ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΣΤΟ 7ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ


της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ

Στο παρόν κείμενο επιχειρείται μία κριτική ανάλυση των θέσεων του ΠΑΣΟΚ όπως αυτές διαμορφώθηκαν στο 7ο Συνέδριο του (Μάρτης 2005).

Το 7ο συνέδριό του ΠΑΣΟΚ με βάση το κείμενο των Πολιτικών Θέσεων, τη Διακήρυξη και την εισήγηση του Γ. Παπανδρέου, επιβεβαιώνει εκ νέου τις ιδεολογικές πολιτικές του θέσεις υπέρ της πλουτοκρατίας. Αναλαμβάνει νέες δεσμεύσεις απέναντι στο κεφάλαιο, αναζητά νέους και πιο αποτελεσματικούς τρόπους χειραγώγησης της λαϊκής συνείδησης.

Τα υλικά του 7ου Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ στηρίζονται βασικά στην προγραμματική του Διακήρυξη (Φλεβάρης 2004), με τις αναγκαίες αναπροσαρμογές σε σχέση με τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις (διεύρυνση ΕΕ, υλοποίηση των στόχων της Λισσαβόνας, εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, στο ΙΡΑΚ και το Κυπριακό, το ΠΑΣΟΚ στην αντιπολίτευση κ.ά.).

Τα ντοκουμέντα του είναι βαθιά διαποτισμένα από τη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, τις διακηρύξεις για τη δραστήρια και ενεργή συμμετοχή της Ελλάδας στους σχεδιασμούς της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και των υπόλοιπων ιμπεριαλιστικών οργανισμών.

Το πρόσφατο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ ήταν άλλη μια διαδικασία νομιμοποίησης της αντιδραστικής πορείας του ΠΑΣΟΚ, πορεία ιδεολογικής και οργανωτικής αναπροσαρμογής της κλασσικής σοσιαλδημοκρατίας στις σύγχρονες ανάγκες διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος.

Επικεντρώνεται στην ανάγκη για ΑΛΛΑΓΕΣ στο ΚΟΜΜΑ (ΚΙΝΗΜΑ). Η αυτοκριτική των συνεδριακών κειμένων εστιάζεται στην αδυναμία του κόμματος να παρακολουθήσει τις μεγάλες αλλαγές που επήλθαν σε όλο τον κόσμο και να αποτρέψει την κυριαρχία του «συντηρητικού φόβου» (εκτός και εντός ΠΑΣΟΚ) απέναντι στο «καινούργιο» (π.χ. στις αντιλαϊκές συνέπειες της ένταξης στην ΕΕ και στους στόχους της «παγκοσμιοποίησης»). Δηλαδή ο προβληματισμός συγκεντρώνεται στο πώς το ΠΑΣΟΚ θα γίνει πιο αποτελεσματικό στην ενσωμάτωση λαϊκών μαζών με νέους μηχανισμούς και μορφές χειραγώγησης.

Στα συνεδριακά κείμενα του ΠΑΣΟΚ κεντρική θέση καταλαμβάνει το σύνθημα «αλλάζουμε το ΠΑΣΟΚ για να αλλάξουμε την Ελλάδα». Το ΠΑΣΟΚ, το οποίο άσκησε με συνέπεια νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική και πολιτική προσαρμογής στους νέους στόχους των ιμπεριαλιστικών ενώσεων (ΕΕ, ΝΑΤΟ), σήμερα συναντά ως αξιωματική αντιπολίτευση σημαντικές δυσχέρειες.

Δεν είναι μόνο η φθορά που έχει σαν κόμμα της αστικής εξουσίας. Το διαπερνά κρίση ιδεολογίας και στρατηγικής.

Η στρατηγική του είναι αστική νεοφιλελεύθερη, με την έννοια ότι υιοθετεί την ανάγκη του κεφαλαίου για «απελευθέρωση» των αγορών εντός της ΕΕ, για άρση της εγχώριας προστασίας στο κρατικό μονοπώλιο και γενικότερα στην εγχώρια βιομηχανική παραγωγή και επομένως περιορισμού τόσο της άμεσης κρατικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, όσο και της γενικευμένης κοινωνικής πολιτικής.

Σταδιακά προσαρμόζοντας τις ιδεολογικές και πολιτικές του θέσεις, εγκατέλειψε το «κράτος πρόνοιας» και υιοθέτησε την ανάγκη προσαρμογής του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους στα νέα δεδομένα (ευρωενωσιακή αγορά, καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις). Υιοθέτησε ως θέση και κυβερνητική πολιτική, τη γραμμή της προσαρμογής της κρατικής ρύθμισης στη διακρατική ρύθμιση προς όφελος των διευρωπαϊκών συγχωνεύσεων και εξαγορών και την ενίσχυση των επιχειρήσεων της ευρωενωσιακής αγοράς. Το ΠΑΣΟΚ στερείται δυνατότητας να προβάλει στρατηγικές διαφορές σε σχέση με τη ΝΔ. Αυτοχαρακτηρίζεται σαν κόμμα πατριωτικό, δημοκρατικό, σοσιαλιστικό οριοθετώντας τεχνητές διαχωριστικές γραμμές, «κατηγορώντας» τη ΝΔ σαν «λαϊκίστικη δεξιά».

Επιχειρεί να διαφοροποιήσει τη δική του οικονομική πολιτική από εκείνη της ΝΔ, ως προς το «κοινωνικό περιεχόμενό» της.

Η κριτική του στη ΝΔ επικεντρώνεται στη δημοσιονομική απογραφή, το «βασικό μέτοχο» και στη δήθεν μη ανταπόκρισή της στις προεκλογικές της δεσμεύσεις. Με αυτή την κριτική επιδιώκει τον αποπροσανατολισμό των λαϊκών δυνάμεων από τα βασικά ζητήματα σύμπλευσής του με την ΝΔ: τις φοροαπαλλαγές και επιδοτήσεις (νέος αναπτυξιακός νόμος) υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου. Συγκαλύπτει ότι η κριτική του προς την κυβερνητική πολιτική γίνεται με στόχο τους ταχύτερους ρυθμούς στην πολιτική απελευθέρωσης των αγορών και των αντεργατικών αναδιαρθρώσεων. Ακόμη η προβολή του «νέου» ΠΑΣΟΚ, μεταξύ άλλων, στοχεύει στην εξαπάτηση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, τον αποπροσανατολισμό τους από τις πραγματικές αιτίες της λαϊκής δυσαρέσκειας που προκάλεσε το «παλιό» κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ.

Γι’ αυτό είναι αναγκαία, μια εκ νέου συνόψιση και αξιολόγηση των πολιτικών του επιλογών.

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΓΙΑ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΤΟ «ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ» ΓΙΑ ΤΗ ΧΩΡΑ ΚΑΙ Η «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ»

Το ΠΑΣΟΚ ισχυρίζεται ότι:

«Με ορόσημο το 1989 και την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», μια νέα εποχή ξεκίνησε για την Ευρώπη και τον κόσμο. Μια εποχή που την σφραγίζουν οι διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης... Το γκρέμισμα του τείχους στο Βερολίνο κατέλυσε το ιστορικό σχίσμα που σημάδεψε τη μεταπολεμική Ευρώπη, έδωσε το έναυσμα για την επιτάχυνση των διαδικασιών της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της κίνησης της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς την Ανατολή… Ολοι γνωρίζουμε πια ότι στον κόσμο του ανταγωνισμού η συμμετοχή ή μη, στα οφέλη της ανάπτυξης και του παραγόμενου πλούτου αποτελεί το μεγάλο στοίχημα».

Kαλεί σε κοινή πορεία πλουτοκρατία και εργαζόμενους «για μια Ελλάδα που βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων και αποτελεί βασικό πόλο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».

Στο κείμενο των Πολιτικών Θέσεων το «νέο κοινωνικό συμβόλαιο» προσδιορίζει πως η «ισχυρή» καπιταλιστική Ελλάδα στη «νέα εποχή» δίνει τη μάχη για την «ευρωπαϊκή ενοποίηση» και την «παγκόσμια δημοκρατική διακυβέρνηση», με στόχο «τη διαρκή ισχυροποίηση της χώρας στα κέντρα των αποφάσεων σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο», για μια «Ευρωπαϊκή Ενωση που διαμορφώνεται ως αυτόνομος, ισχυρός, προοδευτικός πόλος στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και ως δύναμη ειρήνης, συνεργασίας, ανάπτυξης και ασφάλειας στο σύγχρονο κόσμο».

Το ΠΑΣΟΚ τάσσεται υπέρ της ταχύτερης «θεσμικής και δημοκρατικής ολοκλήρωσης μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης» και υπέρ της «συνεχούς διεύρυνσης της Ενωσης διασφαλίζοντας παράλληλα την εμβάθυνση μέσα από διαδικασίες πραγματικής σύγκλισης».

Υποστηρίζει «μια Ευρώπη με το δικό της Σύνταγμα και αυτοτελή διεθνή παρουσία, τη δική της άμυνα και ασφάλεια, τη δική της εξωτερική πολιτική, σε ένα πολυκεντρικό διεθνές σύστημα».

Αυτή η γραμμή η οποία αποτυπώνει τα ζωτικά συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων στο έδαφος της ΕΕ ταυτίζεται με τις παρακάτω Θέσεις του Κυβερνητικού Προγράμματος της ΝΔ: «Στόχος μας είναι η δημιουργία μιας Ευρώπης ασφάλειας και ευημερίας για όλους. Μια ισχυρή και αξιόπιστη Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Αμυνας αποτελεί βασική προτεραιότητα της ευρωπαϊκής μας πολιτικής. Η συμπερίληψη μιας ουσιαστικής ρήτρας αλληλεγγύης και αμοιβαίας συνδρομής στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα θα ενισχύσει τη θέση της Ελλάδας μέσα στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας και άμυνας. Είναι σαφές για εμάς ότι ισχυρή Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Αμυνας δεν είναι ανταγωνιστική και παράγοντας εξασθένισης των διατλαντικών δεσμών, αλλά συμπληρωματική προσπάθεια που ενισχύει τη σταθερότητα και την ειρήνη σε διεθνή κλίμακα».

Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να αμβλύνει τις αντιλαϊκές συνέπειες του «σχεδίου» για την Ελλάδα, αναγνωρίζοντας πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα: «οι νέες συνθήκες μας απειλούν και ταυτόχρονα μας ευνοούν. Η παγκοσμιοποίηση, η ενοποίηση των αγορών, η διάχυτη και προσιτή γνώση αφήνουν μεγάλα περιθώρια μιας νέας οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Η ανασυγκρότηση των δυνάμεων του τόπου πρέπει να χρησιμοποιήσει τα ισχυρά πλεονεκτήματα που παρέχει η νέα ιστορική και γεωπολιτική συγκυρία. Η προσπάθειά μας πρέπει να είναι καθολική και συντονισμένη σε όλα τα επίπεδα, από την παραγωγή και τη διανομή των αγαθών, μέχρι την κατανομή του παραγόμενου πλούτου και τους θεσμούς της κοινωνικής οργάνωσης».

Ως προς τη δημοκρατία είναι χαρακτηριστική η θέση του περί «δημοκρατικής διακυβέρνησης», που τη βλέπει να προωθείται μέσω και της ενίσχυσης της κοινής εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ και την ισότιμη συνεργασία με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ: «Επιδιώκουμε να αποκτήσει το ΝΑΤΟ μία φυσιογνωμία που διευκολύνει την πολιτική χειραφέτηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης και την ισότιμη συνεργασία με τις ΗΠΑ».

Κριτικό συμπέρασμα

Το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να βλέπει θετικά, ως «έναυσμα για επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης», τις αλλαγές με ορόσημο το 1989. Με το «νέο σχέδιο» για την χώρα υπόσχεται αφενός την ταχύτερη υλοποίηση στρατηγικών επιλογών της ΕΕ, αφετέρου την ταχύτερη και αναβαθμισμένη αναπροσαρμογή του ελληνικού κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού στην ΕΕ και γενικότερα στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις. Η θέση του για την αξιοποίηση των διεργασιών προς όφελος της ισχυροποίησης της Ελλάδας είναι καπιταλιστική, κοσμοπολίτικη, μια σύγχρονη εκδήλωση του «μεγαλοϊδεατισμού». Εξω από τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Ο χαρακτηρισμός της ΕΕ ως δύναμη ειρήνης, διαψεύδεται από τις επεμβατικές πολεμικές ενέργειές της, αυτοδύναμη ή στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Είναι φανερό ότι δεν αμφισβητείται ο ιμπεριαλιστικός και επιθετικός χαρακτήρας του ΝΑΤΟ, αλλά ο συσχετισμός σε αυτό.

Η θέση υπέρ μιας «ομοσπονδιακής Ευρώπης» υποβαθμίζει τις αντιθέσεις μεταξύ των κρατών μελών της, την περαιτέρω όξυνση της οικονομικής ανισομετρίας με τη διεύρυνση της Ενωσης.

Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εγκλωβίσει το λαό στο μονόδρομο της ΕΕ και των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, βαφτίζοντας ως «νέο πολιτισμό» την υποταγή των εργαζομένων στα σχέδια του κεφαλαίου για πιο ενεργητικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή.

Αποκρύπτεται, ότι η θεσμική ενίσχυση της Ενωσης σημαίνει πρώτα απ’ όλα ενίσχυση των διακρατικών μηχανισμών καταστολής σε βάρος εργατικών και λαϊκών δυνάμεων. Σημαίνει ακόμη μεγαλύτερες απώλειες της ανταγωνιστικότητας για τις μικρές επιχειρήσεις της ελληνικής οικονομίας, για σημαντικούς παραγωγικούς κλάδους της, γεγονός που συμβάλλει στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου σε βάρος των λαϊκών συμφερόντων.

Η περαιτέρω οικονομική και θεσμική ενίσχυση της Ενωσης έχει ως στόχο την ισχυροποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων της ΕΕ, στον ανταγωνισμό τους με εκείνες των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, στην απόκτηση μεγαλύτερου μεριδίου στις αγορές της Ρωσίας, της Κίνας και της Ινδίας και μάλιστα στην προοπτική ανταγωνιστικής απειλής από αυτές.

Η «σοσιαλδημοκρατική απάντηση» για οικονομική - πολιτική - στρατιωτική ενοποίηση της ΕΕ με φόντο τη δημοκρατική διακυβέρνηση στα πλαίσια της «σοσιαλδημοκρατικά ρυθμιζόμενης παγκόσμιας αγοράς» και της «παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης» είναι αποπροσανατολιστική. Σε τίποτα δε διαφοροποιείται από τα ιμπεριαλιστικά ιδεολογήματα και το νεοφιλελευθερισμό.

Ο «νέος πατριωτισμός και διεθνισμός» είναι εκφάνσεις της ιδεολογίας του «κοσμοπολιτισμού».

Είναι μεγάλες κουβέντες για να εξωραΐσουν στα μάτια και στο μυαλό των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, τις ταξικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις της ΕΕ, των ΗΠΑ και των υπόλοιπων ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Δε διαφέρουν ουσιαστικά από τις θέσεις της ΝΔ. Μόνο για αποπροσανατολισμό το ΠΑΣΟΚ χαρακτηρίζει την πολιτική της ΝΔ ως ευθυνόφοβη, χωρίς στρατηγική και ως «μικροελλαδική» την αντίληψη του πρωθυπουργού.

Η θέση του ΠΑΣΟΚ υπέρ της διεξαγωγής δημοψηφίσματος για το Ευρωσύνταγμα είναι ένα άλλο μέσο εγκλωβισμού των λαϊκών δυνάμεων στον «ευρωμονόδρομο», αφού καλλιεργεί την πλάνη για μια φιλολαϊκή θεσμική θωράκιση της ιμπεριαλιστικής ΕΕ.

ΤΟ «ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ» ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΛΙΣΣΑΒΟΝΑΣ

Το ΠΑΣΟΚ προτείνει σαν προοδευτική πολιτική την υποκατάσταση του «συντηρητικού Συμφώνου Σταθερότητας» (που το ίδιο βέβαια επικύρωσε, ως διακρατική συμφωνία, όντας κυβέρνηση και εφάρμοσε σε βάρος του λαού), από μια ενιαία δυναμική οικονομική πολιτική ανάπτυξης που θα δώσει έμφαση στην υλοποίηση των στόχων της Λισσαβόνας.

Κριτική προσέγγιση

Οι σημερινές διαφορετικές προσεγγίσεις, ως προς τους δείκτες ελέγχου των δημοσιονομικών ελλειμμάτων για πιο ευέλικτα όρια του ελλείμματος στον κρατικό προϋπολογισμό - προσεγγίσεις που αφορούν και τη ΝΔ - αντανακλούν την προσπάθεια του συστήματος για αναζήτηση καταλληλότερου μείγματος της δημοσιονομικής διαχείρισης, σε συνθήκες ύφεσης στην ευρωζώνη και ιδιαίτερα χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης μετά από κρίση.

Η ελαστικοποίηση στην τήρηση των δεικτών του «Συμφώνου Σταθερότητας» από τις κυβερνήσεις και στην ενεργοποίηση των ελεγκτικών και πειθαρχικών μηχανισμών της ΕΕ, υπαγορεύεται από τις ανάγκες του κεφαλαίου και όχι από τα λαϊκά συμφέροντα. Το αντιδραστικό, αντεργατικό - αντιλαϊκό περιεχόμενο της Λισσαβόνας όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά διακηρύσσεται η ανάγκη να επιταχυνθεί η υλοποίηση του.

Οι στόχοι της Λισσαβόνας, οι οποίοι κωδικοποιούν τη στρατηγική του κεφαλαίου, αφορούν στην απασχόληση (επέκταση της μερικής και εποχιακής δουλειάς, την κατάργηση του ορίου απολύσεων, τη συρρίκνωση των συλλογικών συμβάσεων, την επέκταση της διευθέτησης του εργάσιμου χρόνου και της σύνδεσης των μισθών με την παραγωγικότητα και τις συνθήκες αγοράς, την αύξηση του ποσοστού εργαζομένων μεγάλης ηλικίας και γυναικών, την κατάργηση της πρόωρης συνταξιοδότησης, την αύξηση νέου ορίου συνταξιοδότησης και μείωση των συντάξεων, τη μείωση του χρόνου και του ύψους των επιδομάτων ανεργίας κλπ.), στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις (μικρότερο κρατικό μερίδιο στις επιχειρήσεις ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών και πλήρη απελευθέρωση των αγορών τους, συρρίκνωση και εμπορευματοποίηση του δημόσιου τομέα υγείας-πρόνοιας και επέκταση του ιδιωτικού, συρρίκνωση και ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης και διαμόρφωση «κοινωνικής πολιτικής» στο πνεύμα της φιλανθρωπίας κλπ.).

Τις συνέπειες αυτής της αντιλαϊκής πολιτικής καταδίκασαν εν μέρει εργατικές και λαϊκές δυνάμεις, στις εθνικές και ευρωκοινοβουλευτικές εκλογές το 2004.

ΓΙΑ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ

Το ΠΑΣΟΚ αναφέρει ότι:

«Η Ελλάδα αγωνίζεται για να επιτύχει το τεράστιο ιστορικό εγχείρημα της πρόσφατης διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης και παράλληλα συμβάλλει στην προώθηση της περαιτέρω διεύρυνσης με τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων. Υποστηρίζουμε σταθερά την Ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας που πιστεύουμε ότι θα λειτουργήσει ενισχυτικά για την ειρήνη και για την σταθερότητα… Παράλληλα η Ελλάδα αξιοποιώντας τα οικονομικά, ιστορικά και πολιτισμικά πλεονεκτήματα, μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο στην προώθηση των σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τις χώρες εκείνες που αποτελούν τα καινούρια ανατολικά σύνορα της».

Ταυτόσημη είναι και η θέση της ΝΔ, η οποία στο Κυβερνητικό Πρόγραμμά της αναφέρει ότι: «Κεντρικός μας στόχος είναι μια φιλόδοξη Ελλάδα σε μια ισχυρή και ενιαία Ευρώπη αλληλεγγύης. Για να το επιτύχουμε αυτό, είναι αναγκαίο να γίνουμε ως χώρα, από ουραγοί που είμαστε σήμερα, μέλος της ομάδας των πρωτοπόρων».

«Αλλος μεγάλος στρατηγικός μας στόχος είναι να διασφαλίσουμε πρωταγωνιστική θέση στην ευρύτερη περιοχή μας. Τα Βαλκάνια, λόγω κυρίως της προσέγγισής τους με την Ευρώπη των «25», θα εισέλθουν την προσεχή περίοδο σε διαδικασία θεμελιακών μεταβολών. Η μεγάλη πρόκληση για τη χώρα μας στην επόμενη δεκαετία είναι να πρωταγωνιστήσει στη διαδικασία αυτών των ριζικών αλλαγών. Στρατηγικός μας στόχος είναι να βελτιωθεί συνολικά το τοπίο γύρω από τα σύνορα της Ελλάδας».

Κριτική συνόψιση

Το ΠΑΣΟΚ, και όχι μόνο, προβάλλει ως κοινό συμφέρον των εργαζομένων-κεφαλαίου, ως εθνικό στόχο, την αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού στη διευρυμένη προς Ανατολάς ΕΕ. Επιδιώκει τη συναίνεση των εργαζομένων στον αναβαθμισμένο ρόλο του ελληνικού κράτους στη σταθεροποίηση των αντιδραστικών αλλαγών στα Βαλκάνια.

Υπόσχεται ως δέλεαρ, τη «δικαιότερη αναδιανομή του εισοδήματος» μιας μεγαλύτερης πίτας, η οποία θα προκύψει από τη συμμετοχή του ελληνικού καπιταλισμού στο μοίρασμα της ιμπεριαλιστικής λείας. Ανάγει την ύπαρξη των μεγάλων λαϊκών προβλημάτων στην Ελλάδα, σε συσχετισμό δυνάμεων στο «παγκόσμιο χωριό» και επομένως τη λύση τους στην αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού, και όχι στη βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας.

Σε αυτό το θεωρητικό και πολιτικό άξονα καλεί το ΠΑΣΟΚ να υποταχθούν το συνδικαλιστικό, εργατικό κίνημα, τα διάφορα κοινωνικά κινήματα, αναθεωρώντας τις «παλιές λογικές» και υιοθετώντας τις σύγχρονες διαχωριστικές γραμμές «συντήρηση-πρόοδος». Το ΠΑΣΟΚ έτσι αποσκοπεί να αιχμαλωτίσει τις λαϊκές δυνάμεις σε θέση συνυπευθυνότητας με το κεφάλαιο για την αντιμετώπιση της ύφεσης.

Η καπιταλιστική ανάπτυξη των Βαλκανικών κρατών και της Ανατολικής Ευρώπης και η αρχικά μεγάλη καταστροφή των παραγωγικών τους δυνάμεων, λόγω της αντεπανάστασης, αποτέλεσαν ευνοϊκή διεθνή συγκυρία για την ενίσχυση του ελληνικού καπιταλισμού. Ο ελληνικός καπιταλισμός αξιοποίησε και αξιοποιεί τη θέση του για να διεισδύσουν τα Ευρωπαϊκά μονοπώλια σε αυτές τις περιοχές και να αναβαθμίσει το δικό του ρόλο, ειδικά στην περιοχή των Βαλκανίων, αλλά και στην ευρύτερη ανατολική περιοχή.

Αυτό όμως δεν ωφέλησε τους εργαζόμενους στην Ελλάδα. Αντίθετα προκάλεσε μεγαλύτερη αύξηση της ανεργίας, με τη μεταφορά παραγωγικών επενδύσεων στα Βαλκανικά κράτη. Εδωσε τη δυνατότητα εκβιασμού των μισθωτών με την απειλή μεταφοράς επιχειρήσεων, φαινόμενο το οποίο συναντιέται σε πολύ ισχυρότερες οικονομίες από της Ελλάδας (π.χ. Γερμανία, Γαλλία).

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ

Το κείμενο των Πολιτικών θέσεων του ΠΑΣΟΚ διακηρύσσει ότι: «Ενδυναμώνουμε τις σχέσεις με τις ΗΠΑ με γνώμονα το αμοιβαίο συμφέρον και τη βούληση για συνεργασία και κατανόηση σε ευρύτατους τομείς. Με τόλμη και πρωτοβουλία να είμαστε ενεργά συμμέτοχοι στους ευρύτερους στρατηγικούς διακανονισμούς που βρίσκονται σε εξέλιξη στην περιοχή».

Καταδικάζει το «στείρο αντιαμερικανισμό και τη διαφωνία».

Παρά τις φλυαρίες για ειρηνική διακυβέρνηση και επίλυση των διαφορών, αποδέχεται την επιθετική γραμμή της δήθεν προστασίας από την τρομοκρατία. Υποστηρίζει ότι το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου πυροδότησε σημαντικές διεθνείς εξελίξεις και παγκόσμιες ανακατατάξεις, ότι απαιτείται παγκόσμια σταυροφορία και συνεργασία για την αντιμετώπιση του τρομοκρατικού φαινομένου.

Η θέση του ΠΑΣΟΚ απέναντι στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό ουσιαστικά δε διαφοροποιείται από εκείνη της ΝΔ, η οποία σε κείμενό της για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, δηλώνει για τις σχέσεις ΕΛΛΑΔΑΣ και ΗΠΑ ότι «μας συνδέουν ακόμα κοινοί αγώνες, πολύχρονες οικονομικές συναλλαγές και μια παραδοσιακή συνεργασία στο στρατιωτικό και αμυντικό τομέα» και «η κοινή προοπτική».

Σε αυτή τη στρατηγική αιτιολογείται η πολιτική του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ για τη συμμετοχή της Ελλάδας στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τους πολέμους, στην πολιτική «προσέγγισης» με την Τουρκία κάτω από την ομπρέλα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, στο ΝΑΙ στο σχέδιο Ανάν για το Κυπριακό κ.ά.

Τα παραπάνω εμφανίζονται ως «σχεδιασμένη πολιτική ειρήνης και συνεργασίας», «ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική», «εξωτερική πολιτική πολυδύναμης ευελιξίας», «δυναμική συμμετοχή και συνδιαμόρφωση στις εξελίξεις».

Συμπέρασμα

Το ΠΑΣΟΚ υποκρίνεται επικαλούμενο τις ισότιμες σχέσεις μεταξύ των κρατών, την ειρηνική επίλυση των διαφορών στη βάση των ισότιμων σχέσεων μεταξύ των κρατών και της λειτουργίας της ΕΕ, ως πόλου και δύναμης ειρήνης και μάλιστα μέσω της ισότιμης συνεργασίας της με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Δεν είναι μόνο μια απολογητική στάση για τη συμμετοχή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και τους γενικότερους σχεδιασμούς των οργανισμών τους. Επιδιώκει ιδεολογικά να αποτρέψει το λαϊκό κίνημα από την αντιιμπεριαλιστική πάλη, να το χειραγωγήσει, να στρέψει τη δυσαρέσκεια και τη διαμαρτυρία σε ανώδυνη κριτική και σε σημεία αντιπαράθεσης μεταξύ διαφορετικών ιμπεριαλιστικών κέντρων και όχι σε αγώνα αμφισβήτησης, αντίστασης και σύγκρουσης με τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις που συμμετέχει η Ελλάδα, στη γραμμή της αποδέσμευσης από ΕΕ, ΝΑΤΟ.

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΓΙΑ ΤΗ «ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ

Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ «ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ»

Ο «ανταγωνισμός», η «ανταγωνιστικότητα», «το επώνυμο ελληνικό προϊόν» είναι οι βάσεις πάνω στις οποίες το ΠΑΣΟΚ διαμορφώνει το «σοσιαλδημοκρατικό σχέδιό» του, για «μια δίκαιη κοινωνία».

Υποστηρίζει ότι με την «ύπαρξη σοσιαλδημοκρατικού ρυθμιστικού πλαισίου στην αγορά», μπορεί «η διανομή του παραγόμενου πλούτου να γίνεται δίκαια και αξιοκρατικά σε όλους, ανάλογα με τη συνεισφορά και τις ανάγκες τους, με τη συμμετοχή και τη συνευθύνη τους, με την απόφαση και τον έλεγχό τους».

Οι θέσεις του ΠΑΣΟΚ συνειδητά αποσιωπούν τη διαφορετική θέση μισθωτών και κεφαλαιοκρατών, ως προς την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, τη μεταξύ τους ταξική αντίθεση και την εκδήλωσή της σε όλες τις σφαίρες της πνευματικής και υλικής ζωής και βεβαίως στο χαρακτήρα της εξουσίας. Ετσι, υποστηρίζουν ότι «προϋπόθεση της ανάπτυξης είναι η δημοκρατία της συμμετοχής» μέσω της οποίας θα πραγματοποιηθεί η «απελευθέρωση όλων των δυνάμεων του ελληνισμού».

Διακηρύσσει τη «δημιουργία νέων συνεργασιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων», την «κοινωνική συνοχή» και το «κοινό εθνικό συμφέρον», ώστε κεφάλαιο και μισθωτοί να συνεργάζονται για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Οπως παρουσιάζονται από τα κείμενα, οι άξονες της οικονομικής πολιτικής στα πλαίσια της κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης, στόχος αυτής της πολιτικής είναι: «Μια σύγχρονη και καινοτόμα επιχειρηματικότητα που φέρνει νέες δυνάμεις στο προσκήνιο της επιχειρηματικής δράσης, νέους τομείς, νέες πρωτοβουλίες. Επιχειρήσεις που παράγουν δημιουργική απασχόληση. Που επικεντρώνονται στην αλυσίδα της ολικής ποιότητας. Στην παραγωγή των προϊόντων και στην προσφορά των υπηρεσιών. Που κατακτούν αλλά και δημιουργούν νέες αγορές».

Σχολιασμός

Στο «σοσιαλδημοκρατικό σχέδιο» το καπιταλιστικό κράτος από όργανο εξυπηρέτησης των συμφερόντων του κεφαλαίου, των μονοπωλίων μεταμορφώνεται σε ένα ουδέτερο αταξικό «κοινωνικό κράτος» που σκοπό έχει τη βελτίωση των λειτουργικών μηχανισμών της αγοράς και τη δήθεν άμβλυνση των κοινωνικών αδικιών, της ανεργίας και της φτώχιας, την ανακούφιση των ασθενέστερων στρωμάτων. Ετσι, το «σοσιαλδημοκρατικό σχέδιο» γίνεται μέσο χειραγώγησης του εργατικού κινήματος και ανανέωσης της συναίνεσης των μικροαστικών στρωμάτων προς την πολιτική υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου.

Οι όροι ανταγωνιστικότητα, ανάπτυξη και παραγωγικότητα έχουν ταξικό περιεχόμενο.

Το ΠΑΣΟΚ, αν και μιλά για «διανομή ανάλογα με τη συνεισφορά και τις ανάγκες», αποσιωπά το ότι η διανομή γίνεται μέσω της καπιταλιστικής σχέσης, μέσω της αγοράς της εργατικής δύναμης ως εμπόρευμα από τον καπιταλιστή-κάτοχο των μέσων παραγωγής.

Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις όχι μόνο δεν είναι συμβατές με τη «διανομή του πλούτου ανάλογα με τη συνεισφορά και τις ανάγκες», αλλά στοχεύουν στη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης (μισθοί, μεροκάματα, εργοδοτική και κρατική εισφορά).

Παράλληλα, η περαιτέρω εμπορευματοποίηση αναγκών όπως η παιδεία, η υγεία, η ασφάλιση, ο πολιτισμός, ο αθλητισμός, φέρνει νέα πραγματική συρρίκνωση του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος, επομένως επιδείνωση των δυνατοτήτων κάλυψης των λαϊκών αναγκών.

Η αύξηση της παραγωγικότητας, ο «εκσυγχρονισμός» της παραγωγής με τη χρήση των νέων αποτελεσμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας - που επέρχεται με κίνητρο την καπιταλιστική ανταγωνιστικότητα - βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα επιφέρει τη σχετική επιδείνωση για την εργατική και λαϊκή πλειοψηφία και την απόλυτη για σημαντικά τμήματά τους.

Το ΠΑΣΟΚ, διαχωρίζοντας την πολιτική και τη δημοκρατία από την οικονομική τους βάση, αποσκοπεί στην καλλιέργεια ψευδαισθήσεων ότι υπάρχει και προοδευτική, σοσιαλιστική μάλιστα διαχείριση του καπιταλιστικού συστήματος.

Διακηρύσσει ότι «κοινωνικά ευαισθητοποιημένο, δεν αποδέχεται μια ανάπτυξη ολοκληρωτικά εξαρτημένη από την οικονομία της αγοράς», αλλά σπεύδει να συμπληρώσει ότι ενστερνίζεται «ως σύγχρονη ανάγκη και ως βασικό στοιχείο για την ανάπτυξη, τον ανταγωνισμό και συνακόλουθα την παραγωγικότητα της εργασίας και την ανταγωνιστική οικονομία».

Με το μανδύα της «πολιτικής με κοινωνική ευαισθησία» ντύνει το αντιλαϊκό περιεχόμενο της πολιτικής, που καθορίζεται από την ευλαβική -όπως και της ΝΔ- προσήλωση στην κερδοφορία του κεφαλαίου.

Ακριβώς αυτή η κερδοφορία η οποία προϋποθέτει τη μισθωτή εργασία και την εκμετάλλευσή της από το κεφάλαιο, καθορίζει τα πλαίσια και τα όρια στα οποία κινείται η κάθε παραλλαγή διαχείρισης του συστήματος.

Η «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑΣ»

Καταγγέλλοντας τον κρατισμό και την ανεξέλεγκτη αγορά σαν «συντηρητική επιλογή», το ΠΑΣΟΚ ανακαλύπτει ότι «συντήρηση σήμερα είναι απόψεις που δαιμονοποιούν το κράτος, όπως και απόψεις που δαιμονοποιούν την αγορά. Αριστερή πολιτική, προοδευτική πολιτική είναι να συνθέτουμε κράτος και αγορά υπέρ της κοινωνίας των πολιτών, χωρίς δογματισμούς».

Κολακεύει τον «πολίτη» ως «ακρογωνιαίο λίθο της ανάπτυξης» και τον καλεί να στηρίξει χωρίς δογματισμούς την «αναπτυξιακή προσπάθεια». Υποστηρίζει ότι χάρη σε αυτή την προσπάθεια επιτεύχθηκαν «σημαντικά βήματα σταθεροποίησης της οικονομίας» και της ένταξης «στη μεγάλη αγορά του ευρώ» μέχρι σήμερα, ενώ τώρα ήρθε η ώρα για το «ποιοτικό ανταγωνιστικό προϊόν».

Καλεί τους εργαζόμενους, να στηρίξουν χωρίς νοοτροπίες και προκαταλήψεις του παρελθόντος την «προοδευτική» σύνθεση κράτους-αγοράς, για να αναπτυχθούν επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό: «Επιχειρήσεις που κερδίζουν σε ένα καθαρό, νέο και αντιγραφειοκρατικό ρυθμιστικό πλαίσιο κανόνων της αγοράς παράγοντας υπεραξία από την καινοτομία, τη νέα τεχνολογία, τη διορατικότητα και τη φαντασία, όχι από τους χαμηλούς μισθούς και την απαξιωμένη εργασία». Υπόσχεται θεσμικό πλαίσιο απαλλαγής των επιχειρήσεων από τα βάρη της γραφειοκρατίας του δημοσίου και την απαλλαγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας «από τα φορολογικά, τραπεζικά και κρατικά βαρίδια που την καθηλώνουν».

Συμπέρασμα

Για το ΠΑΣΟΚ η διαχωριστική γραμμή προόδου-συντήρησης δεν τοποθετείται βέβαια στην αντίθεση μισθωτής εργασίας κεφαλαίου, ούτε καν στις αντιθέσεις των μονοπωλίων με τους αυτοαπασχολούμενους ή και τις μικρές επιχειρήσεις. Γι’ αυτό εφευρίσκει στη σχέση κράτους-αγοράς, το περιεχόμενο μεταξύ προόδου-συντήρησης.

Δεν είναι τυχαίο, ότι επιχειρεί να ισορροπήσει ιδεολογικά μεταξύ του αστικού φιλελευθερισμού και της εγκατάλειψης της παλαιάς σοσιαλδημοκρατίας. Σημεία ισορροπίας είναι οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για «προοδευτική σύνθεση κράτους-αγοράς», για «κράτος και αγορά υπέρ της κοινωνίας των πολιτών».

Σε συνθήκες κρίσης του συστήματος που με αντιφάσεις και δυσκολίες πραγματοποιείται η αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου, το ΠΑΣΟΚ προτάσσει και διεκδικεί να εφαρμόσει μια βαθιά ταξική πολιτική υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου με αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης.

Η θέση του ΠΑΣΟΚ περί επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι αποκαλυπτική για το ταξικό περιεχόμενο του εκσυγχρονισμού των κρατικών λειτουργιών που υπόσχεται. Επιχειρεί να μονοπωλήσει τη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας δημόσιας διοίκησης πιο λειτουργικής και λιγότερο δαπανηρής, εκσυγχρονισμένης, ως μηχανισμού άσκησης της εξουσίας του κεφαλαίου.

Τα περί κράτους «πιο κοντά στον πολίτη», με «κοινωνική ευαισθησία» είναι το κερασάκι στην τούρτα του κράτους, στην υπηρεσία του κεφαλαίου.

Ετσι, οι λειτουργίες του πολιτικού καθεστώτος αποσπώνται από την οικονομία, η αγορά (δηλαδή ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής) πρέπει να θεωρείται δεδομένη και αναγκαία συνθήκη, πάνω στην οποία τα λαϊκά στρώματα έχουν να επιλέξουν τη μια ή την άλλη εκδοχή διαχείρισης, στην πραγματικότητα όμως τη μια και μοναδική επιλογή διατήρησης και ενδυνάμωσης του οικονομικού-πολιτικού συστήματος του ιμπεριαλισμού. Σε αυτή τη βάση οι μισθωτοί καλούνται να στηρίζουν την επιχειρηματική ανταγωνιστικότητα, παραιτούμενοι από το όπλο της ταξικής τους πάλης, των διεκδικήσεών τους απέναντι στην εργοδοσία και το κράτος της.

ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Το ΠΑΣΟΚ προβάλλει την αναγκαιότητα, να προωθηθεί με γρήγορους ρυθμούς η πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Συσχετίζει την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας με την προώθηση των αναδιαρθρώσεων.

Σχολιασμός

Πέραν όσων αναφέρθηκαν στους σχολιασμούς, επισημαίνεται ότι ο καπιταλισμός ποτέ δεν έλυσε το πρόβλημα της ανεργίας, ούτε γενικά στο παρελθόν, ούτε ειδικότερα σε περιόδους ανοδικής φάσης του καπιταλιστικού κύκλου της κρίσης. Ιδιαίτερα την τελευταία 5ετία, εκδηλώνεται ως γενική τάση στην καπιταλιστική ΕΕ (π.χ. Γερμανία) η άνοδος της ανεργίας, με τη μεταφορά ορισμένων βιομηχανικών επενδύσεων σε χώρες με φθηνή εργατική δύναμη κλπ.

Αλλωστε, είναι ενδογενές πρόβλημα του καπιταλισμού, από τη μια να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας και από την άλλη, να μην αντισταθμίζει την απώλεια θέσεων λόγω της ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας.

Η τεχνολογική πρόοδος και η συνθετότητα στη χρήση των μηχανημάτων απαιτεί περισσότερη δεξιότητα και επαγγελματική κατάρτιση, για τη μετακίνηση του εργατικού δυναμικού από τον ένα κλάδο στον άλλο, ακολουθώντας τις μετακινήσεις του βιομηχανικού και εμπορικού κεφαλαίου. Αυτή την ανάγκη επιχειρούν να καλύψουν τα προγράμματα της δια βίου κατάρτισης, στην εποχή της «γνώσης» και των «ραγδαίων αλλαγών», βεβαίως από τη σκοπιά της ευέλικτης και φθηνότερης εργατικής δύναμης για το κεφάλαιο.

Οι νεότερες ηλικίες εργαζομένων, οι τρίτης ηλικίας και οι γυναίκες χρησιμοποιούνται σαν πολιορκητικός κριός για να περάσουν σε μεγαλύτερη κλίμακα, η μερική απασχόληση και το ελαστικό ωράριο.

Ακόμη περισσότερο με τα καλέσματα στους πολίτες της «κοινωνίας της αλληλεγγύης και της ευημερίας», και της «αποκέντρωσης του κράτους», η σοσιαλδημοκρατία επιδιώκει να καταστήσει αυτά τα τμήματα της εργατικής τάξης, φορέα της ταξικής συνεργασίας και ενσωμάτωσης.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Διαβεβαιώνει ότι δε φοβάται να συζητήσει το ασφαλιστικό. Πέρα από δήθεν φιλολαϊκές αοριστολογίες, για να χρυσώσει το χάπι, το ΠΑΣΟΚ υιοθετεί και έχει δρομολογήσει ως κυβέρνηση, νομοθετικές ρυθμίσεις (Ρέππα) κατεδάφισης της κοινωνικής ασφάλισης.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ

Αντιλαμβάνεται την «κοινωνική πρόνοια ως φιλανθρωπικό ίδρυμα που θα βοηθά τον αδύναμο» με τη λειτουργία θεσμών, οργανισμών και μη κυβερνητικών οργανώσεων.

Προτείνει την αξιολόγηση από μηδενική βάση της κοινωνικής αποδοτικότητας, των δαπανών για ασφάλιση - υγεία - πρόνοια και την επανεξέταση για ένα «δικαιότερο και αναλογικότερο επιμερισμό του κόστους, και μάλιστα με τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνικών και των περιφερειακών θεσμών. Η αποκέντρωση του νοσοκομειακού, του ασφαλιστικού και του προνοιακού συστήματος καθίσταται έτσι επείγουσα προτεραιότητα για την ίδια την επιβίωση και ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους».

Σχολιασμός

Το ΠΑΣΟΚ διαμορφώνει διλήμματα, στη βάση υπαρκτών προβλημάτων στο «δημόσιο» σύστημα υγείας-πρόνοιας (π.χ. λίστες αναμονής, άθλιος ξενοδοχειακός εξοπλισμός, ελλείψεις προσωπικού κλπ.), που είναι αποτελέσματα της δικής του αντιλαϊκής πολιτικής, προκειμένου να αποσπάσει τη λαϊκή συναίνεση για την περαιτέρω εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών και ιδρυμάτων αυτού του χώρου, τη μεγαλύτερη σύνδεσή τους με την ιδιωτική ασφάλιση και γενικότερα τη δραστηριότητα του κεφαλαίου στον τομέα της υγείας-πρόνοιας.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

Για την Παιδεία επαναλαμβάνει τις κατευθύνσεις της Μπολόνια. Στις θέσεις επαναλαμβάνονται επιγραμματικά, η δια βίου κατάρτιση, η αξιολόγηση εκπαιδευτικών και ιδρυμάτων, η οικονομική αυτοτέλεια των Πανεπιστημίων, το πολλαπλό βιβλίο, οι δύο κύκλοι σπουδών στην ανώτατη παιδεία, η ανάθεση της υλοποίησης της εκπαιδευτικής πολιτικής στην τοπική αυτοδιοίκηση κλπ.

Διατυπώνει τη θέση για τη δημιουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, που θα πιστοποιούνται και θα ελέγχονται από το κράτος. Καταδικάζει τον «κρατικό πατερναλισμό» και διακηρύσσει την αναγκαιότητα απελευθέρωσης από αυτόν της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Σχολιασμός

Το ΠΑΣΟΚ όπως και η ΝΔ υπερασπίζεται την υποταγή της εκπαιδευτικής διαδικασίας στις ανάγκες του κεφαλαίου, στη λογική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και της εμπορευματοποίησής της.

Τα περί «αποκέντρωσης» είναι ο δρόμος για την αποδιάρθρωση του ενιαίου και δημόσιου χαρακτήρα του εκπαιδευτικού συστήματος.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟ

Το ΠΑΣΟΚ, τις θέσεις του για εμπορευματοποίηση του αθλητισμού, τις διατυπώνει με ανώδυνη κριτική του «υπερεπαγγελματισμού» και θολές αναφορές «περί χρήσης» των νέων αθλητικών εγκαταστάσεων από τους πολίτες και τις «τοπικές κοινωνίες», υποστηρίζοντας ότι «μέσα από διοικητικά σχήματα που κατά προτεραιότητα εξασφαλίζουν τη συνεργασία των αθλητικών φορέων και της αυτοδιοίκησης», θα αξιοποιείται η «εμπειρία και ο δυναμισμός των ιδιωτικών φορέων».

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ

Το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι αυτά τα προβλήματα αντιμετωπίζονται με μια «νέα ανάπτυξη, ισόρροπη - βιώσιμη - ανθρωποκεντρική».

Προτείνει τη δραστική ανακατανομή των επενδυτικών πόρων του Δ΄ ΚΠΣ υπέρ των περιφερειών. Ποιοι θα καρπωθούν αυτούς τους πόρους; Μα φυσικά οι επιχειρήσεις που ανταποκρίνονται στην «εξωστρέφεια και ανταγωνιστικότητα», η «βιώσιμη βιομηχανία και μεταποίηση».

Για τους φτωχούς αγρότες θύματα της ΚΑΠ, που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, προτείνεται ο οικολογικός αναπροσανατολισμός της παραγωγής, η προσαρμογή της αγροτικής οικονομίας στο κλιματολογικό πλεονέκτημα και τη «μεσογειακή διατροφή».

Για τους εργαζόμενους της υπαίθρου «συμμετοχική δημοκρατία» σημαίνει ενίσχυση της «περιβαλλοντικής συνείδησης» και συνευθύνη των συλλογικών φορέων και των ατόμων, στις καταστροφικές ευθύνες της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της έλλειψης κρατικής μέριμνας για την προστασία του περιβάλλοντος.

Το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο δεν αμφισβητεί την πολιτική των ποσοστώσεων και της μείωσης της αγροτικής παραγωγής και της εισαγωγικής διείσδυσης αλλά υποστηρίζει τις αναδιαρθρώσεις εντός της ΕΕ και την πολιτική συγκέντρωσης της γης σε ακόμα πιο λίγα χέρια.

Το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ψήφιση της ενδιάμεσης αναθεώρησης της ΚΑΠ που έγινε επί ελληνικής Προεδρίας (2003). Αναθεώρηση που επιταχύνει το ξεκλήρισμα των μικρομεσαίων αγροτών για να συγκεντρωθεί η γη και η παραγωγή σε λίγους μεγαλοαγρότες-επιχειρηματίες, αποδιαρθρώνει παραγωγικά την ύπαιθρο και ενισχύει την κερδοφορία των εμποροβιομηχάνων.

Ως αντιπολίτευση προτείνει στην ΝΔ συνολική αποδέσμευση των επιδοτήσεων από την παραγωγή εκτιμώντας ότι αυτή η πρόταση θα λειτουργήσει ψηφοθηρικά υπέρ του και αδιαφορώντας για το ότι θα συρρικνώνει και θα υποβαθμίσει ποιοτικά την αγροτική παραγωγή.

ΤΟ «ΝΕΟ» ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ Η «ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

ΤΟ «ΝΕΟ» ΠΑΣΟΚ

Το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει ως αντικειμενική την «πρόκληση» αλλαγής του, ως κόμμα της σοσιαλδημοκρατίας που κινήθηκε στη γραμμή της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής.

Επιχειρεί να παρουσιαστούν όλες οι ιδεολογικές - πολιτικές του αναφορές, ως ανανεωμένες και εκσυγχρονισμένες, να γίνει πειστικός ο πολιτικός του λόγος και η πρότασή του για τη λεγόμενη κεντροαριστερά, να εξαπατήσει τη λαϊκή πλειοψηφία ώστε να περνά ανώδυνα για το σύστημα, χωρίς αμφισβητήσεις, η πολιτική υπέρ του κεφαλαίου και να θωρακίζεται η εξουσία του.

Η δήθεν αυτοκριτική, το πυροτέχνημα «το ΠΑΣΟΚ αλλάζει», δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια για να κρύψει το παρελθόν και τη συνέχειά του, με το αντιλαϊκό κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ.

Προβάλλει την πολιτική του ως μονόδρομο για την Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι «Η δημοκρατική ανατροπή έρχεται συνέχεια των ιστορικών κύκλων της αλλαγής και του εκσυγχρονισμού για να αλλάξει ξανά τα πράγματα στη χώρα. Με την αλλαγή οδηγήσαμε στην Ελλάδα των Ελλήνων. Με τον εκσυγχρονισμό οδηγήσαμε στην Ελλάδα της Ευρώπης. Με τη δημοκρατική ανατροπή θέλουμε να οδηγήσουμε στην Ελλάδα της κοινωνικής ευημερίας και Αλληλεγγύης».

Η κριτική του προς τη ΝΔ γίνεται από τη σκοπιά της επιτάχυνσης των φιλελεύθερων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και υποστηρίζοντας ότι όντας στην κυβέρνηση είχε κάνει διαρθρωτικές αλλαγές στο χώρο της εργασίας, αλλά δεν τις είχε ολοκληρώσει. Εξαγγέλλει, δίνοντας χείρα βοηθείας στη ΝΔ, ότι «πρέπει να προωθηθούν μιας νέας γενιάς διαρθρωτικές αλλαγές».

Η πολιτική του υπέρ του κεφαλαίου περιβάλλεται με το μανδύα της «ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατικής ρύθμισης», της Ευρώπης που θα πρωτοπορήσει στον «παγκόσμιο ανταγωνισμό».

Το δέλεαρ διαφοροποίησης από τη ΝΔ που προβάλλει είναι η σύνδεση «του πολιτικού φιλελευθερισμού με το σύγχρονο σοσιαλισμό». Σε αυτό αναζητά πολιτικούς συμμάχους, αναλαμβάνοντας, σύμφωνα με το κείμενο των πολιτικών θέσεων, «αναγκαίες πρωτοβουλίες για τη σύγκλιση του ευρύτερου χώρου της Κεντροαριστεράς» και για να σχεδιάσει «μια νέα στρατηγική συμμαχιών ιδιαίτερα με το χώρο της ανανεωτικής αριστεράς».

Ωστόσο, δεν είναι αποκλειστικότητα του ΠΑΣΟΚ η διάνθιση της αντιλαϊκής πολιτικής με λαοπλάνες ορολογίες. Ο Πρόεδρος της ΝΔ, στις 19.3.2004 σε συνεδρίαση της ΚΕ της, διακήρυττε: «Βασική επιδίωξή μας είναι να υπάρχει συνεννόηση, σύνθεση απόψεων, συνένωση δυνάμεων, στα μεγάλα ζητήματα της χώρας και της ελληνικής κοινωνίας. Αυτά που λέγαμε ως Αντιπολίτευση, τα λέμε και τώρα. Αυτά που λέγαμε ως Αντιπολίτευση, τα επιδιώκουμε και τα προωθούμε σήμερα, με πλήρη συναίσθηση ευθύνης. Εχουμε τη γενναιότητα να κάνουμε επιλογές που ενισχύουν την ενότητα των Ελλήνων. Εχουμε τη θέληση να αναζητούμε και να αξιοποιούμε καινούργιες ιδέες, βγαλμένες από την ίδια την κοινωνία. Δε διεκδικούμε το αλάθητο. Διεκδικούμε, όμως, το καλύτερο δυνατό, για όλους τους Ελληνες πολίτες. Εχουμε ανοικτά και τα μάτια και τα αυτιά μας. Βλέπουμε από κοντά τα προβλήματα και ακούμε καθαρά τα αιτήματα της κοινωνίας. Προχωρούμε μαζί με την κοινωνία. Χωρίς αιφνιδιασμούς. Αλλά με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα. Προχωρούμε με συνεννόηση και συνεργασία».

Συμπέρασμα

Το «νέο» ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να βγει επιθετικά, σε σχέση με την εγκατάλειψη παλαιότερων θέσεων και πολιτικών επιλογών, με την εφαρμογή των οποίων διαμορφώθηκαν συμφέροντα μεσαίων στρωμάτων, π.χ. γύρω από τον κρατικό τομέα. Σαν ιστορική συνέχεια του «παλιού», το «νέο» ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να αποδείξει ότι η δική του πολιτική διαχείρισης του συστήματος είναι η μόνη αποτελεσματική στις σημερινές συνθήκες, που παρέχει εχέγγυα και αποτελέσματα σε όλη την ιστορική διαδρομή και εγγυάται την υλοποίηση του οράματος για την Ελλάδα, την Ευρώπη.

Χρησιμοποιεί ιστορικά διαμορφωμένες έννοιες όπως δημοκρατία, πρόοδος, αριστερά, σοσιαλισμός, διαστρεβλώνοντας το ταξικό τους περιεχόμενο. Τις χειρίζεται σαν δούρειο ίππο για να εκμαυλίσει τη λαϊκή συνείδηση, να την καθυποτάξει στον «ευρωμονόδρομο» και στο πολιτικό σύστημα κυριαρχίας των μονοπωλίων, να οικειοποιηθεί τη δυσαρέσκεια από την αντιλαϊκή πολιτική της ΝΔ.

Η «ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» ΚΑΙ «Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ»

Δεν είναι απλώς προπαγανδιστικό αντιπολιτευτικό επιχείρημα, ένα «λίφτινγκ» στην αντιλαϊκή πολιτική παρουσία του ΠΑΣΟΚ και στη δυσαρέσκεια των λαϊκών μαζών σε αυτή. Ούτε μόνο η «εφεύρεση» διαχωριστικής γραμμής από την ταυτόσημη αντιλαϊκή πολιτική της ΝΔ, για να ενισχύσει τη δυνατότητα επανόδου του στην κυβερνητική εξουσία, την οποία και βέβαια θέτει σαν βασικό πολιτικό στόχο.

Το ΠΑΣΟΚ θέτει ως εξής τη σχέση μεταξύ κομματικών, κρατικών δομών και προώθησης της πολιτικής του: «αν οι σημερινές δομές που εμπεδώσαμε στον προηγούμενο ιστορικό κύκλο είναι ικανές από άποψη μεγέθους θεσμικής συγκρότησης, επάρκειας πόρων και διοικητικών αρμών να εγγυηθούν το νέο αναπτυξιακό σχέδιο. Αν μπορούν να ανταγωνιστούν τις ευρωπαϊκές περιφέρειες, να σηκώσουν το βάρος της πραγματικής σύγκλισης, να αναζωογονήσουν τον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό. Ενα νέο ρεύμα ριζικής αποκέντρωσης πρέπει να διατρέξει τη χώρα και να συμπεριλάβει σειρά από ριζοσπαστικές αλλαγές στους θεσμούς της διακυβέρνησης, στη δομή και τη λειτουργία του κράτους, στο σύστημα κοινωνικής διαβούλευσης και στο πολιτικό σύστημα. Μιλάμε για τη νέα προοδευτική και συμμετοχική διακυβέρνηση».

Η περίφημη «συμμετοχική δημοκρατία» υιοθετεί τα ιδεολογικά κατασκευάσματα της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και του νεοφιλελευθερισμού της «κοινωνίας των πολιτών και της αλληλεγγύης», της «κοινωνικής οικονομίας», «της αναδιανομής ρόλων και αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην κεντρική διοίκηση και την περιφέρεια». Στην πολιτική περί της «κοινωνίας των πολιτών» και της αξιοποίησης των «μη κυβερνητικών οργανώσεων», το ΠΑΣΟΚ συμπίπτει με τη ΝΔ η οποία προτείνει στο Κυβερνητικό της Πρόγραμμα: «Η ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών και των μη κυβερνητικών οργανώσεων, προβάλλει το πνεύμα αλληλεγγύης της σύγχρονης Ελλάδας. Στόχος της Νέας Δημοκρατίας είναι να επιτευχθεί ένας συναινετικός συντονισμός για την ανθρωπιστική, επισιτιστική και αναπτυξιακή βοήθεια, μέσω της υλοποίησης δράσεων και προγραμμάτων μη κυβερνητικών οργανώσεων».

ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, παρά τις διαφορετικές διατυπώσεις, υλοποιούν τις κατευθύνσεις για την «κοινωνία των πολιτών» και την «κοινωνική οικονομία», όπως αυτές περιγράφονται στις αποφάσεις του ΟΟΣΑ, στη Διάσκεψη υπουργών Κοινωνικής Πολιτικής τον Ιούνη του 1998, για την εφαρμογή μιας πολιτικής που θέτει στόχο «το κράτος που ρυθμίζει το κοινωνικό περιβάλλον, αντί του κράτους που χορηγεί κοινωνικές παροχές».

Στην ίδια Διάσκεψη καθορίστηκε το περιεχόμενο, οι τομείς και ο χαρακτήρας των φορέων υλοποίησης της «κοινωνικής οικονομίας» ως εξής:

«Η κοινωνική οικονομία, ο τρίτος τομέας της οικονομίας απαρτίζεται από συνεταιρισμούς, ταμεία αλληλοβοήθειας, ενώσεις, ιδρύματα... Ο τρίτος τομέας εντάσσεται σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, από τις κοινωνικές υπηρεσίες, τη φροντίδα για την υγεία. Την παιδεία, την κατοικία, τον πολιτισμό, τη θρησκεία, μέχρι πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη, την απασχόληση, τα ταμεία υγείας και σύνταξης, τους αγροτικούς και αστικούς συνεταιρισμούς. Οι οργανισμοί κοινωνικής οικονομίας έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά:

Την οργάνωσή τους με επιχειρηματικό πνεύμα.

Την επιδίωξη οικονομικών και κοινωνικών στόχων ταυτόχρονα».

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΥΝΟΨΙΣΗ

Το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι η επιτάχυνση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, η ενίσχυση του πολυεθνικού κεφαλαίου και του ρόλου της Ελλάδας σαν περιφερειακής δύναμης, συνδέεται με μια σειρά απαραίτητες για το σύστημα αναπροσαρμογές στη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών και των θεσμών, αλλά και των κομματικών δομών.

Η «υπερταξική» παρουσίαση θεσμών, κράτους, είναι αναπαλαίωση οπορτουνιστικών θεωριών των αρχών του 20ού αιώνα.

Η «δημοκρατική συμμετοχή» είναι το όχημα της λαϊκής «συνδιαχείρισης» και «συνυπευθυνότητας» στην κυβερνητική πολιτική που εκφράζει τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει τη σύμφυση κράτους - μονοπωλίων σαν μια σχέση που νομιμοποιείται στην «κοινωνία των πολιτών», αρκεί τα συμβαλλόμενα μέρη να τηρούν τους κανόνες του «υγιούς ανταγωνισμού» και του «κοινωνικού δικαίου». Προσπαθεί έτσι να συγκαλύψει ότι το κράτος εκφράζει τα συμφέροντα του κεφαλαίου, αποτελεί το μεγαλύτερο «κόμμα» του.

Η ταξικά διαιρεμένη κοινωνία παρουσιάζεται σαν «κοινωνία των πολιτών» που στα όρια της πρέπει να συμβιώνουν με «ίσες ευκαιρίες» επιχειρηματίες και εργαζόμενοι. Στην ταξική πάλη και το συλλογικό αγώνα αντιπαραθέτει την εργασιακή ειρήνη, τον ατομικισμό, την ατομική ευθύνη, τη φιλανθρωπία ως μέσο για την κάλυψη των πιο υποβαθμισμένων αναγκών.

Το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει μέσα από τη δράση των «μη κυβερνητικών οργανώσεων», «ομάδων αλληλοβοήθειας» να φορτώσει στο λαό τα βάρη και τις ευθύνες υλοποίησης της κρατικής πολιτικής στον κοινωνικό τομέα.

Σε αυτή τη λογική, υποστηρίζει ότι οι «μη κυβερνητικές οργανώσεις», αλλά και το οργανωμένο κίνημα και οι μαζικοί φορείς, οι τοπικές οργανώσεις του ΠΑΣΟΚ οφείλουν να δρουν σαν ομάδες αλληλοβοήθειας, που σε τοπικό επίπεδο θα βοηθούν άνεργους, γυναίκες, ηλικιωμένους, άτομα με ειδικές ανάγκες κλπ.

Σε αντιπαράθεση με την ταξική γραμμή στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα το ΠΑΣΟΚ στήριξε και στηρίζει τον εργοδοτικό-κυβερνητικό συνδικαλισμό, τη μετατροπή του σε βασικό συνεργάτη των μη κυβερνητικών οργανώσεων, που θα έχει βασική του επιδίωξη να πείσει τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους να «αυτοδιαχειρίζονται» τη φτώχια και την εξαθλίωσή τους.

Η απάντηση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της σε αυτή την αντιδραστική γραμμή είναι η συγκρότηση και ενίσχυση ενός κινήματος που θα προβάλλει τις δικές του διεκδικήσεις και θα συγκρούεται με την εργοδοσία, τις κυβερνήσεις και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, στην κατεύθυνση και την προοπτική ανατροπής της αντιλαϊκής πολιτικής και εξουσίας.

Μπροστά στις εκτιμώμενες από το ΠΑΣΟΚ δυσκολίες για εφαρμογή της αντιδραστικής πολιτικής, προτείνει αναπροσαρμογές στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος που τις παρουσιάζει σαν προοδευτικές, εκείνες που κατά την γνώμη του, θα θωρακίζουν το πολιτικό σύστημα από την πάλη του εργατικού κινήματος και την προοπτική που ανοίγει ο δρόμος της αντιιμπεριαλιστικής γραμμής πάλης και συσπείρωσης δυνάμεων για τη συγκρότηση του Λαϊκού Μετώπου.

Η πρόταση του για τη «συμμετοχική δημοκρατία», για το «νέο, ανοιχτό κόμμα στην κοινωνία», τη «Δημοκρατική Ανατροπή» που θα οδηγήσει «από τον πανταχού παρόντα κρατισμό στη δημιουργική ελευθερία του πολίτη και στη δημοκρατική πολιτεία του 21ου αιώνα» χρειάζονται συστηματικότερη παρακολούθηση και αποκάλυψη, πρώτα απ’ όλα μέσα στο κίνημα.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ, βασισμένο στο Κείμενο Πολιτικών Θέσεων, τη Διακήρυξη και την εισήγηση του Γεωργίου Α. Παπανδρέου στο 7ο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, το Μάρτη του 2005.