Χρειάζεται κατ’ αρχήν να σημειώσουμε ότι η ανισότιμη θέση της γυναίκας στην κοινωνία είναι τόσο παλιό ζήτημα όσο και η ταξική καταπίεση. Υπάρχει από τότε που εμφανίστηκε η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Υπάρχει από τότε που το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα δίνει τη θέση του στο δουλοκτητικό, αφού ο φυσικός καταμερισμός εργασίας αντικαθίσταται από τον κοινωνικό καταμερισμό και δημιουργείται το υπερπροϊόν. Τότε που ιστορικά κάνει την εμφάνισή της η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η περιουσιακή ανισότητα και η δουλεία. Ετσι, κυριαρχεί η πατριαρχική οικογένεια, για να ελέγχονται οι κληρονόμοι της πατρικής περιουσίας. «Η ανατροπή της μητριαρχίας ήταν η κοσμοϊστορική ήττα του γυναικείου φύλου. Η πρώτη ταξική καταπίεση ήρθε με την καταπίεση του γυναικείου φύλου από το αντρικό», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Ενγκελς, στο βιβλίο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους».
Το κίνημα του φεμινισμού που εμφανίστηκε και διαμορφώθηκε σε χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής στα μέσα του 19ου αιώνα δεν εντάχθηκε μέσα στο γενικό κοινωνικό πρόβλημα. Προβλήθηκε αποσπασμένα, ως αυθύπαρκτο ζήτημα. Ο στόχος ήταν «να αποκατασταθεί η αδικία σε βάρος των γυναικών και να εφαρμοστεί η ισότητα και η ελευθερία για το μισό της ανθρωπότητας». Οι αιτίες όμως που δημιούργησαν αυτήν την «αδικία» στο μισό της ανθρωπότητας δεν αναδεικνύονται ούτε εξηγούνται οι συνθήκες μέσα στις οποίες εμφανίστηκε.
Σε αυτό το κίνημα πρωτοστατούν μορφωμένες γυναίκες της αστικής τάξης, με κύρια αιτήματα το δικαίωμα της ψήφου και της μόρφωσης, ριζοσπαστικά αιτήματα πρέπει να πούμε για την εποχή εκείνη, που βοήθησαν τις πρώτες μορφές οργάνωσης των γυναικών.
Η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση στη Ρωσία έβαλε τις βάσεις για την ισοτιμία των γυναικών. Εδωσε θάρρος στις γυναίκες όλων των χωρών ν’ αγωνιστούν. Να συμμετέχουν ισότιμα με τους άντρες στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα. Ο Λένιν με περηφάνια δήλωνε ότι από τους νόμους εκείνους που κρατούσαν τη γυναίκα σε κατάσταση υποταγής, δεν έμεινε στη Σοβιετική δημοκρατία πέτρα πάνω στην πέτρα. Και συγχρόνως υπογράμμιζε ότι «η νομική ισότητα δεν είναι ακόμη και ισότητα στη ζωή. Επιβάλλεται, όχι μόνο να αμείβεται η εργάτρια σύμφωνα με το νόμο, αλλά και να ζει σε ισότητα με τον άντρα - εργάτη. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να αποκτήσει πλήρη ελευθερία αν δεν κατακτήσει πλήρη ελευθερία για τις γυναίκες»[1].
Στη χώρα μας με την ανάπτυξη των εργατικών αγώνων και την ίδρυση το 1918 του ΣΕΚΕ, που το Νοέμβρη του 1924 στο 3ο έκτακτο Συνέδριό του μετονομάστηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας - Τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, οργανώθηκαν οι πρώτοι σοσιαλιστικοί όμιλοι γυναικών και ο σωστός προσανατολισμός του γυναικείου κινήματος αρχίζει να αναδεικνύεται. Και όλα αυτά σε μια εποχή που το γενικό της κλίμα δύσκολα επέτρεπε να αναπτυχθούν και να διαδοθούν οι προοδευτικές ιδέες για την απελευθέρωση της γυναίκας. Ανατρέχοντας στα επίσημα κείμενα του ΚΚΕ βλέπουμε ότι από κανένα αντιπροσωπευτικό σώμα του κόμματος, σε όλη την πορεία του, δεν έλλειπε το καθήκον της ιδιαίτερης οργανωτικής και ιδεολογικής δουλιάς που χρειάζεται να γίνει μέσα στις γυναίκες. Κι αυτό γιατί οι γυναίκες, λόγω των συνθηκών της ζωής τους, έχουν λιγότερες ευκαιρίες και συναντούν μεγαλύτερα εμπόδια στην κοινωνική και πολιτική δράση. Είναι πιο ευάλωτες στην πίεση και στην περιθωριοποίηση εξαιτίας των οξυμένων προβλημάτων της οικογένειας και της ανισότητας που επικρατεί στην κοινωνία και στην οικογένεια.
Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 το νεαρό τότε κόμμα της εργατικής τάξης αναδεικνύει την ανάγκη να αποκτήσει πολιτικά δικαιώματα η Ελληνίδα και η προεκλογική εξόρμηση των εργατών και εργατριών γίνεται -μαζί με άλλα- και με το χαρακτηριστικό και ευρηματικό σύνθημα «σφυρί δρεπάνι και ψήφο στο φουστάνι».
Η επιμονή του κόμματος για το ιδιαίτερο καθήκον της οργάνωσης και κινητοποίησης των γυναικών γίνεται μεγαλύτερη και πιο συστηματική από το 4ο Συνέδριό του (Δεκέμβρης 1928) και μετά.
Τα αιτήματα των γυναικών της εργατικής τάξης γίνονται και αιτήματα του εργατικού κινήματος. Ετσι συνδέεται η απελευθέρωση και χειραφέτηση της γυναίκας με την κοινωνική απελευθέρωση και χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Συνεχής και ακούραστη η προσπάθεια του ΚΚΕ να παρακινεί τη γυναίκα στην πολιτική δράση. Εκτιμά σωστά ότι η συνειδητοποίηση της γυναίκας ξεκινά από τη συμμετοχή της στα εργατικά σωματεία, στους γυναικείους συλλόγους, στους μαζικούς φορείς, εκεί δηλαδή που γεννιέται η ιδεολογική διαπάλη και αναπτύσσεται ο ταξικός αγώνας. Αυτός ο δρόμος βοηθά τις γυναίκες ν’ αυξήσουν τη μαζικότητα και την αποτελεσματικότητα των αγώνων, την αποτελεσματικότητα της πολιτικής αντίστασης.
Με την καθοδήγηση του ΚΚΕ γίνονται μεγάλες απεργίες και διαδηλώσεις καπνεργατριών της Καβάλας, του Πειραιά, του Αγρινίου και της Θάσου. Μαζί με τα εργατικά και αγροτικά αιτήματα οι εργάτριες και οι αγρότισσες διεκδικούν την απαγόρευση της νυχτερινής γυναικείας εργασίας, την ίδρυση γυναικολογικών τμημάτων στους δήμους και τις κοινότητες, πληρωμένη 100% άδεια πριν και μετά τον τοκετό.
Στα χρόνια 1933-36 οι κομμουνίστριες δουλεύουν δραστήρια στις γυναίκες για το ξεσήκωμά τους ενάντια στο διπλό κίνδυνο του φασισμού και του πολέμου. Ετσι, σε πολλές περιοχές της χώρας γίνονται γυναικείες συγκεντρώσεις που προετοιμάζουν τη μεγάλη πανελλαδική Αντιφασιστική Αντιπολεμική Συγκέντρωση της Αθήνας του 1933. Η μεταξική δικτατορία στέλνει στις φυλακές και τις εξορίες κομμουνίστριες και άλλες πρωτοπόρες αγωνίστριες. Στη Μακρόνησο, στη Χίο, στο Τρίκερι, στα στρατοδικεία και στις φυλακές η γυναικεία παρουσία έμεινε ανεξίτηλη. Πολλές ΗΛΕΚΤΡΕΣ τίμησαν και τιμήθηκαν από το ΚΚΕ.
Η ΕΑΜική Αντίσταση έγινε σταθμός για τη μαζική οργανωμένη δράση των γυναικών. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ελλάδας ψήφισαν οι γυναίκες το 1944, στην περίοδο της Εθνικής Αντίστασης και της λαϊκής εξουσίας της Ελεύθερης Ελλάδας. Με διάταγμα της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), της λεγόμενης κυβέρνησης του βουνού, δόθηκε το δικαίωμα στις γυναίκες να εκλέγουν και να εκλέγονται στο Εθνικό Συμβούλιο, αλλά και το δικαίωμα να μετέχουν στη διοίκηση των οργάνων της Αυτοδιοίκησης, όπως και να παίρνουν μέρος στη σύνθεση των δικαστηρίων, ως ισότιμες με τους άντρες και ως δικαστές.
Η Απόφαση της 11ης Ολομέλειας του Κόμματος (Απρίλης του 1945) σημειώνει: «ο μακροχρόνιος εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας έβγαλε στο πολιτικό προσκήνιο καινούργιο προοδευτικό παράγοντα, τη μαζική πολιτική δράση της γυναίκας... Η γυναίκα έγινε σοβαρότατος παράγοντας στη νίκη του δημοκρατικού αγώνα και της αναγέννησης της Ελλάδας». Γι’ αυτό αποφασίστηκε να δημιουργηθούν Γυναικείες Επιτροπές στα όργανα του Κόμματος, να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην αυτομόρφωση των γυναικών και να προχωρήσει η στρατολογία γυναικών με στόχο το 50% των κομματικών μελών να είναι γυναίκες. Αλλά και αργότερα στην 4η Ολομέλεια της ΚΕ του Οκτώβρη του 1948 επισημαίνεται: «οι γυναίκες μέσα στα τμήματα του ΔΣΕ αποτελούν παράγοντα πειθαρχίας, κίνητρο μαχητικότητας και υπόδειγμα πολεμικής επίδοσης». Πράγματι η συμμετοχή και η δράση των γυναικών στο ΔΣΕ ήταν αξιοζήλευτη και ιδιαίτερα σημαντική.
Στα μάχιμα τμήματα του λαϊκού στρατού έδρασαν πάνω από 8.000 γυναίκες, δηλαδή το 30% της συνολικής δύναμης των μαχητών του ΔΣΕ. Τα γυναικεία στελέχη του ΔΣΕ ξεπερνούσαν τα 700 σε αριθμό, ως αξιωματικοί και υπαξιωματικοί. Πολλές μαχήτριες τιμήθηκαν με διακρίσεις ανδρείας. Στη Σχολή Αξιωματικών φοίτησαν δεκάδες γυναίκες και επέστρεψαν στα τμήματα ως διμοιρίτισσες και πολιτικοί επίτροποι λόχων.
Αλλά και στα μετόπισθεν της Ελεύθερης Ελλάδας υπήρχε ένα άλλου είδους πεδίο που οι γυναίκες πρωτοστατούσαν. Μετέφεραν πολεμοφόδια και τρόφιμα στους μαχητές του Γράμμου με χίλιους δύο κινδύνους, αφού περνούσαν μέσα από τους εχθρούς. Γυναίκες πρωτοστάτησαν και στις μάχες της σποράς και του θερισμού και δούλευαν ακούραστα για να σώσουν ολόκληρα χωριά από την πείνα, αλλά και για να εξασφαλίσουν το ψωμί του αντάρτη.
Το μεγαλείο των γυναικών της Αντίστασης και του ΔΣΕ ήταν ότι μπόρεσαν να ξεπεράσουν μεγάλες δυσκολίες και να αποδείξουν ότι μπορούν να γίνουν ισότιμες με τους άντρες, όταν συνειδητοποιήσουν την ανάγκη του αγώνα για ιδανικά και αξίες πανανθρώπινες. Οταν έχουν καθοδηγητή και οργανωτή της δράσης τους το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Αντιδραστικές αντιλήψεις και βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες πήγαν στην άκρη και η γυναίκα έδωσε το παρόν με θάρρος και ηρωισμό απαράμιλλο. Πάνω από 100.000 γυναίκες έπεσαν στον ένοπλο αγώνα και τις κακουχίες. Αλλά και στην ανάπτυξη του γυναικείου κινήματος έδωσαν το αγωνιστικό τους παρόν. Πολλοί γυναικείοι σύλλογοι και ομάδες γυναικών δραστηριοποιούνται στις πόλεις και στην ύπαιθρο και συνεργάζονται με την ΠΟΓ, την Πανελλαδική Ομοσπονδία Γυναικών. Το Μάη του 1946 έγινε το Α΄ Πανελλαδικό Συνέδριο της Ομοσπονδίας. Η ΠΟΓ λειτούργησε για δύο χρόνια περίπου και συγκέντρωσε στις γραμμές της 200.000 γυναίκες. Σε αυτό το διάστημα ανέπτυξε δραστηριότητες για τη χειραφέτηση της γυναίκας και το δικαίωμα της ψήφου. Διαλύθηκε το 1947 με ειδικό διάταγμα. Ομως σύντομα αναδιοργανώθηκε. Σε πλατειά σύσκεψη στις 25 Οκτώβρη 1948 στην Ελεύθερη Ελλάδα πήραν μέρος γυναίκες του ΔΣΕ, του ΚΚΕ, του ΑΚΕ και του ΑΦΖ (Αντιφασιστικού Μετώπου Γυναικών Σλαβομακεδόνων) και συστήθηκε η ΠΔΕΓ (Πανελλαδική Δημοκρατική Ενωση Γυναικών). Εκδίδεται η εφημερίδα «Η Μαχήτρια» και δίνεται μεγάλη προσοχή στη διαφωτιστική πολιτική δουλιά στις γυναίκες.
Αντιπροσωπεία της ΠΔΕΓ συμμετείχε το Δεκέμβρη του 1948 στη Βουδαπέστη στο 2ο Συνέδριο της ΠΔΟΓ (Παγκόσμια Δημοκρατική Οργάνωση Γυναικών). Σε αυτό το Συνέδριο πήραν μέρος 390 αντιπρόσωποι που εκπροσωπούσαν 80.000.000 οργανωμένα μέλη σε όλο τον κόσμο.
Μετά την ήττα του ΔΣΕ η ΠΔΕΓ συνέχισε την αποστολή και τη δράση της στις νέες πια συνθήκες στις σοσιαλιστικές χώρες, βοηθώντας ουσιαστικά στην οργάνωση της ζωής των πολιτικών προσφύγων.
Στην Ελλάδα η αστική τάξη θα κάνει ό,τι μπορεί για ν’ αφαιρέσει από τη γυναίκα όσα δικαιώματα κέρδισε στην περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα του ΔΣΕ, για να τη γυρίσει πίσω, στην καθυστέρηση, την αμορφωσιά μακριά από την πολιτική δράση. Τη χρειάζεται όμως στην παραγωγή και τη βγάζει να δουλέψει με όρους χειρότερους από τους άντρες εργαζόμενους, με μεγαλύτερη εκμετάλλευση και καταπίεση. Η προλετάρισσα των προλεταρίων, η γυναίκα, είναι αυτή που δέχεται πολλαπλά τις συνέπειες της αυξημένης εκμετάλλευσης.
Οι προσπάθειες για τη δημιουργία γυναικείων οργανώσεων δε σταματούν. Το 1964 ιδρύεται η Πανελλαδική Ενωση Γυναικών (ΠΕΓ) που απλώνεται με παραρτήματα σε συνοικίες μεγάλων πόλεων και σε μεγάλα επαρχιακά κέντρα. Την ίδια περίοδο συγκροτείται η Συντονιστική Επιτροπή Εργαζομένων Γυναικών (ΣΕΕΓ), με πρωτοβουλία του Σωματείου των Λογιστών.
Η ελληνίδα δε μένει απαθής. Εκατοντάδες γυναίκες βρίσκονται στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος και των Λαμπράκηδων και πρωτοστατούν στους συνδικαλιστικούς, μαζικούς και πολιτικούς αγώνες.
Το 1967 η χούντα απαγορεύει την οργανωμένη δράση και καταργεί συνδικαλιστικά όργανα και μαζικούς φορείς. Την ίδια χρονιά το ΚΚΕ δημιουργεί κομματικές οργανώσεις στην Ελλάδα και, σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας, βάζει μέσα στα πρώτα καθήκοντα την ανάγκη ειδικής δουλιάς στις γυναίκες για να οργανωθούν στον αντιδικτατορικό αγώνα.
Μετά τη μεταπολίτευση οι κομμουνίστριες είναι αυτές που βοηθούν αποφασιστικά στην ίδρυση καινούργιων γυναικείων οργανώσεων, μπαίνουν στα συνδικάτα και παίρνουν μέρος στους ταξικούς αγώνες. Στις γειτονιές σχηματίζονται πυρήνες γυναικείων συλλόγων. Αυτοί, μετά το Παγκόσμιο Συνέδριο Γυναικών στο Βερολίνο το 1975, συγκρότησαν τη Συντονιστική επιτροπή τους. Παίρνοντας την πείρα της ΠΕΓ που λειτουργούσε με παραρτήματα προδικτατορικά, επιδιώχτηκε η ίδρυση γυναικείων συλλόγων αυτοτελώς με δικά τους καταστατικά, διοικητικά όργανα υπεύθυνα για το χώρο τους, που θα συντόνιζαν τη δράση τους πανελλαδικά με την Ομοσπονδία. Ετσι τον Απρίλη του 1976 και σε πανελλαδική Σύσκεψη ιδρύεται η Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδας (ΟΓΕ). Από τότε μέχρι σήμερα η ΟΓΕ σταθερά αγωνίζεται για τα δικαιώματα των γυναικών και αντιπαλεύει κάθε λογική που κινείται στα πλαίσια του λεγόμενου ρεαλισμού και του συμβιβασμού με τις δυσκολίες.