Η επανάσταση του Φεβρουαρίου χαιρετίζεται με ενθουσιασμό από την πλειοψηφία των ανθρώπων του θεάτρου, οι οποίοι νιώθουν να απαλλάσσονται από την τσαρική λογοκρισία. Δε συμβαίνει από την αρχή το ίδιο με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ο Βσέβολοντ Μέγιερχολντ σημείωνε: «Θέλετε να σας πω τι χώρισε τους καλλιτέχνες σαν έγινε η επανάσταση; Θα ήταν αφελής και επιφανειακή η άποψη πως αυτοί που το έσκασαν στο εξωτερικό το έκαναν γιατί σκέφτηκαν τις καταθέσεις τους στην τράπεζα, είτε για τις κατασχεμένες βίλες τους, αφήστε που πολλοί δεν τα είχαν αυτά. Ο Σαλιάπιν ήταν άπληστος, όλοι το ξέρουν, όμως και για κείνον δεν ήταν το κύριο αυτό. Το βασικό είναι πως ο Γκόρκι, ο Μαγιακόφσκι, ο Μπριούσοφ και πολλοί άλλοι (μεταξύ των οποίων και εγώ) καταλάβαμε από την αρχή πως η επανάσταση όχι μόνο γκρεμίζει μα και χτίζει. Μα όλοι εκείνοι που σκέφτηκαν πως γκρεμίζει μόνο την καταράστηκαν. Με το Μαγιακόφσκι ανήκουμε σε διαφορετικές γενιές, αλλά και για τους δυο μας η επανάσταση ήταν δεύτερη γέννα». Ετσι, όταν το Δεκέμβριο του 1917 ο Ανατόλι Λουνατσάρσκι, Επίτροπος Παιδείας της νεαρής Σοβιετικής Δημοκρατίας συγκαλεί συνέδριο για τις Τέχνες, από 120 προσκεκλημένους καλλιτέχνες εμφανίστηκαν μόνο 5. Ανάμεσά τους οι 3 ήταν καλλιτέχνες του θεάτρου: Ο σκηνοθέτης Μέγιερχολντ και οι ποιητές και θεατρικοί συγγραφείς Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι και Μπλοκ.
Ενώ όμως οι αναγνωρισμένοι καλλιτέχνες της προεπαναστατικής περιόδου παίρνουν ουδέτερη ή και εχθρική στάση απέναντι στην εργατική Επανάσταση, με το μέρος της τάσσονται τα νέα καλλιτεχνικά ρεύματα και νεανικοί καλλιτεχνικοί όμιλοι. Δημιουργείται το κίνημα της Προλεταριακής Κουλτούρας (Προλετκούλτ), στα πλαίσια του οποίου ασκούσαν μεγάλη επιρροή οι ιδέες του μαχιστή Μπογκντάνωφ, του παλιού αντίπαλου του Λένιν. Θεωρητικές θέσεις της Προλετκούλτ ήταν οι εξής:
Απόρριψη όλης της αστικής κουλτούρας, ως παρακμασμένης και ξεπερασμένης και ανάγκη δημιουργίας μιας καθαρής προλεταριακής κουλτούρας.
Εντονες συμβολιστικές τάσεις ως προς τη φόρμα. Οι τάξεις, οι κοινωνικές και ιστορικές διαδικασίες παρουσιάζονται αφηρημένα, με συμβολισμούς και όχι με ατομικές περιπτώσεις.
Πίστη σε μια αφηρημένη «δημιουργικότητα» των μαζών γενικά, υποτίμηση της ανάγκης να εγκολπωθεί το προλεταριάτο τα επιτεύγματα του αστικού πολιτισμού.
Στην αναζήτηση για νέες μορφές που θα εξέφραζαν το επαναστατικό περιεχόμενο, η Προλετκούλτ διασταυρώθηκε με τα ρεύματα της καλλιτεχνικής αvant-guarde, το φουτουρισμό, τον κυβισμό και τον κονστρουκτιβισμό. Ηγετικό ρόλο, ως καλλιτέχνης, θεωρητικός του Αριστερού Μετώπου Τεχνών, το οποίο εξέδιδε ομώνυμο περιοδικό, αλλά και ως υπεύθυνος του Τμήματος Θεάτρου του Επιτροπάτου Παιδείας από το 1920, παίζει ο Βσέβολοντ Μέγιερχολντ.
Η ηγεσία του κόμματος και ο ίδιος ο Λένιν ασκούσαν εξαρχής κριτική απέναντι στις θεωρητικές θέσεις των ομάδων αυτών, ειδικά στην αντίληψη ότι ο προλεταριακός πολιτισμός δε θα στηρίζεται στις κατακτήσεις της αστικής τέχνης.
Ο Λένιν υποστήριζε: «Το Ωραίο πρέπει να το διατηρήσουμε, να το πάρουμε σαν πρότυπο, να ξεκινήσουμε από αυτό, ακόμη και αν αυτό είναι παλιό. Για ποιο λόγο εμείς πρέπει να αποστρεφόμαστε το πραγματικά θαυμάσιο για μόνο το λόγο ότι είναι παλιό; Γιατί πρέπει να υποκλιθούμε μπροστά στο νέο σαν σε θεό, στο οποίο πρέπει να υποταχθούμε μόνο και μόνο επειδή είναι νέο; Αυτό είναι ανοησία, πέρα για πέρα ανοησία!» Παρόλα αυτά, οι νέες καλλιτεχνικές τάσεις, καθώς μάλιστα από την άποψη του περιεχομένου προπαγανδίζουν την επανάσταση και τη νέα προλεταριακή εξουσία, κυριαρχούν στα θεατρικά πράγματα και ασκούν μεγάλη επιρροή στη νεολαία.
Ενόσω όμως σε επίπεδο καλλιτεχνικής φόρμας εγκαινιάζεται μια περίοδος πειραματισμών, στο επίπεδο της απεύθυνσης της Τέχνης στη μάζα του Λαού συντελείται μια πραγματική πολιτιστική επανάσταση. Το θέατρο και ο κινηματογράφος, οι τότε κατεξοχήν μαζικές τέχνες, τίθενται στην υπηρεσία της διαφώτισης του λαού, η πλειοψηφία του οποίου, εργάτες και αγρότες, μαστίζονται από αναλφαβητισμό. Παρόλο που μαίνονταν ο εμφύλιος πόλεμος ενάντια στην αντεπανάσταση, η οποία ενισχυόταν από τις επιθέσεις των ιμπεριαλιστών σε όλα τα σύνορα της πρώην Ρωσίας, το κόμμα των Μπολσεβίκων παίρνει ριζοσπαστικά μέτρα για την άνοδο του μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου του λαού.
Το Σεπτέμβριο του 1919 θεσπίζεται η δωρεάν διανομή θεατρικών εισιτηρίων για εργάτες από τα συνδικάτα. Από τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς τα θέατρα με νόμο εθνικοποιήθηκαν υπό την Κεντρική Θεατρική Επιτροπή. Οι αίθουσες των θεάτρων πλημμυρίζουν από ένα διψασμένο κοινό, το οποίο πρώτη φορά γνωρίζεται με τη θεατρική τέχνη. Απαιτείται φυσικά να εκπαιδευτεί. Ο Στανισλάβσκι αναφέρει: «Επρεπε να αρχίσουμε από το άλφα: Να μάθουμε στο νέο θεατή να κάθεται ήσυχα στη θέση του, να μη μιλάει, να μην καπνίζει, να μην σπάει καρύδια και να μη φέρνει την τροφή του για να φάει στο θέατρο […]».
Παράλληλα οι επαγγελματικοί θίασοι στέλνονται στο μέτωπο για να εμψυχώσουν τους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού. Το 1919, μόνο στη 16η Στρατιά της Ουκρανίας, 150.000 στρατιώτες παρακολούθησαν 259 επαγγελματικές παραστάσεις. Στα 1920 οι Κόκκινες Ενοπλες Δυνάμεις διαθέτουν 1.210 θέατρα, 1.800 Λέσχες και 911 θεατρικές ομάδες. Παρουσιάζονται έργα που προπαγανδίζουν την επανάσταση, νέων συγγραφέων αλλά και κλασσικά έργα που διασκευάζονται για να εξυπηρετήσουν το επαναστατικό περιεχόμενο.
Σε ολόκληρη την επαναστατημένη χώρα η ερασιτεχνική θεατρική ζωή ξέσπασε σαν παλιρροϊκό κύμα. Κάθε εργοστάσιο κάποιου μεγέθους έχει εργατική λέσχη που ανεβάζει θεατρικά έργα. Η Κομμουνιστική Νεολαία λειτουργεί δεκάδες Θέατρα Εργατικής Νεολαίας (ΤΡΑΜ), στα οποία με θεατρικό τρόπο, βασισμένο στην υποκριτική μέθοδο του Μέγιερχολντ, διδάσκει τις νέες βιομηχανικές μεθόδους δουλειάς στα εργοστάσια και τη χρήση των μηχανών σε νέους εργάτες. Σε όλες τις επαρχίες τα τοπικά σοβιέτ έχουν τμήματα υπεύθυνα για το θέατρο. Συνολικά η μαζικότητα την οποία απέκτησε η θεατρική ζωή, τόσο σε επίπεδο θεατών όσο και σε επίπεδο συμμετοχής στη θεατρική πράξη, δεν έχει το προηγούμενό της στο παρελθόν, αλλά ούτε και το αντίστοιχό της από τότε. Ακόμη και κωμοπόλεις όπως το Καργκοπόλ του Ολονέτσκ, με 4.000 κατοίκους, διαθέτουν δικό τους θέατρο και εκδίδουν θεατρικό περιοδικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το σύστημα με συνδρομητές που εφαρμόστηκε, σύμφωνα με το οποίο ο εργάτης που ήταν συνδρομητής σε ένα θέατρο εξέφραζε την άποψη και την κριτική του για το έργο και τη σκηνοθεσία του σε ανοιχτές συζητήσεις πριν και μετά το ανέβασμα του έργου. Εκτός από τα θέατρα, παραστάσεις δίνονται σε αναγνωστικές λέσχες, οργανωμένες από αγροτικές κολεκτίβες, σε εργατικές λέσχες, φυλακές, στρατώνες και πανηγύρια.
Το θέατρο την εποχή εκείνη αποτέλεσε το εργαλείο μέσω του οποίου ο λαός αποκτούσε συνείδηση του ιστορικού έργου που επιτελούσε και συνεπώς η τέχνη συντελούσε σε αυτή την ίδια την πραγμάτωση του έργου. Οι συνθήκες ακραίας ανέχειας, πείνας και στερήσεων στις οποίες συντελούνταν αυτή η καλλιτεχνική έκρηξη, με τις παραστάσεις κάποτε να δίνονται σε θερμοκρασίες μηδενικές, χωρίς θέρμανση και με τους ηθοποιούς και το κοινό τυλιγμένους με πανωφόρια και κουβέρτες, αναδεικνύει το βαθμό στον οποίο η θεατρική τέχνη είχε καταστεί ανάγκη των ίδιων των καταπιεσμένων, οι οποίοι αντλούσαν από την επαφή με αυτήν το κουράγιο αλλά και τη γνώση για να φέρουν σε πέρας την ιστορική έφοδο προς τον ουρανό. Τα ποσοτικά μεγέθη προκαλούν πραγματικό ίλιγγο συγκρινόμενα και με τη σημερινή κατάσταση στη θεατρική και γενικότερα την πολιτιστική ζωή: το 1927 λειτουργούν στη Σοβιετική Ενωση 24.000 θεατρικοί κύκλοι με πάνω από 25.000.000 θεατές, τα δε επαγγελματικά θέατρα από 153 το 1913 έφτασαν τα 630 τη δεκαετία του ’30.
Στο επίπεδο της θεατρικής τεχνικής κυριαρχεί η τάση της αφαίρεσης που εκπροσωπείται από τη σχολή του Μέγιερχολντ. Η θεωρία του Μέγιερχολντ υποστηρίζει πως οι σχέσεις των ανθρώπων αποδίδονται θεατρικά με την κίνηση, τη χειρονομία και την απόλυτη ακρίβεια, ενώ ο λόγος παίζει μόνο συμπληρωματικό ρόλο. Γι’ αυτό το λόγο εκπαίδευε τους ηθοποιούς σε μια μέθοδο υποκριτικής γνωστή ως βιο-μηχανική, η οποία βασιζόταν στην εκφραστικότητα της κινητικής του σώματος και στο συντονισμό της ομάδας αντί για την ψυχολογική ταύτιση με το ρόλο που αντιπροσώπευε η σχολή του Στανισλάφσκι. Κατά την παράσταση ο ηθοποιός έπρεπε να είναι ταυτόχρονα και τραγουδιστής, και χορευτής, και σκοινοβάτης. Ο Μέγιερχολντ υποστήριζε την κατάργηση της σκηνικής ψευδαίσθησης και την αποκάλυψη μπροστά στο θεατή των συμβάσεων του θεατρικού μηχανισμού. Ο θεατής πρέπει να είναι συμμέτοχος στη δημιουργική διαδικασία, να συμπληρώνει με τη φαντασία του αυτά που η παράσταση πρέπει απλώς να υποδηλώνει. Αυτή η αντίληψη οδήγησε στη διατύπωση της θεωρίας του «4ου δημιουργού», σύμφωνα με την οποία το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα στο θέατρο συνδημιουργείται από τους εξής 4 δημιουργούς: συγγραφέα - σκηνοθέτη - ηθοποιό - θεατή. Εννοείται πως η οπτική αυτή δε θεωρεί απαραίτητο να δείχνει ιδιαίτερο σεβασμό στο θεατρικό κείμενο το οποίο ο σκηνοθέτης διασκευάζει κατά βούληση. Στις παραστάσεις του Μέγιερχολντ το έργο παρουσιαζόταν σε μια σειρά από αυτονομημένες σκηνές χωρίς αυστηρό ειρμό κατά το πρότυπο του κινηματογραφικού μοντάζ. Στόχος ήταν το θέατρο να μετατραπεί σε μια υπερτέχνη, όπου θα ενσωματώνονταν τσίρκο, κινηματογράφος, μασκαράτες και υποκριτική σε ένα πολύπλευρο και πειθαρχημένο σύνολο.
Ταυτόχρονα, τα παραδοσιακά θέατρα και το θέατρο Τέχνης συνεχίζουν τη λειτουργία τους παρουσιάζοντας κλασσικά έργα αλλά και έργα νέων σοβιετικών συγγραφέων, διατηρώντας την υποκριτική του συστήματος Στανισλάφσκι. Ο Στανισλάφσκι ήταν αντίθετος στο φορμαλισμό και τις εικονοκλαστικές τάσεις του Μέγιερχολντ, υποστηρίζοντας πως υπερτόνιζαν θεατρικά ευρήματα αντί για την ουσία. Αφετέρου ο Νεμίροβιτς Νταντσένκο απέρριψε αρχικά το ανέβασμα έργων πολιτικών και προπαγανδιστικών υπέρ της επανάστασης, υποστηρίζοντας πως το θέατρο δεν ασχολείται με την πολιτική αλλά με την ηθική. Παρόλα αυτά, το Θέατρο Τέχνης απολάμβανε του σεβασμού της Σοβιετικής Εξουσίας και συνέχισε απερίσπαστο να καλλιεργεί τη ρεαλιστική υποκριτική.
Σε μια ενδιάμεση θέση βρίσκεται ο Γιέρζι Βαχτάνγκοφ, μαθητής του Στανισλάφσκι. Ο Βαχτάνγκοφ υποστήριζε την ανάγκη να αποκαλύπτονται στην παράσταση κρυφές πτυχές του θεατρικού κειμένου, χωρίς όμως να παραβιάζεται το πνεύμα του συγγραφέα ούτε και να θυσιάζεται η υποκριτική «αλήθεια», η συγκίνηση του ηθοποιού. Θεωρούσε το θίασο ως μια καλλιτεχνική κολεκτίβα, στην οποία πρέπει να προσέρχεται κανείς εγκαταλείποντας κάθε εγωισμό για χάρη του συνόλου. Απαιτούσε από τον ηθοποιό στη σχέση του με το θεατή να μην έχει ούτε ψευτομετριοφροσύνη ούτε επίδειξη: «είμαι ο υπηρέτης σας και είμαι υπερήφανος, απείρως υπερήφανος που είμαι ο υπηρέτης του Λαού». Ως προς τη σκηνοθεσία των έργων του υιοθέτησε πολλές από τις τάσεις του μοντερνισμού και της avant-guard. Ιστορική έμεινε η τελευταία του παράσταση πριν το θάνατό του, το παραμύθι του Γκότσι «Τουραντώ», το οποίο ανέβασε με εξπρεσιονιστικό σκηνικό και κοστούμια σχεδιασμένα από τον Νιβίνσκι. Η έλλειψη μέσων οδήγησε σε μια ενδυματολογία παρδαλή, με ρούχα φτιαγμένα από πολύχρωμα κουρέλια, η δε υποκριτική συνδύαζε τη συναισθηματική αλήθεια του Στανισλάφσκι με τη τεχνική της commediadel’ arte, το στυλιζάρισμα στους χαρακτήρες και την ατμόσφαιρα του πανηγυριού.
Ο καλλιτεχνικός πειραματισμός την περίοδο αυτή, απαλλαγμένος από τη δαμόκλειο σπάθη της ανάγκης για εμπορική επιτυχία, αγκάλιασε όλες τις πτυχές του θεάτρου: αρχιτεκτονική, σκηνογραφία, υποκριτική, σκηνοθεσία. Τότε δοκιμάζονται για πρώτη φορά μορφές θεατρικής αρχιτεκτονικής που καταργούν το κλασσικό σχήμα σκηνή-πλατεία, τοποθετώντας τους θεατές εκατέρωθεν ή γύρω από τη σκηνή που έτσι μπορούσε να είναι κυκλική (όπως αυτή του τσίρκου), ορθογώνια ή και οτιδήποτε άλλο.
Στο επίπεδο της δραματουργίας τα επιτεύγματα ήταν σαφώς πιο περιορισμένα. Αρχικά η έλλειψη ρεπερτορίου οδήγησε σε διασκευές παλιότερων έργων, προκειμένου να εκφραστεί το νέο επαναστατικό νόημα. Συχνή ήταν επίσης και η δραματοποίηση μυθιστορημάτων. Η νέα σοβιετική δραματουργία στα πρώτα βήματά της ασχολείται με επεισόδια από τον Εμφύλιο Πόλεμο, παρουσιάζει τους ήρωες της επανάστασης να μάχονται ενάντια στον ταξικό εχθρό. Εκ των πραγμάτων οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις παρουσιάζονταν κατά κανόνα αρκετά απλοϊκά, με βάση τη λογική του «άσπρο-μαύρο». Αυτό όμως αποτελούσε αναγκαιότητα για το ίδιο το κοινό, το οποίο αναγνώριζε στους κομμουνιστές ήρωες των έργων, τον ίδιο τον εαυτό του.
Τα κύρια είδη του νέου Σοβιετικού Θεάτρου ήταν τα εξής:
Το ηρωικό χρονικό, απεικονίσεις πραγματικών ή φανταστικών επεισοδίων από την επανάσταση και τον Εμφύλιο. Η παράσταση πρότυπο γι’ αυτά τα έργα ήταν το έργο «Καταιγίδα» που ανέβηκε το 1925 από το Θέατρο των Συνδικάτων στη Μόσχα.
Εργα ρεαλιστικά, με θέμα την ψυχολογική σύγκρουση που προκαλούσε η κοινωνική αλλαγή. Τέτοια έργα γράφτηκαν από συγγραφείς όπως οι Μπουλγκάκοφ, Φάικο, ο Ερντμαν και ο Σελβίνσκι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο του Ολέσα «Η λίστα των πλεονεκτημάτων», που ανεβάστηκε από το Μέγιερχολντ το 1931. Η ηρωίδα, μια ηθοποιός του θεάτρου, συγκρίνοντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της ζωής στη Ρωσία με τη νέα εξουσία αποφασίζει πως τα μειονεκτήματα είναι περισσότερα και φεύγει στο Παρίσι, πιστεύοντας πως εκεί θα βρει την καλλιτεχνική ελευθερία. Εκεί όμως μένει άναυδη από την εμπορευματοποίηση και την καταπίεση των καλλιτεχνών από το κεφάλαιο και τελικά σκοτώνεται σε μια εργατική διαδήλωση όπου παίρνει μέρος αυθόρμητα.
Σατιρικές κωμωδίες με αντικείμενο απροσάρμοστους στη νέα κατάσταση ανθρώπους.
Εξαίρεση αποτέλεσε η δραματουργία του Μαγιακόφσκι. Βασισμένη στις αρχές του φουτουρισμού έδωσε το «Μυστήριο Μπουφ», μια γκροτέσκα συμβολική αναπαράσταση της επανάστασης και της πορείας προς τον κομμουνισμό καθώς και δύο φουτουριστικές σάτιρες του μικροαστισμού και της σοβιετικής γραφειοκρατίας, τον «Κοριό» και το «Χαμάμ».
Με το τέλος της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ) και την έναρξη της μάχης για την εκβιομηχάνιση και την κολεκτιβοποίηση ενάντια στα εναπομείναντα αστικά στρώματα της πόλης και του χωριού για την εγκαθίδρυση της σοσιαλιστικής σχεδιοποιημένης παραγωγής, εκδηλώθηκε η ανάγκη για συγκέντρωση όλων των δυνάμεων για την επίτευξη του νέου στόχου. Από το 1927 ο Πανενωσιακός Οργανισμός Συγγραφέων πρόβαλλε το σύνθημα της πλήρους επιστράτευσης της τέχνης για τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ενώ όμως ασκούσε δριμεία κριτική τόσο κατά του ρεαλισμού του Στανισλάβσκι, ως αστικού, όσο και κατά του φορμαλισμού του Μέγιερχολντ, δεν είχε να αντιπροτείνει κάτι σαφώς διαφορετικό. Αντί λοιπόν να ακολουθήσει τις απόψεις κάποιου από τα καλλιτεχνικά ρεύματα, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ αποφάσισε τη διάλυση όλων των λογοτεχνικών οργανώσεων και τη δημιουργία μιας ενιαίας Ενωσης των Σοβιετικών Συγγραφέων (ΕΣΣ). Η ΕΣΣ επεξεργάστηκε το 1934 στο Συνέδριό της την αρχή του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού. Σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα ο καλλιτέχνης απαιτείται να δίνει μια «…αληθινή, ιστορικά ακριβή παρουσίαση της πραγματικότητας στην επαναστατική της αλλαγή. Η αλήθεια και η ιστορική πληρότητα της καλλιτεχνικής παρουσίασης πρέπει να συνδυάζεται με το στόχο του ιδεολογικού μετασχηματισμού και τη διαπαιδαγώγηση του εργάτη στο πνεύμα του σοσιαλισμού». Σύμφωνα με το Στάλιν ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός οφείλει να είναι: «Εθνικός στη φόρμα και σοσιαλιστικός στο περιεχόμενο». Σημαντικοί συγγραφείς του ρεύματος ήταν οι Αφηνογκένοφ, Μπεζομέσκι, Κίνσον και Πογκόντιν.
Βασισμένος στη θεωρία του Λένιν για την αντανάκλαση της πραγματικότητας πάνω στη συνείδηση, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός αποτελούσε πολύτιμο οδηγό για κάθε καλλιτέχνη στην προσπάθεια για καλλιτεχνική αλήθεια. Η ορθή όμως εφαρμογή της αρχής απαιτούσε την κατανόηση του γεγονότος πως δεν επρόκειτο για συγκεκριμένη φόρμα, αλλά για στάση ζωής, η οποία εκφραζόταν ως καλλιτεχνική αξία. Η σκηνική παρουσίαση της πραγματικότητας δεν είναι καθόλου αναγκαίο να ταυτίζεται με τα εξωτερικά της γνωρίσματα. Η ελλιπής και φορμαλιστική ερμηνεία της αρχής, η οποία έριχνε το βάρος της κριτικής στη φόρμα αντί για το περιεχόμενο, υπήρξε σε αρκετές περιπτώσεις πηγή προβλημάτων, καθώς περιόριζε την πρωτοτυπία του σκηνικού πειραματισμού και οδήγησε σε προστριβές και εντάσεις. Σε κάποιες περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε περιόδους οξυμένων ταξικών συγκρούσεων, όπως ήταν τα τέλη της δεκαετίας του ’30, τα πράγματα οδηγήθηκαν σε διοικητικές κυρώσεις κατά καλλιτεχνών οι οποίοι φαίνονταν να παρεκκλίνουν από τη φορμαλιστική αρχή. Εναπόκειται σε μελλοντική έρευνα να προσδιορίσει το βαθμό που τέτοιες διοικητικές κυρώσεις ήταν υπερβολικές, ερευνώντας τις πρωτότυπες πηγές.
Κορυφαίοι εκπρόσωποι του νέου ρεύματος στον τομέα της σκηνοθεσίας είναι ο Ζαβάτσκι και ο Ποπώφ. Ο Ζαβάτσκι υποστήριζε πως η τέχνη με μια πλούσια εκφραστικότητα μορφών πρέπει να πετυχαίνει το μέγιστο της διαπαιδαγωγητικής επίδρασης. Στην κάθε παράσταση ο ήρωας δινόταν στη σχέση του με τον κοινωνικό περίγυρο, τονίζονταν ο ρόλος αυτών των σχέσεων στη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Χαρακτηριστικότερα έργα της περιόδου είναι τα έργα του Αφηνογκένοφ «Μακρινή Τάιγκα» και «Μάσεγκα» και του Σιμόνοφ «Το παιδί απ’ την πόλη μας».
Η εφαρμογή της φορμαλιστικής αυτής αρχής στα θεατρικά πράγματα οδήγησε στη σταδιακή υποχώρηση των πειραματισμών και της βιο-μηχανικής μεθόδου του Μέγιερχολντ από τη θεατρική πράξη. Αντίθετα, το Σύστημα Στανισλάβσκι καθιερώθηκε ως υποκριτική σχολή με επιστημονική βάση, καθώς μάλιστα συμφωνούσε με τα βασικά συμπεράσματα της ψυχολογικής θεωρίας του Παβλόφ. Σε επίπεδο δραματουργίας οι συγγραφείς επικεντρώθηκαν στην παρουσίαση του «νέου ανθρώπου», του διαμορφωμένου από το σοσιαλισμό αλτρουιστή και εργατικού ήρωα που μπορεί και υπερνικά κάθε αντιξοότητα στην πορεία προς το μέλλον. Συνεχίζουν επίσης να γράφονται έργα επικαιρικά που αφορούν στον αγώνα ενάντια στην υπονόμευση και το σαμποτάζ που διεξαγόταν ενάντια στη Σοβιετική Ενωση, ενώ εν όψει του πολέμου άρχισαν να έχουν επιτυχία ξανά πατριωτικά έργα από το ρωσικό παρελθόν. Πρέπει να σημειωθεί πως η κατεύθυνση και η τάση για έργα επικαιρικά και πολιτικά ήταν με βάση όλες τις μαρτυρίες σε συμφωνία με τις επιθυμίες της μάζας του νέου θεατρόφιλου κοινού, που ανταποκρινόταν έντονα στις απεικονίσεις γνωστών του γεγονότων. Αφετέρου και η μάζα των καλλιτεχνών αποδέχονταν και υποστήριζαν έμπρακτα το νέο ρόλο του σοβιετικού θεάτρου ως μέσου διαφώτισης και προπαγάνδας. Εξάλλου οι ευνοϊκοί υλικοί όροι εργασίας για τους ηθοποιούς, η εκτίμηση που απολάμβαναν στη σοβιετική κοινωνία και η ενθουσιώδης ανταπόκριση του κοινού δημιουργούσαν εξαιρετικές συνθήκες για την ανάπτυξη των θιάσων και της θεατρικής ζωής.
Από την άποψη της μαζικότητας η δεκαετία του ’30 σταθεροποίησε και συνέχισε τη διάδοση της θεατρικής Τέχνης που ξεκίνησε το ’20. Στο τέλος της έφτασε να υπάρχουν 387 θέατρα στη Ρωσία και άλλα 500 στις υπόλοιπες σοβιετικές δημοκρατίες. Για πρώτη φορά οι λαοί του Καζακστάν, του Ουζμπεκιστάν, ακόμα και οι αυτόνομες δημοκρατίες της Οσετίας και της Τσετσενίας αποκτούν δικά τους εθνικά θέατρα, ενώ όπου αυτά υπήρχαν, λόγου χάρη σε Ουκρανία και Γεωργία, αναπτύσσονται και επεκτείνονται. Η σοβιετική πολιτική για την ανάπτυξη των εθνοτήτων, η οποία ενθάρρυνε την ελεύθερη ανάπτυξη κάθε εθνικού τους πολιτισμού, συνέβαλε ώστε να δημιουργηθεί εθνική δραματουργία και θεατρική ζωή σε όλες τις εθνότητες της ΕΣΣΔ, βασισμένη στις αρχαίες παραδόσεις και τους μύθους των λαών αυτών. Περίφημο από αυτή την άποψη ήταν το Εβραϊκό θέατρο «Χαμπίμα», στο οποίο σκηνοθέτησε μεταξύ άλλων ο Βαχτάνγκοφ.
Παράλληλα η ερασιτεχνική θεατρική δημιουργία εξακολούθησε να αναπτύσσεται και να αγκαλιάζει μεγάλο μέρος του Σοβιετικού Πολιτισμού. Εκτός από τις εργατικές ομάδες, τα σημαντικότερα ερασιτεχνικά θεατρικά δίκτυα ήταν αυτά των θεάτρων του Κόκκινου Στρατού.
Το ξέσπασμα του μεγάλου πατριωτικού πολέμου (Β΄ παγκοσμίου) έφερε για άλλη μία φορά το σοβιετικό θέατρο στην πρώτη γραμμή της μάχης. Στρατολογήθηκαν μπριγάδες ηθοποιών, οι οποίοι έδιναν παραστάσεις για τους στρατιώτες στα μέτωπα του πολέμου. Συνολικά 40.000 άνδρες και γυναίκες αποτελούσαν το προσωπικό 3.685 θεατρικών μπριγάδων στη διάρκεια του πολέμου. Αλλά και τα κανονικά θέατρα συνέχισαν τη λειτουργία τους ακόμα και σε πόλεις υπό πολιορκία: Στο πολιορκημένο Λένινγκραντ, του οποίου μεγάλο μέρος του πληθυσμού πέθανε από την πείνα και τις επιδημίες στη διάρκεια της πολιορκίας, τα θέατρα και η όπερα λειτουργούσαν κανονικά με μεγάλη πληρότητα θεατών, παρόλο που οι παραστάσεις γίνονταν χωρίς θέρμανση και με ελάχιστα μέσα.