Η βαθιά κρίση του ελληνικού καπιταλισμού τα προηγούμενα χρόνια, η σημαντική πτώση του πραγματικού λαϊκού εισοδήματος μέσα από τα αλλεπάλληλα προγράμματα αντεργατικών μεταρρυθμίσεων πυροδότησαν διεργασίες αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, οι οποίες συνεχίζονται.
Τα χρόνια αυτά αποδείχτηκε στη χώρα μας, για μια ακόμα φορά στην Ιστορία, η ικανότητα της αστικής τάξης να είναι ευλύγιστη στην τακτική της, να αναδεικνύει νέους, φαινομενικά άφθαρτους πολιτικούς εκπροσώπους, να σπρώχνει στην αστική πολιτική σκηνή πολιτικές δυνάμεις που φυτοζωούσαν προηγούμενα στο περιθώριο. Η πριμοδότηση και ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητική δύναμη αποτέλεσε τη μία μόνο όψη της αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού σκηνικού, με βασικό στόχο την αποτροπή της ριζοσπαστικοποίησης των λαϊκών στρωμάτων και της προσέγγισής τους με την ανατρεπτική πρόταση του ΚΚΕ.
Στην άλλη πλευρά του αστικού πολιτικού φάσματος ξεχωρίζει η εκλογική και οργανωτική ενίσχυση της «Χρυσής Αυγής» (ΧΑ). Η φασιστική αυτή δύναμη, με εκτεταμένη δολοφονική δράση και με άμεσες και έμμεσες διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο και με κρατικούς μηχανισμούς, προωθείται πολύμορφα από την αστική τάξη ως «αντισυστημική δύναμη» που «συγκρούεται» με τα κακώς κείμενα, προκειμένου να τραβηχτεί στο άρμα της αστικής πολιτικής λαϊκός κόσμος, που δεν αυτοπροσδιορίζεται ως «φασίστας» ή «ακροδεξιός».
Η ΧΑ εκμεταλλεύεται τις αντιφατικές συνέπειες της κρίσης για να προσεγγίσει εξαθλιωμένα και άνεργα τμήματα της εργατικής τάξης που έχουν υποστεί σοβαρή υποχώρηση στο βιοτικό τους επίπεδο, ιδιαίτερα νέους σε ηλικία ανθρώπους, με μικρή πείρα από τη μαζική δράση και την ιστορία του κινήματος.
Ο χαρακτήρας του φασισμού ως αστικής πολιτικής δύναμης αποδεικνύεται ξεκάθαρα από την ίδια την ιστορική πείρα, που δεν πρέπει να λησμονιέται. Αφού ανέλαβε την κυβερνητική εξουσία στην Ιταλία και στη Γερμανία, με την απλόχερη στήριξη του μονοπωλιακού κεφαλαίου, ο φασισμός προχώρησε σε μια πολύπλευρη στήριξη των συμφερόντων των καπιταλιστών, μέσα από το τσάκισμα του εργατικού κινήματος και την προσπάθεια ένοπλης αντεπαναστατικής ανατροπής της πρωτοπορίας του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, της σοβιετικής εξουσίας.
Η δυνατότητα του φασισμού να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως πολιορκητικός κριός για την προώθηση των συμφερόντων του μονοπωλιακού κεφαλαίου δε στηρίζεται μόνο στη βία και στην ανοιχτή τρομοκρατία, παρόλο που τα στοιχεία αυτά αποτελούν αξεχώριστους συνοδοιπόρους του. Η αστική τάξη, έχοντας μακρόχρονη εμπειρία στη διεξαγωγή της ταξικής πάλης και κατέχοντας τους μοχλούς της κρατικής εξουσίας, κατανοεί πολύ καλά ότι η αποτελεσματικότητα των πολιτικών εκπροσώπων της κρίνεται και από την ικανότητά τους να επηρεάζουν σε μαζική κλίμακα εργατικές και λαϊκές συνειδήσεις, ανεξάρτητα από το αν η μορφή του αστικού πολιτεύματος είναι κοινοβουλευτική ή ανοιχτά δικτατορική-φασιστική.
Ταυτόχρονα, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα γενικά και ο ΣΥΡΙΖΑ ειδικότερα στις σημερινές συνθήκες αξιοποιούν το φόβητρο της «Ακροδεξιάς» για να διασφαλίζουν στήριξη στη δική τους πολιτική διαχείρισης του συστήματος, ως το δήθεν «μικρότερο κακό» για τα λαϊκά στρώματα.
Στο παρόν άρθρο επικεντρώνουμε στον τρόπο που η ΧΑ περιγράφει την καπιταλιστική οικονομία γενικά και τον ελληνικό καπιταλισμό ειδικότερα, αλλά και στις συγκεκριμένες προτάσεις της για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Παρά το ψευδεπίγραφο «αντιπλουτοκρατικό» πέπλο που χρησιμοποιείται για να ξεγελαστούν λαϊκές μάζες, οι θέσεις της ναζιστικής οργάνωσης δείχνουν ξεκάθαρα ότι αποτελεί ένα ακόμα κόμμα-στυλοβάτη του καπιταλισμού, που έχει αναλάβει το δικό του, ιδιαίτερο ρόλο στο αστικό πολιτικό σύστημα. Ο αναγνώστης εύκολα θα διαπιστώσει παρακάτω ότι πολλές από τις θέσεις και προτάσεις της ΧΑ για τα ζητήματα της οικονομίας έχουν ομοιότητες με τις αντίστοιχες προσεγγίσεις δυνάμεων που επιχειρούν να εμφανιστούν ως «ριζοσπαστικές» και «αριστερές», όπως ο ΣΥΡΙΖΑ πριν αναλάβει την αστική διακυβέρνηση και στη συνέχεια η ΛΑΕ. Σε προηγούμενη αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ1 έχουμε σταθεί πιο αναλυτικά στη διασύνδεση των αντιλήψεων της ΧΑ με τα ιστορικά ρεύματα του φασισμού στο Μεσοπόλεμο και στις θέσεις της πάνω σε ζητήματα που δεν άπτονται άμεσα της οικονομικής πολιτικής.