί όπου έχουμε μεγάλη συνδικαλιστική επιρροή), το πολιτικό μας αποτύπωμα, την ταξική μας σύνθεση (...) Και κυρίως γιατί 33 χρόνια μετά δεν έχουμε καταφέρει να αναδείξουμε τους στόχους, τους δρόμους, τις μορφές (...) που θα αναβαθμίσουν τον πολιτικό - θεωρητικό - κινηματικό ρόλο και θα προσδώσουν μια άλλη ποιότητα κι ένα άλλο αριθμητικό μέγεθος στην οργάνωσή μας».

Απαριθμώντας μια σειρά παράγοντες, το ΝΑΡ αναφέρει την «ανεπάρκεια σε προγραμματικό επίπεδο», την «υποτίμηση της σημασίας της δουλειάς για την οργάνωσή μας», την «κοινωνική μας σύνθεση», τους «αδύναμους δεσμούς με την εργατική τάξη» και άλλες πλευρές.

Το ΝΑΡ, που έχει πάρει με βάση προηγούμενες αποφάσεις του πρωτοβουλίες για το «νέο κομμουνιστικό κόμμα και πρόγραμμα της εποχής μας», αποφαίνεται ότι «σήμερα ως ΝΑΡ βρισκόμαστε μπροστά στην ανάγκη και την πρόκληση (...) να αφήσουμε πίσω μας τις παθογένειες που κουβαλάμε και να δώσουμε τη σκυτάλη σε μια νέα κομμουνιστική οργάνωση μαζί με συντρόφους και συντρόφισσες εκτός του ΝΑΡ, κάνοντας μια τομή και με τον ίδιο μας τον εαυτό (...) για να δημιουργηθεί μια νέα κομμουνιστική οργάνωση. Να υπερβούμε θετικά την αδυναμία μας: Το ότι αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε με τη συγκρότηση και τα χαρακτηριστικά που έχουμε ως σήμερα».

Με βάση αυτήν τη λογική φαίνεται ότι με σχετικά γρήγορους ρυθμούς θα προχωρήσουν και οι συνεπαγόμενες οργανωτικές διεργασίες αυτής της «υπέρβασης», καθώς ανακοινώνεται στις Θέσεις του Συνεδρίου ότι το ΝΑΡ σκοπεύει να προχωρήσει «τις διαδικασίες για τη συγκρότηση –μέσα στο 2023– μιας νέας Κομμουνιστικής Οργάνωσης»28.

Στην ουσία, παρά την εκτενή (που εδώ παρουσιάστηκε πολύ συμπυκνωμένα) επισκόπηση της 30χρονης πορείας του, το ΝΑΡ αδυνατεί να εξάγει ουσιαστικά συμπεράσματα. Και αυτό γιατί δεν αντιμετωπίζει τα βαθύτερα θεωρητικά, πολιτικά και ιδεολογικά του αδιέξοδα. Συγκροτήθηκε ως οργάνωση απαρνούμενη τον κομμουνιστικό χαρακτήρα και ονομασία, ενώ τα τελευταία χρόνια σε μια από τις πολλές μεταμορφώσεις και με άξονα την αναδιάταξη του οπορτουνιστικού χώρου χρησιμοποιεί ευκαιριακά την ονομασία «κομμουνιστικό». Όπως ήδη αναδείξαμε, τα βαθιά στρατηγικά αδιέξοδα διατηρούνται, αφού, παρά τους φραστικούς ελιγμούς, διατηρεί αλώβητη τη «μεταβατική λογική».

Το κείμενο του ΝΑΡ πάντως, σε αρκετά σημεία του, περισσότερο αφήνει την εντύπωση μιας αναδρομής ενός «κύκλου που κλείνει», παρά το συγκροτημένο σχεδιασμό επόμενων βημάτων. Μένει να δούμε με βάση και τις εξελίξεις τους συγκεκριμένους τρόπους που θα κινηθούν αυτές οι δυνάμεις.

 

Η ΧΡΕOΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ

Υπάρχει ένα βαθύτερο στρατηγικό υπόβαθρο που έχει οδηγήσει στο σημερινό αδιέξοδο των δυνάμεων αυτών και στη χρεοκοπία της πολιτικής τους γραμμής που τους μετέτρεψε σε ουρά του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για μια στρατηγική ενσωμάτωσης σε κομβικά ζητήματα της ταξικής πάλης, που αφορούν:

  • Tην αμφισβήτηση ή/και απόρριψη του πρωτοπόρου ρόλου της εργατικής τάξης και αναζήτηση νέων «επαναστατικών υποκειμένων» μακριά από το έδαφος του θεμελιακού ζητήματος, ότι ο ρόλος της εργατικής τάξης εδράζεται στη θέση της στην κοινωνική παραγωγή και από αυτό προκύπτει ότι είναι φορέας των νέων, κομμουνιστικών σχέσεων.
  • Tην υπόκλιση στην αστική ιδεολογία, στο ρεύμα του μεταμοντερνισμού και στη θεωρητική αδυναμία να αντιμετωπίσουν τόσο τα σύγχρονα ζητήματα της ταξικής πάλης όσο και τη μελέτη της ιστορικής πείρας του επαναστατικού κινήματος. Η απομάκρυνση και απόρριψη του μαρξισμού οδήγησε μοιραία στην αποδοχή διάφορων εκδοχών ποικίλων θεωριών, σοσιαλδημοκρατικών, αστικοδημοκρατικών, φιλελεύθερων. Αυτός ο θεωρητικός εκλεκτικισμός διαμορφώνει το έδαφος αποδοχής και ενσωμάτωσης στοιχείων της αστικής ιδεολογίας, δηλαδή της ιδεολογίας του αντιπάλου.
  • Tην απάρνηση των επαναστατικών αρχών συγκρότησης και λειτουργίας του επαναστατικού κόμματος και στη σύγχυση απέναντι στην ανάγκη της πολιτικής οργάνωσης, των θεωρητικών και πολιτικών ζητημάτων που την διέπουν, αλλά και απέναντι στη σκληρή οργανωτική καθημερινή δουλειά, την κοπιώδη προσπάθεια για ανάπτυξη δεσμών με την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Η υιοθέτηση του οργανωτικού φιλελευθερισμού αποτελεί βασική πλευρά και της διαχρονικής αμορφίας πολλών τέτοιων δυνάμεων, ή της ευκολίας με την οποία μεταπλάθονται. Όπως επίσης και η διαρκής και ποικιλόμορφη ώσμωση με μια σειρά δυνάμεις του ρεφορμισμού, του αναρχισμού κ.ά.
  • Tην ισοπεδωτική στάση αμαύρωσης του σοσιαλισμού και της πείρας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αν και με σημαντικές διαφορές που προκύπτουν από το χαρακτήρα της κάθε οργάνωσης (π.χ. τροτσκιστικές δυνάμεις, «αριστερός» ευρω-κομμουνισμός κλπ.), συγκλίνουν λιγότερο ή περισσότερο στη συνολική απόρριψη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και τις άλλες χώρες. Σε αυτήν την κατεύθυνση (και όχι στην αναγκαία κατεύθυνση γόνιμης κριτικής εξαγωγής συμπερασμάτων) κινούνται εκτιμήσεις όπως ο χαρακτηρισμός της ΕΣΣΔ ως μιας νέας «εκμεταλλευτικής κοινωνίας» ή «ανέκδοτου ιστορικά τρόπου παραγωγής».
  • Tη σύμπλευση με τις δυνάμεις του ρεφορμισμού, της σοσιαλδημοκρατίας, ενίοτε και του συμβιβασμένου-εργοδοτικού συνδικαλισμού στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και γενικότερα στο λαϊκό κίνημα. Από τα «αντιμνημονιακά» στα αντιδεξιά αντικυβερνητικά μέτωπα και με την περιβόητη «ενότητα στο πρόβλημα», η έλλειψη πραγματικού αντικαπιταλιστικού προσανατολισμού οδηγεί αυτές τις δυνάμεις συχνά στην αγκαλιά ή στην ουρά της σοσιαλδημοκρατίας.
  • Tη λογική των «μεταβατικών προγραμμάτων», των «πολιτικών στόχων» που δήθεν μπορούν να ανοίξουν δρόμο για ριζοσπαστικές αλλαγές στο έδαφος του καπιταλισμού που οδηγεί στον εγκλωβισμό και στον κυβερνητισμό σε ανοιχτή ή καλυμμένη μορφή.
  • Όλα αυτά τα στοιχεία που διέπουν στον έναν ή τον άλλο βαθμό τις δυνάμεις του οπορτουνιστικού ρεύματος φωτίστηκαν καθαρά την περίοδο 2012-2015, σε μια περίοδο δυσκολιών του αστικού πολιτικού συστήματος, ανόδου της λαϊκής αγανάκτησης και των εργατικών-λαϊκών κινητοποιήσεων, που οδήγησε και την αστική τάξη στην επιλογή «πριμοδότησης» του ΣΥΡΙΖΑ για τον εγκλωβισμό του λαού. Σε αυτήν την κρίσιμη για την ταξική πάλη περίοδο οι δυνάμεις αυτές όχι μόνο «πιάστηκαν στη φάκα», αλλά και έπαιξαν ενεργό ρόλο, προσφέροντας «καύσιμα» στο ΣΥΡΙΖΑ και τις αυταπάτες που καλλιεργούσε.

 

* * *

Όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα των βαθύτερων αδιεξόδων του οπορτουνιστικού ρεύματος και αναδεικνύουν τη θεωρητική και πολιτική υποταγή των δυνάμεων αυτών στην αστική ιδεολογία, όπως και την πρακτική που σταθερά τις οδηγεί στην ενσωμάτωση και στην αγκαλιά των αστικών πολιτικών δυνάμεων, παρά τα φραστικά περιτυλίγματα που σε κάθε φάση παρουσιάζουν.

Το ΚΚΕ βαδίζει στο δρόμο της δημιουργικής ανάπτυξης των επεξεργασιών του. Έχει δουλέψει και δουλεύει για τη γενίκευση της ιστορικής πείρας, για την εξαγωγή συμπερασμάτων από την πορεία του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος και του Κόμματος, από την πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, για τη θεωρητική θεμελίωση της σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής του, με βάση και τις σύγχρονες εξελίξεις.

Μέσα από την καθημερινή ακούραστη δράση, μέσα από τους ταξικούς αγώνες, την πρωτοπόρα συμβολή του στο εργατικό-λαϊκό κίνημα, παλεύει συστηματικά ώστε να αναδεικνύεται η «ρίζα του κακού» που συνθλίβει και θυσιάζει τα εργατικά-λαϊκά δικαιώματα, να μην εγκλωβίζεται η λαϊκή διαμαρτυρία και δυσαρέσκεια σε ανώδυνα ξεσπάσματα, όλο και ευρύτερες δυνάμεις να βάζουν στο στόχαστρο τον πραγματικό αντίπαλο και να δυναμώνει ο αγώνας ενάντια στο φαύλο κύκλο της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, των πολέμων, της κρίσης, της ανασφάλειας. Να γίνεται δύναμη θέλησης και ανατρεπτικής δράσης η συνειδητοποίηση ότι ο σοσιαλισμός είναι απάντηση στις σύγχρονες εργατικές-λαϊκές ανάγκες στον 21ο αιώνα.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

  1. Ιδιαίτερα για την επί της ουσίας κοινή κατεύθυνση της πολιτικής γραμμής του οπορτουνιστικού ρεύματος με το ΣΥΡΙΖΑ βλ.: «Οπορτουνιστικό ρεύμα: Νεροκουβαλητής στο μύλο της σοσιαλδημοκρατίας», Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 1/2022.
  2. Α. Αναγνωστάκης, «Αδύνατη η πολιτική συνεργασία με το ΜέΡΑ25 - αναγκαία η κοινή δράση», ιστοσελίδα «Kommon», 18.12.2022.
  3. Πιο αναλυτικά: Γρ. Λιονής, «ΜέΡΑ25: Ο “αντιολιγαρχικός” σημαιοφόρος της “πράσινης ανάπτυξης”», Ριζοσπάστης, 4-5.2.2023.
  4. Πιο αναλυτικά: «Για τις θέσεις του ΜέΡΑ25», Τμήμα Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ, ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 1/2020.
  5. Αναλυτική αναφορά στις θέσεις του οπορτουνιστικού χώρου γίνεται σε επόμενη ενότητα του παρόντος άρθρου.
  6. Πιο αναλυτική αναφορά στις διεργασίες των τελευταίων μηνών γίνεται στη συνέχεια του παρόντος άρθρου.
  7. Πολιτική απόφαση της Συνδιάσκεψης του ΣΕΚ, 1.3.2023.
  8. Εφημερίδα ΠΡΙΝ, «ΚΚΕ: Φωνάζει για τα καπιταλιστικά κέρδη, αλλά δε ζητά άμεση εθνικοποίηση της ιδιοκτησίας τους», 11.3.2023.
  9. Γραφείο Τύπου της ΛΑΕ, 3.3.2023.
  10. Ανακοίνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, 1.3.2023.
  11. Ανακοίνωση του ΝΑΡ, 7.3.2023.
  12. ΙΕ της ΚΕ του ΚΚΕ, «Οπορτουνιστικό ρεύμα: Νεροκουβαλητής στο μύλο της σοσιαλδημοκρατίας», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 1/2022.
  13. Εισήγηση του Δ. Καλτσώνη, «Πρόγραμμα διεξόδου», στην εκδήλωση του «Συλλόγου Κορδάτος» με τίτλο «Τι μας περιμένει μετά την πανδημία;», 10.5.2020.
  14. Πολιτική Πρόταση Πάλης Συντονισμού Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων, 3.2.2021.
  15. Στην κατεύθυνση αυτή πίεζαν από τον περασμένο Ιούλη κιόλας οι οργανώσεις ΑΡΑΝ, Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο και Αναμέτρηση, που με κοινή τους δήλωση τοποθετήθηκαν για την ανάγκη διεύρυνσης των εκλογικών συνεργασιών. Βλ. «Για την ανάγκη ενωτικής πολιτικής παρέμβασης της ριζοσπαστικής Αριστεράς στις πολιτικές και εκλογικές μάχες που έρχονται», κοινή δήλωση των οργανώσεων ΑΡΑΝ, Αναμέτρηση, Κ-Σχέδιο (Ιούλης 2022).
  16. «Κείμενο θέσεων του ΣΕΚ για την 5η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ», στο www.antarsya.gr.
  17. «ΝΑΡ - Δέκα θέσεις για την αντικαπιταλιστική Αριστερά και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ» (Γενάρης 2023).
  18. «Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το “Στούντιο”», τοποθέτηση Θ. Διαβολάκη στη Συνδιάσκεψη, στο www.antarsya.gr
  19. Κείμενο Πολιτικής Απόφασης της 5ης Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σημείο 22. Με βάση στοιχεία που δόθηκαν δημόσια, στη Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πήραν μέρος 600 αντιπρόσωποι που εκλέχτηκαν από 69 πανελλαδικές τοπικές και 3 κλαδικές Συνελεύσεις, και αντιστοιχούν σε περίπου 2.000 παρόντα μέλη. Από το σύνολο των αντιπροσώπων ένα ποσοστό 58% εκλέχτηκε από το ΝΑΡ και το ΕΚΚΕ, 34,5% υποστήριξε τις θέσεις του ΣΕΚ και 7,5% τις θέσεις της Πρωτοβουλίας για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική (ΠΑΑΕ). Αναλυτικότερα βλ. «Ανακοίνωση της ΚΕ της ΟΚΔΕ Σπάρτακος για την 5η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ», στο www.antarsya.gr
  20. «Προχωράμε! Με την Ενωτική Κίνηση της Ριζοσπαστικής και Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς», Κοινή ανακοίνωση των τεσσάρων οργανώσεων, 17.2.2023.
  21. ΚΣΕ ΑΝΤΑΡΣΥΑ, «Ανοιχτό Κάλεσμα», 10.2.2023.
  22. Εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη, 22.2.2023, σελ. 4.
  23. ΣΕΚ - Συνδιάσκεψη 2023, «Πολιτική Απόφαση», 1.3.2023.
  24. Ενδεικτικό των επόμενων βημάτων είναι η προαναγγελθείσα συγχώνευση των οργανώσεων ΑΡΑΝ και Κ-Σχέδιο, που με κοινή τους ανακοίνωση ανήγγειλαν Πανελλαδική Συνέλευση στις 11-12 Μάρτη στη Νομική Σχολή της Αθήνας, για να συζητηθεί Σχέδιο Διακήρυξης για τη συγκρότηση μιας «Μεταβατικής Οργάνωσης της Σύγχρονης Κομμουνιστικής Προοπτικής». Επίσης το ΝΑΡ προετοιμάζεται για το 5ο Συνέδριό του και με βάση τις Θέσεις που δημοσίευσε προαναγγέλλει «διαδικασίες για τη συγκρότηση –μέσα στο 2023– μιας νέας Κομμουνιστικής Οργάνωσης, μαζί με το δυναμικό όσων συμβάλλουν στην Πρωτοβουλία για ένα σύγχρονο πρόγραμμα και κόμμα».
  25. «Θέσεις της 5ης Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ», στο www.antarsya.gr
  26. «Κείμενο θέσεων του ΣΕΚ για την 5η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ», στο www.antarsya.gr
  27. «Σχέδιο Διακήρυξης για μια Μεταβατική Οργάνωση της Σύγχρονης Κομμουνιστικής Προοπτικής», κοινή ανακοίνωση ΑΡΑΝ & Κ-Σχέδιο.
  28. ΝΑΡ - «Θέσεις της Πολιτικής Επιτροπής για το 5ο Συνέδριο».