Δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην απασχόληση και την ανεργία. Αυτή ωστόσο δεν την αντιμετωπίζουν ως φαινόμενο σύμφυτο του καπιταλισμού, μιλούν μάλιστα για «ιδεολογήματα για τη "νομοτέλεια" της ανεργίας». Κατ' αυτούς τα αίτιά της εντοπίζονται: «Στις ακολουθούμενες αντιαναπτυξιακές και περιοριστικές οικονομικές πολιτικές, όπως αυτές κατευθύνονται από τα κριτήρια του Συμφώνου Σταθερότητας. Στη δραματική ενίσχυση της χρηματιστηριακής οικονομίας σε βάρος της πραγματικής. Στην ανάπτυξη της τεχνολογίας και στη χρήση της υπό τους συγκεκριμένους συσχετισμούς δύναμης. Στη συνεχή προσπάθεια των εργοδοτών για μεγιστοποίηση των κερδών τους. Στο χαμηλό ποσοστό επανεπένδυσης των επιχειρηματικών κερδών, που σημαίνει ότι τα επιχειρηματικά κέρδη δε δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας» (σελίδα 18 - 19).
Κατά συνέπεια οι προτάσεις που καταθέτουν για την αντιμετώπισή της είναι προτάσεις ως επί το πλείστον διαχειριστικού τύπου, «ασπιρίνες» για μια ανίατη ασθένεια. Πρόκειται για αιτήματα που ούτως ή άλλως αποτελούν στόχους πάλης, τουλάχιστον για το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, ως μέτρα ανακούφισης ανέργων και εργαζομένων, σε καμία περίπτωση ως πανάκεια. Μεταξύ αυτών μείωση του εργάσιμου χρόνου, μείωση των υπερωριών, αύξηση του επιδόματος ανεργίας, των πόρων για την απασχόληση, ενίσχυση του θεσμού της πλήρους απασχόλησης έναντι της μερικής. Μάλιστα, για τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης εκτιμούν ότι δεν αποτελούν αντικειμενική ανάγκη του συστήματος αλλά πολιτική επιλογή με στόχο τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης εργασίας-κεφαλαίου υπέρ του δεύτερου, λες και η επιλογή αυτή έγινε από «βίτσιο» και όχι γιατί ακριβώς ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κεφαλαίου σήμερα. Η μερική απασχόληση, η ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις, ήταν μέρος της στρατηγικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και στον τομέα αυτό, αναδιαρθρώσεις που έχουν προχωρήσει σε όλους τους τομείς ακριβώς γιατί τις προστάζουν οι ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος.
Παρακάτω ισχυρίζονται, αθωώνοντας πλήρως τις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες από τα «εγκλήματα» που έχουν διαπράξει σε βάρος εργασιακών δικαιωμάτων, ότι τα «υψηλά ποσοστά ανεργίας μειώνουν τη διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων που εξαναγκάζονται στην αποδοχή δυσμενέστερων όρων απασχόλησης» (σελίδα 18).
Συναντάμε και άλλες απλοϊκές προσεγγίσεις στην κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος. Για παράδειγμα υπεραμύνονται της ανάγκης απο-κομματικοποίησης των συνδικάτων, ωστόσο οι ίδιοι θέτουν ως στόχο την συντονισμένη ιδεολογική δουλιά μέσα στα συνδικάτα. Προφανώς η παρέμβαση κάποιων άλλων κομματικοποιεί τα συνδικάτα, ενώ η δική τους τα αφυπνίζει ιδεολογικά...
Ερχόμαστε στα της παιδείας. Εμφανίζουν τα συμπτώματα μιας αντιεκπαιδευτικής, βαθιά ταξικής πολιτικής σαν αιτίες των προβλημάτων της πρωτοβάθμιας καταρχήν εκπαίδευσης. Εκτιμούν πως τα κυριότερα προβλήματα αυτής της βαθμίδας αφορούν στην «αδυναμία εμφάνισης της γνώσης με ελκτικό τρόπο, στην ανικανότητα του σχολείου να προβάλει σύγχρονα κοινωνικά πρότυπα, στην αδυναμία του να προσεγγίσει το πρότυπο ενός δημοκρατικού σύγχρονου σχολείου». Καυτηριάζουν ακόμα την «απουσία πολιτικών που θα άλλαζαν το τοπίο στο δημόσιο σχολείο», αν και η παιδεία πάσχει από τη βαθιά αντιεκπαιδευτική πολιτική που άσκησαν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και όχι από την απουσία τους.
Επί τροχάδην, κάποια ζητήματα που αφορούν στη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση.
Αναπαράγουν την αυταπάτη της «ελεύθερης πρόσβασης», που στην προέκτασή της ισοδυναμεί με μετάθεση των ταξικών «φίλτρων» από το λύκειο μέσα στο ίδιο το Πανεπιστήμιο. Οταν ο Γ. Παπανδρέου προεκλογικά άφησε ανοιχτό να συζητηθεί και να εφαρμοστεί κάτι τέτοιο, ο Ν. Κωνσταντόπουλος πανηγύριζε ότι «επιτέλους, το ΠΑΣΟΚ υιοθετεί ένα πάγιο αίτημα του ΣΥΝ»! Πρόκειται όμως για ένα μοντέλο που οδηγεί όχι μόνο σε κύκλους, αλλά και στην υποβάθμιση των σπουδών με το «προπαρασκευαστικό» έτος, ενώ όσοι κόβονται θα σπρώχνονται στην ιδιωτική κατά κύριο λόγο κατάρτιση. Προσπερνάνε, βέβαια, το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει ελεύθερη πρόσβαση στο υπάρχον σύστημα και ότι η όποια ρύθμιση περί «ελεύθερης» πρόσβασης, όπως π.χ. αυτή που ισχύει σήμερα, εξυπηρετεί τη δημιουργία μια στρατιάς μισοειδικευμένων ανέργων, βορά στα συμφέροντα των επιχειρήσεων.
Διεκδικούν «ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση, χωρίς διαχωρισμούς ΑΕΙ - ΤΕΙ» και τον «ολοκληρωτικό μετασχηματισμό των ΤΕΙ σε πανεπιστήμια». Εχουν υιοθετήσει πλήρως το σχετικό αίτημα των ΕΑΑΚ, αλλά «χαϊδεύουν τα αυτιά» των ΤΕΙ διεκδικώντας τη συλλήβδην μετατροπή τους σε πανεπιστήμια! Αλήθεια, πώς μπορεί να γίνει πανεπιστήμιο το Τμήμα «Τυποποίησης και Διακίνησης Προϊόντων» ή αυτό της «Αισθητικής και Κοσμετολογίας»; Για να μην αναφερθούμε σε τμήματα των ΑΕΙ που δεν έχουν επιστημονικό αντικείμενο (π.χ. Τμήμα «Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και νέων Τεχνολογιών»). Στην πραγματικότητα, η νεολαία ΣΥΝ αρνείται τον επιστημονικό χαρακτήρα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, πράγμα που φαίνεται ακόμα πιο καθαρά παρακάτω.
Κάνουν λόγο για «παροχή πτυχίων που θα αντιστοιχούν σε ολοκληρωμένα γνωστικά αντικείμενα» και αντιπαρατίθενται στην «υπερεξειδίκευση που μεταβάλλει τους σημερινούς ημιμαθείς πτυχιούχους σε αυριανούς αναλώσιμους εργαζόμενους». Το γνωστικό αντικείμενο όμως δε σημαίνει ότι είναι και «επιστημονικό». Για παράδειγμα, ακόμα και το «τυφλό σύστημα» πληκτρολόγησης στον υπολογιστή, είναι ένα γνωστικό αντικείμενο για κάποιον που μαθαίνει υπολογιστή. Μιλώντας για «υπερεξειδίκευση» σπέρνουν σύγχυση σχετικά με τη σωστή θέση για την επιστημονική ειδίκευση, δηλαδή την απαραίτητη γνώση στο επιστημονικό αντικείμενο που οδηγεί σε επιστήμονες ικανούς για εργασία σε αυτό που σπούδασαν. Ουσιαστικά, αρνούνται την ειδίκευση, όμως η λογική που θέλει τον απόφοιτο με γενικές μόνο γνώσεις (βλέπε γνώσεις κατάρτισης, σεμιναριακού τύπου κλπ.) της επιστήμης οδηγεί στην πλήρη αποσύνδεση πτυχίου - επαγγέλματος, αφού τέτοιο επίπεδο γνώσεων «πάει πακέτο» με «πιστοποιήσεις», αξιολόγηση, φραγμούς ως προς το δικαίωμα να δουλέψει ο νέος επιστήμονας. Για να είναι το πτυχίο μοναδικό και ικανό εφόδιο για να ενταχθούν οι απόφοιτοι στην παραγωγή, πρέπει το Πανεπιστήμιο να βγάζει επιστήμονες ολοκληρωμένους με βαθιά γνώση του επιστημονικού τους αντικειμένου και πλήρη επαγγελματική επάρκεια, δηλαδή επιστημονική ειδίκευση.
Επίσης αναπαράγει την άποψη περί «της αναγκαίας διασύνδεσης των πανεπιστημιακών τμημάτων ώστε να μπορεί κανείς να μεταπηδά σε άλλο γνωστικό αντικείμενο σύμφωνα με τις επιθυμίες και τα ενδιαφέροντά του» (και τη διάχυση των προγραμμάτων σπουδών, θα προσθέταμε εμείς). Αυτό, το λεγόμενο «ελεύθερο πρόγραμμα σπουδών», οδηγεί μαζί με τα παραπάνω στη λογική της εξατομικευμένης εκπαίδευσης που προωθεί η άρχουσα τάξη (βλέπε πρόταση Γ. Παπανδρέου προεκλογικά για εισαγωγή σε σχολή και όχι σε τμήμα). Πρόκειται για ένα μοντέλο σύμφωνα με το οποίο ο απόφοιτος θα έχει γενικές γνώσεις, παρακολουθώντας μάλλον ένα σεμιναριακού τύπου πρόγραμμα σπουδών και οι γνώσεις του δε θα έχουν κανένα αντίκρισμα στην παραγωγή. Ετσι η γνώση γίνεται αντιληπτή ως συσσώρευση σκόρπιων πληροφοριών, που βολεύει το κεφάλαιο για να προωθεί την κατάρτιση για την αύξηση των κερδών του. Αρα ο απόφοιτος θα είναι «ευέλικτος» και πιο εύκολα θα υποτάσσεται στον εκάστοτε εργοδότη για δουλιά χωρίς δικαιώματα. Θα έχει δημιουργήσει έναν εξατομικευμένο «φάκελο σκόρπιων γνώσεων» και δε θα μπορεί να διαπραγματευτεί συλλογικά.
Για τα μεταπτυχιακά ισχυρίζονται ότι «θα πρέπει να διέπονται από δύο βασικές λειτουργίες, την εισαγωγή στη διαδικασία της έρευνας και την εμβάθυνση σε τομείς της κάθε επιστήμης» και δηλώνουν ότι αγωνίζονται για «όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πρόσβαση των φοιτητών σε μεταπτυχιακά προγράμματα». Ευθυγραμμίζονται πλήρως δηλαδή με τη λογική που θέλει τα πτυχία υποβαθμισμένα, γιατί αυτές οι λειτουργίες περιλαμβάνονται στις προπτυχιακές σπουδές και μετά τη Μπολόνια οδηγούνται εκτός σπουδών, στα μεταπτυχιακά. Γι’ αυτούς οι ιδανικοί απόφοιτοι δε θα είναι ολοκληρωμένοι επιστήμονες με δυνατότητα να διενεργούν έρευνα, αλλά αυτό θα το μαθαίνουν στα μεταπτυχιακά και το αίτημά τους είναι απλά, να μπορούν να μπαίνουν στα μεταπτυχιακά περισσότεροι φοιτητές (όπως λέει η ΠΑΣΠ).
Υποστηρίζουν την «ύπαρξη ενός θεσμού που θα παρέχει ουσιαστική δια βίου εκπαίδευση, κάτω από ένα δημόσιο και δωρεάν πλαίσιο». Σπέρνουν έτσι αυταπάτες αφού αποκρύπτουν ότι η Δια Βίου Εκπαίδευση μας προέκυψε ως έννοια από την ΕΕ ακριβώς για να συμπληρώνει το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα, για να αλλάζει καταρτίσεις στους μισοκαταρτισμένους απόφοιτους οποιασδήποτε βαθμίδας και δεν μπορεί να υπάρξει άλλου είδους δια βίου εκπαίδευση μέσα στον καπιταλισμό. Είναι φυσικό όμως να τη θεωρούν απαραίτητη, αφού δεν υπερασπίζονται τον Ανώτατο, πραγματικά επιστημονικό χαρακτήρα των προπτυχιακών σπουδών. Αφού ο απόφοιτος δε θα είναι ολοκληρωμένος επιστήμονας, αλλά γυρολόγος που θα φτιάχνει εξατομικευμένο πρόγραμμα σπουδών, θα έχει ανάγκη πιστοποιήσεων των γνώσεών του και συχνής ανανέωσής τους, καθώς δε θα είναι ικανός να παρακολουθεί τις επιστημονικές εξελίξεις στον τομέα του.
Τέλος, χρειάζεται να σημειώσουμε ότι ενώ μιλούν για δημόσια και δωρεάν παιδεία, πουθενά στις θέσεις τους δε συναντάμε το αίτημα για κατάργηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Είναι γνωστό ότι ο ΣΥΝ αποδέχεται την ιδιωτική εκπαίδευση ως αναγκαία και υπεραμύνεται της άποψης ότι δεν είναι σωστό να απορρίπτονται ιδιωτικές πρωτοβουλίες, εφόσον το δημόσιο σύστημα έχει αδυναμίες και δεν μπορεί να καλύψει το σύνολο των κοινωνικών αναγκών! Μα τα ίδια ακριβώς λέει και το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ για να υποστηρίξουν την επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων στην εκπαίδευση και να νομιμοποιήσουν (αντί να διορθώσουν) την «αδυναμία» του δημόσιου συστήματος για την οποία οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι!
Ο ΣΥΝ λοιπόν βγάζει για άλλη μια φορά «λάδι» τους πραγματικούς υπεύθυνους για την κατάσταση και συμπορεύεται μαζί τους. Επίσης, ενώ αναφέρονται στο ΔΕΠ (καθηγητές ΑΕΙ), δε μιλάνε για πλήρη και αποκλειστική απασχόλησή του στα ιδρύματα, στηρίζοντας έστω και δια της σιωπής τη μερική απασχόληση και τη δυνατότητα του ΔΕΠ να απασχολείται και εκτός πανεπιστημίου, να μπορούν δηλαδή οι καθηγητές να εμπορεύονται τον τίτλο τους.
Περιβόλι είναι και οι θέσεις τους για τα ναρκωτικά που κινούνται στη λογική «ναι μεν, αλλά». Ετσι, «οι χώρες που επέλεξαν εναλλακτικές πολιτικές π.χ. Ολλανδία έχουν βελτιώσει την απόδοσή τους», αλλά «αποποινικοποίηση της χρήσης προτείνουμε και όχι ελεύθερη διακίνηση και κυκλοφορία των σκληρών ναρκωτικών», αφού «η καταστολή της χρήσης πέραν του ότι είναι αναποτελεσματική, αντίκειται στην ελεύθερη διάδοση του σώματος και της ζωής του ατόμου»! (σελίδα 36). Στο δια ταύτα προτείνουν και αποποινικοποίηση, και διαχωρισμό. Τα περί «ελεύθερης διάδοσης του σώματος και της ζωής» καλύτερα να μείνουν ασχολίαστα, όλοι γνωρίζουν ή μπορούν να κατανοήσουν ότι κανένας δεν αποφασίζει «ελεύθερα» την εξάρτησή του από ουσίες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουν στην οικολογία, εκτιμώντας ότι η αριστερά «έχασε το ραντεβού με την ιστορία», καθώς όταν το ζήτημα αυτό τέθηκε επί τάπητος από οικολογικά κινήματα αυτή «έμεινε εγκλωβισμένη στην άποψη ότι η πρόοδος της κοινωνίας συνίσταται στη διαρκή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, έμεινε προσηλωμένη στα παραδοσιακά μοντέλα ανάπτυξης που δε λαμβάνουν υπόψη τους το περιβαλλοντικό κόστος. Τα οικολογικά κινήματα αντιπαρατέθηκαν στις αναπτυξιακές πολιτικές των θεωρητικών του καπιταλισμού αλλά και του «σοβιετικού στρατοπέδου». Το τελευταίο ασπαζόταν πλήρως το στόχο της υπέρμετρης ανάπτυξης και εφάρμοσε μια πολιτική που στηρίχτηκε σχεδόν αποκλειστικά στη ρυπογόνο βαριά βιομηχανία. Επιπλέον επιδόθηκε εξίσου δυναμικά με το δυτικό στρατόπεδο στην κατασκευή πυρηνικών» (σελίδα 51 - 52).
Αφενός δεν κατανοούμε γιατί φέρνουν σε αντιπαράθεση την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με την προστασία του περιβάλλοντος. Αφετέρου η επίθεση στη Σοβιετική Ενωση είναι το λιγότερο εμπαθής. Οι προσπάθειές της για την ειρήνη είναι γνωστές και αναγνωρίζονται σήμερα ακόμα και από τους ορκισμένους εχθρούς της. Οσο για την ανάπτυξη πυρηνικών είναι νομίζουμε φυσικό και λογικό, ούσα περικυκλωμένη και στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού, να πάρει μέτρα για την προστασία της. Παρά ταύτα κατέβαλε άπειρες προσπάθειες υπέρ του αφοπλισμού που δυστυχώς προσέκρουαν στην άρνηση του «δυτικού στρατοπέδου». Η εξίσωση είναι τουλάχιστον ατυχής.
Δεν αποφεύγουν βέβαια τις αντιφάσεις. Ετσι, ενώ εκτιμούν ότι το φαινόμενο δεν αντιμετωπίζεται στον καπιταλισμό, ενώ αναφέρονται στον ταξικό του χαρακτήρα, παρακάτω ισχυρίζονται πως λύσεις υπάρχουν και αυτές αφορούν στη διεθνή βοήθεια προς τις φτωχές χώρες, στην απαλλαγή τους από τα χρέη, στην κατάργηση των αποικιοκρατικών εμπορικών συμβάσεων, μέτρα που θα ανακουφίσουν τη φτώχεια και την εξαθλίωση που συντελούν στη διαιώνιση των οικολογικών προβλημάτων. Ακόμα, την υιοθέτηση ήπιων μορφών εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων, περιορισμό των ρύπων, προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όλα εκείνα δηλαδή που ισχυρές καπιταλιστικές χώρες απορρίπτουν μετά βδελυγμίας γιατί έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την ίδια τη φύση του καπιταλιστικού συστήματος και τις ανάγκες του.
Εξάλλου, και σε ό,τι αφορά στη χώρα μας, εστιάζουν στο ότι δεν υφίσταται ουσιαστικό θεσμικό πλαίσιο και εναρμόνιση με το κοινοτικό δίκαιο.