Ζητήματα για την επιστημονική έρευνα σε καιρό ιμπεριαλιστικού πολέμου


του Δημήτρη Κοιλάκου

Ο μαρξισμός τεκμηριώνει θεωρητικά τη σημασία της ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας σε ό,τι αφορά την ωρίμανση των αντικειμενικών προϋποθέσεων για να αναπτυχθεί η επαναστατική ταξική πάλη και το πέρασμα στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Αποδεικνύει ότι η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας οξύνει την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, τον ανταγωνισμό και τις αντιθέσεις ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τις αντιθέσεις και τις ρωγμές στο στρατόπεδο των καπιταλιστών.

Η πλευρά αυτή φωτίζεται με ιδιαίτερη ένταση στις μέρες μας, που το καπιταλιστικό σύστημα «κάθεται πάνω στην ωρολογιακή βόμβα» της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που μεγαλώνει με την αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας και προαναγγέλλει μια νέα βαθύτερη κρίση. Η επιστήμη και η τεχνολογία διατηρούν κεντρική θέση στις απόπειρες του κεφαλαίου να αναζητήσει προσωρινές διεξόδους με τις νέες επενδύσεις στην «πράσινη μετάβαση», στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στην πολεμική οικονομία1.

Ταυτόχρονα, η ιστορική εμπειρία από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα επιβεβαιώνει στην πράξη τη δυνατότητα της εργατικής εξουσίας να οργανώσει την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, συνολικά των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας, με γνώμονα την ικανοποίηση των διευρυνόμενων κοινωνικών αναγκών, στο έδαφος της κοινωνικής ιδιοκτησίας και του κεντρικού σχεδιασμού.

Τόσο η μια, όσο και η άλλη από αυτές τις δύο πλευρές καταδεικνύουν με ουσιαστικό τρόπο την εγγενή ταξικότητα της επιστήμης. Αυτή η ταξικότητα δεν αποτυπώνεται μόνο στους προσανατολισμούς και τις ιεραρχήσεις της επιστημονικής έρευνας, κάτι που είναι ίσως πιο εύκολα αντιληπτό, αλλά και στο ίδιο το περιεχόμενο της επιστημονικής γνώσης που παράγεται.

Μάλιστα, αυτό δεν αφορά μόνο περιπτώσεις «κατά παραγγελία» ερευνών, που τα δεδομένα, ο σχεδιασμός της έρευνας, τα αποτελέσματα και οι ερμηνείες τους κόβονται και ράβονται ώστε να εξυπηρετούνται οι επιδιώξεις του χρηματοδότη. Αφορά, επίσης, και τους ίδιους τους υλικούς όρους για τη διεξαγωγή της επιστημονικής έρευνας. Αφορά, όμως, και κάτι ακόμα πιο ευρύ: Την επίδραση της κοινωνικής συνείδησης, που αντανακλά τους υλικούς όρους ύπαρξης της κοινωνίας, στον τρόπο σκέψης του μεμονωμένου επιστήμονα, στον καθορισμό των βασικών παραδοχών και του ερμηνευτικού πλαισίου κλπ. Εν προκειμένω, στις συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού, αντανακλά τους υλικούς όρους ύπαρξης της σύγχρονης αστικής κοινωνίας, άρα και την εξουσία της αστικής τάξης, τους τρόπους εκδήλωσης της ταξικής της κυριαρχίας, αλλά και την αντιφατικότητα των υλικών σχέσεων στις οποίες αυτή η κυριαρχία εδραιώνεται.

Η ταξικότητα αποτυπώνεται ακόμα και στους όρους με τους οποίους ο προσανατολισμός της επιστημονικής έρευνας και το περιεχόμενο της παραγόμενης επιστημονικής γνώσης –ιδίως στις κοινωνικές επιστήμες, αλλά όχι μόνο σε αυτές– επιδρά στην ίδια τη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης και στην καθυπόταξη της συνείδησης της εργατικής τάξης.

Από αυτό ακριβώς το ζήτημα της ταξικότητας μπορούμε να πιαστούμε για να δούμε, στις σελίδες που ακολουθούν, αν και τι αλλάζει για την επιστήμη σε καιρό ιμπεριαλιστικού πολέμου, σε σχέση την ιμπεριαλιστική ειρήνη. Άλλωστε, το γεγονός ότι δεν υπάρχει ταξικά ουδέτερη ανάπτυξη της επιστήμης είναι αυτό που επικαθορίζει, τελικά, και τη συζήτηση σχετικά με την ατομική στάση κάθε επιστήμονα απέναντι στον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου και τη διέξοδο από αυτόν, από την άποψη της ίδιας της επιστημονικής του δραστηριότητας. Δεδομένου ότι η σχετική συζήτηση αντικειμενικά φουντώνει στις μέρες μας, μια πλευρά στην οποία θα εστιάσουμε πιο συγκεκριμένα, δεν αφορά τόσο την ηθική απαξία των φρικαλεοτήτων και των δεινών του πολέμου, αλλά τη –συνειδητή ή μη– στράτευση με την πλευρά όσων διεξάγουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ή με την πλευρά όσων αντιμάχονται τις αιτίες που τον προκαλούν και τους σκοπούς που επιδιώκουν οι δυνάμεις που τον διεξάγουν.

Φυσικά, σημειώνεται εξαρχής ότι η διάκριση μεταξύ περιόδου ιμπεριαλιστικού πολέμου και ιμπεριαλιστικής ειρήνης είναι σχετική. Όχι μόνο γιατί είναι πολύ δύσκολο (αν όχι και αδύνατο) να προσδιοριστεί μια συγκεκριμένη στιγμή που να τις διαχωρίζει με απόλυτο τρόπο, αλλά και γιατί οι όροι και οι συνθήκες ύπαρξης της μιας διαμορφώνονται ενόσω εξελίσσεται η άλλη και ως αποτέλεσμα αυτής. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η συνέχεια της αστικής πολιτικής με άλλα, βίαια μέσα. Είναι το άλλο πρόσωπο της οδυνηρής για το λαό αδηφαγίας του κεφαλαίου, όταν ο λαός ζει σε καπιταλιστική «ειρήνη» με το πιστόλι στον κρόταφο.

Αυτή η αμείλικτη πραγματικότητα επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση της επιστήμης, των πανεπιστημίων και των ερευνητικών φορέων. Ίσως η πιο καθαρή έκφρασή της είναι το γεγονός ότι η έρευνα για τα όπλα του ιμπεριαλιστικού πολέμου διεξάγεται (κυρίως) στις συνθήκες της ιμπεριαλιστικής «ειρήνης», συχνά μάλιστα και με το προκάλυμμα της προσπάθειας αποτροπής του πολέμου.

Άλλωστε, στις συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού, η κλιμάκωση του ανελέητου ανταγωνισμού μεταξύ των δυνάμεων του κεφαλαίου, των κρατών και των συμμαχιών τους για μεγιστοποίηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας, για ξαναμοίρασμα των αγορών, των δρόμων μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων, για αποτροπή της εκδήλωσης μιας νέας καπιταλιστικής κρίσης και των συνεπειών της, επιδρά αναπόφευκτα στην ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας. Δηλαδή η πορεία προς τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο επιδρά στο ρυθμό, τον προσανατολισμό, το περιεχόμενο και την κατεύθυνση της επιστήμης και της τεχνολογίας. Επιδρά, επίσης, και στη διαμόρφωση και την οικονομική λειτουργία της επιστημονικής ειδίκευσης του εργαζόμενου επιστήμονα.

Στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε τη σχέση της ανάπτυξης της επιστήμης με το μονοπωλιακό καπιταλισμό και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με έμφαση σε πλευρές που αφορούν τον υποκειμενικό παράγοντα, το επιστημονικό δυναμικό, την οργάνωση και το περιεχόμενο της επιστημονικής εργασίας του, όπως αυτή εντάσσεται στον καταμερισμό της εργασίας.

Η τάση για όλο και μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση της επιστημονικής εργασίας στο μονοπωλιακό καπιταλισμό αναπτύσσεται με αντιφάσεις, που επιδρούν και στην ανάπτυξη του υποκειμένου της. Μια ιδιαίτερη πλευρά αυτής της διαδικασίας αφορά το ότι, καθώς η κοινωνική ανάπτυξη της επιστημονικής εργασίας δημιουργεί νέες δυνατότητες, αλλά και ανάγκες, ο τρόπος με τον οποίο αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν και να ικανοποιηθούν –αντίστοιχα– καθορίζει και το αντικειμενικό κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώνεται και η υποκειμενική στάση του επιστήμονα απέναντι στο αντικείμενο της εργασίας του, αλλά και στη σχέση του με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, πλευρά στην οποία και θα εστιάσουμε.2

 

Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Προκειμένου να εμβαθύνουμε στο ζήτημα το οποίο μας απασχολεί στο συγκεκριμένο κείμενο, είναι κρίσιμο να συνειδητοποιηθούν οι όροι που επιβάλλουν σήμερα την υποταγή της επιστήμης και της έρευνας στους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών. Οι όροι και οι συνθήκες, δηλαδή, που καθορίζουν σήμερα την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης και της τεχνολογίας.

Είναι σαφές ότι η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας δε γίνεται για τη χαρά της αναζήτησης. Δε θα επενδύονταν σήμερα τέτοιοι πακτωλοί δισεκατομμυρίων ευρώ σε κάθε είδους δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης σε όλο τον κόσμο, αν οι κεφαλαιοκράτες δεν προσέβλεπαν σε οικονομικό –και όχι μόνο– όφελος. Ούτε θα υπήρχε ο ανταγωνισμός για πρόσβαση σε μεγαλύτερη χρηματοδότηση μεταξύ ερευνητικών πεδίων, επιστημονικών ομάδων και ατομικά επιστημόνων, αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα.

Στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, η αστική τάξη παρεμβαίνει πολύμορφα για να ελέγξει κυρίως τη ροή της επιστημονικής γνώσης, τους τρόπους και τις μεθόδους αξιοποίησης της νέας επιστημονικής γνώσης στην παραγωγή, την εφευρετική δραστηριότητα, την ανάπτυξη των προτύπων στη βιομηχανία κλπ.3

Η επιστήμη ως άμεση παραγωγική δύναμη, η ανάπτυξη των τεχνολογικών καινοτομιών στη σύγχρονη μορφή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στοχεύει όχι μόνο στην άμεση διεύρυνση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, αλλά και στη διεύρυνση του πεδίου της ανθρώπινης δραστηριότητας που μπορεί να παραγάγει κερδοφόρα αποτελέσματα. Οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι δεν προσβλέπουν μόνο στο άμεσο κέρδος από την πώληση των διάφορων τεχνολογικών προϊόντων. Μαζί με αυτό, το κεφάλαιο συνολικά προσβλέπει και σε νέους όρους παραγωγής και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης προς εκμετάλλευση (αλλά και την εμπέδωσή τους στην κοινωνική συνείδηση και τη διαμόρφωση όρων υφαρπαγής κοινωνικής συναίνεσης σε αυτούς, πεδία στα οποία εξειδικεύονται οι κοινωνικές επιστήμες, που συχνά μένουν τεχνηέντως έξω από τη σχετική συζήτηση4).

Μπορούμε να δούμε αυτές τις δύο πλευρές να συνδυάζονται όταν μιλάμε, π.χ., για ιατροφαρμακευτικά σκευάσματα ή για γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα κ.ά. Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε, επίσης, να προσεγγίσουμε και τις δυνατότητες που αναδύονται και αναπτύσσονται σήμερα για την Τεχνητή Νοημοσύνη, για νευρο-τεχνολογικές βελτιώσεις στον εγκέφαλο, για τρισδιάστατες εκτυπώσεις ανθρώπινων μυών κι άλλων οργάνων, για συνέργεια βιοτεχνολογίας-μηχανοτρονικής, καθώς και πολλά άλλα. Υπό το ίδιο πρίσμα μπορούμε να δούμε και τις ιεραρχήσεις των ιμπεριαλιστικών οργανισμών και επιτελείων σε ό,τι αφορά την επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη που σχετίζεται έμμεσα με τις πολεμικές στοχεύσεις (είτε άμεσα είτε ως «διττής χρήσης»).

Τα παραπάνω μας επιτρέπουν να εστιάσουμε σε μια επιπλέον πλευρά ως προς το ρόλο της επιστήμης ως άμεσα παραγωγικής δύναμης στο σύγχρονο καπιταλισμό, άρα και, συνακόλουθα, τον ιδιαίτερο και σημαντικό ρόλο της επιστημονικής εργασίας στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας.

Είναι προφανές ότι τα διάφορα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα είναι καρπός της δουλειάς των εργαζόμενων επιστημόνων. Ίσως, όμως, είναι λιγότερο προφανές ότι όλες οι δυνατότητες για την ανάπτυξη της τεχνολογίας και των ερευνητικών υποδομών έχουν προκύψει από τη δουλειά όλης της εργατικής τάξης, σε όλο τον κόσμο, ανεξαρτήτως ειδίκευσης. Αρκεί να σκεφτεί κάποιος, για παράδειγμα, ότι ακόμα και ο πλέον προηγμένος και πανάκριβος εξοπλισμός των κορυφαίων εργαστηρίων στον κόσμο θα ήταν αδύνατο να υπάρξει αν δε δούλευαν κάποιοι σε ορυχεία για να είναι διαθέσιμες οι απαραίτητες πρώτες ύλες, σπάνιες γαίες κ.ά., αν δε δούλευαν οι βιομηχανικοί εργάτες στη χημική βιομηχανία και στη βιομηχανία παραγωγής μηχανολογικού εξοπλισμού για να τον κατασκευάσουν, αν δε δούλευαν οι εργάτες στις μεταφορές για να τα μεταφέρουν, οι διάφοροι τεχνίτες κλπ. για την εγκατάσταση και συντήρησή τους, οι εργάτες σε διάφορους κλάδους για την παραγωγή των απαιτούμενων αναλώσιμων κ.ο.κ. Προφανές είναι, ακόμα, ότι οι ανάγκες που ικανοποιούν όλες αυτές οι εργασίες, αλλά και τα μέσα και οι τρόποι για την εκτέλεσή τους, είναι επίσης αποτέλεσμα της ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Βλέπουμε, δηλαδή, να αναδεικνύεται μια επιπλέον πλευρά, ως προς το ρόλο της επιστήμης στην όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και την καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της.5 Μια πλευρά που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ακόμα καλύτερα την τεράστια δύναμη που έχει στα χέρια της η εργατική τάξη και πρέπει να την αξιοποιήσει.

Παρεμπιπτόντως, η συζήτηση για τους στρατηγικής σημασίας ορυκτούς πόρους, που προκύπτει με βάση και τα παραπάνω, βρίσκεται στην καρδιά της «πράσινης» και «ψηφιακής» μετάβασης, αποτελώντας και εστία περαιτέρω όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε όλο τον κόσμο. Ανταγωνισμών που γεννούν τις μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις των ημερών μας, ενόσω κλιμακώνεται η μεγάλη αντιπαράθεση ΗΠΑ - Κίνας για την πρωτοκαθεδρία στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια. Διαπάλη που την βλέπουμε να εξελίσσεται σε όλα τα πεδία, της επιστήμης και της τεχνολογίας συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ των δύο μεγάλων μπλοκ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των συμμάχων τους. Δηλαδή, από τη μια πλευρά, του ιμπεριαλιστικού μπλοκ των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ, παρ’ όλες τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές αντιθέσεις τους και, από την άλλη, του υπό διαμόρφωση ευρασιατικού μπλοκ με επικεφαλής την Κίνα και τη Ρωσία με τους δικούς τους συμμάχους (Ιράν κ.ά.).

Από την άποψη αυτή, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ότι οι επιστημονικοί και τεχνολογικοί τομείς αιχμής βρίσκονται στην καρδιά των επενδύσεων για έρευνα και ανάπτυξη που μοχλεύουν και τα δύο ιμπεριαλιστικά μπλοκ, στοχεύοντας σε επιτεύγματα που μπορούν να αξιοποιήσουν τόσο για πολεμικούς και κατασταλτικούς σκοπούς, όσο και για κάλυψη αναγκών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Να γιατί η ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης έχει αναγκαστικά και αναπόδραστα ταξικό πρόσημο. Γιατί, τελικά, οι εκάστοτε σχέσεις παραγωγής είναι που καθορίζουν αναπόδραστα το σκοπό, τα κίνητρα, τις ιεραρχήσεις, το ρυθμό, τη μορφή και το περιεχόμενο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η επιστήμη και η τεχνολογία. Εξ ου και στον καπιταλισμό είναι το κεφάλαιο που καθορίζει τι, πώς, πότε και πόσο θα παραχθεί, με γνώμονα το καπιταλιστικό κέρδος. Ο προσανατολισμός της επιστημονικής έρευνας και η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της, ώστε να υπηρετούνται τα συμφέροντα και οι σχεδιασμοί της εξουσίας του κεφαλαίου, των φορέων και των μηχανισμών της. Γι’ αυτό και είναι βαθιά λαθεμένες, ανιστόρητες και αδιέξοδες οι προσεγγίσεις που ερμηνεύουν την επιστημονική, τεχνική και τεχνολογική ανάπτυξη ως αυτόνομο παράγοντα κοινωνικής προόδου, ωσάν να ήταν ανεξάρτητη από το ταξικά προσδιορισμένο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου συντελείται.

Η ανάλυση που προηγήθηκε σε αυτήν την ενότητα μας βοηθά να εντοπίσουμε μια από τις πιο σημαντικές συνεισφορές του μαρξισμού στη θεωρητική συζήτηση περί επιστήμης. Ο μαρξισμός αναπτύσσει σε υλιστική βάση τη διαλεκτική σύνθεση μεταξύ των εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που επιδρούν στην ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης και της επιστημονικής δραστηριότητας, όλων των όψεων του επιστημονικού εγχειρήματος και του ρόλου της επιστήμης στην κοινωνία. Γι’ αυτό και μπορεί να εστιάζει στη σημασία του κοινωνικο-ιστορικού πλαισίου, χωρίς να ξεπέφτει στον άκρατο σχετικισμό και τον υποκειμενισμό, προβάλλοντας ταυτόχρονα τις πιο ισχυρές δεσμεύσεις στην αντικειμενική αλήθεια της επιστημονικής γνώσης χωρίς να παραγνωρίζει τη σχετικότητά της, αποφεύγοντας τις παγίδες ενός μεταφυσικού αντικειμενισμού ιδεαλιστικής κοπής ή τη διολίσθηση σε εξίσου ιδεαλιστικές και μεταφυσικές πραγματιστικές και εργαλειοκρατικές θέσεις.6 Εδώ αναδεικνύεται και η υπεροχή του μαρξισμού σε σχέση με τη χρεοκοπημένη αστική φιλοσοφική σκέψη για την επιστήμη, που αδυνατεί να ξεπεράσει (ή, ορισμένες φορές, ακόμα και να εντοπίσει) τις αντιφάσεις που προκύπτουν από την ίδια την ανάπτυξη της επιστήμης.

Η επιστημονική γνώση είναι αληθινή, όταν στο περιεχόμενό της αντανακλάται η πραγματικότητα του εκάστοτε αντικειμένου της επιστημονικής διερεύνησης. Αυτή η αντικειμενική αλήθεια, όμως, που υπάρχει ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές επιθυμίες του οποιουδήποτε, ακόμα και του ίδιου του επιστήμονα που διερευνά το συγκεκριμένο αντικείμενο, είναι σχετική. Στην προσπάθεια για όλο και πιο πλήρη, βαθιά, ακριβή και σωστή, άρα και αληθινή αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας, επιδρούν πλήθος παραγόντων, συνθηκών, προϋποθέσεων και περιορισμών. Μέρος αυτών, έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα, όπως, για παράδειγμα, το ιστορικά διαμορφωμένο σε κάθε φάση επίπεδο ανάπτυξης της επιστημονικής γνώσης και οι δυνατότητες που προσφέρουν τα διαθέσιμα μέσα επιστημονικής διερεύνησης κ.ά. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και υποκειμενικά στοιχεία, που αφορούν, για παράδειγμα, τις πεποιθήσεις και τις αντιλήψεις με βάση τις οποίες ένας επιστήμονας προσδιορίζει το αντικείμενο και τους στόχους της έρευνάς του, επιλέγει σε τι θα εστιάσει την προσοχή του και τι θα αφήσει εκτός, διαμορφώνει τη μεθοδολογία του και ερμηνεύει τα αποτελέσματα αυτής κλπ. Με τη σειρά τους, όμως, τέτοια υποκειμενικά στοιχεία διαμορφώνονται συγκεκριμένα σε κάθε περίπτωση, στο έδαφος της προϋπάρχουσας ανάπτυξης της επιστήμης και της αντικειμενικής επίδρασης της κοινωνικής συνείδησης στη διαμόρφωση της ατομικής συνείδησης του κάθε επιστήμονα. Εξάλλου, στη διαμόρφωση της ατομικής συνείδησης του κάθε επιστήμονα επιδρά η φιλοσοφική και ευρύτερα ιδεολογική διαπάλη, αλλά και συνολικά η ταξική πάλη. Το γεγονός αυτό φωτίζει περαιτέρω τη σημασία της ταξικότητας σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη της επιστήμης, εν προκειμένω σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη του ίδιου του υποκειμένου της επιστημονικής εργασίας και τη στάση του απέναντι στην εργασία του, το περιεχόμενό της και το ρόλο της.

Μελετώντας το πολυσύνθετο προτσές ανάπτυξης της επιστημονικής γνώσης και κατανόησης της αντικειμενικής πραγματικότητας, μπορούμε να διακρίνουμε 3+1 όψεις του επιστημονικού εγχειρήματος, κάτι που θα μας επιτρέψει να εντοπίσουμε καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο το υποκειμενικό στοιχείο εκδηλώνεται στην προσπάθεια αναζήτησης της αντικειμενικής αλήθειας με συστηματικό τρόπο, δηλαδή στην επιστήμη.

Η πρώτη όψη αφορά την κατανόηση της επιστήμης ως γνωστικού εγχειρήματος, που εγείρει αξιώσεις αλήθειας. Δηλαδή ως προσπάθεια ανακάλυψης και κατανόησης των νόμων που διέπουν την ανάπτυξη των φαινομένων που εμπίπτουν στο πεδίο διερεύνησης του κάθε επιστημονικού αντικειμένου, κλάδου και τομέα. Η πλευρά αυτή έχει να κάνει τόσο με το περιεχόμενο της επιστημονικής γνώσης, το πώς αποτυπώνεται σε αυτήν η αντικειμενική πραγματικότητα, όσο και με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται προκειμένου αυτή να αναπτυχθεί.

Η δεύτερη όψη αφορά την κατανόηση της επιστήμης ως μορφής κοινωνικής συνείδησης. Δηλαδή ως πεδίου στο οποίο αντανακλώνται με ιδιαίτερο τρόπο οι υλικοί όροι ύπαρξης της κοινωνίας, με τις συγκεκριμένες αντιφάσεις τους. Με άλλα λόγια, αφορά τη θέση της επιστήμης στην προσπάθεια μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, που λειτουργεί και αναπτύσσεται με συγκεκριμένο τρόπο σε μια ορισμένη ιστορική φάση ανάπτυξης, να κατανοήσει τη θέση και την προοπτική της και να οργανώσει κατάλληλα την κοινωνική ζωή.

Η τρίτη όψη αφορά την κατανόηση της επιστήμης ως άμεσης παραγωγικής δύναμη στον καπιταλισμό. Δηλαδή το πώς η ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης και των εφαρμογών της σχετίζεται άμεσα με την αξιοποίησή της στην ανάπτυξη της τεχνικής - παραγωγικής βάσης της καπιταλιστικής κοινωνίας και των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Το προαναφερθέν «+1» προκύπτει από το συνδυασμό των παραπάνω και αφορά την επιστήμη ως ειδική μορφή δραστηριότητας. Δηλαδή ως εργασία με συγκεκριμένο περιεχόμενο, που επαγγελματοποιείται με συγκεκριμένους όρους για τον κάθε επιστήμονα. Γιατί, τελικά, ο επιστήμονας δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά ένας εργαζόμενος ο οποίος την κάθε δεδομένη στιγμή εργάζεται σε συγκεκριμένες συνθήκες και με συγκεκριμένες σχέσεις εργασίας, είτε στο ακαδημαϊκό-ερευνητικό περιβάλλον είτε σε κάποιον άλλο φορέα ή επιχείρηση, στον οποίο προσλαμβάνεται για να αξιοποιηθεί η επιστημονική του ειδίκευση. Ο εργαζόμενος αυτός επιστήμονας έχει μια ορισμένη, συγκεκριμένη κατά περίπτωση, θέση στην οργάνωση της εργασίας στο συγκεκριμένο φορέα, περισσότερο ή λιγότερο επιτελικά (ή, ενίοτε, διευθυντικά) ή εκτελεστικά καθήκοντα και λαμβάνει μια αμοιβή για την εργασία του είτε ως μισθό είτε με άλλο τρόπο, με το ύψος αυτής της αμοιβής να κυμαίνεται κατά περίπτωση. Από εδώ προκύπτει και ότι υπάρχει ταξική διαφοροποίηση μεταξύ των επιστημόνων, ότι δε συγκροτούν μια ενιαία κατηγορία, αλλά εντάσσονται στη δεδομένη κοινωνικοταξική διάρθρωση της εκάστοτε συγκεκριμένης κοινωνίας. Ως εκ τούτου, δεν έχουν όλοι οι επιστήμονες κοινά ταξικά συμφέροντα (και, προφανώς, δε συνειδητοποιούν όλοι με τον ίδιο τρόπο τη θέση, το ρόλο τους κλπ.).

Συνδυάζοντας τα παραπάνω, προκύπτει ότι τόσο η ανάπτυξη των γνώσεων, των ικανοτήτων, της φαντασίας και της επινοητικότητας του επιστήμονα, όσο και η ένταξη και αξιοποίησή τους στην επαγγελματικά οργανωμένη επιστημονική δραστηριότητα (είτε σε ακαδημαϊκό είτε σε επιχειρηματικό πλαίσιο) συντελούνται στο έδαφος αντικειμενικών κοινωνικών σχέσεων. Σε αυτό το έδαφος, εξάλλου, μέσα από τις ποικιλόμορφες και πολυδιάστατες κοινωνικές του αλληλεπιδράσεις είναι που αναπτύσσεται και συνολικά η σκέψη του, η κοσμοθεωρητική του στάση και η προσωπικότητά του. Αν θέσουμε το ζήτημα από την άποψη της επίδρασης της οργάνωσης της επιστημονικής εργασίας στην ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης, μπορούμε υπό αυτό το πρίσμα να δούμε ότι αυτή σχετίζεται άμεσα με τους όρους με τους οποίους οργανώνεται, χρηματοδοτείται, ελέγχεται και αποτιμάται το έργο της επιστημονικής έρευνας, τους όρους και το πλαίσιο εντός του οποίου οργανώνεται η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της, η πρόσβαση σε αυτά.

Η ανάλυση αυτή είναι απαραίτητη για να εξετάσουμε πιο συγκεκριμένα στην επόμενη ενότητα το ρόλο του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην ανάπτυξη της επιστήμης και το πώς διαμορφώνεται αντικειμενικά το πλαίσιο εντός του οποίου καθορίζεται η δραστηριότητα του υποκειμένου της, άρα και το πλαίσιο στο οποίο διαμορφώνεται η στάση κάθε επιστήμονα απέναντι στις εξελίξεις, από τη σκοπιά της εργασίας του. Στάση που, ούτως ή άλλως, διαμορφώνεται υπό την επίδραση συνολικά της ταξικής πάλης στη συνείδησή του.

Ήδη, όμως, με βάση όσα έχουν τεθεί ως εδώ, μπορεί να απαντηθεί η θέση που εμφανίζεται συχνά, σε διάφορες παραλλαγές, σύμφωνα με την οποία η επιστημονική γνώση είναι αφ’ εαυτής ουδέτερη και το όλο ζήτημα ανάγεται μόνο στο πώς αυτή θα χρησιμοποιηθεί. Όσο κι αν αυτή η εργαλειακή θεώρηση της επιστήμης μοιάζει εύλογη από μια πρώτη άποψη, στην πραγματικότητα έχει πολύ περιορισμένη αναλυτική και εξηγητική ισχύ, καθώς παραγνωρίζει ένα κρίσιμο ζήτημα: Ότι οι σκοποί και οι τρόποι ανάπτυξης της επιστημονικής γνώσης εγγράφονται στην ίδια τη διαδικασία παραγωγής του επιστημονικού έργου και τη διαμόρφωση των όρων αξιοποίησής του. Αυτό, δε, συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό και πολύ συχνά, ακόμα και ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις και τις προθέσεις όσων συμβάλλουν στην ανάπτυξη αυτή. Γι’ αυτό και η θέση περί ουδετερότητας της επιστήμης σε καιρό ιμπεριαλιστικού πολέμου είναι είτε επίφαση είτε φενάκη κι αυταπάτη.

Παρεμπιπτόντως, η διάσταση αυτή αποκτά μεγάλη σημασία και ως προς το ζήτημα των τεχνολογιών «διττής χρήσης», δηλαδή τεχνολογιών που έχουν εφαρμογές στον πόλεμο και στην καταστολή, αλλά μπορούν να αξιοποιηθούν και σε μη στρατιωτικές, εμπορικές κ.ά. χρήσεις, για το οποίο θα γίνει λόγος και στη συνέχεια.

 

Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΩΣ ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Η Ιστορία αναδεικνύει ότι σε περιόδους πολέμου συντελούνται άλματα στην επιστήμη και την τεχνολογία. Χωρίς μεγάλη δόση υπερβολής, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ιστορία της επιστήμης αναδεικνύει τον πόλεμο ως καταλύτη της ανάπτυξης της σύγχρονης επιστήμης.

Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σχέδιο Μανχάταν για την ατομική βόμβα των ΗΠΑ, που αποτέλεσε σημείο καμπής στην ιστορία των φυσικών επιστημών. Κι αυτό γιατί σηματοδοτεί την αλλαγή της κλίμακας της επιστημονικής δραστηριότητας, το διεπιστημονικό χαρακτήρα πειραμάτων μεγάλης κλίμακας, με τεράστιες υποδομές, συνεργασίας επιστημόνων, μηχανικών και τεχνικών, και το συντονισμό, θα λέγαμε, της δραστηριότητας στο επιστημονικό εργαστήριο με αυτή στη βιομηχανική μονάδα.

Επιπλέον, το Σχέδιο Μανχάταν αποτελεί ορόσημο για την τεράστια αύξηση της χρηματοδότησης των φυσικών επιστημών (είναι χαρακτηριστικό ότι στις ΗΠΑ εικοσαπλασιάστηκε μεταξύ 1938-1953), αλλά και τη στρατιωτικοποίηση της έρευνας στη Φυσική. Το 1950, το 70% της έρευνας σε πεδία της Φυσικής στα αμερικανικά πανεπιστήμια χρηματοδοτούνταν είτε από το υπουργείο Άμυνας είτε από την Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας –το ποσοστό αυτό έχει πέσει έκτοτε, αλλά έχουν πολλαπλασιαστεί οι δίαυλοι, αλλά και οι όχι και τόσο άμεσες και προφανείς σχέσεις. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και σήμερα, τα αμερικανικά πανεπιστήμια λαμβάνουν περισσότερο από το 60% της χρηματοδότησης βασικής έρευνας στον τομέα της άμυνας.

Κι αν σε ό,τι αφορά τις φυσικές επιστήμες προκύπτει ίσως εύλογα η σχέση με τις πολεμικές επιδιώξεις, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι το ίδιο ισχύει και για τις κοινωνικές επιστήμες. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κοινωνική ψυχολογία, η οποία εν πολλοίς (ανα)συγκροτήθηκε ως κλάδος με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε ήταν που οι επιστήμονες του κλάδου κλήθηκαν να συνδράμουν τα πολεμικά επιτελεία στη στελέχωση ειδικών μονάδων, δούλεψαν πάνω στην ιδέα ότι η νοημοσύνη και η ευφυΐα μπορούν να καταστούν μετρήσιμες ποσότητες και ανέπτυξαν σχετικά τεστ και δείκτες, πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους για την επιλογή ατόμων κατάλληλων να στελεχώσουν ομάδες ειδικών αποστολών κ.ά. Επίσης, κλήθηκαν να διαχειριστούν, μετά τον πόλεμο, τα ψυχολογικά τραύματα των στρατιωτών που επέστρεφαν από το μέτωπο, αλλά και του γενικού πληθυσμού. Αντίστοιχη επίδραση μπορούμε να εντοπίσουμε και με το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η επίδραση του ιμπεριαλιστικού πολέμου στην ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας είναι τόσο έκδηλη, που ακόμα και το ΝΑΤΟ φιλοξενεί στην ιστοσελίδα του (και μάλιστα στην ενότητα για την ιστορία του) αφιέρωμα σε καινοτομίες που αναπτύχθηκαν αρχικά για στρατιωτική χρήση και πολεμικούς σκοπούς, οι οποίες στη συνέχεια πέρασαν και στην καθημερινή ζωή. Ας αναφερθούμε σε δύο τέτοια παραδείγματα, μεταγενέστερα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Οι απαρχές του Ίντερνετ βρίσκονται στο ARPANET (Advanced Research Projects Agency Network - Δίκτυο Οργανισμών Προηγμένων Ερευνητικών Έργων) που αναπτύχθηκε από το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ, με στόχο τη διασύνδεση πανεπιστημίων, κυβερνητικών υπηρεσιών και πολεμικής βιομηχανίας στις ΗΠΑ για την ανταλλαγή πληροφοριών και την κοινή υπολογιστική ισχύ. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1973, το ARPANET συνδέθηκε με το Βασιλικό Ίδρυμα Ραντάρ στη Νορβηγία και το University College London στη Βρετανία, ώστε να δημιουργηθεί μια διατλαντική σύνδεση μεταξύ των μελών του ΝΑΤΟ. Τότε γεννήθηκε και ο όρος «Ίντερνετ».

Ένα ακόμα παράδειγμα αποτελούν τα συστήματα GPS, μέσω των οποίων εντοπίζεται δορυφορικά η θέση και η πλοήγηση μεταξύ δύο σημείων στο χάρτη, ως αποτέλεσμα εφαρμογής της γενικής θεωρίας της σχετικότητας. Ως χρονική αφετηρία μπορεί να τεθεί η εκτόξευση του πρώτου δορυφόρου στο πλαίσιο του προγράμματος του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ για την ανάπτυξη ενός Συστήματος Πλοήγησης με Χρονισμό και Εμβέλεια (Navigation System with Timing and Ranging - NAVSTAR), που αρχικά ήταν διαθέσιμο μόνο στον αμερικανικό στρατό και σε επιλεγμένους συμμάχους των ΗΠΑ.

Η Ιστορία καταγράφει πλήθος επιστημονικών επιτευγμάτων, τεχνολογικών καινοτομιών κι άλλων εφευρέσεων που άμεσα ή έμμεσα σχετίζονται με επιστημονικές έρευνες που διεξάγονταν σε πολεμικό πλαίσιο, πολλές από τις οποίες πέρασαν στη συνέχεια και σε πλατιά εμπορική παραγωγή. Αν θέλαμε να συγκροτήσουμε μια σχετική λίστα, το περιεχόμενό της θα εκτεινόταν από την ανακάλυψη της πενικιλίνης μέχρι τα drones, από τα φακελάκια τσαγιού μέχρι τις ψηφιακές κάμερες, από τις μεταγγίσεις αίματος μέχρι τους φούρνους μικροκυμάτων κι από τα νάιλον υφάσματα μέχρι την εικονική πραγματικότητα, με εκατοντάδες άλλες καταγραφές στο ενδιάμεσο.

Με βάση τα παραπάνω, δεν εκπλήσσει η σπουδή που δείχνει διαχρονικά –και με μεγαλύτερη ίσως ένταση τα τελευταία χρόνια– το ΝΑΤΟ για να αναβαθμίσει την παρέμβασή του στα πεδία της επιστημονικής έρευνας και τεχνολογικής καινοτομίας. Ας δούμε ορισμένα ορόσημα της τελευταίας πενταετίας7:

– Το Φλεβάρη του 2021, εγκρίθηκε η Στρατηγική για τις Αναδυόμενες και Ανατρεπτικές Τεχνολογίες (EDTs). Πρακτικά, πρόκειται για επιστημονικά-τεχνολογικά επιτεύγματα εφαρμόσιμα σε πολεμικές τεχνολογίες που αναμένεται να έχουν ισχυρό αποτύπωμα στη διαμόρφωση των σύγχρονων τεχνολογικών όρων διεξαγωγής του πολέμου. Έμφαση δίνεται σε πεδία όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, τα αυτόνομα συστήματα, κβαντικές τεχνολογίες, βιοτεχνολογία, διαστημικά συστήματα, νέα υλικά κ.ά.

– Τον Οκτώβρη του 2021, εγκρίθηκε η Στρατηγική του ΝΑΤΟ για την Τεχνητή Νοημοσύνη και πριν από λίγους μήνες η Στρατηγική για τις κβαντικές τεχνολογίες (σημειωτέον ότι και η ΕΕ επικεντρώνει σε τέτοιες νέες τεχνολογίες, μέσω του European Defence Fund).

– Το 2022 στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη, δημιουργήθηκε το Ταμείο Καινοτομίας του ΝΑΤΟ (INF) και εγκρίθηκε ο «οδικός χάρτης» για το DIANA (Defence Innovation Accelerator for the North Atlantic - Επιταχυντής Αμυντικής Καινοτομίας για το Β. Ατλαντικό), με στόχο «το ΝΑΤΟ να διατηρήσει το τεχνολογικό του πλεονέκτημα» απέναντι στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Το DIANA είναι ένα δίκτυο από δεκάδες χώρους επιτάχυνσης της επιχειρηματικής καινοτομίας που απλώνεται σε πάνω από 20 χώρες, με αντικείμενο την επίλυση συγκεκριμένων στρατιωτικών προβλημάτων χρησιμοποιώντας αυτές τις τεχνολογίες. Παρέχει σε επιλεγμένες εταιρίες επιχορηγήσεις, υποδομές και συνεργασία με το προσωπικό από τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα. Στην Ελλάδα, έχει προς το παρόν παρουσία στο ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» στην Αθήνα, στο Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) στην Κρήτη και στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ) στη Θεσσαλονίκη.

– Τον Ιούνη του 2024, στην Ειδική Σύνοδο της Υπουργικής Διάσκεψης του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, επιβεβαιώθηκε η δέσμευση για μια Κοινοπραξία Ακαδημιών Άμυνας και Ινστιτούτων Μελετών Ασφάλειας (PfPC) στο πλαίσιο της λεγόμενης «Σύμπραξης για την Ειρήνη».

– Τον περασμένο Αύγουστο άρχισε πια να μορφοποιείται το σχήμα του ΝΑΤΟϊκού Ταμείου Καινοτομίας ως venture capital που θα στοχεύει κυρίως σε επενδύσεις πρώιμου σταδίου, με τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ να αποφασίζουν να δεσμεύσουν κεφάλαια συνολικού ύψους 1 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό προορίζεται για άμεσες επενδύσεις σε startups, αλλά και για έμμεσες σε άλλα ταμεία, τα οποία υποστηρίζουν νεοφυείς επιχειρήσεις, εστιάζοντας στους προαναφερθέντες τομείς προτεραιότητας

Φαίνεται ότι προκρίνεται η δημιουργία οικοσυστημάτων πολεμικής καινοτομίας για τη συνεργασία πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων με τον ιδιωτικό τομέα. Αυτά τα οικοσυστήματα είναι προσανατολισμένα στην ανάπτυξη τεχνολογιών «διττής χρήσης» (dual-use). Στην Ελλάδα, το οικοσύστημα αυτό έχει πάρει ήδη μια πρώτη μορφή και αποτελείται από τις τέσσερις υποδομές του DIANA, από τα ΑΕΙ και τα ΕΚ, τις νέες δομές έρευνας και ανάπτυξης των υπουργείων Άμυνας (Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας - ΕΛΚΑΚ) και Προ.Πο., καθώς και εταιρίες που δραστηριοποιούνται σε τέτοιες τεχνολογίες.

Είναι ενδεικτικό ότι στην παρουσίαση του νομοσχεδίου με τίτλο «Έρευνα, Ανάπτυξη και Καινοτομία στις Ένοπλες Δυνάμεις, εκσυγχρονισμός θεσμικού πλαισίου των ΑΣΕΙ και λοιπές διατάξεις» το Μάρτη του 2024, το υπουργείο Άμυνας διασαφήνιζε ως στόχο του ΕΛΚΑΚ τη «δημιουργία αμυντικού οικοσυστήματος καινοτομίας για την προώθηση και υποστήριξη της Έρευνας και Ανάπτυξης τεχνολογιών διττής χρήσης και την προμήθεια καινοτόμων προϊόντων για τις Ένοπλες Δυνάμεις» και κωδικοποιούσε ως άξονες της αποστολής του την «καλλιέργεια εγχώριου Οικοσυστήματος Αμυντικής Καινοτομίας με έμφαση στις προηγμένες τεχνολογίες διττής χρήσης (dual use tech) κατά τα διεθνή πρότυπα», την «ανάπτυξη χρηματοδοτικών και μη χρηματοδοτικών εργαλείων για τη μεταφορά τεχνολογίας μεταξύ των καινοτόμων/νεοφυών επιχειρήσεων και αμυντικών βιομηχανιών», τη «συνεργασία με ΑΕΙ, Ερευνητικά Κέντρα και Ανώτατες Σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων, της χώρας και της αλλοδαπής» και τη «δυνατότητα των Ενόπλων Δυνάμεων για προμήθεια καινοτόμων προϊόντων για αμυντική εφαρμογή».

Ας σημειωθεί, δε, ότι μόνο την τελευταία δεκαετία τα ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα συμμετείχαν σε τουλάχιστον 14 ευρωπαϊκά έργα με άμεση εμπλοκή του ΝΑΤΟ και πάνω από 30 ευρωπαϊκά έργα με εμπλοκή διάφορων υπηρεσιών καταστολής και πολέμου. Την τελευταία διετία, μάλιστα, οι αριθμοί αυτοί ήδη αυξάνονται.

Είναι, λοιπόν, κρίσιμο για το κίνημα μέσα στα πανεπιστήμια και τους χώρους έρευνας να αντιταχθεί ακόμα πιο αποφασιστικά στη ΝΑΤΟϊκή διείσδυση, στην υιοθέτηση της «ΝΑΤΟϊκής ατζέντας» στο περιεχόμενο σπουδών σε μια σειρά επιστημονικά αντικείμενα, αλλά και στην ίδια την επιστημονική έρευνα. Σημειωτέον ότι το ίδιο ισχύει και για φορείς που σχετίζονται με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, που όμως έχουν πιο περιορισμένη παρουσία και επίδραση στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα της Ελλάδας.

Στο σημείο αυτό χρειάζεται να επισημανθεί ότι, σε πολλές περιπτώσεις, η ΝΑΤΟϊκή ατζέντα στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, καθώς και η χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων που προορίζονται για να συμβάλλουν στις ιμπεριαλιστικές στοχεύσεις και επιδιώξεις δεν περνά μέσα από φορείς που έχουν φανερή τη ΝΑΤΟϊκή σφραγίδα. Υπάρχουν διάφορα ιδρύματα, «δεξαμενές σκέψης» (think tanks) και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) που αναλαμβάνουν να κάνουν αυτήν τη δουλειά.

Τέτοια ιδρύματα και φορείς είναι, για παράδειγμα, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μελετών Ασφάλειας «George C. Marshall» (συνεργασία του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ με υπουργείο Άμυνας της Γερμανίας), η αμερικανική RAND Corporation (ιδρύθηκε το 1948 από τον αμερικανικό στρατό, ως ιδιωτικός οργανισμός που προωθεί την έρευνα και ανάπτυξη προς όφελος της ασφάλειας των ΗΠΑ), το ERGOMAS (European Research Group on Military and Society) και πλήθος άλλων αντίστοιχων επιτελείων, πολλά εκ των οποίων έχουν αναπτύξει συνεργασίες με επιστημονικό δυναμικό πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων της χώρας μας.

Σε ό,τι, δε, αφορά τα διάφορα think tanks και ΜΚΟ, μπορούμε ενδεικτικά να αναφέρουμε το νορβηγικό Peace Research Institute Oslo (PRIO) που παρουσιάζεται ιδιαίτερα δραστήριο τα τελευταία χρόνια, καθώς και διάφορες ΜΚΟ και άλλους τέτοιους φορείς που σχετίζονται με το ίδρυμα Open Society του Τζ. Σόρος, την αμερικανική υπηρεσία USAID που βρέθηκε πρόσφατα στο επίκεντρο της ειδησεογραφίας κ.ά. Τέτοιοι φορείς, μάλιστα, έχουν ιδιαίτερη παρουσία ιδίως σε πεδία των κοινωνικών επιστημών και η δράση τους σχετίζεται με πτυχές του λεγόμενου «υβριδικού» πολέμου, αλλά και τη διαμόρφωση της λεγόμενης κοινής γνώμης ώστε να αποδεχτεί τις στοχεύσεις και τις επιδιώξεις του ευρωατλαντικού ιμπεριαλιστικού πόλου.

Παράλληλα, δεν μπορεί να παραγνωριστεί και η παρουσία που έχουν σε συμπράξεις με εργαστήρια και ινστιτούτα διάφορων πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων της χώρας οι λεγόμενες «αμυντικές» βιομηχανίες, εγχώριες και ξένες, καθώς και το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι start-ups που προσπαθούν να χρηματοδοτηθούν για τεχνολογίες «διττής χρήσης». Μάλιστα, η φαινομενικά μη σχετιζόμενη με τους πολεμικούς σχεδιασμούς εμπορική χρήση τέτοιων τεχνολογιών συχνά λειτουργεί και ως προκάλυμμα καπνού που δήθεν αποκρύβει τη στόχευσή τους, όμως δεν μπορεί να κρύψει την πραγματικότητα. Εξάλλου, κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι η σφραγίδα του κεφαλαίου μπαίνει φαρδιά-πλατιά σε όλες τις στιγμές της ανάπτυξης της αστικής πολιτικής (μεταξύ άλλων, και της πολιτικής για το σχεδιασμό και τη χρηματοδότηση της επιστημονικής έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης) και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς που κορυφώνονται με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η παρουσία και η εμπλοκή φορέων σαν κι αυτούς που αναφέρθηκαν παραπάνω στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα της χώρας είναι ιδιαίτερα έντονη και εντεινόμενη τα τελευταία χρόνια.8

Ενδεικτικά και μόνο, σταχυολογώντας από τη σχετικά πρόσφατη ειδησεογραφία, μπορούμε να προσθέσουμε σε όσα έχουν ήδη αναφερθεί ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα. Το Σεπτέμβρη του 2024 υπογράφηκε συμφωνία χορηγίας μεταξύ της αμερικανικής πολυεθνικής εταιρίας οπλικών συστημάτων «Lockheed Martin» και του ΕΚΠΑ, με επίκεντρο το πρόγραμμα υποτροφιών φοιτητών του Τμήματος Αεροδιαστημικής της Σχολής Θετικών Επιστημών. Το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και το Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο συνεργάζονται στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «UnderSec» της ΕΕ, που αφορά ένα σύστημα υποβρύχιας ασφάλειας για πλοία, λιμάνια και θαλάσσιες υποδομές, με το υπουργείο Άμυνας του κράτους-δολοφόνου του Ισραήλ, το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και την ισραηλινή πολεμική βιομηχανία «Rafael Advanced Defence Systems LTD». Τον Απρίλη του 2024 συστάθηκε η «Εταιρία Διασύνδεσης Αμυντικής Βιομηχανίας, Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας» με διακριτικό τίτλο «DefenceEduNet», ως σύμπραξη του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Εξοπλισμού (ΣΕΚΠΥ) με το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, το Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας, το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, το ΕΚΕΤΑ και την Εταιρία Ανάπτυξης Επιχειρηματικού Πάρκου Thess INTEC ΑΕ. Στις αρχές του Ιούνη, οργανώθηκε στο ΙΤΕ εκδήλωση με ομιλητή τον Giacomo Giorli, από το Κέντρο Ερευνών και πειραμάτων ναυτιλίας του ΝΑΤΟ στην Ιταλία.

Η κατάσταση αυτή αποτελεί τη λογική εξέλιξη του καπιταλιστικού πλαισίου οργάνωσης της επιστημονικής έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης με γνώμονα τα συμφέροντα του κεφαλαίου, που ωθεί τον ανταγωνισμό των ιδρυμάτων για προσέλκυση χρηματοδοτήσεων μέσω ερευνητικών προγραμμάτων και συμπράξεων με γνώμονα τα συμφέροντα του κεφαλαίου, και, μεταξύ άλλων, τις πολεμικές του ανάγκες. Πλαίσιο που στηρίζεται και αναπτύσσεται διαχρονικά με τις «ευλογίες» όλων των αστικών κυβερνήσεων και κομμάτων της χώρας, ενάντια στα συμφέροντα και στις ανάγκες του λαού.

 

ΑΜΕΣΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΟ ΑΝΤΙΠΑΛΕΜΑ ΤΗΣ ΕΜΠΛΟΚΗΣ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

Αυτή η εμπλοκή των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων της χώρας στους πολεμικούς σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών διαμορφώνει ένα πεδίο για τη συσπείρωση δυνάμεων που ασφυκτιούν από αυτήν την κατάσταση, που δε συμβιβάζονται με αυτήν, που αρνούνται να υποταχθούν σε αυτές τις εξελίξεις και συνειδητοποιούν ότι σήμερα απαιτούνται πολύ συγκεκριμένες απαντήσεις και δράσεις.

Γιατί είναι σήμερα κι όχι σε κάποια αόριστη χρονική στιγμή στο απώτερο παρελθόν ή μέλλον που η αστική τάξη της Ελλάδας και όλα τα κόμματά της υποστηρίζουν την εμπλοκή στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, προσβλέποντας στη γεωστρατηγική αναβάθμιση της θέσης της ελληνικής αστικής τάξης.

Γιατί σήμερα είναι που ο λαός καλείται να πληρώσει βαρύ λογαριασμό στο βωμό της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων και των στρατηγικών επιδιώξεων της αστικής τάξης. Σήμερα είναι που η εργατική-λαϊκή οικογένεια βρίσκεται αντιμέτωπη με την εκτόξευση του κόστους ζωής, την ενεργειακή φτώχεια, την τραγική κατάσταση στη δημόσια υγεία, τη φοροεπιδρομή του αστικού κράτους στο λαϊκό εισόδημα, την ένταση της καταστολής και της επιθετικότητας του κεφαλαίου στα εργατικά-λαϊκά δικαιώματα και κατακτήσεις των προηγούμενων χρόνων κλπ.

Εξάλλου, σήμερα είναι που θυσία για τους νέους εξοπλισμούς γίνονται οι ήδη πετσοκομμένοι προϋπολογισμοί των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων, για να θεριέψει ακόμα περισσότερο η επιχειρηματική τους λειτουργία, με τις προσαρμογές που επιτάσσει η στροφή στην πολεμική οικονομία.

Η επίδραση της στροφής στην πολεμική οικονομία είναι ήδη εμφανής σε ό,τι αφορά την πολιτική της ΕΕ για τη χρηματοδότηση δράσεων έρευνας και καινοτομίας. Η Κομισιόν προτείνει την ενσωμάτωση του επόμενου, δέκατου κατά σειρά, Προγράμματος-Πλαισίου για την Έρευνα και την Καινοτομία στο νέο Ταμείο Ανταγωνιστικότητας από το 2028 και μετά, με τις σχετικές διαβουλεύσεις να βρίσκονται αυτήν την περίοδο σε εξέλιξη. Ουσιαστικά, η συζήτηση αφορά την επόμενη μέρα, μετά την ολοκλήρωση του Προγράμματος «Ορίζοντας Ευρώπη»9 το 2027, με την Κομισιόν να προτείνει την ενσωμάτωση του νέου προγράμματος-πλαισίου, με προϋπολογισμό 220 δισ. ευρώ, στο νέο υπερταμείο των 800 δισ. ευρώ που επιδιώκεται να συμβάλει «γενικότερα στην αυτονόμηση και τόνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας» με σαφή προσανατολισμό στην πολεμική οικονομία. Σε αυτά τα πλαίσια δημιουργούνται νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το EDF και το ReArm Europe.

Ειδικά σε ό,τι αφορά την έρευνα, στην πρόσφατη έκθεση «Align, Act, Accelerate» η Κομισιόν θέτει ως στόχο την «υποβολή συγκεκριμένων στρατηγικών συστάσεων για την ενίσχυση των προγραμμάτων Έρευνας και Καινοτομίας» και την «ανάγκη αναπροσαρμογής των χρηματοδοτικών πλαισίων για την ταχύτερη ανάπτυξη και αξιοποίηση καινοτόμων λύσεων σε κρίσιμους τομείς, με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης», δεδομένων και των συμπερασμάτων που αντλεί από την υλοποίηση των «Horizon Europe» και «Horizon 2020». Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει, «σε ένα ταραχώδες γεωπολιτικό πλαίσιο η Ευρώπη δεν πρέπει να μείνει πίσω. Γι’ αυτό η έρευνα και η καινοτομία πρέπει να τοποθετηθούν στην καρδιά της οικονομίας».

Είναι προφανές ότι αυτές οι εξελίξεις προδιαγράφουν το μέλλον και σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, όποια τελική μορφή κι αν πάρει το νέο πρόγραμμα-πλαίσιο, δεδομένου ότι οι ΕΛΚΕ των ελληνικών πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων αντλούν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των προϋπολογισμών τους (έως και πάνω από 90%) από κοινοτικούς πόρους.

Η επιστημονική έρευνα και τα διαμορφούμενα «οικοσυστήματα καινοτομίας» είναι ενταγμένα οργανικά στους σχεδιασμούς του κεφαλαίου, που πλέον μορφοποιούνται στο πλαίσια της στροφής στην πολεμική οικονομία. Οι προσανατολισμοί αυτοί αγκαλιάζουν ένα ευρύ φάσμα ερευνητικών αντικειμένων, ενώ ταυτόχρονα άλλα πεδία επιστημονικής διερεύνησης καθίστανται μη επιλέξιμα για χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα να καταδικάζονται να φυτοζωούν. Δηλαδή ουσιαστικά διατηρείται η κατάσταση που ισχύει και εκτός της περιόδου της πολεμικής προετοιμασίας και εμπλοκής, με τη διαφορά να είναι ότι αλλάζουν οι συγκεκριμένες προτεραιότητες στις οποίες εστιάζει η εξουσία του κεφαλαίου.

Αποδεικνύεται και μέσα από το παράδειγμα της επιστημονικής έρευνας ότι οι στόχοι της πολεμικής οικονομίας δεν περιορίζονται στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και σε μεγάλες επενδύσεις στη στρατιωτική βιομηχανία, αλλά επεκτείνονται και καθορίζουν την πορεία στρατηγικής σημασίας κλάδων, με την επιστημονική έρευνα να έχει σημαντικό ρόλο. Η προσαρμογή της επιστημονικής έρευνας στις συνθήκες της πολεμικής οικονομίας είναι αναπόφευκτη απόρροια της προσαρμογής της ΕΕ στην κλιμάκωση του ενεργειακού, εμπορικού και τεχνολογικού ανταγωνισμού, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και αναζήτηση διεξόδου υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων που παραμένουν λιμνάζοντα. Αυτός ακριβώς ο «βούρκος των λιμναζόντων» κεφαλαίων είναι που έχει μεγαλώσει κι έχει γίνει πιο δυσώδης από τα δισεκατομμύρια ευρώ που έχουν κερδίσει οι μονοπωλιακοί όμιλοι από τις επενδύσεις των προηγούμενων χρόνων στη λεγόμενη «πράσινη» και ψηφιακή οικονομία –τομείς στους οποίους κατευθύνεται μεγάλο μέρος των χρηματοδοτήσεων για δράσεις έρευνας και καινοτομίας τα τελευταία χρόνια.

Σε ό,τι αφορά, δε, τη χώρα μας, το αποτύπωμα της επιχειρούμενης στροφής στην πολεμική οικονομία είναι ήδη ολοκάθαρο και στον προϋπολογισμό του 2025, ο οποίος ψηφίστηκε προτού συγκεκριμενοποιηθεί η συζήτηση στην ΕΕ για το ReArm Europe κλπ. Προϋπολογισμό για τον οποίο ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και τα εθνικιστικά κόμματα ψήφισαν με χέρια και με πόδια τις ΝΑΤΟϊκές πολεμικές δαπάνες που βαφτίζονται εξοπλιστικές/«αμυντικές», ενώ άλλα αστικά κόμματα, που δήθεν εναντιώθηκαν, στηρίζουν στην πράξη με κάθε τρόπο τους σχεδιασμούς που αυτές εξυπηρετούν. Δύο ενδεικτικά παραδείγματα είναι αποκαλυπτικά.

Μετά τη χρόνια υποχρηματοδότηση των πανεπιστημίων και την προώθηση της εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησής τους, στον προϋπολογισμό του 2025 προβλέπονται μόλις 20-30 εκατ. ευρώ παραπάνω για τα πανεπιστήμια. Η κυβέρνηση, μάλιστα, πανηγυρίζει που αυξάνει τη χρηματοδότηση. Όμως, με τον πληθωρισμό να τρέχει στα επίπεδα που τρέχει και τη σωρευτική επίδραση όλου του προηγούμενου διαστήματος στην οικονομική κατάσταση των πανεπιστημίων, αυτά στην πράξη ισοδυναμούν με μείωση των δαπανών. Το σχήμα είναι σαφές: Οι ανάγκες φοιτητών, διδασκόντων, ερευνητών κι άλλων εργαζόμενων σε ό,τι αφορά τη λειτουργία και χρηματοδότηση των πανεπιστημίων αυξάνονται, όμως το χάσμα σε σχέση με το τι θα μπορούσε να καλύψει η κρατική χρηματοδότηση μεγαλώνει (μεγαλώνει, δε, ακόμα περισσότερο, δεδομένου του τι πράγματι καλύπτει, με βάση τις ιεραρχήσεις που τίθενται), γιατί το βάρος πέφτει αλλού. Εν προκειμένω, και στη στροφή στην πολεμική οικονομία.

Το δεύτερο παράδειγμα αφορά τον προϋπολογισμό του υπουργείου Ανάπτυξης, στο οποίο υπάγεται η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας που εποπτεύει πολλά ερευνητικά ιδρύματα, για το 2025. Σε μια πρώτη ανάγνωση, εντυπωσιάζει, ίσως, ότι σχεδόν ο μισός κατευθύνεται σε έρευνα και ανάπτυξη, σε ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις. Από αυτά, όμως, ούτε το 25% δεν προορίζεται να διατεθεί στα ερευνητικά κέντρα, ενώ τα υπόλοιπα θα δοθούν απλόχερα στις επιχειρήσεις και μάλιστα σε εταιρίες οπλικών συστημάτων και διττής χρήσης. Γιατί, σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου και στροφής στην πολεμική οικονομία, είναι αναπόφευκτη συνέπεια η στοίχιση στους σκοπούς αυτούς της χρηματοδότησης και των φορέων της ανάπτυξης της επιστήμης και της έρευνας, όπως τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα.

Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει περιθώριο αναμονής μέχρι να ξημερώσει κάποια συγκεκριμένη μέρα του πολέμου για να καθοριστεί τότε η στάση των φοιτητών, των νέων επιστημόνων και ερευνητών, των μελών ΔΕΠ κι όλων όσοι δουλεύουν μέσα στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα σε ό,τι αφορά το ζήτημα της πολεμικής εμπλοκής των ίδιων των πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων. Από σήμερα χρειάζεται ένταση της πάλης για τα καθήκοντα που απορρέουν από την ανάγκη έντασης του αγώνα ενάντια στην εμπλοκή της χώρας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για να γίνει πράξη το «έξω η Ελλάδα από τον πόλεμο σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή», για αυξήσεις σε μισθούς, υγεία, ασφάλιση και παιδεία, κόντρα στα πολεμικά σφαγεία.

Σε αυτήν τη βάση, η απάντηση στο ερώτημα που συχνά τίθεται περί του αν μπορεί ένας επιστήμονας να παραμένει ουδέτερος στις σημερινές συνθήκες μορφοποιείται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο: Καμία ουδετερότητα, αλλά αγώνας από κάθε μετερίζι απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τις αιτίες και τις συνέπειές του για την εργατική τάξη, το λαό και τη νεολαία.

Στον αγώνα αυτόν έχουν ήδη σημαντική συμβολή, στο πλευρό του Κόμματος, πολλοί επιστήμονες, μέλη ΔΕΠ, ερευνητές και άλλοι εργαζόμενοι στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα. Συμβολή που μπορεί και πρέπει να ενταθεί και να ενισχυθεί. Με τη θέση και τη δράση τους, με τη συμμετοχή τους στους αγώνες του εργατικού-λαϊκού κινήματος, με άλλες πολύμορφες πρωτοβουλίες, μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την προσπάθεια να αποκτήσει πιο μαζικά και ευρύτερα χαρακτηριστικά η αντίθεση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτόν, το αντιπάλεμα των αιτιών τους. Να ενισχυθεί η πάλη για την επαναστατική ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό, τη μόνη διέξοδο για την αποτροπή των αιτιών αυτών και των συνεπειών τους.

Η συμμετοχή τέτοιων δυνάμεων στον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, η συμβολή τους και το παράδειγμα της στάσης τους στην έμπρακτη απόρριψη των επιχειρημάτων και της προπαγάνδας του αντιπάλου αποτελεί ήδη σήμερα σημαντικό στοιχείο στην πορεία και την προετοιμασία του Κόμματος και του εργατικού-λαϊκού κινήματος για την αναμενόμενη ένταση και όξυνση της ταξικής πάλης.

Εξάλλου, η ιστορική πείρα δείχνει ότι σε πολλές περιπτώσεις, είτε μιλάμε για τα χρόνια του αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, είτε για τα χρόνια του ηρωικού αγώνα του ΔΣΕ, είτε για την περίοδο της αντιδικτατορικής πάλης, είτε για άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, η συμμετοχή και στήριξη τέτοιων δυνάμεων στον αγώνα μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο, όταν το Κόμμα και το κίνημα θα βρίσκονται στο «μάτι του κυκλώνα».

Υπάρχουν πολλά σχετικά παραδείγματα που μπορούμε να αντλήσουμε από την Ιστορία, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Εκατοντάδες και χιλιάδες είναι οι επιστήμονες, καθηγητές πανεπιστημίου, κορυφαία ονόματα στην ιστορία της επιστήμης, οι υπογραφές των οποίων έχουν μπει κάτω από καλέσματα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για την απελευθέρωση κρατούμενων κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών σε διάφορες χώρες και χρονικές περιόδους. Κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις αφορούσαν και συντρόφους μας και άλλους αγωνιστές στην Ελλάδα. Γνωστές, για παράδειγμα, είναι οι επιστολές και παρεμβάσεις του Einstein ενάντια στις αποβολές κομμουνιστών φοιτητών από το ΕΚΠΑ το 1929 με το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου ή (μαζί με τον Joliot-Curie, τον B. Russell κ.ά.) ενάντια στην εκτέλεση του ΕΠΟΝίτη Νίκου Νικηφορίδη, στη Θεσσαλονίκη το 1951, επειδή μάζευε υπογραφές κάτω από την «Έκκληση της Στοκχόλμης» για τον πυρηνικό αφοπλισμό ή για την αποτροπή της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη κ.ά.

Τέτοιες περιπτώσεις αναδεικνύουν τρόπους δουλειάς για την αξιοποίηση της αντιπολεμικής στάσης σημαντικών προσωπικοτήτων από το χώρο της επιστήμης προς όφελος της ανάπτυξης της πάλης του εργατικού-λαϊκού κινήματος ενάντια στην πολιτική του κεφαλαίου που εμπλέκει το λαό και τη χώρα στους κινδύνους του ιμπεριαλιστικού πολέμου και τις συνέπειες των αιτιών του.

Μέσα από την κοινή δράση στους αγώνες και την οργάνωση και συμμετοχή σε ποικιλόμορφες δράσεις και πρωτοβουλίες, ακόμα μεγαλύτερο μέρος νέων επιστημόνων, μελών ΔΕΠ, ερευνητών και άλλων εργαζόμενων στα πανεπιστήμια θα κατανοεί και μέσα από την πείρα του από τη συμμετοχή στην πάλη τη σχέση ειρήνης και πολέμου στον καπιταλισμό, την ανάγκη ο λαός να μην εμπιστεύεται την άρχουσα τάξη, όπως έχει δείξει άλλωστε και η ιστορική πείρα. Δηλώσεις, κείμενα υπογραφών, συμμετοχή σε επιτροπές αλληλεγγύης σε διωκόμενους αγωνιστές για τη στάση τους απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, η συμμετοχή τους στις κινητοποιήσεις του εργατικού-λαϊκού κινήματος κ.ά. είναι υπόθεση πολύ μεγάλης σημασίας για το Κόμμα και το εργατικό-λαϊκό κίνημα. Τέτοια πεδία δράσης διαμορφώνονται και σήμερα.

Είναι χαρακτηριστικές, για παράδειγμα, οι μεγάλες περσινές κινητοποιήσεις φοιτητών και εργαζομένων σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ, αλλά και της Αγγλίας και άλλων χωρών, για να πάψουν τα ιδρύματά τους να στηρίζουν το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ και τη γενοκτονία των Παλαιστινίων. Κινητοποιήσεις, μάλιστα, που βρέθηκαν αντιμέτωπες με όργιο καταστολής, αποδεικνύοντας ότι η εξουσία του κεφαλαίου δε διστάζει να δείξει τα κοφτερά και ματωμένα της δόντια ακόμα και μέσα σε εμβληματικά για την ίδια και τη δημόσια εικόνα της ιδρύματα, όπως είναι πανεπιστήμια σαν το Χάρβαρντ, το Γέιλ, το Στάνφορντ κ.ά.

Εξάλλου, υπάρχει και στη χώρα μας σημαντική πρόσφατη και παλαιότερη πείρα για το πώς μπορούν να μπουν εμπόδια, πώς μπορεί να οργανωθεί, π.χ., αποφασιστικά το αντιπάλεμα ή ακόμα και το μπλοκάρισμα προγραμμάτων του ΝΑΤΟ κι άλλων συναφών οργανισμών στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα.

Σε τελική ανάλυση, η θέση, η στάση και η δράση του κάθε επιστήμονα μπροστά στις εξελίξεις δεν μπορεί να είναι διαφορετική από αυτήν που πρέπει να πάρει η τάξη από την οποία προέρχεται και στην οποία ανήκει. Δηλαδή από τη θέση του επαναστατικού εργατικού-λαϊκού κινήματος και τη δράση του για την επαναστατική διέξοδο από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Δράση, που το περιεχόμενο, ο στόχος και η πορεία κλιμάκωσής της αποτυπώνονται στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ και συγκεκριμενοποιούνται στις τρέχουσες συνθήκες από τις σχετικές αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος.10

 

ΜΑΧΗΤΙΚΑ, ΣΤΗ ΣΩΣΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Στη βάση των παραπάνω, θα μπορούσε ίσως να διερωτηθεί κανείς αναφορικά με το αν έχει καν νόημα η συζήτηση για τη στάση που πρέπει να υιοθετήσει στην πράξη ο επιστήμονας απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, από τη στιγμή που η επιστήμη εμπλέκεται αναπόδραστα στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, ανεξάρτητα ακόμα κι από τις προθέσεις των εργαζόμενων επιστημόνων. Ορισμένοι, μάλιστα, τοποθετούνται εστιάζοντας στο ότι η ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης στα διάφορα πεδία έχει αυτοτελή αξία, όποια χρήση κι αν της επιφυλάσσουν όσοι παίρνουν τις αποφάσεις για το πώς θα αξιοποιηθεί.

Δεν πρόκειται για καινοφανείς προβληματισμούς ή και τοποθετήσεις, όπως δεν είναι καινοφανές και ότι πυκνώνουν σε καιρούς ιμπεριαλιστικού πολέμου. Η ιστορία της επιστήμης βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων. Για παράδειγμα, ο Ernest Rutherford, που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Χημείας το 1908, απαντώντας σε δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής για ενδεχόμενες χρήσεις της ατομικής ενέργειας για πολεμικούς σκοπούς προτού αυτή καταστεί εφικτή, έλεγε: «Οι επιστήμονες που κάνουν αυτά τα πειράματα δεν ψάχνουν να βρουν καινούργιες πηγές ενέργειας, ούτε να παράγουν ακριβά και σπάνια στοιχεία. Η αιτία είναι πολύ πιο βαθιά. Εδρεύει στην ακαταμάχητη έλξη που ασκεί στον άνθρωπο η ανακάλυψη των μεγάλων μυστηρίων της φύσης.»

Προκειμένου να απαντηθούν τέτοιοι προβληματισμοί μέσα από την ιστορία της επιστήμης, μπορεί κανείς να αναλογιστεί τον τρόπο με τον οποίο ο Heisenberg και ο Weiszäcker προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τη συμμετοχή τους στα ναζιστικά σχέδια για την ανάπτυξη της ατομικής βόμβας. Οι δυο τους είχαν ήδη από το 1939 αναλάβει κορυφαίες διευθυντικές θέσεις στα ερευνητικά σχέδια της περίφημης Uran Verein που συγκρότησε ο Χίτλερ, όταν ήταν περισσότερο από προφανές ότι ετοίμαζε τη βόμβα ουρανίου. Άλλωστε, την ίδια χρονιά, το 1939, ήταν που το ναζιστικό καθεστώς απαγόρευσε τις εξαγωγές ουρανίου από την κατεχόμενη Τσεχοσλοβακία, καθώς είχε ήδη ξεκινήσει η κούρσα του ανταγωνισμού για το ποιος θα αποκτήσει πρώτος πυρηνικά όπλα.

Ο μεν Heisenberg, λοιπόν, έλεγε μεταπολεμικά ότι: «Σε μια δικτατορία, ενεργητική αντίσταση μπορεί να γίνει μόνο από άτομα που φαινομενικά συμπαθούν το καθεστώς. Εκείνος που παίρνει φανερά θέση ενάντια στο σύστημα στερείται από κάθε δυνατότητα για αποτελεσματική αντίσταση.» Ο δε Weiszäcker δήλωνε: «Έχω τη γνώμη ότι το ηθικό πρόβλημα της ατομικής βόμβας το σκεφτήκαμε πολύ γρήγορα και ότι εμείς σε αυτήν την κατεύθυνση δεν κάναμε στον πόλεμο τίποτα που να μας δημιουργεί σήμερα τύψεις. Γι’ αυτό, ο Heisenberg κι εγώ διαλέξαμε αυτόν τον τρόπο να λέμε, πάντα δημόσια, πως δεν κατορθώσαμε να φτιάξουμε τις βόμβες και ότι για αυτό είμαστε πολύ ευτυχείς.»

Υπάρχει, βέβαια, η συζήτηση ότι και οι δυο τους συνειδητά καθυστερούσαν την ανάπτυξη του ναζιστικού προγράμματος για την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Όμως εδώ δεν εξετάζουμε αν και κατά πόσο αυτή η αφήγηση αποτυπώνει την ιστορική αλήθεια, όσο την εκ των υστέρων προσπάθεια δικαιολόγησης της συμμετοχής τους σε αυτό, την ώρα που πολλοί άλλοι, επίσης διακεκριμένοι συνάδελφοί τους, απέρριψαν αυτήν την προοπτική, πολλές φορές με τεράστιο κόστος για τους ίδιους.

Κόστος που είχε να κάνει με επιπτώσεις στην επιστημονική τους σταδιοδρομία, ακόμα και τη δυνατότητα συνέχισης αυτής, καθώς πολλοί την εγκατέλειψαν προσωρινά ή και οριστικά (άλλοι για να συμμετέχουν πιο ενεργά και δραστήρια στην πάλη του εργατικού-λαϊκού κινήματος από άλλα μετερίζια, άλλοι ως αποτέλεσμα κυρώσεων και διώξεων). Κόστος που σε πολλές περιπτώσεις είχε να κάνει και με την ίδια τη ζωή τους.

Χαρακτηριστική, για παράδειγμα, είναι η περίπτωση της χημικού Lise Meitner που, μαζί με τον Otto Frisch, έδωσε την πρώτη ερμηνεία της σχάσης του πυρήνα του ατόμου, αφότου το 1938 ανακαλύφθηκε πως ένα από τα προϊόντα της διάσπασης του πυρήνα του ατόμου του ουρανίου είναι το βάριο, με ατομικό αριθμό 56, δηλαδή πολύ μικρότερο από αυτόν του ουρανίου (92). Η ανακάλυψη αυτή τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Χημείας το 1944. Παραδόξως, η Meitner δεν ήταν μεταξύ των βραβευθέντων. Τι είχε συμβεί; Πολύ απλά, το 1943 η Meitner είχε αρνηθεί πρόταση να εργαστεί για την κατασκευή της ατομικής βόμβας στο πλαίσιο του Σχεδίου Μανχάταν.

Τη συμμετοχή του στο Σχέδιο Μανχάταν για λόγους συνείδησης αρνήθηκε και ο Ιταλός φυσικός Franco Rassetti, που είχε σημαντική συμβολή στις ανακαλύψεις που κατέστησαν εφικτή τη διάσπαση του πυρήνα του ατόμου. Έχει αξία να επισημανθεί ότι ο Rassetti έκανε διαφορετική επιλογή από το μέντορα και συνεργάτη του Ε. Fermi, ο οποίος είχε σημαντικό ρόλο στο σχέδιο Μανχάταν. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι, σταδιακά, μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και αηδιασμένος από την τροπή που είχε πάρει η έρευνα στα πεδία που κυρίως τον ενδιέφεραν μέχρι πρότινος, καθώς πλέον ήταν προφανής η σύνδεση με τους πολεμικούς σκοπούς του ιμπεριαλισμού, ο Rassetti στράφηκε σε εντελώς διαφορετικά επιστημονικά πεδία, αναπτύσσοντας σπουδαίο έργο στη γεωλογία, την παλαιοντολογία και τη βοτανική.

Ξεχωριστής αναφοράς χρήζει ο Frédéric Joliot-Curie, που αποτελεί λαμπρό παράδειγμα κομμουνιστή επιστήμονα, ο οποίος έθεσε τις επιστημονικές του γνώσεις στην υπηρεσία του λαού, χωρίς να λογαριάζει πιθανές συνέπειες της στράτευσής του στο κομμουνιστικό κίνημα στην ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία. Βραβευμένος το 1935 με το Νόμπελ Χημείας (από κοινού με τη σύζυγό του και επίσης σπουδαία επιστήμονα Irène Joliot-Curie) και με καταλυτική συμβολή σε σπουδαίες ανακαλύψεις (μεταξύ άλλων, του νετρονίου και του ποζιτρονίου), ο Joliot-Curie οργάνωνε από το 1937 αποστολές οπλισμού και άλλων υλικών στον ένοπλο λαό της Ισπανίας, που στον εμφύλιο πόλεμο αντιμαχόταν τις φασιστικές δυνάμεις του Φράνκο. Μετά την εισβολή των ναζί στη Γαλλία, αποφάσισε να διακόψει προσωρινά τις μελέτες του για τον πυρήνα του ατόμου και διαφύλαξε όλες τις σχετικές του εργασίες και σημειώσεις, οργανώνοντας την παράνομη αποστολή τους στην Αγγλία, προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια των ναζί. Παρότι είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει την επιστημονική του δραστηριότητα μεταναστεύοντας σε κάποια άλλη χώρα, όπως έκαναν πολλοί, ο Joliot-Curie παρέμεινε στο Παρίσι, διετέλεσε επικεφαλής του Εθνικού Μετώπου, του πολιτικού σκέλους της ένοπλης αντίστασης στην οποία ηγετικό ρόλο είχε το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Τόσο από τη θέση αυτή, όσο και με το έργο του, πήρε ενεργά μέρος στην αντίσταση του λαού, χρησιμοποιώντας το εργαστήριό του για να φτιάχνει εκρηκτικά για τις δυνάμεις της Αντίστασης στις μάχες για την απελευθέρωση του Παρισιού.11

Μιας και έγινε αναφορά στην ένοπλη αντιφασιστική πάλη στην Ισπανία, αξίζει να αναφερθεί και το παράδειγμα του Βρετανού μαρξιστή μαθηματικού και φιλοσόφου David Guest, ο οποίος το 1938 αποφάσισε να εγκαταλείψει την πανεπιστημιακή του έδρα στο University College Southampton για να καταταγεί ως εθελοντής στις Διεθνείς Ταξιαρχίες που πολέμησαν στο πλευρό των Ισπανών κομμουνιστών (όπως και αρκετοί άλλοι Βρετανοί επιστήμονες, μεταξύ των οποίων και ο χημικός George Drever από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου) και τελικά να σκοτωθεί το καλοκαίρι του ίδιου έτους στο πεδίο της μάχης.

Περιοριζόμαστε σε αυτά τα λίγα, ενδεικτικά παραδείγματα (επιλέγοντας συνειδητά να αναδείξουμε και κάποιες λιγότερες γνωστές ίσως περιπτώσεις, έναντι άλλων που είναι πιο συχνά αναφερόμενες –όπως π.χ. του Βρετανού φιλοσόφου B. Russell, ο οποίος πλήρωσε με βαριές ποινές φυλάκισης την αντιπολεμική του στάση), παρότι θα μπορούσαμε να γεμίσουμε αρκετές σελίδες με αναφορές σε αντίστοιχες περιπτώσεις, τόσο από το εξωτερικό, όσο και από την Ελλάδα. Μάλιστα, από την ιστορία των ελληνικών πανεπιστημίων μπορούμε να αντλήσουμε αρκετά σπουδαία παραδείγματα επιστημόνων που τίμησαν με τη στάση και τη δράση τους αυτή τους τη θέση. Ας αναφέρουμε, ενδεικτικά, την περίπτωση των 7 καθηγητών του ΑΠΘ (Χ. Θεοδωρίδης, Γ. Ιμβριώτης, Δ. Καββαδάς, Ν. Ρουσόπουλος, Α. Σιγάλας, Γ. Τενεκίδης, Κ. Τζώνης) που απολύθηκαν το 1946 για την αντιστασιακή τους δράση κατά την περίοδο του ηρωικού αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και κατόπιν του ΔΣΕ και ουδέποτε αποκαταστάθηκαν στη θέση τους.

Θα αρκεστούμε σε μια επιπλέον αναφορά από τη διεθνή πείρα, καθώς παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους σκοπούς αυτού του κειμένου. Πρόκειται για το παράδειγμα του «Project Camelot» που ξεκίνησε το 1964, με τη συμμετοχή πολλών ανθρωπολόγων, κοινωνιολόγων, πολιτικών επιστημόνων και ψυχολόγων από αμερικανικά πανεπιστήμια. Ως στόχος του έργου αναφερόταν δημόσια η μελέτη της πολιτικής αστάθειας αρχικά στη Λατινική Αμερική και στη συνέχεια στη Νοτιοανατολική Ασία, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Το γεγονός ότι ο στρατός των ΗΠΑ ήταν πίσω από αυτό το ερευνητικό έργο, χρηματοδοτώντας το μέσω του Ερευνητικού Γραφείου Ειδικών Επιχειρήσεων (Special Operations Research Office - SORO), είχε συγκαλυφθεί επιμελώς και παρέμενε αρχικά άγνωστο στους περισσότερους συμμετέχοντες. Όμως, γρήγορα αποκαλύφθηκε, ενώ αποδείχτηκε και ότι ο πραγματικός στόχος του ερευνητικού έργου ήταν η ανάπτυξη μοντέλων πρόβλεψης κοινωνικών αναταραχών και η ανάπτυξη και εφαρμογή νέων μεθόδων και εργαλείων καταστολής και ελέγχου της δραστηριότητας του εργατικού-λαϊκού κινήματος, με άμεση στόχευση και σε κομμουνιστικές δυνάμεις, καθώς και άλλους αντιπάλους του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Ως αποτέλεσμα αυτών των αποκαλύψεων, πολλοί από τους συμμετέχοντες επιστήμονες αρνήθηκαν να συνεχίσουν να δουλεύουν στο πλαίσιο αυτού του ερευνητικού έργου, εναντιώθηκαν ανοιχτά και με τη στάση και τη δράση τους οδήγησαν, τελικά, στη ματαίωσή του το 1965. Πολλοί από τους επιστήμονες που αντέδρασαν βρέθηκαν αντιμέτωποι με σημαντικές συνέπειες, όπως, για παράδειγμα, περιστολή χρηματοδοτήσεων για τις έρευνές τους, αποκλεισμό από ερευνητικά προγράμματα, παρεμπόδιση της ακαδημαϊκής τους εξέλιξης, περιθωριοποίηση από τα επίσημα όργανα και φορείς των αντίστοιχων επιστημονικών κοινοτήτων κλπ.

Το παράδειγμα του Σχεδίου Μανχάταν, στο οποίο έχουμε αναφερθεί αρκετά, προσφέρεται για να αναδειχτεί μια επιπλέον πτυχή της συζήτησης, που αναδεικνύει και την ηθική διάσταση. Είναι γνωστό ότι ως αφετηρία των σχεδιασμών που οδήγησαν στο Σχέδιο Μανχάταν θεωρείται η επιστολή που υπέγραψε τον Αύγουστο του 1939 ο Αϊνστάιν και απευθυνόταν προς τον τότε Πρόεδρο των ΗΠΑ Φρ. Ρούζβελτ, με την οποία τον προειδοποιούσε ότι η ναζιστική Γερμανία πλησίαζε στο να μπορεί να αξιοποιήσει την πυρηνική σχάση για να κατασκευάσει «εξαιρετικά ισχυρές βόμβες νέου τύπου», πρωτόγνωρης ισχύος, που θα ήταν ικανές να καταστρέψουν ολόκληρα λιμάνια, καθώς και τις γύρω περιοχές. Ο ίδιος ο Αϊνστάιν, βέβαια, δε συμμετείχε στο Σχέδιο Μανχάταν και μάλιστα είχε σημειώσει πως «δε θεωρώ τον εαυτό μου πατέρα της απελευθέρωσης της ατομικής ενέργειας. Ο ρόλος μου σε αυτό ήταν αρκετά έμμεσος». Παρ’ όλα αυτά, αφότου πλέον είχε συντελεστεί το έγκλημα του βομβαρδισμού της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, είχε δηλώσει σε συνέντευξή του ότι, «αν ήξερα ότι οι Γερμανοί δε θα κατάφερναν να αναπτύξουν μια ατομική βόμβα, δε θα είχα κάνει τίποτα». Ακόμα και ο ίδιος ο Οπενχάιμερ, επικεφαλής του Σχεδίου Μανχάταν, που σημειωτέον είχε προπολεμικά σχέσεις με το ΚΚ ΗΠΑ, έγινε μεταπολεμικά επικεφαλής σύμβουλος στην Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας των ΗΠΑ, θέση από την οποία προσπάθησε να προωθήσει την αποτροπή της περαιτέρω διάδοσης των πυρηνικών όπλων, ενώ υπέστη διώξεις την περίοδο του μακαρθισμού. Τίποτε από όλα αυτά, όμως, δεν μπορεί να αναιρέσει το «κατηγορώ» που μπορεί να του απευθύνει η ανθρωπότητα, όπως με χαρακτηριστικό τρόπο το αποτυπώνει στο περίφημο ποίημά του «Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ» ο Ν. Βρεττάκος.

Συνολικά, η ιστορική πείρα, ψήγματα της οποίας αποτυπώνονται στις σελίδες αυτές, επιβεβαιώνει την –εξαιρετικά χρήσιμη και ως διδαχή– θέση που διατύπωσε ο Max von Laue, αντιφασίστας νομπελίστας Φυσικής το 1914, όταν, απευθυνόμενος σε συναδέλφους του σχετικά με το ζήτημα της στάσης τους είχε πει: «Αγαπητοί μου συνάδελφοι, όταν κανείς δε θέλει να κάνει μια εφεύρεση, η εφεύρεση αυτή δε γίνεται ποτέ!»

Γιατί, σε τελική ανάλυση, ισχύει και στην επιστημονική έρευνα, όπως και σε κάθε σφαίρα της καπιταλιστικής παραγωγής, ότι κύρια παραγωγική δύναμη παραμένει ο εργαζόμενος άνθρωπος, εν προκειμένω ο εργαζόμενος επιστήμονας. Και όσο υπάρχουν επιστήμονες που δεν ανέχονται να γίνουν πρωταγωνιστές στα ιμπεριαλιστικά εγκλήματα, τόσο θα ενισχύουν με τη μαχητική τους στάση τη σωστή πλευρά της Ιστορίας.

 

ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΤΟΥΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥΣ ΤΩΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΩΝ;

Υπάρχει διέξοδος ώστε η επιστημονική έρευνα να πάψει να είναι καταδικασμένη σε υποταγή στους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών; Το ερώτημα είναι κρίσιμο γιατί, σε τελική ανάλυση, αν η απάντηση είναι θετική, τότε τίθεται άμεσα το ζήτημα της στράτευσης σε αυτήν την προοπτική όσων θέτουν το ζήτημα «και τι μπορούμε να κάνουμε εμείς μπροστά σε αυτές τις εφιαλτικές εξελίξεις;».

Γιατί το θέμα δεν είναι να σηκώνεις σαν ανήμπορος τα χέρια σου μπροστά στις δυσκολίες που επιβάλλουν οι αντικειμενικές συνθήκες, αλλά να αναζητάς τις δυνατότητες για την αλλαγή αυτών των συνθηκών – δυνατότητες που προκύπτουν από τις αντιφάσεις που αυτές περικλείουν.

Από την άποψη αυτή, ζητούμενο σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι το πώς θα εκμεταλλευτούμε τη δυναμική που μπορούν να εισφέρουν στην κοινωνία οι δυνατότητες ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας, προς όφελος της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών και όχι για την αύξηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Πρόκειται για ανάγκη γεννημένη μέσα από την πολυκύμαντη ιστορία της ανάπτυξης της κοινωνίας που μας έφτασε ως εδώ. Είναι ανάγκη που προκύπτει ως δυνατότητα που μένει να πραγματωθεί.

Όμως, αυτή η ανάγκη δεν μπορεί να πραγματωθεί αυτόματα, ούτε μέσα από κάποια έξωθεν, θεϊκή παρέμβαση. Για να ικανοποιηθεί, χρειάζεται το τιμόνι της κοινωνικής ανάπτυξης να περάσει στα χέρια αυτών που παράγουν τον πλούτο της κοινωνίας. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να το αρπάξουν από τα χέρια αυτών που νέμονται τους καρπούς του μόχθου των χεριών και του μυαλού τους.

Σήμερα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο στο παρελθόν, η εργατική τάξη αποκτά νέες δυνάμεις και νέες δυνατότητες να γνωρίσει επιστημονικά και να καθορίσει επαναστατικά την κοινωνική εξέλιξη. Η στρατιά των μισθωτών επιστημόνων αυξάνει τη δύναμη της εργατικής τάξης, για να φέρει σε πέρας την ιστορική της αποστολή, να καταργήσει διά παντός την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Κι αυτή η δύναμη της οργανωμένης εργατικής τάξης που θα συντρίψει την αστική εξουσία για να οικοδομήσει το σοσιαλισμό-κομμουνισμό μπορεί να δώσει την απάντηση στη μεγάλη κοινωνική πρόκληση της εποχής μας. Πρόκληση που έχει να κάνει με το ότι διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στο πώς ζει η συντριπτική πλειοψηφία του εργαζόμενου λαού και στο πώς θα μπορούσε να ζει, με βάση τις δυνατότητες της εποχής μας.

Σε τελική ανάλυση, αυτό ακριβώς είναι που βρίσκεται στο επίκεντρο του θέματος που πραγματεύεται στο συγκεκριμένο κείμενο. Γιατί, στο πώς μπορεί να γίνει πράξη η γεφύρωση αυτού του χάσματος, με αύξηση και περαιτέρω ανάπτυξη αυτών των δυνατοτήτων προς κάθε κατεύθυνση, βρίσκεται και η απάντηση για τη διέξοδο από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τους κινδύνους για το λαό από την εμπλοκή της χώρας σε αυτόν.

Εν κατακλείδι, αυτή ακριβώς είναι και η αναπόφευκτη κατάληξη της συζήτησης για τα δύο αλληλένδετα ζητήματα που μας απασχόλησαν, δηλαδή την ταξικότητα στην επιστήμη και την ανάπτυξη του ρόλου του υποκειμενικού παράγοντα, του επιστημονικού δυναμικού, στην οργάνωση και το περιεχόμενο της επιστημονικής εργασίας, όπως αυτή εντάσσεται στον καταμερισμό της εργασίας στις συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Δυο πλευρές που συγκλίνουν στο προς τα πού θα κατευθύνει ένας επιστήμονας την κοινωνική του δραστηριότητα, ποιους πολιτικούς στόχους θα θέσει και θα υπηρετήσει μέσα και από την επιστημονική του εργασία. Αν, δηλαδή, θα αμφισβητήσει αυτές τις κοινωνικές σχέσεις και θα παλέψει για την ανατροπή της κοινωνίας της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης ή όχι. Αν θα παλέψει για να διαμορφωθούν οι όροι ώστε να μπορεί να θέσει την επιστήμη του και την εργασία του στην υπηρεσία του λαού, για να μπορεί ο εργαζόμενος άνθρωπος να απολαμβάνει τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας που θα αναπτύσσονται με γνώμονα τις δικές του ανάγκες, για να μειώνεται ο εργάσιμος χρόνος, να βελτιώνεται το βιοτικό του επίπεδο κλπ., κι όχι για να εντείνεται η καπιταλιστική εκμετάλλευση και να ενισχύονται τα οπλοστάσια των ιμπεριαλιστών στους μεταξύ τους ανταγωνισμούς και αντιπαραθέσεις.

Σήμερα, που το ζήτημα τίθεται εκ των πραγμάτων με συγκεκριμένο και πιεστικό τρόπο, τέτοιοι προβληματισμοί μπορούν και πρέπει να τροφοδοτήσουν τις αναζητήσεις, αλλά και τις διεκδικήσεις, το συλλογικό οργανωμένο αγώνα στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, με σταθερό προσανατολισμό στην ικανοποίηση των σύγχρονων εργατικών-λαϊκών αναγκών και στο πώς αυτή μπορεί να γίνει εφικτή. Δηλαδή στο πώς ακόμα περισσότεροι επιστήμονες και ερευνητές που δουλεύουν μέσα στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα θα συμπορευτούν με το επαναστατικό εργατικό-λαϊκό κίνημα με νου, καρδιά κι οργανωτή το ΚΚΕ και θα συμβάλουν με τη στάση και τη δράση τους στον αγώνα για μια κοινωνία χωρίς ιμπεριαλιστικούς πολέμους και καπιταλιστική εκμετάλλευση, για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

 


ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Δημήτρης Κοιλάκος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ και μέλος της Κομματικής Επιτροπής Οργανώσεων του ΚΚΕ στο εξωτερικό.

  1. Βλ. και έκδοση του ΚΣ της ΚΝΕ, Τεχνητή Νοημοσύνη: Η νέα εποχή στην τεχνολογία απαιτεί μια νέα εποχή στην κοινωνία. Σοσιαλισμός, η απάντηση στον 21ο αιώνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2024.
  2. Χωρίς να επεκταθούμε περαιτέρω, καθώς άλλη είναι η στόχευση του κειμένου, χρειάζεται να επισημάνουμε ότι η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται τόσο από τη θετική, όσο και από την αρνητική πείρα σε ό,τι αφορά την πραγμάτωση των δυνατοτήτων και την ικανοποίηση των αναγκών που δημιουργούνται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, μεταξύ των πολλών που θα μπορούσαν να αναφερθούν, αφορά την αξιοποίηση των νέων επιστημονικών μεθόδων και την ανάπτυξη αυτοματοποιημένων συστημάτων διεύθυνσης και ψηφιακών υπολογιστικών μηχανισμών για την ενίσχυση του κεντρικού σχεδιασμού στην ΕΣΣΔ, ζήτημα που έθετε μετ’ επιτάσεως ο εκ των πρωτεργατών αυτής της ανάπτυξης Β. Μ. Γκλουσκόφ. Δυνατότητα, αλλά και ανάγκη, που δε βρήκε έκφραση στην πραγματική κοινωνική ζωή, καθώς η πολιτική κατεύθυνση της ανάπτυξης τόσο της σοβιετικής οικονομίας, όσο και, συνακόλουθα, της ανάπτυξης τέτοιων μεθόδων και συστημάτων, κινήθηκε σε αντίθετη κατεύθυνση. Βλ. σχετικά άρθρα του Β. Ντ. Πιχόροβιτς που έχουν δημοσιευθεί στην ΚΟΜΕΠ (τεύχ. 3/2005, τεύχ. 4/2009 και τεύχ. 1/2018).
  3. Για μια πιο αναλυτική πραγμάτευση του περιεχομένου αυτής της ενότητας, βλ. Μ. Παπαδόπουλος, «Επιστήμη και Έρευνα: Στην υπηρεσία του καπιταλιστικού κέρδους ή των λαϊκών αναγκών;», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 1/2019.
  4. Σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές επιστήμες, θα μπορούσαμε να αναδείξουμε κι άλλες πλευρές σχετικά με τη σημασία που αποκτούν για το σύγχρονο καπιταλισμό, που μάλιστα δεν αφορούν μόνο την ιδεολογική τους διάσταση, η σημασία της οποίας ούτως ή άλλως δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Ας αναλογιστούμε, ενδεικτικά, το ρόλο τους στην προσπάθεια των καπιταλιστών να αναπτύξουν νέες μεθόδους διαχείρισης προσωπικού που να αντιστοιχούν στους νέους τρόπους οργάνωσης της καπιταλιστικής παραγωγής κ.ά.
  5. Φυσικά, αυτή δεν είναι η μόνη πλευρά που σχετίζεται με το ρόλο της επιστήμης ως άμεσα παραγωγικής δύναμης στην όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού και τις συνέπειες της όξυνσης αυτής.
  6. Για ορισμένες πλευρές της σχετικής συζήτησης από την άποψη των γνωσιοθεωρη-
τικών ζητημάτων που προκύπτουν από την ανάπτυξη της σύγχρονης επιστήμης, βλ. και Π. Κόπνιν, «Σύγχρονη επιστήμη και γνωσιοθεωρία του μαρξισμού-λενινισμού», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 3/2023.
  7. Πιο αναλυτικά, βλ. Δ. Πλα - Καρύδη, «Επιστημονική Έρευνα στους στόχους του ΝΑΤΟ», στην έκδοση του ΚΣ της ΚΝΕ, Τεχνητή Νοημοσύνη: Η νέα εποχή στην τεχνολογία απαιτεί μια νέα εποχή στην κοινωνία. Σοσιαλισμός, η απάντηση στον 21ο αιώνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2024.
  8. Βλ. ενδεικτικά «Παραρτήματα του ΝΑΤΟ όλο και περισσότερα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα», Ριζοσπάστης, 18-19.1.2025.
  9. Το πρόγραμμα «Ορίζοντας Ευρώπη» είναι το ένατο κατά σειρά χρηματοδοτικό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για δραστηριότητες έρευνας και καινοτομίας, το οποίο ανακοινώθηκε επίσημα το Φλεβάρη του 2021 και έχει διάρκεια μέχρι το 2027, με συνολικό προϋπολογισμό που ανέρχεται σε 95,5 δισ. ευρώ.
  10. Βλ. Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ, «Η κλιμάκωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και η προετοιμασία του Κόμματος», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 6/2024.
  11. Χρειάζεται να σημειωθεί, βέβαια, ότι μεταπολεμικά ο Κιουρί διορίστηκε από τον Ντε Γκολ το 1945 ως ο πρώτος Ύπατος Αρμοστής της Γαλλίας για την Ατομική Ενέργεια, ενώ το 1948 επέβλεψε την κατασκευή του πρώτου πυρηνικού αντιδραστήρα στη Γαλλία. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι στο πρόσωπο και τη δράση του Κιουρί βλέπουμε να αποτυπώνονται πλευρές της στρατηγικής του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, τόσο προπολεμικά, όσο και μεταπολεμικά. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο ίδιος παρέμεινε στρατευμένος στο κομμουνιστικό κίνημα, με τη στάση του, μάλιστα, να προκαλεί και την καθαίρεσή του το 1950 από τα καθήκοντα που του είχε αναθέσει η αστική κυβέρνηση της Γαλλίας σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη της ατομικής ενέργειας στη χώρα.