Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΕ Ο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ


των Μάκη Παπαδόπουλου και Ηλία Τσιμπουκάκη

Δεν υπάρχει περίοδος που να βοηθά περισσότερο στην αποκάλυψη της αντίθεσης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της από την περίοδο της κρίσης. Αυτό το ιστορικό συμπέρασμα επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά με την εκδήλωση της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης που αγκαλιάζει συγχρονισμένα τις ΗΠΑ, την ΕΕ, την Ιαπωνία και αυξάνει την ανησυχία των ιμπεριαλιστικών κέντρων για τις συνέπειές της. Ανησυχία που πηγάζει από το βάθος και τη διαφαινόμενη διάρκεια της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης και τις αστικές προβλέψεις για μια αναιμική φάση αναζωογόνησης και ανόδου την επόμενη περίοδο. Ανησυχία γιατί όλο και αυξάνει η δυσκολία της αστικής πολιτικής να συγκαλύψει την αιτία της κρίσης, τη σχέση εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο. Παρά την προσπάθεια των αστών αναλυτών να εστιάσουν σε ορισμένες αρχικές εκδηλώσεις της κρίσης στο χρηματοπιστωτικό τομέα, το σύνολο των εξελίξεων αποδεικνύει ότι εκδηλώνεται μια κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Μια κρίση που υπογραμμίζει για μια ακόμη φορά τα ιστορικά όρια ενός συστήματος, όπου σκοπός και κίνητρο της παραγωγής είναι το κεφάλαιο και το κέρδος του.

Στην περίοδο της κρίσης, γράφει ο Μαρξ, μπορούμε να δούμε την πραγματική συγκέντρωση και το βίαιο συμψηφισμό όλων των αντιθέσεων της καπιταλιστικής οικονομίας. Η σύγχρονη κρίση δε θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Από τη μια επιταχύνει και αναδεικνύει μακρόχρονες αλλαγές στο συσχετισμό δυνάμεων στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, που οφείλονται γενικά στη δράση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Οι αλλαγές αυτές αφορούν τη σταδιακή βελτίωση της θέσης της Κίνας, της Ινδίας, της Ρωσίας και άλλων δυνάμεων σε συνδυασμό με την υποχώρηση του μεριδίου των ΗΠΑ στο παγκόσμιο ΑΕΠ, που οδηγεί σε όξυνση του συνόλου των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Από την άλλη η σύγχρονη καπιταλιστική κρίση δυναμώνει την τάση επιδείνωσης της θέσης της εργατικής τάξης και των αυτοαπασχολούμενων, μεγαλώνει τη σχετική και απόλυτη εξαθλίωση στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες.

Αποτελεί ευκαιρία για να αποκαλυφθεί όχι μόνο ο βαθιά αντιλαϊκός χαρακτήρας της αστικής πολικής, αλλά και οι αντιφάσεις που διέπουν τις αστικές επιλογές διαχείρισης. Γι’ αυτό και η κρίση αποτελεί πραγματική δοκιμασία για την προπαγανδιστική προβολή της ΕΕ, τόσο ως εγγυήτριας μιας διαρκούς αειφόρου «ανάπτυξης», όσο και ως ασπίδας για τα δικαιώματα των λαών και την προάσπιση της ειρήνης. Η περίοδος της κρίσης βοηθά να αποκαλυφθεί ακόμα περισσότερο το πραγματικό πρόσωπο της ΕΕ των μονοπωλίων, του πολέμου, της ανισόμετρης ανάπτυξης.

ΟΞΥΝΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΕ

Με βάση τις προβλέψεις του ΔΝΤ, η εκδήλωση της κρίσης στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ-27 θα είναι βαθύτερη από αυτή στις ΗΠΑ το 2009, ενώ δεν αναμένεται ουσιαστικά ανάκαμψη πριν το 2011. Αναμένεται μείωση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ κατά -4,2% στην Ευρωζώνη και -4% στην ΕΕ-27 έναντι -2,8% των ΗΠΑ το 2009. Οι Εαρινές Προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ΕΕ-27 εκτιμούν επίσης μείωση -4% για το 2009 και υπογραμμίζουν ότι οι προοπτικές της οικονομίας χαρακτηρίζονται από μεγάλη αβεβαιότητα1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικεντρώνει την ανάλυσή της στην αισθητή κάμψη του παγκόσμιου εμπορίου και στη συρρίκνωση των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ευρωζώνη.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις τόσο του ΔΝΤ όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2009, η συρρίκνωση του ΑΕΠ θα ξεπεράσει το -3% και στις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία), ενώ για τη Βρετανία προβλέπεται αντίστοιχα μείωση -4,8%.

Ορισμένα πρώτα απολογιστικά στοιχεία στην ΕΕ επιβεβαιώνουν τις προβλεπόμενες τάσεις. Ο ρυθμός ανάπτυξης του α΄ τριμήνου του 2009 εμφανίζει συρρίκνωση κατά -4,9% για την Ευρωζώνη και -4,7% για την ΕΕ-27 συγκριτικά με το αντίστοιχο α΄ τρίμηνο του 2008. Στο β΄ τρίμηνο η αρνητική πορεία συνεχίζεται2 και ο ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώνεται σε -4,6% για την Ευρωζώνη και -4,8% για την ΕΕ-27. Η μικρή βελτίωση στην Ευρωζώνη οφείλεται στην αναιμική ανάκαμψη του ρυθμού ανάπτυξης κατά 0,3% στη Γαλλία και τη Γερμανία στο β΄ τρίμηνο του 2009. Ωστόσο, ο επικεφαλής της γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας, Α. Βέμπερ, εξέφρασε επιφυλάξεις για το αν θα διατηρηθεί αυτή η τάση το επόμενο διάστημα.

Οι εξαγωγές εμπορευμάτων το α΄ τρίμηνο του 2009 συρρικνώθηκαν κατά 8,8% στην Ευρωζώνη και κατά 8,3% στην ΕΕ-27 σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο (δ΄ τρίμηνο 2008). Αντίστοιχα υποχώρησαν και οι ιδιωτικές επενδύσεις κατά 4,1% στη Ζώνη του Ευρώ και κατά 4,7% στην ΕΕ-27. Το ποσοστό ανεργίας ανήλθε το Μάη του 2009 στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας, στο 9,5%, γεγονός που θα επιδράσει στο επίπεδο λαϊκής κατανάλωσης το επόμενο διάστημα.

Από το β΄ εξάμηνο του 2008 είναι συνεχής και η πτώση του δείκτη βιομηχανικής παραγωγής, που έφτασε τον Απρίλη του 2009 στο -21,6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος στην Ευρωζώνη. Το Μάη παρουσιάστηκε για πρώτη φορά οριακή αύξηση 0,5% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Ωστόσο η πτώση σε σχέση με το αντίστοιχο επίπεδο του Μάη του 2008 παραμένει σημαντική και φτάνει στο -17% στην Ευρωζώνη και στο -15% για την ΕΕ-27. Τη μεγάλη αβεβαιότητα σχετικά με την ανάκαμψη της οικονομίας της ΕΕ μέσα στο 2010 διατυπώνει επίσημα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τόσο στις Εαρινές Προβλέψεις όσο και στη μεταγενέστερη Σύνοδο του Ecofin που διαμόρφωσε σχετική Εκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής (18-19 Ιούνη)3. Στην Εκθεση εξετάζεται η πορεία του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Ανάκαμψης της Οικονομίας και επαναλαμβάνεται η πρόβλεψη για συρρίκνωση του ΑΕΠ συνολικά στην ΕΕ-27 κατά 4%. Εκτιμάται μείωση του ποσοστού απασχόλησης κατά 2,5% το 2009 και επιπλέον κατά 1,5% το 2010. Προβλέπεται ότι το ποσοστό ανεργίας θα φτάσει το 11% το επόμενο έτος.

Ταυτόχρονα, η εκδήλωση της σημερινής κρίσης επιταχύνει αλλαγές στο συσχετισμό δύναμης που διαμορφώθηκε σταδιακά την προηγούμενη εικοσαετία στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα4.

Με βάση τα μερίδια στο Παγκόσμιο ΑΕΠ, η Ευρωζώνη καταλαμβάνει τη β΄ θέση, με τις ΗΠΑ να διατηρούν την πρωτοκαθεδρία. Ωστόσο, αν υπολογίσουμε την ΕΕ-27 ως σύνολο, η σειρά αντιστρέφεται. Την τελευταία δεκαετία καταγράφεται συρρίκνωση των μεριδίων των ΗΠΑ, της Ευρωζώνης και της Ιαπωνίας και αύξηση των μεριδίων της Κίνας, της Ινδίας και της Ρωσίας (Παράρτημα, Πίνακας 1, σελ. 47).

Πρέπει επίσης να σημειωθεί η υπεροχή της ΕΕ αλλά και της Ευρωζώνης στα ποσοστιαία μερίδια εξαγωγών-εισαγωγών σε σύγκριση με τα αντίστοιχα των ΗΠΑ και της Κίνας για την περίοδο 1997-2007. Τα μερίδιά της παραμένουν σχετικά σταθερά και η πρωτοκαθεδρία της δε φαίνεται ότι μπορεί να απειληθεί την επόμενη πενταετία. Αυξητική τάση παρουσιάζουν τα μερίδια των Κίνας, Ινδίας, Ρωσίας, ενώ μείωση παρουσιάζει το μερίδιο των ΗΠΑ. Η ΕΕ αλλά και η Ευρωζώνη αυτοτελώς διατηρεί επίσης την πρώτη θέση στο μερίδιο εισροών και εκροών κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις (ΑΞΕ) παγκοσμίως. Το μερίδιο των εκροών παρουσιάζει μάλιστα σχετική σταθερότητα τις δυο τελευταίες δεκαετίες.

Η εκδήλωση της κρίσης στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ συμβάλλει στην όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ των κρατών-μελών της. Αντιθέσεις που προϋπήρχαν και έχουν τη βάση τους στην εθνοκρατική συγκρότηση της κυριαρχίας των μονοπωλίων που εξυπηρετεί τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου. Στο πλαίσιο της ΕΕ επιδρά ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης που οδηγεί σε μεταβολές του συσχετισμού δύναμης στο εσωτερικό της ΕΕ, τόσο στη φάση της κρίσης όσο και στις φάσεις της αναζωογόνησης και της ανόδου.

Η ανισομετρία εκφράζεται στο επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της βιομηχανικής παραγωγής, της παραγωγικότητας, του όγκου των εμπορικών ανταλλαγών, των άμεσων επενδύσεων κεφαλαίων σε άλλες χώρες. Αντανακλάται επίσης στη διαφορετική δημοσιονομική κατάσταση των κρατών-μελών της ΕΕ. Το διαφορετικό ύψος του δημόσιου χρέους και του ελλείμματος διαφοροποιεί τις δυνατότητες διαχείρισης των συνεπειών της κρίσης από την αστική πολιτική σε κάθε κράτος-μέλος και δημιουργεί εμπόδια στη χάραξη και υλοποίηση κοινής οικονομικής πολιτικής.

Στην περίοδο της σημερινής κρίσης στην ΕΕ εκδηλώνονται πιο οξυμένα ανισομετρίες που προϋπήρχαν την προηγούμενη περίοδο και σημειώνονται ορισμένες μεταβολές στο συσχετισμό δύναμης που αφορούν και το σκληρό πυρήνα της ΕΕ.

Οπως φαίνεται από τις εκτιμήσεις του Ιούλη της Eurostat για το 20095, η εκδήλωση της κρίσης έχει μεγαλύτερο βάθος στις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρωζώνης (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία) και στη Βρετανία, καθώς και σε ορισμένες πρώην σοσιαλιστικές, όπως η Ρουμανία και τα βαλτικά κράτη (Λετονία, Λιθουανία, Εσθονία). Από τα κράτη με ενδιάμεση θέση στην πυραμίδα της ΕΕ η βαθύτερη εκδήλωση καταγράφεται στην Ιρλανδία. Οι προβλέψεις για το 2010 κινούνται στην ίδια κατεύθυνση (Παράρτημα, Πίνακας 2, σελ. 48). Η κρίση ενισχύει την τάση πτώσης του μεριδίου στο παγκόσμιο ΑΕΠ των ισχυρών οικονομιών της Ευρωζώνης και της Βρετανίας της δεκαετίας 1997-2007, στην οποία εδράζεται η σχετική συνολική μείωση του μεριδίου της ΕΕ.

Στα υπόλοιπα κράτη-μέλη καταγράφεται σχετική σταθερότητα και μικρή βελτίωση σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. Πολωνία, Σλοβακία).

Γενικότερα, τη δεκαετία 1997-2007 παρατηρούνται διαφοροποιήσεις και στο σκληρό πυρήνα της ΕΕ. Η Γερμανία και η Ιταλία εμφανίζουν σταθερότητα τόσο στα μερίδια στο Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν όσο και των εξαγωγών-εισαγωγών τους στη διεθνή αγορά (Παράρτημα, Πίνακες 3 και 4, σελ. 49-50). Αντίθετα τάση μείωσης καταγράφεται για τη Γαλλία, τη Βρετανία και τη Σουηδία. Ανοδική τάση παρουσιάζουν η Πολωνία και η Τσεχία. Ομως η εκδήλωση της κρίσης οδήγησε σε σοβαρή μείωση του όγκου εξαγωγών της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας.

Στα μερίδια εκροών - άμεσων επενδύσεων ξένου κεφαλαίου (ΑΞΕ) στην παγκόσμια αγορά, ανοδική είναι η τάση για τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Βρετανία, ενώ η Γερμανία παρουσιάζει σταθερότητα (Παράρτημα, Πίνακας 5, σελ. 51).

Η περίοδος της κρίσης οδήγησε επίσης σε διόγκωση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους στα κράτη-μέλη της ΕΕ που η πολιτική δημοσιονομικής προσαρμογής τα είχε περιορίσει τα προηγούμενα χρόνια (Παράρτημα, Πίνακες 6 και 7, σελ. 52-53). Το έλλειμμα τριπλασιάστηκε ήδη το 2008, πριν βαθύνει η κρίση στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με τις Εαρινές Προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2009, η Ευρωζώνη ως σύνολο θα υπερβεί τα όρια που προσδιορίζει το Σύμφωνο Σταθερότητας. Ωστόσο η κατάσταση δεν είναι ίδια σε όλα τα κράτη-μέλη. Διαφέρει και στο λεγόμενο σκληρό πυρήνα των ισχυρών οικονομιών της ΕΕ. Η Γαλλία, η Ιταλία και η Βρετανία παρουσιάζουν σημαντική διόγκωση του δημόσιου χρέους και του ελλείμματος ως ποσοστού του ΑΕΠ, σε αντίθεση με τη Γερμανία και τη Σουηδία. Σύμφωνα μάλιστα με τις Εαρινές Προβλέψεις αυτή η θέση της Γαλλίας και της Ιταλίας θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο το 2009.

Πάνω στο έδαφος της ανισόμετρης ανάπτυξης εκδηλώνονται αντιθέσεις μεταξύ των κρατών-μελών που αφορούν την οικονομική πολιτική διαχείρισης της κρίσης και ιδιαίτερα τη δημοσιονομική πολιτική και τους όρους εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας. Αναδεικνύονται επίσης αντιθέσεις που αφορούν τη μελλοντική διεύρυνση της ΕΕ, την εξέλιξη της δομής της, την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της σε σχέση με τα κράτη-μέλη, τον επιμερισμό του κόστους για την εφαρμογή κοινοτικών κατευθύνσεων σε σημαντικά θέματα.

Στο ζήτημα της δημοσιονομικής πολιτικής και των όρων εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας, η Γερμανία προτάσσει την ανάγκη διατήρησης της νομισματικής σταθερότητας, της θωράκισης του ευρώ στη διεθνή αγορά, τη συγκράτηση της διόγκωσης του δημόσιου χρέους και του ελλείμματος των κρατών-μελών. Αντίθετα η Γαλλία θέτει ως προτεραιότητα την κρατική τόνωση του ρυθμού καπιταλιστικής ανάπτυξης και ζητάει μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία και χαλάρωση των όρων εφαρμογής του Συμφώνου. Η διαμάχη επεκτείνεται εκτός Ευρωζώνης, με τη Βρετανία να ζητάει αύξηση των κρατικών πακέτων ενίσχυσης των μονοπωλιακών ομίλων και τη Σουηδία, που έχει αναλάβει την προεδρία της ΕΕ, να στηρίζει τις γερμανικές θέσεις. Η διαμόρφωση της στάσης κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης λαμβάνει υπόψη τη διαφορετική δημοσιονομική κατάσταση κάθε χώρας που εξετάσαμε προηγουμένως.

Οι διαφορετικές απόψεις δεν περιορίζονται μόνο σχετικά με το ύψος και την έκταση των κρατικών ενισχύσεων στο μεγάλο κεφάλαιο την περίοδο της κρίσης. Αφορούν και τον προσανατολισμό τους για τη στήριξη της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής και γενικότερα της οικονομίας. Αφορούν επίσης το ύψος και την κατανομή της κοινοτικής χρηματοδότησης μεταξύ των χωρών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της κρατικής ενίσχυσης της γαλλικής αυτοκινητοβιομηχανίας με την ταυτόχρονη σύσταση του προέδρου Σαρκοζί να μη μεταφερθεί η παραγωγή στην ανατολική Ευρώπη (Τσεχία κλπ.), που προκάλεσε την αντίδραση της Τσεχικής προεδρίας. Αντίστοιχη ήταν η αντίδραση της Βρετανίας, όταν η ιρλανδική κυβέρνηση ανακοίνωσε την πλήρη εγγύηση των καταθέσεων στις ιρλανδικές τράπεζες μετά την εκδήλωση της κρίσης.

Συνοψίζοντας τις σχετικές εξελίξεις στην ΕΕ, η εφημερίδα New York Times γράφει χαρακτηριστικά: «Η ένταση γίνεται εμφανής από τον τρόπο με τον οποίο κάθε χώρα προσπαθεί να ξελασπώσει τις δικές της τράπεζες και να σώσει τα δικά της εργοστάσια αυτοκινητοβιομηχανιών, τη στιγμή που θα ήταν πιο λογικό να ακολουθηθεί μια ευρύτερη ευρωπαϊκή πολιτική. Επίσης γίνεται εμφανής η ένταση μεταξύ βόρειας και νότιας Ευρώπης, με τις πιο υπεύθυνες από οικονομικής άποψης χώρες όπως η Γερμανία, να δεσμεύονται αναγκαστικά ότι θα βοηθήσουν χώρες με προβληματικές οικονομίες όπως είναι η Ισπανία και η Ελλάδα. Η αλληλεγγύη που θεωρείται η σημαντικότερη αρχή της ΕΕ καταρρέει και όσον αφορά τις σχέσεις Ανατολής - Δύσης, με τις χώρες που έχουν υιοθετήσει το ευρώ να μη θέλουν να θέσουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα του νομίσματός τους σώζοντας κράτη-μέλη εκτός της Ευρωζώνης»6.

Η αδυναμία συμφωνίας σχετικά με το συγκεκριμένο επιμερισμό οικονομικών βαρών αποτυπώθηκε τόσο κατά τη συζήτηση για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού προβλήματος όσο και για την προώθηση πολιτικών αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής. Εκφράστηκε επίσης στο πεδίο του χρηματοπιστωτικού συστήματος με την άρνηση της Γερμανίας να υιοθετήσει την πρόταση του Ζαν - Κλοντ Γιούνκερ για κοινό ευρωομόλογο που θα κάλυπτε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ την περίοδο της κρίσης. Η συγκεκριμένη πρόταση θα δημιουργούσε ευνοϊκότερους όρους δανεισμού για κράτη με υψηλό δημόσιο χρέος, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία. Από την άλλη θα αύξανε το κόστος δανεισμού της Γερμανίας.

Οι αντιθέσεις στο χρηματοπιστωτικό τομέα εκφράστηκαν και στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, τον Ιούνη του 20097. Στη συγκεκριμένη Σύνοδο προτάθηκε νέο σύστημα εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος που αποτελεί προσπάθεια προσαρμογής των εποπτικών μηχανισμών στην πραγματικότητα των διασυνδεδεμένων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών.

Στο πλαίσιο του νέου συστήματος προτείνεται η συγκρότηση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) που θα παρακολουθεί και θα αξιολογεί τους κινδύνους που ελλοχεύουν για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος (μακρο-προληπτική εποπτεία). Το ΕΣΚΚ θα έχει τη μορφή ανεξάρτητου φορέα που θα είναι υπόλογος στο Συμβούλιο και στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Θα προωθεί συνεκτικές πολιτικές μεταξύ των κρατών-μελών, θα εκδίδει συστάσεις για τη λήψη μέτρων κλπ.

Προτάθηκε επίσης Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ) για την εποπτεία μεμονωμένων χρηματοπιστωτικών οργανισμών με διασυνοριακή δραστηριότητα (μικρο-προληπτική εποπτεία). Προβλέπεται να απαρτίζεται από τρεις νέες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (για τις Τράπεζες, για τις Ασφαλίσεις, για τις Κινητές Αξίες-Χρηματιστήριο) και να συνδέεται με τις εθνικές εποπτικές αρχές που θα έχουν αυξημένες αρμοδιότητες.

Η Βρετανία, που έχει τη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική αγορά, έχει ήδη εκφράσει επιφυλάξεις, αφού η πρόταση ρύθμισης δεν περιορίζεται στην ευρωζώνη, αλλά αφορά συνολικά την ΕΕ και δίνει ηγετικό εποπτικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου της ΕΚΤ θα εκλέγουν πρόεδρο του ΕΣΣΚ). Αντίδραση εκφράζεται και από τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης (π.χ. Σλοβενία, Ρουμανία, Λετονία) για τον περιορισμό της ελεγκτικής εξουσίας των εθνικών εποπτικών αρχών επί των θυγατρικών ξένων τραπεζών.

Στα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής δεν αναφέρονται με σαφήνεια και ακρίβεια οι αρμοδιότητες των νέων εποπτικών οργάνων (σε αντίθεση με τα προπαρασκευαστικά κείμενα που προηγήθηκαν), ώστε να διευκολυνθεί η έγκριση μιας συμβιβαστικής απόφασης το φθινόπωρο του 2009.

Τις υπαρκτές αντιθέσεις σχετικά με τη δομή και το εύρος των αρμοδιοτήτων της ΕΕ εκφράζει και ο συμβιβασμός της τελευταίας Συνόδου Κορυφής για να διευκολυνθεί η επικύρωση από την Ιρλανδία της Συνθήκης της Λισαβόνας το επόμενο διάστημα.

Στην απόφαση της Συνόδου Κορυφής, δίνονται εγγυήσεις για την αυτοτέλεια κάθε κράτους στη χάραξη εθνικής φορολογικής πολιτικής, ένα κρίσιμο ζήτημα του ανταγωνισμού των κρατών-μελών για την προσέλκυση επενδύσεων ξένου κεφαλαίου.

Διατυπώνεται η προσπάθεια αναβάθμισης της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Αμυνας (ΚΕΠΑΑ), όμως ταυτόχρονα τονίζεται ότι η Συνθήκη της Λισσαβόνας «δεν προβλέπει τη δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού». Διακηρύσσεται το δικαίωμα κάθε κράτους-μέλους να αποφασίζει για τον τρόπο συμμετοχής του στο ευρωπαϊκό Οργανισμό Αμυνας και για τη συμμετοχή του σε στρατιωτικές αποστολές.

Εντονότερα εκφράζονται αυτή την περίοδο και οι αντιθέσεις σχετικά με το θέμα της μελλοντικής διεύρυνσης της ΕΕ και ειδικότερα με την πιθανότητα ένταξης της Τουρκίας. Η Γερμανία και εντονότερα η Γαλλία διαφωνούν και προσανατολίζονται προς την οικοδόμηση μιας ειδικής εταιρικής σχέσης με την Τουρκία. Από την άλλη, δυνάμεις που έχουν στενούς δεσμούς με τις ΗΠΑ όπως η Βρετανία, η Πολωνία, η Ολλανδία αλλά και η Σουηδία, υποστηρίζουν ένθερμα την πλήρη ένταξη της Τουρκίας.

Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι μετά το 2007 γίνονται πιο αισθητές οι αντιφάσεις της γαλλογερμανικής ιμπεριαλιστικής συνεργασίας. Συνοπτικά αναφέρουμε:

Τη διαφωνία της Γερμανίας στην αρχική γαλλική πρόταση για τα κράτη που θα αποτελούσαν την «Ενωση για τη Μεσόγειο».

Τη διαφωνία τους για την αυτόνομη διοίκηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (η γαλλική πρόταση ζητούσε «πολιτική πλαισίωση» και λογοδοσία της ΕΚΤ).

Τη διακοπή της συνεργασίας μεταξύ Siemens-Areva για τον έλεγχο της αγοράς πυρηνικής ενέργειας που θα ξεπεράσει σε κύκλο εργασιών παγκόσμια το 1 τρισ. δολάρια μέχρι το 20308.

Τον ενεργό ρόλο της Γαλλίας για την υπογραφή μνημονίου μεταξύ ΕΕ - Ουκρανίας για τη μεταφορά φυσικού αερίου στην ΕΕ, που αποτελεί αντικειμενικά εμπόδιο στη γερμανο-ρωσική προσέγγιση.

Τη διαφορετική προσέγγιση στο θέμα του Συμφώνου Σταθερότητας στην οποία αναφερθήκαμε ήδη.

Την ανταγωνιστική προς τη Siemens συμφωνία της γαλλικής Alstom με το ρωσικό όμιλο Transmaholding για τον εκσυγχρονισμό υποδομών των ρωσικών σιδηροδρομικών μεταφορών9.

Οι όποιες αναφορές γίνονται λοιπόν σήμερα στο «γαλλογερμανικό άξονα» στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων εμπεριέχουν έναν υψηλό βαθμό αφαίρεσης από τα διακριτά συμφέροντα των δυο κρατών. Η προσέγγιση Γερμανίας-Ρωσίας, που θα εξετάσουμε στη συνέχεια, βάζει σε μεγαλύτερη δοκιμασία τις γαλλογερμανικές σχέσεις.

Η ΟΞΥΝΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Η εκδήλωση της κρίσης συμβάλλει επίσης στη μεταβολή του συσχετισμού μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην παγκόσμια αγορά. Η μεταβολή των μεριδίων στο παγκόσμιο ΑΕΠ, στην οποία αναφερθήκαμε συνοπτικά προηγουμένως, επιδρά στην οικονομική και πολιτική ισχύ των ιμπεριαλιστικών κέντρων και οδηγεί σε αναδιατάξεις καθώς και σε όξυνση του ανταγωνισμού για τον έλεγχο των αγορών.

Οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ προσπαθούν να ανακόψουν την υπαρκτή τάση απώλειας και αμφισβήτησης των θέσεων των ΗΠΑ στην παγκόσμια αγορά, αξιοποιώντας τη στρατιωτική και πολιτική τους ισχύ για τον έλεγχο των αγορών με έμφαση στον τομέα της ενέργειας. Ηδη από τη δεκαετία του 1990 έχουν θέσει και προωθούν τρεις σημαντικούς στρατηγικούς στόχους:

Τη διασφάλιση του ελέγχου σε πηγές και οδούς μεταφοράς ενέργειας από την Ασία στην Ευρώπη, με αποκλεισμό της Ρωσίας και του Ιράν από τη διαδρομή διέλευσης των σχετικών αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Τη διεύρυνση της γεωπολιτικής επιρροής των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην περιοχή της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, τον έλεγχο των αγορών της Ευρασίας και τη στρατιωτική περικύκλωση της Ρωσίας.

Την υπονόμευση της συνοχής της εκκολαπτόμενης συμμαχίας Κίνας - Ρωσίας - Ινδίας - Βραζιλίας (που όπως θα δούμε στη συνέχεια αποκτάει δυναμική μετά τη συγκρότηση του σχήματος συνεργασίας BRIC) ώστε να μη διαμορφωθεί αντίπαλος ιμπεριαλιστικός πόλος, ο οποίος να μπορεί να απειλήσει μεσοπρόθεσμα την πρωτοκαθεδρία τους.

Εχει λοιπόν διαμορφωθεί πολύ πριν την εκδήλωση της κρίσης η αντικειμενική βάση όξυνσης των αντιθέσεων μεταξύ των ΗΠΑ και του σχηματιζόμενου πόλου Ρωσίας - Κίνας.

Βασικό πεδίο του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού αποτελούν οι περιοχές της Κεντρικής Ασίας, του Καυκάσου, της Μέσης Ανατολής, γενικότερα η περιοχή της Ευρασίας. Ξεχωρίζουν ακόμη η Αφρική, η Λατινική Αμερική και τα Βαλκάνια, ως περιοχές όπου ξεδιπλώνονται μεγάλα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά σχέδια.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ΕΕ και ιδιαίτερα η Γερμανία, αντιμετωπίζει ισχυρά διλήμματα επιλογής συμμαχιών που υπονομεύουν το σχεδιασμό και την εφαρμογή ενιαίας ευρωενωσιακής πολιτικής σε κρίσιμους τομείς, π.χ. ενεργειακή και εξωτερική πολιτική. Από τη μια η ΕΕ λαμβάνει υπόψη τη σημασία των ΗΠΑ για την εξαγωγή κοινοτικών εμπορευμάτων και κεφαλαίου, καθώς και τον ηγετικό ρόλο τους στη στρατιωτική συμμαχία του ΝΑΤΟ. Από την άλλη η Ρωσία αποτελεί το βασικό προμηθευτή ενέργειας και τον τρίτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της ΕΕ, ενώ η Κίνα είναι αντίστοιχα ο δεύτερος μεγαλύτερος εταίρος της.

Στις Θέσεις του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ είχαμε εκτιμήσει τη σταδιακή προσέγγιση της Γερμανίας και Ιταλίας με τη Ρωσία. Η αλληλεξάρτηση συμφερόντων αποτυπώνεται σε ένα βαθμό στη Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης και Συνεργασίας ΕΕ - Ρωσίας. Η ΕΕ αξιοποιεί τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Ρωσίας στον ΠΟΕ και για την σύναψη νέας αναβαθμισμένης Συμφωνίας Συνεργασίας για να πιέσει τη ρωσική πλευρά σε θέματα που αφορούν την κίνηση κεφαλαίου και εμπορευμάτων της ΕΕ (π.χ. αίτημα επανεξέτασης του ρωσικού νόμου περί επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας)10.

Από τις αρχές του 2008, οι οικονομικές σχέσεις Ρωσίας - Γερμανίας δυνάμωσαν ακόμα περισσότερο. Αξίζει να σημειώσουμε:

Τη συμφωνία της Siemens με τη ρωσική Rosatom για την κατασκευή δεκάδων νέων σύγχρονων σταθμών πυρηνικής ενέργειας, που συνοδεύτηκε από διακοπή της συνεργασίας της Siemens με τη γαλλική Areva.

Την αρχική συμφωνία του ομίλου ΕΟΝ με το ρωσικό όμιλο Gazprom για τη συμμετοχή τους στην εκμετάλλευση του αποθέματος Γιούζνο - Ρούσκογε της Σιβηρίας.

Τη στήριξη της γερμανικής κυβέρνησης στην προτεραιότητα των ρωσικών σχεδίων Nord Stream - South Stream έναντι του αμερικανικού σχεδίου Nabuco για τη μεταφορά φυσικού αερίου από την Ασία στην Ευρώπη.

Τη συμμετοχή του ρωσικού χρηματοπιστωτικού ομίλου Sberbank στο μετοχικό κεφάλαιο της Opel και τη συνεργασία με ρωσική αυτοκινητοβιομηχανία Gaz, μετά την πτώχευση του αμερικανικού κολοσσού General Motors που ήταν ο βασικός μέτοχος του ομίλου της Opel την προηγούμενη περίοδο.

Τη σημαντική αύξηση του όγκου των γερμανορωσικών εμπορικών συναλλαγών την περίοδο 2006-2008 (από 53 δισ. ευρώ σε 68,2 δισ. ευρώ), σε αντίθεση με τις εμπορικές συναλλαγές της Γερμανίας με τις ΗΠΑ που βρίσκονται σε πτωτική πορεία (από 126,5 δισ. ευρώ στα 117 δισ. ευρώ).

Η μεγάλη σημασία της ρωσικής αγοράς για τους γερμανικούς μονοπωλιακούς ομίλους σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα τονίζεται ιδιαίτερα από την γερμανική κυβέρνηση μετά την εκδήλωση της κρίσης στην Ευρωζώνη.

Η στενότερη προσέγγιση Γερμανίας - Ρωσίας επιδρά και στη συνοχή της γαλλογερμανικής συμμαχικής σχέσης. Στο 18ο Συνέδριο είχαμε επισημάνει ότι αυτή η σχέση οροθετείται με βάση τα ξεχωριστά συμφέροντα των δύο κρατών, ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα. Η Γαλλία στηρίζει την ενεργειακή της ασφάλεια στους πυρηνικούς της σταθμούς. Η Γερμανία, με την υλοποίηση των ρωσικών σχεδίων, διασφαλίζει την απευθείας τροφοδοσία της με φυσικό αέριο και ταυτόχρονα καθίσταται ο κύριος ενεργειακός δίαυλος των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών στην ΕΕ.

Παράλληλα η ΕΕ συνεχίζει τις διαπραγματεύσεις με την Κίνα συγκροτώντας Μηχανισμό Οικονομικού και Εμπορικού Διαλόγου Υψηλού Επιπέδου, που ξεκίνησε τις συνεδριάσεις του το 200811. Το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα παραμένει υψηλό. Στις διαπραγματεύσεις η ΕΕ εστιάζει στα ζητήματα απομίμησης και καταπάτησης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ευρωπαϊκών προϊόντων από κινέζικες επιχειρήσεις, καθώς και στα κινεζικά μέτρα προστατευτισμού που δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές εξαγωγές στην κινεζική αγορά. Ταυτόχρονα ενισχύει τα δικά της προστατευτικά μέτρα σε κινεζικά βιομηχανικά προϊόντα, στο όνομα της προστασίας της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.

Η ΕΕ λαμβάνει βέβαια υπόψη τις σημερινές της ανάγκες, αλλά προβλέπει και τις μελλοντικές τάσεις αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων που ενισχύονται μετά την εκδήλωση της κρίσης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σημαντικότερες αμερικανικές και γερμανικές αναλύσεις πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα συγκλίνουν στην ίδια βασική διαπίστωση, στη «μετατόπιση δύναμης από τη Δύση στην Ανατολή» την επόμενη εικοσαετία. Τόσο η Εκθεση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ για τις παγκόσμιες τάσεις ως το 2015, όσο και η μελέτη της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Γερμανίας, που τμηματικά βλέπουν το φως της δημοσιότητας την περίοδο της κρίσης, συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα: επιτάχυνση της τάσης αλλαγής του συσχετισμού δύναμης σε βάρος των ΗΠΑ και αναβάθμιση της Κίνας. Προβολές ανάπτυξης ως το 2040 αναδεικνύουν ότι η συνεργασία των BRIC μπορεί να φτάσει το μερίδιο που καταλαμβάνουν οι G7 στο παγκόσμιο ΑΕΠ.

Επομένως οι σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην ΕΕ αντικειμενικά γίνονται πιο σύνθετες και πιο ανταγωνιστικές. Πριν την εκδήλωση της κρίσης η ΕΕ ως σύνολο συγκριτικά με τις ΗΠΑ είχε ενισχύσει τη θέση της στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, παρότι εμφάνιζε και αυτή πτώση του μεριδίου της στο συνολικό παγκόσμιο ΑΕΠ. Σε αυτό είχε συμβάλει η νομισματική ενοποίηση, η διεύρυνση της ενιαίας αγοράς και η ενιαία προώθηση της στρατηγικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στο εσωτερικό της.

Ωστόσο όπως ήδη αναφέραμε, τα στοιχεία και οι προβλέψεις δείχνουν ότι το βάθος της κρίσης στην Ευρωζώνη και γενικότερα στην ΕΕ μπορεί τελικά να είναι μεγαλύτερο από τις ΗΠΑ. Παράλληλα η ΕΕ αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να υστερήσει έναντι άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων στη σύγχρονη φάση ξαναμοιράσματος και επαναπροσδιορισμού των ζωνών ελέγχου των αγορών (π.χ. εδραίωση της αμερικανικής ηγεμονίας στο Ιράκ, μεγαλύτερη πρόσδεση του Ιράν με Κίνα - Ρωσία), γι’ αυτό και εντείνει τις δικές της διακριτές πρωτοβουλίες.

Η σημαντικότερη αυτοτελής πρωτοβουλία του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού για το μέλλον της Ευρασίας είναι η οικοδόμηση της «Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης». Πρόκειται για το Σύμφωνο Ανατολικής Συνεργασίας της ΕΕ με την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Λευκορωσία, τη Γεωργία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία, το οποίο περιλαμβάνει συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, προβλέψεις κοινοτικής χρηματοδότησης, συνεργασία στον τομέα της ενέργειας. Η Ρωσία εκδήλωσε ήδη την δυσαρέσκειά της. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία εμφανίζεται ανταγωνιστική στο παλιότερο σχήμα συνεργασίας του ΟΣΕΠ, όπου εκτός της ΕΕ και των προαναφερόμενων χωρών συμμετέχουν η Ρωσία, η Τουρκία και η Σερβία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί η ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας της Οργάνωσης του Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας (ΟΣΣΑ) όπου συμμετέχουν η Ρωσία, η Αρμενία, η Λευκορωσία, το Καζακστάν, το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν, στον αντίποδα της δράσης του ΝΑΤΟ στην περιοχή.

Παράλληλα οξύνονται οι αντιθέσεις για τον έλεγχο των πλούσιων ενεργειακών κοιτασμάτων της Αρκτικής. Από τη μια η Ρωσία περιλαμβάνει στο νέο εθνικό στρατηγικό δόγμα ασφάλειας της χώρας την «ετοιμότητα για στρατιωτική σύγκρουση» σε αυτό το γεωγραφικό πεδίο, από την άλλη η ΕΕ επιχειρεί να αξιοποιήσει την Ισλανδία ως στρατηγικό «προγεφύρωμα» διείσδυσης στην περιοχή. Το Κοινοβούλιο της Ισλανδίας υπερψήφισε την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ12. Η Ισλανδία είναι ήδη μέλος του ΝΑΤΟ, η οικονομία της αντιμετωπίζει βαθιά κρίση με οξυμένο δημοσιονομικό πρόβλημα. Ετσι η ΕΕ διευρύνει την επιρροή της, αξιοποιώντας το «καρότο» της οικονομικής βοήθειας προς την Ισλανδία.

Η πολιτική της ΕΕ επιχειρεί επίσης να μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Προσπαθεί να αυξήσει το μερίδιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στην παραγωγή ενέργειας σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο και να προωθήσει τις εξαγωγές ευρωανωσιακών προϊόντων και τεχνολογίας σε αυτό τον τομέα. Γι’ αυτό και επιχειρεί να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση πολιτικών που αφορούν την κλιματική αλλαγή. Ετσι μπροστά στην επερχόμενη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης προωθεί την επιβολή παγκόσμιων δεσμευτικών στόχων μείωσης των ρύπων και δημιουργίας αγοράς εκπομπών ρύπων για όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ.

Παράλληλα η ΕΕ ενισχύει τις ενεργειακές της υποδομές με προτεραιότητα στα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφοράς ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο στο πρόσφατο Συμβούλιο Κορυφής της ΕΕ δόθηκε έμφαση στη διασύνδεση της αγοράς Βαλτικής και υπογράφτηκε σχετικό μνημόνιο για την αναβάθμιση της σύνδεσης Λετονίας, Λιθουανίας και Εσθονίας.

Το σύνολο των προαναφερόμενων αντιθέσεων εμπόδισε την υιοθέτηση νέου Συμφώνου Ενεργειακής Ασφάλειας μεταξύ ΕΕ-Ρωσίας στη Σύνοδο Κορυφής των δύο πλευρών. Η Ρωσία ζητάει αναθεώρηση του Κοινοτικού «Χάρτη Ενέργειας» και αρνείται να δώσει εγγυήσεις για την ασφαλή ροή φυσικού αερίου στην Ευρώπη, στο βαθμό που συνεχίζεται η προσπάθεια της ΕΕ για ενσωμάτωση της Ουκρανίας και της Γεωργίας. Η Ρωσία έχει ισχυροποιηθεί στις διαπραγματεύσεις της με την ΕΕ μετά την υπογραφή ενεργειακής συμφωνίας με την Κίνα, το Φλεβάρη του 2009, για την τροφοδοσία της με ρωσικό πετρέλαιο για τα επόμενα 20 χρόνια. Η συμφωνία διασφάλισε στη Ρωσία κινεζικό δάνειο ύψους 25 δισ. δολαρίων και πιστοποίησε τη δυνατότητά της να διαφοροποιήσει σημαντικά την κατεύθυνση των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών.

Η αυτοτελής προσπάθεια της ΕΕ να διασφαλίσει πολλαπλές πηγές και οδούς ενεργειακού εφοδιασμού συγκλίνει -σε ορισμένες περιπτώσεις- με το σχεδιασμό των ΗΠΑ για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου από την Κασπία και τη Μέση Ανατολή στην Ευρώπη, μέσω των βαλκανικών χωρών. Την περίοδο της κρίσης η κινητικότητα σε αυτή την κατεύθυνση έχει αυξηθεί.

Η προώθηση του σχεδίου του αγωγού Ναμπούκο, που μπορεί να μεταφέρει φυσικό αέριο της Κασπίας μέσω της Τουρκίας, είναι από την άποψη αυτή ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα κοινής δράσης ΕΕ - ΗΠΑ στην περιοχή της Ευρασίας το 200913. Το σχέδιο αυτό στοχεύει στη διασφάλιση αφενός δρόμου μεταφοράς του φυσικού αερίου που να αποκλείει τη Ρωσία και το Ιράν και αφετέρου στη δυνατότητα τροφοδοσίας της ΕΕ από τα κοιτάσματα του Αζερμπαϊτζάν, του Τουρκμενιστάν, του Βόρειου Ιράκ.

Τον Ιούλη του 2009 υπογράφτηκε σχετική συμφωνία μεταξύ των κρατών διαμετακόμισης (Τουρκία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Αυστρία), ωστόσο η υλοποίηση του σχεδίου παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποσχέθηκε χρηματοδότηση 250 εκ. ευρώ. Η συνολική χρηματοδότηση του δαπανηρού αυτού σχεδίου ξεπερνά τα 8 δισ. ευρώ και δεν έχει ακόμη διασφαλιστεί. Επίσης δεν έχουν ακόμη υπογραφεί μακροχρόνια συμβόλαια αγοράς αερίου από ενδιαφερόμενα κράτη-καταναλωτές.

Η Τουρκία υπαναχώρησε από το αίτημά της να κατακρατεί το 15% των ποσοτήτων αερίου που διαμετακομίζονται, ώστε να διευκολύνει τη στήριξη του σχεδίου από το Αζερμπαϊτζάν. Ομως παρ’ όλα αυτά δεν έχουν διασφαλιστεί στην πράξη οι αναγκαίες ποσότητες τροφοδοσίας του αγωγού, ενώ τόσο το Τουρκμενιστάν όσο και το Αζερμπαϊτζάν έχουν υπογράψει μνημόνια συνεργασίας και με τη ρωσική Gazprom, την περίοδο 2007-2009. Διαπραγματεύονται δηλαδή την αξιοποίηση των ενεργειακών πηγών τους ταυτόχρονα και με τους δύο πόλους της ενδοϊμπεριαλιστικής αντίθεσης.

Το Αζερμπαϊτζάν βέβαια έχει κάνει γενικότερα βήματα πρόσδεσης με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Βρίσκεται στον πυρήνα της Ομάδας GUAM (Γεωργία, Ουκρανία, Αζερμπαϊτζάν, Μολδαβία) που αποτελεί τον αντίποδα στο ρωσικό σχήμα συνεργασίας στην περιοχή, δηλαδή την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών. Ομως πέρα από προθέσεις θεωρείται αβέβαιη η δυνατότητα του να διασφαλίζει μόνο του την επαρκή τροφοδοσία του αγωγού Ναμπούκο.

Από τις υπόλοιπες χώρες με σημαντικά ενεργειακά αποθέματα στην Κασπία το Καζακστάν συνεργάζεται ήδη ενεργειακά με τη Ρωσία σε σταθερή βάση. Το Τουρκμενιστάν διέκοψε προσωρινά το 2008 τη συνεργασία του με τη Ρωσία λόγω διαφωνιών στις τιμές πώλησης αλλά δεν έχει άμεσες εναλλακτικές λύσεις για τη μεταφορά φυσικού αερίου προς τη Δύση. Εχει ήδη συνάψει συμφωνία συνεργασίας με την Κίνα που θα αρχίσει να υλοποιείται στα τέλη του 2009.

Επίσης οι ΗΠΑ, σε αντίθεση με την Τουρκία, αποκλείουν μεσοπρόθεσμα την αξιοποίηση ιρανικού φυσικού αερίου για την επιτυχία του σχεδίου Ναμπούκο. Απομένει η λύση τροφοδοσίας του αγωγού με φυσικό αέριο του Ιράκ. Ομως μια καταρχήν συμφωνία της περιφερειακής κουρδικής διοίκησης του Β. Ιράκ για τη στήριξη του σχεδίου έμεινε κι αυτή στα χαρτιά, λόγω της αντίδρασης των κυβερνήσεων του Ιράκ και της Τουρκίας.

Η Γερμανία με τη σειρά της δεν υπέγραψε τη σχετική συμφωνία με την τυπική αιτιολογία ότι δεν αποτελεί χώρα διέλευσης, όμως στο σχέδιο Ναμπούκο συμμετέχει ο ισχυρός γερμανικός όμιλος RWE. Η γερμανική κυβέρνηση αναπτύσσει αυτοτελείς πρωτοβουλίες ιδιαίτερα στο Τουρκμενιστάν και στο Ιράν14.

Στο Τουρκμενιστάν πέτυχε το 2009 την υπογραφή συμφωνίας για την πρόσβαση γερμανικών ομίλων στην εκμετάλλευση τοπικών κοιτασμάτων και σε κοινοπραξίες ανάπτυξης της μεταποιητικής βιομηχανίας.

Στο Ιράν εντείνει τη διπλωματική δραστηριότητα, προσφέροντας οικονομική συνεργασία και διευκολύνσεις στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, στο βαθμό που το τελευταίο διευκολύνει τα σχέδια του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν.

Ωστόσο, η ιρανική κυβέρνηση φαίνεται ότι προσανατολίζεται κυρίως στην αναβάθμιση της συνεργασίας με την Κίνα και γενικότερα την BRIC. Ηδη ο κινεζικός όμιλος πετρελαίου CNPC έχει διασφαλίσει προνομιακή σχέση εκμετάλλευσης στο μεγάλο νότιο κοίτασμα της χώρας. Επίσης, με πρόσχημα την αντιμετώπιση σεναρίου περιβαλλοντικής καταστροφής στην Κασπία, πραγματοποιήθηκε στις αρχές Αυγούστου του 2009 κοινή άσκηση του Πολεμικού Ναυτικού της Ρωσίας και του Ιράν. Η ρωσο-ιρανική ναυτική άσκηση αποτελεί βήμα συνεργασίας με ιδιαίτερη σημασία στη διαμόρφωση συμμαχιών για το μοίρασμα των ενεργειακών αποθεμάτων της Κασπίας. Τα γεγονότα μετά τις πρόσφατες εκλογές στο Ιράν αντανακλούν τη διαπάλη στο εσωτερικό της ιρανικής άρχουσας τάξης για το μελλοντικό προσανατολισμό των διεθνών συμμαχιών της.

Ταυτόχρονα η Ρωσία, που ήδη προωθεί το ανταγωνιστικό σχέδιο αγωγού South Stream (ο οποίος παρακάμπτει την Ουκρανία και έχει τελικό προορισμό την Ιταλία), σημείωσε δύο ακόμα επιτυχίες. Διασφάλισε το 50% της ιδιοκτησίας των εγκαταστάσεων αποθήκευσης αερίων στο Μπαουμγκάρτεν της Αυστρίας, δηλαδή τον έλεγχο του τερματικού σταθμού στον οποίο θα καταλήξει ο Nabuco αν υλοποιηθεί. Υπέγραψε επίσης, στις 6 Αυγούστου 2009, πρωτόκολλο συνεργασίας με την Τουρκία για κατασκευή μέρους του αγωγού South Stream στα τουρκικά χωρικά ύδατα στη Μαύρη Θάλασσα.

Η συγχρονισμένη εκδήλωση της κρίσης και οι συζητήσεις για τη διαχείρισή της σε διεθνές επίπεδο στη Σύνοδο των G-20 ανέδειξαν επίσης διαφορετικές προτεραιότητες μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. O γαλλογερμανικός άξονας δε συμφώνησε με τις ΗΠΑ στη χορήγηση ενός νέου μεγάλου πακέτου κρατικής στήριξης του χρηματοπιστωτικού τομέα και της βιομηχανικής παραγωγής. Ανέδειξε τον κίνδυνο διόγκωσης του δημοσίου χρέους και υπονόμευσης του ευρώ, το οποίο κατακτάει σταδιακή αναγνώριση ως διεθνές νόμισμα. Η Τσεχική Προεδρία της ΕΕ επισήμανε επίσης ότι τα κρατικά πακέτα για την ενίσχυση του ρυθμού καπιταλιστικής ανάπτυξης στις ΗΠΑ συνοδεύονται με νέα μέτρα προστατευτισμού με στόχο να ενισχυθεί η εγχώρια αμερικανική παραγωγή.

Ούτε όμως και στο ζήτημα των ρυθμίσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα επήλθε ουσιαστική συμφωνία με τις ΗΠΑ. Συμφωνήθηκε απλά η σύσταση ενός νέου Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για την παρακολούθηση των εξελίξεων, χωρίς εκχώρηση ουσιαστικών αρμοδιοτήτων για την αντιμετώπιση διασυνοριακών διαφόρων. Δεν υπήρξε επίσης συμφωνία σχετικά με τη διαχείριση ζημιογόνων χρηματοπιστωτικών παραγώγων.

Στο μόνο σοβαρό ζήτημα που υπήρξε μια καταρχήν ιμπεριαλιστική συμφωνία (με ασάφεια στους όρους υλοποίησής της) ήταν η ενίσχυση της χρηματοδότησης του ΔΝΤ κατά 500 δισ. δολάρια (40 δισ. από Κίνα, 50 δισ. από ΕΕ, 100 δισ. από Ιαπωνία και τα υπόλοιπα από ΗΠΑ). Ωστόσο δεν αποσαφηνίστηκε η ενίσχυση του ρόλου της BRIC και ιδιαίτερα της Κίνας στο μηχανισμό λήψης αποφάσεων (θα διερευνηθεί με χρονικό ορίζοντα το 2011). Οι πόροι του ΔΝΤ φτάνουν πλέον τα 750 δισ. δολάρια, με συμμετοχή της ΕΕ στα 75 δισ. ευρώ. Συμφωνήθηκε επίσης η χορήγηση 250 δισ. δολάρια για την αναζωογόνηση του εμπορίου.

Η έλλειψη ουσιαστικής συμφωνίας των G-20 αντανακλά την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων που σταδιακά δυναμώνει τον κίνδυνο αναζήτησης διεξόδου σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις σε μια συγκυρία που μεταβάλλεται ο συσχετισμός δύναμης ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΕΣΤΙΕΣ ΠΟΥ ΕΛΛΟΧΕΥΟΥΝ ΝΕΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΩΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Οι αναλυτές των ΗΠΑ «προβλέπουν» (στην ουσία προετοιμάζουν) ένα γεωγραφικό «τόξο αστάθειας» που εκτείνεται από την Υποσαχάρια και τη Βόρεια Αφρική μέχρι τη Νοτιοανατολική Ασία15. Σε αυτό το τόξο εκτιμούν αυξανόμενες πιθανότητες συγκρούσεων κυρίως στις περιοχές της Μέσης Ανατολής, του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας, χωρίς όμως να αποκλείουν και τα Βαλκάνια. Εστιάζουν στην εξάπλωση δυνατοτήτων πυρηνικού εξοπλισμού στο Ιράν και σε κράτη της Μέσης Ανατολής καθώς και στις αυξανόμενες ανάγκες ενεργειακής κατανάλωσης που μπορούν να οδηγήσουν σε πολεμικές συγκρούσεις για τον έλεγχο ενεργειακών αποθεμάτων.

Τα σενάρια κρίσης που εστιάζουν, αποκαλύπτουν τις πραγματικές τους προθέσεις για εδραίωση της θέσης των ΗΠΑ στην Ευρασία απέναντι στον άξονα Κίνας - Ρωσίας, ο οποίος ισχυροποιείται σταδιακά μέσω του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης και της BRIC. Μέσα από ένα πλήθος προβλέψεων, τρία από τα «αμερικανικά σενάρια» παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προϊδεάζουν για τις μεθοδεύσεις τους:

Η μελλοντική σύγκρουση Ινδίας - Κίνας για τον έλεγχο ενεργειακών πηγών και αποθεμάτων λόγω των αυξανόμενων αναγκών τους.

Η αδυναμία μεσοπρόθεσμης πάταξης της «ισλαμικής τρομοκρατίας των Ταλιμπάν» από τις αδύναμες κυβερνήσεις του Αφγανιστάν και του Πακιστάν.

Η εμφύλια σύρραξη Σουνιτών - Σιιτών - Κούρδων στο Ιράκ, που θα επιδράσει αποσταθεροποιητικά στο Ιράν, στην Τουρκία, στη Συρία.

Εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι τα συγκεκριμένα σενάρια συμβαδίζουν και στηρίζονται από σχετικές πολιτικές και στρατιωτικές ενέργειες των ΗΠΑ. Η επέκταση της ιμπεριαλιστικής επέμβασης προς το νοτιοδυτικό Αφγανιστάν και η πίεση του ΝΑΤΟ προς την κυβέρνηση του Πακιστάν για κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην κοιλάδα Σουάτ και την επαρχία Βαζιριστάν αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι πρόσφατες βομβιστικές επιθέσεις «τρομοκρατών» στη Βομβάη, με στόχο να διακοπεί κάθε προσέγγιση μεταξύ Ινδίας-Πακιστάν συμπληρώνουν την εικόνα. Προχωράει λοιπόν η σταδιακή υλοποίηση παλαιότερων σχεδίων για την περιοχή που περιλαμβάνουν υποδαύλιση και αξιοποίηση αντιθέσεων μεταξύ Ινδίας - Πακιστάν και Ιράν - Πακιστάν, ματαίωση υλοποίησης του αγωγού ενεργειακής σύνδεσης Ιράν - Πακιστάν - Ινδίας, ακόμα και αλλαγή των συνόρων (π.χ. το παλαιότερο αμερικανικό σχέδιο για τη δημιουργία του κρατιδίου του Μπαλουχιστάν από τμήματα εδαφών του Ιράν, του Αφγανιστάν και του Πακιστάν).

Σ’ αυτό το πλαίσιο οι ΗΠΑ προωθούν εναλλακτικό σχέδιο ενεργειακής σύνδεσης Τουρκμενιστάν - Αφγανιστάν - Πακιστάν - Ινδίας, οικοδομούν μεγάλη στρατιωτική βάση στο Νότιο Αφγανιστάν και υποδαυλίζουν φυλετικές αντιπαραθέσεις με στόχο την αποσταθεροποίηση και αυτονόμηση στην πράξη της περιοχής του Μπαλουχιστάν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο νέος ΓΓ του ΝΑΤΟ, Α.Φ. Ρασμούσεν, ανέδειξε σαν προτεραιότητα το Αφγανιστάν με την ανάληψη των καθηκόντων του στις αρχές Αυγούστου 2009. Ωστόσο οι κυβερνήσεις των κρατών της περιοχής διαφοροποιούνται από τους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ. Ενδεικτικά αναφέρουμε την προκαταρκτική ενεργειακή συμφωνία για τη δημιουργία του αγωγού Ιράν - Πακιστάν το Μάη του 2009 (με ρωσική στήριξη), καθώς και την έναρξη διαλόγου Ινδίας - Πακιστάν τον Ιούλη του 2009.

Η στρατιωτική σύγκρουση στην ευρύτερη περιοχή Αφγανιστάν - Πακιστάν αποτελεί μόνο ένα κρίκο στην αλυσίδα των πρόσφατων ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων από το καλοκαίρι του 2008 ως σήμερα. Αρκεί να θυμηθούμε τα γεγονότα στη Γεωργία, που οδήγησαν στην αυτονομία της Αμπχαζίας και της Ν. Οσετίας μετά τη σχετική ρωσική στρατιωτική επιχείρηση, την ισραηλινή επέμβαση στη λωρίδα της Γάζας, το επεισόδιο μεταξύ κινεζικού και αμερικανικού πολεμικού ναυτικού στη θάλασσα της Νότιας Κίνας το Μάρτη του 200916, τη διαφαινόμενη ανάφλεξη στο Β. Ιράκ για τον έλεγχο του ενεργειακού πλούτου της περιοχής και γενικότερα τη δρομολόγηση σχεδίων διάσπασης του Ιράκ.

Αντίστοιχα στοιχεία όξυνσης εμφανίζονται και στη Λατινική Αμερική, μετά τη στρατιωτική συμφωνία ΗΠΑ - Κολομβίας, το πραξικόπημα στην Ονδούρα και τις συμφωνίες συνεργασίας Βενεζουέλας - Ρωσίας. Η ανάλυσή τους υπερβαίνει τα περιορισμένα όρια του παρόντος άρθρου.

Στην αναζωπύρωση της έντασης και της αποσταθεροποίησης αυτών των περιοχών συμβάλλουν όλα τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη και όχι μόνο οι ΗΠΑ. Η Γερμανία, για παράδειγμα, παίζει ενεργό ρόλο στις εξαγωγές στρατιωτικού εξοπλισμού και στην οικονομική ενίσχυση των κυβερνήσεων του Πακιστάν και του Αφγανιστάν για την υλοποίηση των σχεδίων του ΝΑΤΟ. Εχει ήδη αναπτύξει στρατιωτική δράση στη βόρεια επαρχία Κουντούζ του Αφγανιστάν, που αποτελεί τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση της Γερμανίας εκτός συνόρων μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αντίστοιχα όμως και οι κυβερνήσεις ασθενέστερων κρατών, προσπαθώντας να διαχειριστούν τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για να αναβαθμίσουν τη θέση τους, συμβάλλουν αντικειμενικά στην όξυνση των αντιθέσεων και στην αποσταθεροποίηση. Η στάση ορισμένων πρώην σοβιετικών δημοκρατιών αποτελεί το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα. Αρκετές από αυτές αναθεωρούν γρήγορα συμφωνίες και υποσχέσεις τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με τη Ρωσία, π.χ. η απόφαση της Κιργιζίας το Φλεβάρη του 2009 να κλείσει την αμερικανική βάση που στηρίζει τη δράση του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν και η ανακοίνωση νέας συμφωνίας διατήρησης της βάσης (με τριπλάσιο ενοίκιο) τρεις μήνες αργότερα!

Γενικότερα δεν πρέπει να ξεχνάμε το ιστορικό δίδαγμα, ότι στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού κάθε σοβαρή αλλαγή στον έλεγχο και στο μοίρασμα των αγορών σπανίως γίνεται αναίμακτα.

Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνει και η νέα ανοδική τάση των παγκόσμιων δαπανών για στρατιωτικούς εξοπλισμούς κατά 45% την τελευταία δεκαετία. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ερευνητικού Ινστιτούτου για τη Διεθνή Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI), το 2008 καταγράφεται αύξηση 4% σε παγκόσμιο επίπεδο σε σχέση με το 200717. Η έκθεση επιβεβαιώνει ότι, σε αντίθεση με τους περισσότερους τομείς και κλάδους της βιομηχανίας, η πολεμική βιομηχανία παρουσιάζει αύξηση του ρυθμού παραγωγής και του όγκου των πωλήσεων. Στην πρώτη θέση βρίσκονται οι ΗΠΑ με αύξηση στρατιωτικών δαπανών 9,7% μέσα στο 2008. Στις δαπάνες των ΗΠΑ αντιστοιχεί το 58% της συνολικής αύξησης δαπανών την τελευταία δεκαετία. Στη δεύτερη θέση περνά για πρώτη φορά η Κίνα με ετήσια αύξηση 11%, η οποία ξεπέρασε τη Γαλλία που βρίσκεται στην τρίτη θέση. Ακολουθούν η Βρετανία, η Ρωσία και η Γερμανία. Αξιοσημείωτη για το 2008 είναι και η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών της Ινδίας κατά 7%.

Η συγκεκριμένη τάση αντανακλά επίσης την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Υπογραμμίζει επίσης τη σημασία που έχουν οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι για την αστική τάξη στη διαχείριση της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου.

Αρκεί να σκεφτούμε το μεγάλο εύρος της οικονομικής δραστηριότητας που αφορά την προετοιμασία και τη στήριξη ιμπεριαλιστικών στρατιωτικών επεμβάσεων, την αποκατάσταση κατεστραμμένων υποδομών μετά από στρατιωτικές συγκρούσεις, το ξαναμοίρασμα των σχετικών αγορών, την αύξηση του δανεισμού των κρατών για να καλυφθούν οι αυξημένες πολεμικές δαπάνες ή η μεταπολεμική ανόρθωση της παραγωγής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις πραγματοποιούν προσαρμογές στο σχεδίασμα των μελλοντικών στρατιωτικών δαπανών που λαμβάνουν υπόψη και το σκέλος της επίδρασης στη διαχείριση της κρίσης. Ετσι οι ΗΠΑ προχώρησαν σε αναθεώρηση του προϋπολογισμού του Πενταγώνου τον Απρίλη του 2009 με περικοπή δαπανών για συμβατικά οπλικά συστήματα (άρματα μάχης, αεροπλανοφόρα κλπ.) και σημαντική αύξηση των δαπανών σε σύγχρονα συστήματα που αξιοποιούν την τεχνολογία αιχμής για την αντιμετώπιση ανταρτοπόλεμων μεγάλης διάρκειας (π.χ. μη επανδρωμένα αεροσκάφη συλλογής πληροφοριών, ανθεκτικά σε νάρκες οχήματα μεταφοράς). Η αναδιάρθρωση των στρατιωτικών δαπανών στις ΗΠΑ, που δεν έχει ολοκληρωθεί, εστιάζει στην αντιμετώπιση των νέων δυνατοτήτων της Κίνας στην αξιοποίηση διαστημικής τεχνολογίας για στρατιωτικούς σκοπούς και στην αντιμετώπιση οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς (γενικότερα οι λεγόμενες «ασύμμετρες απειλές»). Οι νέες κατευθύνσεις των στρατιωτικών δαπανών δίνουν ώθηση στη βιομηχανική παραγωγή αρκετών κλάδων και στην επιστημονική έρευνα (π.χ. αεροναυπηγική, τηλεπικοινωνίες, πληροφορική, ρομποτική). Παράλληλα μετά το 2007 έχουν αυξηθεί οι ασκήσεις του ΝΑΤΟ και των σχημάτων συνεργασίας του (π.χ. GUAM) στον ασιατικό χώρο της πρώην ΕΣΣΔ.

Το Μάη του 2009 η Ρωσία προχώρησε σε αναθεώρηση του εθνικού στρατηγικού της δόγματος, δίνοντας έμφαση στην αυξανόμενη πιθανότητα στρατιωτικής σύγκρουσης για τον έλεγχο ενεργειακών αποθεμάτων στην ευρύτερη περιοχή της (Κεντρική Ασία - Κασπία, Θάλασσα του Μπάρεντς, Αρκτική κλπ.). Προαναγγέλλει εκτενή ανανέωση και εκσυγχρονισμό των οπλικών συστημάτων της με νέες δαπάνες 140 δισ. δολαρίων ως το 2011, που περιλαμβάνουν ανάπτυξη νέων βαλλιστικών πυραύλων πολλαπλών πυρηνικών κεφαλών. Στο πλαίσιο της νέας Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας ως το 2020 ενισχύεται ο Οργανισμός Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO) στην Κεντρική Ασία και προβλέπεται η ανάπτυξη κοινής στρατιωτικής δύναμης των μελών του που ξεπερνά τους 12.000 άνδρες. Εκτός της Ρωσίας στον Οργανισμό συμμετέχουν το Καζακστάν, το Τατζικιστάν, το Ουζμπεκιστάν, η Κιργιζία, η Λευκορωσία και η Αρμενία.

Παράλληλα η Ρωσία πραγματοποίησε κοινά στρατιωτικά γυμνάσια με την Κίνα τον Ιούλη του 2009. Το τελευταίο διάστημα η ηγεσία της Ρωσίας δίνει βάρος στην αλλαγή του συσχετισμού στο εσωτερικό της Ουκρανίας, μιας χώρας με στρατηγική σημασία για τον γεωπολιτικό έλεγχο της ευρύτερης περιοχής και τη μεταφορά της ενέργειας προς την Ευρώπη. Γι’ αυτό η Ρωσία ανέβασε τους τόνους απέναντι στην ηγεσία της Ουκρανίας, με αφορμή την απέλαση Ρώσου διπλωμάτη από το Κίεβο και αρνήθηκε να στείλει νέο πρεσβευτή στην Ουκρανία. Το σκηνικό συμπλήρωσαν βομβιστικές επιθέσεις «αυτονομιστών» στην Ινγκουσετία, στο ρωσικό Β. Καύκασο, τις οποίες ο πρόεδρος της περιφέρειας συνέδεσε ευθέως με τα συμφέροντα των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην περιοχή.

Αλλά και η ΕΕ εντείνει τις προσπάθειές της με στρατιωτικές, διπλωματικές και αστυνομικές αποστολές στη Γεωργία, στην Ουκρανία, στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, στο Κοσσυφοπέδιο, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στα Παλαιστινιακά εδάφη, στη Σομαλία, στη ΛΔ Κονγκό, στη Γουινέα Μπισάου. Από το 2008 προωθεί Σχέδιο Ανάπτυξης των Στρατιωτικών Δυνατοτήτων του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Αμυνας (ΕΟΑ). Ο συγκεκριμένος σχεδιασμός συνδέεται και υποστηρίζεται από επενδυτικά προγράμματα προώθησης της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Αμυντική Ερευνα και Τεχνολογία και εκσυγχρονισμού της παραγωγής στρατιωτικού εξοπλισμού18.

Φυσικά οι σχέσεις ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων είναι αντιφατικές, καθώς αναπτύσσονται παράλληλα ισχυρές αλληλεξαρτήσεις. Για παράδειγμα η Κίνα δε θα μπορούσε να διασφαλίσει τον υψηλό ρυθμό ανάπτυξης της τελευταίας δεκαετίας χωρίς την εξαγωγή εμπορευμάτων προς τις ΗΠΑ και την ΕΕ, καθώς και τη σχετική εισροή και εκροή κεφαλαίου. Το μεγάλο ύψος της εγχώριας κατανάλωσης στις ΗΠΑ (69,9% του ΑΕΠ) σε σχέση με το 38% του ΑΕΠ στην Κίνα και το 58% στη Γερμανία αναδεικνύει τη σημασία που είχε η αμερικανική αγορά σαν διέξοδος για την εξαγωγή εμπορευμάτων και υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων την τελευταία δεκαπενταετία.

Απ’ την άλλη η Κίνα αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο πιστωτή των ΗΠΑ. Μάλιστα, ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης, Γουάνγκ Κισάν, εξέφρασε στη διάρκεια της κρίσης ανησυχία για την ασφάλεια των κινεζικών επενδύσεων σε αμερικανικά κρατικά χρεόγραφα. Αφορμή στάθηκαν οι δηλώσεις του υπεύθυνου του προγράμματος ενίσχυσης προβληματικών επιχειρήσεων (TARP), Νιλ Μπαρόφσκι, που δήλωσε ότι το συνολικό κόστος των πακέτων κρατικής στήριξης των αμερικάνικων επιχειρήσεων για τη διαχείριση της κρίσης θα φτάσει τα 23,7 τρισ. δολάρια, όταν το ΑΕΠ των ΗΠΑ μόλις και ξεπερνά τα 14 τρισ. δολάρια. Ταυτόχρονα, ο πρωθυπουργός της Κίνας, Γουέν Τζιαμπάο, επιβεβαίωσε την κρατική στήριξη19 για επέκταση των επενδύσεων κινεζικών ομίλων (Petrochina, China Telecom, China Development Bank κλπ.) στο εξωτερικό, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής αξιοποίησης μέρους των συναλλαγματικών αποθεμάτων της Κίνας και σταδιακής απεξάρτησής της από το δολάριο σαν αποθεματικό νόμισμα.

Κάτω από την αλληλεπίδραση των αλληλεξαρτήσεων και μπροστά στη δυναμική της Κίνας και της Ρωσίας, οι ΗΠΑ και η ΕΕ συμπορεύονται σε ορισμένα κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα, π.χ. στη ΛΔ Κορέας, στο Ιράν, στο Παλαιστινιακό. Επίσης, αναζητούν προσωρινούς συμβιβασμούς σε θέματα ανταγωνισμού στο οικονομικό επίπεδο, π.χ. οι συζητήσεις στο πλαίσιο του Διαντλαντικού Οικονομικού Συμβουλίου για τις εισαγωγές αμερικανικών βόειων κρεάτων, μεταλλαγμένου ρυζιού, χημικών προϊόντων στην ΕΕ20.

Αντίστοιχη κινητικότητα, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα συνεργασίας, καταγράφεται και στις σχέσεις ΗΠΑ - Ρωσίας. Οι ΗΠΑ, λαμβάνοντας υπόψη την αλλαγή του συσχετισμού, προσπαθούν να ματαιώσουν τη συγκρότηση ενός ισχυρού αντιπάλου συμμαχικού ιμπεριαλιστικού πόλου. Η Ρωσία θέλει να σηματοδοτήσει την επανάκαμψή της ως αξιόλογη δύναμη στις διεθνείς διαπραγματεύσεις. Ετσι, παρότι τα ουσιώδη γεωστρατηγικά συμφέροντα ΗΠΑ - Ρωσίας αποκλίνουν, στη συνάντηση κορυφής Μπους - Μεντβέντεφ έγινε προσπάθεια να καταλήξουν σε κάποιες ελάχιστες δεσμευτικές συμφωνίες και να δοθεί εικόνα βελτίωσης του διμερούς κλίματος.

Παρουσιάστηκαν λοιπόν σαν επιτυχίες η καταρχήν συμφωνία μείωσης του αριθμού των πυρηνικών κεφαλών και η διασφάλιση ρωσικού αεροδιαδρόμου για μεταφορά δυνάμεων του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν. Ανακοινώθηκαν επίσης οι αποφάσεις ορισμένων αμερικανικών ομίλων (John Deere - αγροτικά μηχανήματα, Boeing - αεροναυπηγική, Pepsi - τρόφιμα και ποτά) για σημαντικές επενδύσεις στη Ρωσία. Από την άλλη επιβεβαιώθηκε η διάσταση συμφερόντων και στόχων στα μεγάλα θέματα της εγκατάστασης συστήματος αντιβαλλιστικής προστασίας στις Πολωνία - Τσεχία, της στάσης απέναντι στο Ιράν και στα ζητήματα της Μέσης Ανατολής, της ανακήρυξης της αυτονομίας της Ν. Οσετίας και της Αμπχαζίας, της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή (την Ουκρανία, τη Γεωργία, την Κεντρική Ασία). Συμφωνήθηκε η σύσταση μικτών επιτροπών για τη διερεύνηση θεμάτων ενέργειας, «τρομοκρατίας», διακίνησης ναρκωτικών.

Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ BRIC ΣΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Ο όρος BRIC ως ακρωνύμιο, αναφέρεται στα αρχικά γράμματα των χωρών με υψηλούς ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης: Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα. Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 2001 από τo διεθνή επενδυτικό οίκο Goldman-Sachs. Σε έκθεσή του το 2003 υποστήριζε ότι με βάση τους ρυθμούς ανάπτυξής τους, συνδυασμένες οι οικονομίες των χωρών αυτών σύντομα θα ξεπερνούσαν το συνολικό μερίδιο των αναπτυγμένων οικονομιών στο παγκόσμιο εγχώριο προϊόν. Εκτοτε έχουν ακολουθήσει και άλλες μελέτες που ενισχύουν την παραπάνω πρόβλεψη και τοποθετούν συνεχώς πλησιέστερα το χρονικό σημείο ολοκλήρωσης των ανακατατάξεων21.

Ορισμένα ενδεικτικά στοιχεία για τη θέση της ομάδας BRIC στη διεθνή αγορά: καταλαμβάνουν πάνω από το 25% των παγκόσμιων εδαφών, συγκεντρώνουν το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού και όπως φαίνεται από τους σχετικούς πίνακες παράγουν το 22,32% (έτος αναφοράς 2008) του Παγκόσμιου ΑΕΠ (βάσει ισοτιμιών αγοραστικών δυνάμεων). Ταυτόχρονα έχουν να επιδείξουν ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Για την εξαετία 2002-2007, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης για καθεμία ήταν: Κίνα 10,7%, Ινδία 8%, Ρωσία 6,9% και Βραζιλία 3,7%.

Ορισμένοι δείκτες που αναδεικνύουν μια τάση μετατόπισης της ροής κεφαλαίων και ταχείας ανάπτυξης της παραγωγής στις χώρες της BRIC είναι αυτοί των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) και του Εμπορίου. Από τα στοιχεία αναδεικνύεται η σαφής ενίσχυση των εκροών ΑΞΕ ιδιαίτερα από Κίνα, Ρωσία, Ινδία προς το εξωτερικό. Βέβαια αυτές παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα ως προς την αναλογία τους στις συνολικές παγκόσμιες εκροές ΑΞΕ, όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ των χωρών αυτών (μόνο η Ρωσία κινείται κοντά στον παγκόσμιο μέσο όρο ποσοστού εκροών ΑΞΕ ως προς το ΑΕΠ). Το γεγονός αυτό τις καθιστά πλέον εξαγωγείς κεφαλαίου. Στις εισροές ΑΞΕ από το εξωτερικό παρατηρείται σημαντική ενίσχυσή τους, ιδιαίτερα προς Ρωσία και Ινδία, ενώ προς την Κίνα παρατηρείται κάποια σχετική κάμψη, παρόλο που παραμένει υψηλότερη η αναλογία τους ως προς το σύνολο των παγκόσμιων εισροών ΑΞΕ.

Οι προβλέψεις του Απρίλη 2009, του ΔΝΤ εκτιμούν ότι οι χώρες αυτές θα επηρεαστούν λιγότερο από την κρίση. Πιο ευάλωτες είναι η Ρωσία (πρόβλεψη για συρρίκνωση κατά 6% για το 2009 από αύξηση 5,6% το 2008) και η Βραζιλία δευτερευόντως (συρρίκνωση κατά 1,3% για το 2009 από αύξηση 5,1% το 2008) με τάση γρήγορης ανάκαμψης. Κίνα και Ινδία προβλέπεται να κινηθούν απλά με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης (6,5% και 4,5% αντίστοιχα). Ωστόσο η ερμηνεία για την κάμψη στη Ρωσία βασίζεται στην επισφαλή πρόβλεψη για μεγάλη πτώση τιμών των υδρογονανθράκων. Αντίστοιχα Κίνα και Ινδία επηρεάζονται από τη μειωμένη ζήτηση εμπορευμάτων, ενώ η Ινδία ιδιαίτερα από την πτώση της δραστηριότητας σε κλάδους όπως η πληροφορική. Παρόλα αυτά εντοπίζονται στοιχεία στις οικονομίες αυτών των χωρών που δύνανται να επιδράσουν σημαντικά ενάντια στην ανάσχεση και προσωρινή διακοπή της καπιταλιστικής ανάπτυξης που φέρνει η οικονομική κρίση: Το ευρύ πλεόνασμα στο εμπορικό τους ισοζύγιο, τα υψηλά τους αποθέματα σε ξένο συνάλλαγμα.

Ανάλογες είναι οι προβλέψεις της Εαρινής Εκθεσης της ΚΟΜΙΣΙΟΝ (Μάης 2009), που αναγορεύουν την Κίνα σε ατμομηχανή της παγκόσμιας ανάπτυξης και εν μέσω κρίσης, ενώ εκτιμούν ότι το πακέτο κρατικής παρέμβασης, αν και περιορισμένο, ήδη αποδίδει τα πρώτα αποτελέσματα. Για τη Ρωσία εκτιμούν ότι παρά τη σοβαρή κάμψη έχει περιθώρια άσκησης κρατικής παρέμβασης (το δημόσιο χρέος στο επίπεδο του 5,1%), με το κρατικό πακέτο να αντικαθιστά πλήρως τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια που αποσύρθηκαν. Η εκτίμηση της Κομισιόν για την Κίνα συμπίπτει με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κίνας, η οποία ανακοίνωσε ρυθμό ανάπτυξης 7,9%, για το δεύτερο τρίμηνο του 2009, αναπροσαρμόζοντας προς τα πάνω τις προβλέψεις της.

Την περίοδο της κρίσης έγιναν σημαντικά βήματα για την ενίσχυση της πολιτικής συνεργασίας των BRIC. Η πρώτη ανεξάρτητη σύνοδος της ομάδας έλαβε χώρα με τη μορφή της συνάντησης Υπουργών Εξωτερικών στις 16 Μάη 2008, στο Αικατερίνεμπουργκ της Ρωσίας. Μέχρι τότε υπήρχαν μόνο συναντήσεις στο περιθώριο εργασιών του ΟΗΕ ή συναντήσεις εμπορικής ή πολιτικής συνεργασίας σε διμερές κυρίως επίπεδο.

Το Μάρτη του 2009, μπροστά στη σύνοδο των G20, μετά από συνάντηση των υπουργών Οικονομίας των χωρών τους, οι BRIC εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν22, το οποίο σηματοδοτούσε την αυξανόμενη προσπάθειά τους για παρέμβαση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με κύρια αιτήματα:

Την κρατική παρέμβαση και έλεγχο με κατάλληλη ρύθμιση και εποπτεία των οικονομικών ιδρυμάτων που έχουν ειδικό βάρος (συστημική σημασία) και ιδιαίτερα των παραγώγων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου και των ιδιωτικών «σκιωδών» κεφαλαίων .

Την αποφυγή κάθε είδους προστατευτισμού, ως απειλή για την παγκόσμια οικονομία.

Την ενίσχυση των αναπτυσσόμενων οικονομιών με αύξηση των πόρων του ΔΝΤ, πέρα από την προσωρινή δανειοληψία με γενική επανεξέταση των ποσοστώσεων μέχρι το Γενάρη του 2011, νέου μοντέλου εισφορών και πώληση μέρους του αποθεματικού του ΔΝΤ σε χρυσό.

Την επανεξέταση των αποθεματικών νομισμάτων και επανακατανομή του SDR (νομισματικό ισοδύναμο του ΔΝΤ). Νέο ρόλο του ΔΝΤ με αλλαγή εκπροσώπησης στη διοίκησή του, που να αντανακλά την πραγματική οικονομική βαρύτητα των χωρών που συμμετέχουν. Ανάλογα για την εκπροσώπησή τους στη διοίκηση της Παγκόσμιας Τράπεζας, αλλά και την ενίσχυση της δανειοδότησης με χαλάρωση των δανειοληπτικών ορίων για τις αδύναμες χώρες

Η Σύνοδος των G20 δεν υιοθέτησε τη θέση τους για τα αποθεματικά νομίσματα και την αλλαγή στη διοίκηση του ΔΝΤ, ενώ πήραν υποσχέσεις για τα υπόλοιπα.

Οι τελευταίες εξελίξεις σηματοδοτούνται από την 1η Σύνοδο Κορυφής των BRIC, στις 16 Ιούνη 2009, στο Αικατερίνεμπουργκ της Ρωσίας, η οποία ακολούθησε τη λήξη της 9ης Συνόδου του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (Ρωσία, Κίνα, Καζαχστάν, Κιργιζία, Τατζικιστάν, Ουζμπεκιστάν, με παρατηρητές Ιράν, Ινδία, Μογγολία, Πακιστάν και ως προσκεκλημένο τον Αφγανό πρόεδρο). Στον απόηχο των συνόδων ιδιαίτερη σημασία είχαν οι διμερείς συνομιλίες κορυφής Ρωσίας-Κίνας σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Ολες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι στην πράξη οι BRIC πιέζουν για συνολική αναθεώρηση του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος, την θεσμική πλέον κατοχύρωση της ενισχυμένης θέσης τους στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Η πίεση αφορά και την αμφισβήτηση του αμερικανικού δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Πολλαπλασιάζονται οι τοποθετήσεις Κεντρικών Τραπεζών, κρατικών παραγόντων και αρχηγών κρατών των BRIC που ζητούν την υιοθέτηση νέων αποθεματικών νομισμάτων ή την καθιέρωση νέου υπερεθνικού νομίσματος (με τη μορφή καλαθιού νομισμάτων) για τις συναλλαγές. Εδώ είναι χρήσιμο να αναφερθούν αριθμητικά στοιχεία που απεικονίζουν την παρούσα κατάσταση: Σύμφωνα με το ΔΝΤ το ποσοστό των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων σε δολάρια ΗΠΑ ήταν 65% κατά το 1ο τρίμηνο του 2009 (έναντι 73% το 2001). Το 51% των αμερικανικών κρατικών ομολόγων βρίσκεται εκτός ΗΠΑ (το 2000 βρισκόταν το 35%). Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος κάτοχος κρατικών ομολόγων ΗΠΑ με 768 δισ. δολάρια τον περασμένο Μάρτη (έναντι 60 δισ. το 2000) στο συνολικό της απόθεμα ξένου συναλλάγματος αξίας 2,13 τρισ. δολαρίων (στα τέλη Ιούνη, ενισχυμένο κατά 178 δισ. δολάρια στο 2ο τρίμηνο του 2009). Οι BRIC ως σύνολο κατέχουν το 42% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων. Την ίδια ώρα πληθαίνουν οι πληροφορίες στο διεθνή τύπο περί αναδιάρθρωσης των συναλλαγματικών αποθεμάτων των χωρών αυτών, γεγονός που κατά τη διάρκεια των Συνόδων άσκησε έντονες πιέσεις στο δολάριο ΗΠΑ.

Επιπλέον Κίνα και Ρωσία συμφώνησαν ήδη στη χρήση των νομισμάτων τους στις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές. Η συμφωνία αυτή θεωρείται σοβαρό πλήγμα για το δολάριο, καθώς το σύνολο των ενεργειακών συμφωνιών που υπέγραψαν φτάνουν τα 100 δισ. δολάρια και μόνο για το πρώτο τρίμηνο του 2009 οι εμπορικές τους συναλλαγές έφτασαν τα 10,7 δισ. δολάρια, ενώ στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι σχέσεις μεταξύ Κίνας και Βραζιλίας. Στο πρώτο τρίμηνο του 2009 η Κίνα έγινε ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας, ξεπερνώντας τη Γερμανία που ακολουθεί, ενώ στα πλαίσια της συνόδου της ΟΣΣ χορήγησε δάνειο 10 δισ. δολάρια προς χώρες της ΟΣΣ.

Βέβαια η κατάσταση χαρακτηρίζεται από αντιφατικές τάσεις καθώς την ίδια στιγμή οι BRIC προβληματίζονται από μια ανατίμηση των εθνικών τους νομισμάτων έναντι του δολαρίου ΗΠΑ, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θίγει άμεσα την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών τους, ενώ η Κίνα είναι περισσότερο εκτεθειμένη λόγω του ύψους των αποθεματικών της σε δολάριο.

Παράλληλα αυξάνεται συνεχώς η διεθνής οικονομική τους παρέμβαση. Το ΔΝΤ προχώρησε για πρώτη φορά στην ιστορία του σε έκδοση ομολογιακού δανείου ύψους 150 δισ. δολαρίων, στο οποίο συμμετείχαν η Κίνα με 50 δισ. δολάρια και Ρωσία - Βραζιλία με 10 δισ. δολάρια καθεμία, κίνηση που ενισχύει τη διεθνή τους παρουσία και το κοινό αίτημά τους για συνολική αναθεώρηση των ποσοστών συμμετοχής τους στο ΔΝΤ ώστε να έχουν ενισχυμένο δικαίωμα ψήφου στη λήψη αποφάσεων.

Στο τελικό ανακοινωθέν της Συνόδου γίνεται εκτεταμένη αναφορά στον κεντρικό ρόλο του G20 στην αντιμετώπιση της καπιταλιστικής κρίσης. Επισημαίνουν τον κεντρικό ρόλο του ΟΗΕ στην «ειρηνική επίλυση» διεθνών διαφορών και στην αντιμετώπιση της «τρομοκρατίας». Ζητούν τη «μεταρρύθμιση» του ΟΗΕ και διατυπώνουν το αίτημα για ενεργότερο ρόλο Ινδίας - Βραζιλίας, των δυο χωρών BRIC που δε συμμετέχουν ως μόνιμα μέλη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η βαρύτητα που δίνουν στο ρόλο του G20 πρέπει να συνεκτιμηθεί με την τοποθέτηση της γερμανίδας πρωθυπουργού λίγες μέρες αργότερα ότι «το G8 δεν είναι πλέον αρκετό», ενόψει της Συνόδου του G8 τον Ιούλη στην Ιταλία. Επίσης δεσμεύτηκαν υπέρ της ασφάλειας των ενεργειακών πηγών και δρόμων, της κοινής ανάπτυξης της βασικής έρευνας και των νέων τεχνολογιών και έκαναν έκκληση για την ελάττωση του προστατευτισμού.

Φυσικά οι BRIC δεν αποτελούν ακόμα μία σχετικά σταθερή ιμπεριαλιστική συμμαχία, ούτε έχουν διαμορφώσει μία πραγματικά ελεύθερη ζώνη εμπορίου. Στο εσωτερικό τους εξακολουθούν να εκδηλώνονται σημαντικές αντιθέσεις (π.χ. για τις αποφάσεις απελευθέρωσης του εμπορίου). Ωστόσο η δυναμική της συμμαχίας που αποτυπώθηκε την περίοδο της κρίσης αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την πορεία των μελλοντικών εξελίξεων.

Η ΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΕ

Το Νοέμβρη του 2008 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το «Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την Ανάκαμψη της Οικονομίας»23 με διακηρυγμένους στρατηγικούς στόχους:

Την προετοιμασία της ΕΕ για να βρεθεί σε πλεονεκτική θέση στον ανταγωνισμό με τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις όταν ξεπεραστεί η κρίση, σύμφωνα με τους στόχους της Στρατηγικής της Λισσαβόνας.

Την ενίσχυση της ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό τομέα μέσα στα πλαίσια του Συμφώνου Σταθερότητας, με δημοσιονομικά κίνητρα σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Την επιτάχυνση της μετάβασης προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα - «πράσινη οικονομία». Την ενθάρρυνση επενδύσεων νέων τεχνολογιών σε αυτή την κατεύθυνση καθώς και μέτρα μείωσης της ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ. Την ενίσχυση των μονοπωλίων σε δυναμικούς τομείς της οικονομίας (π.χ. ευρυζωνικές υπηρεσίες).

Τον περιορισμό των συνεπειών στους «πλέον ευάλωτους», δηλαδή στις κοινωνικές ομάδες ακραίας φτώχειας.

Την επέκταση της ευελιξίας - «ευελφάλειας» στις εργασιακές σχέσεις.

Σαν άμεσο δημοσιονομικό μέτρο προβλέφθηκε ένα πακέτο ύψους 200 δισ. ευρώ (1,5% του ΑΕΠ της ΕΕ), εκ των οποίων τα 30 δισ. (0,3% του ΑΕΠ της ΕΕ) θα ήταν άμεση κοινοτική χρηματοδότηση και τα υπόλοιπα θα διασφαλίζονταν από αύξηση του προϋπολογισμού των κρατών-μελών. Παράλληλα δρομολογήθηκε η επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων που προβλέπει η Στρατηγική της Λισσαβόνας. Αποφασίστηκε να διατεθούν 5 δισ. ευρώ από την άμεση κοινοτική χρηματοδότηση για τη στήριξη διευρωπαϊκών έργων στην ενέργεια, στο διαδίκτυο υψηλής ταχύτητας, στο δίκτυο μεταφορών.

Συμφωνήθηκε ότι τα βραχυπρόθεσμα δημοσιονομικά μέτρα δεν θα πρέπει να υπονομεύουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, σύμφωνα με τα όρια του Συμφώνου Σταθερότητας.

Η πορεία υλοποίησης του Σχεδίου εξετάστηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το Μάρτη 200924, όπου το δημοσιονομικό πακέτο ενίσχυσης είχε ήδη ξεπεράσει τα 400 δισ. ευρώ (περί το 3,3% του ΑΕΠ της ΕΕ). Στο Συμβούλιο επιβεβαιώθηκε σαν βασική κατεύθυνση η προώθηση της ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις στο όνομα της διατήρησης του επιπέδου απασχόλησης στη διάρκεια της κρίσης.

Παράλληλα, τα μέτρα ενίσχυσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος ανήλθαν στο 25% του ΑΕΠ στο σύνολο της ΕΕ. Ομως το μεγαλύτερο μέρος αυτής της στήριξης (19% του ΑΕΠ) είναι κρατικές εγγυήσεις για άντληση κεφαλαίων εκ μέρους των τραπεζών. Δρομολογήθηκαν επίσης ρυθμίσεις αναβάθμισης της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα που προωθούν την ενοποίηση της σχετικής ευρωενωσιακής αγοράς.

Ακολούθησε η Σύνοδος Κορυφής στις 18-19 Ιούνη 2009, στην οποία δόθηκε έμφαση στο συντονισμό των επιμέρους πολιτικών και μέτρων με στόχο να «αυξηθεί η ικανότητα των επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στις αλλαγές κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης» και προετοιμασίας για τη φάση ανάκαμψης.

Εχοντας σαν στόχο την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης και τη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης, η ΕΕ προωθεί συντονισμένα μέτρα που αφορούν την επέκταση των ευέλικτων μορφών εργασίας, τη συνεχή υστέρηση της αύξηση του μισθού σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, την ανατροπή του κοινωνικού χαρακτήρα της ασφάλισης (με βάση την κατεύθυνση μεταφοράς των βαρών απ’ το κράτος και το κεφάλαιο στον ίδιο τον ασφαλισμένο - εργαζόμενο), την εύκολη και γρήγορη μετακίνηση του εργαζόμενου (από χώρα σε χώρα, από κλάδο σε κλάδο, από θέση εργασίας σε άλλη θέση), την αντίστοιχη προσαρμογή της εκπαίδευσης και της κατάρτισης στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής αγοράς.

Επίσης, παρότι διατηρείται η κατεύθυνση κοινοτικής και κρατικής ενίσχυσης των μονοπωλιακών ομίλων («δημοσιονομική ώθηση»), η έμφαση δίνεται πλέον στη συγκράτηση του δημόσιου χρέους και του δημόσιου ελλείμματος στα κράτη-μέλη. Υπογραμμίζεται μάλιστα η «προσήλωση στα υγιή δημόσια οικονομικά και στο Σύμφωνο Σταθερότητας».

Συμπερασματικά, η ΕΕ επιχειρεί να θωρακίσει την ανταγωνιστικότητα των μονοπωλίων της και να πληρώσουν τις συνέπειες της κρίσης οι εργαζόμενοι, χωρίς όμως να οξυνθεί η ταξική πάλη. Το Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την Ανάκαμψη της Οικονομίας αφενός έχει αντιλαϊκό χαρακτήρα και αφετέρου είναι αντιφατικό ως προς το αποτέλεσμά του.

Μάταια η αστική πολιτική αναζητάει διαχειριστική λύση που να μπορεί να υπερβεί τις εγγενείς αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής, όπου το κεφάλαιο είναι το κίνητρο και ο σκοπός της. Ο,τι εμφανίζεται σαν φάρμακο για ένα πρόβλημα του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, μετατρέπεται σε δηλητήριο που διογκώνει άλλα υπαρκτά προβλήματα.

Η κοινοτική επιλογή για πρόσθετη κρατική επιδότηση των μονοπωλιακών ομίλων στους διάφορους τομείς της καπιταλιστικής οικονομίας αυξάνει την ανάγκη για νέα κρατικά έσοδα και οδηγεί συχνά σε πρόσθετη φορολογία και περικοπές κρατικών κοινωνικών δαπανών που συρρικνώνουν τελικά το πραγματικό λαϊκό εισόδημα.

Από την άλλη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φοβάται ότι μια μεγάλη αύξηση των κρατικών δαπανών θα αδυνατίσει την ισχύ του ευρώ, στο βαθμό που θα οδηγούσε σε διόγκωση του δημόσιου χρέους και του ελλείμματος σε αρκετά κράτη-μέλη.

Η προώθηση της πολιτικής των αναδιαρθρώσεων ενισχύει επίσης τη γενική τάση αύξησης της σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης της εργατικής τάξης. Η συνδυασμένη εφαρμογή των μέτρων παγώματος των μισθών, πρόσθετης φορολογικής αφαίμαξης, μεταφοράς νέων ασφαλιστικών βαρών στον εργαζόμενο, αύξηση των δαπανών για Υγεία - Πρόνοια οδηγούν σε συρρίκνωση του λαϊκού εισοδήματος. Η διαχρονική εξέλιξη του ποσοστού φτώχειας στην ΕΕ δείχνει ότι η κατάσταση δε βελτιώθηκε καθόλου τη δεκαετία 1996 - 2006, παρά τον τεράστιο κοινωνικό πλούτο που παρήχθη αυτά τα χρόνια25. Η ανεργία στην Ευρωζώνη έφτασε τον Ιούνη 2009 στο 9,4% και στην ΕΕ-27 το 8,9%. Σε σύγκριση με τον Ιούνη 2008 οι άνεργοι αυξήθηκαν κατά 3 εκ. στην Ευρωζώνη και 5 εκ. στην ΕΕ-2726. Σε αρκετά κράτη-μέλη της Ευρωζώνης (π.χ. Γερμανία, Ιταλία, Πορτογαλία) καταγράφεται συνεχής μείωση της αγοραστικής δύναμης του μισθού μετά το 2006. Στην ΕΕ-27 η ετήσια αύξηση του πραγματικού μισθού για το 2007 ήταν 0,7%.

Η διατήρηση ενός ορισμένου επιπέδου λαϊκής κατανάλωσης με μέτρα που διευκολύνουν την αύξηση των καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων (π.χ. μείωση των επιτοκίων) δίνει ώθηση στην υπερπαραγωγή για ένα διάστημα και έχει οδυνηρές συνέπειες για το λαό στη συνέχεια. Το παράδειγμα της διόγκωσης της δανειακής επιβάρυνσης, η οποία εξερράγη στις ΗΠΑ, είναι χαρακτηριστικό.

Η «πράσινη οικονομία» αποτελεί πρόταση διαχείρισης και αξιοποίησης των προβλημάτων του περιβάλλοντος προς όφελος των στρατηγικών συμφερόντων του κεφαλαίου. Επιχειρεί να διαμορφώσει κίνητρα επενδύσεων, κίνητρα εισαγωγής και αξιοποίησης νέων τεχνολογιών-καινοτομιών για να δώσει νέα ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το λαϊκό εισόδημα για να διασφαλιστεί η νέα κρατική χρηματοδότηση των ομίλων της πράσινης ανάπτυξης. Ταυτόχρονα το κεφάλαιο θα συνεχίζει την επικίνδυνη δράση του για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον, με βάση την κοινοτική αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και θα μετακυλύει το κόστος στη λαϊκή κατανάλωση.

Η προώθηση της λεγόμενης «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» με τις άτυπες δομές κοινωνικής πρόνοιας θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση των σχετικών υπηρεσιών, σε πρόσθετα βάρη της λαϊκής οικογένειας και σε επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων σε αυτούς τους κλάδους. Ταυτόχρονα διευκολύνει τις ιδιωτικές επενδύσεις και την ενίσχυση της επιχειρηματικής δράσης στον τομέα Υγείας - Πρόνοιας, δίνοντας διέξοδο τοποθέτησης υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων.

Τους βασικούς άξονες του Σχεδίου έχουν προσυπογράψει και προωθούν όλες οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της ΕΕ, φιλελεύθερες, σοσιαλδημοκρατικές και συμμαχικές, όπως της Γερμανίας. Καθώς οι αρνητικές συνέπειες από την εκδήλωση της κρίσης γίνονται όλο και πιο ορατές στην ΕΕ, ορισμένοι πολιτικοί εκπρόσωποι της σοσιαλδημοκρατίας και του χώρου των οικολόγων-πρασίνων επιχειρούν να συγκαλύψουν τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της αστικής πολιτικής διαχείρισης.

Ετσι οι Κ. Σημίτης, Γ. Φίσερ κ.ά. επιχειρούν να αναδείξουν σαν κεντρικό πρόβλημα την απουσία κοινής οικονομικής πολιτικής στην ΕΕ και προτείνουν ως λύση τη δημιουργία μιας «ευρωπαϊκής οικονομικής κυβέρνησης» που θα περιορίσει τις «δυνάμεις μιας ανεξέλεγκτης αγοράς». Καλλιεργούν την αυταπάτη ότι υπάρχει μια αστική πολιτική διαχείρισης που μπορεί να διασφαλίσει τάχα τη φιλολαϊκή έξοδο από την κρίση και να εξαλείψει τις συνέπειες της ανισόμετρης ανάπτυξης στο πλαίσιο της ΕΕ. Πολιτική που δήθεν δεν εφαρμόζεται αποτελεσματικά σε ορισμένα κράτη-μέλη.

Η πραγματικότητα όμως αποδεικνύει ότι οι ίδιες βασικές αντιλαϊκές επιλογές του ευρωμονόδρομου εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ και έχουν παντού βαριές αρνητικές συνέπειες για τους λαούς. Η λύση δε βρίσκεται στην εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά στην αντίθετη κατεύθυνση, της απειθαρχίας στις πολιτικές της ΕΕ, της αποδέσμευσης, της διάλυσης της ΕΕ που αποτελεί σημαντικό φραγμό στη μόνη ελπιδοφόρα προοπτική, το σοσιαλισμό. Γι’ αυτό και έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοηθεί η φύση της ΕΕ ως προωθημένη μορφή διακρατικής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας.

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Μία αναλυτική εξέταση του συνόλου των αντιθέσεων που εκδηλώνονται στην περίοδο της κρίσης που διανύουμε, ξεφεύγει αντικειμενικά από τα περιορισμένα όρια ενός άρθρου. Για ορισμένα ζητήματα ασφαλέστερα συμπεράσματα θα προσφέρει η ερευνητική προσπάθεια αφού ολοκληρωθεί η περίοδος της κρίσης. Ωστόσο η διάγνωση ορισμένων βασικών τάσεων εν θερμώ έχει ιδιαίτερη σημασία για την προετοιμασία και τον προσανατολισμό του λαϊκού κινήματος το επόμενο διάστημα.

Ας ανακεφαλαιώσουμε λοιπόν ορισμένες βασικές διαπιστώσεις. Η εκδήλωση της κρίσης στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία επιτάχυνε αλλαγές στο συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στα κέντρα του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος. Πρόκειται για αλλαγές που εξελίχθηκαν σε διάστημα που ξεπερνά την προηγούμενη δεκαετία. Η κρίση ανέδειξε πιο καθαρά την τάση απώλειας και αμφισβήτησης της θέσης των ΗΠΑ στη διεθνή αγορά, καθώς και την ανοδική πορεία της Κίνας.

Στο έδαφος της αλλαγής του συσχετισμού κυοφορούνται και διαμορφώνονται νέες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Επίσης δοκιμάζεται η συνοχή παλαιότερων συνεργασιών. Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η προσέγγιση της Ρωσίας τόσο με την Κίνα όσο και με τη Γερμανία. Προσέγγιση που αποτελεί δοκιμασία για τη συνοχή του γαλλογερμανικού άξονα.

Δυναμώνει επίσης το ευρύτερο σχήμα συνεργασίας Βραζιλίας - Ρωσίας - Ινδίας - Κίνας (BRIC) παρά τις μεταξύ τους υπαρκτές αντιθέσεις. Αν αυτό το σχήμα αναπτυχθεί και αποκρυσταλλωθεί σε σταθερή συμμαχία μπορεί να αποτελέσει τον ανερχόμενο πόλο στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα που θα διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία από τις ΗΠΑ την επόμενη δεκαετία.

Καθώς οξύνονται από τη μια οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και από την άλλη οι αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της αστικής πολιτικής διαχείρισης της κρίσης, αυξάνουν τελικά οι πιθανότητες μεγαλύτερων ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και περιφερειακών στρατιωτικών αναμετρήσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η θεαματική αύξηση των δαπανών για στρατιωτικούς εξοπλισμούς και η αναθεώρηση των στρατηγικών σχεδίων διασφάλισης στρατιωτικής ισχύος σε Ρωσία και ΗΠΑ υπογραμμίζει αυτόν τον κίνδυνο.

Οι περιοχές της Κεντρικής Ασίας, του Καυκάσου, της Μέσης Ανατολής και γενικότερα της Ευρασίας, όπου εστιάζονται αυτήν την περίοδο οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί για τον έλεγχο των πηγών και των οδών μεταφοράς ενέργειας, αποτελούν την πιο καυτή ζώνη με πιθανότητες πολεμικής αναμέτρησης το επόμενο διάστημα (π.χ. Αφγανιστάν - Πακιστάν, περιοχή της Κασπίας).

Κρίσιμη για την πορεία των εξελίξεων θα είναι η στάση που θα κρατήσουν τελικά ορισμένες περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Τουρκία και το Ιράν, καθώς και ορισμένες μικρότερες χώρες με γεωπολιτική σημασία ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα (π.χ. Αζερμπαϊτζάν, Τουρκμενιστάν). Οι χώρες αυτές διαπραγματεύονται συνεχώς με όλα τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, δηλώνουν συμμετοχή σε ανταγωνιστικά ενεργειακά σχέδια, χωρίς όμως να καταλήγουν σε οριστικές συμφωνίες με κανένα πόλο του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος. Ετσι τροφοδοτούν αντικειμενικά την όξυνση του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκαλύπτεται ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της ΕΕ και μπορεί να δοκιμαστεί μεσοπρόθεσμα η συνοχή της, τουλάχιστον στη σημερινή μορφή της. Η «φυγή προς τα εμπρός» με αποφασιστικά βήματα πολιτικής ενοποίησης και νέα διεύρυνση της ΕΕ συναντά ήδη μεγάλες δυσκολίες που θα αυξηθούν μεσοπρόθεσμα. Η επίδραση της ανισόμετρης ανάπτυξης και η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στο εσωτερικό της αποτυπώθηκε ήδη σε κρίσιμα ζητήματα (π.χ. όροι εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας, νέοι μηχανισμοί εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μελλοντική ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ).

Ταυτόχρονα η ΕΕ ενιαία εντείνει την επίθεσή της για την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και θωρακίζει την κατασταλτική λειτουργία της. Ομως παρά την αντιλαϊκή επίθεση αυξάνουν οι δυσκολίες να αναβαθμίσει την ανταγωνιστικότητά της και αναδεικνύεται η αντιφατικότητα των στόχων της στο επίπεδο της οικονομικής διαχείρισης. Παράλληλα η ΕΕ δυναμώνει την προετοιμασία της για αυτοτελή στρατιωτική δράση και παρουσία στις καυτές ζώνες των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Καθώς το κουβάρι των αντιθέσεων γίνεται όλο και πιο περίπλοκο, οι πιθανότητες μιας απότομης όξυνσής τους αυξάνονται. Αντίστοιχα μεγαλώνει και η ανάγκη ετοιμότητας και ανασύνταξης του λαϊκού κινήματος για να ανταποκριθεί σε αντίστοιχη απότομη όξυνση της ταξικής πάλης. Καθοριστικό στοιχείο στην προσπάθεια ανασύνταξης είναι η στάση του κινήματος απέναντι στην ΕΕ των μονοπωλίων και του πολέμου. Ιδιαίτερα σήμερα που η λαμπερή προοπτική του ευρωμονόδρομου φθίνει και αποκαλύπτεται ακόμα περισσότερο ο αντιδραστικός προσανατολισμός του στα μάτια των λαών.

Στον αντίποδά του βρίσκεται το όραμα της Ευρώπης του σοσιαλισμού που προϋποθέτει σύγκρουση και ανατροπή στο επίπεδο της εξουσίας, σε κάθε κράτος της Ευρώπης ξεχωριστά, μόλις ωριμάσουν οι συνθήκες. Ταυτόχρονα η ανάπτυξη του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος σε διεθνές επίπεδο και η αναβάθμιση της ικανότητάς του να εκμεταλλεύεται τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις έχουν μεγάλη σημασία.

Για ν’ ανοίξει ο δρόμος γι’ αυτή την ελπιδοφόρα προοπτική πρέπει άμεσα να ενταθεί η ταξική πάλη, να δυναμώσει η ιδεολογική ζύμωση, να πολιτικοποιηθεί ο οικονομικός αγώνας με αφετηρία το στόχο: «να πληρώσουν την κρίση τα μονοπώλια». Να κλιμακωθεί ο αγώνας προς τη μόνη εναλλακτική διέξοδο για το λαϊκό συμφέρον από την καπιταλιστική κρίση: Την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και την εδραίωση της λαϊκής, σοσιαλιστικής οικονομίας. Την αντικατάσταση της αναρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής από την κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία, με κοινωνικοποιημένα τα μέσα παραγωγής και εργατικό έλεγχο.

Με τη συνειδητή πάλη τους οι εργαζόμενοι μπορούν να μετατρέψουν την οικονομική κρίση σε βαθιά κρίση του πολιτικού συστήματος, να δημιουργήσουν προϋποθέσεις για να απελευθερωθεί επιτέλους η κοινωνική παραγωγή από τα δεσμά του κεφαλαίου.

ΣHMEIΩΣEIΣ:

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Pap1_156.jpg
Pap2_342.jpg
Pap3_161.jpg
Pap4_381.jpg
Pap5_390.jpg
Pap6_273.jpg
Pap7_795.jpg

ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας.

Ο Ηλίας Τσιμπουκάκης είναι μόνιμος συνεργάτης του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ.

1. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Εαρινές Προβλέψεις 2009-2010» (IP/09/693).

2. Eurostat, ανακοίνωση 117/2009.

3. Εκθεση για το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Οικονομικής Ανάκαμψης (10771/09).

4. Ελένης Μπέλλου: «Η Διεθνής οικονομική κρίση και η ταξική πάλη», ΚΟΜΕΠ 3/2009.

5. Eurostat, Ανακοίνωση 100/2009.

6. Εφημερίδα «New York Times», St. Erlanger «Economy Shows Cracks in European Union», 8 Ιούνη 2009.

7. Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, «Συμπεράσματα της Προεδρίας» (11225/09). World Nuclear News, 4 Μάη 2009.

8. World Nuclear News, 4 Μάη 2009.

9. Reuters, 31 Μάρτη 2009 και 28 Αυγούστου 2009.

10. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Εκθεση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, 16 Μάρτη 2009.

11. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Εκθεση για το Εμπόριο και τις Οικονομικές Σχέσεις με την Κίνα, 27 Γενάρη 2009.

12. Εφημερίδα «New York Times», Landon Thomas: «A Debate Rages in Iceland», 27 Ιούλη 2009.

13. Περιοδικό «Energy Point», τ. 19-25 και Ευρωπαϊκή Επιτροπή (IP/09/1114).

14. German - Foreign Policy, «Master Plan», 8 Ιούνη 2009.

15. Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ, Εκθεση «Παγκόσμιες τάσεις ως το 2025», Νοέμβρης 2008.

16. BBC: «China Hits Out at US on Navy Row», 10 Μάρτη 2009.

17. SIPRI, Yearbook 2009.

18. Συμβούλιο της ΕΕ, «Εκθεση της Προεδρίας σχετικά με την ΕΠΑΑ» (10748/09).

19. Εφημερίδα «Καθημερινή», 23-25Ιούλη 2009 και εφημερίδα «Το Βήμα», 2 Αυγούστου 2009.

20. Ευρωπαϊκή Επιτροπή «EU and US discuss», (IP/09/1124).

21. Price Waterhouse Coopers, «The World in 2050, Beyond the BRIC», 2008.

22. Reuters, 14 Μάρτη 2009.

23. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Ανακοίνωση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο», 26 Αυγούστου 2008.

24. Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, «Συμπεράσματα της Προεδρίας», (7880/09) και Ευρωπαϊκή Επιτροπή (IP/09/554).

26. ΙΝΕ - ΓΣΕΕ, Ετήσια Εκθεση 2008.

27. Eurostat, Ανακοίνωση 112/2009.