Εννοούνται οι Καρλ Χέχμπεργκ (Karl Hοchberg), Εντουαρντ Μπέρνσταϊν (Eduard Bernstein) και Καρλ Αουγκουστ Σραμ (Karl August Schramm), οι οποίοι είχαν δημοσιεύσει ένα άρθρο με τρία αστεράκια στα «Χρονικά για κοινωνικές επιστήμες και κοινωνική πολιτική», 1ο έτος, 1ο μισό, Ζυρίχη - Ομπερστρας 1879. Σε αυτό το άρθρο έκαναν έκκληση να εγκαταλειφθεί ο προλεταριακός χαρακτήρας του Κόμματος και η προλεταριακή ταξική πάλη.
Με την ανακοίνωση του «Νόμου για τους σοσιαλιστές» ήδη, τρία χρόνια μετά από το «συμβιβασμό» της Γκότα, φάνηκαν οι συνέπειες: Αύξηση του οπορτουνισμού στο κομματικό προεδρείο και στην ομάδα του στο Ράιχσταγκ. Η απάντηση του κομματικού προεδρείου και της ομάδας του Ράιχσταγκ στον «Εκτακτο Νόμο» του Μπίσμαρκ του Οκτώβρη 1878 ήταν η απόφαση να αυτοδιαλυθεί το Κόμμα. Εκαναν έκκληση σε όλες τις τοπικές κομματικές οργανώσεις να πάρουν τις αντίστοιχες αποφάσεις. Ο Μπέμπελ και οι επαναστάτες εργάτες πρόβαλαν επιτροπές υποστήριξης και ξεκίνησαν τον παράνομο αγώνα ενάντια στην βοναπαρτιστική δικτατορία του Μπίσμαρκ. Η συμπεριφορά αυτή των επαναστατών εργατών απέναντι στην κομματική ηγεσία δείχνει ότι ακόμα και η κομματική πειθαρχία έχει τα όριά της. Αν μια κομματική ηγεσία παραιτηθεί από το προλεταριακό περιεχόμενο, τον ταξικό χαρακτήρα του κόμματος και ξεπέφτει σε οπορτουνιστικές επιδιώξεις γλοιώδους προσέγγισης με τη μπουρζουαζία, τότε είναι χρέος των συντρόφων με ταξική συνείδηση να αντισταθούν μέσα στο κόμμα. Η σοσιαλδημοκρατία είχε πετύχει, μετά από το 1875, σημαντικές επιτυχίες στις εκλογικές μάχες. Με τεράστιες προσπάθειες και πολλές θυσίες, απόκτησαν ψηλό βαθμό ελευθερίας Τύπου, συνεταιρίζεσθαι και συνέρχεσθαι.
Ο Ενγκελς έγραφε το Μάρτη του 1879: «Ωστόσο, αυτή η νόμιμη κινητοποίηση οδήγησε μερικούς στο να πιστέψουν ότι δε χρειαζόταν να γίνει τίποτα περισσότερο για την κατάκτηση της τελικής νίκης του προλεταριάτου. Σε μια χώρα τόσο φτωχή σε επαναστατικές παραδόσεις, όσο η Γερμανία, αυτό θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνο. Ευτυχώς, η βάναυση δράση του Μπίσμαρκ και η δειλία της γερμανικής αστικής τάξης που τον υποστηρίζει, άλλαξαν τα πράγματα. Οι Γερμανοί εργάτες είχαν δοκιμάσει το πόσο αξίζουν οι συνταγματικές ελευθερίες, όταν το προλεταριάτο αποφασίζει να τις πάρει στα σοβαρά και να τις χρησιμοποιήσει για να καταπολεμήσει την καπιταλιστική κυριαρχία. Αν υπήρχαν ακόμα κάποιες ψευδαισθήσεις σχετικά μ’ αυτό το θέμα, ο φίλος Μπίσμαρκ τις διέλυσε βίαια....»[1].
Ο οπορτουνισμός πήρε τη «θεωρητικά» επεξεργασμένη μορφή του από τους τρεις της Ζυρίχης στο ως άνω αναφερόμενο άρθρο. Αυτό αποτέλεσε αφορμή για τους Μαρξ-Ενγκελς να πάρουν θέση ως προς τον οπορτουνισμό αυτό σε μια «εγκύκλιο επιστολή» στους Μπέμπελ, Λίμπκνεχτ, Μπράκε και άλλους την 17/18 Σεπτέμβρη 1879.
Οι «τρεις αστέρες» είχαν απευθύνει μια έκκληση στο Κόμμα να παραιτηθεί από το μονόπλευρο χαρακτήρα σαν εργατικό κόμμα και να ανοιχτεί προς όλους τους ειλικρινείς δημοκράτες. Στην κορυφή του Κόμματος, έπρεπε «να παρελαύνουν οι ανεξάρτητοι αντιπρόσωποι της επιστήμης και όλοι οι άντρες που διέπονται από αληθινή αγάπη για τον άνθρωπο». Επρεπε να παραιτηθεί το Κόμμα από τη «μονόπλευρη πάλη των συμφερόντων των βιομηχανικών εργατών», γιατί αυτό απότρεπε τους πολίτες. Αν το κόμμα εγκατέλειπε το μονόπλευρο προλεταριακό χαρακτήρα του και θα «ανοιγόταν» αντίστοιχα, τότε θα έρχονταν και «πολυάριθμοι οπαδοί από τους κύκλους των μορφωμένων και ιδιοκτητριών τάξεων. Αυτούς, όμως, έπρεπε πρώτα να τους κερδίσουν ...». Ο γερμανικός σοσιαλισμός, έγραφαν, «έδωσε πάρα πολλή σημασία στο να κερδίσει τις μάζες και παρέλειψε να κάνει ενεργή προπαγάνδα στα ... ανώτερα στρώματα της κοινωνίας». Οι «τρεις αστέρες» βεβαίωσαν ότι δεν ήθελαν να εγκαταλειφθούν το Κόμμα και το Πρόγραμμα, αλλά είχαν τη γνώμη,.... «για πολλά χρόνια ακόμα έχουμε να κάνουμε αρκετή δουλιά, αν θέλουμε να στρέψουμε όλες τις δυνάμεις μας, όλη την ενέργειά μας στην επίτευξη ορισμένων, κοντινών στόχων οι οποίοι πρέπει να επιτευχθούν κάτω από όλες τις συνθήκες, προτού σκεφτούμε την πραγματοποίηση περαιτέρω επιδιώξεων».
Το γεγονός ότι οι Αϊζενάχερ ήταν το 1871 κατά τρόπο διεθνιστικό και αλληλέγγυο με το μέρος των Παρισινών Κομμουνάρων, είχε ως μειονέκτημα «ότι απομάκρυνε από μας πολλούς συμπαθούντες και γενικά μεγάλωσε το μίσος της αστικής τάξης ενάντιά μας και ακόμα, το Κόμμα δεν είναι εντελώς ανεύθυνο για τη θέσπιση του Νόμου του Οκτώβρη γιατί μεγάλωσε άσκοπα το μίσος της αστικής τάξης»[2].
Αν διαβάσεις σήμερα αυτά τα αποφθέγματα των τριών της Ζυρίχης, θα μπορούσες να νομίζεις ότι πάρθηκαν από τις αντιλήψεις σημερινών ηγετών του PDS (Κόμματος του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού). Βάλτε μονάχα στη θέση της «Παρισινής Κομμούνας» τη ΓΛΔ ή, ακόμα χειρότερα, το Μίλκε (Mielke) ή το Στάλιν και τότε για πολλά πρωτοπαλίκαρα άλλων, αυτοαποκαλούμενων κομμουνιστικών κομμάτων, που αισθάνονται υποχρεωμένοι στη «νέα σκέψη», αυτές οι εκφράσεις θα ήταν παρμένες από την καρδιά τους.
Σημαντικότερα από την κριτική αυτή στα οπορτουνιστικά αυτά αποφθέγματα είναι τα κριτήρια που παρουσίασαν ο Μαρξ και ο Ενγκελς στην Εγκύκλιο Επιστολή τους, σχετικά με την είσοδο αστών διανοουμένων στο Κόμμα.
Ανάμεσα σε άλλα είναι και τα εξής:
«Πρώτο, τα άτομα αυτά για να ωφελήσουν το προλεταριακό κίνημα, πρέπει να φέρουν μαζί τους πραγματικά στοιχεία μόρφωσης...
Δεύτερο. ... να μην κουβαλάνε μαζί τους υπολείμματα από αστικές, μικροαστικές κλπ. προλήψεις, αλλά να αφομοιώσουν χωρίς περιστροφές τον προλεταριακό τρόπο αντίληψης. Οι κύριοι όμως αυτοί ... είναι πέρα για πέρα φορτωμένοι με αστικές και μικροαστικές αντιλήψεις. Σε μια χώρα τόσο μικροαστική σαν τη Γερμανία, οι αντιλήψεις αυτές έχουν βέβαια τη δικαίωσή τους. Αλλά μονάχα έξω από το σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα. Αν οι κύριοι αυτοί συγκροτηθούν σαν σοσιαλδημοκρατικό μικροαστικό κόμμα, τότε είναι απόλυτα μες στο δίκιο τους. Θα μπορούσε κανείς τότε να διαπραγματεύεται και, ανάλογα με τις περιστάσεις, να συνασπίζεται μαζί τους κλπ. Μέσα, όμως, σε ένα εργατικό κόμμα, είναι νόθο στοιχείο. Αν υπάρχουν λόγοι να τους ανεχόμαστε, για την ώρα, εκεί μέσα, έχουμε την υποχρέωση μόνο να τους ανεχόμαστε, να μην τους επιτρέπουμε, όμως, καμιά επιρροή στη καθοδήγηση του κόμματος, να έχουμε πάντα συνείδηση ότι η ρήξη μαζί τους είναι μόνο ζήτημα χρόνου» [3]. Με την έννοια αυτή το ΚΟΔΗΣΟ (PDS) μπορεί να θεωρείται κάλλιστα σοσιαλιστικό μικροαστικό κόμμα. Αν όμως περιέρχεται η ηγεσία ενός κομμουνιστικού κόμματος στα χέρια τέτιων ανθρώπων με τις αστικές ή μικροαστικές προκαταλήψεις και συμπεριφορές, «τότε το κόμμα απλώς θα ευνουχιστεί και η προλεταριακή κόψη θα πάψει πια να υπάρχει»[4].
Ο Μαρξ και ο Ενγκελς έκλεισαν την Εγκύκλιο Επιστολή τους με την υπόδειξη ότι «μας είναι αδύνατο να πηγαίνουμε μαζί με ανθρώπους που θέλουν να ξεγράψουν αυτόν τον ταξικό αγώνα από το κίνημα... Αν το νέο κομματικό όργανο πάρει μια στάση που ν’ ανταποκρίνεται στα φρονήματα αυτών των κυρίων, αν είναι αστικό και όχι προλεταριακό, τότε σε μας δεν μένει τίποτα άλλο, όσο και αν θα μας πονούσε αυτό, παρά να ταχθούμε δημόσια ενάντιά του και να διακόψουμε την αλληλεγγύη που είχαμε ως τώρα, αντιπροσωπεύοντας το γερμανικό κόμμα στο εξωτερικό»[5].
Η εγκύκλιος επιστολή είχε συνταχθεί σαν εσωτερικό κομματικό έντυπο και δε δημοσιεύτηκε από τους Μαρξ -Ενγκελς. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1931 στο περιοδικό «Η Κομμουνιστική Διεθνής».
Ηταν φανερό ότι η επιστολή αυτή είχε επηρεάσει εκείνη την εποχή τον Εντουαρντ Μπέρνσταϊν (1850-1932). Σαν συντάκτης της εφημερίδας «Ο σοσιαλδημοκράτης» από το 1881 ως το 1890, έδωσε στην εφημερίδα προλεταριακό-επαναστατικό χαρακτήρα, αλλά και σαν συντάκτης του Προγράμματος της Ερφούρτης έκανε καλή δουλιά. Μόνο μετά το θάνατο του Ενγκελς, μετατράπηκε οριστικά σε ανοιχτό αναθεωρητή του μαρξισμού.
Η πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό δεν είχε τελειώσει, πάντως, με την εγκύκλιο επιστολή. Μετά την πτώση του «Νόμου περί Σοσιαλιστών», οι οπορτουνιστές εμφανίζονταν πάλι ανοιχτά. Ενας, από τα φερέφωνα του οπορτουνισμού, ήταν ο Γκέοργκ Χάινριχ φον Φόλμαρ (Georg Heinrich von Vollmar, 1850-1855), πρώην αξιωματικός της Βαυαρίας, έπειτα σοσιαλδημοκράτης, δημοσιολόγος και συντάκτης, μέλος του Ράιχσταγκ (1881-1887 και 1890-1918). Ο Φόλμαρ έκανε ανενεργούς τους προγραμματικούς στόχους της σοσιαλδημοκρατίας, κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη σαν μέσο για την άρση της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και αποχωρίστηκε επίσημα από την προλεταριακή ταξική πάλη, στην ομιλία του σε μια κομματική συνέλευση στο καφενείο «Ελντοράντο» στο Μόναχο την 1η Ιούνη 1881, που έγινε γνωστή ως «Ομιλία του Ελντοράντο». Ηθελε «να κάνει την προσπάθεια... αν μπορεί να σταθεί μια επαρκής υπεράσπιση των συμφερόντων και των επιδιώξεων του εργαζόμενου λαού πάνω στο έδαφος του επανακτημένου κοινού δικαίου. Αν αυτή η δοκιμή και αυτή η προσπάθεια πετύχουν, τότε κανένας δε θα χαρεί γι’ αυτό περισσότερο απ’ ό,τι εμείς οι σοσιαλδημοκράτες... Οπου συναντούμε καλή βούληση, όπου βλέπουμε φιλεργατικές επιδιώξεις θα είμαστε οι πρώτοι να τις αναγνωρίσουμε, να τις υποστηρίξουμε και να τις αναπτύξουμε...». «Ανοιχτό το χέρι προς την καλή βούληση, γροθιά στην κακή!».
Σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική της γερμανικής αυτοκρατορίας, είχε τη γνώμη ότι «η συμμαχία ανάμεσα στη Γερμανία, την Αυστροουγγαρία και την Ιταλία έτεινε αναμφισβήτητα προς τη διατήρηση της ειρήνης και γι’ αυτό ήταν κάτι το σχετικά καλό». Γι’ αυτό το λόγο, έπρεπε κανείς να «υπερασπιστεί τη συμμαχία αυτή των τριών». Είναι φανερό ότι, με αυτό το απόφθεγμα, άρχισε η εξέλιξή του σε σοβινιστική κατεύθυνση η οποία βρήκε λογικά, στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την πλήρη έκφρασή της στο σοσιαλσοβινισμό.
Ο Φόλμαρ πρόβαλε πέντε κοινωνικοπολιτικά αιτήματα τα οποία, όμως, είχαν αποσυνδεθεί πλήρως από τον προγραμματικό στόχο της σοσιαλδημοκρατίας, δηλαδή να βάλουν τον καπιταλισμό στην άκρη. Αυτό το στόχο είχε «τοποθετήσει στο ασημένιο σκρίνιο, σαν ένα είδος οικογενειακού κειμηλίου» όπως είπε ο Πάουλ Ζίνγκερ (Paul Singer).
Ο Φόλμαρ, λοιπόν, είχε διατυπώσει τα αιτήματά του:
1. Συνέχιση της εργασιακής προστασίας. 2. Απόκτηση ενός πραγματικού δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι. 3. Αποχή από κάθε κρατική ανάμιξη προς όφελος της μιας πλευράς. 4. Νομοθεσία για τη βιομηχανική «πάλη» (εννοούσε τα τραστ, τα συνδικάτα τα οποία δημιουργήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’90). 5. Αρση των τελών επί των τροφίμων.
Πέρα από τις απατηλές αντιλήψεις για το μιλιταριστικό αστυνομικό κράτος, που έχει γαρνιριστεί με κοινοβουλευτικά γνωρίσματα, όλες αυτές οι διεκδικήσεις επρόκειτο να πραγματοποιηθούν μέσω της καλόβολης συνεννόησης με τους καπιταλιστές, χωρίς ταξική πάλη[6].
Στο Συνέδριο της Ερφούρτης (14-20 Οκτώβρη 1891), ο Φόλμαρ, αποκρούστηκε από τους Μπέμπελ, Λίμπκνεχτ, Ζινγκερ και άλλους συντρόφους, οι οποίοι υπερασπίστηκαν τη βασική ουσία της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής: Κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας σαν προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ωστόσο, παρέλειψαν να αποκλείσουν το Φόλμαρ και τους οπαδούς του από το Κόμμα. Και αυτή η παράλειψη πήρε αργότερα πικρή εκδίκηση[7].