Είναι γνωστό από την πολιτική οικονομία ότι η αύξηση της αξίας, η αύξηση του κεφαλαίου δε συντελείται στη σφαίρα της κυκλοφορίας, στη διαδικασία της ανταλλαγής, αλλά μέσα στη διαδικασία της παραγωγής.
Μέσα στην παραγωγική διαδικασία οι εργάτες δουλεύουν τα υλικά, τις πρώτες ύλες, χρησιμοποιούν τις μηχανές και τις εγκαταστάσεις, καταναλώνουν δηλαδή το σταθερό κεφάλαιο και την εργατική δύναμη (μεταβλητό κεφάλαιο) και δημιουργούν τα προϊόντα τα οποία περιέχουν αξία μεγαλύτερη από αυτή που κατανάλωσαν.
Η εργατική δύναμη, το σύνολο των σωματικών και πνευματικών ικανοτήτων του εργάτη που αγοράζει ο καπιταλιστής έχει την ικανότητα να αυξάνει το κεφάλαιο, να γεννάει περισσότερο κεφάλαιο. Κανένα άλλο εμπόρευμα δεν έχει αυτή την ικανότητα. Ολες οι αξίες, όλα τα αγαθά, ο πλούτος είναι δημιούργημα του εργαζόμενου ανθρώπου.
Ο Κ. Μαρξ σημειώνει: «Για να μπορεί ο κάτοχος του χρήματος να βγάζει αξία από την κατανάλωση έπρεπε να είναι τόσο τυχερός ώστε να ανακαλύψει μέσα στην σφαίρα της κυκλοφορίας, στην αγορά, ένα εμπόρευμα που η ίδια η αξία του χρήσης να χει την ιδιόμορφη ιδιότητα να είναι πηγή αξίας, που η ίδια η πραγματική του κατανάλωση να είναι αντικειμενοποίηση της εργασίας, και επομένως προτσές δημιουργίας νέας αξίας. Και ο κάτοχος του χρήματος βρίσκει στην αγορά ένα τέτιο εμπόρευμα, την ικανότητα για εργασία, την εργατική δύναμη».
Στα πλαίσια της επιχείρησης, του κλάδου και συνολικά της εθνικής οικονομίας, στην αξία των παραγομένων προϊόντων (Α) περιέχεται η αξία των μέσων παραγωγής που καταναλώθηκαν (Σ), η οποία μεταφέρεται αναλλοίωτη σ’ αυτά, καθώς και μια νέα αξία (Μ+Υ) που αποτελείται από την αναπαραγμένη αξία της εργατικής δύναμης (Μ) που καταναλώθηκε (δηλαδή το Μ είναι νέα αξία, αλλά όχι παραπάνω αξία από αυτή που υπήρχε πριν τη διαδικασία παραγωγής), καθώς και την υπεραξία, (είναι η επιπλέον αξία που παράγεται) που η εργασία δημιούργησε και την οποία καρπώνεται ο επιχειρηματίας (Α=Σ+[Μ+Υ]).
Γι’ αυτό το μέγεθος [Μ+Υ], τη νέα αξία, γίνεται λόγος. Αυτή η νέα αξία είναι που θα κατανεμηθεί μεταξύ του καπιταλιστή και των εργαζομένων. Γύρω από την κατανομή της νέας αξίας διεξάγεται μια μεγάλη διαπάλη μεταξύ της εργατικής τάξης και της αστικής, που πολλές φορές παίρνει οξύτατο χαρακτήρα. Από τη μια ο καπιταλιστής ο μεμονωμένος ή συνολικά η αστική τάξη και το κράτος της και από την άλλη οι εργαζόμενοι μέσα από τα συνδικάτα. Πρόκειται γι’ αυτό που προσδιορίζουμε ως οικονομικό επίπεδο της ταξικής πάλης η οποία ως γνωστό διεξάγεται σε τρία αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα ή μορφές: οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό. Συγκρούεται από τη μια η αστική τάξη με τα δικαιώματα που της δίνει η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και από την άλλη η εργατική τάξη ως ο παραγωγός του πλούτου που διεκδικεί τουλάχιστον συνολικά την αξία της εργατικής δύναμης στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος.
Η αστική τάξη όπως λέει ο Μαρξ «με το τυφλό πάθος της και με την πείνα δράκου για υπερεργασία σπάει όχι μόνο τα ηθικά μα και τα ανώτατα φυσικά όρια της εργάσιμης μέρας. Σφετερίζεται τον χρόνο που είναι απαραίτητος για την ανάπτυξη, την εξέλιξη και την διατήρηση της υγείας του σώματος. Ο χρόνος για την μόρφωση του ανθρώπου, για την πνευματική του ανάπτυξη, για την εκπλήρωση των κοινωνικών λειτουργιών, για την κοινωνική συναναστροφή, για το ελεύθερο παιχνίδι φυσικών και πνευματικών δυνάμεων όλα αυτά για την αστική τάξη είναι καθαρή ανοησία»[1].
Η εργατική τάξη δίνει τον αγώνα της για να εξασφαλίσει ανθρώπινες συνθήκες ζωής, διαβίωσης, μόρφωσης, να πάρει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος από τον πλούτο που παρήγαγε.
Η ένταση της ταξικής πάλης, όπως τη διαμορφώνει ο συσχετισμός δυνάμεων στη συγκεκριμένη στιγμή, η δύναμη του συνδικαλιστικού κινήματος, ο ταξικός προσανατολισμός του είναι ο παράγοντας εκείνος που θα κρίνει που θα γείρει η ζυγαριά, τι μέρος της νέας αξίας θα αποσπάσει η εργατική τάξη σαν πληρωμή της αξίας της εργατικής δύναμης ανάμεσα σε ένα ανώτατο και ένα κατώτατο όριο όπως θα αναφέρουμε στη συνέχεια.
Οπως όλα τα εμπορεύματα η εργατική δύναμη έχει και αυτή μια αξία. Ο μισθός του εργάτη είναι η χρηματική έκφραση της αξίας της εργατικής δύναμης. Η αξία αυτή καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή του συνόλου των αγαθών που είναι απαραίτητα για την παραγωγή και την αναπαραγωγή της.
Στον πρώτο τόμο του κεφαλαίου ο Κ. Μαρξ σημειώνει:
«Το ποσό των μέσων συντήρησης πρέπει να επαρκεί το εργαζόμενο άτομο στην φυσιολογική κατάσταση της ζωής του. Οι ίδιες οι φυσικές ανάγκες, όπως η τροφή, ο ιματισμός, η θέρμανση, η κατοικία κλπ. διαφέρουν ανάλογα με την κλιματικές και άλλες φυσικές ιδιομορφίες μιας χώρας.
Από την άλλη η ίδια η έκταση των λεγόμενων απαραίτητων αναγκών, όπως και ο τρόπος της ικανοποίησης τους είναι ιστορικό προϊόν και για αυτό εξαρτάται κατά ένα μεγάλο μέρος από την βαθμίδα του πολιτισμού μιας χώρας και ανάμεσα στ’ άλλα ουσιαστικά από το μέσα σε ποιες συνθήκες και επομένως με τι συνήθειες και απαιτήσεις της ζωής σχηματίστηκε η τάξη των ελεύθερων εργατών.
Ετσι αντίθετα από τα άλλα εμπορεύματα, ο καθορισμός της αξίας της εργατικής δύναμης, περιέχει ένα ιστορικό και ηθικό στοιχείο. Ωστόσο για μια ορισμένη χώρα και για μια ορισμένη περίοδο είναι δοσμένο το μέσο σύνολο των αναγκαίων μέσων συντήρησης»[2].
Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από τα εξής στοιχεία:
Την αξία των αγαθών για να διατηρηθεί ο εργαζόμενος όχι απλά στη ζωή, αλλά σε κατάσταση που να μπορεί να διαθέτει την εργατική του δύναμη. Στο μέγεθος της αξίας αυτής επιδρούν οι συνθήκες στις οποίες ζει ο άνθρωπος, το πολιτιστικό και γενικότερα το επίπεδο ανάπτυξης της συγκεκριμένης χώρας και κοινωνίας, οι συνήθειες και οι απαιτήσεις.
Την αξία των αγαθών για την επιβίωση και την ανάπτυξη της οικογένειας του, να γεννηθούν και να μεγαλώσουν τα παιδιά του, αυτοί δηλαδή που θα πάρουν την θέση του όταν ο ίδιος φύγει από την παραγωγή.
Το κόστος της μόρφωσης, της εκπαίδευσης, της εξειδίκευσης του εργάτη και των παιδιών του, στοιχείο που το υπαγορεύουν οι ανάγκες της παραγωγής, το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, της οργάνωσης της παραγωγής και γενικότερα της οικονομίας.
Η αξία της εργατικής δύναμης δεν είναι ένα σταθερό μέγεθος. Κυμαίνεται. Οι καπιταλιστές έχουν σαν μόνιμη επιδίωξή τους να αυξήσουν την υπεραξία, μειώνοντας το μισθό, άρα μειώνοντας την αξία της εργατικής δύναμης όσο το δυνατόν περισσότερο. Αυτή η αυξομείωση της αξίας της εργατικής δύναμης έχει και τα όριά της. Προς τα κάτω το όριο είναι η επιβίωση του εργάτη και η δυνατότητά του να εργάζεται. Κάτω από το όριο αυτό απειλείται η ύπαρξή του και η δυνατότητα να παράγει υπεραξία. Αυτό το κατώτερο όριο, το φυσικό κατώτερο όριο συμπίπτει με την απόσπαση της μέγιστης υπεραξίας. Αν η τιμή της εργατικής δύναμης πέσει σ’ αυτό το ελάχιστο όριο, τότε πέφτει κάτω από την αξία της, γιατί έτσι μπορεί να συντηρείται και να αναπτύσσεται μόνο σε φθίνουσα μορφή. Ομως η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από το χρόνο εργασίας που απαιτείται για να προσφέρεται σε κανονική ποιότητα[3].
Η εργατική τάξη όμως αντιδρά, αγωνίζεται, διεκδικεί. Πολλές φορές κερδίζει αυξήσεις και μάλιστα σημαντικές, έχει κατακτήσεις, μπορεί να φτάσει την αξία της εργατικής δύναμης στα ανώτατα όριά της. Αυτά τα ανώτατα όρια συμπίπτουν με την απόκτηση από τους καπιταλιστές της χαμηλότερης υπεραξίας.
Και σε αυτή όμως την περίπτωση ικανοποιούνται οι απαραίτητες ανάγκες για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης ως αντικείμενο εκμετάλλευσης. Καθόλου δεν ταυτίζεται η κάλυψη της αξίας της εργατικής δύναμης με την κάλυψη των συνολικών αναγκών των εργαζομένων. Οι συνολικές ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες. Εξαρτώνται από το επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνίας, τις δυνατότητες που υπάρχουν. Ακόμα και στην περίπτωση που ο μισθός ανταποκρίνεται στην ανώτατη δυνατή αξία της εργατικής δύναμης στις δοσμένες συνθήκες αυξάνεται «η εξαθλίωση με την κοινωνική έννοια, με την έννοια της αναντιστοιχίας ανάμεσα στο ανερχόμενο επίπεδο των αναγκών της αστικής τάξης και των αναγκών ολόκληρης της κοινωνίας από το ένα μέρος και στο βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων μαζών από το άλλο»[4]. Το ποσοστό των εργαζομένων στο εθνικό προϊόν μειώνεται, παρά το γεγονός ότι μπορεί οι αποδοχές τους να αυξάνουν σχετικά με προηγούμενες περιόδους. Η ολοκληρωμένη ικανοποίηση των αναγκών των εργαζομένων σχετίζεται με τη δυνατότητα να εξουσιάσουν αυτοί τα αποτελέσματα του μόχθου τους, με την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, θα γίνει στο σοσιαλισμό.
Τα ανώτατα όρια που πληρώνεται η εργατική δύναμη δεν μπορεί να υπερβαίνουν και μάλιστα για πολύ καιρό το όριο εκείνο που θα έθετε σε κίνδυνο τα κέρδη, την ίδια την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, του μεμονωμένου επιχειρηματία και συνολικότερα της τάξης των επιχειρηματιών, του ίδιου του συστήματος. Οπως σημειώνει ο Μαρξ: «... ο νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης ... εκφράζει στην πραγματικότητα μόνο ότι η φύση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης αποκλείει κάθε ελάττωση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας ή κάθε αύξηση της τιμής της εργασίας, που θα μπορούσε να απειλήσει σοβαρά τη διαρκή αναπαραγωγή της σχέσης του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή της σε διαρκώς διευρυνόμενη κλίμακα»[5].
Για να απειληθεί η ίδια η αναπαραγωγή και η σταθερότητα του συστήματος δε φτάνει μόνο ο οικονομικός αγώνας. Χρειάζεται το πολιτικό υποκείμενο και η δράση του, να πείσει και να συσπειρώσει τις λαϊκές μάζες για τα γενικά συμφέροντά τους, ώστε το σύστημα να απειληθεί και να ανατραπεί. Ο οικονομικός όμως αγώνας της εργατικής τάξης, ο αγώνας για μισθολογικές αυξήσεις, για οικονομικές κατακτήσεις και για δικαιώματα, έχει μεγάλη σημασία. Εφόσον υπάρχει σωστή ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση των κομμουνιστών, συμβάλλει στην αγωνιστική διαπαιδαγώγηση της εργατική τάξης, τη βοηθάει να συνειδητοποιεί τη δύναμη και τις δυνατότητές της αλλά και τα ίδια τα όρια αυτής της μορφής πάλης. Στο βαθμό που η πάλη για τα επιμέρους, η πάλη για τις οικονομικές διεκδικήσεις εντάσσεται στη γενικότερη πάλη για βαθιές αλλαγές σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, τότε διαμορφώνονται προϋποθέσεις για την ικανοποίηση αναγκών, αλλά και για την οριστική απαλλαγή των εργαζομένων από τον καπιταλιστικό ζυγό.
Στις σημερινές συνθήκες η ανάπτυξη των αγώνων για την αντιστοίχηση των μισθών με την αξία της εργατικής δύναμης εξακολουθεί να έχει μεγάλη σημασία για τον πρόσθετο λόγο ότι η γενικευμένη επίθεση στις αποδοχές και τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά το 1985 με το πρώτο σταθεροποιητικό πρόγραμμα του κ. Σημίτη, έχει περιορίσει τις αποδοχές σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Εκτεταμένα τμήματα της εργατικής τάξης, νέοι, χαμηλόμισθοι, γυναίκες, απασχολούμενοι με ελαστικές μορφές τείνουν όλο και πιο πολύ προς τα κατώτερα επίπεδα της αξίας της εργατικής δύναμης και τα φαινόμενα απόλυτης εξαθλίωσης πολλαπλασιάζονται. Πολύ περισσότερο υποφέρουν οι άνεργοι και ιδίως οι μακροχρόνια άνεργοι. Η αστική τάξη έχει πάρει πίσω σημαντικές κατακτήσεις. Η υψηλή ανεργία συμπιέζει τις αποδοχές σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Η αξία όμως της εργατικής δύναμης δεν εκφράζεται μόνο στις αποδοχές και το ύψος τους σε κάθε συγκεκριμένη φάση. Εκτός από το μέρος εκείνο που το παίρνουν οι εργαζόμενοι ως καθαρό μισθό στο χέρι υπάρχει και εκείνο το μέρος που τους δίνεται με τη μορφή διαφόρων «παροχών», που η κατάκτησή τους απαίτησε πολύχρονους αγώνες και αιματηρούς πολλές φορές. Αυτό το μέρος σήμερα δέχεται και τη μεγαλύτερη επίθεση από το κεφάλαιο και το κράτος του. Η αντιπαράθεση του ενός στο άλλο, η προσπάθεια για διεκδίκηση μόνο μισθολογικών αυξήσεων χωρίς παράλληλα να μπαίνουν με την ίδια ένταση αιτήματα και να αναπτύσσονται αγώνες για την προάσπιση κοινωνικών παροχών που σήμερα είναι στο στόχαστρο, είναι σοβαρό πρόβλημα.
Ο στενός τρόπος που κατανοούν αυτό το ζήτημα σήμερα ακόμη και ταξικά συνδικάτα δίνει μια εξήγηση χωρίς και να εξαντλεί το πρόβλημα, γιατί αιτήματα που αφορούν στην παιδεία, υγεία, ασφαλιστικά, συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας δεν είναι στο κέντρο των διεκδικήσεών τους.