ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ
Το ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η αδικία, η ανισότητα, οι μεγάλες αντιθέσεις ανάμεσα στον πλούτο και στη φτώχεια δεν είναι άποψη των κομμουνιστών, είναι σήμερα ευρύτερα αποδεκτό και προβληματίζει, εκτός από τους εργαζόμενους και τους νέους, ακόμα και αστικά επιτελεία που θέλουν να «αμβλύνεται» η εικόνα αυτής της πραγματικότητας η οποία μπορεί να απειλήσει τη συνοχή του συστήματος.
Όμως το θέμα είναι ποια είναι η αιτία της ανισότητας και της αδικίας. Κάποιοι λένε ότι το ζήτημα είναι πρόβλημα «κατανομής» του πλούτου, ότι δηλαδή δεν κατανέμεται δίκαια. Άλλοι λένε ότι το πρόβλημα είναι το μέγεθος του «πλούτου», ότι δε φτάνει για όλους.
Ωστόσο το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος παράγει τον πλούτο και ποιος τον έχει στα χέρια του.
Η πηγή της αδικίας και της ανισότητας βρίσκεται στον πυρήνα αυτού του συστήματος, του καπιταλισμού, της καπιταλιστικής παραγωγής. Ποιος είναι ο πυρήνας; Ο πλούτος που παράγεται είναι αποτέλεσμα της δουλειάς, της εργασίας εκατομμυρίων εργαζομένων, που συνεργάζονται είτε ορατά είτε αόρατα. Κανείς δεν μπορεί να πει αυτό είναι δικό μου, όπως έλεγε ο Ένγκελς από τα μέσα ακόμα του 19ου αιώνα. Με αυτήν τη δουλειά τους οι εργαζόμενοι δε βγάζουν μόνο αυτά που είναι αναγκαία για να ζήσουν, αλλά βγάζουν τόσα πολλά, που είναι αρκετά για να φτιαχτούν νέα μηχανήματα, νέα μέσα παραγωγής, νέες υποδομές, να γίνουν νέες επενδύσεις, να καλύπτονται λειτουργικά έξοδα του αστικού κρατικού μηχανισμού και να υπάρχει και περίσσευμα. Όμως όλος αυτός ο νέος τεράστιος πλούτος που παράγεται δεν ανήκει σε αυτούς που τον παράγουν, αλλά σε αυτούς που είναι μέτοχοι των μονοπωλιακών επιχειρήσεων, που έχουν στην ιδιοκτησία τους εργοστάσια, τράπεζες, μεγαλοκαταστήματα, αποθήκες, πλοία κλπ. Ανήκει σε αυτούς που δεν ξέρουν τι έχουν. Έτσι γίνονται τα κότερα, οι βίλες, έτσι χτίζεται η ζωή μέσα στη χλιδή, ο πλουτισμός.
Σε αυτούς ανήκουν τα πάντα, ενώ δεν εργάζονται, δεν έχουν κάποιον ρόλο στην κοινωνική παραγωγή και δε βάζουν στην πραγματικότητα ούτε σεντ από την τσέπη τους. Ό,τι επενδύουν προέρχεται από τη δουλειά των άλλων. Μια ιδιοκτησία, δηλαδή, που στηρίζεται στην κλοπή της δουλειάς, της εργασίας της πλειοψηφίας των εργαζόμενων. Γι’ αυτό και μιλάμε για «κοινωνικά παράσιτα».
Είτε μεγαλώνει ο πλούτος είτε μικραίνει, η αδικία θα διευρύνεται… Σταθερό στοιχείο είναι οι ότι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη, θα έχουν πάντα αναλογικά μικρότερο μερτικό στον πλούτο που παράγεται, στην «πίτα», όπως λένε, όποιο και αν είναι το μέγεθος της «πίτας». Ακόμα και σε συνθήκες όπως ήταν η δεκαετία του 2000, όταν, π.χ., η Ελλάδα έφτασε σε ρυθμούς ανάπτυξης μέχρι και 6% το 2003 (τόση περίπου ανάπτυξη έχει η Κίνα, για να καταλάβουμε το μέγεθος), τότε που ο πλούτος μεγάλωνε με μεγάλους ρυθμούς, όμως το ποσοστό του πλούτου που «έπαιρναν» οι εργαζόμενοι μίκραινε σε σχέση με το παρελθόν. Αυτό είναι μια ιστορική τάση, γιατί μόνο έτσι μπορεί να λειτουργεί ο καπιταλισμός ώστε να εξασφαλίζει την κερδοφορία των καπιταλιστών. Τότε ήταν αυτά που τώρα τα ονομάζουν «ωραία χρόνια του ΠΑΣΟΚ», δηλαδή περίοδος καπιταλιστικής ανάπτυξης που έδινε τη δυνατότητα και για ορισμένα μέτρα με στόχο την εξαγορά εργαζομένων, η οποία όμως έκρυβε από πίσω την ένταση της εκμετάλλευσης που ηταν απαραίτητος όρος για να μεγαλώσουν κεφάλαια, να κάνουν επενδύσεις στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες ιδιαίτερα των Βαλκανίων. Πρόκειται άλλωστε για μια περίοδο που προετοίμασε την περίοδο της κρίσης. Οι μεγάλοι ρυθμοί ανάπτυξης στον καπιταλισμό φέρνουν πάντα πιο κοντά την κρίση. Γιατί έρχεται μια στιγμή που τα κεφάλαια που συσσωρεύονται δεν μπορούν να αξιοποιηθούν με στόχο μεγαλύτερα ακόμα κέρδη ή πιο σωστά μεγαλύτερα ποσοστά κέρδους, όπως θα ήθελαν οι μονοπωλιακοί όμιλοι.
Αυτή η λειτουργία, που βρίσκεται στο DNA του συστήματος, «μεταφράζεται» και σε συγκεκριμένες πολιτικές των κυβερνήσεων και του αστικού κράτους.
Στο χώρο του Φεστιβάλ, για παράδειγμα, υπάρχει ένα εύστοχο ταμπλό που γράφει χαρακτηριστικά ότι «εμείς νοικιάζουμε σπίτι για 600€» και οι εργοδότες «μάς νοικιάζουν για 13 ώρες»…με αφορμή το νομοσχέδιο της κυβέρνησης της ΝΔ.
Τι είναι λοιπόν αυτό το νέο νομοσχέδιο που φέρνει η κυβέρνηση για τη 13ωρη εργασία και στο οποίο τα συνδικάτα απαντάνε με απεργία την 1η Οκτώβρη, για την επιτυχία της οποίας πρέπει να δώσουμε όλοι τη μάχη μέχρι την τελευταία στιγμή;
Είναι ένα αποφασιστικό βήμα, ως συνέχεια της πολιτικής που έχει υλοποιηθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια απ’ όλες τις κυβερνήσεις για λογαριασμό του κεφαλαίου και των επιχειρηματικών ομίλων με ένα στόχο: Την πλήρη υπαγωγή του εργαζόμενου στις άμεσες τρέχουσες ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής, δηλαδή της κερδοφορίας. Βασικός μοχλός είναι η διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου, δηλαδή το να δουλεύεις όταν, όσο και όποτε έχει ανάγκη η καπιταλιστική επιχείρηση.
Υπάρχουν πάρα πολλές μέθοδοι για να το πετύχουν αυτό. Ένας τρόπος είναι το 13ωρο, η επέκταση δηλαδή όλου του εργάσιμου χρόνου. Άλλος τρόπος είναι, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της επιστήμης και της τεχνολογίας, να αναιρείται η διάκριση εργάσιμου και μη εργάσιμου χρόνου (π.χ. τηλεργασία) ή να μειώνεται δραματικά το τμήμα του εργάσιμου χρόνου που ο εργαζόμενος δουλεύει για να αναπαράγει τις δικές του ανάγκες, άρα να μεγαλώνει το τμήμα που δουλεύει για λογαριασμό των επιχειρηματικών ομίλων. Όλα αυτά εφαρμόζονται εναλλάξ σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο και στην ΕΕ.
Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ
Στη συζήτηση για το 13ωρο υπάρχει όμως ένας ακόμα παράγοντας που δεν πρέπει να ξεχνάμε. Ότι, όπως έχουμε αποκαλύψει ως Κόμμα και μέσα από το Ριζοσπάστη, η απαίτηση για αύξηση των ωρών εργασίας συνδέεται και με την τρέχουσα περίοδο, με την ανάγκη του προσανατολισμού της καπιταλιστικής παραγωγής στην πολεμική οικονομία. Μας δίνεται μια ευκαιρία, λοιπόν, να πούμε δυο κουβέντες για το πώς ο καπιταλισμός «φοράει στολή παραλλαγής» ακριβώς για τους ίδιους λόγους που σε συνθήκες ειρήνης παίρνει μέτρα για την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων με κάθε κόστος. Σήμερα, σε συνθήκες που τα σύννεφα ενός γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου πυκνώνουν, ευρύτερες εργατικές-λαϊκές δυνάμεις καταλαβαίνουν ότι τα προσχήματα που αξιοποιούνται για τον πόλεμο ή και την εμπλοκή της χώρας είναι σαθρά, ψεύτικα, αποπροσανατολιστικά, ότι ο πόλεμος γίνεται για τα μεγάλα συμφέροντα. Πάνω σε αυτήν τη βάση μπορούμε και πρέπει να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα, ώστε να κατανοηθεί πλατιά ο πραγματικός χαρακτήρας του πολέμου. Δεν τον χαρακτηρίζουμε τυχαία ως ιμπεριαλιστικό πόλεμο, πάνω απ’ όλα ο πόλεμος γίνεται επειδή σπάνε παλιές συμφωνίες και συμβιβασμοί, αμφισβητούνται παλιοί συσχετισμοί και ξαναμοιράζονται αγορές, εδάφη, πλουτοπαραγωγικές πηγές, δρόμοι μεταφοράς εμπορευμάτων κλπ. Γίνεται πόλεμος για το ποιος κάνει κουμάντο στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, δηλαδή για την πρωτοκαθεδρία. Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, παλεύουν για να διατηρήσουν τον παλιό συσχετισμό δυνάμεων, ενώ η Κίνα και οι σύμμαχοί της για να δημιουργηθεί νέος συσχετισμός δυνάμεων. Αν δούμε τα δύο μεγάλα πολεμικά μέτωπα που βρίσκονται σε εξέλιξη, θα καταλάβουμε ότι δεν είναι άσχετα με αυτήν τη διαπάλη.
Στην Ουκρανία, ΝΑΤΟ και Ρωσία συγκρούονται για το στρατιωτικό έλεγχο της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Ευρώπης και τον ορυκτό και ενεργειακό πλούτο της Ουκρανίας. Στην Παλαιστίνη, το Ισραήλ σφάζει το λαό της με τις πλάτες των ΗΠΑ και μια σειρά κρατών της ΕΕ, γιατί στην περιοχή διακυβεύονται μεγάλα συμφέροντα για τους δρόμους μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων.
Υπάρχουν όμως και άλλες σημαντικές πλευρές που φανερώνουν τη σύνδεση του πολέμου με τον καπιταλισμό. Ένας λόγος που η καπιταλιστική ανάπτυξη φρενάρει παγκόσμια είναι ότι υπάρχουν κεφάλαια που δεν μπορούν να αξιοποιηθούν κερδοφόρα. Πρόκειται για αυτό που ονομάζουμε υπερσυσσώρευση. Ψάχνουν για διέξοδο εδώ και πολλά χρόνια. Προσπάθησαν να το λύσουν με τη στροφή στην πράσινη και ψηφιακή οικονομία, χωρίς όμως να μπορέσουν να δώσουν αποφασιστική λύση. Ο πόλεμος όμως αποτελεί «διέξοδο». Πρώτα απ’ όλα γιατί επενδύονται κεφάλαια στην «πολεμική οικονομία», αλλά και γιατί η καταστροφή ανοίγει το δρόμο για επενδύσεις. Για παράδειγμα, πεδίο ανταγωνισμού αποτελούν ήδη από σήμερα τα σχέδια ανοικοδόμησης της Ουκρανίας ή της Γάζας ανάμεσα σε διεθνείς κατασκευαστικές εταιρίες, χωρίς να έχει τελειώσει κανένας από τους δύο πολέμους.
Συχνά χρησιμοποιούμε τα εξής λόγια του Μπρεχτ: «Ο πόλεμος γεννιέται από την ειρήνη τους. Και σκοτώνει ό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους.»
Ο πόλεμος δεν είναι διακοπή της «φυσιολογικής λειτουργίας» του συστήματος, δεν είναι κάτι έξω από τη φύση του καπιταλισμού. Αντίθετα, αποτελεί προέκταση σε άλλες συνθήκες των ίδιων κανόνων, των νόμων λειτουργίας του συστήματος. Χρόνια μας λένε ότι ο ανταγωνισμός, η επιχειρηματικότητα, το κυνήγι του κέρδους είναι αυτά τα μέσα που προάγουν την ανάπτυξη και την ευημερία. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι αυτά είναι επίσης τα μέσα και τα κριτήρια που οδηγούν και στην καταστροφή και στον πολεμικό όλεθρο. Στο Κεφάλαιο, ο Κ. Μαρξ υιοθετεί μια διατύπωση του συνδικαλιστή Τόμας Ντάνινγκ: «Το κεφάλαιο το τρομάζει η έλλειψη κέρδους ή το πολύ μικρό κέρδος […]. Όταν το κεφάλαιο έχει το ανάλογο κέρδος, γίνεται τολμηρό. Με 10% κέρδος αισθάνεται τον εαυτό του σίγουρο και μπορεί να το χρησιμοποιήσει κανείς παντού, με 20% γίνεται ζωηρό, με 50% γίνεται θετικά παράτολμο, με 100% τσαλαπατάει όλους τους ανθρώπινους νόμους, με 300% δεν υπάρχει έγκλημα που να μη ριψοκινδυνεύσει να το πράξει.» Αυτή η αναφορά, που έχει επιβεβαιωθεί δεκάδες φορές με τραγικό τρόπο σε συνθήκες ειρήνης, με εργοδοτικά εγκλήματα –οπως αυτά που ειδαμε τις τελευταίες ημέρες στο λιμάνι ή σε βιομηχανίες– με κρατικά εγκλήματα, όπως, π.χ., στα Τέμπη, σε φυσικές καταστροφές κλπ., μπορεί να εξηγήσει και τη σχέση του καπιταλισμού με τον πόλεμο. Ο ανταγωνισμός, η επιχειρηματικότητα και το κυνήγι του κέρδους οδηγούν τελικά και στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, στις ανθρωποσφαγές και στον κίνδυνο ενός παγκόσμιου ολέθρου. Αυτό επιβεβαιώνει ότι ο αγώνας σήμερα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, στην εμπλοκή της Ελλάδας, ο αγώνας για την πραγματική ειρήνη, που μπορεί σήμερα να ξεκινάει πάνω στην οργή και στην αγανάκτηση που δημιουργεί η σφαγή, π.χ., στη Γάζα, θα βρίσκει πραγματική διέξοδο όσο συνδέεται με τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό.
Η ΑΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΊΝΑΙ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Παρ’ όλα αυτά, θα πει κάποιος, παρά την αδικία, τις αντιθέσεις, τη φτώχεια και τον πλούτο, ωστόσο, κανένα σύστημα δεν είναι τέλειο. Όμως ο καπιταλισμός έχει δημοκρατία, σου δίνει τη δυνατότητα με την ψήφο σου να επιλέγεις ποιος θα σε κυβερνά και να αλλάζεις όταν κάποιος δε σου κάνει. Την τελευταία 25ετία, δηλαδή από το 2000 και μετά, άλλαξαν 13 κυβερνήσεις. Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΣΥΡΙΖΑ, κυβερνήσεις συνεργασίας διάφορων κομμάτων, κυβερνήσεις τεχνοκρατών με επικεφαλής τραπεζίτες. Έχουν εφαρμοστεί όλες οι εκδοχές των αστικών κυβερνήσεων. Οι κυβερνήσεις πέφτουν, φεύγουν, αλλάζουν, αλλάζουν οι συσχετισμοί των κομμάτων, νέα κόμματα ιδρύονται και άλλα εξαφανίζονται, αλλάζουν πρόσωπα και ηγεσίες. Ένα πράγμα μόνο δεν αλλάζει: Το ποια τάξη έχει την εξουσία. Ανεξάρτητα από τον προσδιορισμό, δεξιές, κεντροδεξιές, κεντροαριστερές ή αριστερές, όλες οι κυβερνήσεις ήταν κυβερνήσεις της αστικής τάξης. Άρα έχει σημασία να δούμε τι «αλλάζει» μέσα από τις εκλογές και τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και τι δεν αλλάζει. Δεν υπάρχει καμία μεταβολή στην πολιτική δύναμη της αστικής εξουσίας, στη δυνατότητα δηλαδή μια κοινωνική μειοψηφία να επιβάλει τη θέλησή της στη μεγάλη πλειοψηφία. Μια δυνατότητα που δεν κρίνεται από τις εκλογές, αλλά πηγάζει από την οικονομική δύναμη, ποιος έχει τον πλούτο, τα μέσα παραγωγής στα χέρια του. Οι πιο κρίσιμες αποφάσεις, έλεγε ο Λένιν, παίρνονται στα χρηματιστήρια και στα τραστ του πολέμου. Τα κοινοβούλια και οι κυβερνήσεις απλά τις επικυρώνουν και τις μετατρέπουν σε νόμους.
Αυτό δεν είναι μια θεωρητική διαπίστωση των μαρξιστών. Είναι κάτι που πιστοποιείται μέσα από την ίδια την πολιτική πείρα. Δεν υπάρχει ούτε μία απόφαση που να έχουν πάρει οι κυβερνήσεις των τελευταίων 25 χρόνων, δεν υπάρχει ούτε μία απόφαση του κοινοβουλίου που να μην έχει τη σφραγίδα του «θέλω» της αστικής τάξης. Όλα αυτά που πολλές φορές περιγράφουμε ως αντιλαϊκά μέτρα και αποφάσεις είναι τέτοια όχι εξαιτίας παραλήψεων ή αδυναμιών αλλά επειδή είναι μέτρα υπέρ του κεφαλαίου και των μονοπωλιακών ομίλων, επιβεβαιώνοντας ότι, ακόμα και σε ζητήματα που φαίνονται πιο απλά, η εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου έρχεται σε αντίθεση με τα εργατικά-λαϊκά συμφέροντα.
Σήμερα οι νεότερες γενιές εργαζόμενων βιώνουν τις επιπτώσεις αποφάσεων των κυβερνήσεων όλης της 25ετίας, βιώνουν τις επιπτώσεις από τις αντιδραστικές εξελίξεις στην ίδια τη λειτουργία του καπιταλισμού ως σύστημα οι οποίες τώρα ωριμάζουν διαμορφώνοντας χειρότερες συνθήκες ζωής. Σε κρίσιμα στρατηγικά ζητήματα, τα κόμματα που κατά τ’ άλλα εμφανίζονται ως αντίπαλοι ψηφίζουν και στηρίζουν μαζί νομοσχέδια που περιλαμβάνουν στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης. Και μάλιστα, δεν είναι και λίγα αυτά. Όταν, π.χ., το ΠΑΣΟΚ ψηφίζει μαζί με την κυβέρνηση της ΝΔ το 50-70% των νομοσχεδίων, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίζει μαζί με την κυβέρνηση της ΝΔ το 30-40% των νομοσχεδίων, όταν άλλες δυνάμεις που εμφανίζονται ως αντισυστημικές ψηφίζουν το 20, το 30% των νομοσχεδίων (βλ. τα κόμματα του Βελόπουλου και της Κωνσταντοπούλου).
Άραγε γιατί ψηφίζουν αφού θα μπορούσαν να «περάσουν» μόνο με την κυβερνητική πλειοψηφία; Ψηφίζουν για να σηματοδοτήσουν τη στρατηγική τους σύμπλευση ως κόμματα του κεφαλαίου, για την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, τη στρατηγική συμμαχία, π.χ., με το Ισραήλ, την απελευθέρωση και τις ιδιωτικοποιήσεις, την υγεία εμπόρευμα, την ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις κ.ά. Είναι μήνυμα στο κεφάλαιο ότι είναι έτοιμοι να συνεχίσουν την αντιλαϊκή σκυταλοδρομία, είναι όμως και μήνυμα στο λαό να συναινέσει στα αντιλαϊκά «θέλω» του κεφαλαίου, τα οποία αναδεικνύονται ως «εθνικά».
Θα πει κανείς, μήπως αυτό είναι πολύ απλουστευτικό, δεν έχουν διαφορές και αντιθέσεις;
Κι εμείς θα απαντήσουμε με σιγουριά: Βεβαίως και έχουν διαφορές και αντιθέσεις. Όμως το ζήτημα είναι αν οι αντιθέσεις τους αφορούν τα εργατικά-λαϊκά συμφέροντα ή όχι. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, την περίοδο των μνημονίων. Διαμορφώθηκε ένα μπλοκ μνημονιακών και ένα μπλοκ αστικών δυνάμεων που έλεγαν ότι είναι αντιμνημονιακές, ότι θα καταργήσουν τα μνημόνια με ένα νόμο και με ένα άρθρο. Τόσο οι μνημονιακές δυνάμεις όσο και οι δήθεν αντιμνημονιακές εξέφραζαν από κοινού τα συμφέροντα του κεφαλαίου, διαφωνούσαν αν η διαχείριση της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου μπορεί να γίνει με άλλον τρόπο, προβληματίζονταν ότι ορισμένα μνημονιακά μέτρα περιόριζαν, για παράδειγμα, την κρατική ενίσχυση των επενδύσεων. Όταν οι αντιμνημονιακοί ήρθαν στην κυβέρνηση, έφεραν ένα τρίτο, ακόμα πιο αντιλαϊκό μνημόνιο για λογαριασμό του κεφαλαίου στο σύνολό του, φανερώνοντας ότι οι διαφορές τους δεν είναι αγεφύρωτες. Όλο αυτό το παιχνίδι πουλήθηκε στους εργαζόμενους που ήταν στο δρόμο, σε αγώνες και κινητοποιήσεις, ως σκληρή διαπραγμάτευση, με υποσχέσεις, ακόμα και για ρήξη, δημιουργώντας ψευδαισθήσεις για φιλολαϊκή κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού και οδηγώντας τελικά σε απογοήτευση και συμβιβασμό, με τη μεγάλη συμβολή βεβαίως της σοσιαλδημοκρατίας (παλιάς και νέας) και του οπορτουνισμού. Το παιχνίδι του αστικού κοινοβουλευτισμού χρειάζεται και τις αντιθέσεις για να λειτουργεί και η εξαπάτηση του λαού, για να μπορεί να παίζει το θεσμικό της ρόλο η αξιωματική αντιπολίτευση, όπως έλεγε κάποιος αναλυτής τις προάλλες, για να διαιωνίζεται η ψευδαίσθηση ότι μέσα από τις κοινοβουλευτικές εναλλαγές και τις αναμορφώσεις στο αστικό πολιτικό σύστημα που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, με αναπαλαιώσεις, μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα υπέρ των εργαζόμενων.
Υπάρχει βέβαια η άποψη ότι δε λειτουργούν σωστά οι θεσμοί, το κράτος, δεν εφαρμόζεται το Σύνταγμα. Στην πλατιά λαϊκή συνείδηση, το κράτος και οι θεσμοί του γίνονται αντιληπτοί ως μια δύναμη που στέκεται απέναντι στις αντιθέσεις και στις διαφορές και μπορεί να τους «φροντίσει» όλους, να τους προστατέψει. Γι’ αυτό ακούμε συχνά ότι δεν υπάρχει κράτος, δε λειτουργούν οι θεσμοί κλπ. Το αστικό κράτος όμως και οι αστικοί θεσμοί κάθε άλλο παρά αδρανείς είναι. Η πείρα φανερώνει το ταξικό κριτήριο με το οποίο λειτουργούν, με τι φροντίδα το αστικό κράτος παίρνει και υλοποιεί αποφάσεις για τη στήριξη επενδύσεων μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Τις στηρίζει με χρήματα παρμένα από την τσέπη των εργαζομένων, στέλνει στρατεύματα και πλοία όπου θέλει το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, οι εφοπλιστές. Αυτά τα κάνει την ίδια ώρα που δεν μπορεί να προστατέψει το λαό από φυσικές καταστροφές, πυρκαγιές, πλημμύρες, την ίδια ώρα που, π.χ., τα νοσοκομεία είναι σε άθλια κατάσταση. Η αστική δικαιοσύνη γρήγορα και άμεσα παίρνει μέτρα διώκοντας εργαζόμενους, αγρότες, νέους, που μπορεί να έκλεισαν ένα δρόμο ή για να χαρακτηρίσει κάποια απεργία παράνομη ή για να διευκολύνει τις επενδύσεις επιχειρηματιών, την ίδια ώρα που αποφυλακίζει τους Χρυσαυγίτες, που τραβάει σε μάκρος τις δίκες για σκάνδαλα, που δε βλέπει ενόχους στο Μάτι ή βάζει εμπόδια στην υπόθεση των Τεμπών. Αυτά δεν είναι δυσλειτουργίες, είναι οι κανονικές λειτουργίες ενός κράτους που υπηρετεί τα συμφέροντα των λίγων και όχι την εργατική-λαϊκή πλειοψηφία. Είναι αυτό που λέμε δικτατορία του κεφαλαίου: Κάθε μηχανισμός, κάθε λειτουργία, κάθε θεσμός, κάθε νόμος υπερασπίζεται το δίκαιο του κεφαλαίου σε βάρος του δικαίου των εργαζομένων. Τάξη ενάντια σε τάξη. Γι’ αυτό, άλλωστε, με γεωμετρική πρόοδο τα τελευταία χρόνια αυξάνονται τα μέτρα καταστολής σε βάρος των εργατικών-λαϊκών κινητοποιήσεων, ενισχύονται οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, οι παρακολουθήσεις, τα σχέδια αντιμετώπισης των λαϊκών αγώνων.
ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ «ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»
Μπορεί να υπάρχει ατομική ελευθερία για όλους σε συνθήκες που ο κυρίαρχος νόμος είναι η καπιταλιστική εκμετάλλευση; Η απάντηση είναι προφανώς και όχι. Η ελευθερία καθορίζεται από την κοινωνική θέση. Γι’ αυτό όταν ακούμε έννοιες για ελευθερία και δημοκρατία, πάντα, μα πάντα, πρέπει να ρωτάμε: για ποιον; Πίσω από την ψευδαίσθηση της ατομικής ελευθερίας και των δικαιωμάτων που υποτίθεται ότι την συγκροτούν βρίσκεται ο αστικός ατομικισμός που είναι φυσικό να είναι ιδιότητα του εκμεταλλευτή, δεν είναι όμως φυσικό να είναι ιδιότητα του εκμεταλλευόμενου. Δεν υπάρχουν «άτομα» γενικά, υπάρχουν ατομα μέσα στις κοινωνικές τους σχέσεις, μέσα στην ταξική τους τοποθέτηση, υπάρχουν εργαζόμενοι και καπιταλιστές. Το άτομο δηλαδή δεν μπορεί να σταθεί έξω από τις κοινωνικές σχέσεις, δεν μπορεί κανείς να φτιάξει ατομικές ουτοπίες, νησίδες ελευθερίας και αυτοπραγμάτωσης έξω από το συλλογικό.
Μπορεί, για παράδειγμα, σε συνθήκες που ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας βαθαίνει, που όλοι όλο και περισσότερο γινόμαστε ένα τμήμα μιας μεγάλης παραγωγικής διαδικασίας, μιας κοινωνικής λειτουργίας όπου όλοι εξαρτιόμαστε ακόμα περισσότερο από άλλους, να διαχωρίζεται η ατομική ελευθερία από τη συλλογική κοινωνική απελευθέρωση;
Η αφηρημένη συζήτηση περί ελευθερίας και δικαιωμάτων οδηγείται σε ακραία μονοπάτια ατομισμού, που όμως στις σημερινές συνθήκες δεν είναι περιθωριακά. Για παράδειγμα, υπάρχουν διλήμματα για το αν μπορούμε να συνταιριάσουμε το δικαίωμα στην εργασία με το δικαίωμα στην απεργία. Ή, π.χ., πώς πλασάρει η κυβέρνηση το 13ωρο; Είναι δικαίωμα του εργαζόμενου να δουλεύει όσες ώρες θέλει. Ή επίσης το δικαίωμα του συνταξιούχου να δουλεύει και μετά τη σύνταξη. Δικαίωμα απέναντι σε δικαίωμα. Αυτή η συζήτηση περί ατομικών «δικαιωμάτων» ουσιαστικά έρχεται να συσκοτίσει το αληθινό δικαίωμα του συνόλου των εργαζόμενων ανθρώπων, των σύγχρονων μισθωτών της εργατικής τάξης να κατέχουν τον πλούτο που παράγουν, να κάνουν δικά τους τα αποτελέσματα της παραγωγής, δικαίωμα που διαμορφώνεται μέσα από την κοινωνική εξέλιξη και αναγκαιότητα.
Ο ακραίος ατομισμός που κυριαρχεί στην αστική κοινωνία διαμορφώνει και ανάλογα πρότυπα, όπως ο ναρκισσισμός, η αποθέωση του εγώ, έκφραση της στρεβλής αντίληψης που διαμορφώνει το σύστημα, λειτουργεί όμως ταυτόχρονα και ως εργαλείο χειραγώγησης. Το χειρότερο είναι ότι πρόκειται για ένα αντιδραστικό περιεχόμενο που εμφανίζεται με «προοδευτικό» και ελευθεριακό περιτύλιγμα.
Δεν είναι καινούργια η προσπάθεια να αποκοπούν μια σειρά ζητήματα που ονομάζονται «ατομικά», «διαπροσωπικά» από το κοινωνικό τους περιεχόμενο, να εμφανιστούν πέρα από τις κοινωνικές σχέσεις, να αναδειχθούν σε αταξικά οικουμενικά προβλήματα. Σήμερα συναντάμε τέτοιες θέσεις στα διάφορα ρεύματα του «ατομικού δικαιωματισμού» . Οι παλιότεροι θυμόμαστε τη συμβολή που είχε ο οπορτουνισμός σε μια τέτοια λογική από πολύ παλιά . Το σύνθημα του Ρήγα Φεραίου, της νεολαιίστικης οργάνωσης του λεγόμενου ΚΚΕ εσ. (προγόνου του ΣΥΡΙΖΑ), ότι εκτός από τον «ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά», ερχόταν ως απάντηση στη επιμονή του ΚΚΕ και της ΚΝΕ να προτάσσει τα μεγάλα ζητήματα και να αναζητά τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές αιτίες όλων των κοινωνικών προβλημάτων.
Οι κομμουνιστές τονίζουμε το συλλογικό σε σχέση με το ατομικό όχι ως προτίμηση, ως στιλ, ως επιλογή, αλλά ως βαθιά κατανόηση μέσα από τη θεωρία μας, την ιστορία και την πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων, ότι οι τύχες του ενός ατόμου είναι άμεσα συνδεδεμένες με τις τύχες όλων, ότι το ατομικό συμφέρον υπηρετείται μέσα από το συλλογικό. Είμαστε με το συλλογικό γιατί παλεύουμε για μια κοινωνία όπου η απελευθέρωση του καθενός περνάει μέσα από την κοινωνική απελευθέρωση. Γι’ αυτό, όχι μόνο οι κομμουνιστές, αλλά όλοι οι νέοι αγωνιστές πρέπει να αντιπαλεύουν τον τρόπο ζωής που τους θέλει ξεμοναχιασμένους, κατακερματισμένες προσωπικότητες, να υιοθετούν θραύσματα ιδεών και ρόλων, να αντιπαλεύουν τις αντιλήψεις που αμφισβητούν την αντικειμενική πραγματικότητα και καλλιεργούν την άποψη ότι υπάρχει μόνο η υποκειμενική αλήθεια του καθενός. Η στρέβλωση της πραγματικότητας δεν είναι μόνο ανορθολογισμός που αναπτύσσεται μέσα στο σύστημα, αλλά υπηρετεί και σκοπιμότητα, τον κατακερματισμό, τη συνειδητή αποξένωση, για να διαιωνίζεται το σύστημα της εκμετάλλευσης.
Το πώς αντιλαμβανόμαστε εμείς οι κομμουνιστές το ζήτημα της ελευθερίας και για ποια ελευθερία παλεύουμε νομίζω ότι συμπυκνώνεται σε μια παρέμβαση του Μπρεχτ στη συζήτηση για τον αν υπάρχει ελευθερία στην ΕΣΣΔ, όπου απάντησε ότι: «Δεν μπορώ να πω ότι στη Σοβιετική Ένωση έχει ελευθερία, έχει όμως απελευθέρωση...», θέλοντας να δείξει ότι η πραγματική ελευθερία συνδέεται με την κομμουνιστική κοινωνία και η διαδικασία οικοδόμησής της είναι μια διαδικασία απελευθέρωσης.
Εμείς λοιπόν παλεύουμε για την κοινωνική και κατά συνέπεια ατομική απελευθέρωση που θα ανοίξει το δρόμο για το βασίλειο της πραγματικής ελευθερίας, τον κομμουνισμό…
«ΑΝΤΙΣΥΣΤΗΜΙΚΗ» ΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΛΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ
Το σύνθημα του Φεστιβάλ λέει ότι ανατρέπουμε το παλιό… Ποιο όμως είναι το παλιό που πρέπει να γκρεμίσουμε; Το σύστημα, θα πει κάποιος. Όμως δεν είναι σίγουρο ότι όλοι εννοούμε το ίδιο όταν μιλάμε για σύστημα.
Οι κομμουνιστές είναι αντισυστημικοί από τη γέννηση και τη διαμόρφωσή τους ως κίνημα, ως επαναστατικό ρεύμα. Γιατί στο στόχαστρο βάζουν το σημερινό οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σύστημα, δηλαδή τον καπιταλισμό. Βάζουν στο στόχαστρο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής πάνω στον οποίο στηρίζονται όλες οι άλλες κοινωνικές σχέσεις. Αυτό είναι το παλιό σήμερα. Είναι παλιό εδώ και πάνω από έναν αιώνα. Ένα σύστημα που σαπίζει και πεθαίνει.
Κι αν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 έμοιαζε ο σάπιος κόσμος να ξανατονώνεται, όπως λέει και το τραγούδι, δεν άργησε πολύ να μας δείξει με διάφορους τρόπους τη σαπίλα του. Όσο και να σαπίζει όμως, δεν πέφτει μόνο του. Και σήμερα υπάρχει μόνο εξαιτίας της αδυναμίας των εργαζομένων και του κινήματός τους. Δεν υπάρχει επειδή, όπως λένε διάφοροι αναλυτές και θεωρίες, είναι ανθεκτικός, έχει μάθει να ξεπερνά τις αντιφάσεις του, να λύνει τις αδυναμίες του. Κάθε άλλο. Υπάρχει γιατί αποδείχτηκε ιστορικά ότι απαιτείται μια πιο υψηλή ταξική συνειδητότητα, μια μεγαλύτερη επαναστατική επιμονή και αποφασιστικότητα, θεμελιωμένη στην επιστημονική θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού, τόσο για να μην ξεστρατίζεις από το γκρέμισμα της παλιάς εξουσίας, όσο και για το χτίσιμο της νέας κοινωνίας. Αυτό μας δίδαξε η πορεία συγκρότησης του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, τα προβλήματα στην στρατηγική επεξεργασία και τακτική του, ο αποπροσανατολισμός με διάφορες αφορμές από το στόχο της εργατικής εξουσίας όσο βέβαια και η πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και η ανάσχεση της επαναστατικής ορμής για την πλήρη επικράτηση των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών σχέσεων.
Το σύστημα λοιπόν είναι ο καπιταλισμός, η εξουσία των μονοπωλίων, ο ιμπεριαλισμός. Μέσα σε αυτά εντάσσονται όλα τα υπόλοιπα, πολιτικό προσωπικό, σάπιοι και «φρέσκοι» αστικοί θεσμοί, υψηλόβαθμοι κρατικοί υπάλληλοι, διεφθαρμένοι και αδιάφθοροι, παλιοί και νέοι, φθαρμένοι και άφθαρτοι, καλοσυνάτα και σκαιά πρόσωπα, αυτοδημιούργητοι και κληρονόμοι, τζάκια και μη τζάκια κλπ., κλπ.
Όσοι ψάχνουν να βρουν το «σύστημα» αλλού, σε ορισμένες γωνίες, σε ορισμένα ακραία φαινόμενα της σαπίλας του πραγματικού συστήματος, δεν το κάνουν πάντα από άγνοια, όπως μπορεί αυθόρμητα να το αντιλαμβάνονται τμήματα του λαού. Το κάνουν και από σκοπιμότητα, για να κρύψουν την πραγματική ουσία του συστήματος.
Η πάλη απλώς για κάποια ανατροπή κυβέρνησης, προσώπων, εκλογικών συσχετισμών, δε σημαίνει ότι τα βάζεις με το σύστημα. Εμείς παλεύουμε για την ανατροπή που είναι σήμερα πιο αναγκαία από ποτέ. Δηλαδή για την επαναστατική ανατροπή. Η Ιστορία έχει αποδείξει ότι προχωρά μπροστά με επαναστάσεις. Αυτό δεν το λέμε από ρομαντισμό, αλλά από πραγματισμό, από τη συνειδητοποίηση της σύγχρονης αναγκαιότητας. Δε θέλουμε «να αλλάξουν όλα» και να μην αλλάξει τίποτα, θέλουμε να ανατρέψουμε τη ρίζα των προβλημάτων. Για να γεννηθεί το νέο, πρέπει να γκρεμιστεί το παλιό. Το παλιό δεν πέφτει μόνο του. Η αντίσταση του παλιού είναι δεδομένη και επιβεβαιωμένη. Ιστορικά υπάρχει πλούτος παραδειγμάτων. Και φάνηκε μάλιστα ότι αυτή η αντίσταση είναι ισχυρότερη και στο χρόνο, περισσότερο και απ’ ό,τι φαντάζονταν οι κομμουνιστές. Στη σημερινή κοινωνία διαμορφώνονται μόνο οι προϋποθέσεις για τη νέα κοινωνία, για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Διαμορφώνονται οι δυνατότητες, αλλά και η ανάγκη της νέας κοινωνικής οργάνωσης. Ο καπιταλισμός όμως δεν εξελίσσεται σε κάτι άλλο, σε κάτι νέο. Ούτε οι εφαρμογές των νέων τεχνολογιών, ούτε η ρομποτική, ούτε η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζουν τη φύση του καπιταλισμού. Φωτίζουν, όμως, τη δυνατότητα του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Φωτίζουν τη δυνατότητα απελευθέρωσης της εργασίας από τα δεσμά της εκμετάλλευσης, τη δυνατότητα απελευθέρωσης του χρόνου, τη δυνατότητα ικανοποίησης των εργατικών-λαϊκών αναγκών. Αλλά όσο αυτό δε λύνεται, ο καπιταλισμός θα ζει και θα βασιλεύει μέσα στις αντιφάσεις του, θα σαπίζει και θα γεννά τέρατα. Επανάσταση είναι η ριζική αλλαγή των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων από καπιταλιστικές, σε κομμουνιστικές-σοσιαλιστικές. Αυτό μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της συνειδητής μαζικής εργατικής-λαϊκής δράσης. Πρώτη πράξη σε αυτήν την κατεύθυνση είναι να γκρεμιστεί όλο το κρατικό και θεσμικό πλαίσιο που περιφρουρεί, προστατεύει και διαχειρίζεται το παλιό, τις παλιές σχέσεις. Δηλαδή να ανατραπεί η εξουσία των μονοπωλίων, του κεφαλαίου, του ιμπεριαλισμού.
35 λοιπόν χρόνια, από την ανατροπή του σοσιαλισμού και την αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ και τις άλλες χώρες του σοσιαλισμού, ο νικητής του «Ψυχρού Πολέμου» έχει χάσει τη μάσκα της «ευημερίας», της «δημοκρατίας» και της «ειρήνης», που έκρυβε ένα σύστημα που στην πραγματικότητα σαπίζει και πεθαίνει και όσο πεθαίνει και σαπίζει χωρίς να ανατρέπεται, τόσο πιο αποκρουστικό και επικίνδυνο γίνεται. Και όλο το νερό που κύλησε στο αυλάκι όλα αυτά τα χρόνια σε όλα τα πεδία της κοινωνικής, οικονομικής ανάπτυξης επιβεβαιώνει ότι ο σοσιαλισμός, που μπορεί να ηττήθηκε προσωρινά, μας χαμογελάει απ’ όλα τα παράθυρα δείχνοντας την υπαρκτή δυνατότητα μιας άλλης κοινωνίας, που θα βάζει τέλος στις αιτίες της αδικίας, που αντί για ένταση της εκμετάλλευσης θα προσφέρει απελευθέρωση του χρόνου εργασίας, που θα κάνει τον εργαζόμενο ιδιοκτήτη του πλούτου που παράγει, ανοίγοντας το δρόμο για να μπει τέλος στην εποχή των ιμπεριαλιστικών πολέμων… Η εποχή μας είναι εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων.
Ο σοσιαλισμός δεν είναι μια πιο δίκαιη κοινωνία, δεν είναι απλώς μια καλύτερη κατάσταση από σήμερα, δε δίνει ορισμένες καλύτερες λύσεις στα λαϊκά προβλήματα, είναι μια κοσμοϊστορική αλλαγή, αλλάζει σελίδα η ανθρώπινη ιστορία, ανοίγει μια νέα ολόκληρη ιστορική περίοδος όπου πια οι κοινωνίες δε λειτουργούν στηριγμένες στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Είναι ολόκληρη επαναστατική περίοδος.
Η επανάσταση λοιπόν δεν είναι απλώς ένα ξέσπασμα. Είναι η συνειδητή δράση του οργανωμένου και αποφασισμένου λαού να απαντήσει ριζικά στα αδιέξοδα που γεννά το σύστημα.
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Το πού θες να πας καθορίζει και το πώς θα πας, ποιον δρόμο θα ακολουθήσεις. Αυτό είναι ένα κρίσιμο ζήτημα. Αν θες ένα «δημοκρατικό καπιταλισμό», όπως ο Τσίπρας, ένα αστικό «κράτος δικαίου», όπως διάφορες δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και όχι μόνο, αν θες «ευρωπαϊκή κανονικότητα», αν θες δηλαδή να «μπαλώσεις» το σημερινό σύστημα, να κρύψεις τη σαπίλα του, να του φορέσεις καινούργια ρούχα, να του βάλεις καινούργια μάσκα, δε χρειάζεται να κάνεις και πολλά. Θα τα κάνει το ίδιο το σύστημα αντί για σένα.
Ήδη επιχειρηματικοί όμιλοι, αστικά επιτελεία, ΜΜΕ και άλλοι δουλεύουν τα σενάρια αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, νέα κόμματα, νέοι επίδοξοι ηγέτες, αναπαλαίωση των παλιών κλπ., κλπ. Εσύ απλώς θα πας να ψηφίσεις αυτούς που έχουν ήδη επιλέξει για σένα. Θα βρεθούν άλλωστε και οι πρόθυμοι που θα εξωραΐσουν αυτήν την κατάσταση, θα της δώσουν και «αριστερό», «ριζοσπαστικό» μακιγιάζ, όπως έκαναν και παλιότερα εγκλωβίζοντας ουσιαστικά στα αδιέξοδα του συστήματος δυνάμεις που αρχίζουν να ριζοσπαστικοποιούνται, να βλέπουν έξω από τα όριά του.
Έχει αποδειχτεί ιστορικά ότι μια κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού δεν ανοίγει και δεν άνοιξε ποτέ το δρόμο για επαναστατικές αλλαγές, όπως λένε κάποιες δυνάμεις του οπορτουνισμού. Ανεξάρτητα από προθέσεις, η αναζήτηση κυβερνητικής λύσης με βάση το αστικό κοινοβούλιο αυτό που κάνει είναι να συντηρεί αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, ότι ένας θεσμός του αστικού κράτους όπως είναι η κοινοβουλευτική διαδικασία μπορεί –κάτω από την πίεση του κινήματος– να φέρει ένα ανατρεπτικό αποτέλεσμα. Πρόκειται για ουτοπίες που οδηγούν σε επαναλαμβανόμενες ήττες.
Σήμερα επίσης ακούμε από κάποιους εκπροσώπους του οπορτουνιστικού χώρου ότι, αν βάλουμε στόχο να πέσει η κυβέρνηση του Μητσοτάκη, τότε μπορεί να ανοίξουμε το δρόμο για ριζικές ανατροπές. Σε εμάς που ανήκουμε σε παλιότερη γενιά είναι σαν «ντεζαβού». Στην εποχή που εμείς μπαίναμε στην πολιτική δράση, 18-20 χρονών φοιτητές, ακουγόταν ακριβώς το ίδιο σύνθημα –για τον πατέρα του σημερινού–, από τις ίδιες περίπου δυνάμεις που έλεγαν παρόμοια πράγματα, ότι μια εναλλαγή κυβέρνησης θα δώσει ώθηση στις διαθέσεις των μαζών. Ο Μητσοτάκης έπεσε και μετά ήρθε η 11χρονη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Και μετά τον Μητσοτάκη έπεσαν και άλλοι. Το σύστημα μια χαρά τα κατάφερε. Κανένα ρήγμα, κανένας κλονισμός, όσο μπορεί και αλλάζει τους εκπροσώπους του σαν τα πουκάμισα. Αντίθετα είναι η εργατική-λαϊκή δράση η πραγματικά αντισυστημική, δηλαδή αντικαπιταλιστικά προσανατολισμένη, που μπορεί να δυσκολεύει αντί να διευκολύνει, που μπορεί να «κάψει» τις εφεδρείες του συστήματος, να τσαλακώσει αυτές τις σωτήριες για το σύστημα εναλλαγές, να συμβάλει ώστε να ριζοσπαστικοποιούνται εργατικές-λαϊκές συνειδήσεις, να απεγκλωβίζονται από αστικά διλήμματα.
Ο στόχος λοιπόν καθορίζει και το δρόμο: Ο δικός μας δρόμος δεν είναι λεωφόρος, δεν είναι εύκολος, αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Και να πω και εδώ ότι πίσω από την κατηγορία ότι το ΚΚΕ τα παραπέμπει όλα στο σοσιαλισμό –από δυνάμεις μάλιστα που επικαλούνται την αντικαπιταλιστική πάλη– εκτός του ότι συσκοτίζεται το γεγονός πως το ΚΚΕ παλεύει σήμερα για όλα τα λαϊκά προβλήματα, κρύβεται τελικά και ο συμβιβασμός και οι αυταπάτες αυτών των δυνάμεων για τον ίδιο τον καπιταλισμό. Ονειρεύονται έναν καπιταλισμό που θα λύνει κάτω από την πίεση του λαϊκού κινήματος οξυμένα λαϊκά προβλήματα. Μπερδεύουν και απολυτοποιούν ιστορικές περιόδους του καπιταλισμού που υπήρχαν ορισμένες πιο εκτεταμένες παραχωρήσεις στους εργαζόμενους κυρίως λόγω του συσχετισμού δυνάμεων, της ύπαρξης της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού συστήματος. Αυτή η περίοδος όμως έχει πάψει να υπάρχει όχι 25, αλλά 50 χρόνια πριν.
Συζητώντας σήμερα για την επανάσταση σε μη επαναστατικές συνθήκες και υπό το βάρος της αντεπανάστασης πριν 35 χρόνια, είναι λογικό να υπάρχουν πολλά ερωτήματα γι’ αυτό το ζήτημα.
Καταρχάς η επανάσταση δεν ήταν ποτέ και δε θα είναι αποτέλεσμα απλώς της θέλησης κάποιας κοινωνικής τάξης, κάποιου πολιτικού κόμματος. Πρέπει να στηρίζεται και σε ορισμένες αντικειμενικές εξελίξεις στην ίδια την κοινωνία. Όπως έχει αποδειχτεί και ιστορικά, η επανάσταση εκδηλώνεται σε συνθήκες που για διάφορους λόγους των ίδιων των κοινωνικών οικονομικών εξελίξεων το σύστημα δεν μπορεί να κυβερνιέται όπως πριν. Με αυτό δεν εννοούμε, π.χ., απλώς μια εναλλαγή κυβερνήσεων με έναν πιο συχνό τρόπο. Εννοούμε τα ρήγματα, τον κλονισμό που μπορεί να έχει στο ίδιο το αστικό κράτος, στους θεσμούς του, στις λειτουργίες του, ως αποτέλεσμα διάφορων αντιθέσεων που οξύνονται. Σε αυτήν την εξέλιξη επιδρά προφανώς η εργατική-λαϊκή δράση, όμως δεν την προκαλεί, δεν αποτελεί προϊόν μιας συνειδητής, σχεδιασμένης δράσης.
Σήμερα μπορεί να λέμε ότι ζούμε σε αντεπαναστατική περίοδο, σε περίοδο υποχώρησης του επαναστατικού κινήματος, όμως αν την συγκρίνουμε με το 1991 υπάρχει μια ποιοτική διαφορά. Σήμερα έχει συσσωρευτεί και συσσωρεύεται με γεωμετρική πρόοδο, τα τελευταία χρόνια, πολύ υλικό από τις εξελίξεις, από τις αντιθέσεις, τα μέτωπα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, την οικονομική στασιμότητα, τον κίνδυνο της κρίσης, υλικό που μπορεί να οδηγήσει σε στιγμές μεγάλου κλονισμού, μεγάλων δυσκολιών για το σύστημα. Αυτό το γεγονός απασχολεί και τα αστικά επιτελεία, γι’ αυτό και παίρνουν μέτρα με ένταση του αντικομμουνισμού, νέα μέτρα καταστολής, συκοφάντησης του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Πρόκειται για μια αντικειμενική κατάσταση που βρίσκεται στην ίδια την καπιταλιστική εξέλιξη. Όπως φτάνουμε στον πόλεμο ή στην οικονομική κρίση μέσα από τη λειτουργία του καπιταλισμού, έτσι μπορούμε να φτάσουμε και σε τέτοιες καταστάσεις.
Για παράδειγμα, ο Λένιν σημείωνε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος αποδείχτηκε μεγάλος σκηνοθέτης της επανάστασης. Ο πόλεμος σημαίνει ένα συγκλονισμό και για το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και το αστικό κράτος. Οι αντιθέσεις οξύνονται στο εξωτερικό, παλιές συμμαχίες και συμβιβασμοί σπάνε, νέες δημιουργούνται. Η σταθερότητα του συστήματος μπορεί να μοιάζει ακλόνητη, μέσα της όμως περιέχει όλα τα υλικά ενός μεγάλου κλονισμού. Ο πόλεμος ενώνει προσωρινά, ενώ στην πραγματικότητα βαθαίνει τις διαφορές, δυναμώνει ο εσωτερικός αγώνας στην αστική τάξη για το ποιος θα βγει κερδισμένος ή χαμένος για την επιλογή συμμαχιών στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Πάντα σε συνθήκες κρίσεων και πολέμων η αρχική τάση είναι η συσπείρωση των εργαζομένων και του λαού γύρω από την κυβέρνηση. Αυτή η τάση εκφράζει την ψευδαίσθηση ότι η κυβέρνηση είναι «δική του», εκλέχτηκε για να τον προστατεύσει, να του λύσει τα προβλήματα, να υπερασπιστεί τη ζωή και το συμφέρον του.
Η ιστορική πείρα από «κρίσιμες στιγμές» δείχνει ότι η αστική τάξη σε όλες τις εκδοχές της δεν υπερασπίζεται το λαό, αλλά τα συμφέροντά της και εδώ εκδηλώνεται η όξυνση της αντίθεσης ανάμεσα στην αστική τάξη από τη μια και την εργατική και τους συμμάχους της από την άλλη. Το παράδειγμα της στάσης της ελληνικής αστικής τάξης στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι χαρακτηριστικό. Γι’ αυτό πρέπει από τώρα να δυναμώσει η αποκάλυψη του πραγματικού χαρακτήρα του κράτους, ότι είναι δηλαδή όχι κράτος όλων, αλλά κράτος του κεφαλαίου. Γι’ αυτό, όχι μόνο δεν μπορούν και δεν πρέπει οι εργαζόμενοι να δείξουν εμπιστοσύνη στο αστικό κράτος και τις κυβερνήσεις του, αλλά πρέπει να το αμφισβητήσουν, να απειθαρχήσουν. Οι εργαζόμενοι, ο λαός, αντίθετα, πρέπει να εμπιστευτούν τη δύναμη της δικιάς τους αυτοτελούς οργάνωσης με όλες τις μορφές και όλα τα μέσα, για όλα τα ζητήματα, για τη διεκδίκηση, την αλληλεγγύη, την προστασία και την υπεράσπιση της ζωής και των δικαιωμάτων του λαού, μια δύναμη που μπορεί να μετατραπεί σε δύναμη σύγκρουσης και ανατροπής και όχι στήριξης της αστικής εξουσίας.
Οι κομμουνιστές έχουν αποδείξει και το αποδεικνύουν και σήμερα ότι δεν εγκαταλείπουν το λαό στις κρίσιμες συνθήκες, ούτε βέβαια στις συνθήκες του πολέμου, όποια εξέλιξη κι αν έχει αυτός, όπως κι αν διεξάγεται, αντίθετα πρωταγωνιστούν στον αγώνα για την υπεράσπιση των εργαζομένων και του λαού. Μάρτυρας η ηρωική του ιστορία της δεκαετίας του 1940, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του ΔΣΕ. Αυτό άλλωστε δίνει τη δυνατότητα να απαντηθεί από τους κομμουνιστές το ποια είναι η διέξοδος από τον πόλεμο. Όμως το ίδιο κρίσιμο είναι οι κομμουνιστές να μη χάνουν τον μπούσουλα, τον προσανατολισμό της δράσης τους, παίρνοντας υπόψη τις κάθε φορά συνθήκες, αλλά δουλεύοντας πάντα και σταθερά το βασικό ζήτημα: Ότι διέξοδος από τον πόλεμο υπέρ των εργαζομένων και του λαού δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την πάλη για την ανατροπή της αστικής εξουσίας, έξω από τον αγώνα για να έρθει στην εξουσία η εργατική τάξη με τη στήριξη των συμμάχων της. Είναι ένα πολύτιμο ιστορικό δίδαγμα που δεν πρόκειται να το εγκαταλείψουμε.
Γι’ αυτό χρειάζεται σήμερα να ωριμάζει η αντίληψη ότι τελικά η διέξοδος για το λαό δεν μπορεί να δοθεί μέσα στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Οι φαύλοι κύκλοι της οικονομικής κρίσης και της ανάπτυξης, με ένταση της εκμετάλλευσης, του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της ειρήνης με το πιστόλι στον κρόταφο, μπορούν να τελειώσουν μόνο με την ανατροπή αυτού του συστήματος και την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας, της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής.
Σε τέτοιες συνθήκες, το σύστημα, όσα προβλήματα κι αν έχει, όσο και να δυναμώνουν οι αντιφάσεις του, όσο και να οξύνει τα προβλήματα των εργαζόμενων, όσο και να δυναμώνει η εργατική-λαϊκή κινητικότητα και διαμαρτυρία, δεν πέφτει από μόνο του, χωρίς την αποφασιστικότητα του ΚΚ και του οργανωμένου εργατικού και λαϊκού κινήματος, που δε θα μπει μπροστά μόνο για να οργανώσει τη λαϊκή διεκδίκηση και πάλη, αλλά για να την οδηγήσει στο γκρέμισμα της εξουσίας των μονοπωλίων του κεφαλαίου.
Αυτό το γκρέμισμα είναι ουσιαστικά η αρχή μιας μακρόχρονης επαναστατικής διαδικασίας που περιλαμβάνει μια κοινωνική επανάσταση. Δεν μπορεί να μείνει τίποτα όρθιο από το παλιό κράτος, τους θεσμούς του, τον κρατικό μηχανισμό. Δεν μπορεί να αξιοποιηθεί τίποτα από αυτόν το σάπιο αντιδραστικό μηχανισμό προς όφελος των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων. Δεν είναι μια αλλαγή κυβέρνησης. Στη θέση του σημερινού κράτους οι εργαζόμενοι θα βάλουν το δικό τους κράτος, το εργατικό κράτος, που θα επιβάλλει τη θέληση της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας, που θα στηρίζεται στους δικούς του θεσμούς που θα έχουν γεννηθεί μέσα στην επαναστατική πάλη, θεσμούς που θα εκφράζουν την εργατική-λαϊκή συμμετοχή, τον εργατικό έλεγχο, την αιρετότητα και την άμεση ανακλητότητα των εκπροσώπων των εργαζόμενων.
Είναι λοιπόν κρίσιμο να διαμορφωθεί αυτή η ισχυρή εργατική-λαϊκή δύναμη που θα συγκρουστεί με αυτήν την εξουσία, με το σύστημα. Εμείς δεν περιμένουμε καμιά Δευτέρα Παρουσία, όπως μας λένε κάποιοι. Σήμερα κατακτάμε την ικανότητα και την αποφασιστικότητα, τη μαχητικότητα ως Κόμμα και ως ΚΝΕ. Σήμερα δουλεύουμε για να συγκροτηθεί αυτή η εργατική-λαϊκή δύναμη που και θα συμβάλει στις δυσκολίες και τους κλονισμούς του συστήματος, αλλά και θα μπορέσει, στην τελική, να του δώσει το αποφασιστικό χτύπημα. Και ξέρουμε ότι βασικό περιεχόμενο αυτής της δουλειάς που κάνουμε σήμερα είναι να γκρεμίζουμε αυταπάτες και ψευδαισθήσεις που υπάρχουν σε τμήματα των εργαζομένων και της νεολαίας για το αστικό κράτος, τους αστικούς θεσμούς και το ρόλο του.
Θα πει κανείς: έχουν αξία όμως οι σημερινοί αγώνες, παρόλο που δεν οδηγούν άμεσα στην ανατροπή;
Οι αγώνες τού σήμερα είναι πολύτιμοι. Πρώτα απ’ όλα γιατί σηματοδοτούν την αντίσταση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Σηματοδοτούν τη μη συναίνεση στην ένταση της εκμετάλλευσης, στη διαρκή επιδείνωση στη ζωή των εργαζόμενων που φέρνει σταθερά ο καπιταλισμός. Σηματοδοτούν το μη συμβιβασμό με τη ζωή έτσι όπως την θέλει το σύστημα, το μη συμβιβασμό με τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Μπορούν να ασκήσουν πίεση στο κεφάλαιο, στις αστικές κυβερνήσεις. Συμβάλλουν στο να βάζουν εμπόδια, να καθυστερούν την επίθεση, να έχουν και ορισμένες περιορισμένες, έστω, νίκες. Είναι ένα κίνημα άμυνας που έχει σημασία να δυναμώσει, να ισχυροποιηθεί. Γι’ αυτόν το λόγο μέσα στους κόλπους του χρειάζεται να ισχυροποιείται αυτή η μαχητική κατεύθυνση και ο προσανατολισμός που δεν παζαρεύει με βάση τις προτεραιότητες του κεφαλαίου, αλλά προτάσσει τις σύγχρονες εργατικές-λαϊκές ανάγκες. Σε αντίθεση με τις δυνάμεις που θέλουν οι αγώνες να γίνονται ντεκόρ σε διάφορα αστικά παζάρια.
Όμως αυτό το κίνημα και αυτοί οι αγώνες όσο μαζικό, δυνατό και ισχυρό και αν γίνει σήμερα δεν μπορεί να ανατρέψει συνολικά την κατάσταση.
Τι χρειάζεται; Χρειάζεται να δυναμώσει η πεποίθηση ότι η εργατική τάξη και ο λαός μπορούν να νικήσουν. Χρειάζεται αυτό που ξεκινάει σήμερα ως άμυνα, ως αντίσταση, να πάρει σε μια πορεία χαρακτηριστικά αντεπίθεσης, να πάρει χαρακτηριστικά σύγκρουσης με το κεφάλαιο, τις κυβερνήσεις του, τις δυνάμεις του και τελικά την εξουσία του. Ο λαός οργανωμένος στις δικές του μαζικές οργανώσεις, που δεν παζαρεύει τη ζωή του, που δε διεκδικεί καλύτερη μερίδα, αλλά ζητά όλο το καρβέλι. Μιλάμε για ένα κίνημα που τελικά θα έχει πολιτικό στόχο, θα βάζει δηλαδή το ζήτημα της εξουσίας.
Πώς θα φτάσουμε εκεί; Πολλά θα κριθούν και κρίνονται σήμερα από τις μικρές και μεγάλες μάχες. Από το πόσο το κίνημα στοχεύει σωστά τον κύριο αντίπαλο, που δεν είναι κυρίως οι κυβερνήσεις, αλλά αυτός που ανεβοκατεβάζει τις κυβερνήσεις. Από το πόσο το κίνημα δεν εγκλωβίζεται στους διάφορους αστικούς σχεδιασμούς. Από το πόσο το κίνημα δε μένει στην άμυνα, δεν παίζει μόνο άμυνα, αλλά διεκδικεί αυτό που έχει ανάγκη σήμερα η εργατική τάξη και ο λαός, με βάση τις δυνατότητες της οικονομίας και της παραγωγής, τις δυνατότητες της εποχής. Για παράδειγμα όχι μόνο να αντισταθούμε στο 13ωρο, αλλά να διεκδικήσουμε και τη μείωση του εργάσιμου χρόνου. Όχι μόνο να αντισταθούμε στην περαιτέρω εμπορευματοποίηση της υγείας, αλλά να διεκδικήσουμε και την πλήρη κατάργηση της επιχειρηματικής δράσης. Όχι μόνο να αντισταθούμε στην ιδιωτικοποίηση της ενέργειας, του νερού, αλλά να διεκδικήσουμε και την ενέργεια και το νερό ως καθολικά κοινωνικά αγαθά. Χρειάζεται λοιπόν κίνημα που συγκρούεται παντού, στο χώρο δουλειάς, στον κλάδο, σε κεντρικό επίπεδο. Που θα τα βάζει με το κράτος και τον ταξικό του χαρακτήρα.
Ενα κίνημα που θα σπάει τα στενά όρια της επιχείρησης, του κλάδου, της περιοχής, θα γίνεται ένα κίνημα όλης της εργατικής τάξης και πολύ περισσότερο ένα παλλαϊκό κίνημα, μια κοινωνική συμμαχία εργαζόμενων, αυτοαπασχολούμενων, αγροτών, που συγκρούονται με την εξουσία των μονοπωλίων, που συνενώνονται απέναντι στον κοινό τους εχθρό. Έτσι μπορεί σήμερα να αλλάζει ουσιαστικά ο συσχετισμός δυνάμεων, να γκρεμίζονται οι αυταπάτες και οι ψευδαισθήσεις πως οι θεσμοί του συστήματος μπορούν να σώσουν το λαό. Να δυναμώνει η αυτοπεποίθηση, η πίστη στη δύναμη του οργανωμένου εργατικού-λαϊκού κινήματος, δηλαδή να δυναμώνει ένα εργατικό-λαϊκό ρεύμα που θα αμφισβητεί το σημερινό σύστημα, θα εκπαιδεύεται και θα αποκτά πείρα στις μάχες μαζί του, θα συσπειρώνεται γύρω από το ΚΚΕ και το Πρόγραμμά του. Θα διαμορφώνεται ευνοϊκό έδαφος για να κερδίζουν τμήματα των εργαζομένων οι σοσιαλιστικές ιδέες.
Το ΚΚΕ είναι η ψυχή, ο νους, η καρδιά, καθοδηγητής αυτής της διαδικασίας. Γι’ αυτό αυτά τα ζητήματα μπαίνουν στο επίκεντρο των θεμάτων που ανοίγουν οι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 22ο Συνέδριο που θα δημοσιευτούν το επόμενο Σαββατοκύριακο, το πώς δηλαδή το ΚΚΕ και η ΚΝΕ θα γίνουμε ακόμα πιο ικανοί να δουλεύουμε στην πράξη με αυτήν την επαναστατική γραμμή με βάση τις σημερινές συνθήκες και απαιτήσεις, να δουλεύουμε με βάση το Πρόγραμμα και τη στρατηγική του Κόμματος.
Το κάλεσμα λοιπόν απευθύνεται σε κάθε νέο και νέα να πάρει μέρος σε αυτόν το μεγάλο αγώνα, σε αυτήν την υπόθεση, να στρατευτεί ενταγμένος στις γραμμές της ΚΝΕ.
Είμαστε σίγουροι πως μπορούμε να ανταποκριθούμε, πως μπορούμε να είμαστε κόμμα δυνατό, έτοιμο για να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της Ιστορίας για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.