Προκειμένου να εμβαθύνουμε στο ζήτημα το οποίο μας απασχολεί στο συγκεκριμένο κείμενο, είναι κρίσιμο να συνειδητοποιηθούν οι όροι που επιβάλλουν σήμερα την υποταγή της επιστήμης και της έρευνας στους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών. Οι όροι και οι συνθήκες, δηλαδή, που καθορίζουν σήμερα την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης και της τεχνολογίας.
Είναι σαφές ότι η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας δε γίνεται για τη χαρά της αναζήτησης. Δε θα επενδύονταν σήμερα τέτοιοι πακτωλοί δισεκατομμυρίων ευρώ σε κάθε είδους δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης σε όλο τον κόσμο, αν οι κεφαλαιοκράτες δεν προσέβλεπαν σε οικονομικό –και όχι μόνο– όφελος. Ούτε θα υπήρχε ο ανταγωνισμός για πρόσβαση σε μεγαλύτερη χρηματοδότηση μεταξύ ερευνητικών πεδίων, επιστημονικών ομάδων και ατομικά επιστημόνων, αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα.
Στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, η αστική τάξη παρεμβαίνει πολύμορφα για να ελέγξει κυρίως τη ροή της επιστημονικής γνώσης, τους τρόπους και τις μεθόδους αξιοποίησης της νέας επιστημονικής γνώσης στην παραγωγή, την εφευρετική δραστηριότητα, την ανάπτυξη των προτύπων στη βιομηχανία κλπ.3
Η επιστήμη ως άμεση παραγωγική δύναμη, η ανάπτυξη των τεχνολογικών καινοτομιών στη σύγχρονη μορφή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στοχεύει όχι μόνο στην άμεση διεύρυνση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, αλλά και στη διεύρυνση του πεδίου της ανθρώπινης δραστηριότητας που μπορεί να παραγάγει κερδοφόρα αποτελέσματα. Οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι δεν προσβλέπουν μόνο στο άμεσο κέρδος από την πώληση των διάφορων τεχνολογικών προϊόντων. Μαζί με αυτό, το κεφάλαιο συνολικά προσβλέπει και σε νέους όρους παραγωγής και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης προς εκμετάλλευση (αλλά και την εμπέδωσή τους στην κοινωνική συνείδηση και τη διαμόρφωση όρων υφαρπαγής κοινωνικής συναίνεσης σε αυτούς, πεδία στα οποία εξειδικεύονται οι κοινωνικές επιστήμες, που συχνά μένουν τεχνηέντως έξω από τη σχετική συζήτηση4).
Μπορούμε να δούμε αυτές τις δύο πλευρές να συνδυάζονται όταν μιλάμε, π.χ., για ιατροφαρμακευτικά σκευάσματα ή για γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα κ.ά. Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε, επίσης, να προσεγγίσουμε και τις δυνατότητες που αναδύονται και αναπτύσσονται σήμερα για την Τεχνητή Νοημοσύνη, για νευρο-τεχνολογικές βελτιώσεις στον εγκέφαλο, για τρισδιάστατες εκτυπώσεις ανθρώπινων μυών κι άλλων οργάνων, για συνέργεια βιοτεχνολογίας-μηχανοτρονικής, καθώς και πολλά άλλα. Υπό το ίδιο πρίσμα μπορούμε να δούμε και τις ιεραρχήσεις των ιμπεριαλιστικών οργανισμών και επιτελείων σε ό,τι αφορά την επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη που σχετίζεται έμμεσα με τις πολεμικές στοχεύσεις (είτε άμεσα είτε ως «διττής χρήσης»).
Τα παραπάνω μας επιτρέπουν να εστιάσουμε σε μια επιπλέον πλευρά ως προς το ρόλο της επιστήμης ως άμεσα παραγωγικής δύναμης στο σύγχρονο καπιταλισμό, άρα και, συνακόλουθα, τον ιδιαίτερο και σημαντικό ρόλο της επιστημονικής εργασίας στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας.
Είναι προφανές ότι τα διάφορα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα είναι καρπός της δουλειάς των εργαζόμενων επιστημόνων. Ίσως, όμως, είναι λιγότερο προφανές ότι όλες οι δυνατότητες για την ανάπτυξη της τεχνολογίας και των ερευνητικών υποδομών έχουν προκύψει από τη δουλειά όλης της εργατικής τάξης, σε όλο τον κόσμο, ανεξαρτήτως ειδίκευσης. Αρκεί να σκεφτεί κάποιος, για παράδειγμα, ότι ακόμα και ο πλέον προηγμένος και πανάκριβος εξοπλισμός των κορυφαίων εργαστηρίων στον κόσμο θα ήταν αδύνατο να υπάρξει αν δε δούλευαν κάποιοι σε ορυχεία για να είναι διαθέσιμες οι απαραίτητες πρώτες ύλες, σπάνιες γαίες κ.ά., αν δε δούλευαν οι βιομηχανικοί εργάτες στη χημική βιομηχανία και στη βιομηχανία παραγωγής μηχανολογικού εξοπλισμού για να τον κατασκευάσουν, αν δε δούλευαν οι εργάτες στις μεταφορές για να τα μεταφέρουν, οι διάφοροι τεχνίτες κλπ. για την εγκατάσταση και συντήρησή τους, οι εργάτες σε διάφορους κλάδους για την παραγωγή των απαιτούμενων αναλώσιμων κ.ο.κ. Προφανές είναι, ακόμα, ότι οι ανάγκες που ικανοποιούν όλες αυτές οι εργασίες, αλλά και τα μέσα και οι τρόποι για την εκτέλεσή τους, είναι επίσης αποτέλεσμα της ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας.
Βλέπουμε, δηλαδή, να αναδεικνύεται μια επιπλέον πλευρά, ως προς το ρόλο της επιστήμης στην όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και την καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της.5 Μια πλευρά που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ακόμα καλύτερα την τεράστια δύναμη που έχει στα χέρια της η εργατική τάξη και πρέπει να την αξιοποιήσει.
Παρεμπιπτόντως, η συζήτηση για τους στρατηγικής σημασίας ορυκτούς πόρους, που προκύπτει με βάση και τα παραπάνω, βρίσκεται στην καρδιά της «πράσινης» και «ψηφιακής» μετάβασης, αποτελώντας και εστία περαιτέρω όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε όλο τον κόσμο. Ανταγωνισμών που γεννούν τις μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις των ημερών μας, ενόσω κλιμακώνεται η μεγάλη αντιπαράθεση ΗΠΑ - Κίνας για την πρωτοκαθεδρία στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια. Διαπάλη που την βλέπουμε να εξελίσσεται σε όλα τα πεδία, της επιστήμης και της τεχνολογίας συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ των δύο μεγάλων μπλοκ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των συμμάχων τους. Δηλαδή, από τη μια πλευρά, του ιμπεριαλιστικού μπλοκ των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ, παρ’ όλες τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές αντιθέσεις τους και, από την άλλη, του υπό διαμόρφωση ευρασιατικού μπλοκ με επικεφαλής την Κίνα και τη Ρωσία με τους δικούς τους συμμάχους (Ιράν κ.ά.).
Από την άποψη αυτή, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ότι οι επιστημονικοί και τεχνολογικοί τομείς αιχμής βρίσκονται στην καρδιά των επενδύσεων για έρευνα και ανάπτυξη που μοχλεύουν και τα δύο ιμπεριαλιστικά μπλοκ, στοχεύοντας σε επιτεύγματα που μπορούν να αξιοποιήσουν τόσο για πολεμικούς και κατασταλτικούς σκοπούς, όσο και για κάλυψη αναγκών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Να γιατί η ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης έχει αναγκαστικά και αναπόδραστα ταξικό πρόσημο. Γιατί, τελικά, οι εκάστοτε σχέσεις παραγωγής είναι που καθορίζουν αναπόδραστα το σκοπό, τα κίνητρα, τις ιεραρχήσεις, το ρυθμό, τη μορφή και το περιεχόμενο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η επιστήμη και η τεχνολογία. Εξ ου και στον καπιταλισμό είναι το κεφάλαιο που καθορίζει τι, πώς, πότε και πόσο θα παραχθεί, με γνώμονα το καπιταλιστικό κέρδος. Ο προσανατολισμός της επιστημονικής έρευνας και η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της, ώστε να υπηρετούνται τα συμφέροντα και οι σχεδιασμοί της εξουσίας του κεφαλαίου, των φορέων και των μηχανισμών της. Γι’ αυτό και είναι βαθιά λαθεμένες, ανιστόρητες και αδιέξοδες οι προσεγγίσεις που ερμηνεύουν την επιστημονική, τεχνική και τεχνολογική ανάπτυξη ως αυτόνομο παράγοντα κοινωνικής προόδου, ωσάν να ήταν ανεξάρτητη από το ταξικά προσδιορισμένο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου συντελείται.
Η ανάλυση που προηγήθηκε σε αυτήν την ενότητα μας βοηθά να εντοπίσουμε μια από τις πιο σημαντικές συνεισφορές του μαρξισμού στη θεωρητική συζήτηση περί επιστήμης. Ο μαρξισμός αναπτύσσει σε υλιστική βάση τη διαλεκτική σύνθεση μεταξύ των εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που επιδρούν στην ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης και της επιστημονικής δραστηριότητας, όλων των όψεων του επιστημονικού εγχειρήματος και του ρόλου της επιστήμης στην κοινωνία. Γι’ αυτό και μπορεί να εστιάζει στη σημασία του κοινωνικο-ιστορικού πλαισίου, χωρίς να ξεπέφτει στον άκρατο σχετικισμό και τον υποκειμενισμό, προβάλλοντας ταυτόχρονα τις πιο ισχυρές δεσμεύσεις στην αντικειμενική αλήθεια της επιστημονικής γνώσης χωρίς να παραγνωρίζει τη σχετικότητά της, αποφεύγοντας τις παγίδες ενός μεταφυσικού αντικειμενισμού ιδεαλιστικής κοπής ή τη διολίσθηση σε εξίσου ιδεαλιστικές και μεταφυσικές πραγματιστικές και εργαλειοκρατικές θέσεις.6 Εδώ αναδεικνύεται και η υπεροχή του μαρξισμού σε σχέση με τη χρεοκοπημένη αστική φιλοσοφική σκέψη για την επιστήμη, που αδυνατεί να ξεπεράσει (ή, ορισμένες φορές, ακόμα και να εντοπίσει) τις αντιφάσεις που προκύπτουν από την ίδια την ανάπτυξη της επιστήμης.
Η επιστημονική γνώση είναι αληθινή, όταν στο περιεχόμενό της αντανακλάται η πραγματικότητα του εκάστοτε αντικειμένου της επιστημονικής διερεύνησης. Αυτή η αντικειμενική αλήθεια, όμως, που υπάρχει ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές επιθυμίες του οποιουδήποτε, ακόμα και του ίδιου του επιστήμονα που διερευνά το συγκεκριμένο αντικείμενο, είναι σχετική. Στην προσπάθεια για όλο και πιο πλήρη, βαθιά, ακριβή και σωστή, άρα και αληθινή αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας, επιδρούν πλήθος παραγόντων, συνθηκών, προϋποθέσεων και περιορισμών. Μέρος αυτών, έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα, όπως, για παράδειγμα, το ιστορικά διαμορφωμένο σε κάθε φάση επίπεδο ανάπτυξης της επιστημονικής γνώσης και οι δυνατότητες που προσφέρουν τα διαθέσιμα μέσα επιστημονικής διερεύνησης κ.ά. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και υποκειμενικά στοιχεία, που αφορούν, για παράδειγμα, τις πεποιθήσεις και τις αντιλήψεις με βάση τις οποίες ένας επιστήμονας προσδιορίζει το αντικείμενο και τους στόχους της έρευνάς του, επιλέγει σε τι θα εστιάσει την προσοχή του και τι θα αφήσει εκτός, διαμορφώνει τη μεθοδολογία του και ερμηνεύει τα αποτελέσματα αυτής κλπ. Με τη σειρά τους, όμως, τέτοια υποκειμενικά στοιχεία διαμορφώνονται συγκεκριμένα σε κάθε περίπτωση, στο έδαφος της προϋπάρχουσας ανάπτυξης της επιστήμης και της αντικειμενικής επίδρασης της κοινωνικής συνείδησης στη διαμόρφωση της ατομικής συνείδησης του κάθε επιστήμονα. Εξάλλου, στη διαμόρφωση της ατομικής συνείδησης του κάθε επιστήμονα επιδρά η φιλοσοφική και ευρύτερα ιδεολογική διαπάλη, αλλά και συνολικά η ταξική πάλη. Το γεγονός αυτό φωτίζει περαιτέρω τη σημασία της ταξικότητας σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη της επιστήμης, εν προκειμένω σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη του ίδιου του υποκειμένου της επιστημονικής εργασίας και τη στάση του απέναντι στην εργασία του, το περιεχόμενό της και το ρόλο της.
Μελετώντας το πολυσύνθετο προτσές ανάπτυξης της επιστημονικής γνώσης και κατανόησης της αντικειμενικής πραγματικότητας, μπορούμε να διακρίνουμε 3+1 όψεις του επιστημονικού εγχειρήματος, κάτι που θα μας επιτρέψει να εντοπίσουμε καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο το υποκειμενικό στοιχείο εκδηλώνεται στην προσπάθεια αναζήτησης της αντικειμενικής αλήθειας με συστηματικό τρόπο, δηλαδή στην επιστήμη.
Η πρώτη όψη αφορά την κατανόηση της επιστήμης ως γνωστικού εγχειρήματος, που εγείρει αξιώσεις αλήθειας. Δηλαδή ως προσπάθεια ανακάλυψης και κατανόησης των νόμων που διέπουν την ανάπτυξη των φαινομένων που εμπίπτουν στο πεδίο διερεύνησης του κάθε επιστημονικού αντικειμένου, κλάδου και τομέα. Η πλευρά αυτή έχει να κάνει τόσο με το περιεχόμενο της επιστημονικής γνώσης, το πώς αποτυπώνεται σε αυτήν η αντικειμενική πραγματικότητα, όσο και με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται προκειμένου αυτή να αναπτυχθεί.
Η δεύτερη όψη αφορά την κατανόηση της επιστήμης ως μορφής κοινωνικής συνείδησης. Δηλαδή ως πεδίου στο οποίο αντανακλώνται με ιδιαίτερο τρόπο οι υλικοί όροι ύπαρξης της κοινωνίας, με τις συγκεκριμένες αντιφάσεις τους. Με άλλα λόγια, αφορά τη θέση της επιστήμης στην προσπάθεια μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, που λειτουργεί και αναπτύσσεται με συγκεκριμένο τρόπο σε μια ορισμένη ιστορική φάση ανάπτυξης, να κατανοήσει τη θέση και την προοπτική της και να οργανώσει κατάλληλα την κοινωνική ζωή.
Η τρίτη όψη αφορά την κατανόηση της επιστήμης ως άμεσης παραγωγικής δύναμη στον καπιταλισμό. Δηλαδή το πώς η ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης και των εφαρμογών της σχετίζεται άμεσα με την αξιοποίησή της στην ανάπτυξη της τεχνικής - παραγωγικής βάσης της καπιταλιστικής κοινωνίας και των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου.
Το προαναφερθέν «+1» προκύπτει από το συνδυασμό των παραπάνω και αφορά την επιστήμη ως ειδική μορφή δραστηριότητας. Δηλαδή ως εργασία με συγκεκριμένο περιεχόμενο, που επαγγελματοποιείται με συγκεκριμένους όρους για τον κάθε επιστήμονα. Γιατί, τελικά, ο επιστήμονας δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά ένας εργαζόμενος ο οποίος την κάθε δεδομένη στιγμή εργάζεται σε συγκεκριμένες συνθήκες και με συγκεκριμένες σχέσεις εργασίας, είτε στο ακαδημαϊκό-ερευνητικό περιβάλλον είτε σε κάποιον άλλο φορέα ή επιχείρηση, στον οποίο προσλαμβάνεται για να αξιοποιηθεί η επιστημονική του ειδίκευση. Ο εργαζόμενος αυτός επιστήμονας έχει μια ορισμένη, συγκεκριμένη κατά περίπτωση, θέση στην οργάνωση της εργασίας στο συγκεκριμένο φορέα, περισσότερο ή λιγότερο επιτελικά (ή, ενίοτε, διευθυντικά) ή εκτελεστικά καθήκοντα και λαμβάνει μια αμοιβή για την εργασία του είτε ως μισθό είτε με άλλο τρόπο, με το ύψος αυτής της αμοιβής να κυμαίνεται κατά περίπτωση. Από εδώ προκύπτει και ότι υπάρχει ταξική διαφοροποίηση μεταξύ των επιστημόνων, ότι δε συγκροτούν μια ενιαία κατηγορία, αλλά εντάσσονται στη δεδομένη κοινωνικοταξική διάρθρωση της εκάστοτε συγκεκριμένης κοινωνίας. Ως εκ τούτου, δεν έχουν όλοι οι επιστήμονες κοινά ταξικά συμφέροντα (και, προφανώς, δε συνειδητοποιούν όλοι με τον ίδιο τρόπο τη θέση, το ρόλο τους κλπ.).
Συνδυάζοντας τα παραπάνω, προκύπτει ότι τόσο η ανάπτυξη των γνώσεων, των ικανοτήτων, της φαντασίας και της επινοητικότητας του επιστήμονα, όσο και η ένταξη και αξιοποίησή τους στην επαγγελματικά οργανωμένη επιστημονική δραστηριότητα (είτε σε ακαδημαϊκό είτε σε επιχειρηματικό πλαίσιο) συντελούνται στο έδαφος αντικειμενικών κοινωνικών σχέσεων. Σε αυτό το έδαφος, εξάλλου, μέσα από τις ποικιλόμορφες και πολυδιάστατες κοινωνικές του αλληλεπιδράσεις είναι που αναπτύσσεται και συνολικά η σκέψη του, η κοσμοθεωρητική του στάση και η προσωπικότητά του. Αν θέσουμε το ζήτημα από την άποψη της επίδρασης της οργάνωσης της επιστημονικής εργασίας στην ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης, μπορούμε υπό αυτό το πρίσμα να δούμε ότι αυτή σχετίζεται άμεσα με τους όρους με τους οποίους οργανώνεται, χρηματοδοτείται, ελέγχεται και αποτιμάται το έργο της επιστημονικής έρευνας, τους όρους και το πλαίσιο εντός του οποίου οργανώνεται η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της, η πρόσβαση σε αυτά.
Η ανάλυση αυτή είναι απαραίτητη για να εξετάσουμε πιο συγκεκριμένα στην επόμενη ενότητα το ρόλο του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην ανάπτυξη της επιστήμης και το πώς διαμορφώνεται αντικειμενικά το πλαίσιο εντός του οποίου καθορίζεται η δραστηριότητα του υποκειμένου της, άρα και το πλαίσιο στο οποίο διαμορφώνεται η στάση κάθε επιστήμονα απέναντι στις εξελίξεις, από τη σκοπιά της εργασίας του. Στάση που, ούτως ή άλλως, διαμορφώνεται υπό την επίδραση συνολικά της ταξικής πάλης στη συνείδησή του.
Ήδη, όμως, με βάση όσα έχουν τεθεί ως εδώ, μπορεί να απαντηθεί η θέση που εμφανίζεται συχνά, σε διάφορες παραλλαγές, σύμφωνα με την οποία η επιστημονική γνώση είναι αφ’ εαυτής ουδέτερη και το όλο ζήτημα ανάγεται μόνο στο πώς αυτή θα χρησιμοποιηθεί. Όσο κι αν αυτή η εργαλειακή θεώρηση της επιστήμης μοιάζει εύλογη από μια πρώτη άποψη, στην πραγματικότητα έχει πολύ περιορισμένη αναλυτική και εξηγητική ισχύ, καθώς παραγνωρίζει ένα κρίσιμο ζήτημα: Ότι οι σκοποί και οι τρόποι ανάπτυξης της επιστημονικής γνώσης εγγράφονται στην ίδια τη διαδικασία παραγωγής του επιστημονικού έργου και τη διαμόρφωση των όρων αξιοποίησής του. Αυτό, δε, συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό και πολύ συχνά, ακόμα και ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις και τις προθέσεις όσων συμβάλλουν στην ανάπτυξη αυτή. Γι’ αυτό και η θέση περί ουδετερότητας της επιστήμης σε καιρό ιμπεριαλιστικού πολέμου είναι είτε επίφαση είτε φενάκη κι αυταπάτη.
Παρεμπιπτόντως, η διάσταση αυτή αποκτά μεγάλη σημασία και ως προς το ζήτημα των τεχνολογιών «διττής χρήσης», δηλαδή τεχνολογιών που έχουν εφαρμογές στον πόλεμο και στην καταστολή, αλλά μπορούν να αξιοποιηθούν και σε μη στρατιωτικές, εμπορικές κ.ά. χρήσεις, για το οποίο θα γίνει λόγος και στη συνέχεια.