Η διαχείριση των ζητημάτων αναπηρίας στον καπιταλισμό εντάσσεται γενικά στη στρατηγική του κόστους - οφέλους, τώρα και της πολεμικής οικονομίας για την εξυπηρέτηση του κεφαλαίου, του κράτους του, της ΕΕ. Αυτή η πολιτική κατ’ επέκταση οδηγεί στη μείωση των κρατικών δαπανών στον τομέα της Υγείας - Πρόνοιας. Γιατί «ο κοινωνικός χαρακτήρας της φροντίδας για την υγεία έρχεται σε σύγκρουση με το θεμελιώδη νόμο λειτουργίας του καπιταλισμού, την εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης, δηλαδή του συνόλου των βιολογικών και πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου που ξοδεύονται στην παραγωγική διαδικασία».30 Επιπλέον, «η υγεία αντιμετωπίζεται από τη σκοπιά της διαμόρφωσης και ανάπτυξης των συνθηκών αναπαραγωγής των ταξικών σχέσεων εκμετάλλευσης, επομένως και ως παράγοντας που συμβάλλει στην κερδοφορία του κεφαλαίου»31. Όσο κι αν οι καπιταλιστές θέλουν να έχουν υγιή εργατική δύναμη, αυτό έρχεται σε αντίφαση με το κυνήγι του κέρδους που «τους ωθεί να ελαχιστοποιούν τους όρους για πλήρη αναπαραγωγή της»32.
Στη βάση αυτής της ανάλυσης, τα κριτήρια για την αναπηρία που ενδιαφέρουν το καπιταλιστικό σύστημα επικεντρώνονται στη δυνατότητα του ανάπηρου να πουλάει την εργατική του δύναμη, να καταναλώνει, καθώς και στη δυνατότητα των υπόλοιπων μελών της οικογένειας του ανάπηρου να πουλάνε την εργατική τους δύναμη και να καταναλώνουν. Η δε ελαχιστοποίηση των όρων για πλήρη αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με το ζήτημα της πρόληψης της αναπηρίας.
Ξεκινώντας λοιπόν από τα ζητήματα της πρόληψης της αναπηρίας στον καπιταλισμό έχουμε την εξής κατάσταση:
• Προγεννητικός έλεγχος, έγκαιρη διάγνωση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά τον τοκετό, παρακολούθηση εγκυμοσύνης και πρόληψη, όλα εναποτίθενται στην ατομική ευθύνη και βέβαια γίνονται βορά των επιχειρηματικών συμφερόντων. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η απαράδεκτη εκχώρηση του γονιδιακού ελέγχου των νεογνών σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που με βάση τη σύμβαση «θα πουλάνε τα εμπορεύματά τους είτε με τις εξετάσεις που σχετίζονται με την πρόληψη και τη θεραπεία ασθενειών, είτε στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες, είτε στο ίδιο το αστικό κράτος, που ενδιαφέρεται για το “προφίλ” της νέας γενιάς των ανθρώπων για να παίρνει πιο εξειδικευμένα αντιλαϊκά μέτρα»33. Έτσι οι αρμόδιες δημόσιες δομές, όπως το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, με αυτήν τη σύμβαση μετατρέπονται σε άτυπα παραρτήματα αυτών των επιχειρηματικών ομίλων, προκειμένου να συλλέγουν τα δείγματα από τα νεογνά και να τα κάνουν προσφορά στην επιχειρηματική δράση των ομίλων. Και με τον τρόπο αυτόν εμπορευματοποιείται ένας ακόμα κρίσιμος τομέας για την υγεία του λαού, όπως είναι η πρόληψη.
• Απουσία μέτρων υγείας και ασφάλειας στο χώρο εργασίας για την πρόληψη ατυχημάτων - εγκλημάτων και επαγγελματικών ασθενειών που δημιουργούν ανάπηρους. Σύμφωνα με άρθρο του Χρ. Παπάζογλου, γιατρού εργασίας, «σχεδόν κάθε 2 ή 3 μέρες ένας εργαζόμενος χάνει τη ζωή του, πολλαπλάσιοι τραυματίζονται, ενώ συνεχίζεται η σημαντική υποκαταγραφή στα εργατικά ατυχήματα, χωρίς να υπολογίζονται οι επαγγελματικές ασθένειες οι οποίες συστηματικά και στοχευμένα βαφτίζονται “κοινή νόσος”»34. Είναι σαν να μην υπάρχουν επαγγελματικές ασθένειες, τη στιγμή που επιστημονικά δεδομένα από τη διεθνή βιβλιογραφία συνδέουν την επίδραση των συνθηκών εργασίας στην υγεία των εργαζομένων. Έτσι, για παράδειγμα, η έκθεση σε σωματίδια, θόρυβο, ψυχοκοινωνικό στρες, καθώς και η εργασία σε βάρδιες, σχετίζονται με αυξημένα ποσοστά νοσηρότητας και θνησιμότητας από στεφανιαία νόσο. Το φαινόμενο Karoshi, δηλαδή οι θάνατοι από υπερβολική εργασία, αναδεικνύει τον κίνδυνο που σχετίζεται με την παρατεταμένη απασχόληση και την εξάντληση. Ζήτημα που συνδέεται ιδιαίτερα με τις αντεργατικές ρυθμίσεις σε σχέση με την υπερεργασία, αλλά και την εντατικοποίηση της εργασίας. Μάλιστα, η ξέφρενη ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης δείχνει πως αντί να επιφέρει μείωση των ωρών εργασίας και βελτίωση των συνθηκών εργασίας, στο πλαίσιο του καπιταλισμού γίνεται μοχλός για την αύξηση της εντατικότητας της εργασίας και για τη διεύρυνση του χρόνου εργασίας «ανεξάρτητα απ’ την παραμονή του εργαζόμενου σε συγκεκριμένο χώρο εργασίας και από το νόμιμο ωράριο»35.
• Η λήψη μέτρων για την ασφάλεια στο δρόμο περιορίζεται κυρίως σε κατασταλτικά μέτρα. Και ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή, σε συνέχεια του προηγούμενου, διαπνέεται από μια γενικότερη αντιεπιστημονική και συντηρητική αντίληψη, η οποία θεωρεί –εσφαλμένα– ότι η αυστηροποίηση των προστίμων και των διοικητικών ποινών αποτελεί λύση για κοινωνικά ζητήματα, στην προκειμένη περίπτωση για τα προβλήματα της οδικής συμπεριφοράς στην κυκλοφορία. Στην ουσία, πρόκειται για μια γνωστή αλλά αναποτελεσματική πρακτική, που δίνει έμφαση στην άμεση οικονομική είσπραξη (εισπραξιμότητα) και στην καταστολή, αντί για ουσιαστική πρόληψη και βελτίωση των συνθηκών. Ταυτόχρονα, προωθείται μια υπερβολική ανάδειξη της ατομικής ευθύνης. Χωρίς να αρνείται κανείς ότι αυτή υπάρχει, η υπερβολική της ανάδειξη αποσπά την προσοχή από τις πραγματικές και βαθύτερες αιτίες της επικινδυνότητας στο οδικό δίκτυο –που εκτείνονται από την ευθύνη του κράτους για την ποιότητα των υποδομών μέχρι και την επάρκεια της οδηγικής εκπαίδευσης.
• Η ανάγκη πρώιμης και έγκαιρης διάγνωσης, θεραπείας και αποκατάστασης σε πρωτοβάθμιο επίπεδο, σε νοσοκομεία, σε άλλες δομές δεν καλύπτεται. Δυστυχώς όλες οι δημόσιες μονάδες υγείας και πρόνοιας έχουν υποστελεχωθεί και οι υπηρεσίες τους έχουν εμπορευματοποιηθεί, οι κοινωνικές παροχές από τον ΕΟΠΠΥ έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο, ενώ ο ιδιωτικός τομέας ανθεί. Και να παρθεί υπόψη ότι η συχνότητα διάγνωσης του αυτισμού έχει αυξηθεί δραματικά. Μάλιστα σύμφωνα με νέα έκθεση στις ΗΠΑ, περίπου 1 στα 31 παιδιά έως 8 ετών βρέθηκαν εντός αυτιστικού φάσματος το 2022, έναντι 1 στα 36 παιδιά το 2020 και 1 στα 150 το 200036. Πίσω από αυτά τα εντυπωσιακά στατιστικά στοιχεία δεν κρύβεται απαραίτητα ένα νέο κύμα της διαταραχής, αλλά ίσως μια βαθύτερη κατανόηση και πιο ακριβής ανίχνευσή της. Υπάρχει συζήτηση ότι αυτή η μεταβολή σχετίζεται περισσότερο με βελτιωμένα εργαλεία διάγνωσης και αυξημένη ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, παρά με αύξηση των ίδιων των περιστατικών.
Σε μεγάλα ιδιωτικά κέντρα αποκατάστασης, ιδιαίτερα όσα ειδικεύονται στην αποκατάσταση από εγκεφαλικά, εργατικά και τροχαία ατυχήματα, αλλά και στα προσθετικά βοηθήματα κλπ., οι τιμές είναι πάρα πολύ υψηλές. Επίσης πρόσφατα επιβλήθηκε ποσοστό συμμετοχής 15% στους ασφαλισμένους που αντιμετωπίζονται ως εξωτερικοί ασθενείς σε τέτοια κέντρα δημόσια και ιδιωτικά, ενώ πριν η συμμετοχή αυτή ήταν μηδενική. Με τα νέα δεδομένα το κόστος μπορεί να φτάνει και τα 420€ ανά παραπεμπτικό, επιβαρύνοντας τις οικογένειες με ΑμεΑ ή χρόνιους πάσχοντες με τεράστια ποσά, στα οποία οι φτωχές λαϊκές οικογένειες δεν μπορούν να ανταποκριθούν, με δραματικά αποτελέσματα για την πορεία της νόσου, την ποιότητα ζωής τους, αλλά και το προσδόκιμο επιβίωσής τους.37 Παράλληλα το προκηρυγμένο από το 2019 πιλοτικό πρόγραμμα πρώιμης και έγκαιρης διάγνωσης μέσω του ληξιπρόθεσμου Ταμείου Ανάκαμψης ακόμα δεν έχει ξεκινήσει. Πρόγραμμα που αντικειμενικά δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες, αφού εντάσσεται και αυτό στο πλαίσιο του εμπορευματοποιημένου, κατακερματισμένου συστήματος υγείας-πρόνοιας και προβλέπεται να δοθεί κι αυτό βορά στις οργανώσεις της «Κοινωνίας των Πολιτών», αξιοποιώντας και τη σύμπραξη δημόσιου - ιδιωτικού τομέα και βάζοντας ιδιώτες στις δημόσιες δομές προσχολικής αγωγής και εκπαίδευσης.
Σε σχέση με τα ζητήματα που σχετίζονται με την εκπαίδευση, την εργασία, τη διαβίωση, την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, την ψυχαγωγία του ανθρώπου με αναπηρία και της οικογένειάς του, η στυγνή πραγματικότητα του σάπιου συστήματος αναδεικνύει τις αντιφάσεις του. Δείχνει όμως και ότι οι ταξικοί φραγμοί είναι αδυσώπητοι. Παρατίθενται μερικά πρόσφατα παραδείγματα για την κατάσταση που βιώνουν οι άνθρωποι με αναπηρία και οι οικογένειές τους:
Από τη μια υπάρχουν κυβερνητικές εξαγγελίες για τους ανθρώπους με αναπηρία και από την άλλη καταγγελίες γονιών παιδιών με αναπηρία, αλλά και εκπαιδευτικών για «λίγα Ειδικά Σχολεία, με τις υποτυπώδεις υποδομές τους και αυτές στη συντριπτική τους πλειοψηφία παλιές και υποσυντηρημένες, να τα καθιστούν ακατάλληλα, έως και επικίνδυνα. Ωρολογιακές βόμβες για μαθητές και εκπαιδευτικούς. Αλλά ακόμα και τα νεόδμητα κτήρια φαίνεται σαν να μην είναι προορισμένα για Ειδικά Σχολεία, καθώς έχουν πολλά επίπεδα, σκάλες, παράθυρα χωρίς κάγκελα, μικρά προαύλια, με τους εργαζόμενους σε αυτά να καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες να αποτρέψουν σοβαρά ατυχήματα, προστατεύοντας τους μαθητές και τους ίδιους»38.
Από τη μία να προσλαμβάνονται ανάπηροι με αυτισμό και από την άλλη να απολύονται ανάπηροι με άλλη μορφή αναπηρίας ή με χρόνιες νόσους που δε λαμβάνουν υποστήριξη από κανένα φορέα του κράτους, ούτε ο εργοδότης επιδοτείται για την απασχόλησή τους όπως έγινε πρόσφατα στον Ευαγγελισμό και στη διοικητική υπηρεσία Υγειονομικής Περιφέρειας στην Αθήνα (ΥΠΕ). Συγκεκριμένα «απολύθηκε εργαζόμενος με αναπηρία, βοηθός νοσηλευτή, (…) που δούλευε με πρόγραμμα του παλιού ΟΑΕΔ, τώρα ΔΥΠΑ από το 2017 (…) Σοβαρό πρόβλημα υπάρχει με συνάδελφο με βαριά αναπηρία, πτυχιούχο πληροφορικής που και αυτός εργάζεται με το ίδιο πρόγραμμα από το 2017 στην ΥΠΕ και ενώ ζητάει να δουλεύει 3 ημέρες την εβδομάδα με τηλεργασία, η διοίκηση της ΥΠΕ το αρνείται, λέγοντας προσχηματικά ότι θέλει σχετική έγκριση από τη ΔΥΠΑ. Όταν η ίδια η ειδικότητά του, του δίνει τη δυνατότητα να εργαστεί με αυτόν τον τρόπο, αλλά και η σοβαρότητα της αναπηρίας του τού επιβάλλει να έχει προσωπικό βοηθό μαζί του, που όμως δεν του έχει διαθέσει το κράτος, και αυτήν την ανάγκη του την καλύπτει η οικογένειά του, η οποία όμως τέτοια δυνατότητα δεν την έχει για κάθε μέρα»39.
Κι ενώ η κυβέρνηση διατείνεται ότι τα στεγαστικά προγράμματα «Σπίτι μου I & II» βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής της για τη νέα γενιά και τα ΑμεΑ, παρ’ όλα αυτά πετιούνται έξω από τα σπίτια τους άνθρωποι με αναπηρία και οι οικογένειές τους, λόγω των πλειστηριασμών. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι: άνθρωπος με αναπηρία 27 χρονών που μαζί με την οικογένειά του πετάχτηκε στο δρόμο, κι ας ήταν επιπλέον εκείνη τη στιγμή άρρωστος γιατί το σπίτι του πλειστηριάστηκε.40
Αυτές τις αντιφάσεις δεν μπορεί να τις λύσει το αστικό κράτος και οι κυβερνήσεις του, παρά την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας που έχουν κάνει άλματα, ειδικά στον τομέα της ρομποτικής και της γενετικής, που σχετίζονται με την αναπηρία, αλλά και με την έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση στον αυτισμό και σε μια σειρά άλλα σύνδρομα.
Στον καπιταλισμό η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας υποτάσσεται στους νόμους της αγοράς. Γίνεται εργαλείο για να προχωρήσει παραπέρα η διαδικασία εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης και των προνοιακών υπηρεσιών του κράτους. Οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους χώρους, που απαιτείται διαρκής εξειδίκευση, μείωση των ωρών εργασίας, άδειες κλπ., επίσης βιώνουν την ένταση της εκμετάλλευσης. Σταθερά βρίσκονται στο επίκεντρο των προσπαθειών ενσωμάτωσής τους, και μέσω της εκπαίδευσης, της διά βίου μάθησης, των σεμιναρίων, αλλά και της συμμετοχής τους σε ευρωπαϊκά προγράμματα.