Το ζήτημα της ειρήνης*


του Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν

Το ζήτημα της ειρήνης, ως επίκαιρο πρόγραμμα των σοσιαλιστών, και σε σύνδεση μ’ αυτό και το ζήτημα των όρων της ειρήνης, ενδιαφέρει όλο τον κόσμο. Δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας προς την εφημερίδα Berner Tagwacht για τις προσπάθειες που κάνει να τοποθετήσει αυτό το ζήτημα όχι από τη συνηθισμένη, τη μικροαστικοεθνική αλλά από την πραγματικά προλεταριακή, τη διεθνιστική άποψη. Ήταν υπέροχη η παρατήρηση της Σύνταξης στο φύλ. αρ. 73 (Friedenssehnsucht1) ότι οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, που ποθούν την ειρήνη, πρέπει να ξεκόψουν (siсh lossagen) από την πολιτική της κυβέρνησης των γιούνκερ. Ήταν υπέροχο το άρθρο του σ. Α. Π. (φύλ. αρ. 73 και 75) ενάντια στην «σπουδαιοφάνεια των ανίσχυρων λογοκόπων» (Wichtigtuerei machtloser Schönredner), που προσπαθούν μάταια να λύσουν από μικροαστική άποψη το ζήτημα της ειρήνης.

Ας δούμε πως πρέπει να βάζουν αυτό το ζήτημα οι σοσιαλιστές.

Το σύνθημα της ειρήνης μπορεί να μπει είτε σε σχέση με ορισμένους συγκεκριμένους όρους ειρήνης είτε ανεξάρτητα από όρους, ως αγώνας όχι για μια συγκεκριμένη ειρήνη, αλλά για ειρήνη γενικά (Frieden ohne weiters). Είναι φανερό ότι στην τελευταία περίπτωση έχουμε να κάνουμε μ’ ένα σύνθημα όχι μόνο μη σοσιαλιστικό αλλά και γενικά χωρίς απολύτως κανένα περιεχόμενο, χωρίς νόημα. Υπέρ της ειρήνης γενικά είναι χωρίς αμφιβολία όλοι ως τον Κίτσενερ, τον Ζοφφ, τον Χίντενμπουργκ και τον Νικόλαο τον Ματοβαμμένο, γιατί ο καθένας τους επιθυμεί το τέλος του πολέμου: Το ζήτημα είναι ακριβώς ότι ο καθένας τους βάζει ιμπεριαλιστικούς (δηλαδή ληστρικούς, καταπιεστικούς για τους ξένους λαούς) όρους ειρήνης προς όφελος του έθνους «του». Τα συνθήματα πρέπει να ρίχνονται για να εξηγείται με την προπαγάνδα και τη ζύμωση μέσα στις μάζες η ανειρήνευτη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό (ιμπεριαλισμό) και όχι για να συμφιλιώνονται δυο εχθρικές τάξεις και δυο εχθρικές πολιτικές με μια λεξούλα που «ενώνει» τα πιο διαφορετικά πράγματα.

Παρακάτω. Είναι άραγε δυνατό να ενωθούν οι σοσιαλιστές των διαφόρων χωρών με βάση ορισμένους όρους ειρήνης; Αν ναι, τότε ανάμεσα σ’ αυτούς τους όρους πρέπει απαραίτητα να συμπεριλαμβάνεται η αναγνώριση σ’ όλα τα έθνη του δικαιώματος αυτοδιάθεσης και η παραίτηση από κάθε λογής «προσαρτήσεις», δηλαδή παραβιάσεις αυτού του δικαιώματος. Αν όμως αναγνωρίζει κανείς αυτό το δικαίωμα μόνο για μερικά έθνη αυτό σημαίνει ότι υπερασπίζει τα προνόμια ορισμένων εθνών, δηλαδή ότι είναι εθνικιστής και ιμπεριαλιστής και όχι σοσιαλιστής. Αν πάλι αναγνωρίζει κανείς αυτό το δικαίωμα σε όλα τα έθνη τότε δεν μπορεί να ξεχωρίζει, λόγου χάρη, μόνο το Βέλγιο, μα πρέπει να παίρνει όλους τους καταπιεζόμενους λαούς και της Ευρώπης (τους Ιρλανδούς στην Αγγλία, τους Ιταλούς στη Νίκαια, τους Δανούς κτλ. στη Γερμανία, το 57% του πληθυσμού της Ρωσίας κτλ.) και όσους βρίσκονται έξω από την Ευρώπη, δηλαδή όλες τις αποικίες. Ο σ. Α. Π. τις θυμήθηκε εντελώς στην ώρα τους. Η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία μαζί έχουν περίπου 150 εκατομμύρια πληθυσμό κι όμως καταπιέζουν στις αποικίες πάνω από 400 εκατομμύρια ανθρώπους!! Η ουσία του ιμπεριαλιστικού πολέμου, δηλαδή του πολέμου για τα συμφέροντα των καπιταλιστών, συνίσταται όχι μόνο στο ότι ο πόλεμος διεξάγεται για την καταπίεση των νέων εθνών, για το μοίρασμα των αποικιών, αλλά και στο ότι ο πόλεμος διεξάγεται κυρίως από τα προηγμένα έθνη που καταπιέζουν μια σειρά άλλους λαούς, που καταπιέζουν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Γης.

Οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, που δικαιολογούν την κατάληψη του Βελγίου ή συμβιβάζονται μ’ αυτήν, στην πράξη δεν είναι σοσιαλδημοκράτες αλλά ιμπεριαλιστές και εθνικιστές, γιατί υποστηρίζουν το «δικαίωμα» της γερμανικής αστικής τάξης (και εν μέρει και των Γερμανών εργατών) να καταπιέζουν τους Βέλγους, τους Αλσατούς, τους Δανούς, τους Πολωνούς, τους μαύρους της Αφρικής κτλ. Αυτοί δεν είναι σοσιαλιστές αλλά υπηρέτες της γερμανικής αστικής τάξης που τη βοηθάνε να ληστεύει ξένα έθνη. Μα και οι Βέλγοι σοσιαλιστές που προβάλλουν μόνο ένα αίτημα: Να απελευθερωθεί και να αποζημιωθεί το Βέλγιο, υποστηρίζουν στην πράξη το αίτημα της βελγικής αστικής τάξης, που επιθυμεί να ληστεύει όπως και πρώτα τα 15 εκατομμύρια του πληθυσμού του Κογκό και να αποκτήσει εκχωρήσεις και προνόμια σε άλλες χώρες. Οι Βέλγοι αστοί έχουν επενδύσει στο εξωτερικό γύρω στα 3 δισεκατομμύρια φράγκα· η περιφρούρηση των κερδών, που τους αποφέρουν αυτά τα δισεκατομμύρια, με κάθε λογής απάτες και αγυρτείες – αυτό είναι στην πραγματικότητα «το εθνικό συμφέρον» του «ηρωικού Βελγίου». Το ίδιο ισχύει –σε μεγαλύτερο ακόμη βαθμό– και για τη Ρωσία, την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιαπωνία.

Συνεπώς, αν το αίτημα της ελευθερίας των εθνών δεν είναι απατηλή φράση που συγκαλύπτει τον ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό ορισμένων χωριστών χωρών, πρέπει να επεκταθεί σε όλους τους λαούς και σε όλες τις αποικίες. Μα ένα τέτοιο αίτημα, όπως είναι φανερό, δε θα έχει περιεχόμενο χωρίς μια σειρά επαναστάσεις σε όλες τις προηγμένες χώρες. Κάτι περισσότερο. Είναι απραγματοποίητο χωρίς μια πετυχημένη σοσιαλιστική επανάσταση.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι σοσιαλιστές μπορούν να μένουν αδιάφοροι απέναντι στο αίτημα της ειρήνης, που το προβάλλουν ολοένα και πιο πλατιές μάζες; Καθόλου. Άλλο πράγμα είναι τα συνθήματα της συνειδητής πρωτοπορίας των εργατών και άλλο τα αυθόρμητα αιτήματα των μαζών. Ο πόθος για ειρήνη είναι ένα από τα σπουδαιότερα συμπτώματα που αποκαλύπτουν πως αρχίζει η απογοήτευση για την αστική ψευτιά σχετικά με τους «απελευθερωτικούς» σκοπούς του πολέμου, σχετικά με την «υπεράσπιση της πατρίδας» και τις άλλες απάτες της αστικής τάξης σε βάρος του λαού. Οι σοσιαλιστές πρέπει να φερθούν με την πιο μεγάλη προσοχή απέναντι σ’ αυτό το σύμπτωμα. Όλες οι δυνάμεις πρέπει να κατευθυνθούν στο να χρησιμοποιηθεί η διάθεση των μαζών προς όφελος της ειρήνης. Πώς, όμως να χρησιμοποιηθεί; Η αναγνώριση του συνθήματος της ειρήνης και η επανάληψή του θα ήταν ενθάρρυνση της «σπουδαιοφάνειας των ανίσχυρων (και πιο συχνά ακόμη χειρότερα: Των υποκριτών) λογοκόπων». Αυτό θα αποτελούσε παραπλάνηση του λαού με την αυταπάτη ότι οι σημερινές κυβερνήσεις, οι σημερινές άρχουσες τάξεις είναι ικανές, χωρίς «να διδαχτούν» (ή σωστότερα χωρίς να παραμεριστούν) από μια σειρά επαναστάσεις, να συνάψουν ειρήνη που να ικανοποιεί κάπως τη δημοκρατία και την εργατική τάξη. Δεν υπάρχει τίποτε πιο επιζήμιο από μια τέτοια απάτη. Δεν υπάρχει τίποτε που να ρίχνει πιο πολύ στάχτη στα μάτια των εργατών, που να τους υποβάλλει την απατηλή σκέψη ότι η αντίθεση μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού δεν είναι βαθιά, δεν υπάρχει τίποτε που να εξωραΐζει περισσότερο την καπιταλιστική σκλαβιά. Όχι, εμείς πρέπει να επωφεληθούμε από τη διάθεση αυτή προς όφελος της ειρήνης, για να εξηγήσουμε στις μάζες ότι τα αγαθά που περιμένουν από την ειρήνη δεν είναι δυνατό να αποκτηθούν χωρίς μια σειρά επαναστάσεις.

Το ιδανικό μας είναι ακριβώς ο τερματισμός των πολέμων, η ειρήνη ανάμεσα στους λαούς, το σταμάτημα της καταλήστευσης και της βίας, ωστόσο μόνο αστοί σοφιστές μπορούν να παραπλανούν τις μάζες μ’ αυτό το ιδανικό απο­σπώντας το από το ανυπέρθετο, το άμεσο κήρυγμα μιας επαναστατικής δράσης. Υπάρχει έδαφος για ένα τέτοιο κήρυγμα· για να κάνουμε αυτό το κήρυγμα δε χρειάζεται παρά να ξεκόψουμε από τους συμμάχους της αστικής τάξης, από τους οπορτουνιστές, που και άμεσα (φτάνοντας ως τις καταδόσεις) και έμμεσα εμποδίζουν την επαναστατική δουλειά.

Το σύνθημα της αυτοδιάθεσης των εθνών πρέπει επίσης να μπαίνει σε σύνδεση με την ιμπεριαλιστική εποχή του καπιταλισμού. Εμείς δεν είμαστε υπέρ του status quo, δεν είμαστε υπέρ της μικροαστικής ουτοπίας να μένουμε μακριά από τους μεγάλους πολέμους. Είμαστε υπέρ του επαναστατικού αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, δηλαδή τον καπιταλισμό2. Ο ιμπεριαλισμός συνίσταται ακριβώς στην τάση των εθνών που καταπιέζουν μια σειρά ξένα έθνη να επεκτείνουν και να κατοχυρώσουν αυτήν την καταπίεση, να ξαναμοιράσουν τις αποικίες. Γι’ αυτό η ουσία του ζητήματος της αυτοδιάθεσης των εθνών στην εποχή μας συνίσταται ακριβώς στη συμπεριφορά των σοσιαλιστών των εθνών που καταπιέζουν άλλα έθνη. Ο σοσιαλιστής του έθνους που καταπιέζει άλλα έθνη (της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιαπωνίας, της Ρωσίας, των Ηνωμένων Πολιτειών κτλ.) που δεν αναγνωρίζει και δεν υπερασπίζει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των καταπιεζόμενων εθνών (δηλαδή το δικαίωμα ελεύθερου αποχωρισμού), δεν είναι στην πραγματικότητα σοσιαλιστής αλλά σοβινιστής.

Μόνο μια τέτοια άποψη οδηγεί σε ανυπόκριτο, σε συνεπή αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, στην προλεταριακή και όχι στη μικροαστική τοποθέτηση (στην εποχή μας) του εθνικού ζητήματος. Μόνο μια τέτοια πράξη οδηγεί στη συνεπή εφαρμογή της αρχής του αγώνα ενάντια σε κάθε λογής καταπίεση των εθνών, εξαλείφει τη δυσπιστία ανάμεσα στους προλετάριους των εθνών που καταπιέζουν άλλα έθνη και των εθνών που καταπιέζονται, οδηγεί στον αλληλέγγυο, διεθνή αγώνα για τη σοσιαλιστική επανάσταση (δηλαδή για το μοναδικά πραγματοποιήσιμο καθεστώς πλήρους εθνικής ισοτιμίας) και όχι για τη μικροαστική ουτοπία της ελευθερίας όλων των μικρών κρατών γενικά μέσα στις συνθήκες του καπιταλισμού.

Αυτή ακριβώς είναι η άποψη που υιοθέτησε το Κόμμα μας, δηλαδή οι σοσιαλδημοκράτες της Ρωσίας που ανήκουν στην ΚΕ. Αυτή ακριβώς ήταν η άποψη του Μαρξ, που δίδαξε στο προλεταριάτο ότι «δεν μπορεί να είναι ελεύθερος ένας λαός που καταπιέζει άλλους λαούς». Ο Μαρξ απαιτούσε τον αποχωρισμό της Ιρλανδίας από την Αγγλία ακριβώς απ’ αυτήν την άποψη, από την άποψη των συμφερόντων του απελευθερωτικού κινήματος των Άγγλων (κι όχι μόνο των Ιρλανδών) εργατών.

Αν οι σοσιαλιστές της Αγγλίας δεν αναγνωρίζουν και δεν υπερασπίζουν τα δικαιώματα αποχωρισμού της Ιρλανδίας, οι Γάλλοι - της Ιταλικής Νίκαιας, οι Γερμανοί - της Αλσατίας και της Λορένης, του Δανικού Σλέσβιγκ και της Πολωνίας, οι Ρώσοι - της Πολωνίας, της Φιλανδίας, της Ουκρανίας κτλ., οι Πολωνοί - της Ουκρανίας, αν όλοι οι σοσιαλιστές των «μεγάλων» Δυνάμεων, δηλαδή των δυνάμεων που διαπράττουν μεγάλες ληστείες, δεν υπερασπίζουν αυτό το ίδιο δικαίωμα προκειμένου για τις αποικίες, αυτό γίνεται ακριβώς γιατί και μόνο γιατί στην πραγματικότητα είναι ιμπεριαλιστές και όχι σοσιαλιστές. Και είναι γελοίο να τρέφουμε αυταπάτες ότι άνθρωποι που δεν υπερασπίζουν «το δικαίωμα αυτοδιάθεσης» των καταπιεζόμενων εθνών, ενώ ανήκουν οι ίδιοι στα έθνη που καταπιέζουν άλλα έθνη, θα ήταν ικανοί για σοσιαλιστική πολιτική.

Οι σοσιαλιστές, αντί ν’ αφήνουν τους υποκριτές λογοκόπους να εξαπατούν το λαό με φράσεις και υποσχέσεις για δυνατότητα δημοκρατικής ειρήνης, είναι υποχρεωμένοι να εξηγούν στις μάζες ότι είναι αδύνατο να γίνει μια κάπως δημοκρατική ειρήνη χωρίς μια σειρά από επαναστάσεις και χωρίς επαναστατικό αγώνα μέσα σε κάθε χώρα ενάντια στην κυβέρνησή της. Οι σοσιαλιστές, αντί να επιτρέπουν στους αστούς πολιτικάντηδες να εξαπατούν τους λαούς με φράσεις για ελευθερία των εθνών, είναι υποχρεωμένοι να εξηγούν στις μάζες των εθνών που καταπιέζουν άλλα έθνη ότι δεν υπάρχει γι’ αυτούς καμιά ελπίδα ν’ απελευθερωθούν αν θα βοηθάνε στην καταπίεση άλλων εθνών, αν δεν αναγνωρίσουν και δεν υπερασπίσουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης αυτών των εθνών, δηλαδή το δικαίωμα για ελεύθερο αποχωρισμό. Να η κοινή για όλες τις χώρες σοσιαλιστική και όχι ιμπεριαλιστική πολιτική στο ζήτημα της ειρήνης και στο εθνικό ζήτημα. Η πολιτική αυτή είναι αλήθεια ασυμβίβαστη στο μεγαλύτερο μέρος της με τους νόμους της εσχάτης προδοσίας, μα ασυμβίβαστη μ’ αυτούς τους νόμους είναι και η απόφαση της Βασιλείας, που τόσο επαίσχυντα την πρόδωσαν σχεδόν όλοι οι σοσιαλιστές των εθνών που καταπιέζουν άλλα έθνη.

Πρέπει να γίνει εκλογή: Σοσιαλισμός ή υποταγή στους νόμους των κ. Ζοφρ και Χίντενμπουργκ – επαναστατικός αγώνας ή λακεδισμός απέναντι στον ιμπεριαλισμό. Μέση οδός δεν υπάρχει. Και προξενούν τη μεγαλύτερη ζημιά στο προλεταριάτο οι υποκριτές (ή χοντροκέφαλοι) επινοητές της πολιτικής της «μέσης οδού».

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 26, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, σελ. 307-312. Γράφτηκε τον Ιούλη-Αύγουστο του 1915. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1924 στο περιοδικό Προλετάρσκαγια Ρεβολιούτσιγια, τεύχος 5. Δημοσιεύεται σύμφωνα με το χειρόγραφο.

1. Πόθος της ειρήνης.

2. Στο χειρόγραφο παρακάτω διαγράφτηκε η φράση: «Αλλά η προπαγάνδα προς την κατεύθυνση αυτήν, προπαγάνδα πραγματικά επαναστατική, είναι αδύνατη χωρίς τη σοσιαλιστική τοποθέτηση του ζητήματος για την αυτοδιάθεση των εθνών.» Η Σύντ.