Η μεγάλη ύφεση του 1929-‘33 ήταν η έκφραση μιας τέτοιας κρίσης του καπιταλισμού. Η παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή είχε πέσει κατά τουλάχιστον 38% ανάμεσα στο 1929 και το 1932. Στις καπιταλιστικές χώρες σε όλον τον κόσμο, αυξήθηκε επίσης η ανεργία, όπως σε όλες τις προηγούμενες κρίσεις. Ακόμα και οι αστοί στατιστικοί παραδέχθηκαν ότι συνολικά 35 εκατομμύρια ήταν άνεργοι, χώρια από τις οικογένειες των ανέργων και τα εκατομμύρια των αγροτών που περιήλθαν σε ένδεια. Στη Βρετανία τα 22% των εργαζομένων ήταν χωρίς δουλιά και στην Αμερική τα 34%. Σημειώνουμε, ότι στην ίδια περίοδο το επίπεδο της παραγωγής στην ΕΣΣΔ αυξήθηκε κατά 204%.
Η κρίση του 1929-‘33 στον καπιταλιστικό κόσμο κλόνισε όσους θεωρητικούς είχαν προβλέψει ότι δε θα υπήρχαν άλλες κρίσεις στον καπιταλισμό. Η πλήρης αντίθεση με την ανάπτυξη στη Σοβιετική Ενωση αποτελούσε μια πρόκληση για το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Στις καπιταλιστικές χώρες οι εργαζόμενοι άρχισαν να επηρεάζονται ολοένα και περισσότερο από τις σοσιαλιστικές ιδέες. Απαιτούσαν κοινωνική ασφάλεια και δουλειές. Πώς να σωθεί το καπιταλιστικό σύστημα; Αυτή ήταν η κατάσταση, όταν ο John Maynard Keynes ήρθε με τις προτάσεις του για κρατική παρέμβαση ως μέσο αύξησης της αποτελεσματικής ζήτησης.
Πολλά έχουν γραφτεί για τις κεϋνσιανές συνταγές σχετικά με τη διαχείριση της ζήτησης και την κρατική παρέμβαση για τη δημιουργία μιας αποτελεσματικής ζήτησης. Αυτό που ονομάζεται Νέο Σύμφωνο ή και οικονομία της ευημερίας με τις επιδοτήσεις για την κοινωνική ασφάλεια, έγινε μέρος της στρατηγικής της άρχουσας τάξης στην προσπάθειά της να κρατήσει τη ζήτηση σε ψηλά επίπεδα. Το Νέο Σύμφωνο το αποτελούσε ένα πρόγραμμα μαζικών μέτρων ευημερίας με θέσεις εργασίας χρηματοδοτούμενες από την κυβέρνηση. Απαιτούσε μια γρήγορη αύξηση των κυβερνητικών δαπανών μέσω της χρηματοδότησης των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους.
Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτής της προσπάθειας διατήρησης της ζήτησης σε ψηλά επίπεδα προερχόταν από τη βιομηχανία όπλων. Το 1971 τα 30% του ΑΕΠ των ΗΠΑ αγοράστηκε κατ’ ευθείαν από το κράτος και είχε σχέση με τη στρατιωτικοποίηση. Από τη δεκαετία του ‘60 και μετά οι στρατιωτικές δαπάνες έγιναν σημαντικό μέρος των κρατικών προϋπολογισμών σε όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες. Το 1974 οι δαπάνες του ΝΑΤΟ ήταν εφτά φορές υψηλότερες απ’ ό,τι το 1949. Σύμφωνα με το Πρόγραμμα του Κόμματός μας: «Η βιομηχανία όπλων έγινε συστατικό μέρος των προηγμένων καπιταλιστικών οικονομιών, κάτι το οποίο χρησιμεύει στο να κρατήσει στην επιφάνεια τη συνολική ζήτηση».
Πρέπει να κάνουμε την εξής ερώτηση: γιατί κατάρρευσε ο κεϋνσιανισμός; Από πολύ καιρό υπήρχαν στους αστικούς κύκλους θεωρητικές αντιστάσεις ενάντια στις κεϋνσιανές συνταγές. Για παράδειγμα, ο Friedman από τη Σχολή του Σικάγο και ο καθηγητής Hayek από την αυστριακή παράδοση κάτω από τον Von Mises αντιπροσώπευαν δύο γραμμές επίθεσης κατά του Keynes. Ωστόσο, οι άρχουσες τάξεις κατέστειλαν με σθένος αυτές τις εναλλακτικές θεωρίες, διότι οι συνταγές του Κέυνς τους βοήθησαν να έχουν σχεδόν τριάντα χρόνια καπιταλιστικής ανάπτυξης χωρίς μεγάλες κρίσεις.
Η κριτική μας στον Κέυνς πηγάζει από το γεγονός ότι προσπαθούσε να λύσει την κρίση του καπιταλισμού σε βάρος των εργαζομένων και αυτό μάλιστα χωρίς να κατανοεί τη φύση των προβλημάτων του καπιταλισμού. Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο Κέυνς δε διάβασε ποτέ Μαρξ. Δεν ήταν σε θέση να καταλάβει το δάσκαλο. Σε μια διαβόητη επιστολή του το 1935 στον Bernard Shaw, ο οποίος τον είχε πιέσει να διαβάσει Μαρξ, έγραφε: «Την περασμένη βδομάδα έκανα άλλη μια προσπάθεια με τον Καρλ Μαρξ διαβάζοντας την αλληλογραφία του με τον Ενγκελς, που μόλις κυκλοφόρησε. Προτιμώ τον Ενγκελς από τους δύο. Καταλαβαίνω ότι εφεύραν μια ορισμένη μέθοδο και επίσης έναν πρόστυχο τρόπο γραφής. Οι διάδοχοί τους διατήρησαν πιστά και τα δύο. Αν μου πεις, όμως, ότι έχουν βγάλει άκρη με το οικονομικό αίνιγμα, τότε καταθέτω τα όπλα - δε βρίσκω τίποτ’ άλλο από ξεπερασμένες διενέξεις».
Αυτές ήταν οι θεωρητικές αποσκευές του Κέυνς το 1935, όταν έγραφε τη «Γενική Θεωρία» του (δημοσιεύθηκε το 1936). Ομως, ο Κέυνς ήξερε ότι ο Μαρξ είχε επισημάνει το πρόβλημα της ανεπαρκούς ζήτησης ως παράγοντα-κλειδί στην καπιταλιστική κρίση μέσω της υποκατανάλωσης. Αναγνωρίζει στο Μαρξ ότι ήταν ο πρώτος που κοίταξε την πλευρά της ζήτησης στην παραγωγή, ενώ οι ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι επικεντρώνονταν συνεχώς στην πλευρά της προσφοράς. Η φιλοφρόνησή του προς το Μαρξ δεν ήταν όμως και πολύ γενναιόδωρη και μάλιστα άκομψη διότι είπε ότι ο Μαρξ ανήκει στον υπόκοσμο της οικονομίας.
Ο Κέυνς στράφηκε στο πρόβλημα της ζήτησης αγνοώντας τις ευρύτερες αναφορές του Μαρξ στις καπιταλιστικές κρίσεις. Για παράδειγμα, ο John Strachey, ο οποίος είχε διαβάσει εκτενώς το Μαρξ, έδειξε το βαθμό στον οποίο ο Κέυνς είχε πιάσει μόνο ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των καπιταλιστικών κρίσεων, την υποκατανάλωση. Η ανάλυση του Μαρξ, είπε, εμπεριείχε επίσης μια μακροπρόθεσμη τάση η αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου να προκαλεί τη δομική ανεργία, καθώς και μια βασική δυσαναλογία ανάμεσα στους διαφορετικούς τομείς και τις διαφορετικές περιφέρειες της καπιταλιστικής οικονομίας.
Οι δύο πλευρές της αιτίας των κρίσεων, δηλαδή, το πρόβλημα της πραγματοποίησης και το πρόβλημα της μείωσης του ποσοστού κέρδους μπορούν να θεωρηθούν οι δύο πόλοι μιας διαλεκτικής ενότητας. Αν κοιτάξουμε τη γεωμετρική παρουσίαση της ημέρας εργασίας ΑΒ και τα δύο μέρη της ΑΡ και ΡΒ, τότε βλέπουμε ότι αυτά τα μέρη αντιπροσωπεύουν τις αξιώσεις των ανταγωνιστικών τάξεων. Το ΑΡ παρουσιάζει αυτό που είναι διαθέσιμο για τον εργάτη και το ΡΒ αυτό που το ιδιοποιείται ο καπιταλιστής. Αν η εργατική τάξη βρίσκεται σε ισχυρή θέση διαπραγμάτευσης, το σημείο Ρ μπορεί να πιεστεί, ώστε να γίνει πιο μεγάλο το μερίδιο του εργάτη. Ομως, η καπιταλιστική τάξη κυριαρχεί και επομένως το σημείο Ρ μπορεί να μετατοπιστεί προς Α, έτσι ώστε να μεγιστοποιηθεί το μερίδιο του καπιταλιστή. Με αυτή την έννοια, τα μέρη ΑΡ και ΡΒ αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστικά αντίθετα.
Σε μια καπιταλιστική κοινωνία η παραγωγή είναι κοινωνική, αλλά η ιδιοποίηση ιδιωτική. Ο μόνος στόχος του καπιταλιστή στη διαδικασία παραγωγής είναι να αυξήσει τα κέρδη του. Οποιοδήποτε σχέδιο μειώνει το ποσοστό κέρδους καταδικάζει το σύστημα σε κρίση. Από αυτή την άποψη, το πρόβλημα της κερδοφορίας συμβάλλει στην κρίση. Για να αποφευχθεί αυτό, πρέπει να αυξηθεί το τμήμα ΡΒ.
Στη διαδικασία της αύξησης κερδών συμπιέζεται το μερίδιο του εργάτη, διότι το ΡΒ μπορεί να αυξηθεί μόνο μειώνοντας το ΑΡ. Ομως, το σύνολο των μισθών των εργατών αποτελούν σημαντικό μέρος της αποτελεσματικής ζήτησης στην οικονομία. Γι’ αυτό, η μείωση του ΑΡ συμβάλλει στη μείωση της συνολικής ζήτησης και έτσι παραβιάζει την οικονομία υπό τη μορφή μιας κρίσης πραγματοποίησης. Συνεπώς, τα δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της καπιταλιστικής παραγωγής, το πρόβλημα της πραγματοποίησης και το πρόβλημα της αποδοτικότητας σε κέρδη, κόβουν το σύστημα από αντίθετες πλευρές, όπως οι δύο λεπίδες ενός ψαλιδιού. Αν αφήσεις τη μία λεπίδα, σε πετσοκόβει η άλλη. Αυτό συνέβη με τον κεϋνσιανισμό.
Η εφαρμογή των συνταγών του Κέυνς, όπως οι κρατικές δαπάνες για την επίλυση του προβλήματος της αποτελεσματικής ζήτησης, είχε στηριχθεί σε μια άνευ προηγουμένου επέκταση των φόρων και του δημόσιου χρέους σε όλα τα επίπεδα, καθώς και σε μια γρήγορη αύξηση της κυκλοφορίας των χαρτονομισμάτων, που είχε σαν αποτέλεσμα μια μακροπρόθεσμη αύξηση του πληθωρισμού.
Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ το εθνικό χρέος ανήλθε σε 1 δισεκ. δολάρια μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Απρίλη του 1975, όμως, είχε αυξηθεί και ανήλθε σε 538 δισ. δολάρια. Στο δημοσιονομικό έτος 1974-‘75, το σύνολο των τόκων που πλήρωσε η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανήλθε σε 33 δισ. δολάρια. Ο Κέυνς είχε τη γνώμη ότι το μέγεθος του δημόσιου χρέους δε θα προκαλούσε δυσχέρειες όσο η αποτελεσματική ζήτηση διατηρείτο σε ψηλά επίπεδα. Εδώ ο κεϋνσιανισμός προσπαθούσε να διατηρήσει τη ζήτηση, δηλαδή να επιλύσει το πρόβλημα της πραγματοποίησης αγνοώντας, ταυτόχρονα, το πρόβλημα του ποσοστού κέρδους.
Παρόλο που το ψηλό επίπεδο των δαπανών διατήρησε προσωρινά την αποτελεσματική ζήτηση και την απασχόληση, όπως το ήθελε ο Κέυνς, μακροπρόθεσμα όμως οδήγησε σε μείωση των κερδών και της συσσώρευσης. Οι φόροι και τα δάνεια είναι τελικά μια αφαίμαξη από την υπεραξία που την έχουν ιδιοποιηθεί οι καπιταλιστές.
Μια ματιά στα διαγράμματα των κερδών των οχτώ πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών από τη δεκαετία του ’60 μέχρι τη δεκαετία του ’80 μας αποκαλύπτει, πώς η επίγεια τάση της μείωσης του ποσοστού κέρδους, επιβαρύνεται και άλλο από τα φορολογικά μέτρα. Ετσι, στον Καναδά, στη Γαλλία και στις ΗΠΑ τα κέρδη μετά τους φόρους είναι πολύ χαμηλότερα από τα προ φόρων κέρδη.
Η αντίσταση στον κεϋνσιανισμό, η οποία έως τώρα ήταν θεωρητική και προερχόταν από τη Σχολή του Σικάγο του Milton Friedman, απόκτησε όλο και περισσότερο την υποστήριξη των κυρίαρχων τάξεων, ιδίως από τον τομέα του χρηματιστικού κεφαλαίου, που κυριαρχούσε πια.
Η μείωση του ποσοστού κέρδους οδηγεί στην επιβράδυνση των ρυθμών της οικονομίας, καθώς και στη μεταφορά του κεφαλαίου από τη σφαίρα της παραγωγής στη σφαίρα του χρήματος (συμφέροντα και κερδοσκοπία). Καμιά φορά ισχυρίζονται ότι η επικράτηση του κερδοσκοπικού κεφαλαίου οδηγεί στην επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης των καπιταλιστικών οικονομιών. Πρέπει να αντιληφθούμε την ουσιώδους σημασίας σύνδεση ανάμεσα στη βασική τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους, την κεϋνσιανική διαχείριση της ζήτησης, την επιβράδυνση του παραγωγικού κεφαλαίου και την αύξηση του κερδοσκοπικού χρηματιστικού κεφαλαίου από τη μία πλευρά, και το αντίστροφο αποτέλεσμα που έχει αυτό για το ίδιο το παραγωγικό κεφάλαιο. Η ουσία αυτής της κίνησης αποκαλύπτεται στη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις δύο αντιθετικές πλευρές (τα μέρη) του χρόνου εργασίας, των μισθών και της υπεραξίας, που την ιδιοποιούνται, καθώς και των αντίστοιχων πηγών των κρίσεων, όπως αντιπροσωπεύονται από το πρόβλημα υποκατανάλωσης και το πρόβλημα της αποδοτικότητας σε κέρδη. [...]
Θα κλείσουμε αυτό το μέρος με την παρατήρηση ότι μπορείς να αγνοήσεις τη μείωση του ποσοστού κέρδους, αλλά τότε θα πρέπει να αρκείσαι σε μια φαινομενικο-λογική εξήγηση της κατάρρευσης του κεϋνσιανισμού μονάχα, χωρίς να αποκτήσεις κατανόηση της ουσιώδους διαλεκτικής διαδικασίας που αποτελεί την ουσία πίσω από το φαινόμενο.
Λέμε εδώ, ότι ακριβώς λόγω του κερδοσκοπικού χαρακτήρα του (καυτές ροές χρήματος) και της έλλειψης βάσης παραγωγής, το σημερινό χρηματιστικό κεφάλαιο πατάει στο αδύνατο πόδι του και ο σημερινός ιμπεριαλισμός έχει την κρίση έμφυτη.
Ας εξετάσουμε τώρα τη φύση των κερδοσκοπικών κερδών. Ολο το κέρδος, όπως όλη η αξία, δημιουργείται από εργασία. Σε τελευταία ανάλυση είναι η εργασία στην παραγωγή που αποτελεί την πηγή κάθε καινούργιας αξίας και γι’ αυτό και της υπεραξίας. Στην κυκλοφορία δεν μπορεί να δημιουργηθεί αξία, αλλά μπορεί να μεταφερθεί η υπάρχουσα αξία στον τομέα της κυκλοφορίας.
Τα μονοπωλιακά κέρδη και τα κερδοσκοπικά κέρδη πηγάζουν όλα από τη συνολική υπεραξία που παράγεται στην κοινωνία. Τραβάνε από το μέσο ποσοστό κέρδους. Ο Μαρξ διαχωρίζει ανάμεσα στο μεταβλητό κεφάλαιο (εργατική δύναμη, μισθοί) και το σταθερό κεφάλαιο, κάνοντας μια δήλωση σχετικά με την κερδοσκοπία και τη διακύμανση των τιμών. Στον πρώτο τόμο του «Το Κεφάλαιο» (κεφάλαιο VΙ) θα πει: «Η έννοια του σταθερού κεφαλαίου δεν αποκλείει με κανέναν τρόπο μιαν επανάσταση στην αξία των συστατικών μερών του. Ας υποθέσουμε ότι μια λίβρα μπαμπάκι κοστίζει σήμερα 6 πένες και ότι αύριο λόγω της καταστροφής μιας σοδιάς μπαμπακιού η αξία του ανεβαίνει σε 1 σελίνι. Το παλιό μπαμπάκι που εξακολουθεί η κατεργασία του, είχε αγοραστεί προς 6 πένες, προσθέτει όμως τώρα στο προϊόν ένα μέρος αξίας 1 σελινιού. Και το κλωσμένο πια μπαμπάκι, που ίσως να κυκλοφορεί κιόλας σαν νήμα στην αγορά, προσθέτει επίσης στο προϊόν το διπλάσιο της αρχικής του αξίας. Βλέπουμε ωστόσο ότι οι αλλαγές αυτές στην αξία είναι ανεξάρτητες από την αξιοποίηση του μπαμπακιού μέσα στο ίδιο το προτσές που κλώθει. Αν το παλιό μπαμπάκι δεν είχε μπει ακόμα καθόλου στο προτσές εργασίας, θα μπορούσε τώρα να ξαναπουληθεί προς 1 σελίνι αντί προς 6 πένες. Αντίστροφα. Οσο λιγότερα προτσές εργασίας έχει διατρέξει το μπαμπάκι, τόσο πιο σίγουρο είναι αυτό το αποτέλεσμα. Γι’ αυτό είναι νόμος της κερδοσκοπίας σε περιπτώσεις τέτοιων επαναστάσεων στην αξία να σπεκουλάρει με την πρώτη ύλη στη λιγότερο κατεργασμένη μορφή της, επομένως, μάλλον με το νήμα παρά με το υφαντό, και μάλλον με το ίδιο το μπαμπάκι παρά με το νήμα. Εδώ η αλλαγή στην αξία ξεπηδάει από το προτσές που παράγει μπαμπάκι και όχι από το προτσές όπου το μπαμπάκι λειτουργεί σαν μέσο παραγωγής και επομένως σαν σταθερό κεφάλαιο. Αν και η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα της εργασίας που περιέχεται σ’ αυτό, ωστόσο αυτή η ίδια η ποσότητα είναι κοινωνικά καθορισμένη. Αν έχει αλλάξει ο χρόνος εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαίος για την παραγωγή του -και η ίδια λ.χ. ποσότητα μπαμπάκι παρασταίνει, όταν η σοδιά δεν είναι καλή, μεγαλύτερη ποσότητα εργασίας, παρά όταν είναι καλή- τότε έχουμε αντίχτυπο στο παλιό εμπόρευμα που ισχύει πάντα απλώς σαν ένα ξεχωριστό αντίτυπο του είδους του, που η αξία του μετριέται πάντα με την κοινωνικά αναγκαία εργασία, και επομένως, πάντα με την εργασία που είναι αναγκαία κάτω από τις κοινωνικές συνθήκες της στιγμής»[7].
Δώσαμε αυτή την κάπως μεγάλη παράθεση από το Μαρξ, επειδή το ζήτημα της μεταβίβασης της αξίας αγνοήθηκε από τους περισσότερους σχολιαστές του Μαρξ και ακόμα από μαρξιστές επιστήμονες. Μόνο πολύ πρόσφατα έχει γίνει δεκτή επίσημα η ιδέα αυτή της μεταβίβασης της αξίας στη μαρξιστική αναλυτική θεωρία. Στην πραγματικότητα, τη μαθηματική έννοια της μεταβίβασης της αξίας, τη χρησιμοποίησαν μόλις πρόσφατα για την ανάλυση της θεωρίας του Μαρξ σχετικά με τη διαμόρφωση των τιμών. Βλέπετε το δοκίμιο του Alan Freeman, στο οποίο αναφερθήκαμε και πριν.
Η κύρια ιδέα που θέλουμε να αναδείξουμε, είναι ότι όλα τα κερδοσκοπικά κέρδη προέρχονται σε τελευταία ανάλυση από την παραγωγική διαδικασία. Οπως το νοίκι που πληρώνει ο καπιταλιστής στον ιδιοκτήτη της γης ή το επιτόκιο που πληρώνεται στο χρηματιστή και τα επιπρόσθετα κέρδη που παίρνει ο μονοπωλιακός καπιταλιστής, που αναζητεί το μέγιστο κέρδος, έτσι και το εισόδημα του κερδοσκόπου τραβιέται από τη συνολική υπεραξία που παράγεται στην κοινωνία. Ολα αυτά τα συστατικά μέρη πρέπει να αποκτηθούν σε τελευταία ανάλυση από την ίδια την παραγωγική διαδικασία. Το ποσοστό κέρδους μπορεί να βρίσκεται σε ψηλά επίπεδα σε κάποιον τομέα μόνο, επειδή αλλού το ποσοστό αυτό έχει συμπιεστεί κάτω από το μέσο ποσοστό κέρδους. Οταν πέφτει το ίδιο το μέσο ποσοστό κέρδους, η διαδικασία αυτή γίνεται πιο δύσκολη.
Το αρκετά σύγχρονο παράδειγμα κερδοσκοπικών κερδών, που θα δώσουμε παρακάτω, θα δείξει πώς πραγματοποιείται αυτή η διαδικασία της μεταβίβασης αξίας. Επίσης, δείχνει έναν τρόπο με τον οποίο δρουν οι κερδοσκόποι στην αγορά αξιών.
Οι κερδοσκόποι εφόσον έχουν επιλέξει μια συγκεκριμένη επιχείρηση ως αντικείμενο κερδοσκοπίας, αρχίζουν να διασκορπίζουν ψευδείς φήμες σχετικά με την οικονομική της κατάσταση. Οι μέτοχοι αρχίζουν πανικόβλητοι να πωλούν τις μετοχές τους. Σαν αποτέλεσμα επέρχεται απότομη πτώση στις τιμές αυτών των μετοχών. Οταν η τιμή έχει πέσει στο κατώτερο επίπεδο, οι κερδοσκόποι αγοράζουν μια τεράστια ποσότητα από αυτές.
Κατόπιν τούτου, πληροφορούν το κοινό ότι οι φήμες ήταν αβάσιμες και ότι η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης είναι ισχυρή. Οι τιμές ανεβαίνουν. Οταν φτάσουν στο ανώτερο επίπεδο, οι κερδοσκόποι πωλούν τις μετοχές. Με αυτό τον τρόπο το χρηματιστικό κεφάλαιο κάνει μεγάλα κέρδη. Ενα καλό παράδειγμα είναι η διαβόητη επιχειρηματική πράξη του Αμερικανού δισεκατομμυριούχου Richard Chandler Mellon. Τον Ιούλιο του 1961 ο Mellon πούλησε 400.000 μετοχές της εταιρίας του, Gulf Oil, δημιουργώντας πανικό στο χρηματιστήριο αξιών. Οι μέτοχοι, ωθούμενοι από τις φήμες της επερχόμενης χρεοκοπίας της εταιρίας, βιάστηκαν να ξεφορτωθούν τις μετοχές της Gulf Oil και ο Mellon τις αγόρασε φτηνές. Η πράξη αυτή του έδωσε ένα καθαρό κέρδος 16 εκατομμυρίων δολαρίων σε λίγες ώρες.
Ο Λένιν είχε αποδείξει ότι η στασιμότητα στην ιμπεριαλιστική εποχή είναι στενά συνδεδεμένη με την αύξηση του χρηματιστικού κεφαλαίου, το οποίο όλο και περισσότερο αποκλίνει από την προέλευσή του την παραγωγή. Αυτή η απόκλιση, που ουσιαστικά έχει γίνει ρήξη, είναι η βασική αιτία της τρωτότητας του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού κεφαλαίου στο ζήτημα των κερδοσκοπικών κερδών. Το φαινόμενο της μείωσης του ποσοστού κέρδους δρα σαν ανώτατο όριο στην κίνηση του χρηματιστικού κεφαλαίου στη διαδικασία της συγκέντρωσης κερδοσκοπικών κερδών. Μια τέτοια πίεση από τη μείωση του ποσοστού κέρδους δρα αναπόφευκτα σαν φραγμός στην ανάπτυξη της ενδοϊμπεριαλιστικής συνεργασίας. [...]
Την κίνηση του παγκοσμίου κερδοσκοπικού κεφαλαίου την κατέστησαν δυνατή οι νέες τεχνολογίες, όπως αυτή της επεξεργασίας πληροφοριών. Ωστόσο, η κίνηση αυτή δεν είναι απόλυτα ελεύθερη αλλά συναντάει αντιστάσεις που οφείλονται στη μείωση του ποσοστού κέρδους. Απλώς για να επικεντρωθούμε στη φιλοσοφική πλευρά, θα υπενθυμίσουμε στον αναγνώστη τα λόγια του Ενγκελς: «Δεν μπορεί να υπάρχει κίνηση χωρίς ύλη, όπως δεν μπορεί να υπάρχει ύλη χωρίς κίνηση». Και η προειδοποίηση του Λένιν: «Να σκέφτεσαι για την κίνηση χωρίς ύλη είναι σαν να σκέφτεσαι για το νου χωρίς σώμα». Η κίνηση είναι διαλεκτική και τα αντίθετά της πρέπει να αποκαλυφθούν σε κάθε μελέτη για την κίνηση.
Η κίνηση του παγκόσμιου κερδοσκοπικού κεφαλαίου αποτελεί μια πλευρά της κίνησης του κεφαλαίου που, παρόλο που μοιάζει να είναι ελεύθερη, στο βάθος συνδέεται με την παραγωγή. Επίσης συνδέεται με το έθνος-κράτος του ιδιοκτήτη του κάθε τμήματος του χρηματιστικού κεφαλαίου μέσω της κρατικής παρέμβασης.
Οσο και αν απαρνιόμαστε τη δυνατότητα της παλαιού τύπου κρατικής παρέμβασης στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού κεφαλαίου, το γεγονός παραμένει, ότι μεγάλη μερίδα του ΑΕΠ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών - μέχρι και 30% στις ΗΠΑ - αγοράζεται από την κυβέρνηση για στρατιωτικοποίηση και την εγκατάσταση στρατιωτικών δομών στο διάστημα. Αλλά και με το καινούργιο καθεστώς του ΠΟΕ (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) δεν επιδοτούν τα προηγμένα καπιταλιστικά κράτη την επιχειρηματική δραστηριότητα, π.χ. στον τομέα της γεωργίας, σαν μέσο κατάκτησης των αγορών των χωρών του Τρίτου Κόσμου; Ενα παράδειγμα τέτοιου είδους κρατικής παρέμβασης ήταν η τεράστια επιδότηση, που εγκρίθηκε από το Κογκρέσο των ΗΠΑ, στις αεροπορικές εταιρίες αμέσως μετά την επίθεση στο Κέντρο Παγκοσμίου Εμπορίου.
Σε μια περίοδο, στην οποία το ποσοστό κέρδους πέφτει παντού στον κόσμο, το παγκόσμιο κερδοσκοπικό κεφάλαιο δεν μπορεί να θεωρείται μια ανεξάρτητη μονάδα ελεύθερη να πλανάται σε όλο τον κόσμο και εξίσου ελεύθερη να αποσυρθεί, για παράδειγμα, από εκείνες τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, οι οποίες υιοθετούν φιλολαϊκές πολιτικές. Η επιθυμία να αποσυρθούν από μια οικονομία του Τρίτου Κόσμου μετριάζεται από την πραγματικότητα της πίεσης πάνω στο γενικό ποσοστό κέρδους, καθώς και από τη γενική νωθρότητα του παραγωγικού κεφαλαίου.