Οι αλλαγές που συντελέστηκαν στην περίοδο 1989-1991, με τις ανατροπές των σοσιαλιστικών κοινωνικοοικονομικών συστημάτων επέφεραν ραγδαίες ανακατατάξεις στο διεθνές εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και τις οργανώσεις του.
Από το 1945 και μέχρι το τέλος περίπου της δεκαετίας του 1980 η Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία (ΠΣΟ) κυριαρχούσε στα μαζικά κινήματα της εργατικής τάξης, με το κύρος, τη μαχητικότητα, τον προσανατολισμό και τη μαζικότητά της.
Η ΠΣΟ ιδρύθηκε στο Παρίσι. Το πρώτο ιδρυτικό Συνέδριό της έγινε στις 25.9 - 9.10.1945 και εξέλεξε τον Βρετανό Walter Citrine στη θέση του Γενικού Γραμματέα της. Στην ίδρυσή της συμμετείχαν οι Γενικές Συνομοσπονδίες όλων των χωρών του κόσμου που μέχρι εκείνη την περίοδο είχαν ιδρυθεί και λειτουργούσαν στις χώρες τους. Με την έναρξη της περιόδου του ψυχρού πολέμου και με πρωτοβουλία των αμερικανικών συνδικάτων (AFL-CIO) αποχώρησαν από την ΠΣΟ ορισμένες Συνομοσπονδίες και στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ίδρυσαν τη «Διεθνή Συνομοσπονδία Ελεύθερων Συνδικάτων» (ΔΣΕΣ). Η διάσπαση αυτή των γραμμών του διεθνούς εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος ήταν κύρια αποτέλεσμα των παρεμβάσεων των κυβερνήσεων των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιαπωνίας και άλλων.
Η νεοϊδρυμένη ΔΣΕΣ δεν κατάφερε ποτέ μέχρι σήμερα να εκφράσει τα συμφέροντα και τις αγωνίες της εργατικής τάξης. Ηταν και παραμένει ένα πιστό και επικίνδυνο όργανο του διεθνούς κεφαλαίου και των κυβερνήσεων των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών, που μόνιμος στόχος του είναι η διάδοση και η προβολή της αστικής ιδεολογίας μέσα στην εργατική τάξη. Από την ίδρυσή της μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1990 στον χρονιάτικο οικονομικό προϋπολογισμό της CIA υπήρχε πάντοτε σημαντικό κονδύλι για την ενίσχυση της ΔΣΕΣ. Η αδυναμία της «Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ελεύθερων Συνδικάτων» να κερδίσει έδαφος σε βάρος της ΠΣΟ οδηγούσε την οργάνωση αυτή σε αλλεπάλληλες κρίσεις και σαν αποτέλεσμα αυτών των αδιεξόδων προέκυψε η ίδρυση της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Εργασίας (ΠΣΕ) που σύμφωνα με την ιδρυτική της διακήρυξη υιοθετούσε σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις. Εντούτοις, από την ίδρυσή της έως και σήμερα κινείται στο περιθώριο της ΔΣΕΣ, είναι μικρή, άμαζη και περιθωριοποιημένη. Εχει την έδρα της στις Βρυξέλλες και εξαντλεί την όποια παρουσία της στην προσπάθεια να διατηρεί τη χρηματοδότησή της και την καλή οικονομική στήριξη των στελεχών της.
Την τελευταία πενταετία ΔΣΕΣ και ΠΣΕ συνεργάζονται όλο και πιο στενά. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι πρέπει να ενωθούν. Αλλοι όμως επιμένουν ότι είναι ανάγκη να δυναμώσει και η ΠΣΕ και να εντάξει στις γραμμές της Συνδικάτα που μέχρι τις ανατροπές ανήκαν στην ΠΣΟ.
Από τις τρεις αυτές Διεθνείς Συνδικαλιστικές Οργανώσεις, η Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία (ΠΣΟ) με πάνω από 400 εκατομμύρια μέλη σε ολόκληρη την υδρόγειο διαδραμάτισε ρόλο αναντικατάστατο στο διεθνές στερέωμα για την ανάδειξη του ρόλου της εργατικής τάξης τόσο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, όσο και στην κατοχύρωση και διεύρυνση των εργατικών διεκδικήσεων στις καπιταλιστικές χώρες. Σημαντικός επίσης ήταν ο ρόλος της στην υπεράσπιση εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και συνδικαλιστικών οργανώσεων που δρούσαν σε δύσκολες και αντίξοες συνθήκες.
Στα 45 χρόνια της παρουσίας της (1945-1990) η ΠΣΟ είχε επιβάλει στα πλαίσια του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας του ΟΗΕ την ψήφιση και επικύρωση Διεθνών Συμβάσεων όπως για την Κοινωνική Ασφάλιση, τα δικαιώματα των γυναικών, την παιδική εργασία, το ωράριο απασχόλησης, τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, την εκπαίδευση των εργαζομένων, τις συνδικαλιστικές και δημοκρατικές ελευθερίες και εκατοντάδες ακόμα αποφάσεις που αποτυπώνουν τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης στον 20ό αιώνα. Σε όλο αυτό το διάστημα της κυριαρχίας της ΠΣΟ, η Διεθνής Συνομοσπονδία των Ελεύθερων Συνδικάτων το μόνο που έκανε ήταν να ευθυγραμμίζεται στον αντικομμουνισμό και στις ψυχροπολεμικές πρακτικές των ΗΠΑ, και του διεθνούς κεφαλαίου. Στα πλαίσια του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας του ΟΗΕ και στην ψήφιση ορισμένων Διεθνών Συμβάσεων και Συστάσεων συρόταν κάτω από τον όγκο και την πίεση της ΠΣΟ να ακολουθήσει τη στάση και τις προτάσεις της, σε μία προσπάθεια να μη χάνει την επαφή της με τους εργαζόμενους και να διατηρεί ταυτόχρονα τα περιθώρια για τον εγκλωβισμό των μισθωτών στις τάξεις της.
Η κατάσταση αυτή αμέσως μετά το 1990 άλλαξε ριζικά. Η προσωρινή κυριαρχία των δυνάμεων του ιμπεριαλισμού και του διεθνούς μονοπωλιακού κεφαλαίου ανέτρεψε τα δεδομένα στο διεθνές συνδικαλιστικό κίνημα. Μέσα στον έξαλλο αντικομμουνισμό και στο καπιταλιστικό παραλήρημα στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι κυβερνήσεις, όργανα των ΗΠΑ στο σύνολό τους, από τις πρώτες αποφάσεις που έπαιρναν ήταν η εκδίωξη της ΠΣΟ από όποια γραφεία στεγαζόταν, οι απολύσεις από την εργασία τους των στελεχών της, οι συλλήψεις και η τρομοκρατία. Ενιαία, σ’ όλες αυτές τις χώρες δημεύτηκαν τα περιουσιακά της στοιχεία και κατασχέθηκαν τα οικονομικά της. Στην Πράγα που ήταν και εξακολουθεί να είναι μέχρι στιγμής η έδρα της ΠΣΟ, από τα τρία πολυώροφα συγκροτήματα κτιρίων που είχε στην κατοχή της μέσα από αλλεπάλληλες κατ’ εντολή δικαστικές αποφάσεις έχει περιοριστεί σήμερα σε ένα διαμέρισμα τριών δωματίων των 60 τ.μ. καταβάλλοντας υψηλό ενοίκιο.
Στο ίδιο διάστημα, οι εθνικές Συνομοσπονδίες των χωρών αυτών ή οι νέες που ιδρύονταν, μαζικά προσέτρεχαν στις τάξεις της ΔΣΕΣ ελπίζοντας …στο αμερικανικό όνειρο!
Οπως είναι γνωστό, οι ανατροπές στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες δεν άφησαν ανεπηρέαστο το κίνημα των αδέσμευτων, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στον Τρίτο Κόσμο, στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Ετσι και τα συνδικάτα όλων αυτών των χωρών μέσα στα σύννεφα της σκόνης και του κουρνιαχτού που σήκωσαν οι ανατροπές άλλα, φοβισμένα, αδρανοποιήθηκαν, άλλα διαλύθηκαν, άλλα πέρασαν τον Ρουβίκωνα και ελάχιστα έμειναν όρθια. Η προσπάθεια να σταθεί όρθια η ΠΣΟ στο 12ο Παγκόσμιο Συνέδριό της που πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα το 1990 δεν μπορούσε εκείνες τις στιγμές να έχει αποτέλεσμα.
Οι ηγετικές δυνάμεις της νέας ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων είχαν συνειδητά ιεραρχήσει σαν πρωτεύον ζήτημα για τις στρατηγικές επιδιώξεις τους τη διάλυση, τον ευνουχισμό και την αιχμαλωσία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, προκειμένου να περιορίσουν τις αντιδράσεις της εργατικής τάξης στα σχέδιά τους.
Στην περίοδο 1990-1994, η ΔΣΕΣ κερδίζει συνεχώς έδαφος και σχεδιάζει από την αρχή το διεθνή συνδικαλιστικό χάρτη με την ίδρυση σε όλο τον κόσμο εκατοντάδων Εργατικών Συνομοσπονδιών. Εκατοντάδες στελέχη των μονοπωλίων και των πολυεθνικών, εμιγκρέδες και ανανήψαντες χρηματοδοτούμενοι πλουσιοπάροχα ανέλαβαν ένα σημαντικό μέρος αυτού του σχεδίου. Τα παραδείγματα μόνο από την περιοχή των Βαλκανίων μιλούν από μόνα τους.
Στη Γιουγκοσλαβία, π.χ. αναλαμβάνει να «ανανεώσει» το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ο επαναπατρισθείς από τις ΗΠΑ κ. Τσάνακ, ιδρύοντας τη συνομοσπονδία ΝΙΖΑΒΙΣΜΟΣΤ που με 4.000 μέλη σ’ ολόκληρη τη Γιουγκοσλαβία εγγράφεται στη Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και στη Διεθνή Συνομοσπονδία Ελεύθερων Συνδικάτων (ΔΣΕΣ), χρηματοδοτείται με εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια την ίδια στιγμή που η Γιουγκοσλαβική ΚΑΤUI με 4,5 εκατομμύρια μέλη είναι μέχρι και τώρα ακόμα (!) υπό διωγμό και διεθνή αποκλεισμό.
Στην κορύφωση του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία με πρωτοβουλία της ΓΣΕΕ, της CGT Γαλλίας και της CGIL Ιταλίας, καλείται σύσκεψη των Βαλκανικών Συνδικάτων στη Ρώμη. Η σύσκεψη ματαιώνεται με προκλητική απαίτηση της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και της ΔΣΕΣ.
Τον Ιούνη του 1999 στο Ελσίνκι, η ΣΕΣ καλεί και πραγματοποιεί σύσκεψη Βαλκανικών Συνδικάτων στην οποία απόκλεισε τη ΓΣΕΕ και προσκάλεσε με ατομική πρόσκληση πρώην συνδικαλίστρια και στέλεχος του ΣΥΝ που δίχως να εκπροσωπεί απολύτως κανέναν (και συνδικαλιστικά στελέχη του ΣΥΝ την κατήγγειλαν) είναι στα μέσα και στα έξω αυτών των «συνδικαλιστικών οργανώσεων».
Στο τελευταίο συνέδριο της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων που έγινε στην Πράγα το Μάη του 2003, τόσο ο Γενικός Γραμματέας της ΔΣΕΣ όσο και ο περιβόητος Εμίλιο Καμπάλιο υπερηφανεύονταν γιατί «μετά από 50 χρόνια η σημαία του ελεύθερου συνδικαλισμού κυματίζει στην Πράγα».
Στην περίοδο 1990-1994 οι προσπάθειες για την τελική και οριστική διάλυση της ΠΣΟ ήταν ασφυκτικές. Στην Ευρώπη το καθήκον για τη διάλυσή της ανέλαβε εργολαβικά η CGT Γαλλίας υπό την ηγεσία του Γενικού Γραμματέα της Λουΐ Βιανέ και με διμερείς επαφές, περιοδείες, πιέσεις και φαιά προπαγάνδα, καλούσε τις εθνικές συνομοσπονδίες των κρατών της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Ασίας να ακολουθήσουν το δικό της παράδειγμα και να αποχωρήσουν από την ΠΣΟ που όπως ισχυρίζονταν δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης. Οι προσπάθειες της CGT είχαν πράγματι αποτέλεσμα να αποχωρήσουν όλες χωρίς εξαίρεση οι οργανώσεις της Ευρώπης από την ΠΣΟ και να αποστασιοποιηθούν πολλές άλλες από τις υπόλοιπες ηπείρους. Για τη συνεισφορά της αυτή η CGT ανταμείφθηκε με την αποδοχή από τη ΣΕΣ και τη ΔΣΕΣ των αιτήσεών της για εγγραφή (της CGT) ως πλήρους μέλους σ’ αυτές τις δύο οργανώσεις. Η κατρακύλα αυτή της CGT Γαλλίας εκτός των άλλων είχε βέβαια και σαν συνέπεια στη δεκαετία 1994-2004 πάνω από 800.000 εργάτες να φύγουν από τις γραμμές της αφού με βάση δημοσιευμένα στοιχεία από 1.100.000 μέλη έχει πέσει σήμερα γύρω στα 300.000.
Ολες αυτές οι εξελίξεις είχαν και έχουν αρνητικές επιπτώσεις για την παγκόσμια εργατική τάξη αφού οι δυνάμεις του καπιταλισμού δρουν πλέον ασύδοτες, σχεδιάζουν και βάζουν σε εφαρμογή τη γραμμή της «κοινωνικής ρεβάνς» αφαιρώντας σταδιακά αλλά σταθερά δικαιώματα και κατακτήσεις των εργατοϋπαλλήλων, των συνταξιούχων, των νέων και των γυναικών. Μέσα σε λίγα χρόνια το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ετήσια Γενική Συνέλευση από τόπος αντιπαράθεσης του παγκόσμιου εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος με τις δυνάμεις της αντίδρασης και του κεφαλαίου, μετατράπηκε σε ένα όργανο του κεφαλαίου και άρχισε να ξηλώνει και να αναιρεί τις διεθνείς συμβάσεις με την ψήφο και τη σύμφωνη γνώμη των «εργατικών» εκπροσώπων που στοιχίζονται πίσω από τα ταμεία της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ΣΕΣ) και της ΔΣΕΣ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η άρση της απαγόρευσης της παιδικής εργασίας, της νυχτερινής απασχόλησης των γυναικών, των ιδιωτικών Γραφείων Εύρεσης Εργασίας, των συνθηκών εργασίας των εργατών Ορυχείων, η θεσμοθέτηση της ασυδοσίας στην εργασία φασόν κλπ.
Ολες αυτές οι αντεργατικές εξελίξεις συσσώρευσαν και συσσωρεύουν πλούτη αμύθητα για τη διεθνή ολιγαρχία με την ένταση και τη μεγιστοποίηση του βαθμού εκμετάλλευσης σε βάρος της εργατικής τάξης σ’ ολόκληρο τον πλανήτη.