Η εκδήλωση της κρίσης συμβάλλει επίσης στη μεταβολή του συσχετισμού μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην παγκόσμια αγορά. Η μεταβολή των μεριδίων στο παγκόσμιο ΑΕΠ, στην οποία αναφερθήκαμε συνοπτικά προηγουμένως, επιδρά στην οικονομική και πολιτική ισχύ των ιμπεριαλιστικών κέντρων και οδηγεί σε αναδιατάξεις καθώς και σε όξυνση του ανταγωνισμού για τον έλεγχο των αγορών.
Οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ προσπαθούν να ανακόψουν την υπαρκτή τάση απώλειας και αμφισβήτησης των θέσεων των ΗΠΑ στην παγκόσμια αγορά, αξιοποιώντας τη στρατιωτική και πολιτική τους ισχύ για τον έλεγχο των αγορών με έμφαση στον τομέα της ενέργειας. Ηδη από τη δεκαετία του 1990 έχουν θέσει και προωθούν τρεις σημαντικούς στρατηγικούς στόχους:
Τη διασφάλιση του ελέγχου σε πηγές και οδούς μεταφοράς ενέργειας από την Ασία στην Ευρώπη, με αποκλεισμό της Ρωσίας και του Ιράν από τη διαδρομή διέλευσης των σχετικών αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Τη διεύρυνση της γεωπολιτικής επιρροής των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην περιοχή της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, τον έλεγχο των αγορών της Ευρασίας και τη στρατιωτική περικύκλωση της Ρωσίας.
Την υπονόμευση της συνοχής της εκκολαπτόμενης συμμαχίας Κίνας - Ρωσίας - Ινδίας - Βραζιλίας (που όπως θα δούμε στη συνέχεια αποκτάει δυναμική μετά τη συγκρότηση του σχήματος συνεργασίας BRIC) ώστε να μη διαμορφωθεί αντίπαλος ιμπεριαλιστικός πόλος, ο οποίος να μπορεί να απειλήσει μεσοπρόθεσμα την πρωτοκαθεδρία τους.
Εχει λοιπόν διαμορφωθεί πολύ πριν την εκδήλωση της κρίσης η αντικειμενική βάση όξυνσης των αντιθέσεων μεταξύ των ΗΠΑ και του σχηματιζόμενου πόλου Ρωσίας - Κίνας.
Βασικό πεδίο του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού αποτελούν οι περιοχές της Κεντρικής Ασίας, του Καυκάσου, της Μέσης Ανατολής, γενικότερα η περιοχή της Ευρασίας. Ξεχωρίζουν ακόμη η Αφρική, η Λατινική Αμερική και τα Βαλκάνια, ως περιοχές όπου ξεδιπλώνονται μεγάλα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά σχέδια.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ΕΕ και ιδιαίτερα η Γερμανία, αντιμετωπίζει ισχυρά διλήμματα επιλογής συμμαχιών που υπονομεύουν το σχεδιασμό και την εφαρμογή ενιαίας ευρωενωσιακής πολιτικής σε κρίσιμους τομείς, π.χ. ενεργειακή και εξωτερική πολιτική. Από τη μια η ΕΕ λαμβάνει υπόψη τη σημασία των ΗΠΑ για την εξαγωγή κοινοτικών εμπορευμάτων και κεφαλαίου, καθώς και τον ηγετικό ρόλο τους στη στρατιωτική συμμαχία του ΝΑΤΟ. Από την άλλη η Ρωσία αποτελεί το βασικό προμηθευτή ενέργειας και τον τρίτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της ΕΕ, ενώ η Κίνα είναι αντίστοιχα ο δεύτερος μεγαλύτερος εταίρος της.
Στις Θέσεις του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ είχαμε εκτιμήσει τη σταδιακή προσέγγιση της Γερμανίας και Ιταλίας με τη Ρωσία. Η αλληλεξάρτηση συμφερόντων αποτυπώνεται σε ένα βαθμό στη Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης και Συνεργασίας ΕΕ - Ρωσίας. Η ΕΕ αξιοποιεί τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Ρωσίας στον ΠΟΕ και για την σύναψη νέας αναβαθμισμένης Συμφωνίας Συνεργασίας για να πιέσει τη ρωσική πλευρά σε θέματα που αφορούν την κίνηση κεφαλαίου και εμπορευμάτων της ΕΕ (π.χ. αίτημα επανεξέτασης του ρωσικού νόμου περί επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας)10.
Από τις αρχές του 2008, οι οικονομικές σχέσεις Ρωσίας - Γερμανίας δυνάμωσαν ακόμα περισσότερο. Αξίζει να σημειώσουμε:
Τη συμφωνία της Siemens με τη ρωσική Rosatom για την κατασκευή δεκάδων νέων σύγχρονων σταθμών πυρηνικής ενέργειας, που συνοδεύτηκε από διακοπή της συνεργασίας της Siemens με τη γαλλική Areva.
Την αρχική συμφωνία του ομίλου ΕΟΝ με το ρωσικό όμιλο Gazprom για τη συμμετοχή τους στην εκμετάλλευση του αποθέματος Γιούζνο - Ρούσκογε της Σιβηρίας.
Τη στήριξη της γερμανικής κυβέρνησης στην προτεραιότητα των ρωσικών σχεδίων Nord Stream - South Stream έναντι του αμερικανικού σχεδίου Nabuco για τη μεταφορά φυσικού αερίου από την Ασία στην Ευρώπη.
Τη συμμετοχή του ρωσικού χρηματοπιστωτικού ομίλου Sberbank στο μετοχικό κεφάλαιο της Opel και τη συνεργασία με ρωσική αυτοκινητοβιομηχανία Gaz, μετά την πτώχευση του αμερικανικού κολοσσού General Motors που ήταν ο βασικός μέτοχος του ομίλου της Opel την προηγούμενη περίοδο.
Τη σημαντική αύξηση του όγκου των γερμανορωσικών εμπορικών συναλλαγών την περίοδο 2006-2008 (από 53 δισ. ευρώ σε 68,2 δισ. ευρώ), σε αντίθεση με τις εμπορικές συναλλαγές της Γερμανίας με τις ΗΠΑ που βρίσκονται σε πτωτική πορεία (από 126,5 δισ. ευρώ στα 117 δισ. ευρώ).
Η μεγάλη σημασία της ρωσικής αγοράς για τους γερμανικούς μονοπωλιακούς ομίλους σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα τονίζεται ιδιαίτερα από την γερμανική κυβέρνηση μετά την εκδήλωση της κρίσης στην Ευρωζώνη.
Η στενότερη προσέγγιση Γερμανίας - Ρωσίας επιδρά και στη συνοχή της γαλλογερμανικής συμμαχικής σχέσης. Στο 18ο Συνέδριο είχαμε επισημάνει ότι αυτή η σχέση οροθετείται με βάση τα ξεχωριστά συμφέροντα των δύο κρατών, ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα. Η Γαλλία στηρίζει την ενεργειακή της ασφάλεια στους πυρηνικούς της σταθμούς. Η Γερμανία, με την υλοποίηση των ρωσικών σχεδίων, διασφαλίζει την απευθείας τροφοδοσία της με φυσικό αέριο και ταυτόχρονα καθίσταται ο κύριος ενεργειακός δίαυλος των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών στην ΕΕ.
Παράλληλα η ΕΕ συνεχίζει τις διαπραγματεύσεις με την Κίνα συγκροτώντας Μηχανισμό Οικονομικού και Εμπορικού Διαλόγου Υψηλού Επιπέδου, που ξεκίνησε τις συνεδριάσεις του το 200811. Το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα παραμένει υψηλό. Στις διαπραγματεύσεις η ΕΕ εστιάζει στα ζητήματα απομίμησης και καταπάτησης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ευρωπαϊκών προϊόντων από κινέζικες επιχειρήσεις, καθώς και στα κινεζικά μέτρα προστατευτισμού που δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές εξαγωγές στην κινεζική αγορά. Ταυτόχρονα ενισχύει τα δικά της προστατευτικά μέτρα σε κινεζικά βιομηχανικά προϊόντα, στο όνομα της προστασίας της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.
Η ΕΕ λαμβάνει βέβαια υπόψη τις σημερινές της ανάγκες, αλλά προβλέπει και τις μελλοντικές τάσεις αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων που ενισχύονται μετά την εκδήλωση της κρίσης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σημαντικότερες αμερικανικές και γερμανικές αναλύσεις πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα συγκλίνουν στην ίδια βασική διαπίστωση, στη «μετατόπιση δύναμης από τη Δύση στην Ανατολή» την επόμενη εικοσαετία. Τόσο η Εκθεση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ για τις παγκόσμιες τάσεις ως το 2015, όσο και η μελέτη της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Γερμανίας, που τμηματικά βλέπουν το φως της δημοσιότητας την περίοδο της κρίσης, συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα: επιτάχυνση της τάσης αλλαγής του συσχετισμού δύναμης σε βάρος των ΗΠΑ και αναβάθμιση της Κίνας. Προβολές ανάπτυξης ως το 2040 αναδεικνύουν ότι η συνεργασία των BRIC μπορεί να φτάσει το μερίδιο που καταλαμβάνουν οι G7 στο παγκόσμιο ΑΕΠ.
Επομένως οι σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην ΕΕ αντικειμενικά γίνονται πιο σύνθετες και πιο ανταγωνιστικές. Πριν την εκδήλωση της κρίσης η ΕΕ ως σύνολο συγκριτικά με τις ΗΠΑ είχε ενισχύσει τη θέση της στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, παρότι εμφάνιζε και αυτή πτώση του μεριδίου της στο συνολικό παγκόσμιο ΑΕΠ. Σε αυτό είχε συμβάλει η νομισματική ενοποίηση, η διεύρυνση της ενιαίας αγοράς και η ενιαία προώθηση της στρατηγικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στο εσωτερικό της.
Ωστόσο όπως ήδη αναφέραμε, τα στοιχεία και οι προβλέψεις δείχνουν ότι το βάθος της κρίσης στην Ευρωζώνη και γενικότερα στην ΕΕ μπορεί τελικά να είναι μεγαλύτερο από τις ΗΠΑ. Παράλληλα η ΕΕ αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να υστερήσει έναντι άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων στη σύγχρονη φάση ξαναμοιράσματος και επαναπροσδιορισμού των ζωνών ελέγχου των αγορών (π.χ. εδραίωση της αμερικανικής ηγεμονίας στο Ιράκ, μεγαλύτερη πρόσδεση του Ιράν με Κίνα - Ρωσία), γι’ αυτό και εντείνει τις δικές της διακριτές πρωτοβουλίες.
Η σημαντικότερη αυτοτελής πρωτοβουλία του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού για το μέλλον της Ευρασίας είναι η οικοδόμηση της «Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης». Πρόκειται για το Σύμφωνο Ανατολικής Συνεργασίας της ΕΕ με την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Λευκορωσία, τη Γεωργία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία, το οποίο περιλαμβάνει συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, προβλέψεις κοινοτικής χρηματοδότησης, συνεργασία στον τομέα της ενέργειας. Η Ρωσία εκδήλωσε ήδη την δυσαρέσκειά της. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία εμφανίζεται ανταγωνιστική στο παλιότερο σχήμα συνεργασίας του ΟΣΕΠ, όπου εκτός της ΕΕ και των προαναφερόμενων χωρών συμμετέχουν η Ρωσία, η Τουρκία και η Σερβία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί η ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας της Οργάνωσης του Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας (ΟΣΣΑ) όπου συμμετέχουν η Ρωσία, η Αρμενία, η Λευκορωσία, το Καζακστάν, το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν, στον αντίποδα της δράσης του ΝΑΤΟ στην περιοχή.
Παράλληλα οξύνονται οι αντιθέσεις για τον έλεγχο των πλούσιων ενεργειακών κοιτασμάτων της Αρκτικής. Από τη μια η Ρωσία περιλαμβάνει στο νέο εθνικό στρατηγικό δόγμα ασφάλειας της χώρας την «ετοιμότητα για στρατιωτική σύγκρουση» σε αυτό το γεωγραφικό πεδίο, από την άλλη η ΕΕ επιχειρεί να αξιοποιήσει την Ισλανδία ως στρατηγικό «προγεφύρωμα» διείσδυσης στην περιοχή. Το Κοινοβούλιο της Ισλανδίας υπερψήφισε την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ12. Η Ισλανδία είναι ήδη μέλος του ΝΑΤΟ, η οικονομία της αντιμετωπίζει βαθιά κρίση με οξυμένο δημοσιονομικό πρόβλημα. Ετσι η ΕΕ διευρύνει την επιρροή της, αξιοποιώντας το «καρότο» της οικονομικής βοήθειας προς την Ισλανδία.
Η πολιτική της ΕΕ επιχειρεί επίσης να μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Προσπαθεί να αυξήσει το μερίδιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στην παραγωγή ενέργειας σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο και να προωθήσει τις εξαγωγές ευρωανωσιακών προϊόντων και τεχνολογίας σε αυτό τον τομέα. Γι’ αυτό και επιχειρεί να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση πολιτικών που αφορούν την κλιματική αλλαγή. Ετσι μπροστά στην επερχόμενη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης προωθεί την επιβολή παγκόσμιων δεσμευτικών στόχων μείωσης των ρύπων και δημιουργίας αγοράς εκπομπών ρύπων για όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ.
Παράλληλα η ΕΕ ενισχύει τις ενεργειακές της υποδομές με προτεραιότητα στα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφοράς ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο στο πρόσφατο Συμβούλιο Κορυφής της ΕΕ δόθηκε έμφαση στη διασύνδεση της αγοράς Βαλτικής και υπογράφτηκε σχετικό μνημόνιο για την αναβάθμιση της σύνδεσης Λετονίας, Λιθουανίας και Εσθονίας.
Το σύνολο των προαναφερόμενων αντιθέσεων εμπόδισε την υιοθέτηση νέου Συμφώνου Ενεργειακής Ασφάλειας μεταξύ ΕΕ-Ρωσίας στη Σύνοδο Κορυφής των δύο πλευρών. Η Ρωσία ζητάει αναθεώρηση του Κοινοτικού «Χάρτη Ενέργειας» και αρνείται να δώσει εγγυήσεις για την ασφαλή ροή φυσικού αερίου στην Ευρώπη, στο βαθμό που συνεχίζεται η προσπάθεια της ΕΕ για ενσωμάτωση της Ουκρανίας και της Γεωργίας. Η Ρωσία έχει ισχυροποιηθεί στις διαπραγματεύσεις της με την ΕΕ μετά την υπογραφή ενεργειακής συμφωνίας με την Κίνα, το Φλεβάρη του 2009, για την τροφοδοσία της με ρωσικό πετρέλαιο για τα επόμενα 20 χρόνια. Η συμφωνία διασφάλισε στη Ρωσία κινεζικό δάνειο ύψους 25 δισ. δολαρίων και πιστοποίησε τη δυνατότητά της να διαφοροποιήσει σημαντικά την κατεύθυνση των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών.
Η αυτοτελής προσπάθεια της ΕΕ να διασφαλίσει πολλαπλές πηγές και οδούς ενεργειακού εφοδιασμού συγκλίνει -σε ορισμένες περιπτώσεις- με το σχεδιασμό των ΗΠΑ για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου από την Κασπία και τη Μέση Ανατολή στην Ευρώπη, μέσω των βαλκανικών χωρών. Την περίοδο της κρίσης η κινητικότητα σε αυτή την κατεύθυνση έχει αυξηθεί.
Η προώθηση του σχεδίου του αγωγού Ναμπούκο, που μπορεί να μεταφέρει φυσικό αέριο της Κασπίας μέσω της Τουρκίας, είναι από την άποψη αυτή ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα κοινής δράσης ΕΕ - ΗΠΑ στην περιοχή της Ευρασίας το 200913. Το σχέδιο αυτό στοχεύει στη διασφάλιση αφενός δρόμου μεταφοράς του φυσικού αερίου που να αποκλείει τη Ρωσία και το Ιράν και αφετέρου στη δυνατότητα τροφοδοσίας της ΕΕ από τα κοιτάσματα του Αζερμπαϊτζάν, του Τουρκμενιστάν, του Βόρειου Ιράκ.
Τον Ιούλη του 2009 υπογράφτηκε σχετική συμφωνία μεταξύ των κρατών διαμετακόμισης (Τουρκία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Αυστρία), ωστόσο η υλοποίηση του σχεδίου παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποσχέθηκε χρηματοδότηση 250 εκ. ευρώ. Η συνολική χρηματοδότηση του δαπανηρού αυτού σχεδίου ξεπερνά τα 8 δισ. ευρώ και δεν έχει ακόμη διασφαλιστεί. Επίσης δεν έχουν ακόμη υπογραφεί μακροχρόνια συμβόλαια αγοράς αερίου από ενδιαφερόμενα κράτη-καταναλωτές.
Η Τουρκία υπαναχώρησε από το αίτημά της να κατακρατεί το 15% των ποσοτήτων αερίου που διαμετακομίζονται, ώστε να διευκολύνει τη στήριξη του σχεδίου από το Αζερμπαϊτζάν. Ομως παρ’ όλα αυτά δεν έχουν διασφαλιστεί στην πράξη οι αναγκαίες ποσότητες τροφοδοσίας του αγωγού, ενώ τόσο το Τουρκμενιστάν όσο και το Αζερμπαϊτζάν έχουν υπογράψει μνημόνια συνεργασίας και με τη ρωσική Gazprom, την περίοδο 2007-2009. Διαπραγματεύονται δηλαδή την αξιοποίηση των ενεργειακών πηγών τους ταυτόχρονα και με τους δύο πόλους της ενδοϊμπεριαλιστικής αντίθεσης.
Το Αζερμπαϊτζάν βέβαια έχει κάνει γενικότερα βήματα πρόσδεσης με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Βρίσκεται στον πυρήνα της Ομάδας GUAM (Γεωργία, Ουκρανία, Αζερμπαϊτζάν, Μολδαβία) που αποτελεί τον αντίποδα στο ρωσικό σχήμα συνεργασίας στην περιοχή, δηλαδή την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών. Ομως πέρα από προθέσεις θεωρείται αβέβαιη η δυνατότητα του να διασφαλίζει μόνο του την επαρκή τροφοδοσία του αγωγού Ναμπούκο.
Από τις υπόλοιπες χώρες με σημαντικά ενεργειακά αποθέματα στην Κασπία το Καζακστάν συνεργάζεται ήδη ενεργειακά με τη Ρωσία σε σταθερή βάση. Το Τουρκμενιστάν διέκοψε προσωρινά το 2008 τη συνεργασία του με τη Ρωσία λόγω διαφωνιών στις τιμές πώλησης αλλά δεν έχει άμεσες εναλλακτικές λύσεις για τη μεταφορά φυσικού αερίου προς τη Δύση. Εχει ήδη συνάψει συμφωνία συνεργασίας με την Κίνα που θα αρχίσει να υλοποιείται στα τέλη του 2009.
Επίσης οι ΗΠΑ, σε αντίθεση με την Τουρκία, αποκλείουν μεσοπρόθεσμα την αξιοποίηση ιρανικού φυσικού αερίου για την επιτυχία του σχεδίου Ναμπούκο. Απομένει η λύση τροφοδοσίας του αγωγού με φυσικό αέριο του Ιράκ. Ομως μια καταρχήν συμφωνία της περιφερειακής κουρδικής διοίκησης του Β. Ιράκ για τη στήριξη του σχεδίου έμεινε κι αυτή στα χαρτιά, λόγω της αντίδρασης των κυβερνήσεων του Ιράκ και της Τουρκίας.
Η Γερμανία με τη σειρά της δεν υπέγραψε τη σχετική συμφωνία με την τυπική αιτιολογία ότι δεν αποτελεί χώρα διέλευσης, όμως στο σχέδιο Ναμπούκο συμμετέχει ο ισχυρός γερμανικός όμιλος RWE. Η γερμανική κυβέρνηση αναπτύσσει αυτοτελείς πρωτοβουλίες ιδιαίτερα στο Τουρκμενιστάν και στο Ιράν14.
Στο Τουρκμενιστάν πέτυχε το 2009 την υπογραφή συμφωνίας για την πρόσβαση γερμανικών ομίλων στην εκμετάλλευση τοπικών κοιτασμάτων και σε κοινοπραξίες ανάπτυξης της μεταποιητικής βιομηχανίας.
Στο Ιράν εντείνει τη διπλωματική δραστηριότητα, προσφέροντας οικονομική συνεργασία και διευκολύνσεις στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, στο βαθμό που το τελευταίο διευκολύνει τα σχέδια του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν.
Ωστόσο, η ιρανική κυβέρνηση φαίνεται ότι προσανατολίζεται κυρίως στην αναβάθμιση της συνεργασίας με την Κίνα και γενικότερα την BRIC. Ηδη ο κινεζικός όμιλος πετρελαίου CNPC έχει διασφαλίσει προνομιακή σχέση εκμετάλλευσης στο μεγάλο νότιο κοίτασμα της χώρας. Επίσης, με πρόσχημα την αντιμετώπιση σεναρίου περιβαλλοντικής καταστροφής στην Κασπία, πραγματοποιήθηκε στις αρχές Αυγούστου του 2009 κοινή άσκηση του Πολεμικού Ναυτικού της Ρωσίας και του Ιράν. Η ρωσο-ιρανική ναυτική άσκηση αποτελεί βήμα συνεργασίας με ιδιαίτερη σημασία στη διαμόρφωση συμμαχιών για το μοίρασμα των ενεργειακών αποθεμάτων της Κασπίας. Τα γεγονότα μετά τις πρόσφατες εκλογές στο Ιράν αντανακλούν τη διαπάλη στο εσωτερικό της ιρανικής άρχουσας τάξης για το μελλοντικό προσανατολισμό των διεθνών συμμαχιών της.
Ταυτόχρονα η Ρωσία, που ήδη προωθεί το ανταγωνιστικό σχέδιο αγωγού South Stream (ο οποίος παρακάμπτει την Ουκρανία και έχει τελικό προορισμό την Ιταλία), σημείωσε δύο ακόμα επιτυχίες. Διασφάλισε το 50% της ιδιοκτησίας των εγκαταστάσεων αποθήκευσης αερίων στο Μπαουμγκάρτεν της Αυστρίας, δηλαδή τον έλεγχο του τερματικού σταθμού στον οποίο θα καταλήξει ο Nabuco αν υλοποιηθεί. Υπέγραψε επίσης, στις 6 Αυγούστου 2009, πρωτόκολλο συνεργασίας με την Τουρκία για κατασκευή μέρους του αγωγού South Stream στα τουρκικά χωρικά ύδατα στη Μαύρη Θάλασσα.
Η συγχρονισμένη εκδήλωση της κρίσης και οι συζητήσεις για τη διαχείρισή της σε διεθνές επίπεδο στη Σύνοδο των G-20 ανέδειξαν επίσης διαφορετικές προτεραιότητες μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. O γαλλογερμανικός άξονας δε συμφώνησε με τις ΗΠΑ στη χορήγηση ενός νέου μεγάλου πακέτου κρατικής στήριξης του χρηματοπιστωτικού τομέα και της βιομηχανικής παραγωγής. Ανέδειξε τον κίνδυνο διόγκωσης του δημοσίου χρέους και υπονόμευσης του ευρώ, το οποίο κατακτάει σταδιακή αναγνώριση ως διεθνές νόμισμα. Η Τσεχική Προεδρία της ΕΕ επισήμανε επίσης ότι τα κρατικά πακέτα για την ενίσχυση του ρυθμού καπιταλιστικής ανάπτυξης στις ΗΠΑ συνοδεύονται με νέα μέτρα προστατευτισμού με στόχο να ενισχυθεί η εγχώρια αμερικανική παραγωγή.
Ούτε όμως και στο ζήτημα των ρυθμίσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα επήλθε ουσιαστική συμφωνία με τις ΗΠΑ. Συμφωνήθηκε απλά η σύσταση ενός νέου Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για την παρακολούθηση των εξελίξεων, χωρίς εκχώρηση ουσιαστικών αρμοδιοτήτων για την αντιμετώπιση διασυνοριακών διαφόρων. Δεν υπήρξε επίσης συμφωνία σχετικά με τη διαχείριση ζημιογόνων χρηματοπιστωτικών παραγώγων.
Στο μόνο σοβαρό ζήτημα που υπήρξε μια καταρχήν ιμπεριαλιστική συμφωνία (με ασάφεια στους όρους υλοποίησής της) ήταν η ενίσχυση της χρηματοδότησης του ΔΝΤ κατά 500 δισ. δολάρια (40 δισ. από Κίνα, 50 δισ. από ΕΕ, 100 δισ. από Ιαπωνία και τα υπόλοιπα από ΗΠΑ). Ωστόσο δεν αποσαφηνίστηκε η ενίσχυση του ρόλου της BRIC και ιδιαίτερα της Κίνας στο μηχανισμό λήψης αποφάσεων (θα διερευνηθεί με χρονικό ορίζοντα το 2011). Οι πόροι του ΔΝΤ φτάνουν πλέον τα 750 δισ. δολάρια, με συμμετοχή της ΕΕ στα 75 δισ. ευρώ. Συμφωνήθηκε επίσης η χορήγηση 250 δισ. δολάρια για την αναζωογόνηση του εμπορίου.
Η έλλειψη ουσιαστικής συμφωνίας των G-20 αντανακλά την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων που σταδιακά δυναμώνει τον κίνδυνο αναζήτησης διεξόδου σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις σε μια συγκυρία που μεταβάλλεται ο συσχετισμός δύναμης ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.