Ο απολογισμός της ΚΕ αναφέρει:
«Κάτω από την πίεση των προβλημάτων που δημιουργούν οι ιδιωτικοποιήσεις, παρατηρείται το φαινόμενο να μην προβάλλεται σωστά και ολοκληρωμένα η θέση μας για την παραμονή στον κρατικό τομέα, πράγμα που μπορεί να ερμηνευτεί ως υπεράσπιση του κρατικού καπιταλιστικού τομέα, ως εξιδανίκευση της πολιτικής των κρατικοποιήσεων, όπως πραγματοποιήθηκαν και λειτούργησαν από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, ή στις άλλες καπιταλιστικές χώρες. Η πάλη κατά των ιδιωτικοποιήσεων, η προβολή των αιτημάτων για δημόσιο χαρακτήρα επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας και τομέων κοινωνικών υπηρεσιών, μπορεί και πρέπει να γίνεται μέσα από συγκεκριμένα αιτήματα και μέτωπα πάλης, που συσπειρώνουν ευρύτερες λαϊκές μάζες και ταυτόχρονα βοηθούν στην κατανόηση της αναγκαιότητας του Μετώπου και της πάλης για λαϊκή οικονομία. Θα τα καταφέρουμε καλύτερα σ’ αυτή την κατεύθυνση αν δώσουμε περισσότερο βάρος ως ΚΕ αλλά και οι ΚΟ στην πληρέστερη επεξεργασία των θέσεών μας, με βάση τις εξελίξεις, κατά τομέα και κλάδο οικονομίας»[2].
Τα βασικά προβλήματα που συναντάμε εδώ είναι τα εξής:
Πρώτον: Συχνά δεν έχουμε έγκαιρα και ολοκληρωμένα την καταγραφή και αξιολόγηση των εξελίξεων, πρόβλημα κεντρικό που αφορά την ΚΕ και τα Τμήματά της, με αποτέλεσμα να αιφνιδιάζονται οι κομματικές δυνάμεις σε στροφές των εξελίξεων. Ετσι, βρίσκονται ανέτοιμες μπροστά στις εναλλαγές της αστικής διαχείρισης, στις αντιδράσεις μικροαστικών δυνάμεων ή μεσαίων στρωμάτων με κίνητρο το ατομικό «συντεχνιακό» συμφέρον.
Ακόμη και όταν με μια ορισμένη εγρήγορση παρεμβαίνουμε σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, δεν υπάρχει ο χρόνος και οι εμπεδωμένες στην κομματική λειτουργία διαδικασίες για αφομοίωση, δημιουργική εφαρμογή στη δράση.
Ετσι, στη δράση μας με ευρύτερες από την άμεση πολιτική επιρροή μας δυνάμεις πιεζόμαστε από διλήμματα μεταξύ επιλογών της αστικής πολιτικής, από «αδιέξοδα» στο μονόδρομο του κεφαλαίου, «αμυντική» υπεράσπιση μιας ορισμένης κρατικής ρύθμισης απέναντι στη προώθηση μιας νέας, αναγκαίας για τη στερέωση ή αύξηση της εκμετάλλευσης του κεφαλαίου.
Στην καθημερινότητα, στον τόπο δουλιάς, στον κλάδο, τα διλήμματα και αδιέξοδα παρουσιάζονται με ερωτήματα όπως: Καθεστώς επίσκεψης στο γιατρό του ΕΣΥ στο ιδιωτικό του ιατρείο (ή «φακελάκι») ή καθορισμένης αμοιβής στο απογευματινό ιατρείο εντός του δημοσίου νοσοκομείου; Κρατικό μονοπώλιο στις τηλεπικοινωνίες (στις μεταφορές ή στην ενέργεια) ή απελευθέρωση αγορών και συμμετοχή σε ευρύτερη περιφερειακή αγορά, ευρωενωσιακή συμμαχία για τη συμμετοχή στις συμφωνίες διεθνούς εμπορίου (π.χ. ΠΟΕ); Εθνικός απομονωτισμός της οικονομίας ή βελτίωση των όρων συμμετοχής (ανταγωνισμού) στις περιφερειακές και στη διεθνή αγορά;
Δεύτερον: Οπου και όσο έχουμε επεξεργασίες ανάλυσης-εκτίμησης των εξελίξεων και ανάδειξης των τάσεων, δεν είναι σε έκταση και βάθος αφομοιωμένες από το κομματικό δυναμικό, ώστε να αποτελούν βάση ενός άμεσου, αιχμηρού και πειστικού ιδεολογικού μετώπου με αιχμές - αφορμές τα νέα γεγονότα.
Eνα παράδειγμα: Την απόφαση συγχώνευσης των τραπεζών Εθνικής-Alpha ακολούθησαν πρωτοβουλίες, όχι μόνο από τις διοικήσεις αλλά και από «συνδικαλιστικά» στελέχη, ανάλυσης των θετικών σημείων για τους εργαζόμενους. Οξύνθηκε η ιδεολογική διαπάλη στα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος των τραπεζοϋπαλλήλων. Προβλήθηκαν νέα ερωτήματα και διλήμματα, όπως: Η νέα συγχώνευση είναι εξέλιξη προς την ιδιωτικοποίηση ή προς την κρατικοποίηση; Αποτελεί προοδευτική ή αντιδραστική τάση; Είναι «φιλολαϊκός» ή όχι, υπέρ του δημοσίου ή υπέρ των ιδιωτών ο καθορισμός της σχέσης ανταλλαγής μετοχών μεταξύ των δυο υπό συγχώνευση τραπεζών; Θα υπερισχύσει το καθεστώς των εργασιακών σχέσεων της Alpha ή της Εθνικής στη νέα τράπεζα; Ορισμένες συλλογικές κατακτήσεις των τραπεζοϋπαλλήλων θα μπορούσαν να διασωθούν με μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής του δημόσιου στην Εθνική και επομένως χρειάζεται ένα κοινωνικοπολιτικό μέτωπο υπέρ της κρατικής τράπεζας ή όχι;
Θα είμαστε έξω από την πραγματικότητα αν θεωρήσουμε αυτονόητη για τους εργαζόμενους τη λαθεμένη βάση των διλημμάτων, αν υποτιμήσουμε τη δυνατότητα να εγκλωβίσουν ευρύτερα τμήματα των εργαζομένων, να διοχετευθούν και να πιέσουν ακόμη και δυνάμεις του Κόμματος.
Βάση αυτής της δυνατότητας επίδρασης είναι η περιορισμένη αντίληψη για το χαρακτήρα των συντελούμενων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, επομένως και για τους στόχους και τα μέσα για την ανατροπή των υφιστάμενων εργασιακών σχέσεων και του ασφαλιστικού συστήματος.
Η διαδικασία συγκεντροποίησης του κεφαλαίου είναι εξίσου νομοτελειακή με τον ανταγωνισμό στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Το προοδευτικό στοιχείο, δηλαδή αυτό που οδηγεί προς τα εμπρός, είναι η συγκεντροποίηση της παραγωγής, το βάθεμα της κοινωνικοποίησης της εργασίας, ενώ το αντιδραστικό στοιχείο είναι ότι συντελείται σε βάρος της εργασίας. Το κριτήριο αυτό δεν αλλάζει επειδή στην προκειμένη περίπτωση αναφερόμαστε στο πιστωτικό σύστημα, τις τράπεζες και όχι στην παραγωγή. Γιατί ο νέος βαθμός συγκεντροποίησης στο πιστωτικό σύστημα στην Ελλάδα αντανακλά τις ανάγκες για νέο βαθμό συγκεντροποίησης στην παραγωγή.
Εχουμε λοιπόν μια νομοτελειακή κίνηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη στην οποία βαθαίνει και η εκδήλωση της αντίθεσης: Από τη μια βαθαίνει ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας, της παραγωγής και αυξάνει η παραγωγικότητα της εργασίας. Από την άλλη η συγκεντροποίηση συντελείται σε βάρος της εργασίας, διατηρώντας την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της ξένης εργασίας, προς όφελος του συγκεντροποιημένου κεφαλαίου. «Σε βάρος της εργασίας» σημαίνει ακριβώς ότι οι μισθωτοί εργαζόμενοι πουλάνε με χειρότερους όρους την εργατική τους δύναμη, σε σχέση με την παραγωγική τους δυνατότητα και το επίπεδο κοινωνικών αναγκών που συνεπάγεται. Αυτό συμβαίνει είτε το αντιλαμβάνονται οι εργαζόμενοι με απόλυτους όρους επιδείνωσης είτε με σχετικούς είτε σε συνδυασμό τους. Και υπό την ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία του κεφαλαίου οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται στρεβλά τον χαρακτήρα και τις αιτίες της νέας τους κατάστασης. Στο παράδειγμά μας, οι εργαζόμενοι θεωρούν τη συγχώνευση ή τον περιορισμό της συμμετοχής του δημόσιου στο μετοχικό κεφάλαιο της μεγαλύτερης τράπεζας ως τη βασική αιτία της επιδείνωσης της θέσης τους μέσα στο υπάρχον σύστημα.
Μια βασική αιτία αυτής της αντίληψης είναι ότι στηρίζεται στην επιφανειακή εμπειρία: «Είχα καλύτερες εργασιακές σχέσεις και αμοιβή με το κρατικό μονοπώλιο στην ηλεκτρική ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες, με την κρατική τράπεζα, απ’ ό,τι με το νέο καθεστώς, άρα το κρατικό μονοπώλιο ή η κρατική (έστω καπιταλιστική) ιδιοκτησία μου εξασφαλίζει καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης στο σύστημα». (Και η επόμενη σκέψη «άρα παλεύω για την επανακρατικοποίηση», σκέψη με την οποία θα ασχοληθούμε σε επόμενο υποθέμα).
Η σκέψη αυτή ανάγει σε αιτία αυτό που βλέπει εμπειρικά. Αγνοεί ή παραγνωρίζει το γεγονός ότι η περίοδος βελτίωσης των εργασιακών σχέσεων και μισθών απλώς συνέπεσε με την περίοδο κρατικοποιήσεων, που ξεκίνησε μεταπολιτευτικά η ΝΔ και ολοκλήρωσε το ΠΑΣΟΚ. Ηταν χρονική περίοδος κατά την οποία πραγματοποιήθηκε μια ορισμένη ενσωμάτωση στους μισθούς των αποτελεσμάτων μιας σχετικά μακρόχρονης και δυναμικότερης καπιταλιστικής ανάπτυξης[3]. Βεβαίως η ενσωμάτωση έρχεται με χρονική υστέρηση και κυρίως με πολιτική - κυβερνητική παρέμβαση. Ενίοτε έρχεται ως στοιχείο μια συνολικότερης πολιτικής ενσωμάτωσης στο σύστημα πλατύτερων τμημάτων εργαζομένων, όχι μόνον ως εισοδηματική (μισθολογική) πολιτική αλλά και ως μηχανισμός επέκτασης και σύσφιξης της σχέσης κυβερνώντος κόμματος-κρατικών υπαλλήλων (π.χ. κατά την κυβερνητική εξουσία του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980).
Οι ιστορικές συνθήκες και επομένως οι ανάγκες για τη διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή είναι που καθορίζουν την επιλογή χρόνου, τρόπου, μέσων ενσωμάτωσης ορισμένων αποτελεσμάτων της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην αξία και στη τιμή της εργατικής δύναμης. Ο χρόνος ενσωμάτωσης, καθώς και το μέγεθος και οι διακυμάνσεις της τιμής της εργατικής δύναμης γύρω από την αξία της, οι επιλογές κλάδων εργαζομένων για μεγαλύτερες τιμές διακύμανσης, οπωσδήποτε επηρεάζονται από το συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ εργασίας έναντι κεφαλαίου στο επίπεδο του δοσμένου κράτους, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή και διεθνώς. Ο βαθμός οργάνωσης, ενότητας, προσανατολισμού του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος μπορεί να επιδρά και στην προσωρινή παρεμπόδιση ή αναχαίτιση των πολιτικών που εκφράζουν τα γενικά συμφέροντα του κεφαλαίου στις εκάστοτε συγκυρίες, ακόμη να αποσπά και κατακτήσεις.
Ποια, όμως, μπορεί να είναι η έκταση και η σταθερότητα της αναχαίτισης ή κατάκτησης, ιδιαίτερα στη σύγχρονη ιστορική περίοδο του καπιταλισμού, μετά τις τρεις πρώτες μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο δεκαετίες; Στην περίοδο της μακροχρόνιας επιβράδυνσης των καπιταλιστικών ρυθμών ανάπτυξης; Σε ποιο δρόμο, με ποια ευελιξία αιτημάτων και στόχων, διαμόρφωσης συμμαχιών μπορεί να επιτυγχάνεται το αμεσότερο και σταθερότερο αποτέλεσμα; Μήπως το αίτημα-στόχος συσπείρωσης και πολιτικής συμμαχίας για «επανακρατικοποίηση» μιας μεγάλης τράπεζας ή για κρατικό μονοπώλιο στην ενέργεια και στις τηλεπικοινωνίες αποτελεί δρόμο αναχαίτισης των αντιδραστικών σε βάρος της εργασίας συνεπειών των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αλλά και εφαλτήριο για την κατάκτηση της εξουσίας;
Για να απαντήσουμε, θα πρέπει να επανέρθουμε στην όξυνση της αντίθεσης μεταξύ κοινωνικοποίησης της εργασίας και ατομικής ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της.
Ο νέος βαθμός κοινωνικοποίησης της εργασίας που επιδιώκεται με τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στα πλαίσια της ευρωενωσιακής αγοράς περικλείει ή οδηγεί άμεσα σε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, στη μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας. Πώς όμως αντιμετωπίζει αυτή τη δυνατότητα το κεφάλαιο; Σε βάρος της εργασίας, διατηρώντας ή και αυξάνοντας τον πρόσθετο χρόνο εργασίας σε σχέση με τον αναγκαίο. Στην πράξη αυτό προκύπτει με διαφορετικούς τρόπους, όπως με περιορισμό του αριθμού εργαζομένων με ευνοϊκότερες εργασιακές σχέσεις και διεύρυνση του αριθμού εργαζομένων με τις λεγόμενες ευέλικτες, με μείωση του συνολικού αριθμού των εργαζομένων αντί της μείωσης του χρόνου εργασίας για όλους τους εργαζόμενους, με συνδυασμό των παραπάνω περιπτώσεων και άλλων.
Ετσι οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με το αντιδραστικό στοιχείο της συγκεντροποίησης (συγχώνευσης) αλλά και με τον κίνδυνο αποπροσανατολισμού της δράσης τους. Είναι πολύ εύκολο να αντιδράσουν όπως αντέδρασαν οι εργάτες στην επαναστατικοποίηση των μέσων παραγωγής, στα νέα μηχανήματα της βιομηχανίας πριν κάποιους αιώνες. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εργαζόμενοι δε διαμορφώνουν βαθιά και ολοκληρωμένη αντίληψη της νομοτελειακής κίνησης της καπιταλιστικής εξέλιξης, δε συνειδητοποιούν βαθιά ότι αυτή η αντίθεση μπορεί να λυθεί μόνο με την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων και αναπτυγμένων μέσων παραγωγής, των τραπεζών αλλά σε κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που θα επιβάλουν την ανατροπή, την κατάργηση, την απαγόρευση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας σε αυτά (τα συγκεκριμένα μέσα παραγωγής). Ακόμη και αν συνειδητοποιήσουν την ανάγκη κοινωνικοποίησης, την αντιλαμβάνονται στρεβλά, ως κρατική ιδιοκτησία (π.χ. μια ισχυρή κρατική τράπεζα, όπως υποστηρίζει το ΔΗΚΚΙ) ή και αποκλειστικά κρατική (π.χ. κρατικό μονοπώλιο στην ηλεκτρική ενέργεια) στο οικονομικό έδαφος της μεγάλης καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, των μεγάλων μετοχικών επιχειρήσεων. Οπωσδήποτε, η αντίληψη αυτή εδράζεται σε μια ορισμένη εμπειρία: Στο γεγονός ότι η νέα εξέλιξη, η ιδιωτικοποίηση, διευκολύνει την αστική πολιτική να εφαρμόσει γενικευμένα και θεσμοθετημένα τις νέες εργασιακές σχέσεις που ανταποκρίνονται στο στόχο της έντασης του βαθμού εκμετάλλευσης. Αποδεσμεύουν το δημόσιο, ως συλλογικό καπιταλιστή, από δεσμεύσεις που οδήγησαν σε αύξηση της τιμής της εργατικής δύναμης ή δεσμεύσεις (π.χ. νομιμότητας) που κατοχύρωναν καλύτερους όρους διαπραγμάτευσης των εργαζομένων (π.χ. απεργίες χωρίς τον κίνδυνο της απόλυσης). Ομως ως εμπειρική αντίληψη είναι μονομερής. Δε συνυπολογίζει το στοιχείο της «ευελιξίας» στην άσκηση της αστικής πολιτικής, ευελιξία που υπηρετεί το γενικό συμφέρον του κεφαλαίου, αναλόγως με την ιστορική φάση και τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής. Δηλαδή, η μονομέρεια στην αντίληψη πατά και σε θέματα γνώσης και σε ιδεολογικοπολιτικό αποπροσανατολισμό, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται και στρεβλή διάθεση, στάση ζωής, που σε τελευταία ανάλυση εκφράζει το επίπεδο της πολιτικής ταξικής συνείδησης.
Δηλαδή, διαμορφώνεται η διάθεση, στάση υπέρ των κινητοποιήσεων για την «επανακρατικοποίηση», όχι όμως υπέρ ταξικών αγώνων για τη λαϊκή κρατική κοινωνικοποίηση, αίτημα που αναδεικνύει την ανάγκη της λεϊκής εξουσίας και της κοινωνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής. Οπωσδήποτε είναι διαφορετικός ο «κίνδυνος» της άρχουσας τάξης από τους αγώνες της πρώτης κατηγορίας σε σχέση με της δεύτερης. Σε τελευταία ανάλυση, ακόμη και αν δεν είναι σε φάση επιλογής της εκτεταμένης κρατικής ιδιοκτησίας, δεν κινδυνεύει η οικονομική κυριαρχία του κεφαλαίου και η πολιτική του εξουσία από κάποια καθυστέρηση ή και περιορισμό στην εφαρμογή της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων. Αντιθέτως, στην περίπτωση των ταξικών αγώνων για λαϊκή κρατική κοινωνικοποίηση προϋποτίθεται ταξική σύγκρουση για ανατροπή τόσο της πολιτικής εξουσίας όσο και της οικονομικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Δηλαδή, ταξικοί αγώνες που οδηγούν σε πλήρη σύγκρουση και ρήξη μέχρι την ανατροπή της παλιάς (ταξικής) εξουσίας και εγκαθίδρυση της νέας. Ο υποκειμενικός παράγοντας είναι καθοριστικός για τη μετατροπή της δυνατότητας (κοινωνική κρατική ιδιοκτησία) σε πραγματικότητα. Είναι η μόνη δυνατότητα απάντησης, από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων, στις αντεργατικές συνέπειες της νομοτελειακής καπιταλιστικής εξέλιξης. Βεβαίως, η ανάπτυξη του υποκειμενικού παράγοντα, δηλαδή πρώτ’ απ’ όλα του εργατικού κινήματος δεν είναι υπόθεση «μιας ημέρας». Ακόμη περισσότερο, η πορεία ανάπτυξής του (οργανωτική δύναμη, ενότητα, προσανατολισμός, ικανότητα περιφρούρησης των δυνάμεων στις συγκρούσεις, διάθεση για αποφασιστικές συγκρούσεις κλπ.) επιταχύνεται σε συνθήκες πανεθνικής κρίσης. Αποκτά επαναστατικά χαρακτηριστικά μόνο σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης (γενικευμένης απότομης επιδείνωσης, αδυναμίας ελιγμών από την πολιτική εξουσία του κεφαλαίου, αδυναμίας να επηρεάζει μαζικά όχι μόνο πολυπληθή τμήματα της εργατικής τάξης αλλά και καταπιεζόμενα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων). Ωστόσο, ο πυρήνας του εργατικού κινήματος που θα μπορέσει να πολλαπλασιαστεί σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης διαμορφώνεται σε σχετικά «ειρηνικές» περιόδους. Και αυτός ο πυρήνας δεν αφορά μόνο τη θεωρητικά και πρακτικά συνειδητή πρωτοπορία του εργατικού κινήματος -στην Ελλάδα το ΚΚΕ - πρέπει να αφορά και σημαντικά τμήματα του συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος. Επομένως, είναι ζήτημα ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης με την αστική πολιτική, τις μικροαστικές και οπορτουνιστικές εκφορές της στο κίνημα, αντιπαράθεσης για επικράτηση ως στόχου πάλης της «κρατικής κοινωνικής ιδιοκτησίας με κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής» και όχι της «επανακρατικοποίησης».
Αυτό το αρκετά δύσκολο ζήτημα, δηλαδή να ανακαλύψουμε μέσα από ένα φαινόμενο της οικονομίας το νομοτελειακό στοιχείο της καπιταλιστικής εξέλιξης, να διαχωρίσουμε σ’ αυτή το αντιδραστικό από το προοδευτικό στοιχείο, με βάση αυτή τη γνώση να επεξεργαστούμε τη γραμμή πάλης, αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα λόγω των πρόσφατων εξελίξεων-ιδιωτικοποιήσεων, εξαγορών και συγχωνεύσεων -στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Γι’ αυτό το λόγο μεταφέρουμε εκτεταμένο μέρος από το όσο ποτέ επίκαιρο και ανεπανάληπτο έργο του Κ. Μαρξ, «Το Κεφάλαιο»:
«Το τραπεζικό σύστημα είναι, σύμφωνα με την τυπική οργάνωση και συγκεντροποίηση, όπως ειπώθηκε ήδη το 1697 στο «Some Thoughts of the Interests of England», το πιο τεχνητό και το πιο διαμορφωμένο προϊόν, που μπορεί γενικά να δώσει ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής. Από δω η τεράστια εξουσία ενός ιδρύματος σαν την Τράπεζα της Αγγλίας στο εμπόριο και στη βιομηχανία, παρ’ όλο που η πραγματική κίνησή τους παραμένει εντελώς έξω από τη δική της σφαίρα δραστηριότητας και μένει παθητική απέναντι στην κίνηση αυτή. Είναι αλήθεια ότι με το τραπεζικό σύστημα δίνεται η μορφή μια γενικής λογιστικής και κατανομής των μέσων παραγωγής σε κοινωνική κλίμακα, αλλά πάλι μόνο η μορφή. Εχουμε δει ότι το μέσο κέρδος του κάθε ξεχωριστού κεφαλαιοκράτη, ή κάθε ξεχωριστού κεφαλαίου καθορίζεται όχι από την υπερεργασία, που το κεφάλαιο αυτό ιδιοποιείται από πρώτο χέρι, αλλά από την ποσότητα της συνολικής υπερεργασίας, που ιδιοποιείται το συνολικό κεφάλαιο, και από την οποία το κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο παίρνει το μερίδιό του, ανάλογα μόνο με το μέρος του συνολικού κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει. Αυτός ο κοινωνικός χαρακτήρας του κεφαλαίου πετυχαίνεται και πραγματοποιείται πέρα για πέρα μόνο με την πλήρη ανάπτυξη του πιστωτικού και τραπεζικού συστήματος. Από την άλλη μεριά, το σύστημα αυτό εξελίσσεται παραπέρα. Θέτει στη διάθεση των βιομηχάνων και εμπόρων κεφαλαιοκρατών όλο το διαθέσιμο, μαζί και το δυνητικό κεφάλαιο της κοινωνίας, που αδρανεί ακόμα, έτσι που ούτε ο δανειστής αυτού του κεφαλαίου ούτε αυτός που το χρησιμοποιεί είναι οι ιδιοκτήτες ή οι παραγωγείς του. Καταργεί έτσι τον ιδιωτικό χαρακτήρα του κεφαλαίου και περικλείνει έτσι μέσα του, αλλά μόνο μέσα του, την κατάργηση του ίδιου του κεφαλαίου. Με το τραπεζικό σύστημα η κατανομή του κεφαλαίου και σαν ιδιωτική επιχείρηση και σαν κοινωνική λειτουργία αποσπάται από τα χέρια των ιδιωτών κεφαλαιοκρατών και των τοκογλύφων. Η τράπεζα και η Πίστη, όμως γίνονται ταυτόχρονα το πιο ισχυρό μέσο, για να οδηγηθεί η κεφαλαιοκρατική παραγωγή πέρα από τα δικά της όρια και ένας από τους πιο αποτελεσματικούς μοχλούς των κρίσεων και της απάτης.
Το τραπεζικό σύστημα, υποκαθιστώντας το χρήμα με διάφορες μορφές πιστωτικής κυκλοφορίας, δείχνει ακόμα, ότι το χρήμα δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτα άλλο από μια ιδιαίτερη έκφραση του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας και των προϊόντων της, που, επειδή βρίσκεται σε αντίθεση με τη βάση της ατομικής παραγωγής, οφείλει να εμφανίζεται πάντα σε τελευταία ανάλυση σαν ένα πράγμα, σαν ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα δίπλα σε άλλα εμπορεύματα.
Τέλος, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το πιστωτικό σύστημα θα χρησιμεύσει σαν ισχυρός μοχλός κατά τη διάρκεια του περάσματος από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής στον τρόπο παραγωγής της συνεταιρισμένης εργασίας, όμως μονάχα σαν ένα στοιχείο σε συνάρτηση με άλλες μεγάλες οργανικές ανατροπές του ίδιου του τρόπου παραγωγής. Αντίθετα, οι αυταπάτες, σχετικά με τη θαυματουργό δύναμη του πιστωτικού και τραπεζικού συστήματος με τη σοσιαλιστική έννοια, απορρέουν από την πλήρη άγνοια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και του πιστωτικού συστήματος σαν μια από τις μορφές του. Από τη στιγμή που τα μέσα παραγωγής θα έχουν παύσει να μετατρέπονται σε κεφάλαιο (πράγμα που περιλαμβάνει και την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας της γης), η Πίστη σαν τέτια δεν θα έχει πια κανένα νόημα, πράγμα εξάλλου που το κατανόησαν ακόμα και οι σαινσιμονιστές»[4].