Ο Ενγκελς αναζητά τις αιτίες που έθεσαν τη βάση της διπλής καταπίεσης των γυναικών στην ιστορική εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας, στις συνθήκες εμφάνισης της ατομικής ιδιοκτησίας, της ταξικής εκμετάλλευσης και της δημιουργίας του κράτους ως αναγκαστικό προϊόν «συμφιλίωσης» των ανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων προς όφελος της κυρίαρχης εκμεταλλεύτριας τάξης.
Η εμφάνιση του ανθρώπου, που ξεχώρισε από τον κόσμο των ζώων, υπήρξε το σημαντικότερο σημείο στροφής στην ανάπτυξη της ζωής στη γη και αποτέλεσε ποιοτικό άλμα. Ομως η βιολογική εξέλιξη δεν έφτανε από μόνη της για ένα τέτοιο άλμα. Αυτό που έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο στην δημιουργία του ανθρώπου, στη διαμόρφωση της ανθρώπινης κοινωνίας, ήταν η εργασία. Και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ενγκελς «η εργασία εξανθρώπισε τον πίθηκο και δημιούργησε τον ίδιον τον άνθρωπο»[2].
Για να βγει ο άνθρωπος από τη ζωώδη κατάσταση, χρειαζόταν ν΄ αντικαταστήσει την αδύναμη αμυντική του ικανότητα απέναντι στην υπεροχή των άλλων ζώων με την ενωμένη δύναμη και συνεργασία των πολλών, της αγέλης.
Από άποψη χρονολογίας βρισκόμαστε περίπου 1,5 εκατομμύρια χρόνια πριν. Είμαστε στη φάση εξανθρωπισμού του πιθήκου.
Στον τομέα των διαπροσωπικών σχέσεων επικρατεί ο ομαδικός γάμος, ο οποίος είναι η αρχική μορφή οικογένειας. Δηλαδή ολόκληρες ομάδες αντρών και ολόκληρες ομάδες γυναικών κατέχουν αμοιβαία η μια την άλλη. Είναι η περίοδος των «σχέσεων χωρίς κανόνα», που αντιστοιχεί στο πέρασμα από την κατάσταση του ζώου στην κατάσταση του ανθρώπου. Ολοι οι παππούδες και οι γιαγιάδες μέσα στα όρια της οικογένειας, είναι μεταξύ τους άνδρας και γυναίκα και το ίδιο και τα παιδιά τους, είναι όλοι μεταξύ τους αδελφοί και άντρας και γυναίκα ταυτόχρονα. Είναι η αιματοσυγγενική οικογένεια.
Αυτή είναι η ιστορικά αναγκαία μορφή που ανταποκρίνεται στην κατάσταση των περιπλανώμενων αγρίων, οι οποίοι ζούσαν σε μικρές ομάδες απομονωμένες η μια από την άλλη.
Η κυρίαρχη αστική αντίληψη αρνείται αυτή την αρχική βαθμίδα της σεξουαλικής ζωής των ανθρώπων «τις σχέσεις χωρίς κανόνα»[3], δηλαδή την αρχική φάση της πολυγαμίας- του πολυγαμικού γάμου, ως αναγκαία ιστορική βαθμίδα εξέλιξης και διαμόρφωσης της κοινωνίας, θεωρώντας ότι αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν «εξαιρέσεις». Οτι ο άνθρωπος από την αρχή της ύπαρξής του ήταν μονογαμικός, έτσι όπως έχει καταγραφεί και μέσα από τα θρησκευτικά κείμενα [Παλαιά Διαθήκη].
Κάτι τέτοιο όμως δεν ίσχυε γιατί αν οι σχέσεις στηρίζονταν από τότε στη μονογαμία, πολύ απλά δεν θα είχε δημιουργηθεί η δυνατότητα να δημιουργηθεί η βάση πιο μαζικής αναπαραγωγής του ανθρώπινου είδους, δε θα είχε αναπτυχθεί η ανθρώπινη κοινωνία. Φυσικά δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας εξέλιξής της κοινωνίας. Τον καθοριστικό ρόλο έπαιξε η εργασία [όμως η συλλογική που ξεκίνησε από την αγέλη] δίνοντας τον έναρθρο λόγο, τη συνείδηση, ξεχωρίζοντας μια για πάντα τον άνθρωπο από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Οι Ροβινσώνες επιβιώνουν μόνο στη λογοτεχνία.
Στην ιδεολογική διαπάλη που γίνεται, ο Ενγκελς συμφωνεί με τη διαπίστωση του Εσπινάς ότι «εκεί όπου η οικογένεια είναι σφιχτοδεμένη, μόνο σε σπάνιες εξαιρέσεις σχηματίζονται αγέλες. Αντίθετα εκεί όπου κυριαρχούν ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις, η πολυγαμία, αναπτύσσεται σχεδόν αυτόματα η αγέλη… Γι’ αυτό τόσο σπάνια βρίσκουμε οργανωμένα σμήνη στα πουλιά»[4].
Σε μια πορεία ανάπτυξης της αγέλης, αρχίζει να διαφαίνεται ότι τα παιδιά που γεννιούνται από φυλές οι οποίες άρχιζαν να περιορίζουν την αιμομιξία εξελίσσονταν καλύτερα από τις άλλες. Σαν ανάγκη λοιπόν της καλύτερης επιβίωσης και ανάπτυξης της ομάδας [εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων], αρχίζει ο σταδιακός περιορισμός των αιμομικτικών σεξουαλικών σχέσεων, πρώτα ανάμεσα σε γονείς και παιδιά και κατόπιν ανάμεσα στ΄ αδέλφια. Με αυτούς τους συνεχείς σεξουαλικούς περιορισμούς ανάμεσα στους συγγενείς από μητρική πλευρά μετατρέπεται η ομάδα σε γένος, συγκροτείται δηλαδή σε κύκλο από συγγενείς της γυναικείας γενεαλογικής γραμμής που δεν επιτρέπεται να παντρεύονται μεταξύ τους. Το γένος εμφανίζεται στη μέση βαθμίδα της άγριας κατάστασης, φτάνοντας περίπου ως τη κατώτερη βαθμίδα της βαρβαρότητας.
Οι γάμοι ανάμεσα σε μη αιματοσυγγενικά γένη δημιούργησαν μια φυσικά και πνευματικά δυνατότερη ράτσα. «Ετσι ήταν επόμενο οι φυλές που εφάρμοζαν το σύστημα των γενών ν΄ αποχτήσουν υπεροχή έναντι των άλλων πιο καθυστερημένων ή να τις παρασύρουν με το παράδειγμά τους»[5].
Χρονολογικά βρισκόμαστε περίπου 30-40.000 χρόνια πριν. Το γένος αποτελεί τη βάση της κοινωνικής διάρθρωσης των περισσοτέρων βάρβαρων λαών. Σε ορισμένες μάλιστα περιοχές έφτασε να υπάρχουν φυλές στη βάση του γένους μέχρι και την εποχή της συγγραφής του έργου, όπως π.χ. ήταν οι Κέλτες το 19ο αιώνα, το Ιρλανδικό γένος το 17ο αιώνα [αλλά μέχρι και σήμερα στον 21ο αιώνα έχουν βρεθεί τέτοιες φυλές- ιδιαίτερα στον Αμαζόνιο, Αυστραλία].
Με την αύξηση του πληθυσμού τα γένη χωρίζονται το καθένα σε περισσότερα, συγκροτείται η φυλή, όπου και αυτή χωρίζεται σε πολλές περιπτώσεις σε περισσότερες φυλές.
Τις διαφορές με τον έξω κόσμο τις λύνει ο πόλεμος που τελειώνει με την εξόντωση της φυλής και ποτέ με την υποδούλωσή της.
Στο εσωτερικό της λειτουργίας του γένους δε γίνεται ακόμα η διάκριση ανάμεσα στα δικαιώματα και στα καθήκοντα. Υπάρχει η συμμετοχή όλων των μελών στις δημόσιες υποθέσεις λειτουργίας της φυλής και από κοινού αποφασίζουν - υλοποιούν. Αυτή η διαδικασία δε νοείται ως δικαίωμα ή καθήκον αλλά ως κάτι απόλυτα φυσικό, γιατί θα «του φαινόταν το ίδιο παράλογο αν είναι δικαίωμα ή καθήκον το φαγητό, ο ύπνος, το κυνήγι»[6].
Ο καταμερισμός της εργασίας είναι φυσικός. Υπάρχει ανάμεσα στα δυο φύλα.
Η γυναίκα έχοντας το προτέρημα της τεκνοποίησης- πολύτιμο στοιχείο για την ύπαρξη και τη συνέχιση της φυλής, που η θνησιμότητά της είναι πολύ μεγάλη, ασχολείται με τη συλλογική φροντίδα των παιδιών όλης της φυλής, της τροφής. Ο άντρας αφού δεν μπορεί να τεκνοποιήσει, διασφαλίζει την ύπαρξη της φυλής μέσω της εξασφάλισης της τροφής. Γι΄ αυτό πολεμάει, προμηθεύει την τροφή - μέσω του κυνηγιού και τα απαραίτητα γι΄ αυτό εργαλεία.
Τα μέλη του γένους παράγουν αγαθά μόνο για τις άμεσες ανάγκες τους. Το νοικοκυριό εκείνης της εποχής είχε κοινωνικό - δημόσιο χαρακτήρα, δεν ήταν ατομική υπόθεση, είναι στις περισσότερες περιπτώσεις κομμουνιστικό. Στην κοινή εργασία για την παραγωγή αγαθών, αντιστοιχούσε και η κοινή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής στη γη, στα δάση για το μάζεμα της τροφής και για το κυνήγι, στα εργαλεία που φτιάχνονται από κοινού [το σπίτι, ο κήπος, η βάρκα].
Ο καθένας είναι νοικοκύρης στο τομέα του, ο καθένας είναι ιδιοκτήτης των εργαλείων που κατασκευάζει και χρησιμοποιεί. Ομως «εδώ και μόνο εδώ, υπάρχει η «αποχτημένη με την εργασία ιδιοκτησία»[7].
Και επειδή δεν είναι βέβαιο ποιος είναι ο πατέρας ενός παιδιού [όχι για λόγους κληρονομιάς της ατομικής ιδιοκτησίας η οποία δεν υπήρχε τότε, αλλά για λόγους καλύτερης βιολογικής εξέλιξης] η καταγωγή μπορεί ν΄ αποδειχθεί μονάχα από τη μητρική πλευρά. Η συγγένεια των μελών της κοινότητας υπολογιζόταν με βάση τη μητρική γραμμή, έτσι έχουμε την ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΑ.
Σε όλες τις μορφές της ομαδικής οικογένειας, φτάνοντας ως την ανώτερη μορφή της, τη ζευγαρωτή οικογένεια όπου πια είχαν αποκλειστεί όλες οι μορφές αιματοσυγγένειας, ο δεσμός εξακολουθεί να είναι ευκολοδιάλυτος και διαρκεί τόσο όσο είναι επιθυμητό από τα δυο μέρη.
Μέχρι και σήμερα η αστική αντίληψη και οι διάφορες μικροαστικές παραλλαγές της μέσω του νεοφεμινισμού αρνούνται την κοινωνική και φυλετική ισότητα που βίωνε τότε η γυναίκα, ισχυριζόμενοι ότι και τότε αυτή ήταν στο σπίτι και ο άντρας στην κοινωνία, το ισχυρό φύλο, ότι από τότε υπήρχε πατριαρχία και η γυναίκα ήταν υποδεέστερη κοινωνικά. Ο ισχυρισμός αυτός είναι λανθασμένος. Παραγνωρίζει ότι οι βιολογικές διαφορές δεν μπορούσαν να αποτελούν πεδίο ανισότητας, σε μια κοινωνία που χωρίς τη συλλογικότητα, την κοινοκτημοσύνη ήταν αδύνατο να επιβιώσει και να εξελιχθεί στις άνισες και σκληρές φυσικές συνθήκες. Γι΄ αυτό ο αναπαραγωγικός ρόλος της γυναίκας που εξασφάλιζε τη συνεχή ροή και συνέχεια του γένους, την καθιστούσε σε προνομιακή θέση - χωρίς όμως αυτό να συνιστά εκμετάλλευση ή καταπίεση του άνδρα. Η διεύθυνση του νοικοκυριού που είχε ανατεθεί στις γυναίκες ήταν εξίσου δημόσιο κοινωνικά αναγκαίο λειτούργημα όπως και η εξεύρεση μέσων διατροφής από τον άντρα.
Ο σεβαστός και ισότιμος κοινωνικός ρόλος της γυναίκας είχε την αφετηρία του λοιπόν στην υλική βάση της ζωής, όπου οι παραγωγοί των συλλογικών αγαθών ήταν ταυτόχρονα και οι ιδιοκτήτες τους, υπήρχε δηλαδή κοινοκτημοσύνη στα μέσα παραγωγής και στα αποτελέσματά της. Δεν υπήρχε εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Κατά συνέπεια αυτό επιδρούσε και σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Είναι το πρωτόγονο κομμουνιστικό νοικοκυριό για το οποίο η αστική τάξη ούτε να ακούει δεν θέλει.
Οι γεωγραφικές και κλιματολογικές συνθήκες σε συνδυασμό με την εξέλιξη των εργαλείων δουλειάς, στα όπλα, βοήθησαν μια σειρά από τις πιο προοδευμένες φυλές στην Ασία να κάνουν κύριο κλάδο εργασίας τους, πρώτα την εξημέρωση των ζώων και αργότερα την αναπαραγωγή και περιποίησή τους.
Η εξημέρωση των ζώων οδήγησε στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, ο οποίος ξεχωρίζει σαν αυτοτελής κλάδος εργασίας. Αυτός είναι ο πρώτος μεγάλος καταμερισμός εργασίας. Ομως οι ποιμενικές φυλές παρήγαγαν περισσότερα και διαφορετικά μέσα συντήρησης, είδη διατροφής, ένδυσης από το μαλλί, κλωστικές ίνες, κλπ που απέρρεαν από τη κτηνοτροφία, «που αύξαιναν όσο αύξαινε η ποσότητα των πρώτων υλών»[8]. Αρχίζει να δημιουργείται μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντων από ό,τι χρειάζονταν για την άμεση συντήρησή τους, δημιουργήθηκε ένα περίσσευμα αγαθών, δημιουργήθηκε το υπερπροϊόν.
Ετσι για πρώτη φορά γίνεται δυνατή η κανονική ανταλλαγή προϊόντων με άλλες φυλές μέσω των αρχηγών των γενών, όπου σε μια πορεία «στερεώνεται η ανταλλαγή σαν κανονικός θεσμός»[9].
Αυτό το περίσσευμα όμως δεν παραγόταν εξίσου από όλες τις δυνάμεις της κοινότητας, μα από ξεχωριστά άτομα ή με τις δυνάμεις μιας ξεχωριστής οικογένειας. Το περίσσευμα που παράγουν αυτά τα μέλη δεν προορίζεται για κοινή κατανομή, βαθμιαία περνάει στην ατομική ιδιοκτησία των ατομικών νοικοκυριών.
Οταν όμως τα κοπάδια άρχισαν να περνάνε στην ατομική ιδιοκτησία άρχισε να επικρατεί η ανταλλαγή ανάμεσα στα άτομα.
Το κύριο είδος για αντάλλαγμα με κάτι άλλο ήταν τα ζώα. «Ετσι τα ζώα έγιναν το εμπόρευμα που με βάση αυτό εκτιμούνταν όλα τα άλλα εμπορεύματα… - κοντολογίς τα ζώα απέκτησαν τη λειτουργία του χρήματος… Από τις πρώτες αρχές κιόλας της εμπορευματικής ανταλλαγής εξελίχθηκε η ανάγκη για ένα ειδικό εμπόρευμα - χρήμα»… ένα νέο μέσο για τη κυριαρχία του μη παραγωγού πάνω στον παραγωγό και στην παραγωγή του. Είχε ανακαλυφθεί «το εμπόρευμα των εμπορευμάτων που κρύβει μέσα του όλα τα εμπορεύματα, το μαγικό μέσο που μπορεί να μεταμορφώνεται σε κάθε επιθυμητό πράγμα»[10]. Ετσι μετά την αγοραπωλησία εμπορευμάτων με χρήμα ήρθε και ο δανεισμός με χρήμα, μαζί του ο τόκος, η τοκογλυφία.
Η ανακάλυψη και χρήση του σίδερου στην παραγωγική διαδικασία παίζει επαναστατικό ρόλο στην εξέλιξη της παραγωγής. Η κηπουρική αναπτύσσεται σε μεγαλύτερες εκτάσεις, αποδίδει περισσότερα προϊόντα. Το σίδερο δημιουργεί τη γεωργία. Δίνει τη δυνατότητα στο χειροτέχνη να διευρύνει τα προϊόντα που παράγει. Η υφαντουργία, η επεξεργασία μετάλλων και τα άλλα επαγγέλματα που ξεχώριζαν, ανέπτυσσαν μια αυξανόμενη ποικιλία αγαθών. Τόσο μεγάλη και ποικίλη δράση που δεν μπορούσε πια να την εξασκεί το ίδιο άτομο.
Ετσι δημιουργείται ο δεύτερος καταμερισμός εργασίας. Η χειροτεχνία χωρίστηκε από τη γεωργία. Αυξάνοντας ταυτόχρονα και την παραγωγή προϊόντων που προορίζονται για ανταλλαγή, ανάμεσα σε ατομικούς παραγωγούς.
Η αύξηση της παραγωγής σε όλους τους κλάδους [κτηνοτροφία, γεωργία, οικιακή χειροτεχνία] αύξησε την αναγκαία ποσότητα εργασίας που αναλογούσε στο κάθε μέλος του γένους, της οικιακής συντροφιάς ή της ατομικής οικογένειας. Χρειάσθηκαν περισσότερα εργατικά χέρια στην παραγωγή και ο πόλεμος πρόσφερε αυτές τις δυνάμεις. Ετσι οι αιχμάλωτοι πολέμου μετατράπηκαν σε δούλους. Και ο «πόλεμος που πρώτα γινόταν μονάχα για να πάρουν εκδίκηση για τις προσβολές ή για να επεκτείνουν το έδαφος που δεν έφτανε, τώρα γίνεται για να ληστεύουν… γίνεται μόνιμος κλάδος βιοπορισμού»[11].
«Με το πρώτο μεγάλο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, την αύξηση της παραγωγικότητας δηλ. του πλούτου και με τη διεύρυνση του παραγωγικού πεδίου, ξεπηδά η πρώτη μεγάλη διάσπαση της κοινωνίας σε δυο τάξεις: τους κύριους και τους δούλους, τους εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους»[12].
Αυτή η συνεχής αύξηση της παραγωγής αγαθών όχι για ίδια χρήση αλλά για την ανταλλαγή, είναι η βάση της δημιουργίας της εμπορευματικής παραγωγής που οδηγεί σε μια πορεία στον τρίτο καταμερισμό εργασίας, «δημιουργεί μια τάξη που δεν ασχολείται πια με την παραγωγή, μα μόνο με την ανταλλαγή των προϊόντων – τους εμπόρους… μια τάξη που χωρίς να συμμετέχει με έναν οποιοδήποτε τρόπο στην παραγωγή, παίρνει στα χέρια της τη γενική διεύθυνση της παραγωγής και υποτάσσει οικονομικά τους παραγωγούς… μια τάξη από παράσιτα, από γνήσιους κοινωνικούς χαραμοφάηδες, που σαν αμοιβή για πολύ ελάχιστες πραγματικές υπηρεσίες, ξαφρίζει τη κρέμα … της παραγωγής» [13].
Και όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ενγκελς, «δεν χρειάστηκε πια πολύς καιρός ώσπου ν΄ ανακαλυφθεί η μεγάλη «αλήθεια» ότι και ο άνθρωπος μπορεί να γίνει εμπόρευμα»[14].
Σε μια πορεία η καλλιεργημένη γη μεταβιβάζεται για χρήση στις οικιακές συντροφιές, και τέλος γίνεται ιδιοκτησία ατόμων.
Οντας η γη ατομική ιδιοκτησία, μπορούσε τώρα να γίνει και αυτή «εμπόρευμα που το πουλάς και το υποθηκεύεις…» όπου σύμφωνα με τον Ενγκελς : «Θέλατε νάχετε την πλέρια, ελεύθερη εκποιήσιμη γαιοχτησία, ε, λοιπόν, την έχετε. Ηθελές τα και επαθές τα!»[15]. Ετσι δίπλα στον πλούτο σε εμπορεύματα, δούλους και χρήματα, προστέθηκε και ο πλούτος σε γαιοκτησία.